Σταυροφορίες

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
1099jerusalem.jpg
Σταυροφορίες
Α΄ Σταυροφορία
Σταυροφορία του λαού
Γερμανική Σταυροφορία, 1096
Σταυροφορία του 1101
Β΄ Σταυροφορία
Γ΄ Σταυροφορία
Δ΄ Σταυροφορία
Σταυροφορία των Αλβιγηνών
Σταυροφορία των παιδιών
Ε΄ Σταυροφορία
ΣΤ΄ Σταυροφορία
Ζ΄ Σταυροφορία
Σταυροφορία των βοσκών
Η΄ Σταυροφορία
Θ΄ Σταυροφορία
Σταυροφορία της Αραγωνίας
Σταυροφορία της Αλεξάνδρειας
Σταυροφορία της Νικόπολης
Σταυροφορία των Χουσσιτών
Σταυροφορία της Βάρνας
Βόρειες Σταυροφορίες

Οι Σταυροφορίες ήταν στρατιωτικές επιχειρήσεις με την επιδοκιμασία της Λατινικής Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας κατά το Μέσο και Υστερο Μεσαίωνα. Το 1095 ο Πάπας Ουρβανός Β΄ διακήρυξε την Α΄ Σταυροφορία με δηλωμένο στόχο την αποκατάσταση της πρόσβασης των Χριστιανών στους Άγιους Τόπους, μέσα και γύρω από την Ιερουσαλήμ. Πολλοί ιστορικοί και μερικοί από όσους την εποχή εκείνη συμμετείχαν, όπως ο Αγιος Βερνάρδος του Κλερβό, αποδίδουν την ίδια σημασία σε επικυρωμένες από τον πάπα στρατιωτικές επιχειρήσεις, που πραγματοποιήθηκαν για διάφορους θρησκευτικούς, οικονομικούς και πολιτικούς λόγους, όπως η Σταυροφορία των Αλβιγηνών, η Σταυροφορία της Αραγωνίας, η Reconquista (Ανακατάκτηση της Ιβηρικής Χερσονήσου) και οι Βόρειες Σταυροφορίες. Μετά την Α΄ Σταυροφορία υπήρξε ένας διαλείπων αγώνας 200 ετών για τον έλεγχο των Αγίων Τόπων με έξι μεγάλες σταυροφορίες και πολλές μικρότερες. Το 1291 η σύγκρουση κατέληξε σε αποτυχία, με την πτώση του τελευταίου Χριστιανικού προπύργιου στους Αγίους Τόπους, στην Άκρα, μετά την οποία η Ρωμαιοκαθολική Ευρώπη δεν εκδήλωσε καμία περαιτέρω συνεκτική αντίδραση προς ανατολάς.

Μερικοί ιστορικοί βλέπουν τις Σταυροφορίες ως τμήμα ενός αμυντικού πολέμου κατά της επέκτασης του Ισλάμ στην Εγγύς Ανατολή, άλλοι ως τμήμα μιας μακροχρόνιας σύγκρουσης στα σύνορα της Ευρώπης και άλλοι ως επιθετικές απόπειρες, υπό την ηγεσία του πάπα, επέκτασης της Δυτικής Χριστιανοσύνης. Οι σταυροφορίες προσήλκυσαν άνδρες και γυναίκες όλων των τάξεων. Οι μεγάλες ανθρώπινες απώλειες που τις συνόδευσαν αποδόθηκε κυρίως ότι οφείλονταν στην αταξία, μια επιδημία ερυσιβώδους όλυρας και την οικονομική δυσπραξία. Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία ήταν ανίκανη να ανακαταλάβει τα εδάφη που έχασε κατά τις αρχικές Μουσουλμανικές κατακτήσεις, υπό τους επεκτατικούς χαλίφες των Ρασιντούν και των Ομεϋαδών κατά τους Αραβοβυζαντινούς και τους Βυζαντινοσελτζουκικούς Πολέμους. Οι κατακτήσεις αυτές κατέληξαν στην απώλεια εύφορων γεωργικών εκτάσεων και τεράστιων βοσκοτοπιών στη Μικρά Ασία. Το 1071, μετά από μια συντριπτική νίκη των επιτιθέμενων στρατιών των Σελτζούκων Τούρκων στη Μάχη του Μαντζικέρτ, ο Ουρβανός Β΄ επεδίωξε να επανενώσει τη Χριστιανική εκκλησία υπό την ηγεσία του, παρέχοντας στον Αυτοκράτορα Αλέξιο Α΄ στρατιωτική υποστήριξη.

Εκατοντάδες χιλιάδες Ρωμαιοκαθολικοί Χριστιανοί έγιναν σταυροφόροι δίνοντας δημόσιο όρκο και παίρνοντας συνοδικά συγχωροχάρτια από το Βατικανό. Οι Σταυροφόροι προέρχονταν από διάφορα φεουδαλικά βασίλεια της Δυτικής Ευρώπης, των οποίων τα ιδιαίτερα έθιμα έκαναν να αποτυγχάνει κάθε προσπάθεια δημιουργίας μιας ενιαίας κεντρικής διοίκησης, για να ηγηθεί των σταυροφόρων. Mε εκατοντάδες αριστοκράτες και ευγενείς μεταξύ των σταυροφόρων, με τον καθένα τους να αγωνίζεται για προσωπική φήμη, πλούτο και δόξα, ήταν αδιανόητη και προσβλητική ακόμη και η σκέψη ότι ένας φεουδάρχης θα παραιτείτο των προσωπικών του διαταγών επί των πιστών του ενόπλων σε ένα μόνο διοικητή, ευγενή και ανταγωνιστή του για τη θέση στην αυλή. Αυτή η έλλειψη κεντρικής διοίκησης είχε ως αποτέλεσμα συχνές διενέξεις μεταξύ των φεουδαρχών ευγενών, των εκκλησιαστικών ηγετών και των αυλικών, καταλήγοντας σε πολιτικές φατρίες και μεταβαλλόμενες συμμαχίες, καθώς εκατοντάδες ιδιότροποι φεουδάρχες συνωθούνταν για πολιτικά οφέλη και επιρροή εντός της Σταυροφορίας, πράγμα που πολλές φορές οδηγούσε σε μάλλον περίεργες καταστάσεις, όπως για παράδειγμα τότε που οι σταυροφόροι ένωσαν τις δυνάμεις τους με το στρατό του Ισλαμικού Σουλτανάτου του Ρουμ, κατά την Ε΄ Σταυροφορία.

Εντονες ήταν οι επιπτώσεις των Σταυροφοριών και οι κρίσεις για αυτές ποικίλλουν ευρέως από εγκωμιαστικές μέχρι εξαιρετικά επικριτικές. Ο Τζόναθαν Ρίλεϊ Σμιθ (Αγγλος ιστορικός) αναγνωρίζει τα ανεξάρτητα κράτη που ιδρύθηκαν, όπως το Βασίλειο της Ιερουσαλήμ και τα Σταυροφορικά Κράτη ως τα πρώτα πειράματα της "Υπερπόντιας Ευρώπης". Αυτές οι εκστρατείες ξαναάνοιξαν τη [[Μεσόγειος Θάλασσα|Μεσόγειο}} για το εμπόριο και τα ταξίδια, επιτρέποντας στη Γένοβα και τη Βενετία να ακμάσουν. Οι στρατιές των σταυροφόρων στην πορεία συμμετείχαν στο εμπόριο με τους τοπικούς πληθυσμούς, με τους Ορθόδοξους Βυζαντινούς αυτοκράτορες να οργανώνουν συχνά αγορές για δυνάμεις των Σταυροφόρων που κινούνταν μέσα στα εδάφη τους. Το κίνημα των σταυροφοριών εδραίωσε τη συλλογικλη ταυτότητα της Λατινικής Εκκλησίας υπό την ηγεσία του Πάπα και υπήρξε η πηγή της ιδέας του ηρωισμού, του ιπποτισμού και της μεσαιωνικής ευλάβειας. Αυτό με τη σειρά του γέννησε το μεσαιωνικό ρομαντισμό, φιλοσοφία και λογοτεχνία. Εντούτοις οι σταυροφορίες ενίσχυσαν τη σχέση μεταξύ Δυτικής Χριστιανοσύνης, φεουδαρχίας και μιλιταρισμού, πράγμα αντίθετο με την Ειρήνη και Εκεχειρία του Θεού, που είχε προωθήσει ο Ουρβανός.

Οι σταυροφόροι συχνά λεηλατούσαν τις χώρες, μέσω των οποίων ταξίδευαν με το χαρακτηριστικό μεσαιωνικό τρόπο της τροφοδοσίας ενός μετακινούμενου στρατού. Οι ευγενείς συχνά κρατούσαν για λογαριασμό τους το μεγαλύτερο μέρος των εδαφών που καταλάμβαναν, αντί να το επιστρέψουν στους Βυζαντινούς, όπως είχαν ορκισθεί. Η Σταυροφορία του Λαού οδήγησε στη Ρηνανία σε σφαγή και δολοφονία χιλιάδων Εβραίων. Στα τέλη του 19ου αιώνα το επεισόδιο αυτό χρησιμοποιήθηκε από Εβραίους ιστορικούς για να υποστηρίξουν το Σιωνισμό. Η Δ' Σταυροφορία κατέληξε στη λεηλασία της Κωνσταντινούπολης από τους Ρωμαιοκαθολικούς, τερματίζοντας ουσιαστικά την ευκαιρία επανένωσης της Χριστιανικής Εκκλησίας, αίροντας το Σχίσμα Δύσης-Ανατολής και οδηγώντας στην εξασθένηση και τελική πτώση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας στους Οθωμανούς. Παρόλαυτα πολλοί σταυροφόροι ήταν απλώς φτωχοί, που προσπαθούσαν να γλυτώσουν από τις δυσκολίες της μεσαωνικής ζωής με ένα ένοπλο προσκύνημα που οδηγούσε στην Αποθέωση στην Ιερουσαλήμ.

Οι Σταυροφορίες ξεκίνησαν ως η ιδέα μίας ιερής εκστρατείας από μέρους των Δυτικών (Καθολικών) Χριστιανών, με σκοπό την απελευθέρωση των Αγίων Τόπων (Παλαιστίνη, Ιερουσαλήμ) από τους μουσουλμάνους. Θεωρείται ότι ήταν η απάντηση της Δύσης στον ιερό πόλεμο, ή τζιχάντ, που κατά καιρούς κήρυττε το Ισλάμ. Ο σκοπός των Σταυροφοριών ήταν η κατάκτηση των Αγίων Τόπων και η συντριβή του Ισλάμ. Αφορμές για τις Σταυροφορίες αποτέλεσαν η κακομεταχείριση των προσκυνητών που επισκέπτονταν την Ιερουσαλήμ και η έκκληση του Βυζαντινού αυτοκράτορα ο οποίος δεχόταν ισχυρή πίεση από τους Τούρκους.

Τα στρατεύματα των σταυροφόρων αποκαλούνταν με τίτλους όπως ο στρατός «του σταυρού», «του Χριστού», «του Κυρίου» και «της πίστης». Το σύμβολο του σταυρού ήταν το αναγνωριστικό σημείο των Σταυροφόρων, από το οποίο λάμβαναν και το προσφιλές τους όνομα. Οι Σταυροφόροι ονομάζονταν «οι στρατιώτες του Χριστού», προσκυνητές, λατ. περεγκρίνι, και «οι έχοντες το σημείο του σταυρού», λατ. κρουσισιγκνάτι ή σιγκνατόρες. Η συμμετοχή σε σταυροφορία σήμαινε ότι σταυροφόρος «έπαιρνε τον σταυρό» ή «έπαιρνε το σημείο του σταυρού». Από τους συγχρόνους τους δεν υπήρχε καμία αμφιβολία ότι οι Σταυροφορίες ήταν θεϊκή αποστολή και μάλιστα περιγράφονταν ως «τα Έργα του Θεού, τα οποία επιτελούνταν μέσω των Φράγκων». Όσοι θανατώνονταν κατά τις σταυροφορικές εκστρατείες είχαν το προνόμιο ειδικού συγχωροχαρτιού για τις αμαρτίες που είχαν διαπράξει και θεωρούνταν στη συνείδηση του λαού μάρτυρες. Οι κληρικοί της εποχής προωθούσαν απόψεις όπως ότι οι δίκαιοι δεν έπρεπε να φοβούνται ότι θα τους καταλογιζόταν ως αμαρτία το να σκοτώσουν τον εχθρό του Ιησού Χριστού, ότι ο στρατιώτης του Χριστού μπορεί εκ του ασφαλούς να σκοτώσει και ακόμη περισσότερο να σκοτωθεί και ότι όταν ο στρατιώτης πεθάνει, ωφελεί τον εαυτό του ενώ όταν σφαγιάζει, ωφελεί τον Χριστό. Για τους κληρικούς ήταν αποδεκτό να συμμετέχουν στον πόλεμο εφόσον, όπως αναφέρει ο Θωμάς Ακινάτης, το τρόπαιο δεν θα ήταν εγκόσμια οφέλη αλλά η άμυνα της Εκκλησίας ή των φτωχών και των καταπιεσμένων[1].

Οι σταυροφορίες ξεκινούσαν με απόφαση του εκάστοτε πάπα της Ρώμης και —τουλάχιστον στην αρχή— ήταν πολύ σημαντικά γεγονότα. Συνήθως η κήρυξη μιας Σταυροφορίας συνοδευόταν και από εγκλήματα και διώξεις από απλούς πολίτες κατά των Εβραίων, αρκετές κοινότητες των οποίων βρίσκονταν στη Δυτική Ευρώπη. Ήταν η εύκολη λύση για όσους ήθελαν να εκτονώσουν το θρησκευτικό τους μένος, και για πολλούς άλλους που έβρισκαν την ευκαιρία για κλοπές και καταστροφές. Έγιναν αρκετές σταυροφορίες από τον 11ο αιώνα μ.Χ., μέχρι και το 15ο, οπότε και έγιναν οι τελευταίες σταυροφορίες κατά των Οθωμανών Τούρκων. Η τελευταία αναλαμπή των σταυροφοριών ήταν η Ναυμαχία της Ναυπάκτου το 1571.

Όμως πίσω από τον ενθουσιασμό και τα ιδανικά που υπερασπίζονταν οι σταυροφόροι υπήρχαν βαθύτεροι και λιγότερο ευγενείς σκοποί. Οι σταυροφορίες ξεκίνησαν υποκινούμενες κυρίως από την Καθολική εκκλησία, με σκοπό να επεκτείνει την εξουσία της στην Ανατολή, και να καταφέρει να υποτάξει την εκκλησία της Κωνσταντινούπολης. Παράλληλα πολλοί ηγεμόνες ονειρεύονταν πλούτη, δόξα και περιπέτειες. Ακόμη και οι απλοί άνθρωποι και στρατιώτες που ακολούθησαν είχαν τα δικά τους όνειρα για πλούτη,αναγνώριση και μια καλύτερη ζωή. Οι βυζαντινοί αυτοκράτορες είχαν τα δικά τους σχέδια και προσπάθησαν να στρέψουν τους Σταυροφόρους στην Μικρά Ασία χωρίς μεγάλη επιτυχία. Όλοι όσοι πήραν μέρος άμεσα ή έμμεσα ήθελαν να κερδίσουν κάτι αλλά τα αποτελέσματα των σταυροφοριών άλλαξαν εντελώς διαφορετικά την Ευρώπη από αυτό που περίμεναν.

Η βυζαντινή αυτοκρατορία αποδυναμώθηκε περισσότερο, αναγκαζόμενη να έχει το νου της στη Δύση, αντί να συγκρατεί τους Τούρκους στην Ανατολία,και το αποκορύφωμα ήταν η προσωρινή διάλυσή της από την Δ' Σταυροφορία. Τελικά οι Βυζαντινοί, αναγκαζόμενοι να πολεμούν στα Βαλκάνια, στην Αδριατική και στο Αιγαίο, έχασαν την Μικρά Ασία και κατακτήθηκαν από τους Τούρκους.Η Δ' Σταυροφορία δεν έπληξε μόνο τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, αλλά και την Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία. Η βίαια υποταγή της στη Ρώμη και οι διωγμοί των ορθόδοξων ιερέων στην κυρίως Ελλάδα και την Κύπρο από τους σταυροφόρους έμειναν χαραγμένα στη μνήμη της. Από την άλλη, διωγμοί και σφαγές Λατίνων, απλών ανθρώπων ή ιερέων, από τους Βυζαντινούς, που είχαν συμβεί κάποιες φορές και πριν το 1204 που κυριεύθηκε η Κωνσταντινούπολη από τους Σταυροφόρους αλλά και αρκετές φορές μετά, συνέτειναν στο να μη βλέπουν με καλό μάτι οι Δυτικοί τους Βυζαντινούς. Μάλιστα, η ιδέα μίας σταυροφορίας κατά της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας υπήρξαν εποχές που συζητιόταν αρκετά έντονα στη Δύση.

Για 200 χρόνια οι Άγιοι Τόποι έγιναν πεδίο μαχών αλλά και εμπορίου και πολιτισμικής επαφής.

Οι Άραβες και οι Τούρκοι βελτίωσαν τις τακτικές τους, έμαθαν καινούρια γι' αυτούς όπλα από τους σταυροφόρους, εφηύραν νέα δικά τους και κατάφεραν το 1187 να ανακαταλάβουν την Ιερουσαλήμ, το 1260 να νικήσουν τους Μογγόλους στο Αν Τζαϊλούτ και να καταλάβουν τον Άγιο Ιωάννη της Άκρας από τους Σταυροφόρους το 1291 τερματίζοντας την κυριαρχία των σταυροφόρων στην Ανατολή. Ήδη όμως, το ενδιαφέρον στη Δύση για τις σταυροφορίες είχε εξαντληθεί, και η εποχή των σταυροφοριών τελείωσε και τυπικά.

Οι σταυροφόροι κατέλαβαν την Ιερουσαλήμ το 1099,και ίδρυσαν τις δικές τους ηγεμονίες στην Ανατολή. Η δύναμή τους, όμως, δεν ήταν ποτέ πολύ μεγάλη, καθώς αποτελούσαν την μειοψηφία του πληθυσμού, και σταδιακά βρέθηκαν σε θέση άμυνας. Τους δύο αιώνες που παρέμειναν στην περιοχή επωφελήθηκαν και αυτά που έμαθαν, τα διέδωσαν, σε μικρό ή μεγάλο βαθμό, στις πατρίδες τους. Έμαθαν τον αραβικό πολιτισμό, εκτίμησαν την ιατρική και πολλοί από αυτούς στα κάστρα τους ζούσαν σαν μουσουλμάνοι, φορώντας ανατολίτικα ρούχα, κάνοντας λουτρά και γευόμενοι την ανατολίτικη κουζίνα. Καλλιεργήθηκαν πνευματικά και έγιναν πραγματικοί ευγενείς άρχοντες. Βελτίωσαν και αυτοί με τη σειρά τους τις πολεμικές τους μεθόδους αλλά τελικά εκδιώχθηκαν από την Ανατολή. Ακόμη, ιδρύθηκαν 3 θρησκευτικά-πολεμικά τάγματα που θα επηρέαζαν σε μεγάλο βαθμό την πορεία των σταυροφοριών. Αυτά ήταν το τάγμα των Ναϊτών,το τάγμα των Ιωαννιτών και το τάγμα των Τευτόνων Ιπποτών.Υπήρχαν και άλλα τάγματα όμως αυτά ήταν τα πιο γνωστά διότι ήταν και τα πιο ισχυρά. Όλα τα τάγματα προέρχονταν από όλη την Ευρώπη. Οι Ναίτες φορούσαν άσπρη φορεσιά με κόκκινο σταυρό, οι Ιωαννίτες μαύρη φορεσιά με άσπρο σταυρό και οι Τεύτονες άσπρη φορεσιά με μαύρο σταυρό. Οι περισσότεροι Ιωαννίτες υπήρχαν στο Πριγκιπάτο της Αντιόχειας, οι Ναΐτες στο Βασίλειο της Ιερουσαλήμ ενώ οι Τεύτονες κυρίως στην ανατολική Ευρώπη. Υπήρχαν όμως και άλλοι που πολέμησαν ενάντια των Σαρακηνών.

Ένα πολύ σημαντικό μάθημα ήταν αυτό που πήραν οι βασιλείς. Πριν τις σταυροφορίες, σε όλη σχεδόν τη Δυτική Ευρώπη, οι κόμητες και οι δούκες ήταν αυτοί που είχαν την ουσιαστική εξουσία, και η επιρροή της Καθολικής Εκκλησίας ήταν αδιαμφισβήτητη. Ο βασιλιάς στις περισσότερες χώρες ήταν ένα συμβολικό πρόσωπο με μικρή εξουσία και πολύ λίγα εδάφη. Ζητούσε από τους φεουδάρχες να τον βοηθήσουν σε περίπτωση πολέμου και δεν τους διέταζε. Οι φεουδάρχες ήταν ελεύθεροι να διεξάγουν τους δικούς τους πολέμους, και στην περίπτωση που πολεμούσαν με ένα φεουδάρχη από το ίδιο βασίλειο, ο βασιλιάς έπαιζε απλώς το ρόλο του διαιτητή. Όμως, στην Ανατολή παρατήρησαν τους Βυζαντινούς αυτοκράτορες και τους μουσουλμάνους ηγεμόνες που είχαν απόλυτη και ουσιαστική δύναμη σε ότι αφορούσε τις επικράτειές τους, ακόμη και πάνω στον κλήρο, και θέλησαν να τους μιμηθούν. Αυτό το τελευταίο, οδήγησε στην αποδυνάμωση της επιρροής της Καθολικής Εκκλησίας, που με τον καιρό και με τους λανθασμένους χειρισμούς ορισμένων παπών έχανε όλο και πιο πολύ τη δύναμή της, αλλά και στη δημιουργία των σύγχρονων εθνών. Στην Α' Σταυροφορία όλοι ανεξαιρέτως, από όπου και αν κατάγονταν, έφεραν στο μπράτσο τους τον κόκκινο σταυρό. Στην Γ' Σταυροφορία, οι Γάλλοι έφεραν κόκκινο σταυρό, όσοι ήταν από τη Φλάνδρα και τη Λωραίνη έφεραν πράσινο σταυρό, και οι Άγγλοι άσπρο σταυρό σε κόκκινο φόντο, σημάδι ότι δε συμμετείχαν απλά ως στρατιώτες της Πίστης, αλλά και ότι ο κάθε λαός συμμετείχε υπό τη δική του σημαία.

Oρολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σταυροφορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Μάχη του Αγκερ Σαγκουίνις, μεσαιωνική μινιατούρα

"Σταυροφορία" είναι νεότερος όρος, μετάφραση του Γαλλικού croisade και του Ισπανικού cruzada. Η Γαλλική μορφή της λέξης εμφανίζεται για πρώτη φορά στο L'Histoire des Croisades, γραμμένο από τον Α. ντε Κλερμόν και δημοσιευμένο το 1638. Το 1750 οι διάφορες μορφές της λέξης είχαν καθιερωθεί στα Αγγλικά, Γαλλικά και Γερμανικά. Οι Σταυροφορίες ποτέ δεν ονομάστηκαν έτσι από όσους συμμετείχαν σε αυτές. Οι πρώτοι σταυροφόροι ήταν γνωστοί με διάφορους όρους, όπως fideles Sancti Petri (πιστοί του Αγίου Πέτρου ή milites Christi (ιππότες του Χριστού).

Oπως οι προσκυνητές, όλοι οι σταυροφόροι έδιναν έναν όρκο (votus), που θα εκπληρωνόταν με την επιτυχή άφιξη στην Ιερουσαλήμ, και τους δινόταν ένας πάνινος σταυρός (crux) για να ραφτεί στα ρούχα τους. Αυτή η "παραλαβή του σταυρού", του crux, συνδεόταν τελικά με το όλο εγχείρημα. Θεωρούσαν για τους εαυτούς τους ότι αναλάμβαναν ένα iter, ένα ταξίδι, ή ένα peregrinatio, ένα ένοπλο προσκύνημα. Η έμπνευση για αυτό το "μεσσιανισμό των φτωχών" ήταν η προσδοκώμενη μαζική αποθέωση στην Ιερουσαλήμ.

Αρίθμηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι ιστορικοί θεωρούν ότι μεταξύ 1096 και 1291 έγιναν πέντε μεγάλες Σταυροφορίες και πολλές μικρότερες. Εντούτοις μερικοί θεωρούν την Ε΄ Σταυροφορία του Φρειδερίκου Β΄ ως δύο ξεχωριστές σταυροφορίες. Αυτό θα καθιστούσε τη σταυροφορία που επιχειρήθηκε από το Λουδοβίκος Θ΄ το 1274 Η΄ Σταυροφορία. Εξ άλλου μερικές φορές ακόμη και αυτή η σταυροφορία θεωρείται ως δύο, καταλήγοντας σε μια Θ΄ Σταυροφορία.

Οι Σταυροφορίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τον 20ό αιώνα αναπτύχθηκε μια διευρυμένη άποψη για τις Σταυροφορίες, που περιλαμβάνει όλες τις σχετικές απόπειρες υπό την παπική ηγεσία, τόσο στη Μέση Ανατολή, όσο και στην Ευρώπη. Αυτή λαμβάνει υπόψη την άποψη της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας και σύγχρονων μεσαιωνικών, όπως ο Αγιος Βερνάρδος του Κλερβό, που έδινε την ίδια προτεραιότητα σε συγκρίσιμες πολεμικές εκστρατείες κατά ειδωλολατρών, αιρετικών και σε άλλες που έγιναν για πολιτικούς λόγους. Αυτός ο ευρύτερος ορισμός περιλαμβάνει το διωγμό των αιρετικών στη Νότια Γαλλία, την πολιτική σύγκρουση μεταξύ των Χριστιανών στη Σικελία, τη Χριστιανική ανακατάκτηση της Ισπανίας και την κατάκτηση των ειδωλολατρών στη Βαλτική. Η αντίθετη άποψη είναι ότι οι σταυροφορίες ηταν αμυντικός πόλεμος στη Μέση Ανατολή κατά των Μουσουλμάνων για την απελευθέρωση των Αγίων Τόπων από τη Μουσουλμανική κυριαρχία.

Πολιτικές Σταυροφορίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι πάπες συχνά καλούσαν σε σταυροφορίες για πολιτικούς λόγους και σταυροφορίες εξαγγέλονταν επίσης ως μέσο επίλυσης εσωτερικών διενέξεων μεταξύ Ρωμαιοκαθολικών Χριστιανών. Ο Πάπας Ιννοκέντιος Γ΄ κήρυξε μια σταυροφορία κατά του πολιτικού του αντιπάλου Μάρκβαρντ φον Ανβάιλερ στη Σικελία. Λίγοι μόνο συμμετείχαν και η ανάγκη για σταυροφορία εξέλιπε το 1202, όταν ο Μάρκβαρντ πέθανε. Αυτή θεωρείται γενικά η πρώτη "πολιτική σταυροφορία". Μεταξύ 1232 και 1234 έγινε μια σταυροφορία κατά των χωρικών του Στέντιγκεν, στη βορειοδυτική Γερμανία, που αρνήθηκαν να πληρώσουν τη δεκάτη στον Αρχιεπίσκοπο της Βρέμης. Ο αρχιεπίσκοπος τους αφόρισε και ο Πάπας Γρηγόριος Θ΄ κήρυξε μια σταυροφορία το 1232. Οι χωρικοί έχασαν τη Μάχη του Αλτενες στις 27 Μαίου 1234 και θανατώθηκαν.

O Aυτοκράτορας Φρειδερίκος Β΄ έγινε αντικείμενο πολλών πολιτικών σταυροφοριών από μερικούς πάπες. To 1240 o Πάπας Γρηγόριος Θ΄ τον καθαίρεσε και κήρυξε μια σταυροφορία εναντίον του, για την αντίθεσή του στην Ιταλία. Η από το 1248 σταυροφορία του Πάπα Ιννοκέντιου Δ΄ εναντίον του μεταφέρθηκε το 1250 κατά του γιου του, Κόνραντ Δ΄, όταν πέθανε, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Σταυροφορίες κηρύχθηκαν πάλι κατά του νόθου γιού του Φρειδερίκου, Μάνφρεντ, Βασιλιά της Σικελίας, από το 1255 ως το 1266, και του γιου του Κόνραντ, Κονραντίν, το 1268 με την παρότρυνση του Καρόλου των Ανζού.

Δύο σταυροφορίες εμφανίζονται να έχουν κηρυχθεί εναντίον αντιπάλων του Βασιλιά Ερρίκου Γ΄ της Αγγλίας - η μία από το 1215 ως το 1217 και η άλλη από το 1263 ως το 1265, με την πρώτη να τυγχάνει των προνομίων που είχαν δοθεί στην Ε΄ Σταυρoφορία. Η δεύτερη έφτασε μέχρι το σημείο να αποσταλούν παπικοί αντιπρόσωποι στην Αγγλία με την εξουσία να κηρύξουν σταυροφορία κατά του Σιμόν ντε Μοντφόρ (επαναστάτη κατά του Βασιλιά Ερρίκου Γ΄ της Αγγλίας), αλλά έληξε το 1265 λόγω του θανάτου του Μοντφόρ. Η Σταυροφορία του Νόργουιτς του 1383, που ήταν μια στρατιωτική επιχείρηση με σκοπό να βοηθήσει την πόλη της Γάνδης στον αγώνα της κατά των υποστηρικτών του Αντιπάπα Κλήμη Ζ΄, στην πραγματικότητα ήταν μάλλον μια επέκταση του Εκατονταετούς Πολέμου, παρά μια καθαρά θρησκευτική εκστρατεία.

Μια βασική διαφορά μεταξύ των Σταυροφοριών και άλλων ιερών πολέμων ήταν ότι η έγκριση για τη διεξαγωγή αυτών των πολέμων πρερχόταν άμεσα από τον πάπα, που ισχυριζόταν ότι ενεργούσε για λογαριασμό του Χριστού.

Σαρακηνοί[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εγχρωμο Βυζαντινό χειρόγραφο του 12ου αιώνα, που απεικονίζει Ελληνες Βυζαντινούς να τιμωρούν Σαρακηνούς της Κρήτης τον 9ο αιώνα. Από το Σκυλίτζη της Μαδρίτης.

Πριν το 16ο αιώνα οι λέξεις "Μουσουλμάνος" και "Ισλάμ" χρησιμοποιούντο πολύ σπάνια από τους Ευρωπαίους. Κατά τις Σταυροφορίες ο όρος που χρησιμοποιείτο ευρέως για τους Μουσουλμάνους ήταν Σαρακηνοί. Στα Ελληνικά και Λατινικά αυτός ο όρος είχε παλιόετρη προέλευση από τις αρχές της πρώτης χιλιετίας, οπότε αναφερόταν σε ένα λαό που ζούσε στις έρημικές περιοχές γύρω από τη Ρωμαϊκή επαρχία της Αραβίας, που διέφερε από τους Άραβες. Ο ορος μετεξελίχθηκε περιλαμβάνοντας Αραβικές φυλές και το 12ο αιώνα είχε γίνει εθνικός και θρησκευτικός χαρακτηρισμός, συνώνυμος με τους "Μουσουλμάνους" στη Μεσαιωνική Λατινική λογοτεχνία. Στη μυθιστορία "Ο Βασιλιάς των Ταρ" οι Σαρακηνοί είναι μαύροι, ενώ οι Χριστιανοί είναι πιο ανοιχτόχρωμοι. Το Παλαιογαλλικό ηρωικό ποίημα του 12ου αιώνα Ασμα του Ρολάνδου προχωράει τη σχέση του μαύρου δέρματος με τους Σαρακηνούς ακόμη περισσότερο, καθιστώντας το το μόνο τους εξωτικό χαρακτηριστικό.

Φράγκοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο όρος Φράγκος έχει χρησιμοποιηθεί από πολλούς Ορθόδοξους και Μουσουλμάνους γείτονες των μεσαιωνικών Λατίνων Χριστιανών (και πιο πέρα, όπως στην Ασία) ως γενικό συνώνυμο των Ευρωπαίων από τη Δυτική και Κεντρική Ευρώπη, περιοχές που ακολουθούσαν τις Λατινικές Χριστιανικές τελετές, υπό την εξουσία του Πάπα της Ρώμης. Αλλος όρος με παρόμοια χρήση ήταν "Λατίνοι".

Οι νεότεροι ιστορικοί αναφέρονται συχνά στους Χριστιανούς που ακολουθούσαν το Λατινικό τελετουργικό στην ανατολική Μεσόγειο ως "Φράγκους" ή "Λατίνους", ασχέτως της χώρας προέλευσής τους, ενώ χρησιμοποιούν τις λέξεις Ρωμαίος και Ρουμί για τους Ορθόδοξους Χριστιανούς. Σε πολλά Ελληνικά νησιά οι Καθολικοί αναφέρονται ακόμη ως Φράγκοι, για παράδειγμα στη Σύρο, όπου ομομάζονται Φραγκοσυριανοί, στην Ταϊλάνδη όλοι οι λαοί Ευρωπαϊκής καταγωγής ονομάζονται φάραγκ. Οι Λατίνοι Χριστιανοί που ζουν στη Μέση Ανατολή (ιδιαίτερα στο Λεβάντε είναι γνωστοί ως Φραγκολεβαντίνοι.

Επί της Μογγολικής Αυτοκρατορίας το 13ο και το 14ο αιώνα οι Μογγόλοι χρησιμοποιούσαν τον όρο 'Φράγκοι' για να προσδιορίζουν τους Ευρωπαίους. Ο όρος Φραγκιστάν ("Χώρα των Φράγκων") χρησιμοποείτο από τους Μουσουλμάνους για να αναφέρονται στη Ρωμαιοκαθολική Χριστιανική Ευρώπη και χρησιμοποιείτο για αρκετούς αιώνες στο Ιράν και την Οθωμανική Αυτοκρατορία.

H Mεσογειακή Lingua franca (ή "Φραγκική γλώσσα") ήταν ένα πίτζιν (μια απλουστευμένη εκδοχή μιας γλώσσας που αναπτύσσεται ως μέσο επικοινωνίας ανάμεσα σε δύο ή περισσότερες ομάδες που δεν έχουν κοινή γλώσσα), που μιλιόταν αρχικά από τους Ευρωπαίους Χριστιανούς και τους Μουσουλμάνους του 11ου αιώνα στα λιμάνια της Μεσογείου και έμεινε σε χρήση μέχρι το 19ο αιώνα.

Παραδείγματα παράγωγων λέξεων :

  • Φράγκος στα Ελληνικά
  • Φρενκ στα Τούρκικα
  • αλ-Φαράνι, Αφράνι και Φιρινίγιαχ στα Αραβικά
  • Φαράγκ, Φαραγκί στα Περσικά

Ιστοριογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

... Η ζώή και η εργασία εκατομμυρίων που θάφτηκαν στην Ανατολή θα είχαν αξιοποιηθεί περισσότερο στη βελτίωση της δικιάς τους πατρίδας.

Έντουαρντ Γκίμπον στην Ιστορία της Παρακμής και της Πτώσης της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας

Υποσημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα
  1. Ιστορία της Χριστιανικής Εκκλησίας (History of the Christian Church), του Φίλιπ Σαφ (Philip Schaff), διαθέσιμη στο ίντερνετ εδώ, στον ιστότοπο ccel.org.

Επιπλέον βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Steven Runciman, Ιστορία των Σταυροφοριών,τομ.Α,Β,Γ,μτφρ.Άγγυ Βλαβιανού, εκδ.Γκοβόστης, Αθήνα,2006