Σκόπια

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Συντεταγμένες: 42°00′00″N 21°26′00″E / 42°N 21.4333°E / 42; 21.4333

Σκόπια
Γενική άποψη των Σκοπίων.
Γενική άποψη των Σκοπίων.
Τοποθεσία
Σκόπια στον χάρτη: ΠΓΔΜ
Διοίκηση
Χώρα ΠΓΔΜ Π.Γ.Δ.Μ.
Περιφέρεια Σκοπίων
Δήμος Σκοπίων
Γενικές πληροφορίες
Πληθυσμός 467.257 (2002)
Υψόμετρο 262 m
Ιστοσελίδα skopje.gov.mk
Η πέτρινη γέφυρα σύμβολο της πόλης των Σκοπίων
Η σημερινή Εθνική Πινακοθήκη

Τα Σκόπια (Σλαβικά: Скопје, [ˈskɔpje] , Σερβικά: Скопље, Βουλγαρικά: Скопие, Αλβανικά: Shkupi, Τουρκικά: Üsküp) είναι πρωτεύουσα της Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας. Είναι χτισμένη σε υψόμετρο 262 m, εκατέρωθεν του ποταμού Βαρδάρη (Αξιού) στην κυριότερη εμπορική οδό μεταξύ του ποταμού και του πανονικού βαθυπέδου, που διασχίζεται από τη σιδηροδρομική γραμμή Βελιγραδίου-Θεσσαλονίκης. Ιδιαίτερη ανάπτυξη γνώρισαν τα χρόνια της Οθωμανικής αυτοκρατορίας όπου έγιναν πρωτεύουσα του ομώνυμου βιλαετίου της Παλαιάς Σερβίας.O πληθυσμός της πόλης ανέρχεται σε 467.257 κατοίκους.

Σύνοψη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά την αρχαιότητα η πόλη, πιθανότατα ιλλυρικής προέλευσης,[εκκρεμεί παραπομπή] ονομαζόταν Σκοῦπoι (Scupi)[1] και υπήρξε το κυριότερο κέντρο της Δαρδανίας. Το 210 π.Χ. κυριεύθηκε από τον Φίλιππο Ε΄ και στους ρωμαϊκούς χρόνους πέρασε στη κυριαρχία των Ρωμαίων. Την εποχή του Μεγάλου Κωνσταντίνου ήταν πρωτεύουσα της νότια του Σκάρδου Δαρδανίας. Το 520 π.Χ. καταστράφηκε από σεισμούς. Ανoικοδομήθηκε από τον Ιουστινιανό και μετανομάσθηκε Πρώτη. [2]

Τον 7o αι. εγκαταστάθηκαν στην πόλη Σλάβοι και στα τέλη του 13ου αι. αποτέλεσε μέρος του βασιλείου της Σερβίας.

  • «Ο Νικηφόρος Γρηγοράς, βυζαντινός πολυίστορας, φιλόσοφος, θεολόγος, αστρονόμος, από τους σημαντικότερους πνευματικούς άνδρες και ανθρωπιστές του 14ου αι. μαθητής του Θεόδωρου Μετοχίτη και ευνοούμενος του αυτοκράτορα Ανδρόνικου Γ΄ Παλαιολόγου, το 1326 στάλθηκε επικεφαλής διπλωματικής αποστολής στον κράλη της Σερβίας Στέφανο Γ΄ Ούρεση με σκοπό τη σύναψη συμμαχίας με τους Σέρβους, έγραφε το 1330 «..εκείθεν, εις το Σκοπίων πολίχνιον καταλύομεν εν όροις ήδη των Τριβαλλών».[3]

Το 1395 περιήλθε στους Τούρκους, ενώ καταστράφηκε από τους Αυστριακούς το 1689. Απελευθερώθηκε από τους Τούρκους το 1912 και κατελήφθη από τους Βουλγάρους κατά τον Α΄Παγκόσμιο πόλεμο.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αρχαία Εποχή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η θέση των σημερινών Σκοπίων έχει κατοικηθεί τουλάχιστον από το 4.000 π.Χ. Λείψανα Νεολιθικών οικισμών έχουν βρεθεί μέσα στο Φρούριο των Σκοπίων. Ο αρχαιότερος λαός στην Κοιλάδα των Σκοπίων ήταν πιθανώς οι Τριβαλλοί. Αργότερα η περιοχή κατοικήθηκε από τους Παίονες, αλλά τον 3ο αιώνα π.Χ. τα Σκόπια και η γύρω περιοχή δέχθηκαν την εισβολή των Δαρδανών. Η πόλη έγινε πρωτεύουσα της Δαρδανίας, που εκτεινόταν από τη Ναϊσό (σημερινή Νις) μέχρι τη Βιλαζόρα (σημερινό Βέλες) το δεύτερο αιώνα π.Χ. Η Ρωμαϊκή επέκταση προς τα ανατολικά έφερε τα Σκόπια υπό Ρωμαϊκό έλεγχο ως αποικία λεγεωνάριων, κυρίως βετεράνων της Κλαυδιανής Λεγεώνας την εποχή του Δομιτιανού (81–96 μ.Χ.). Εντούτοις, αρκετές λεγεώνες από τη Ρωμαϊκή επαρχία της Μακεδονίας του στρατού του Κράσσου πρέπει να στάθμευαν ήδη εκεί περί το 29–28 π.Χ., πριν συσταθεί η επίσημη αυτοκρατορική διοίκηση. Λίγο αργότερα, έγινε τμήμα της επαρχίας της Μοισίας κατά τη βασιλεία του Αυγούστου. Μετά τη διαίρεση της επαρχίας από τον Δομιτιανό το 86 μ.Χ., τα Σκόπια προήχθησαν σε καθεστώς αποικίας και έγιναν έδρα κυβέρνησης μέσα στη νέα επαρχία της Άνω Μοισίας. Η περιοχή η λεγόμενη Δαρδανία (με την Άνω Μοισία) αποτέλεσε ιδιαίτερη επαρχία από το Διοκλητιανό, με πρωτεύουσα τη Ναϊσό. Το 395, περιήλθε στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία.

Βυζαντινή περίοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα Σκόπια ήταν μάλλον μητροπολιτική έδρα στα μέσα του 5ου αιώνα. Αφότου έγιναν τμήμα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας τα Σκόπια έγιναν σημαντικό τοπικό εμπορικό κέντρο και οχυρό. Ο Βυζαντινός Αυτοκράτορας Ιουστινιανός (527–65) γεννήθηκε στο Ταυρέσιο, μια πόλη περίπου 20 χλμ. νοτιοανατολικά των σημερινών Σκοπίων το 483. Μετά τη σχεδόν ολοκληρωτική καταστροφή των Σκοπιών από σεισμό το 518, ο Ιουστινιανός, σύμφωνα με τον ιστορικό Προκόπιο στο "Περί Κτισμάτων", έχτισε μια νέα πόλη κοντά στη γενέτειρά του Ταυρέσιο και τη Βηδηριανή (που πιστεύεται ότι είναι τα σημερινά χωριά Τάορ και Μπάντερ) στη γόνιμη θέση εισόδου του Ποταμού Λέπενετς στον Αξιό, καθιστώντας τα Σκόπια την πόλη Ιουστινιανή Πρώτη. Στο μεγαλύτερο μέρος των πρώτων μεσαιωνικών χρόνων η πόλη διεκδικείτο τόσο από τους Βυζαντινούς όσο και από τους Βούλγαρους. Από το 972 ως το 992 ήταν πρωτεύουσα της Πρώτης Βουλγαρικής Αυτοκρατορίας, μετά την κατάλυση της οποίας το 1018, έγινε πρωτεύουσα της Βυζαντινής επαρχίας της Βουλγαρίας. Τα Σκόπια ήταν ακμάζον εμπορικό κέντρο αλλά περιέπεσε σε παρακμή μετά το χτύπημα από νέο σεισμό στα τέλη του 11ου αιώνα. Το 1189, η πόλη καταλήφθηκε για λίγο από τους Σέρβους. Τα Σκόπια ήταν πρωτεύουσα της κτήσης του Βούλγαρου φεουδάρχη, κατοπινού Αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Ασέν στα μέσα του 13ου αιώνα. Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία επωφελήθηκε της παρακμής των Σκοπίων για να ξανακερδίσει επιρροή στην περιοχή, αλλά έχασε πάλι τον έλεγχό της, για άλλη μια φορά, το 1282 από το Βασιλιά Στέφανο Ούρο Β΄ Μίλουτιν της Σερβίας. Ο εγγονός του Μίλουτιν, Στέφανος Δουσάν έκανε τα Σκόπια πρωτεύουσά του. Αργότερα, αυτοανακηρύχθηκε Αυτοκράτορας των Σέρβων και των Ελλήνων το 1346, κάνοντας στη συνέχεια τα Σκόπια πρωτεύουσα της Σερβικής Αυτοκρατορίας. Μετά τον ξαφνικό του θάνατο το 1355 τον διαδέχθηκε ο Στέφανος Ούρος Ε΄ της Σερβίας που δεν μπόρεσε να την κρατήσει ενωμένη και διασπάστηκε σε πολλά μικρά πριγκιπάτα. Ο Βουκ Μπράνκοβιτς ήταν ο τελευταίος Σέρβος και Χριστιανός πρίγκιπας που κυβέρνησε τα Σκόπια την περίοδο του μεσαίωνα.[εκκρεμεί παραπομπή]

Οθωμανική Περίοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά την κατάκτηση αρκετών εδαφών στα Βαλκάνια, οι Οθωμανοί Τούρκοι κατέλαβαν και τα Σκόπια το 1392, ξεκινώντας 520 χρόνια Οθωμανικής κυριαρχίας. Οι Οθωμανοί ονόμασαν την πόλη Ουσκούμπ. Αρχικά ίδρυσαν το Σαντζάκι των Σκοπίων με έδρα του την πόλη, που ήταν σημαντική στρατηγικά για περαιτέρω επέκταση στην κεντρική Ευρώπη. Υπό την Οθωμανική εξουσία η πόλη επεκτάθηκε περαιτέρω προς τη θέση συμβολής των ποταμών Σέραβα και Αξιού. Η πόλη γρήγορα απέκτησε μεγάλο Μουσουλμανικό πληθυσμό και ανάλογα άλλαξε η αρχιτεκτονική της. Το 15ο αιώνα, ιδρύθηκαν στην πόλη πολλά χάνια για τους ταξιδιώτες, όπως το Καπάν Αν και το Σουλί Αν. Η περίφημη Πέτρινη Γέφυρα της πόλης επίσης ανακατασκευάσθηκε αυτή την περίοδο και τα λουτρά του Νταούτ Πασά χτίστηκαν στα τέλη του 15ου αιώνα. Την ίδια εποχή, πολλοί Σεφαραδίτες Εβραίοι, εκδιωγμένοι από την Ισπανία το 1492, εγκαταστάθηκαν στα Σκόπια, εμπλουτίζοντας πολιτιστικά την πόλη και ενισχύοντας την εμπορική φήμη της. Με το ξεκίνημα της Οθωμανικής κυριαρχίας ξεφύτρωσαν στην πόλη αρκετά τζαμιά και εκκλησιαστικές γαίες συχνά καταλαμβάνονταν και δίνονταν σε απόστρατους, ενώ και πολλές εκκλησίες με τον καιρό μετατρέπονταν και οι ίδιες σε τζαμιά. Τα Σκόπια καταλήφθηκαν για λίγο το 1689 από τον Αυστριακό Στρατηγό Ενέο Πικολομίνι. Όμως, αυτός και τα στρατεύματά του δεν έμειναν για πολύ, καθώς γρήγορα την πόλη κατέκλυσε πανούκλα που τελικά σκότωσε και τον ίδιο τον Πικολομίνι το Δεκέμβριο του 1689. Υποχωρώντας από την πόλη τα στρατεύματα του Πικολομίνι την πυρπόλησαν, ίσως για να εξαλείψουν την πανούκλα, αν και μερικοί λένε ότι το έκαναν για να εκδικηθούν την Οθωμανική πολιορκία της Βιέννης του 1683. Για τους δύο επόμενους αιώνες το γόητρο των Σκοπίων εξασθένησε και τον 19ο αιώνα ο πληθυσμός τους είχε μειωθεί σε μόλις 10.000 κατοίκους. Το 1873, όμως, η ολοκλήρωση του σιδηρόδρομου Σκοπίων–Θεσσαλονίκης έφερε στην πόλη πολύ περισσότερους ταξιδιώτες και εμπόρους, έτσι ώστε στο γύρισμα του αιώνα είχε ανακτήσει τον παλιό της πληθυσμό των περίπου 30.000. Ήδη, τον 17ο αιώνα, η πόλη των Σκοπίων είχε έναν ποικίλο θρησκευτικά πληθυσμό που περιελάμβανε Ορθόδοξους Χριστιανούς, Μουσουλμάνους, Ρωμαιοκαθολικούς και Εβραίους. Η Ρωμαιοκαθολική Επισκοπή των Σκοπίων είχε θρησκευτικούς ηγέτες ποικίλης προέλευσης, όπως Βοσνιακές, Ιταλικές, Βουλγαρικές και Ελληνικές αδελφότητες, όπως ο Υάκινθος Μακρυποδάρης (1610–1672), που υπήρξε επίσκοπος στα Σκόπια το 17ο αιώνα. Την εποχή εκείνη, τα Σκόπια ήταν πρωτεύουσα του Οθωμανικού βιλαετίου του Κοσόβου. Με τις μεταρρυθμίσεις του Οθωμανικού Ταντζιμάτ (1839–1976) αναπτύχθηκε στην Αυτοκρατορία ο εθνικισμός και το 1870 ιδρύθηκε μια νέα Βουλγαρική Ορθόδοξη Εκκλησία και δημιουργήθηκε η δικιά της ξεχωριστή επισκοπή, βασισμένη, μάλλον, στην εθνική ταυτότητα παρά σε θρησκευτικές αρχές. Ο Χριστιανικός πληθυσμός της επισκοπής των Σκοπίων ψήφισε το 1874 συντριπτικά με 91% υπέρ της προσχώρησης στην Εξαρχία. Το 1893, η Εσωτερική Μακεδονική Επαναστατική Οργάνωση ιδρύθηκε στη Θεσσαλονίκη από ένα μικρό όμιλο αντι-Οθωμανών Μακεδονο-Βούλγαρων επαναστατών, που θεωρούσαν τη Μακεδονία ως χώρα αδιαίρετη και όλους τους κατοίκους της "Μακεδόνες", ανεξάρτητα από τη θρησκεία ή την εθνικότητά τους. Το 1903, πραγματοποιήθηκε από την ΕΜΕΟ μια οργανωμένη εξέγερση κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Το επαναστατικό της δίκτυο στην περιοχή των Σκοπίων δεν ήταν καλά αναπτυγμένο, ενώ σοβαρό πρόβλημα ήταν η έλλειψη οπλισμού. Με την έκρηξη της εξέγερσης οι δυνάμεις των επαναστατών εκτροχίασαν ένα στρατιωτικό τρένο. Στις 3 και 5 Αυγούστου, αντίστοιχα, επιτέθηκαν σε μια Τουρκική μονάδα που φρουρούσε τη γέφυρα στον Αξιό ποταμό και έδωσαν μια μάχη στο μοναστήρι του Αγίου Ιωάννη. Τις επόμενες ημέρες, η ομάδα τους καταδιώχθηκε από Βασιβουζούκους (Τούρκους ατάκτους) και μετακινήθηκε στη Βουλγαρία. Οι Οθωμανοί εκδιώχθηκαν τελικά από την πόλη στις 12 Αυγούστου 1912, όταν 15.000 Αλβανοί βάδισαν κατά των Σκοπίων.

Βαλκανικοί και Παγκόσμιοι Πόλεμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Οθωμανικός στρατός δεν μπορούσε να αντέξει έναντι του ενιαίου μετώπου Μαυροβουνίου, Ελλάδας, Σερβίας και Βουλγαρίας κατά τον Πρώτο Βαλκανικό Πόλεμο. Όταν μερικές βδομάδες αργότερα έφθασαν ενισχύσεις στο Σερβικό βασιλικό στρατό κατά τη μάχη του Κουμάνοβο (50 χλμ. βορειοανατολικά των Σκοπίων), αυτή αποδείχθηκε αποφασιστική για την οριστική αποβολή των Οθωμανών από όλη τη Μακεδονία. Το 1912, το Βασίλειο της Σερβίας κατέλαβε τα Σκόπια και το επίσημο όνομα της πόλης άλλαξε από το Τουρκικό Ουσκούμπ στο Σερβικό Σκόπλιε. Η Συνθήκη του Λονδίνου του 1913, επικύρωσε τη Σερβική εξουσία στη βόρεια Μακεδονία. Τα Σκόπια παρέμειναν υπό την κυριαρχία του Βασιλείου της Σερβίας κατά το Δεύτερο Βαλκανικό Πόλεμο του 1913 όταν το πρώην ενιαίο μέτωπο διασπάστηκε. Μετά την έκρηξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου το 1915, η πόλη καταλήφθηκε από το Βασίλειο της Βουλγαρίας. Το 1918, αποτέλεσε τμήμα του νεοιδρυθέντος Βασιλείου Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων, όπως και παρέμεινε μέχρι το 1941, εκτός από μια σύντομη περίοδο έξι μηνών το 1920, όταν τα Σκόπια ελέγχονταν από το Γιουγκοσλαβικό Κομμουνιστικό Κόμμα. Μια κυρίως ξένη Σερβική εθνική ελίτ επικράτησε επί των υπολοίπων, εφαρμόζοντας μια καταπίεση, άγνωστη επί των προηγούμενων Οθωμανών κυβερνητών. Ακολουθήθηκε μια πολιτική αποβουλγαρισμού και αφομοίωσης. Την εποχή αυτή, τμήμα της τοπικής νεολαίας, που καταπιεζόταν από τους Σέρβους, προσπάθησαν να βρουν ένα ξεχωριστό δρόμο Μακεδονικής εθνικής δράσης. Το 1931, σε μια κίνηση τυπικής αποκεντροποίησης της χώρας, τα Σκόπια ονομάστηκαν πρωτεύουσα της Μπανοβίνας του Βαρδάρη (Αξιού) του Βασιλείου της Γιουγκοσλαβίας. Τον Μάρτιο του 1941, όταν η Γιουγκοσλαβία εισήλθε στον πόλεμο, υπήρξαν τεράστιες αντιπολεμικές διαδηλώσεις στους δρόμους της πόλης. Τα Σκόπια περιήλθαν υπό Γερμανική κατοχή στις 7 Απριλίου 1941 και, αργότερα, καταλήφθηκαν από Βουλγαρικές δυνάμεις. Στο πλαίσιο μιας ευρύτερης επιχείρησης "Βουλγαροποίησης" οι κατοχικές δυνάμεις ίδρυσαν εθνικό θέατρο, βιβλιοθήκη, μουσείο και, για την ανώτατη εκπαίδευση, το Πανεπιστήμιο του Βασιλιά Μπόρις. Στις 11 Μαρτίου 1943, το σύνολο του εβραϊκού πληθυσμού των Σκοπίων (3.286 Εβραίοι) παραδόθηκε από τις κατοχικές δυνάμεις στους Ναζί και εκτοπίσθηκε στους θαλάμους αερίων του στρατοπέδου συγκέντρωσης Τρεμπλίνκα στην κατεχόμενη από τους Γερμανούς Πολωνία, σε πλήρη αντίθεση με τον τρόπο που η Βουλγαρία χειρίσθηκε το δικό της Εβραϊκό πληθυσμό.

Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Μακεδονίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα Σκόπια απελευθερώθηκαν στις 13 Νοεμβρίου 1944 από μονάδες Γιουγκοσλάβων Παρτιζάνων του Μακεδονικού Εθνικού Απελευθερωτικού Στρατού, μαζί με μονάδες του πρόσφατα συμμαχικού Βουλγαρικού Λαϊκού Στρατού (η Βουλγαρία είχε αλλάξει συμμαχία στον πόλεμο τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους). Λίγο αργότερα, τα Σκόπια έγιναν η πρωτεύουσα της νεοιδρυθήσας Λαϊκής Δημοκρατίας της Μακεδονίας. Μέχρι το 1991, τα Σκόπια ήταν πρωτεύουσα της Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας. Η πόλη επεκτάθηκε και ο πληθυσμός αυξήθηκε αυτή την περίοδο από λίγο πάνω από 150.000 το 1945 σε σχεδόν 600.000 στις αρχές της δεκαετίας του 1990. Παραμένοντας ευάλωτη σε φυσικές καταστροφές, η πόλη πλημμύρισε από τον Αξιό Ποταμό το 1962 και στη συνέχεια υπέστη σημαντικές ζημιές από έναν μεγάλο σεισμό μεγέθους 6,1 της κλίμακας Ρίχτερ, ο οποίος σκότωσε πάνω από 1000 ανθρώπους και κατέστησε άστεγους άλλους 120.000, ενώ πολλά πολιτιστικά μνημεία υπέστησαν σοβαρές ζημιές. Μια μεγάλη διεθνής προσπάθεια ανακούφισης είδε την πόλη να ξαναχτίζεται γρήγορα, αν και στην πράξη χάθηκε η περισσότερη παλιά νεοκλασική της γοητεία. Το νέο σχέδιο της πόλης έγινε από τον, τότε, κορυφαίο Ιάπωνα αρχιτέκτονα, Κένζο Τάγκε. Τα ερείπια του παλιού σιδηροδρομικού σταθμού των Σκοπίων, που καταστράφηκε στο σεισμό, παραμένουν σήμερα ως μνημείο για τα θύματα μαζί με ένα παρακείμενο μουσείο. Σχεδόν όλα τα ωραία 18ου και 19ου αιώνα νεοκλασικά κτίρια της πόλης καταστράφηκαν στο σεισμό, μεταξύ τους το Εθνικό Θέατρο και πολλά κυβερνητικά κτίρια, καθώς και το μεγαλύτερο μέρος του Φρουρίου Καλέ. Για τη βοήθεια της ανοικοδόμησης της πόλης, συνέρρευσε στα Σκόπια διεθνής οικονομική βοήθεια. Το αποτέλεσμα, ήταν τα πολλά μοντέρνα (για την εποχή) θηριώδη κτίρια, όπως το κεντρικό ταχυδρομείο και η Εθνική Τράπεζα, καθώς και εκατοντάδες, εγκαταλειμμένα σήμερα, τροχόσπιτα και προκατασκευασμένοι κινητοί οικίσκοι. Ευτυχώς, όπως και σε προηγούμενους, όμως, σεισμούς, το μεγαλύτερο μέρος του παλιού Τουρκικού τομέα της πόλης, επέζησε.

Ανεξαρτησία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα Σκόπια πραγματοποίησαν με σχετική ευκολία τη μετάβαση από πρωτεύουσα της Σοσιαλιστικής Ομόσπονδης Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας σε πρωτεύουσα της σημερινής (2012) Δημοκρατίας της Μακεδονίας. Σήμερα, τα Σκόπια βλέπουν μια ανανέωση σε κτίρια, δρόμους και καταστήματα. Η νέα κυβέρνηση που εξελέγη το 2006, αποκατέστησε το φρούριο Καλέ και σχεδιάζει να ανακατασκευάσει το Κτίριο του Στρατού του 19ου αιώνα, το Παλιό Εθνικό Θέατρο και την Παλιά Εθνική Τράπεζα της Μακεδονίας–όλα κατεστραμμένα στο σεισμό του 1963. Άλλα έργα υπό κατασκευή είναι το Μουσείο "Μακεδονικού Αγώνα", το Αρχαιολογικό Μουσείο της Μακεδονίας, τα Εθνικά Αρχεία της Μακεδονίας, το Συνταγματικό Δικαστήριο και ένα νέο Μουσικό Θέατρο.

Η ανακατασκευή αυτών των κτιρίων και η ανέγερση μνημείων είναι μέρος του προγράμματος Σκόπια 2014, το οποίο αναμένεται να ολοκληρωθεί το 2015. Επίσης, ανακατασκευάζονται και επεκτείνονται το εθνικό στάδιο Αρένα Φίλιππου Β΄ και το Αεροδρόμιο Αλέξανδρος ο Μέγας, της πόλης. Η κυβέρνηση ξεκίνησε το 2010 το πρόγραμμα Σκόπια 2014, το οποίο στοχεύει να δώσει στην πρωτεύουσα μια πιο μνημειακή εμφάνιση. Προγραμμάτισε να ανεγείρει πλήθος αγαλμάτων, συντριβανιών, γεφυρών και μουσείων με κόστος περίπου 500 εκατομμυρίων ευρώ. Το πρόγραμμα αμφισβητήθηκε και οι κριτικές έχουν περιγράψει τα νέα κτίρια-ορόσημα σαν δείγματα αντιδραστικής ιστορικίστικης αισθητικής. Η κυβέρνηση έχει επίσης υποστεί κριτική για το κόστος του και για την έλλειψη αντιπροσώπευσης των εθνικών μειονοτήτων στο σύνολο αγαλμάτων και μνημείων που περιλαμβάνει. Κατηγορείται ότι μετατρέπει τα Σκόπια σε θεματικό πάρκο που θεωρείται εθνικιστικό "κιτς" και έχει κάνει τα Σκόπια παράδειγμα του πώς κατασκευάζονται οι εθνικές ταυτότητες και πώς αυτή η κατασκευή αντανακλάται στον αστικό χώρο. Περίπου 20 κτίρια και πάνω από 40 αγάλματα προγραμματίζεται να κατασκευασθούν ως μέρος του προγράμματος. Το πρόγραμμα θεωρείται από πολλούς[ασαφές] ως σπατάλη πόρων σε μια χώρα με μεγάλη ανεργία και φτώχεια και επίσης επικρίνεται ότι είναι ένας περισπασμός από αυτά τα προβλήματα. Η ΣΔΕΜ, το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης, αντιτίθεται στο πρόγραμμα και έχει ισχυρισθεί ότι τα μνημεία θα μπορούσαν να στοιχίσουν έξι ως δέκα φορές λιγότερο απ'ότι πλήρωσε η κυβέρνηση. Το πρόγραμμα θεωρείται ενταγμένο στην υποτιθέμενη κυβερνητική πολιτική της "αρχαιοποίησης", της προσπάθειας της δημιουργίας μιας νέας εθνικής ταυτότητας βασισμένης στους αρχαίους Μακεδόνες. Η επιλογή του χρόνου του προγράμματος, σε συνέχεια της μη-πρόσκλησης της χώρας στο ΝΑΤΟ λόγω της συνεχιζόμενης διαφωνίας για την ονομασία με την Ελλάδα έχει οδηγήσει στην υπόνοια ότι είναι ένα αντίποινο ή προσπάθεια άσκησης πίεσης στην Ελλάδα. Ο Σαμ Βάκνιν, πρώην σύμβουλος του Νίκολα Γκρούεφσκι, έχει δηλώσει ότι το πρόγραμμα δεν είναι ανθελληνικό ή αντιβουλγαρικό αλλά αντιαλβανικό. Σε μια συνέντευξή του ανέφερε: "η αρχαιοποίηση έχει διπλό σκοπό, να περιθωριοποιήσει τους Αλβανούς και να δημιουργήσει μια ταυτότητα που δεν θα επιτρέψει στους Αλβανούς να γίνουν Μακεδόνες". Το πρόγραμμα στερείτο επίσης απεικονίσεων οποιωνδήποτε Αλβανών στα σχεδιαζόμενα μνημεία. Αυτό, ωστόσο, άλλαξε, με μεταγενέστερη προσθήκη αγαλμάτων των Νετζάτ Αγκόλι, Γιοσίφ Μπαγκέρι και Πιέτερ Μπογκντάνι και την κατασκευή της Πλατείας Σκεντέρμπεη.

Οικονομία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εμπορικό και οικονομικό κέντρο της χώρας, τα Σκόπια αποτελούν σημαντική αγορά γεωργικών (καπνός, κηπευτικά, δημητριακά) και ζωοτεχνικών (μαλλί) προϊόντων και σπουδαίο βιομηχανικό κέντρο με συγκροτήματα ειδών διατροφής, υφαντουργίας, επεξεργασίας καπνού, μεταλλουργίας, υαλουργίας και βυρσοδεψίας. Είναι συγκοινωνιακό κέντρο με εκτεταμένες οδικές και σιδηροδρομικές συνδέσεις με το εσωτερικό της χώρας και με το εξωτερικό, ενώ διαθέτει διεθνές αεροδρόμιο.

Μνημεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ανάμεσα στα μνημεία της ξεχωρίζουν το αρχαίο φρούριο στην παλαιά πόλη, διάφορα μεσαιωνικά μοναστήρια,, ο ναός του Σωτήρα του 17ου αι., το καραβανσεράι (Κουρσουλί Χαν), τυπικό οικοδόμημα τουρκικού ρυθμού, τα τεμένη του σουλτάνου Μουράτ (1430), του Γαζή Ισά Μπέη (15ος αι.), του Μουσταφά (15ος αι.) και του Γιαγιά (αρχές 16ου αι.)[5]Διαθέτει επίσης μουσεία και πινακοθήκες και αρκετά εκπαιδευτικά ιδρύματα, όπως το πανεπιστήμιο των Σκοπίων (1949).

H Πέτρινη Γέφυρα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η γέφυρα θεωρείται σύμβολο των Σκοπίων και είναι το κύριο στοιχείο του θυρεού της πόλης, που με τη σειρά του έχει ενσωματωθεί στη σημαία της πόλης. Η Πέτρινη Γέφυρα συνδέει την Πλατεία Μακεδονίας, στο κέντρο των Σκοπίων με το Παλιό Παζάρι. Η γέφυρα είναι επίσης συχνά γνωστή ως Γέφυρα Δουσάν, από το Στέφανο Ούρος Δ΄ Δουσάν της Σερβίας. Είναι χτισμένη από πέτρα και υποστηρίζεται από υποστηλώματα που συνδέονται με 12 ημικυκλικά τόξα. Η γέφυρα έχει μήκος 214 μέτρα και πλάτος 6 μέτρα. Το φυλάκιο έχει ανακατασκευασθεί πρόσφατα. Η σημερινή Πέτρινη Γέφυρα χτίστηκε πάνω σε Ρωμαικά θεμέλια με την υποστήριξη του Σουλτάνου Μωάμεθ Β΄ του Πορθητή μεταξύ 1451 και 1469. Στη διάρκεια των αιώνων πολλές φορές συχνά υπέστη ζημιές και επισκευάσθηκε. Υπάρχει ιστορική μαρτυρία ότι επλήγη κατά το μεγάλο σεισμό του 1555 που προκάλεσε σοβαρές ζημιές ή κατέστρεψε τέσσερα υποστηλώματα. Το 1944 τοποθετήθηκαν στη γέφυρα εκρηκτικά από τους φασίστες, αλλά όταν απελευθερώθηκαν τα Σκόπια έγινε έγκαιρη απενεργοποίησή τους και η γέφυρα σώθηκε από την καταστροφή. Πολλές εκτελέσεις έχουν γίνει στη γέφυρα, όπως η εκτέλεση του επαναστάτη Δούκα Κάρπου, βοεβόδα του Κουμανόβου, το 1689.

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Smith, William, επιμ. (1854). «Scupi». Dictionary of Greek and Roman Geography. London: Walton and Maberly, Upper Gower Street and Ivy Lane, Paternoster Row; John Murray, Albemarle Street. http://www.perseus.tufts.edu/hopper/text?doc=Perseus%3Atext%3A1999.04.0064%3Aalphabetic+letter%3DS%3Aentry+group%3D8%3Aentry%3Dscupi-geo. 
  2. Εγκυκλοπαίδεια Δομή, τόμ. 27, σ. 21 ISBN 960-8177-79-0
  3. Νικηφόρος Γρηγοράς «Εις Ανδρόνικον Γ΄»
  4. Εγκυκλοπαίδεια Δομή, όπ.π.
  5. Εγκυκλοπαίδεια Δομή, τόμ. 27 σ.21 ISBN 960-8177-79-0