Σουλτανάτο του Ρουμ
| سلجوقیان روم Saljūqiyān-e Rūm Σουλτανάτο του Ρουμ |
|||
|---|---|---|---|
|
|
|||
| 1077–1307 |
|
||
|
To Σουλτανάτο κατά την εποχή της μεγαλύτερης έκτασής του (λίγο πριν την Α' Σταυροφορία), σημειωμένο με γαλάζιο χρώμα |
|||
|
|
|||
| Πρωτεύουσα | Νίκαια Ικόνιο |
||
|
|
|||
| Γλώσσες | Περσικά (επίσημη) Τούρκικα (λαϊκή) |
||
|
|
|||
| Πολίτευμα | Σουλτανάτο | ||
|
|
|||
| Σουλτάνος | |||
| - 1060-1077 | Σουλεϊμάν Α' Ιμπν Κουτλουμούς | ||
| - 1303-1308 | Μασούτ Β' | ||
|
|
|||
| Έκταση | 400.000 km² | ||
Το Σουλτανάτο του Ρουμ (δηλαδή των «ρωμαϊκών εδαφών») ήταν ένα σελτζουκικό κράτος που εγκαθιδρύθηκε στην Μικρά Ασία από το 1077 ως το 1307, με έδρα αρχικά την Νίκαια (την πρώτη δεκαετία) και αμέσως μετά το Ικόνιο. Κατά την περίοδο της ακμής του (αρχές 13ου αιώνα) εκτείνονταν από την Αττάλεια νότια ως την Σινώπη βόρεια και από την λίμνη Βαν ανατολικά ως τη Λαοδικεία δυτικά.
Παρά το γεγονός ότι το σελτζουκικό σουλτανάτο των πρώην κτήσεων των Ρωμαίων (δηλ. των Βυζαντινών) στη Μικρά Ασία δεν εξαπλώθηκε σε ιδιαίτερα μεγάλη έκταση σε σχέση με αυτό των Μεγάλων Σελτζούκων, υπήρξε το μακροβιότερο και το συνεκτικότερο από τα σελτζουκικά κράτη, επιτυγχάνοντας υψηλού επιπέδου διοίκηση, καθώς και σημαντικά πολιτιστικά και καλλιτεχνικά επιτεύγματα. Από τα μέσα του 13ου αιώνα δέχτηκε την επικυριαρχία των Ιλχανιδών Μογγόλων της Περσίας ως τις αρχές του 14ου αιώνα, ενώ το διαδέχτηκε η μεγάλη δύναμη των Σελτζούκων στην Εγγύς και Μέση Ανατολή, οι Οθωμανοί.
Ιστορία [Επεξεργασία]
Ιδρυτής του σουλτανάτου υπήρξε ο Σουλεϊμάν Α' Ιμπν Κουτλουμούς, ένας από τους φυλάρχους του Κουτλουμούς, ο οποίος είχε προσπαθήσει να ανεξαρτητοποιηθεί από τον έλεγχο του Αλπ Αρσλάν των Μεγάλων Σελτζούκων και του οποίου οι εκχριστιανισμένοι απόγονοι σχετίζονται με τις παραδόσεις αναφερόμενες στην ίδρυση της Μονής Κουτλουμουσίου στο Άγιο Όρος. Οι αρχικές αυτές φιλοχριστιανικές τάσεις σχετίζονται και με την αξιόπιστη μαρτυρία ότι ο Σουλεϊμάν Α' πήρε τον τίτλο του σουλτάνου από τον ίδιο τον βυζαντινό αυτοκράτορα Αλέξιο Α' Κομνηνό, όταν εγκαταστάθηκε στην πρώτη σελτζουκική πρωτεύουσα, τη Νίκαια, το 1080-1081. Ο σουλτάνος των Μεγάλων Σελτζούκων Μαλίκ Σαχ ποτέ δεν αναγνώρισε το «αιρετικό» αυτό κράτος, το οποίο ανταγωνίστηκε σκληρά.
Ο Σουλεϊμάν υπήρξε γενικά αξιόλογος ηγεμόνας και υιοθέτησε πολιτική προσέγγισης προς τους χριστιανικούς πληθυσμούς, σύντομα όμως οδηγήθηκε σε πόλεμο με τον Μαλίκ Σαχ. Σε σύγκρουση στη Συρία με τον αδελφό του Μαλίκ Σαχ, τον Τουτούς, ηττήθηκε και σκοτώθηκε (1085-1086), ενώ ο γιος του Σουλεϊμάν, Κιλίτζ Αρσλάν Α', αιχμαλωτίσθηκε.
Προσωρινός διάδοχος του Σουλεϊμάν ήταν ο Αμπούλ Κασίμ (1086-1092), που όμως αντιμετώπιζε σοβαρό πρόβλημα διάσπασης του σουλτανάτου από τους διάφορους εμίρηδες, ο πιο σημαντικός εκ των οποίων υπήρξε ο Τζαχάς της Σμύρνης, ο οποίος αντιμετωπίστηκε από τον Κιλίτζ Αρσλάν Α' (1092-1107), που εν τω μεταξύ δραπέτευσε και ανέλαβε επικεφαλής του σουλτανάτου.
Το 1097, κατά την Α' Σταυροφορία, η Νίκαια καταλήφθηκε από τους Βυζαντινούς (όπως και όλα τα δυτικά και νότια μικρασιατικά παράλια), ενώ ο ίδιος ο Κιλίτζ Αρσλάν σκοτώθηκε σε μάχη στο Χαλέπι (Βέροια) με τους Μεγάλους Σελτζούκους της Βαγδάτης (1107).
Ένας από τους διαδόχους, ο Μασούτ Α' (1116-1155), μετέφερε την έδρα του κράτους στο Ικόνιο και η μακρόχρονη βασιλεία του χαρακτηρίζεται από συνεχείς πολέμους με το Βυζάντιο και τους αυτοκράτορες Ιωάννη Β' και Μανουήλ Α' Κομνηνό, καθώς και συνεχείς προσπάθειες συνδιαλλαγής με τους Ντανισμεντίδες Σελτζούκους, αλλά και με τους Σταυροφόρους της βόρειας Συρίας και Παλαιστίνης.
Το σουλτανάτο έφτασε σε ιδιαίτερη ακμή επί Κιλίτζ Αρσλάν Β' (1159-1192). Το 1161-1162 πραγματοποίησε μεγάλης επιτυχίας διπλωματικό ταξίδι στην Κωνσταντινούπολη που κατέληξε σε συνθήκη με τον Μανουήλ Α'. Οι δύο κυριότερες στρατιωτικές επιτυχίες του Κιλίτζ Αρσλάν Β' ήταν η νίκη στο Μυριοκέφαλο (1176) επί των Βυζαντινών, και η σταδιακή ενσωμάτωση των δύο ντανισμεντιδικών εμιράτων τα χρόνια 1174-1178. Κατά τα τελευταία χρόνια της βασιλείας του, το σουλτανάτο αντιμετώπισε σοβαρούς κινδύνους λόγω των συνθηκών του Σαλαδίνου με το Βυζάντιο (1184-1185 και 1189-1192), οι οποίες τελικώς δεν υλοποιήθηκαν.
Η περίοδος των διαδόχων του Κιλίτζ Αρσλάν Β', Καϊχοσρόη (1192-1197) και Ρουκνεντίν Σουλεϊμάν Σαχ (1197-1204), χαρακτηρίζεται από αξιόλογες επεκτάσεις της ισχύος του σουλτανάτου (κατάκτηση Αττάλειας 1207), οι οποίες όμως ήταν σχετικά περιορισμένες. Ορισμένες επιτυχίες παγιώθηκαν επί Καϊκαούς Α' (1211-1220), με τις νίκες επί των Αρμενίων της Κιλικίας (1212-1217) και την κατάληψη της Σινώπης από την Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας. Επόμενος σουλτάνος ήταν ο Καϊκοβάδης Α' (1220-1237), που θεωρείται από τους πιο σημαντικούς ηγέτες του σουλτανάτου. Κατά την εποχή του, το Ικόνιο άρχισε να μεταβάλλεται σε σπουδαίο πολιτιστικό ισλαμικό κέντρο. Σημείωσε μεγάλες στρατιωτικές επιτυχίες στη χερσόνησο της Κριμαίας το 1225 και επιπλέον υπέταξε το εμιράτο της Θεοδοσιούπολης (Ερζερούμ) και σημείωσε μεγάλες νίκες επί των Χορεσμιανών (σε συμμαχία με τους Αγιουβίδες της Αιγύπτου). Όμως η προσπάθειά του να κατακτήσει την Τραπεζούντα (1222), την πρωτεύουσα της ομώνυμης ελληνικής Αυτοκρατορίας, κατέληξε σε αποτυχία. Σύμφωνα με την ποντιακή παράδοση, στην αποτυχία της πολιορκίας συνέβαλε αποφασιστικά μια ξαφνική κακοκαιρία, που προκάλεσε ο πολιούχος της πόλης, Άγιος Ευγένιος.
Η άφιξη των Μογγόλων εισβολέων στην ανατολική Μικρά Ασία το 1242, ανησύχησε ιδιαίτερα το σουλτανάτο του Ρουμ, το οποίο τότε μαστιζόταν από τις εσωτερικές διαμάχες των «μπαμπαήδων». Το 1243, σε συνεργασία με την Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας και άλλους συμμάχους νικήθηκαν από τον Μογγόλο στρατηγό Μαϊκού στην μάχη του Κιοσέ-Νταγ (Σάταλα) και τότε ο σουλτάνος αναγκάστηκε να αναγνωρίσει την επικυριαρχία των Ιλχανιδών Μογγόλων της Περσίας.
Μετά το θάνατο του Καϊχοσρόη (1296) ακολούθησε περίοδος παρακμής και εμφύλιας διαμάχης ανάμεσα σε διαδόχους που είχαν είτε την υποστήριξη του Μογγόλων, είτε τον Βυζαντινών, είτε και των Μαμελούκων της Αιγύπτου.
Τυπικώς, η σελτζουκική δυναστεία του Ρουμ τερματίστηκε ύστερα από εσωτερικές συγκρούσεις το 1307-08, με την πλήρη ενσωμάτωση του σουλτανάτου στην επικράτεια των Ιλχανιδών, οι οποίοι παρέδωσαν τη Μικρά Ασία στις πρώτες δεκαετίες του 14ου αιώνα σε διάφορα τουρκομανικά εμιράτα, από τα οποία το οθωμανικό επικράτησε τελικώς στον ευρύτερο χώρο.
Σουλτάνοι [Επεξεργασία]
Πολλές φορές, οι σουλτάνοι του Ρουμ εμφανίζονται με διάφορες παραλλαγές στη βιβλιογραφία. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η επίσημη γλώσσα του σουλτανάτου ήταν η περσική, αλλά πολλές φορές χρησιμοποιούνταν και η αραβική (κυρίως για θρησκευτικούς λόγους). Επίσης πολλές βυζαντινές πηγές χρησιμοποιούν μια πιο εξελληνισμένη εκδοχή:
| Σουλτάνος | Περίοδος | Λεπτομέρειες |
| Σουλεϊμάν Α' Κουτλουμούς | 1077-1086 | Ιδρυτής του Σουλτανάτου, μετέπειτα εκχριστιανίσθηκε και ίδρυσε τη Μονή Κουτλουμουσίου |
| Αμπντούλ Κασίμ | 1086-1092 | |
| Κιλίτζ Αρσλάν Α' | 1092-1107 | Μετέφερε την έδρα στο Ικόνιο |
| Μαλίκ Σαχ | 1107-1116 | |
| Μασουτ Α' | 1116-1156 | |
| Κιλίτζ Αρσλάν Β' | 1156-1192 | Μάχη του Μυριοκέφαλου |
| Καϊχοσρόης Α' | 1192-1196 | |
| Σουλεϊμάν Β' | 1196-1204 | |
| Κιλίτζ Αρσλάν Γ' | 1204-1205 | |
| Καϊχοσρόης Α' | 1205-1211 | δεύτερη βασιλεία |
| Καϊκαούς Α' | 1211-1220 | |
| Καϊκοβάδης Α' | 1220-1237 | |
| Καϊχοσρόης Β' | 1237-1246 | |
| Καϊκαούς Β' | 1246-1260 | |
| Κιλίτζ Αρσλάν Δ' | 1248-1265 | |
| Καϊκοβάδης Β' | 1249-1257 | |
| Καϊχοσρόης Γ' | 1265-1284 | |
| Μασούτ Β' | 1284-1296 | |
| Καϊκοβάδης Γ' | 1298-1302 | |
| Μασούτ Β' | 1303-1308 | δεύτερη βασιλεία |
Πηγές [Επεξεργασία]
- Ιστορία του Ελληνικού Έθνους. Τόμος Θ'. Αθήνα 1980.
- Παγκόσμια Ιστορία, Τόμος Β'. Εκδοτική Αθηνών ISBN 960-213-127-6.