Σελτζούκοι

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Οι Σελτζούκοι (ή Σελτζουκίδες ή Σελτζούκοι Τούρκοι) ήταν τουρκικό φύλο καθώς και μουσουλμανική σουνιτική δυναστεία που επικράτησε σε διάφορα τμήματα της Κεντρικής Ασίας και της Μέσης Ανατολής δια μέσου της Περσίας, από τον 11ο ώς τον 14ο αιώνα. Ίδρυσαν το σουλτανάτο των Μεγάλων Σελτζούκων που εκτεινόταν από τη Μικρά Ασία μέχρι την Περσία, το οποίο ήταν και ο στόχος της Α' Σταυροφορίας. Οι Σελτζούκοι κατάγονταν από τουρκομανικά φύλα της Κεντρικής Ασίας. Όταν έφτασαν στην Περσία, οι Σελτζούκοι υιοθέτησαν τον περσικό τρόπο ζωής, πολιτισμό, ακόμη και τη γλώσσα. Στις πηγές αναφέρονται ως φορείς του περσικού πολιτισμού, τέχνης, λογοτεχνίας και γλώσσας και θεωρούνται ως πολιτιστικοί πρόγονοι των Τούρκων που ζουν σήμερα στην Τουρκία, στο Αζερμπαϊτζάν και στο Τουρκμενιστάν.

Οι πρώτοι Σελτζούκοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κοινοί φυλετικοί και εθνολογικοί (όχι όμως και γλωσσικοί) πρόγονοι των τουρκικών φύλων του Μεσαίωνα θεωρούνται οι Ογούζοι Τούρκοι, των Αλταίων Ορέων, που ίδρυσαν τις πρώτες εκτενείς συνομοσπονδίες τουρκόφωνων νομαδικών φύλων στις στέπες της κεντρικής Ασίας, και που από τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες ξεκίνησαν από τις πεδιάδες των ποταμών Ορχόν και Σελεγκά, νότια της λίμνης Βαϊκάλης, στη σημερινή Μογγολία, στο βόρειο σύνορο της Κίνας. Ήδη κατά τους 4ο-6ο αιώνα το έσχατο δυτικό τμήμα των μογγολοτουρκικών φύλων, οι Ούννοι και οι Άβαροι, είχαν επιδράμει στις ρωσικές στέπες και εξαπλωθεί σε ευρωπαϊκές περιοχές.

Από τα τέλη του 8ου και τις αρχές του 9ου αιώνα, τουρκικά φύλα που βρίσκονταν στην αρχική τους κοιτίδα διασπάστηκαν και μετακινήθηκαν προς τα βορειοδυτικά και νοτιοδυτικά, και από τα τέλη του 9ου αιώνα είχαν εγκατασταθεί στις εύφορες κοιλάδες της Κασπίας Θάλασσας καθώς και ανατολικά της λίμνης Αράλης (Ωξιανής). Από το τέλη του 10ου και τις αρχές του 11ου αιώνα, το δυναμικότερο φύλο των Ογούζων, οι Σελτζούκοι, και ο γενάρχης τους ο Σελτζούκ ασπάστηκαν το Ισλάμ (Σουνιτικό Ισλάμ) και το 1040, μετά από νικηφόρο μάχη με τους ιρανόφωνους Γαζναβίδες, στην τοποθεσία Νταντανακάν, εισέβαλαν στην Περσία.

Μετά τη νίκη τους αυτοί οι Σελτζούκοι ξεπρόβαλαν ως η κυρίαρχη δύναμη στον μουσουλμανικό κόσμο σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή. Οι τέσσερεις κυριότερες σελτζουκικές δυναστείες υπήρξαν οι:

  • Μεγάλοι Σελτζούκοι της Μεσοποταμίας και Περσίας (1038/55-1194)
  • Σελτζούκοι της Καρμανίας (Κιρμάν) (1041-1186/87)
  • Σελτζούκοι της Συρίας (1078/80-1117)
  • Σελτζούκοι του Ικονίου (ή Ρουμ) (1080/81-1307/8)

Η Αυτοκρατορία των Μεγάλων Σελτζούκων και οι δυναστείες του Κιρμάν και της Συρίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η μεγάλη αυτοκρατορία των Σελτζούκων το 1092 (Η Μικρά Ασία αποτέλεσε στην ουσία αυτόνομη περιοχή-σουλτανάτο στα πλαίσια της αυτοκρατορίας, υπό την κυριαρχία διάφορων ηγεμόνων-σουλτάνων και τη "χαλαρή" επικυριαρχία του σουλτάνου των Μεγάλων Σελτζούκων

Ο πρώτος μεγάλος Σελτζούκος κατακτητής Τογρούλ Μπεγ (1038-1063), με αστραπιαία διείσδυση στο ανατολικό σύνορο του μουσουλμανικού κόσμου, το 1055 κατέλαβε τη Βαγδάτη, διώχνοντας τον τελευταίο εκπρόσωπο της δυναστείας των Μπουιδών (τουρκοπερσικής δυναστείας σιιτών μουσουλμάνων), λαμβάνοντας τον τίτλο του «σουλτάνου». Ο Τογρούλ κατάφερε να επιβληθεί σε μια αχανή έκταση από το σημερινό Αφγανιστάν ώς δυτικά στα ανατολικά σύνορα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας στη σημερινή Αρμενία.

Ο διάδοχος του Τογρούλ Μπεγ, Αλπ Αρσλάν (1063-1073), ξεκίνησε μια σειρά κατακτήσεων με απώτατο στόχο τη διάλυση του Χαλιφάτου των Φατιμιδών της Αιγύπτου, ενώ η εισβολή στην Αρμενία κατέληξε στη βυζαντινή συμφορά στη Μάχη του Μαντζικέρτ το 1071, η οποία μάλλον πραγματοποιήθηκε στα πλαίσια της προσπάθειας αποφυγής πιθανής δημιουργίας βυζαντινοφατιμιδικής συμμαχίας. Το Βυζάντιο όμως δεν εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία δημιουργίας συνασπισμού με τους Φατιμίδες.

Τον Αλπ Αρσλάν διαδέχτηκε ο Μαλίκ Σαχ (1072-1092), επί του οποίου παγιώθηκαν τα θεμέλια για την κυριαρχία των Σελτζούκων στο χώρο της Εγγύς Ανατολής. Παγιώθηκε η κυριαρχία στην Περσία, τη Μεσοποταμία, τη Συρία και την Παλαιστίνη. Την εποχή εκείνη κατακτήθηκε η Ιβηρία (σημερινή Γεωργία) και νικήθηκαν επανειλημμένα τα φύλα των Καραχανιδών Τούρκων, ενώ στη Συρία ιδρύθηκε νέος δυναστικός σελτζουκικός κλάδος από τον αδελφό του σουλτάνου, τον Τουτούς.

Από τους σημαντικότερους διαδόχους του Μαλίκ Σαχ υπήρξε ο Σαντζάρ (1118-1157), που αρχικά σημείωσε σημαντικές στρατιωτικές επιτυχίες κατά των Καραχανιδών στην Υπερωξιανή (Τρανσοξιανή) και κατά των Γαζναβιδών στα σύνορα με τη σημερινή Ινδία. Όμως, από το 1138 αντιμετώπισε πρόβλημα με την απόσχιση της Χορασμίας και τις εισβολές των Καρά-Κιτάι από την κεντρική Ασία, οι οποίοι τον συνέτριψαν το 1141.

Μετά το θάνατο του Σαντζάρ, καταλύθηκε η σελτζουκική κυριαρχία στο Χορασάν, που από το 1194 προσαρτήθηκε από τους διαρκώς ανερχόμενους Χορεσμιανούς Τούρκους. Η σελτζουκική δυναστεία της Συρίας καταλύθηκε το 1117 από τον Ιλγαζί των Ορτοκιδών, ενώ η δυναστεία του Κιρμάν άρχισε να καταρρέει μετά το θάνατο του Τουγρίλ Σαχ.

Τελικά η περιοχή που ήλεγχαν λεηλατήθηκε μέχρι αφανισμού από τους Τουρκομάνους του Χορασάν, το 1185-1187. Παρά ταύτα, σε ένα μέρος της Μικράς Ασίας διατηρήθηκαν ώς τις αρχές του 14ου αιώνα.

Σουλτανάτο του Ρουμ (ή του Ικονίου)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Σουλτανάτο του Ρουμ (με πράσινο) και ο χώρος της Μεσογείου (1180).

Μετά την μάχη του Μαντζικέρτ, πολλές νομαδικές ληστρικές φυλές των Σελτζούκων, οι λεγόμενοι Τουρκομάνοι, εκμεταλλευόμενοι τις εμφύλιες συρράξεις των Βυζαντινών, εισήλθαν στη Μικρά Ασία. Ο Σουλεϊμάν, που έλαβε τον τίτλο του τοπικού σουλτάνου, μέλος της σελτζουκικής δυναστείας, είχε κάποιο στοιχειώδη έλεγχο στην περιοχή, που περιελάμβανε το Βόσπορο δυτικά (απέναντι από την Κωνσταντινούπολη) ώς τη Βόρεια Συρία ανατολικά. Μετά το θάνατο του Σουλεϊμάν (1085 ή 1086), η περιοχή χωρίστηκε σε μικρά κρατίδια υπό τον έλεγχο διάφορων εμίρηδων, μέχρι την άφιξη του γιου του, Κιλίτζ Αρσλάν Α', που εγκατέστησε σχετικά ενιαία διοίκηση με πρωτεύουσα τη Νίκαια. Το σελτζουκικό σουλτανάτο του Ρουμ βρισκόταν σε μόνιμο πόλεμο με τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία.

Κατά την Α' Σταυροφορία και τις εκστρατείες του Αλέξιου Α΄ Κομνηνού και των διαδόχων του, η περιοχή που ήλεγχε το Σουλτανάτο περιορίστηκε στην ενδοχώρα της Μικράς Ασίας και η έδρα του μεταφέρθηκε ανατολικότερα, στο Ικόνιο. Το σουλτανάτο του Ρουμ γνώρισε σχετική ακμή επί Κιλίτζ Αρσλάν Β' (1156-1192), όμως από τα μέσα του 13ου αιώνα έπεσε σε σταδιακή παρακμή, μέχρι που καταλύθηκε το 1308. Από τις αρχές του 14ου αιώνα, τη Μικρά Ασία είχαν κατακλύσει πλήθος τουρκομανικών κρατιδίων (εμιράτων), με κυριότερο αυτό του Οσμάν, που εξελίχθηκε στη μετέπειτα Οθωμανική Αυτοκρατορία στα μέσα του 14ου αιώνα.

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Α. Α. Βασίλιεφ. Τόμος Β'. Μετάφραση Δημοσθένη Σαβράμη. Εκδοτικός Οργανισμός Πάπυρος. Αθήνα 1971
  • Ιστορία του Ελληνικού Έθνους. Τόμος Θ', σελ. 42-49. Η Μικρά Ασία από το 1071 ως το 1204. Εκδοτική Αθηνών. Αθήνα 1972, 2000. ISBN 960-213-105-5.