Φονταμενταλισμός

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Με τον όρο φονταμενταλισμός (θεμελιωτισμός) εκφράζονται οι τάσεις εμμονής ή επιστροφής σε άκρως συντηρητικά θρησκευτικά βιώματα του παρελθόντος, τα οποία λειτουργούν ως μέσο αντίστασης σε κάθε ενδεχόμενη αλλαγή ή θρησκευτική μεταρρύθμιση[1]. Ο όρος αυτός, χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά την περιόδο μεταξύ των τελών του 19ου αιώνα και των αρχών του 20ού από τους υποστηρικτές του, με σκοπό να περιγράψει ένα συγκεκριμένο ρεύμα θρησκευτικών απόψεων στο πλαίσιο της σύγκρουσης που είχε ξεσπάσει στις τάξεις της αμερικανικής προτεσταντικής κοινότητας μεταξύ φονταμενταλιστών και νεωτεριστών[2].

Βασικά χαρακτηριστικά του φονταμενταλισμού είναι η επιστροφή και η τυπολατρική εμμονή στην παράδοση, η δυναμική απαίτηση για κάθαρση και αποκατάσταση καθώς και η πεποίθηση ότι αποτελεί ένα είδος κριτή, χαρακτηριστικά τα οποία οδηγούν τους υποστηρικτές του φονταμενταλισμού στην υιοθέτηση, αρκετά συχνά, βίαιων αντιδράσεων και συμπεριφορών. Διαθέτει κοινωνικά χαρακτηριστικά και αφορά κυρίως τον Χριστιανισμό (από όπου και προέρχεται ως όρος), το Ισλάμ και τον Ιουδαϊσμό[1].

Χριστιανικός φονταμενταλισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο χριστιανικός φονταμενταλισμός γεννήθηκε μέσα στους κόλπους του Προτεσταντισμού και στη συνέχεια επεκτάθηκε και στις υπόλοιπες Ομολογίες. Διακρίθηκε σε δύο κατηγορίες, τον ορθολογικό και τον χαρισματικό. Η πρώτη τάση είχε ως επιδίωξή της τον εξορθολογισμό της ζωής, με βάση τις θρησκευτικές αρχές. Από την άλλη πλευρά, η δεύτερη τάση επεδίωκε την τάση φυγής από τον κόσμο και περιστρεφόταν γύρω από έννοιες όπως το συναίσθημα, το ατομικό βίωμα, το θαύμα, το μυστικισμό, τους μάρτυρες της Πίστεως κ.λπ.

Για τον φονταμενταλισμό γίνεται λόγος και στη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία. Εκφράζεται μέσα από την αντίσταση σε κάθε εκσυγχρονιστική τάση στην εκκλησιαστική ζωή, το τελετουργικό, τη διδασκαλία, το ήθος, την οργάνωση κ.λπ. Μάλιστα, αποδίδεται ιδιαίτερη σημασία στη διατήρηση της παραδοσιακής σεξουαλικής ηθικής.

Φονταμενταλιστικές τάσεις και συμπεριφορές εντοπίζονται και στο χώρο επιρροής της Ορθόδοξης Εκκλησίας και συγκεκριμένα σε ομάδες που παραμένουν προσκολλημένες στους θρησκευτικούς τύπους, όπως συμβαίνει με τους παλαιοημερολογίτες στην Ελλάδα και με τους «παλαιούς πιστούς» στη Ρωσία[3].

Μουσουλμανικός φονταμενταλισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το πιο πρόσφορο έδαφος για την ανάπτυξη φονταμενταλιστικών τάσεων απετέλεσε ο ισλαμικός χώρος. Ο μουσουλμανικός φονταμενταλισμός στρέφεται εναντίον της εκκοσμίκευσης και της εισβολής της δυτικής παράδοσης και ηθικής καθώς και σε οτιδήποτε άλλο είναι ξένο προς την ισλαμική πραγματικότητα. Αντιθέτως, στοχεύει στην ενδυνάμωση της ισλαμικής θρησκευτικής και πολιτισμικής παράδοσης. Διακρίνεται για το στενό του σύνδεσμο προς την ουσία και τον τρόπο άσκησης της πολιτικής εξουσίας. Ως όπλο, χρησιμοποιεί τον ιερό πόλεμο, δηλαδή την Τζιχάντ, για την υπεράσπιση της ισλαμικής παράδοσης αλλά και για την επέκταση της ισλαμικής κυριαρχίας. Ο μουσουλμανικός φονταμενταλισμός είναι ιδαίτερα δυναμικός και βίαιος και διαθέτει πολλά ανορθολογικά χαρακτηριστικά[4] ενώ υπολογίζεται ως μια από τις σημαντικότερες πολιτικές και ιδεολογικές δυνάμεις στον κόσμο[5].

Παραδείγμα ισλαμικής φονταμενταλιστικής οργανώσης αποτελούν οι Αδελφοί Μουσουλμάνοι[6] ενώ ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του ισλαμικού φονταμενταλισμού του 20ού αιώνα ήταν ο Ιρανός Αγιατολάχ Χομεϊνί.

Ιουδαϊκός φονταμενταλισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο ιουδαϊκός φονταμενταλισμός δεν χαρακτηρίζεται τόσο από την επιδίωξή του για ακριβή προσήλωση στη Βίβλο όσο για την εμμονή του στη θρησκευτική παράδοση και τη θρησκετική πράξη[7]. Ως φαινόμενο εντοπίζεται στις τάξεις των ακτιβιστών Σιωνιστών καθώς και στους υπερορθόδοξους Εβραίους[8]. Ο Σιωνισμός, έχει χαρακτηριστεί από τους επικριτές του ως κίνημα με αποικιακό[9] και ρατσιστικό χαρακτήρα[10] ενώ οι υπερορθόδοξοι Εβραίοι κατηγορούνται ως σκοταδιστές, εξτρεμιστές και αρνητές διαφόρων θεμελιωδών δικαιωμάτων, όπως π.χ. η ισότητα των δύο φύλων[11].

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 Αποστόλου Β. Νικολαΐδη, Κοινωνιολογία της Θρησκείας,εκδόσεις Γρηγόρη, Αθήνα 2007, σελ 290
  2. Η Ιστορία του Φονταμενταλισμού
  3. Αποστόλου Β. Νικολαΐδη, Κοινωνιολογία της Θρησκείας,εκδόσεις Γρηγόρη, Αθήνα 2007, σελ 291
  4. Αποστόλου Β. Νικολαΐδη, Κοινωνιολογία της Θρησκείας,εκδόσεις Γρηγόρη, Αθήνα 2007, σελ 292
  5. Enet.gr Θανάση Γιαλκέτση,Ο παραλογισμός του πολέμου
  6. Davidson Lawrence, Islamic Fundamentalism Greenwood Press, Westport,Conn., 1998, σελ 97–98
  7. Αποστόλου Β. Νικολαΐδη, Κοινωνιολογία της Θρησκείας,εκδόσεις Γρηγόρη, Αθήνα 2007, σελ 291
  8. Encyclopædia Britannica: Jewish fundamentalism in Israel
  9. α)Shafir Gershon, Being Israeli: the dynamics of multiple citizenship, Cambridge University Press, 2002, σελ 37–38 β)Bareli Avi, Forgetting Europe: Perspectives on the Debate about Zionism and Colonialism, in Israeli historical revisionism: from left to right, Psychology Press, 2003, σελ 99–116 γ)Pappé Ilan, A history of modern Palestine: one land, two peoples, Cambridge University Press, 2006, σελ 72–121 δ)Prior Michael, The Bible and colonialism: a moral critique, Continuum International Publishing Group, 1997, σελ 106–215 και ε)Shafir Gershon, Zionism and Colonialism, in The Israel / Palestinian Question, by Ilan Pappe, Psychology Press, 1999, σελ 72–85
  10. α)Gerson Allan, The United Nations and Racism: the Case of Zionism and Racism, in Israel Yearbook on Human Rights 1987, Volume 17; Volume 1987, Yoram Dinstein, Mala Tabory (Eds), Martinus Nijhoff Publishers, 1988, σελ 68 β)Hadawi Sami, Bitter harvest: a modern history of Palestine, Interlink Books, 1991, σελ 183 γ)Beker Avi, Chosen: the history of an idea, the anatomy of an obsession, Macmillan, 2008, σελ 131, 139 και 151 δ)Dinstein Yoram, Israel Yearbook on Human Rights 1987, Volume 17; Volume 1987, σελ 31 και 136
  11. Αυγή:Το καρκίνωμα των υπερορθόδοξων Εβραίων προκαλεί...