Σουλεϊμάν Α΄ ο Μεγαλοπρεπής

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Σουλεϊμάν Α΄ ο Μεγαλοπρεπής
Χαλίφης του Ισλάμ
Σουλεϊμάν Α΄ ο Μεγαλοπρεπής
Περίοδος Εξουσίας 1520 - 1566
Προκάτοχος Σελίμ Α΄
Διάδοχος Σελίμ Β΄
Οίκος Οσμανιδών
Πατέρας Σελίμ Α΄
Βαλιντέ Σουλτάνα Αϊσέ Χαφσά Σουλτάν
Γέννηση 6 Νοεμβρίου 1494
Γενέτειρα Τραπεζούντα
Θάνατος 7 Σεπτεμβρίου 1566
Τόπος θανάτου Ζίγκετβαρ, Ουγγαρία
Τόπος ταφής Τέμενος Σουλεϊμανιέ, Κωνσταντινούπολη
Σύζυγος Χιουρέμ
Μαχιντεβράν
Γκιουλφέμ Χατούν
Φουλανέ Χατούν
Επίγονοι Ηγεμόνας Αχμέτ
Ηγεμόνας Μαχμούτ
Ραζίγιε Σουλτάν
Ηγεμόνας Μουσταφά
Φατμά Σουλτάνα
Ηγεμόνας Μουράτ
Ηγεμόνας Μεχμέτ
Μιχριμάχ Σουλτάνα
Ηγεμόνας Αμπντουλάχ
Σελίμ Β΄
Ηγεμόνας Βαγιαζήτ
Ηγεμόνας Τζιχανγκίρ
Τουρά Tughra of Suleiman I the Magnificent.svg

Ο Σουλεϊμάν Α΄ ο Μεγαλοπρεπής (Kanuni Sultan Süleyman, 6 Νοεμβρίου 14947 Σεπτεμβρίου 1566) ήταν ο δέκατος σουλτάνος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, από το 1520 έως το 1566. Από τους Τούρκους αναφέρεται ως Σουλεϊμάν Α΄ ο «Κανουνί» (Νομοθέτης). Κατά τη βασιλεία του η Οθωμανική αυτοκρατορία έφτασε στη μέγιστη γεωγραφική της επέκταση και στο απόγειο της δύναμής της. Υπήρξε ο επιφανέστερος των σουλτάνων.

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Σουλεϊμάν Α΄, γνωστός ως "ο Μεγαλοπρεπής" στη Δύση και Κανουνί στην Ανατολή ( 6 Νοεμβρίου 1494 – 5 Σεπτεμβρίου 1566 ) ήταν ο δέκατος στη σειρά και ο πρώτος σε διάρκεια βασιλείας Αυτοκράτορας, Σουλτάνος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, από το 1520 ως το θάνατό του το 1566.Επισης ηταν δισεγγονος του Μωαμεθ ΄Β του πορθητη. Ο Σουλεϊμάν έγινε επιφανής μονάρχης της Ευρώπης του 16ου αιώνα προεδρεύοντας στο αποκορύφωμα της στρατιωτικής, πολιτικής και οικονομικής δύναμης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ο Σουλεϊμάν ηγήθηκε προσωπικά των Οθωμανικών στρατιών στην κατάκτηση των Χριστιανικών προπυργίων του Βελιγραδίου, της Ρόδου, καθώς και του μεγαλύτερου μέρους της Ουγγαρίας πριν οι κατακτήσεις του αναχαιτιστούν στην Πολιορκία της Βιέννης το 1529. Προσάρτησε το μεγαλύτερο μέρος της Μέσης Ανατολής στη σύγκρουσή του με τους Σαφαβίδες και μεγάλες εκτάσεις της Βόρειας Αφρικής, δυτικά μέχρι την Αλγερία. Υπό την εξουσία του ο Οθωμανικός στόλος κυριάρχησε στις θάλασσες από τη Μεσόγειο ως την Ερυθρά Θάλασσα και τον Περσικό Κόλπου. Στο τιμόνι μιας επεκτεινόμενης αυτοκρατορίας, ο Σουλεϊμάν προσωπικά εισήγαγε μεγάλες νομοθετικές αλλαγές σχετικά με την κοινωνία, την εκπαίδευση, τη φορολογία και το ποινικό δίκαιο. Το κανονικό του δίκαιο ( ή Κανούνς ) καθόρισε τη μορφή της αυτοκρατορίας για αιώνες μετά το θάνατό του. Δεν ήταν μόνο διακεκριμένος ποιητής και χρυσοχόος. Έγινε επίσης μεγάλος προστάτης του πολιτισμού, επιβλέποντας τη ΄΄ Χρυσή ΄΄ εποχή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στην καλλιτεχνική, λόγια και αρχιτεκτονική ανάπτυξή της. Ο Σουλεϊμάν ήταν πολύ μορφωμένος και μιλούσε πέντε γλώσσες.Ήταν ο σπουδαιότερος Σουλτάνος της Οθωμανικής Αυτοκρατωρίας,καθώς επέκτηνε πάρα πολύ τα σύνορα και βασίλεψε όσο ποτέ κανένας άλλος. Σπάζοντας την Οθωμανική παράδοση ο Σουλεϊμάν παντρεύτηκε μια κοπέλα του χαρεμιού, την Αλεξάνδρα Αναστασία Λισόφσκα (γνωστή επίσης ως Ροξελάνη), που έγινε η Χουρέμ Σουλτάν. Την έχουν κάνει πολύ διάσημη οι δολοπλοκίες της ως βασίλισσας στην αυλή και η προσωπική της εξουσία πάνω στο Σουλτάνο. Ο γιος του, Σελίμ Β΄ διαδέχθηκε το Σουλεϊμάν μετά το θάνατό του το 1566 μετά από 46 χρόνια στο θρόνο.

Πρώτα χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Σουλεϊμάν γεννήθηκε στην Τραπεζούντα στην ανατολική ακτή της Μαύρης Θάλασσας πιθανόν στις 6 Νοεμβρίου 1494. Μητέρα του ήταν η Αϊσέ Χαφσά Σουλτάν ή Χαφσά Σουλτάν , (γ.1479), που πέθανε το 1534. Στην ηλικία των 7 εστάλη να σπουδάσει επιστήμες, ιστορία, λογοτεχνία, θεολογία και στρατιωτική τακτική στις σχολές του Τοπ Καπί στην Κωνσταντινούπολη. Νεαρός έγινε φίλος με τον Πάργαλη Ιμπραήμ, ένα σκλάβο που αργότερα έγινε ένας από τους πιο έμπιστους συμβούλους του. Από τα δεκαεπτά ο νεαρός Σουλεϊμάν διορίστηκε κυβερνήτης πρώτα της Κάφα ( Θεοδοσία ), κατόπιν της Σαρουκάν ( Μανίσα ), με μια μικρή θητεία στην Αδριανούπολη. Με το θάνατο του πατέρα του Σελίμ Α΄ ( 1470 – 1520 ) ο Σουλεϊμάν μπήκε στην Κωνσταντινούπολη και ανέβηκε στο θρόνο ως ο δέκατος Οθωμανός Σουλτάνος. Μια πρώτη περιγραφή του Σουλεϊμάν, λίγες βδομάδες μετά την άνοδό του, έχει δοθεί από το Βενετσιάνο απεσταλμένο Βαρθολομαίο Κονταρίνι : ΄΄ Είναι είκοσι έξι χρονών, ψηλός αλλά λεπτός-νευρώδης με ευαίσθητη επιδερμίδα . Ο λαιμός του είναι λίγο μακρύς, το πρόσωπό του λεπτό και η μύτη του αετίσια. Έχει ένα σκιώδες μουστάκι και μικρή γενειάδα. Ωστόσο έχει ευχάριστο ύφος αν και το δέρμα του φαίνεται να είναι λίγο χλωμό.. Λέγεται ότι είναι σοφός Άρχοντας, λάτρης των γραμμάτων και όλοι προσδοκούν καλό από τη διοίκησή του ΄΄. Μερικοί ιστορικοί υποστηρίζουν ότι στη νεότητά του ο Σουλεϊμάν θαύμαζε το Μέγα Αλέξανδρο. Επηρεάστηκε από το όραμα του Αλεξάνδρου για τη δημιουργία μιας παγκόσμιας αυτοκρατορίας που θα συμπεριλάμβανε την ανατολή και τη δύση και αυτό δημιούργησε μια κατεύθυνση για τις επόμενες στρατιωτικές του εξορμήσεις στην Ασία και στην Αφρική, καθώς και στην Ευρώπη.

Στρατιωτικές επιχειρήσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Σουλεϊμάν

Όταν διαδέχθηκε τον πατέρα του ο Σουλεϊμάν άρχισε μια σειρά στρατιωτικών επιχειρήσεων καταπνίγοντας μια εξέγερση του διορισμένου από τους Οθωμανούς κυβερνήτη της Δαμασκού το 1521. Ο Σουλεϊμάν γρήγορα έκανε προετοιμασίες για την κατάληψη του Βελιγραδίου από το Βασίλειο της Ουγγαρίας - κάτι στο οποίο ο προπάππος του Μωάμεθ Β΄ είχε αποτύχει. Η κατάκτησή του ήταν ζωτικής σημασίας για την απώθηση των Ούγγρων που, μετά τις ήττες Σέρβων, Βουλγάρων, Βυζαντινών και Αλβανών, παρέμεναν η μόνη ισχυρή δύναμη που μπορούσε να εμποδίσει περαιτέρω επιτυχίες των Οθωμανών στην Ευρώπη. Ο Σουλεϊμάν περικύκλωσε το Βελιγράδι και άρχισε σειρά βαρέων βομβαρδισμών από ένα νησί στο Δούναβη. Το Βελιγράδι, με φρουρά 700 μόνο ανδρών και χωρίς βοήθεια από την Ουγγαρία, έπεσε τον Αύγουστο του 1521.

Η πτώση του μεγαλύτερου προπυργίου του Χριστιανισμού έσπειρε το φόβο σε όλη την Ευρώπη. Όπως παρατήρησε ο πρέσβης της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας στην Κωνσταντινούπολη. Η κατάληψη του Βελιγραδίου ήταν η αρχή των δραματικών γεγονότων που κατάπιαν την Ουγγαρία. Οδήγησε στο θάνατο του Βασιλιά Λουδοβίκου, την κατάληψη της Βούδας και της Τρανσυλβανίας, την ερήμωση ενός ευημερούντος βασιλείου και το φόβο των γειτονικών εθνών ότι θα υφίσταντο την ίδια τύχη.

Ο δρόμος προς την Ουγγαρία και την Αυστρία ήταν ανοιχτός αλλά αντί αυτού ο Σουλεϊμάν έστρεψε την προσοχή του στην Ανατολική Μεσόγειο, στο νησί της Ρόδου, τη βάση των Ιπποτών του Αγίου Ιωάννη. Το καλοκαίρι του 1522, επωφελούμενος από το μεγάλο Στόλο που είχε κληρονομήσει από τον πατέρα του, ο Σουλεϊμάν έστειλε μια αρμάδα περίπου 400 πλοίων προς τη Ρόδο, ενώ οδήγησε προσωπικά ένα στρατό 100.000 ανδρών μέσω της Μικράς Ασίας σε ένα σημείο απέναντι από το νησί. Εδώ ο Σουλεϊμάν έχτισε μία μεγάλη οχύρωση ( Κάστρο Μαρμαρίδας ) που λειτούργησε ως βάση του Οθωμανικού Στόλου. Μετά την πεντάμηνη Πολιορκία της Ρόδου ( 1522 ) με βαναυσότητα, η Ρόδος συνθηκολόγησε και ο Σουλεϊμάν επέτρεψε στους Ιππότες της Ρόδου να αποχωρήσουν ( Οι Ιππότες της Ρόδου δημιούργησαν τελικά νέα βάση στη Μάλτα).

Καθώς οι σχέσεις μεταξύ Ουγγαρίας και Οθωμανικής Αυτοκρατορίας χειροτέρευαν, ο Σουλεϊμάν επανέλαβε την εκστρατεία του στην Ανατολική Ευρώπη και στις 29 Αυγούστου 1526 νίκησε το Λουδοβίκο Β΄ της Ουγγαρίας ( 1506 – 1526 ) στη Μάχη του Μοχάτς. Μετά από αυτό η Ουγγρική αντίσταση κατέρρευσε και η Οθωμανική Αυτοκρατορία έγινε η κυρίαρχη δύναμη στην Ανατολική Ευρώπη. Αντικρίζοντας το άψυχο σώμα του Βασιλιά Λουδοβίκου, ο Σουλεϊμάν λέγεται ότι θρήνησε : ΄΄ Συγκρούστηκα πράγματι μαζί του, αλλά δεν επιθυμούσα να φύγει έτσι, έχοντας ελάχιστα γευτεί τη γλύκα της ζωής και της βασιλείας. Ενώ ο Σουλεϊμάν πολεμούσε στην Ουγγαρία Τουρκμενικές φυλές στην Κεντρική Μικρά Ασία επαναστάτησαν υπό την ηγεσία του Καλεντέρ Τσελεμπί.

Μερικοί Ούγγροι ευγενείς πρότειναν στο Φερδινάνδο, που ήταν κυβερνήτης της γειτονικής Αυστρίας και συνδεδεμένος με γάμο με την οικογένεια του Λουδοβίκου Β΄, να γίνει Βασιλιάς της Ουγγαρίας, υπενθυμίζοντας προηγούμενες συμφωνίες ότι τον Ουγγρικό θρόνο θα έπαιρναν οι Αψβούργοι αν ο Λουδοβίκος πέθαινε χωρίς κληρονόμους. Εντούτοις άλλοι ευγενείς στράφηκαν στον ευγενή Ιωάννη Ζαπόλια, που υποστηριζόταν από το Σουλεϊμάν. Υπό τον Κάρολο Ε΄ και τον αδελφό του Φερδινάνδο Α΄ οι Αψβούργοι ανακατέλαβαν τη Βούδα και την Ουγγαρία. Μετά από αυτό το 1529 ο Σουλεϊμάν, για μια ακόμη φορά, προέλασε μέσω της κοιλάδας του Δούναβη και επανέκτησε τον έλεγχο της Βούδας και το επόμενο φθινόπωρο πολιόρκησε τη Βιέννη. Αυτό έμελλε να είναι η πιο φιλόδοξη επιχείρηση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και το απόγειο της πορείας της προς τη Δύση. Με μια ενισχυμένη φρουρά 16.000 ανδρών οι Αυστριακοί κατάφεραν στον Σουλεϊμάν την πρώτη του ήττα, βάζοντας τους σπόρους ενός σκληρού ανταγωνισμού Οθωμανών – Αψβούργων, που διήρκεσε μέχρι τον 20ό αιώνα. Μια δεύτερη προσπάθεια κατάκτησης της Βιέννης απέτυχε το 1532, με το Σουλεϊμάν να υποχωρεί πριν καν φθάσει στην πόλη. Και στις δυο περιπτώσεις ο Οθωμανικός στρατός επλήγη από κακό καιρό (που τον ανάγκασε να αφήσει πίσω του ουσιώδη πολιορκητικό εξοπλισμό) και χώλαινε ως προς τις γραμμές ανεφοδιασμού.

Τη δεκαετία του 1540 μια αναβίωση της διαμάχης στην Ουγγαρία έδωσε στο Σουλεϊμάν την ευκαιρία να εκδικηθεί την ήττα που υπέστη στη Βιέννη. Το 1541 οι Αψβούργοι για μια ακόμη φορά ενεπλάκησαν σε σύγκρουση με τους Οθωμανούς, προσπαθώντας να πολιορκήσουν τη Βούδα. Μετά την απόκρουση των προσπαθειών τους και την κατάληψη πολλών κάστρων των Αψβούργων από τους Οθωμανούς σε δύο διαδοχικές εκστρατείες το 1541 και 1544, το αποτέλεσμα ήταν ο Φερδινάνδος και ο αδελφός του Κάρολος Ε΄ να αναγκασθούν να υπογράψουν με το Σουλεϊμάν μια ταπεινωτική πενταετή συνθήκη. Ο Φερδινάνδος απέσυρε τις αξιώσεις του για το Βασίλειο της Ουγγαρίας και υποχρεώθηκε να πληρώνει ετήσιο φόρο στο Σουλτάνο για τα Ουγγρικά εδάφη που εξακολουθούσε να ελέγχει. Συμβολικότερη σημασία είχε ότι η συνθήκη αναφερόταν στον Κάρολο Ε΄ όχι ως Αυτοκράτορα, αλλά ως Βασιλιά της Ισπανίας, αφήνοντας το Σουλεϊμάν να θεωρεί τον εαυτό του ως τον αληθινό Καίσαρα. Με τους βασικούς Ευρωπαίους ανταγωνιστές του υποταγμένους ο Σουλεϊμάν είχε εξασφαλίσει για την Οθωμανική εξουσία σημαντικό ρόλο στο πολιτικό τοπίο της Ευρώπης για αρκετά επόμενα χρόνια.

Πόλεμος Οθωμανών - Σαφαβίδων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Καθώς ο Σουλεϊμάν σταθεροποίησε τα Ευρωπαϊκά του σύνορα, έστρεψε τώρα την προσοχή του στην πάντοτε παρούσα απειλή της δυναστείας των Σιιτών Σαφαβιδών της Περσίας. Δύο ιδιαίτερα γεγονότα επρόκειτο να επισπεύσουν την επανεμφάνιση των εντάσεων. Πρώτον ο Σάχης Ταχμάσπ είχε σκοτώσει τον πιστό στο Σουλεϊμάν κυβερνήτη της Βαγδάτης και τον αντικατέστησε με δικό του έμπιστο και δεύτερον ο κυβερνήτης του Μπιτλίς είχε αποστατήσει και ορκισθεί αφοσίωση στους Σαφαβίδες. Μετά από αυτό το 1533 ο Σουλεϊμάν διέταξε το Μεγάλο Βεζύρη του, Πάργαλη Ιμπραήμ Πασά, να ηγηθεί ενός στρατού στην Ασία, όπου ανακατέλαβε το Μπιτλίς και κατέλαβε την Ταμπρίζ χωρίς αντίσταση. Από κοινού με τον Ιμπραήμ το 1534 ο Σουλεϊμάν προωθήθηκε προς την Περσία, με το Σάχη να θυσιάζει εδάφη αντί να δώσει μια δύσκολη μάχη, αποβλέποντας στην καταπόνηση του Οθωμανικού στρατού καθώς προχωρούσε στα αφιλόξενα ενδότερα. Όταν τον επόμενο χρόνο ο Σουλεϊμάν και ο Ιμπραήμ έκαναν μια μεγαλειώδη είσοδο στη Βαγδάτη, ο διοικητής της παρέδωσε την πόλη, επιβεβαιώνοντας έτσι το Σουλεϊμάν ως ηγέτη του Ισλαμικού κόσμου και νόμιμο διάδοχο των Αββασιδών Χαλίφηδων.

Επιδιώκοντας να νικήσει το Σάχη μια για πάντα ο Σουλεϊμάν επιχείρησε μια δεύτερη εκστρατεία το 1548 – 1549. Όπως και προηγουμένως ο Ταχμάσπ απέφυγε τη σύγκρουση και αντιθέτως επέλεξε να υποχωρεί, ακολουθώντας την τακτική της καμένης γης και εκθέτοντας τον Οθωμανικό στρατό στο σκληρό χειμώνα του Καυκάσου. Ο Σουλεϊμάν εγκατέλειψε την εκστρατεία με προσωρινά Οθωμανικά οφέλη στην Ταμπρίζ και στην περιοχή της Ουρμίας, μια διαρκή παρουσία στην επαρχία Βαν και μερικά οχυρά στη Γεωργία. Το 1553 ο Σουλεϊμάν άρχισε την τρίτη και τελευταία του εκστρατεία κατά του Σάχη. Έχοντας αρχικά χάσει εδάφη στο Ερζερούμ από το γιο του Σάχη, ο Σουλεϊμάν αντεπιτέθηκε ανακαταλαμβάνοντας το Ερζερούμ, διασχίζοντας τον Άνω Ευφράτη και ερημώνοντας μέρη της Περσίας. Ο στρατός του Σάχη συνέχισε την τακτική της αποφυγής των Οθωμανών, οδηγώντας σε στασιμότητα, από την οποία κανείς στρατός δεν είχε κάποιο σημαντικό κέρδος. Το 1554 υπογράφτηκε ένας διακανονισμός που τερμάτισε τις Ασιατικές εκστρατείες του Σουλεϊμάν. Περιελάμβανε την επιστροφή της Ταμπρίζ, αλλά εξασφάλιζε τη Βαγδάτη, την κάτω Μεσοποταμία, τις εκβολές των ποταμών Τίγρη και Ευφράτη καθώς και τμήμα του Περσικού Κόλπου. Ο Σάχης υποσχέθηκε επίσης να σταματήσει όλες τις επιδρομές σε Οθωμανικό έδαφος.

Επιχειρήσεις στον Ινδικό Ωκεανό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οθωμανικά πλοία έπλεαν στον Ινδικό Ωκεανό από το 1518. Οθωμανοί Ναύαρχοι, όπως οι Χαντίμ Σουλεϊμάν Πασά, Σειντί Αλί Ρείς και Κουρτογκλού Χιζίρ Ρείς είναι γνωστό ότι έχουν ταξιδέψει στα λιμάνια της Μογγολικής Αυτοκρατορίας της Ινδίας Τάτα, Σουράτ και Τζαντζίρα. Ο Μογγόλος Αυτοκράτορας Ακμπάρ ο Μέγας είναι γνωστό ότι έχει ανταλλάξει έξι έγγραφα με το Σουλεϊμάν το Μεγαλοπρεπή.

Στον Ινδικό Ωκεανό ο Σουλεϊμάν πραγματοποίησε αρκετές ναυτικές επιχειρήσεις κατά των Πορτογάλων σε μια προσπάθεια να τους απομακρύνει και να αποκαταστήσει το εμπόριο με την Ινδία. Το Άντεν στην Υεμένη καταλήφθηκε από τους Οθωμανούς το 1538 για να παράσχει μια Οθωμανική βάση για επιδρομές κατά των Πορτογαλικών κτήσεων στις δυτικές ακτές του σύγχρονου Πακιστάν και της Ινδίας. Πλέοντας στην Ινδία οι Οθωμανοί απέτυχαν κατά των Πορτογάλων στην Πολιορκία του Ντίου το Σεπτέμβριο του 1538, αλλά επέστρεψαν κατόπιν στο Άντεν, όπου οχύρωσαν την πόλη με 100 πυροβόλα. Από αυτή τη βάση ο Σουλεϊμάν Πασά κατάφερε να ελέγξει όλη τη χώρα της Υεμένης καταλαμβάνοντας επίσης τη Σαναά. Το Άντεν όμως επαναστάτησε κατά των Οθωμανών και κάλεσε αντί αυτών τους Πορτογάλους και έτσι αυτοί έλεγχαν την πόλη μέχρι την κατάληψή της από τον Πίρι Ρέις (1548).

Με τον πλήρη έλεγχο της Ερυθράς Θάλασσας ο Σουλεϊμάν προσπάθησε με επιτυχία να αμφισβητήσει τον έλεγχο των Πορτογάλων στους εμπορικούς δρόμους της Ινδίας και διατήρησε σημαντικό επίπεδο εμπορίου με τη Μογγολική Αυτοκρατορία της Ινδίας όλο το 16ο αιώνα. Ο ναύαρχος του Πίρι Ρέις οδήγησε έναν Οθωμανικό στόλο στον Ινδικό Ωκεανό, πετυχαίνοντας την κατάληψη του Μουσκάτ το 1552.

Το 1564 ο Σουλεϊμάν δέχθηκε μια πρεσβεία από το Ατσέχ (σημερινή Ινδονησία, που ζήτησε Οθωμανική υποστήριξη εναντίον των Πορτογάλων, με αποτέλεσμα να ξεκινήσει μια Οθωμανική εκστρατεία στο Ατσέχ, που μπόρεσε να παράσχει εκτεταμένη στρατιωτική υποστήριξη στους Ατσεχέζους.

Μεσόγειος και Βόρεια Αφρική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Έχοντας εδραιώσει τις κατακτήσεις του στην ξηρά, στο Σουλεϊμάν έφτασαν τα νέα ότι το φρούριο της Κορώνης στο Μωρέα (σημερινή Πελοπόννησος) είχε περιέλθει στο ναύαρχο του Κάρολου Ε΄, Αντρέα Ντόρια. Η παρουσία των Ισπανών στην Ανατολική Μεσόγειο ανησύχησε το Σουλεϊμάν, που την είδε ως μια πρώτη ένδειξη της πρόθεσης του Κάρολου Ε΄να ανταγωνιστεί την Οθωμανική κυριαρχία στην περιοχή. Αναγνωρίζοντας την ανάγκη να επαναβεβαιώσει την υπεροχή του ναυτικού στη Μεσόγειο, ο Σουλεϊμάν διόρισε έναν εξαιρετικό επικεφαλής του στόλου, στο πρόσωπο του Χαιρεντίν, γνωστού στους Ευρωπαίους ως Μπαρμπαρόσα. Από τη στιγμή που διορίστηκε αρχιναύαρχος ο Μπαρμπαρόσα επιφορτίσθηκε με την αναδημιουργία του Οθωμανικού στόλου, σε τέτοια έκταση που το Οθωμανικό ναυτικό ισοφάριζε σε αριθμό εκείνα όλων των άλλων Μεσογειακών χωρών μαζί.Το 1535 ο Κάρολος Ε΄κέρδισε μια σημαντική νίκη κατά των Οθωμανών στην Τύνιδα, που μαζί με τον πόλεμο κατά της Βενετίας τον επόμενο χρόνο, έκανε το Σουλεϊμάν να δεχτεί προτάσεις από το Φραγκίσκο Α΄ της Γαλλίας να σχηματίσουν μια συμμαχία κατά του Καρόλου. Το 1538 ο Ισπανικός στόλος νικήθηκε από το Μπαρμπαρόσα στη Ναυμαχία της Πρέβεζας διασφαλίζοντας την Ανατολική Μεσόγειο για τους Τούρκους για 33 χρόνια μέχρι την ήττα τους στη Ναυμαχία της Ναυπάκτου το 1571.

Στη Βόρεια Αφρική προσαρτήθηκαν τεράστιες περιοχές ανατολικά του Μαρόκου. Τα Βερβερικά Κράτη της Τριπολίτιδας, Τυνησίας και Αλγερίας έγιναν αυτόνομες επαρχίες της Αυτοκρατορίας, λειτουργώντας ως αιχμή της σύγκρουσης του Σουλεϊμάν με τον Κάρολο Ε΄, του οποίου οι προσπάθειες να εκδιώξει τους Τούρκους απέτυχαν το 1541. Η πειρατεία που ακολούθησε στη συνέχεια από τους Βερβερίνους πειρατές μπορεί να ειδωθεί στο πλαίσιο των πολέμων κατά της Ισπανίας. Για μια σύντομη περίοδο η Οθωμανική επέκταση διασφάλισε τη ναυτική κυριαρχία στη Μεσόγειο.

Το 1542, αντιμετωπίζοντας τον κοινό εχθρό των Αψβούργων, o Φραγκίσκος Α΄ επεδίωξε να ανανεώσει τη Γαλλο-Οθωμανική συμμαχία, με αποτέλεσμα ο Σουλεϊμάν να στείλει 100 γαλέρες υπό το Μπαρμπαρόσα να βοηθήσουν τους Γάλλους στη Δυτική Μεσόγειο. Ο Μπαρμπαρόσα λεηλάτησε τις ακτές της Νάπολης και της Σικελίας πριν φθάσει στη Γαλλία, όπου ο Φραγκίσκος έκανε την Τουλόν ναυτικό επιτελείο του Οθωμανού ναυάρχου. Στην ίδια εκστρατεία ο Μπαρμπαρόσα προσέβαλε και κατέλαβε τη Νίκαια το 1543. Το 1544 μια ειρήνη μεταξύ Φραγκίσκου Α΄ και Κάρολου Ε΄ έθεσε προσωρινά τέρμα στη συμμαχία μεταξύ Γαλλίας και Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Στην υπόλοιπη Μεσόγειο, όταν οι Ιωαννίτες Ιππότες ανασυγκροτήθηκαν ως Ιππότες της Μάλτας το 1530, οι ενέργειές τους κατά των Μουσουλμανικών ναυτικών δυνάμεων γρήγορα επέσυραν την οργή των Οθωμανών, που συγκέντρωσαν άλλον ένα τεράστιο στρατό για να εκδιώξουν τους Ιππότες από τη Μάλτα. Οι Οθωμανοί επιτέθηκαν το 1565, επιχειρώντας τη Μεγάλη Πολιορκία της Μάλτας, που άρχισε στις 18 Μαΐου και κράτησε μέχρι τις 8 Σεπτεμβρίου και απεικονίζεται παραστατικά στις τοιχογραφίες του Ματέο Περέζ ντ' Αλέτσιο στην Αίθουσα των Αγίων Μιχαήλ και Γεωργίου. Αρχικά φαινόταν ότι αυτή θα ήταν μια επανάληψη της κατάληψης της Ρόδου, με τις περισσότερες πόλεις της Μάλτας κατεστραμμένες και τους μισούς Ιππότες σκοτωμένους στις μάχες, αλλά μπήκε στη μάχη μια δύναμη αρωγής από την Ισπανία, με αποτέλεσμα την απώλεια 30.000 από τα Οθωμανικά στρατεύματα και τη νίκη των ντόπιων Μαλτέζων πολιτών.

Διοικητικές μεταρρυθμίσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ενώ ο Σουλτάνος Σουλεϊμάν ήταν γνωστός ως ΄΄Μεγαλοπρεπής΄΄ στη Δύση, στους δικούς του Οθωμανούς υπηκόους ήταν πάντα γνωστός ως Κανουνί Σουλεϊμάν, ή ΄΄Νομοθέτης΄΄. Όπως σημειώνει ο ιστορικός, Λόρδος Κίνρος, ΄΄Δεν ήταν μόνο μεγάλος πολεμιστής, άνθρωπος του ξίφους, όπως ήταν πριν από αυτόν ο πατέρας και ο προπάππος του. Διέφερε από αυτούς στο βαθμό που επίσης ήταν άνθρωπος της πένας. Ήταν μεγάλος νομοθέτης, που ξεχώριζε στα μάτια του λαού του ως υψηλόφρων ηγεμόνας και μεγαλόψυχος εκφραστής της δικαιοσύνης΄΄. Ο υπερισχύων νόμος της αυτοκρατορίας ήταν η Σαρία, ή Ιερός Νόμος, που ως ο θείο νόμος του Ισλάμ, ο Σουλτάνος δεν είχε την εξουσία να αλλάξει. Όμως ένας τομέας ξεχωριστής νομοθεσίας γνωστός ως Κανούνς (Κανόνες), εξαρτιόταν μόνο από τη βούληση του Σουλεϊμάν, καλύπτοντας περιοχές όπως το ποινικό δίκαιο, η γαιοκτησία και η φορολογία. Συγκέντρωσε όλες τις δικαστικές αποφάσεις που είχαν εκδοθεί από τους εννέα Οθωμανούς Σουλτάνους, που είχαν προηγηθεί. Αφού εξάλειψε επικαλύψεις και επέλεξε μεταξύ αντιφατικών κειμένων, εξέδωσε ένα ενιαίο νομικό κώδικα, προσέχοντας παράλληλα να μην παραβεί τους βασικούς νόμους του Ισλάμ. Στο πλαίσιο αυτό ο Σουλεϊμάν, στηριζόμενος από το Μεγάλο του Μουφτή Εμπουσούντ, επιδίωξε να μεταρρυθμίσει τη νομοθεσία προσαρμόζοντάς τη σε μια ταχέως μεταβαλλόμενη αυτοκρατορία. Όταν οι νόμοι-Κανόνες κατέληξαν στην τελική τους μορφή, ο κώδικας των νόμων έγινε γνωστός ως κανούν-ι-Οσμανί, ή ΄΄Οθωμανικοί νόμοι΄΄. Ο νομικός κώδικας του Σουλεϊμάν επρόκειτο να διαρκέσει πάνω από τρεις αιώνες.

Ο Σουλεϊμάν έδωσε ιδιαίτερη σχέση στη δεινή θέση των ραγιάδων, Χριστιανών υπηκόων που καλλιεργούσαν τη γη των Σπαχήδων. Ο Κανούν Ραγιά του, ή ΄΄Κώδικας των Ραγιάδων΄΄, μεταρρύθμισε το νόμο που καθόριζε εισφορές και φόρους που έπρεπε να πληρώνουν οι ραγιάδες, ανυψώνοντας τη θέση τους πάνω από τη δουλοπαροικία, στο βαθμό που Χριστιανοί δουλοπάροικοι να μεταναστεύουν στα Τουρκικά εδάφη για να επωφεληθούν από τις μεταρρυθμίσεις. Ο Σουλτάνος έπαιξε επίσης ρόλο στην προστασία των Εβραίων υπηκόων της αυτοκρατορίας τους για τους επόμενους αιώνες. Στα τέλη του 1553 ή το 1554 μετά από πρόταση του ευνοούμενού του γιατρού και οδοντίατρου, Ισπανού Εβραίου Μωυσή Χαμόν, ο Σουλτάνος εξέδωσε ένα φιρμάνι που κατήγγειλε επίσημα την κατηγορία του αίματος κατά των Εβραίων. Εξάλλου ο Σουλεϊμάν θέσπισε νέα ποινική και αστυνομική νομοθεσία, που προέβλεπε μια σειρά προστίμων για συγκεκριμένα αδικήματα, μειώνοντας τις περιπτώσεις που επιβαλλόταν θάνατος ή ακρωτηριασμός. Στον τομέα της φορολογίας επιβλήθηκαν φόροι σε κάθε είδους αγαθά και προϊόντα, όπως ζώα, ορυχεία, εμπορικά κέρδη, και εισαγωγικοί - εξαγωγικοί δασμοί. Εκτός από τους φόρους αξιωματούχοι που είχαν περιπέσει σε ανυποληψία ήταν δυνατό η γη και η περιουσία τους να κατασχεθούν από το Σουλτάνο.

Η εκπαίδευση ήταν άλλος ένας σημαντικός τομέας για το Σουλτάνο. Σχολές, συνδεδεμένες με τζαμιά και χρηματοδοτούμενες από θρησκευτικά ιδρύματα, παρείχαν σε μεγάλο βαθμό ελεύθερη εκπαίδευση σε Μουσουλμανόπαιδες πριν από τα Χριστιανικά κράτη της εποχής. Στην πρωτεύουσά του ο Σουλεϊμάν αύξησε τον αριθμό των ΄΄μεκτέμπ΄΄ (πρωτοβάθμια σχολεία) σε δεκατέσσερα, διδάσκοντας τα αγόρια να διαβάζουν και να γράφουν, καθώς και τις αρχές του Ισλάμ. Οι νέοι που επιθυμούσαν περαιτέρω εκπαίδευση μπορούσαν να προχωρήσουν σε ένα από τους οκτώ ΄΄μεντρεσέδες΄΄ (σχολές), που οι σπουδές τους περιελάμβαναν γραμματική, μεταφυσική, φιλοσοφία, αστρονομία και αστρολογία. Ανώτεροι μεντρεσέδες παρείχαν εκπαίδευση πανεπιστημιακού επιπέδου και οι απόφοιτοί τους γίνονταν ιμάμηδες ή δάσκαλοι. Τα εκπαιδευτικά κέντρα ήταν συνήθως μεταξύ πολλών κτιρίων που περιέβαλλαν τις αυλές των τζαμιών και άλλα περιελάμβαναν βιβλιοθήκες, τραπεζαρίες, συντριβάνια, συσσίτια και νοσοκομεία επ' ωφελεία του κοινού.

Πολιτιστικά επιτεύγματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με την υποστήριξη του Σουλεϊμάν η Οθωμανική αυτοκρατορία μπήκε στη χρυσή εποχή της πολιτιστικής της ανάπτυξης. Εκατοντάδες αυτοκρατορικών καλλιτεχνικών εταιρειών (ονομαζόμενες Ελ-ι-Χιρφ, ΄΄Koινότητες των Ταλαντούχων΄΄) επιχορηγούνταν στην Αυτοκρατορική έδρα, στο Ανάκτορο Τοπ Καπί. Μετά από μια μαθητεία, καλλιτέχνες και τεχνίτες μπορούσαν να προχωρήσουν στην κατάταξη στον τομέα τους και πληρώνονταν με ικανοποιητικούς μισθούς σε τριμηνιαίες δόσεις. Μητρώα μισθοδοσίας που διασώζονται μαρτυρούν το εύρος της προστασίας των τεχνών εκ μέρους του Σουλεϊμάν, με το παλαιότερο των εγγράφων να χρονολογείται από το 1526, κατάλογο 40 εταιρειών με πάνω από 600 μέλη. Oι Ελ-ι-Χιρέφ προσείλκυαν τους πιο ταλαντούχους καλλιτέχνες της αυτοκρατορίας στην αυλή του Σουλτάνου, τόσο από τον Ισλαμικό κόσμο όσο και από πρόσφατα κατακτημένες χώρες στην Ευρώπη, με αποτέλεσμα ένα συνδυασμό Ισλαμικού, Τουρκικού και Ευρωπαϊκού πολιτισμού. Τεχνίτες στην υπηρεσία της αυλής περιελάμβαναν ζωγράφους, βιβλιοδέτες, γουναράδες, κοσμηματοποιούς και χρυσοχόους. Ενώ οι προηγούμενοι ηγεμόνες είχαν επηρεασθεί από τον Περσικό πολιτισμό (ο πατέρας του Σουλεϊμάν, Σελίμ Α΄, έγραφε ποίηση στα Περσικά), η προστασία των τεχνών από το Σουλεϊμάν είδε την Οθωμανική Αυτοκρατορία να διεκδικεί τη δικιά της καλλιτεχνική κληρονομιά.

Ο ίδιος ο Σουλεϊμάν ήταν ένας πετυχημένος ποιητής, γράφοντας στα Περσικά και τα Τουρκικά με το ψευδώνυμο Μουχιμπί (εραστής). Μερικοί από τους στίχους του Σουλεϊμάν έχουν γίνει Τουρκικές παροιμίες, όπως η γνωστή. Όταν ο νεαρός γιος του Μεχμέτ πέθανε το 1543, συνέθεσε το έργο ΄΄Ασύγκριτε μεταξύ των πριγκίπων Σουλτάνε μου Μεχμέτ΄΄. Εκτός από το έργο του ίδιου του Σουλεϊμάν, πολλά μεγάλα ταλέντα αναζωογόνησαν τον κόσμο της λογοτεχνίας στη διάρκεια της βασιλείας του, όπως ο Φουζουλί και ο Μπακί. Ο ιστορικός της λογοτεχνίας Γκιμπ παρατήρησε ότι ΄΄σε καμία εποχή, ακόμη και στην Τουρκία, δεν προωθήθηκε περισσότερο η ποίηση, από ότι κατά τη βασιλεία του Σουλεϊμάν΄΄. Ο γνωστότερος στίχος του Σουλεϊμάν είναι :

Oι άνθρωποι θεωρούν τον πλούτο και την εξουσία ως την καλύτερη τύχη.

Αλλά σε αυτό τον κόσμο λίγος χρόνος υγείας είναι η καλύτερη κατάσταση. Ό,τι οι άνθρωποι αποκαλούν κυριαρχία είναι εγκόσμια σύγκρουση και συνεχής πόλεμος.

Η λατρεία του Θεού είναι ο ψηλότερος θρόνος, η ευτυχέστερη όλων των περιουσιών.

O Σουλεϊμάν φημίζεται επίσης για τη χρηματοδότηση σειράς μνημειακών αρχιτεκτονημάτων μέσα στην αυτοκρατορία του. Ο Σουλτάνος επεδίωξε να καταστήσει την Κωνσταντινούπολη το κέντρο του Ισλαμικού πολιτισμού με μια σειρά έργων, όπως γέφυρες, τζαμιά, ανάκτορα και φιλανθρωπικά και κοινωνικά ιδρύματα. Τα σπουδαιότερα από αυτά κατασκευάσθηκαν από τον κύριο αρχιτέκτονα του Σουλτάνου Μιμάρ Σινάν, με τον οποίο η Οθωμανική Αρχιτεκτονική έφτασε στο ανώτερο σημείο της. Ο Σινάν ήταν υπεύθυνος για πάνω από τριακόσια μνημεία σε όλη την αυτοκρατορία, με αριστουργήματά του τα τζαμιά Σουλειμανιέ και Σελιμιγιέ - το δεύτερο στην Αδριανούπολη (σήμερα Εντιρνέ) κατά τη βασιλεία του γιου του Σουλεϊμάν, Σελίμ Β΄. Ο Σουλεϊμάν αποκατάστησε επίσης το ιερό στο Όρος του Ναού στην Ιερουσαλήμ και τα τείχη της πόλης (που είναι τα σημερινά τείχη της Παλιάς Πόλης της Ιερουσαλήμ), ανακαίνισε την Κάαμπα στη Μέκκα και κατασκεύασε ένα συγκρότημα στη Δαμασκό.

Οικογένεια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύζυγοι:

  • Φιουλανέ Χατούν: η πρώτη γυναίκα του Σουλτάνου, με άγνωστο το πραγματικό της όνομα. ΄΄Φουλανί΄΄ είναι πιθανόν η περιγραφή για τις ερωμένες, καθώς το όνομα χρησιμοποιείται ως κομπλιμέντο για γυναίκες. ΄Ήταν μητέρα του Ηγεμόνα Αχμετ[γεννηθηκε και πεθανε το 1510], της Φατμα Σουλτάνας (πέθανε σε βρεφική ηλικία), του Ηγεμόνα Μαχμούτ| (γεννήθηκε το 1512) της Ραζιγιέ Σουλτάνας (γεννήθηκε το 1514). Μετά τον θάνατο του Μαχμούτ, το 1521 η Φιουλανέ έφυγε από το χαρέμι. Ήταν Ελληνίδα και λίγα χρόνια πιο μεγάλη απ' τον Σουλτάνο
  • Γκιουλφέμ Χατούν: Σύμφωνα με τη Χιουρέμ, η Γκιουλφέμ είναι η επόμενη ΄΄χασεκί΄΄ ή παλλακίδα. Η Γκιουλφέμ πέθανε το 1561 ή 1562. Απέκτησε ένα γιο, τον Μουράτ, που γεννήθηκε και πέθανε το 1521. Στραγγαλίστηκε από τον Σουλεϊμάν Α' για προδοσία.
  • Μαχιντεβράν Σουλτάν (μερικές πηγές καταγράφουν το όνομα ως Γκιουλμπαχάρ). Γεννήθηκε περίπου το 1500 και ήταν μητέρα του Ηγεμόνα Μουσταφά (γεννήθηκε το 1515). Ο Μουσταφά πέθανε το 1553 και εκείνη το 1581 στην Προύσσα.
  • Χιουρρέμ Σουλτάν. Μπήκε στο χαρέμι λίγο μετά την άνοδο του Σουλεϊμάν στο θρόνο το 1520. Ήταν μητέρα του Ηγεμόνα Μεχμέτ (γ. 1521-1543), της Μιχριμάχ Σουλτάνας (γ. 1522-1578), του Ηγεμόνα Αμπντουλάχ (γ. 1523 - 1526) , του Σελίμ Β' (γ. 1524-1574), του Ηγεμόνα Μπεγιαζίτ (γ. 1525-1561) και του Ηγεμόνα Τζιχανγκίρ (γ. 1531-1553). Πέθανε το 1558.

Σχέση με τη Χιουρρέμ Σουλτάν[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Σουλεϊμάν ξετρελάθηκε με τη Χουρέμ Σουλτάν, κοπέλα του χαρεμιού από τη Ρουθηνία, τότε τμήμα της Πολωνίας. Στη Δύση ξένοι διπλωμάτες, από πληροφορίες κουτσομπολιών του παλατιού, την ονόμαζαν ΄΄Ρουσελάζιε΄΄ ή ΄΄Ροξελάνα΄΄, αναφερόμενοι στη Ρουθηνική (Ουκρανική) καταγωγή της. Κόρη Ορθόδοξου ιερέα, συνελήφθη από Τατάρους από την Κριμαία, πουλήθηκε σαν σκλάβα στην Κωνσταντινούπολη και κατάφερε, μέσα από τις τάξεις του χαρεμιού, να γίνει η αγαπημένη του Σουλτάνου. Σπάζοντας μια Οθωμανική παράδοση δύο αιώνων, μια πρώην παλλακίδα έγινε έτσι η νόμιμη σύζυγος του Σουλτάνου, προς μεγάλη έκπληξη των παρατηρητών στο παλάτι και στην πόλη. Επέτρεψε επίσης στη Χιουρέμ Σουλτάνα να μείνει μαζί του στην αυλή για το υπόλοιπο της ζωής της, σπάζοντας άλλη μία παράδοση - ότι όταν οι κληρονόμοι του αυτοκράτορα ενηλικιώνονταν, στέλνονταν, μαζί με την παλλακίδα του αυτοκράτορα που τους είχε γεννήσει, να κυβερνήσουν μακρινές επαρχίες της Αυτοκρατορίας χωρίς ποτέ να επιστρέψουν, εκτός αν ο γιος τους ανέβαινε στο θρόνο.

Με το λογοτεχνικό του ψευδώνυμο, Μουχιμπί, ο Σουλτάνος Σουλεϊμάν συνέθεσε αυτό το ποίημα για τη Χιουρέμ Σουλτάνα :

΄΄Θρόνε της μοναχικής γωνιάς μου, πλούτη μου, έρωτά μου, φεγγαρόφωτό μου. Ειλικρινέστατε φίλε μου, μυστικοσύμβουλέ μου, ίδια η ύπαρξή μου, Σουλτάνα μου, μία και μοναδική μου αγάπη. Η ομορφότερη από τις όμορφες... Άνοιξή μου, χαρωπέ έρωτά μου, ημέρα μου, γλυκιά μου, γελαστό φύλλο... Λουλούδια μου, γλύκα μου, τριαντάφυλλό μου, η μόνη στον κόσμου που δεν με στενοχωρεί... Kωνσταντινούπολή μου, Καραμάν μου, γη της Ανατολίας μου. Μπανταξάν μου, Βαγδάτη μου και Κορασάν. Γυναίκα μου με τα όμορφα μαλλιά, αγάπη μου με τα γυρτά φρύδια, αγάπη μου με τα σκανταλιάρικα μάτια... Πάντα θα τραγουδώ τα χαρίσματά σου. Εγώ, ο εραστής με τη βασανισμένη καρδιά, ο Μουχιμπί με τα μάτια γεμάτα δάκρυα, είμαι ευτυχισμένος.΄΄

Hans Eworth Osmanischer Wurdentrager zu Pferd.jpg

Πάργαλης Ιμπραήμ Πασάς[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Πάργαλης Ιμπραήμ πασάς ήταν ο φίλος των παιδικών χρόνων του Σουλεϊμάν. Ο Ιμπραήμ ήταν αρχικά Έλληνας Χριστιανός από την Πάργα της Ηπείρου και όταν ήταν νεαρός εκπαιδεύτηκε στη Σχολή του Παλατιού, κατά το σύστημα του παιδομαζώματος. O Σουλεϊμάν τον έκανε βασιλικό εκτροφέα γερακιών και στη συνέχεια τον προήγαγε σε πρώτο αξιωματικό του Βασιλικού Υπνοδωματίου. Ο Ιμπραήμ Πασάς προήχθη σε Μεγάλο Βεζίρη το 1523 και αρχιστράτηγο όλου του στρατού. Ο Σουλεϊμάν απένειμε επίσης στον Ιμπραήμ Πασά το αξίωμα του ΄΄Μπεηλέρμπεη΄΄ της Ρούμελης, παραχωρώντας του εξουσία επί όλων των Τουρκικών εδαφών στην Ευρώπη, καθώς και του διοικητή των στρατευμάτων που έμεναν εκεί εν καιρώ πολέμου. Σύμφωνα με ένα χρονικογράφο του 17ου αιώνα ο Ιμπραήμ είχε ζητήσει από το Σουλεϊμάν να μην τον προάγει σε τόσο υψηλές θέσεις , φοβούμενος για την ασφάλειά του, αλλά ο Σουλεϊμάν του απάντησε ότι επί της βασιλείας του, υπό οποιεσδήποτε συνθήκες, ποτέ δεν θα καταδικαζόταν σε θάνατο.Παράλληλα ο Σουλεϊμάν έδωσε την αδερφή του Χατιτζέ Σουλτάνα για γυναίκα στον Ιμπραήμ

Ο Ιμπραήμ όμως τελικά έχασε την εύνοια του Σουλτάνου. Κατά τα δεκα τρία χρόνια του ως Μεγάλου Βεζύρη, η γρήγορη άνοδός του στην εξουσία και η τεράστια συσσώρευση πλούτου είχε δημιουργήσει πολλούς εχθρούς του Ιμπραήμ στην αυλή του Σουλτάνου. Στο Σουλεϊμάν είχαν φτάσει αναφορές για αλαζονεία του Ιμπραήμ σε μια εκστρατεία κατά της Περσικής αυτοκρατορίας των Σαφαβιδών, ιδιαίτερα η εκ μέρους του υιοθέτηση του τίτλου ΄΄σερασκέρ σουλτάν΄΄ θεωρήθηκε σαν σοβαρή προσβολή προς το Σουλεϊμάν.

Η καχυποψία του Σουλεϊμάν έναντι του Ιμπραήμ επιδεινώθηκε από μια φιλονικία μεταξύ αυτού και του Υπουργού Οικονομικών Ισκεντέρ Τσελεμπί, που έληξε με την επιβάρυνση του Τσελεμπί με κατηγορίες για συνωμοσία, με τον Ιμπραήμ να πείθει το Σουλεϊμάν να καταδικάσει τον Υπουργό σε θάνατο. Πριν το θάνατό του όμως τα τελευταία λόγια του Τσελεμπί ήταν κατηγορίες κατά του Ιμπραήμ για συνωμοσία κατά του Σουλτάνου. Αυτά τα επιθανάτια λόγια έπεισαν το Σουλεϊμάν για την απιστία του Ιμπραήμ και στις 15 Μαρτίου 1536 ο Ιμπραήμ εκτελέσθηκε.

Διαδοχή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι δύο Χασεκί Σουλτάν του Σουλεϊμάν του είχαν χαρίσει έξι γιούς, από τους οποίους τέσσερις ζούσαν ακόμα τη δεκαετία του 1550. Από αυτούς, μόνο ο Μουσταφά, ο μεγαλύτερος, δεν ήταν γιος της Χιουρέμ Σουλτάνας, αλλά της Μαχιντεβράν και έτσι προηγείτο των παιδιών της Χιουρρέμ στη σειρά της διαδοχής. Η Χιουρρέμ γνώριζε ότι αν ο Μουσταφά γινόταν Σουλτάνος τα δικά της παιδιά θα στραγγαλίζονταν. Εξάλλου ο Μουσταφά αναγνωριζόταν ως ο πιο ταλαντούχος από όλους τους αδελφούς. Ο Αυστριακός πρέσβης Μπούσμπεκ σημείωνε <<Ο Σουλεϊμάν έχει ανάμεσα στα παιδιά του ένα γιο ονόματι Μουσταφά τέλεια εκπαιδευμένο και συνετό και σε ηλικία να κυβερνήσει, καθώς είναι μεταξύ 24 και 25 χρονών. Μακάρι ο Θεός να μην επιτρέψει ποτέ σε ένα τόσο δυνατό Βάρβαρο να μας πλησιάσει>>. μιλώντας στη συνέχεια για τα ΄΄εξαιρετικά φυσικά χαρίσματα΄΄ του Μουσταφά. Η Χιουρρέμ θεωρείται τουλάχιστον εν μέρει υπεύθυνη για τις δολοπλοκίες του ορισμού διαδόχου. Αν και ήταν η επίσημη σύζυγος του Σουλεϊμάν δεν ασκούσε επίσημα δημόσιο ρόλο. Αυτό όμως δεν την εμπόδιζε να ασκεί ισχυρή πολιτική επιρροή. Καθώς η Αυτοκρατορία στερείτο, μέχρι τη βασιλεία του Αχμέτ Α΄ oποιασδήποτε επίσημου τρόπου ορισμού διαδόχου, οι διαδοχές συνεπάγονταν συνήθως τη θανάτωση των ανταγωνιστών πριγκίπων με σκοπό να αποφευχθούν κοινωνική αναταραχή και επαναστάσεις. Στην προσπάθειά της να εμποδίσει την εκτέλεση των γιων της η Χιουρρέμ χρησιμοποιούσε την επιρροή της για να εξαλείψει όσους υποστήριζαν την άνοδο στο θρόνο του Μουσταφά.

Έτσι στις διαμάχες για την εξουσία, όπου προφανώς εξωθούσε η Χιουρρέμ, ο Σουλεϊμάν δολοφόνησε τον Ιμπραήμ και τον αντικατέστησε με το γαμπρό της, που συμπαθούσε, Ρουστέμ Πασά. Το 1552, όταν είχε ξεκινήσει η εκστρατεία κατά της Περσίας με το Ρουστέμ διορισμένο αρχιστράτηγο των επιχειρήσεων, άρχισαν οι δολοπλοκίες κατά του Μουσταφά. Ο Ρουστέμ έστειλε έναν από τους πιο έμπιστους άνδρες του Σουλεϊμάν να αναφέρει ότι, αφού ο Σουλεϊμάν δεν ήταν επικεφαλής του στρατού, οι στρατιώτες πίστευαν ότι είχε έρθει η ώρα να μπει στο θρόνο ένας νεότερος πρίγκιπας. Την ίδια στιγμή διέσπειρε φήμες ότι ο Μουσταφά φαινόταν να αποδέχεται την ιδέα. Εξοργισμένος από όσα πίστευε ως σχέδια του Μουσταφά να διεκδικήσει το θρόνο, το επόμενο καλοκαίρι, μετά την επιστροφή από την εκστρατεία του στην Περσία, ο Σουλεϊμάν τον κάλεσε στη σκηνή του στην κοιλάδα του Ερεγλί, δηλώνοντας ότι θα ΄΄ είχε την ευκαιρία να απαλλάξει τον εαυτό του από τις εναντίον του κατηγορίες και δεν είχε τίποτα να φοβηθεί, αν ερχόταν΄΄.

Ο Μουσταφά αντιμετώπισε ένα δίλημμα : ή θα εμφανιζόταν μπροστά στον πατέρα του με τον κίνδυνο να δολοφονηθεί, ή, αν αρνιόταν να παρουσιαστεί, θα κατηγορείτο για προδοσία. Ο Μουσταφά επέλεξε να να μπει στη σκηνή του πατέρα του, πεπεισμένος ότι η υποστήριξη του στρατού θα τον προστάτευε. Ο Μπουσμπέκ, που υποστηρίζει ότι έλαβε αναφορά από ένα αυτόπτη μάρτυρα, περιγράφει τις τελευταίες στιγμές του Μουσταφά. Καθώς ο Μoυσταφά έμπαινε στη σκηνή του πατέρα του, οι επτά Ευνούχοι του Σουλεϊμάν επιτέθηκαν στο Μoυσταφά, με το νεαρό πρίγκιπα να προβάλλει γενναία αντίσταση. Ο Σουλεϊμάν που διαχωριζόταν από την πάλη μόνο από τα στόρια της σκηνής του κοίταζε από το δωμάτιο της σκηνής του και ΄΄έριχνε άγριες και απειλητικές ματιές στους άντρες του και με απειλητικές χειρονομίες αποδοκίμαζε αυστηρά το δισταγμό τους. Μετά από αυτό οι άντρες αναθαρρώντας διπλασίασαν τις προσπάθειές τους, έριξαν το Μουσταφά στο έδαφος και ρίχνοντας τη χορδή του τόξου γύρω από το λαιμό του, τον στραγγάλισαν΄΄.

Ο Τσιχαγκίρ λέγεται ότι αρρώστησε και πέθανε από λύπη λίγους μήνες μετά τα νέα της δολοφονίας του ετεροθαλούς αδελφού του. Οι δύο επιζήσαντες αδελφοί, Σελίμ και Βαγιαζίτ, έγιναν διοικητές διαφορετικών τμημάτων της αυτοκρατορίας. Μέσα σε λίγα όμως χρόνια ξέσπασε εμφύλιος πόλεμος μεταξύ τους, με τον καθένα να υποστηρίζεται από τις πιστές σε αυτόν δυνάμεις. Με τη βοήθεια του στρατού του πατέρα του, ο Σελίμ νίκησε το Βαγιαζίτ στο Ικόνιο το 1559, αναγκάζοντάς τον να ζητήσει καταφύγιο στους Σαφαβίδες μαζί με τους τέσσερις γιούς του. Μετά από διαπραγματεύσεις ο Σουλτάνος απαίτησε από το Σάχη των Σαφαβιδών ή να εκδώσει το Βαγιαζίτ ή να τον εκτελέσει. Με αντάλλαγμα μεγάλες ποσότητες χρυσού ο Σάχης επέτρεψε σε ένα Τούρκο εκτελεστή να στραγγαλίσει το Βαγιαζίτ και τους τέσσερις γιους του το 1561, ανοίγοντας το δρόμο για την άνοδο στο θρόνο του Σελίμ, πέντε χρόνια αργότερα. Στις 7 Σεπτεμβρίου 1566 ο Σουλεϊμάν , που είχε ξεκινήσει από την Κωνσταντινούπολη για να κατευθύνει μια εκστρατεία στην Ουγγαρία, πέθανε λίγο πριν τη νίκη των Οθωμανών στη Μάχη του Ζίγκετβαρ.

θάνατος και ταφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Κηδεία του Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς,Οθωμανική Μινιατούρα.

Ο Σουλεϊμάν πέθανε το 1566 από αποπληξία, κατά την έναρξη νέας εκστρατείας κατά της Ουγγαρίας. Τάφηκε σε οκταγωνικό μαυσωλείο, στο Σουλεϊμανιέ Τζαμί (στο νοτιοανατολικό περίβολο) δίπλα στη σύζυγό του, Χουρέμ.

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα
  • Σοφίας Ν. Σφυρόερα, Κωνσταντινούπολη, Πόλη της Ιστορίας, Αθήνα 2006, ISBN 960-442-233-2, σελ. 178