Ιωάννης Ουνιάδης

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ο Ιωάννης Ουνιάδης

Ο Ιωάννης Ουνιάδης (ουγγρικά: János Hunyadi, λατινικά: Ioannes Corvinus, 1407- 11 Αυγούστου 1456) ήταν σημαίνων πολιτικός και στρατιωτικός του Ουγγρικού Βασιλείου καθώς και Βοεβόδας της Τρανσυλβανίας.

Καταγωγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ουνιάδης γεννήθηκε από οικογένεια ευγενών το 1407. Ήταν γιος του Vojk, που με τη σειρά του ήταν γιος ενός Βλάχου Κνιάζ (πρίγκιπας ή δούκας) από το Βανάτο του Σεβερίν. Η μητέρα του Erzsébet Morzsinay, ήταν κόρη ενός ασήμαντου Βλάχου ευγενούς από την επαρχία της Ουνιάδας, απ' όπου προκύπτει και το όνομα Ουνιάδης. Το επώνυμο "Κορβίνος" {αποδόθηκε πρώτα στον γιό του Ματθία, αλλά χρησιμοποιείται και για τον Ιωάννη), οφείλεται στο κοράκι του οικόσημού του (corvus στα λατινικά) . Μια άποψη κατά την οποία ο Ουνιάδης ήταν Κουμάνος θεωρείται προσπάθεια σπίλωσης από τους εχθρούς του.

Ένας άλλος θρύλος, που πιστεύεται ότι διαδόθηκε διακριτικά από τον ίδιο τον Ουνιάδη, ήταν το ότι πατέρας του ήταν ο Σιγισμούνδος του Λουξεμβούργου, ενώ στην πραγματικότητα ο αληθινός του πατέρας είχε υπηρετήσει υπό τις διαταγές του πρώτου για δυο δεκαετίες. Αυτός ο θρύλος του χρησίμευσε στο να ισχυροποιήσει τη θέση των απογόνων του για τη άνοδο στο θρόνο, στον οποίο δεν μπόρεσε ο ίδιος ποτέ να ανέλθει, παρά τις υπηρεσίες προς την πατρίδα του, γιατί δεν είχε βασιλικό αίμα ούτε ήταν oυγγρικής καταγωγής. Σεβαστός σε όλη την Ευρώπη και αντικείμενο μίσους των Οθωμανών, απέκτησε αντιπάλους και αντίζηλους κατά τη διάρκεια του βίου του. Αν και η βλάχικη καταγωγή ήταν σύνηθες φαινόμενο μεταξύ των Ούγγρων ευγενών της Τρανσυλβανίας, η κουμανική καταγωγή θεωρείτο κηλίδα για τη φήμη καθενός. Ο Ουνιάδης μερικές φορές συγχέεται με τον μεγαλύτερο αδελφό του Γιάνος. Κατά την κομμουνιστική-εθνική αφήγηση της ρουμανικής ιστορίας (εποχή Τσαουσέσκου) ο Ουνιάδης (όπως και άλλοι μη-Ρουμάνοι ήρωες) εθεωρείτο Ρουμάνος και αναφερόταν με το όνομα Iancu de Hunedoara.[1]

Άνοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ενώ ήταν ακόμη νέος, ο Ουνιάδης μπήκε στην ακολουθία του Σιγισμούνδου, ο οποίος εκτίμησε τις ικανότητές του, υπήρξε και δανειστής του βασιλιά σε ορισμένες περιπτώσεις. Τον συνόδεψε στη Φρανκφούρτη, στη διεκδίκηση του στέμματος. Πήρε μέρος στους πολέμους των Χουσιτών το 1420 και το 1437 έδιωξε τους Οθωμανούς από την Σεμενδρία. Γι' αυτές τις υπηρεσίες του δόθηκαν πολλά κτήματα και μια θέση στο βασιλικό συμβούλιο. Το 1438 ο βασιλιάς Αλβέρτος Β' τον έχρισε Βάνο του Σεβερίν, μια επαρχία υποκείμενη σε συνεχείς οθωμανικές επιδρομές .

Μετά τον αιφνίδιο θάνατο του Αλβέρτου το 1439, ο Ουνιάδης, πιστεύοντας ότι η Ουγγαρία είχε ανάγκη από ένα πολεμιστή-βασιλιά, υποστήριξε τον νεαρό βασιλιά της Πολωνίας Βλάντισλαβ Γ' της Βάρνας και έτσι ήρθε σε σύγκρουση με τον Ulrich III του Celje, ο οποίος υποστήριζε τη χήρα και τον ανήλικο γιο του Αλβέρτου, Λαδισλαύο Ε'. Στον εμφύλιο που ακολούθησε, ο Ουνιάδης είχε εξέχοντα ρόλο. Ο Βλάντισλαβ τον αντάμειψε με τη διοίκηση του οχυρού της πόλης του Βελιγραδίου και της Τρανσυλβανίας.

Πρώτες μάχες στα Βαλκάνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το βάρος της αντιμετώπισης του οθωμανικού κινδύνου έπεφτε πλέον πάνω του. Το 1441 ανακούφισε τη Σερβία με τη νίκη του στη Σεμενδρία. Το 1442, κοντά στο Sibiu, εξολόθρευσε μια ογκώδη Οθωμανική δύναμη και επανέφερε τις επαρχίες της Βλαχίας και της Μολδαβίας ως υποτελείς της Ουγγαρίας. Τον Ιούλιο διέλυσε μια τρίτη τουρκική στρατιά κοντά στις Σιδηρές πύλες.

Αυτές οι επιτυχίες κατέστησαν τον Ουνιάδη έναν από τους πιο μισητούς εχθρούς των Οθωμανών και πασίγνωστο σε όλο το χριστιανικό κόσμο. Το τελευταίο ήταν που τον ώθησε να βάλει μπρος μαζί με τον βασιλιά Βλάντισλαβ την διάσημη "μεγάλη εκστρατεία". Ο Ουνιάδης, επικεφαλής της εμπροσθοφυλακής, διέσχισε τα Βαλκάνια από την Πύλη του Τραιανού, κατέλαβε τη Ναϊσσό, νίκησε τρεις Τούρκους Πασάδες και αφού κατέλαβε τη Σόφια, ένωσε τη δύναμή του με αυτή του βασιλιά και νίκησε το Σουλτάνο Μουράτ Β'. Η ανυπομονησία του βασιλιά καθώς και η σφοδρότητα του χειμώνα τον ανάγκασαν να επιστρέψει στη βάση του, έχοντας όμως εκμηδενίσει την ισχύ του Σουλτάνου στις επαρχίες Βοσνία, Ερζεγοβίνη, Σερβία, Βουλγαρία και Αλβανία.

Σύντομα δέχθηκε δελεαστικές προτάσεις από τον Πάπα Ευγένιο Δ', μέσω του παπικού λεγάτου, του δεσπότη της Σερβίας Ντουράντ Βράνκοβιτς και του Γεωργίου Καστριώτη για επανέναρξη των επιχειρήσεων ώστε να επιτευχθεί ο απώτερος σκοπός, η εκδίωξη των Οθωμανών από την Ευρώπη. Όλες οι προετοιμασίες είχαν γίνει όταν έφθασαν, στο βασιλικό στρατόπεδο, απεσταλμένοι του Σουλτάνου με πρόταση δεκαετούς ανακωχής με ευνοϊκούς όρους. Με την προτροπή των Ουνιάδη και Βράνκοβιτς, ο Βλάντισλαβ έκανε δεκτούς τους όρους της ανακωχής.

Μάχη της Βάρνας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δύο μέρες αργότερα ο παπικός λεγάτος έμαθε τα νέα πως ένας Βενετικός στόλος είχε σαλπάρει για το Βόσπορο με σκοπό να εμποδίσει τον Μουράτ να περάσει στην Ευρώπη, αφού συντετριμμένος από τις καταστροφές που είχε υποστεί, εἰχε αποτραβηχτεί στην Ανατολία. Ο λεγάτος υπενθύμισε στο βασιλιά ότι είχε δώσει όρκο να συνδράμει από ξηράς σε περίπτωση που μια δυτική δύναμη επιτιθόταν στους Οθωμανούς από τη θάλασσα και έτσι τον απάλλαξε από τα δεσμά του όρκου προς τον Σουλτάνο. Τον Ιούλιο ο Ουγγρικός στρατός βάδισε προς τη Μαύρη θάλασσα με σκοπό να κινηθεί προς την Κωνσταντινούπολη, συνοδευόμενος από το Βενετικό στόλο .

Ο Βράνκοβιτς όμως, φοβούμενος το μένος του Σουλτάνου σε περίπτωση αποτυχίας, ενημέρωσε το Σουλτάνο για την πρόοδο της χριστιανικής στρατιάς και επίσης εμπόδισε τον Καστριώτη να ενώσει τις δυνάμεις του με τις Ουγγρικές. Φθάνοντας στη Βάρνα οι Ούγγροι ανακάλυψαν πως οι Βενετοί δεν κατάφεραν να περιορίσουν το Μουράτ στην Ασία, ο οποίος είχε έρθει να τους αντιμετωπίσει με τετραπλάσιο στρατό. Στις 10 Νοεμβρίου 1444 έλαβε χώρα η Μάχη της Βάρνας όπου οι οθωμανικές δυνάμεις νίκησαν κατά κράτος τους Ούγγρους, με τον Βλάντισλαβ πέφτει στο πεδίο της μάχης και τον Ουνιάδη μόλις να καταφέρνει να διαφύγει.

Κύριος του βασιλείου της Ουγγαρίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύντομη μοναρχία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 5 Ιουνίου 1445 ο Ουνιάδης εκλέχθηκε κυβερνήτης της Ουγγαρίας, ύστερα από μια αποτυχημένη απόπειρα να μοιρασθεί το κράτος στους Ούγγρους στρατηγούς. Η πρώτη του ενέργεια ήταν να στραφεί κατά του γερμανού βασιλιά Φρειδερίκου Γ', ο οποίος κρατούσε σε ομηρία τον Λαδισλαύου Ε'. Αφού ερήμωσε τη Στυρία, την Καρίνθια, την Καρνιόλα και απείλησε τη Βιέννη, ο Ουνιάδης σύναψε ανακωχή δύο ετών και αποσύρθηκε για να αντιμετωπίσει προβλήματα που είχαν εμφανιστεί αλλού.

Το 1448 έλαβε μια χρυσή αλυσίδα και τον τίτλο του πρίγκηπα από τον πάπα Νικόλαο Ε' και αμέσως μετά ξανάρχισε τον πόλεμο κατά των Οθωμανών. Ηττήθηκε στη διήμερη δεύτερη Μάχη του Κοσόβου, λόγω προδοσίας του ηγεμόνα της Βλαχίας, Νταν, και του Βράνκοβιτς που για άλλη μια φορά απέτρεψε τον Καστριώτη από το να τον ενισχύσει. Επίσης ο Βράνκοβιτς φυλάκισε τον Ουνιάδη στα υπόγεια του κάστρου του Σμεντέροβο, αλλά τον λύτρωσαν οι συμπατριώτες του. Αυτός τακτοποίησε πρώτα κάτι αντιρρήσεις προς το άτομό του από πολιτικούς του αντίπαλους οι οποίοι είχαν βρει ευκαιρία να ξεσπαθώσουν και στη συνέχεια στράφηκε κατά του Σέρβου πρίγκηπα με ορμή και τον ανάγκασε να δεχθεί σκληρούς όρους ειρήνευσης .

Το 1450 παραιτήθηκε από τα μοναρχικά του δικαιώματα για να εκτονώσει την κατάσταση που είχε δημιουργηθεί με τον αυτοκράτορα Φρειδερίκο Γ', αφού είχε συκοφαντηθεί ότι σκόπευε να τον ανατρέψει. Επιστρέφοντας στην Ουγγαρία το 1453 ο Λαδισλαύο τον ονόμασε Κόμη του Beszterce και Αρχιστράτηγο του βασιλείου.

Εκστρατεία στο Βελιγράδι και ο θάνατός του[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εν το μεταξύ το Οθωμανικό πρόβλημα είχε αναζωπυρωθεί και μετά την πτώση της Κωνσταντινούπολης φαινόταν λογικό ο Σουλτάνος Μωάμεθ Β΄ να επιδιώξει την υποδούλωση της Ουγγαρίας. Ο πρὠτος στόχος του ήταν το Βελιγράδι. Ο Ουνιάδης έφθασε στην πολιορκία του Βελιγραδίου στα τέλη του 1455. Με προσωπικά του έξοδα ανεφοδίασε το οχυρό και άφησε ισχυρή φρουρά υπό τις διαταγές του γαμπρού του και του μεγάλου του γιου. Προέβη στη συγκρότηση ενός στολίσκου από 200 κορβέττες και μιας δύναμης ξηράς. Ο βασικός του σύμμαχος ήταν ο Φραγκισκανός ηγούμενος Τζιοβάννι ντα Καπιστράνο, ο οποίος κατάφερε να ξεκινήσει μια σταυροφορία αποτελούμενη κυρίως από χωρικούς .

Στις 14 Ιουλίου 1456 ο στολίσκος του διέλυσε τον Οθωμανικό στόλο. Στις 21 Ιουλίου η φρουρά του Βελιγραδίου απέκρουσε τη λυσσαλέα επίθεση του τουρκικού στρατού της Ρούμελης και ο Ουνιάδης κατεδίωξε τις υποχωρούσες τουρκικές δυνάμεις και μετά από μια σκληρή αλλά σύντομη μάχη κατέλαβε το στρατόπεδό τους. Ο Μωάμεθ έλυσε την πολιορκία και γύρισε στη Κωνσταντινούπολη. Με τη φυγή του Σουλτάνου άρχισε μια 70ετής περίοδος σχετικής ηρεμίας. Δυστυχώς όμως ξέσπασε πανούκλα στο στρατόπεδο του Ουνιάδη, από την οποία προσβλήθηκε και αυτός με συνέπεια να πεθάνει στις 11 Αυγούστου.

Παράδοση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Για αρκετές εθνότητες της περιοχής όπου έζησε ο Ουνιάδης, αποτελεί εθνικό ήρωα.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Petrescu Cristina, Rethinking National Identity after National-Communism? The case of Romania. The European Network for Contemporary History, Άνευ ημερομηνίας.