Σουλτανάτο του Ρουμ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
سلجوقیان روم
Saljūqiyān-e Rūm
Σουλτανάτο του Ρουμ

1077–1307
Anatoliabeforecrusade.svg

To Σουλτανάτο κατά την εποχή της μεγαλύτερης έκτασής του (λίγο πριν την Α' Σταυροφορία), σημειωμένο με γαλάζιο χρώμα


Πρωτεύουσα Νίκαια
Ικόνιο

Γλώσσες Περσικά (επίσημη)
Τούρκικα (λαϊκή)

Πολίτευμα Σουλτανάτο

Σουλτάνος
- 1060-1077 Σουλεϊμάν Α' Ιμπν Κουτλουμούς
- 1303-1308 Μασούτ Β'

Έκταση 400.000 km²

Το Σουλτανάτο του Ρουμ ή Σελτζουκικό Σουλτανάτο του Ρουμ ήταν ένα Τουρκοπερσικό, Σουνιτικό Μουσουλμανικό κράτος στη Μικρά Ασία από το 1077 ως το 1307, με πρωτεύουσα αρχικά τη Νίκαια (την πρώτη δεκαετία) και αμέσως μετά το Ικόνιο. Καθώς η αυλή του σουλτανάτου είχε μεγάλη κινητικότητα, πόλεις όπως η Καισάρεια και η Σεβάστεια λειτούργησαν επίσης κατά καιρούς ως πρωτεύουσες. Κατά την περίοδο της ακμής του το σουλτανάτο εκτεινόταν στην κεντρική Μικρά Ασία, από τις ακτές της Αττάλειας και της Αλάνυας στη Μεσόγειο νότια μέχρι την περιοχή της Σινώπης στη Μαύρη Θάλασσα. Στα ανατολικά το σουλτανάτο απορρόφησε άλλα Τουρκικά κράτη και έφθασε στη Λίμνη Βαν. Το δυτικότερο όριό του ήταν κοντά στο Ντενιζλί και τις πύλες του Αιγαίου Πελάγους.

Ο όρος "Ρουμ" προέρχεται από την Αραβική λέξη για τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Οι Σελτζούκοι ονόμαζαν έτσι τα εδάφη του σουλτανάτου τους, επειδή θεωρούνταν επί μακρόν "Ρωμαϊκά", δηλαδή Βυζαντινά, από τα Μουσουλμανικά στρατεύματα. Το κράτος ονομάζεται Σουλτανάτο του Ικονίου σε παλαιότερες δυτικές πηγές και ήταν γνωστό ως Τουρκία στους συγχρόνους του.

Το σουλτανάτο εηυμέρησε ιδιαίτερα στα τέλη του 12ου και τις αρχές του 13ου αιώνα, όταν πήρε από τους Βυζαντινούς νευραλγικά λιμάνια στις ακτές της Μεσογείου και της Μαύρης Θάλασσας. Μέσα στη Μικρά Ασία οι Σελτζούκοι ενίσχυσαν το εμπόριο με ένα πρόγραμμα ανέγερσης καραβανσεράι. που διευκόλυνε τη ροή των αγαθών από το Ιράν και την Κεντρική Ασία στα λιμάνια. Την περίοδο αυτή αναπτύχθηκαν ιδιαίτερα ισχυροί εμπορικοί δεσμοί με τους Γενοβέζους. Ο αυξημένος πλούτος επέτρεψε στο σουλτανάτο να απορροφήσει άλλα Τουρκικά κράτη, που είχαν ιδρυθεί στην ανατολική Μικρά Ασία μετά τη Μάχη του Μαντζικέρτ : τους Ντανισμεντίδες, τους Μενγκουτσέκους, τους Σαλτουκίδες και τους Ορτοκίδες. Οι σουλτάνοι των Σελτζούκων αντιστάθηκαν με επιτυχία στην πίεση των Σταυροφοριών αλλά το 1243 υπέκυψαν στους προελαύνοντες Μογγόλους. Οι Σελτζούκοι έγιναν υποτελείς των Μογγόλων, μετά τη μάχη του Κοσέ Ντάγκ, και παρά τις προσπάθειες ικανών διοικητών να διατηρήσουν την ακεραιότητα του κράτους η δύναμη του σουλτανάτου απομειώθηκε κατά το δεύτερο μισό του 13ου αιώνα και είχε εκλείψει τελείως την πρώτη δεκαετία του 14ου.

Τις τελευταίες δεκαετίες του αναδείχθηκε και κυριάρχησε στα εδάφη του Σουλτανάτου ένας αριθμός από πριγκιπάτα ή μπεηλίκια, ανάμεσά τους εκείνο των Οσμανιδών, μεταγενέστερα γνωστών ως Οθωμανών.

Ιδρυση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τη δεκαετία του 1070 μετά τη Μάχη του Μαντζικέρτ ο Σελτζούκος διοικητής Σουλεϊμάν Α' Ιμπν Κουτλουμούς, μακρινός ξάδερφος του Μαλίκ Σαχ και πρώην διεκδικητής του θρόνου της Μεγάλης Αυτοκρατορίας των Σελτζούκων ανέβηκε στην εξουσία στη δυτική Μικρά Ασία. Το 1075 κατέλαβε τις Βυζαντινές πόλεις Νίκαια (Ιζνίκ) και Νικομήδεια (Ιζμίτ). Δύο χρόνια αργότερα αυτοανακηρύχθηκε σουλτάνος ενός ανεξάρτητου Σελτζουκικού κράτους και εγκατέστησε την πρωτεύουσά του στη Νίκαια. Οι εκχριστιανισμένοι απόγονοί του σχετίζονται με τις παραδόσεις που αναφέρονται στην ίδρυση της Μονής Κουτλουμουσίου στο Άγιο Όρος. Οι αρχικές αυτές φιλοχριστιανικές τάσεις σχετίζονται και με την αξιόπιστη μαρτυρία ότι ο Σουλεϊμάν Α' πήρε τον τίτλο του σουλτάνου από τον ίδιο το Βυζαντινό αυτοκράτορα Αλέξιο Α' Κομνηνό, όταν εγκαταστάθηκε στην πρώτη σελτζουκική πρωτεύουσα, τη Νίκαια, το 1080-1081. Ο σουλτάνος των Μεγάλων Σελτζούκων Μαλίκ Σαχ ποτέ δεν αναγνώρισε το «αιρετικό» αυτό κράτος και το ανταγωνίστηκε σκληρά.

Το Σελτζουκικό Σουλτανάτο του Ρουμ το 1190

Ο Σουλεϊμάν υπήρξε γενικά αξιόλογος ηγεμόνας και υιοθέτησε πολιτική προσέγγισης προς τους χριστιανικούς πληθυσμούς, σύντομα όμως οδηγήθηκε σε πόλεμο με τον Μαλίκ Σαχ. Σε σύγκρουση με τον αδελφό του Μαλίκ Σαχ, τον Τουτούς, Σελτζούκο ηγέτη της Συρίας, στην Αντιόχια ηττήθηκε και σκοτώθηκε το 1086, ενώ ο γιος του Σουλεϊμάν, Κιλίτζ Αρσλάν Α', αιχμαλωτίσθηκε. Προσωρινός διάδοχος του Σουλεϊμάν ήταν ο Αμπούλ Κασίμ (1086-1092), που όμως αντιμετώπιζε σοβαρό πρόβλημα διάσπασης του σουλτανάτου από τους διάφορους εμίρηδες, ο πιο σημαντικός εκ των οποίων υπήρξε ο Τζαχάς της Σμύρνης. Οταν ο Μαλίκ Σαχ πέθανε το 1092, ο Κιλίτζ Αρσλάν αφέθηκε ελεύθερος, εγκαταστάθηκε στα πάτρια εδάφη και ανέλαβε επικεφαλής του σουλτανάτου. Στη συνέχεια ηττήθηκε από στρατιώτες της Α΄ Σταυροφορίας και απωθήθηκε στη νοτιοκεντρική Μικρά Ασία, όπου εγκατέστησε το κράτος του με πρωτεύουσα το Ικόνιο. Το 1107 επεκτάθηκε ανατολικά και κατέλαβε τη Μοσούλη, αλλά πέθανε τον ίδιο χρόνο στο Χαλέπι (Βέροια) πολεμώντας το γιο του Μαλίκ Σαχ, Μεχμέτ Ταπάρ, των Μεγάλων Σελτζούκων της Βαγδάτης.

Στο μεταξύ άλλος Ρουμ Σελτζούκος, ο Μελικσάχ (που δεν πρέπει να συγχέεται με τον ομώνυμο σουλτάνο των Μεγάλων Σελτζούκων) κατέλαβε το Ικόνιο το 1110. Το 1116 ο γιος του Κιλίτζ Αρσλάν, Μασούτ Α', (1116-1156), κατέλαβε την πόλη με τη βοήθεια των Ντανισμεντιδών. Η μακρόχρονη βασιλεία του χαρακτηρίζεται από συνεχείς πολέμους με το Βυζάντιο και τους αυτοκράτορες Ιωάννη Β' και Μανουήλ Α' Κομνηνό, καθώς και συνεχείς προσπάθειες συνδιαλλαγής με τους Ντανισμεντίδες Σελτζούκους, αλλά και με τους Σταυροφόρους της βόρειας Συρίας και Παλαιστίνης. Κατά το θάνατό του το 1156 το σουλτανάτο έλεγχε όλη την κεντρική Μικρά Ασία.

Το Σουλτανάτο του Ρουμ (με πράσινο) επί Κιλίτζ Αρσλάν Β' και ο χώρος της Μεσογείου (1180).

Το σουλτανάτο έφτασε σε ιδιαίτερη ακμή επί του γιου του Μασούτ Α΄, Κιλίτζ Αρσλάν Β' (1156-1192), που κατέλαβε τα υπόλοιπα εδάφη γύρω από τη Σεβάστεια και τη Μαλάτεια από τους τελευταίους Ντανισμεντίδες. Το 1161-1162 πραγματοποίησε μεγάλης επιτυχίας διπλωματικό ταξίδι στην Κωνσταντινούπολη που κατέληξε σε συνθήκη με τον Μανουήλ Α'. Οι δύο κυριότερες στρατιωτικές επιτυχίες του Κιλίτζ Αρσλάν Β' ήταν η νίκη στο Μυριοκέφαλο (1176) επί των Βυζαντινών, και η σταδιακή ενσωμάτωση των δύο Ντανισμεντιδικών εμιράτων τα χρόνια 1174-1178. Κατά τα τελευταία χρόνια της βασιλείας του, το σουλτανάτο αντιμετώπισε σοβαρούς κινδύνους λόγω των συνθηκών του Σαλαδίνου με το Βυζάντιο (1184-1185 και 1189-1192), οι οποίες τελικώς δεν υλοποιήθηκαν. Παρά μια προσωρινή κατάληψη του Ικονίου από Γερμανικές δυνάμεις της ς το σουλτανάτο γρήγορα ανέκαμψε και εδραίωσε την εξουσία του.

Το Σουλτανάτο του Ρουμ και τα γύρω κράτη περί το 1200.

Μετά το θάνατο του τελευταίου σουλτάνου των Μεγάλων Σελτζούκων, Τουγκρούλ Γ΄, το 1194, οι Σελτζούκοι του Ρουμ απέμειναν οι μοναδικοί κυβερνώντες εκπρόσωποι της δυναστείας. Ο Καϋχοσρόης Α΄ απέσπασε το Ικόνιο από τους Σταυροφόρους το 1205. Επί της βασιλείας του και εκείνης των δύο διαδόχων του, Καϋκαούς Α΄ και Καϋκοβάδη Α΄, η ισχύς των Σελτζούκων στη Μικρά Ασία έφτασε στο απόγειό της. Το σημαντικότερο επίτευγμα του Καϋχοσρόη ήταν η κατάληψη του λιμανιού της Αττάλειας στις Μεσογειακές ακτές το 1207. Ο γιος του, Καϋκαούς, κατέλαβε τη Σινώπη και κατέστησε υποτελή του την Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας το 1214. Υπέταξε επίσης την Κιλικιακή Αρμενία αλλά το 1218 υποχρεώθηκε να παραδώσει την πόλη του Χαλεπίου στον Αλ Καμίλ. Επόμενος σουλτάνος ήταν ο Καϊκοβάδης Α' (1220-1237), που θεωρείται από τους πιο σημαντικούς ηγέτες του σουλτανάτου. Κατά την εποχή του, το Ικόνιο άρχισε να μεταβάλλεται σε σπουδαίο πολιτιστικό ισλαμικό κέντρο. Ο Καϋκοβάδης συνέχισε να αποσπά εδάφη κατά μήκος των ακτών της Μεσογείου από το 1221 ως το 1225. Σημείωσε μεγάλες στρατιωτικές επιτυχίες στη χερσόνησο της Κριμαίας το 1225 και επιπλέον υπέταξε το εμιράτο της Θεοδοσιούπολης (Ερζερούμ) και σημείωσε μεγάλες νίκες επί των Χορεσμιανών (σε συμμαχία με τους Αγιουβίδες της Αιγύπτου). Όμως η προσπάθειά του να κατακτήσει την Τραπεζούντα (1222), την πρωτεύουσα της ομώνυμης ελληνικής Αυτοκρατορίας, κατέληξε σε αποτυχία. Σύμφωνα με την ποντιακή παράδοση, στην αποτυχία της πολιορκίας συνέβαλε αποφασιστικά μια ξαφνική κακοκαιρία, που προκάλεσε ο πολιούχος της πόλης, Άγιος Ευγένιος. Στα ανατολικά νίκησε τους Μενγκουτσέκους και άρχισε να πιέζει τους Ορτοκίδες.

Πτώση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χαναμπάντ (καραβανσεράι) στο Τσαρντακ (1230)

Ο Καϋχοσρόης Α΄ (1237-1246) άρχισε τη βασιλεία του καταλαμβάνοντας την περιοχή γύρω από το Ντιγιαρμπακίρ αλλά το 1239 αναγκάστηκε να αντιμετωπίσει μια εξέγερση υπό ένα λαοφιλή ιεροκήρυκα ονόματι Μπάμπα Ισάκ. Μετά τρία χρόνια, όταν τελικά κατέστειλε την εξέγερση, το έρεισμα της Κριμαίας είχε χαθεί και το κράτος και ο στρατός του σουλτανάτου είχαν εξασθενήσει. Υπό αυτές τις συνθήκες έπρεπε να αντιμετωπίσει μια πολύ πιο επικίνδυνη απειλή, αυτή των προελαυνόντων Μογγόλων. Οι Μογγολικές δυνάμεις πήραν το Ερζερούμ το 1242 και το 1243 ο σουλτάνος συνετρίβη από τον Μπαϊγιού στη Μάχη του Κόσε Νταγκ (ενός βουνού ανάμεσα στις πόλεις Σεβάστεια και Ερτζινκάν) και οι Σελτζούκοι Τούρκοι αναγκάσθηκαν να δηλώσουν υποταγή στους Μογγόλους και έγιναν υποτελείς τους. Ο ίδιος ο σουλτάνος υποχρεώθηκε να διαφύγει στην Αττάλεια μετά τη μάχη του 1243, όπου πέθανε το 1246, ανοίγοντας μια περίοδο τριμερούς και αργότερα διμερούς βασιλείας, που διήρκεσε μέχρι το 1260.

Το Σελτζουκικό βασίλειο διαμοιράστηκε στους τρεις γιους του Καϋχοσρόη. Ο μεγαλύτερος, Καϋκάους Β΄ (1246-1260), ανέλαβε την εξουσία δυτικά του ποταμού Κιζιλιρμάκ. Οι νεότεροι αδερφοί του, Κιλίτζ Αρσλάν Δ΄ (1248-1265) και Καϋκοβάδης Β΄ (1249-1257) ορίστηκαν να διοικούν τις περιοχές ανατολικά του ποταμού, υπό την κυριαρχία των Μογγόλων. Τον Οκτώβριο του 1256 ο Μπαϊγιού νίκησε τον Καϋκάους Β΄ κοντά στο Ακσαράι και όλη η Μικρά Ασία υποτάχθηκε επίσημα στον Μόγκε Χαν. To 1260 o Καϋκάους Β΄ διέφυγε από το Ικόνιο στην Κριμαία, όπου πέθανε το 1279. Ο Κιλίτζ Αρσλάν Δ΄ εκτελέσθηκε το 1265 και ο Καϋχοσρόης Γ΄ (1265-1284) έγινε κατ' όνομα ηγεμόνας όλης της Μικράς Ασίας, με την πραγματική εξουσία να ασκείται από τους Μογγόλους ή τους σημαίνοντες αντιβασιλείς.

Το παρακμάζον Σουλτανάτο του Ρουμ, υποτελές των Μογγόλων, και τα αναδυόμενα μπεηλίκια, περί το 1300.

Το Σελτζούκικο κράτος είχε αρχίσει να διασπάται σε μικρά εμιράτα (μπεηλίκια), που ολοένα και περισσότερο αποστασιοποιούνταν τόσο από το Μογγολικό όσο και από το Σελτζουκικό έλεγχο. Το 1277, ανταποκρινόμενος σε έκκληση από τη Μικρά Ασία, ο Μαμελούκος σουλτάνος Μπαϊμπάρ΄επέδραμε στη Μικρά Ασία και νίκησε τους Μογγόλους, αντικαθιστώντας τους προσωρινά ως επικυρίαρχος του Σελτζουκικού βασιλείου. Αλλά καθώς οι ντόπιες δυνάμεις που τον είχαν καλέσει δεν ενδιαφέρθηκαν για την υπεράσπιση της χώρας, αναγκάστηκε να επιστρέψει στη βάση του στην Αίγυπτο και η Μογγολική κυριαρχία αποκαταστάθηκε επίσημα και βίαια.

Προς το τέλος της βασιλείας του ο Καϋχοσρόης Γ΄ μπορούσε να ασκεί κυριαρχία μόνο σε περιοχές γύρω από το Ικόνιο. Μερικοί από τους Μπέηδες (περιλαμβανομένων των Οθωμανών στο ξεκίνημά τους) και τους Σελτζούκους κυβερνήτες της Μικράς Ασίας εξακολουθούσαν να αναγνωρίζουν, έστω και κατ' όνομα, την κυριαρχία του σουλτάνου στο Ικόνιο και οι σουλτάνοι συνέχιζαν να αυοαποκαλούνται Φαρεντίν, Περηφάνεια του Ισλάμ. Οταν ο Καϋχοσρόης Γ΄ εκτελέσθηκε το 1284 η Σελτζουκική δυναστεία υπέστη άλλο ένα πλήγμα από εσωτερικές διαμάχες, που κράτησαν μέχρι το 1303, οπότε ο γιος του Καϋκάους Β΄, Μεσούντ Β΄, αυτοανακηρύχθηκε σουλτάνος στην Καισάρεια. Δολοφονήθηκε το 1307, όπως και λίγο αργότερα ο γιος του, Μεσούντ Γ΄. Ενας μακρινός συγγενής της Σελτζουκικής δυναστείας εγκαταστάθηκε προς στιγμήν ως εμίρης του Ικονίου αλλά νικήθηκε και τα εδάφη του καταλήφθηκαν από τους Καραμανίδες το 1328. Η νομισματική σφαίρα επιρροής του σουλτανάτου επέζησε κάπως περισσότερο και Σελτζουκικά νομίσματα, θεωρούμενα γενικά αξιόπιστα, συνέχισαν να χρησιμοποιούνται σε όλο το 14ο αιώνα, μεταξύ άλλων και από τους Οθωμανούς.

Πολιτισμός και κοινωνία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Σελτζουκική δυναστεία του Ρουμ, ως διάδοχος των Μεγάλων Σελτζούκων, βάσιζε την πολιτική, θρησκευτική και πολιτιστική της κληρονομιά στην Περσοϊσλαμική παράδοση, μέχρι του σημείου να δίνουν στους γιους τους Περσικά ονόματα. Αν και Τουρκικής προέλευσης οι Σελτζούκοι του Ρουμ υποστήριζαν την Περσική τέχνη, αρχιτεκτονική και λογοτεχνία, ενώ χρησιμοποιούσαν την Περσική ως γλώσσα της διοίκησης. Εξάλλου σημαντική ήταν επίσης στο Σουλτανάτο η Βυζαντινή επιρροή, καθώς η Ελληνική αριστοκρατία παρέμεινε τμήμα της Σελτζουκικής τάξης των ευγενών και ο τοπικός Ελληνικός πληθυσμός ήταν πολυάριθμος στην περιοχή.

Kιζίλ Κουλέ (Κόκκινος Πύργος) χτισμένος μεταξύ 1221-1226 από τον Καϋκοβάδη στην Αλάνια)

. Στις κατασκευές τους καραβανσεράι, μεντρεσέδων και τζαμιών οι Σελτζούκοι του Ρουμ μετέτρεψαν την Ιρανική Σελτζουκική αρχιτεκτονική των τούβλων και του σοβά στη χρήση της πέτρας. Ανάμεσά τους ιδιαίτερα αξιόλογα είναι τα καραβανσεράι (ή χάνια), που χρησίμευαν ως στάσεις, εμπορικοί σταθμοί και προστασία των καραβανιών και από τα οποία περίπου εκατό κατασκευάσθηκαν κατά την περίοδο των Σελτζούκων της Μικράς Ασίας. Μαζί με τις Περσικές επιρροές, που είχαν αναμφισβήτητη επίδραση, η Σελτζουκική αρχιτεκτονική εμπνεόταν από Χριστιανούς και Μουσουλμάνους Αρμένιους. Ως τέτοια η Μικρασιατική αρχιτεκτονική παρουσιάζει μερικές από τις ξεχωριστές και εντυπωσιακές κατασκευές σε όλη την ιστορία της Ισλαμικής αρχιτεκτονικής. Αργότερα αυτή η Μικρασιατική αρχιτεκτονική θα μεταδιδόταν στο Συριακάυ Δελχί|Σουλτανάτο της Ινδίας]].

Ιντσέ Μιναρέ, μεντρεσές (σχολή) του 13ου αιώνα στο Ικόνιο

.

Ντιρχάμ του Καϋκοσρόη Β΄, κομμένο στη Σεβάστεια, 1240-1241

.

Το μεγαλύτερο καραβανσεράι είναι το χτισμένο το 1229 Σουλτάν Χαν στο δρόμο μεταξύ των πόλεων Ικονίου και Ακσαράι, στην περιοχή του Σουλτάνχανι, από το οποίο πήρε το όνομά της και η πόλη, έκτασης 4 στρεμμάτων. Υπάρχουν δ ύο καραβανσεράι, που φέρουν το όνομα "Σουλτάν Χαν", το άλλο μεταξύ Καισάρειας και Σεβάστειας. Εξάλλου, εκτός από το Σουλτάνχανι, άλλες πέντε πόλεις στην Τουρκία οφείλουν τα ονόματά τους σε καραβανσεράι, που χτίστηκαν εκεί. Αυτές είναι το Αλατσαχάν στο Καγκάλ, το Ντουραχάν, το Χεκίμχάν και το Καντινχανί, καθώς και ο δήμος Ακχάν στη μητροπολιτική περιοχή του Ντενιζλί. Το καραβανσεράι του Χεκιμχαν είναι μοναδικό διαθέτοντας, κάτω από τη συνήθη επιγραφή στα Αραβικά με πληροφορίες σχετικά με το οικοδόμημα, δύο ακόμη επιγραφές στα Αρμενικά και στα Συριακά, καθώς κατασκευάσθηκε από το γιατρό (χεκίμ) του σουλτάνου Καϋκοβάδη Α΄, που πιστεύεται ότι ήταν Χριστιανικής καταγωγής και είχε προσηλυτισθεί στο Ισλάμ. Υπάρχουν άλλες ιδιαίτερες περιπτώσεις, όπως η εγκατάσταση στη θέση Καλεχισάρ (δίπλα σε αρχαία τοποθεσία των Χετταίων) κοντά στην Αλάτσα, ιδρυμένη από το Σελτζούκο διοικητή Χουσαμεντίν Τεμουρλού, που είχε καταφύγει στην περιοχή μετά την ήττα στη Μάχη του Κοσέ Νταγκ και ίδρυσε ένα συγκρότημα αποτελούμενο από κάστρο, μεντρεσέ, οικιστική ζώνη και καραβανσεράι, που αργότερα εγκαταλείφθηκαν γύρω στο 16ο αιώνα. Ολα, εκτός από το καραβανσεράι που παραμένει ανεξερεύνητο, εξερευνήθηκε τη δεκαετία του 1960 από τον ιστορικό τέχνης Οκτάι Ασλαναπά και τα ευρήματα και αριθμός εγγράφων μαρτυρούν την ύπαρξη ενός ζωντανού οικισμού στη θέση αυτή, όπως ένα Οθωμανικό φιρμάνι του 1463, που δίνει εντολή στο διευθυντή του μεντρεσέ να διαμένει όχι στη σχολή αλλά στο καραβανσεράι. Τα ανάκτορα των Σελτζούκων, καθώς και τα στρατεύματά τους, επανδρώνονταν με γκουλάμ, νέους που παίρνονταν από μη Μουσουλμανικές κοινότητες, κυρίως Ελληνες από πρώην Βυζαντινά εδάφη, αν και μια τέτοια πρακτική παραβίαζε το Μουσουλμανικό νόμο. Η πρακτική των Γκουλάμ αποτέλεσε ίσως πρότυπο για το μεταγενέστερο Παιδομάζωμα την εποχή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Σουλτάνοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πολλές φορές, οι σουλτάνοι του Ρουμ εμφανίζονται με διάφορες παραλλαγές στη βιβλιογραφία. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η επίσημη γλώσσα του σουλτανάτου ήταν η περσική, αλλά πολλές φορές χρησιμοποιούνταν και η αραβική (κυρίως για θρησκευτικούς λόγους). Επίσης πολλές βυζαντινές πηγές χρησιμοποιούν μια πιο εξελληνισμένη εκδοχή:

Σουλτάνος Περίοδος Λεπτομέρειες
Σουλεϊμάν Α' Κουτλουμούς 1077-1086 Ιδρυτής του Σουλτανάτου, μετέπειτα εκχριστιανίσθηκε και ίδρυσε τη Μονή Κουτλουμουσίου
Αμπντούλ Κασίμ 1086-1092
Κιλίτζ Αρσλάν Α' 1092-1107 Μετέφερε την έδρα στο Ικόνιο
Μαλίκ Σαχ 1107-1116
Μασουτ Α' 1116-1156
Κιλίτζ Αρσλάν Β' 1156-1192 Μάχη του Μυριοκέφαλου
Καϊχοσρόης Α' 1192-1196
Σουλεϊμάν Β' 1196-1204
Κιλίτζ Αρσλάν Γ' 1204-1205
Καϊχοσρόης Α' 1205-1211 δεύτερη βασιλεία
Καϊκαούς Α' 1211-1220
Καϊκοβάδης Α' 1220-1237
Καϊχοσρόης Β' 1237-1246
Καϊκαούς Β' 1246-1260
Κιλίτζ Αρσλάν Δ' 1248-1265
Καϊκοβάδης Β' 1249-1257
Καϊχοσρόης Γ' 1265-1284
Μασούτ Β' 1284-1296
Καϊκοβάδης Γ' 1298-1302
Μασούτ Β' 1303-1308 δεύτερη βασιλεία

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Ιστορία του Ελληνικού Έθνους. Τόμος Θ'. Αθήνα 1980.
  • Παγκόσμια Ιστορία, Τόμος Β'. Εκδοτική Αθηνών ISBN 960-213-127-6.