Κόλμαρ Φράιχερ φον ντερ Γκολτς

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ο στρατάρχης Κόλμαρ φον ντερ Γκολτς

Ο Κόλμαρ Φράιχερ φον ντερ Γκολτς (με πλήρες όνομα Wilhelm Leopold Colmar Freiherr von der Goltz) (1843 - 1916), ήταν Πρώσος στρατάρχης και συγγραφέας που είχε λάβει μέρος στον αυστρο-πρωσικό πόλεμο, τον γαλλο-πρωσικό πόλεμο και ακολούθως ως αναδιοργανωτής του οθωμανικού στρατού στον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897, γνωστός και ως Γκολτς Πασάς, όπου διεύθυνε την εναντίον της Ελλάδας εκστρατεία, λαμβάνοντας τον τίτλο του μεσίρη (στρατάρχη), καθώς και στον Α' Π.Π. ως γενικός διοικητής των οθωμανικών δυνάμεων στο μέτωπο της Βαγδάτης.

Σταδιοδρομία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σταδιοδρομία στον πρωσικό στρατό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Θυρεός Πρωσίας

Ο Κόλμαρ φον ντερ Γκολτς, γόνος ευγενούς οικογένειας, γεννήθηκε στην Ανατολική Πρωσία στη σημερινή πόλη Ιβανόφκα το 1843. Σε ηλικία μόλις έξι ετών έχασε τον πατέρα του, λοχαγό του πρωσικού στρατού, όταν πέθανε από χολέρα. Ολοκληρώνοντας τις εγκύκλιες σπουδές του ακολούθησε το στρατιωτικό επάγγελμα και το 1861 φέρεται με τον βαθμό του ανθυπολοχαγού στο πρωσικό πεζικό.
Το 1866 έλαβε μέρος στο αυστροπρωσικό πόλεμο και ακολούθως την περίοδο 1870 - 1871 έλαβε μέρος στον γαλλοοπρωσικό πόλεμο. Με τη λήξη του πολέμου αυτού διορίσθηκε καθηγητής στην αυτοκρατορική στρατιωτική ακαδημία του Πότσδαμ και το 1873 προήχθη στον βαθμό του λοχαγού. Το 1874 τοποθετήθηκε 1ος επιτελικός αξιωματικός του 6ου τμήματος του γενικού επιτελείου ενώ το 1878 κατέχοντας πλέον τον βαθμό του συνταγματάρχη διορίστηκε λέκτορας στο τμήμα Ιστορίας του Πανεπιστημίου του Βερολίνου.

Υπηρεσίες στην Οθωμανική Αυτοκρατορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Θυρεός της Οθ. Αυτοκρατορίας

Μετά τον Ρωσοτουρκικό πόλεμο (1877-1878) και την ατυχή έκβαση που είχε για την Οθωμανική Αυτοκρατορία με την συνομολόγηση της Συνθήκης του Αγίου Στεφάνου ο τότε Σουλτάνος Αμπντούλ Χαμίτ Β' αντιλαμβανόμενος την άμεση ανάγκη της αναδιοργάνωσης και του εκσυγχρονισμού του οθωμανικού στρατού, προκειμένου ν΄ αντιμετωπίσει νέα ρωσική πρόκληση, ζήτησε από το στρατόπεδο των νικητών των μέχρι τότε μεγάλων πολέμων της Ευρώπης, δηλαδή από τον Αυτοκράτορα της Γερμανίας, ειδική στρατιωτική αποστολή για τον παραπάνω σκοπό, καθώς και ανάλογο εξοπλισμό. Το αίτημα εκείνο έγινε αποδεκτό από τον Κάιζερ[1] όπου και αρχηγός της αποστολής ορίστηκε ο Κόλμαρ φον ντερ Γκολτς[2] που μετέβη στην Κωνσταντινούπολη (1883), στην οποία και παρέμεινε για δεκατέσσερα χρόνια, μέχρι το Καλοκαίρι του 1897[3].
Κατά την περίοδο αυτή ο Γκολτς Πασάς, κατά τον τίτλο που του αποδόθηκε, πρόσφερε μεγάλες υπηρεσίες δημιουργώντας τον πρώτο οθωμανικό τακτικό στρατό, εισάγοντας ευρωπαϊκούς στρατιωτικούς βαθμούς ιεραρχίας, αλλά και επιβάλλοντας ομοιόμορφες στολές αξιωματικών και οπλιτών, τους λεγόμενους νιζάμηδες, [εκ της νέας ονομασίας του οθωμανικού στρατού "Ασκέρι ή (Ασακίρ-ι) Νιζαμιγιέ-ι Σαχανέ" (Asakir-i Nizamiye-yi Şahane= Τακτικός Σουλτανικός Στρατός)], διδάσκοντας και εκπαιδεύοντας ταυτόχρονα νέες τακτικές πολέμου όπως της φάλαγγας, αντί της μεσαιωνικής μετωπικής ανάπτυξης που ακολουθούσαν άλλες χώρες, τον αιφνιδιασμό κ.λπ.. Παράλληλα βέβαια είχε αρχίσει και ο ανάλογος στρατιωτικός εξοπλισμός εκ μέρους της Γερμανίας.

Διώξεις και σφαγές Αρμενίων (1894-1896)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Αμπντούλ Χαμίτ ανέλαβε σουλτάνος το 1876, μετά την εκθρόνιση του Αζίζ και λίγους μήνες μετά τον εγκλεισμό του αδελφού του Μουράτ με την δικαιολογία ότι είχε τρελαθεί. Η βασιλεία του ξεκίνησε με λαμπρές προδιαγραφές για παροχή συντάγματος και δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις, όπως ζητούσαν οι Μεγάλες Δυνάμεις, γεγονός που είχε κάνει όλες τις αλλόδοξες μειονότητες να πανηγυρίζουν ως φερόμενες πλέον ισότιμες με τους Οθωμανούς. Το 1878 όταν αποκαλύφθηκε μια απόπειρα απελευθέρωσης του αδελφού του από Έλληνες καθώς και δεύτερη από Τούρκους εύπορους κατοίκους της Πόλης, άρχισε να καταλαμβάνεται από νευρική κατάπτωση, να μη βγαίνει από το ανάκτορό του, και να γίνεται καχύποπτος για οτιδήποτε.
Πολύ σύντομα ο καθένας που γνώριζε κάτι για εναντίον του συνωμοσία γινόταν άμεσα δεκτός λαμβάνοντας και ιδιαίτερη εύνοια. Ένας μάλιστα από τους αστρολόγους του, ο Αμπντούλ Χουντά τον παρακινούσε για το πανισλαμικό κίνημα υπενθυμίζοντάς του ότι είναι ο Χαλίφης όλων των Μωαμεθανών, ενώ ο Ιζζέτ του υποδαύλιζε το μίσος κατά των Αρμενίων.

Σφαγή Αρμενίων στο Ερζερούμ (1895)

Όταν μάλιστα έμαθε για τους τελευταίους ότι μετά την εκ μέρους του αθέτηση παροχής συντάγματος δημιούργησαν αυτονομιστικές οργανώσεις εκπρόσωποι των οποίων κατέφυγαν στο τότε συμβούλιο των Μεγάλων Δυνάμεων, παρακινούμενος και από ξένους πράκτορες έδωσε εντολή για ολοκληρωτικό τέλος του αρμενικού ζητήματος.

Έτσι το 1894 ξεκίνησε ένας μεγάλος διωγμός κατά των Αρμενίων από τον Πόντο μέχρι το Ντιγιάρμπακιρ που κράτησε δύο χρόνια. Τα θύματα από τις σφαγές που προέβαιναν στίφη Κούρδων, Τουρκμάνων αλλά και του νέου τακτικού στρατού υπολογίσθηκαν μέχρι και 300.000. Στα γεγονότα εκείνα οι Γερμανοί στρατιωτικοί σύμβουλοι που βρίσκονταν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, έχοντας την εποπτεία του οθωμανικού στρατού, δεν φέρονται πουθενά ν' αντέδρασαν, φερόμενοι περισσότερο να συνηγόρησαν επ' αυτών. Λαμβάνοντας μάλιστα υπόψη τους μεταγενέστερους χαρακτηρισμούς του Χίτλερ που σε κάποιο λόγο του υπενθύμιζε κολακευτικά τους εκτοπισμούς που εφάρμοζε ο στρατηγός Γκολτς, δεν αποκλείει να ήταν και αυτός υποκινητής εκείνων των σφαγών για τις οποίες ο Αμπτούλ Χαμίτ χαρακτηρίστηκε διεθνώς "ο αιμοσταγής Σουλτάνος".

Ελληνοτουρκικός πόλεμος (1897)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Μάχη του Βελεστίνου (λαϊκή λιθογραφία)

Φυσική συνέπεια των παραπάνω διώξεων και σφαγών ήταν ο φόβος και ο τρόμος που άρχισε να κυριεύει τους χριστιανικούς πληθυσμούς της οθωμανικής αυτοκρατορίας που σε συνδυασμό με τ' αυτονομιστικό πνεύμα της εποχής που διέτρεχε κυρίως τον κεντρικό και νότιο ευρωπαϊκό χώρο επέσπευσαν τις εξεγέρσεις με κυρίαρχη θέση την Κρητική Επανάσταση (1895-1898). Όταν πλέον σημειώθηκε η μεγάλη σφαγή των Χανίων και αναγκάσθηκε η ελληνική κυβέρνηση να δράσει αποφάσισαν οι Μεγάλες Δυνάμεις, θεατές μέχρι τότε επί των γεγονότων, την αυτονόμηση της Κρήτης υπό την υψηλή κυριαρχία του Σουλτάνου. Την απόφαση αυτή απέκρουσε η ελληνική κυβέρνηση προβάλλοντας σθεναρά το αίτημα να διεξαχθεί δημοψήφισμα προκειμένου ο ίδιος ο κρητικός λαός ν' αποφασίσει.
Το αίτημα αυτό δεν έγινε δεκτό από τον Σουλτάνο που υποκινούμενος ιδιαίτερα από τον Κάιζερ, για διασφάλιση οικονομικών συμφερόντων του επί ελληνικών ομολόγων, απεφάσισε μονομερώς την κήρυξη πολέμου, ο επιλεγόμενος Ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1897. Στην εξέλιξη αυτή οι Μεγάλες Δυνάμεις με εξαίρεση την Γερμανία έσπευσαν να διακοινώσουν ότι όποια κι αν θα είναι η έκβαση του πολέμου δεν θα αναγνωριστεί καμία αλλαγή συνόρων. Κατόπιν αυτού η ελληνική κυβέρνηση ορίζοντας αρχιστράτηγο τον τότε διάδοχο Κωνσταντίνο Α' ακολούθησε αυστηρή τακτική άμυνας.

Από πλευράς Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, φαινομενικά, την γενική αρχηγία ανέλαβε ο Ετέμ Πασάς συνεπικουρούμενος ουσιαστικά από τον Κόλμαρ φον ντερ Γκολτς όπου και οι δύο συμμετείχαν προηγουμένως σε επιχειρήσεις κατά των Αρμενίων στην ορεινή περιοχή του Ζεϊτούν στην Κιλικία. Μάλιστα στον φον ντερ Γκολτς είχε ανατεθεί αρχικά η γενική διοίκηση της εκστρατείας, πλην όμως οι απαράδεκτοι όροι που έθεσε μεταξύ των οποίων να μη του γίνει καμία παρέμβαση στην τακτική του παρ' ουδενός ακόμα ούτε και να διατάσσεται από τον Σουλτάνο, ματαίωσαν την ανάληψη, τιθέμενος παρά τον Ετέμ Πασά. Όμως η τακτική που εφήρμοσε, (αυτή που δίδασκε στις γερμανικές στρατιωτικές σχολές και πανεπιστήμια), απέτυχε κυριολεκτικά, όπως συμπεραίνεται αβίαστα εκ του αποτελέσματος της έκβασης.
Ο Κόλμαρ φον ντερ Γκολτς επιχείρησε την εισβολή και κάθοδο στον ελληνικό χώρο αναπτύσσοντας τριπλάσιες δυνάμεις των ελληνικών, τόσο σε πεζικό όσο και σε ιππικό και με διπλάσιο αριθμό πυροβόλων κατανεμημένες σε 6 μεραρχίες, φάλαγγες, με επιπρόσθετη μία μεραρχία ιππικού και μία εφεδρική δύναμη περίπου μισής μεραρχίας. Η διάρκεια της επιχείρησης ήταν ένας μήνας, ξεκίνησε στις 6 Απριλ / 18 Απριλίου (ν.ημερολ) 1897 και έληξε στις 7 Μαΐ / 19 Μαΐου (ν.η.) με συνομολόγηση ανακωχής, Στη διάρκεια αυτή οι καθοδηγούμενες υπό των Γερμανών επιτελών[4] οθωμανικές μεραρχίες το μόνο που κατάφεραν ήταν να καταλάβουν μόνο τη Θεσσαλία προωθούμενες με μεγάλη βραδύτητα, ενώ χρειάστηκε αρκετές φορές να συμπτυχθούν, χωρίς όμως να καταφέρουν ποτέ κυκλοτερή κίνηση σε βάρος ελληνικών δυνάμεων. Το οθωμανικό πυροβολικό είχε μεγαλύτερο βεληνεκές του ελληνικού που θα μπορούσε συνεχώς να το προσβάλει χωρίς το ίδιο να διακινδυνεύει, αυτό όμως δεν συνέβη.

Τελικά εκ του αριθμού των νεκρών και τραυματιών εκατέρωθεν των πλευρών που σχεδόν ήταν ίσος, ενώ αναλογικά θα έπρεπε να ήταν τριπλάσιος ή και τετραπλάσιος των Ελλήνων, τουλάχιστον ως αριθμητική ισορροπία δράσης, αποκαλύπτεται ο θρίαμβος του ελληνικού στρατού που αν και ανεκπαίδευτος έναντι του οθωμανικού, με χωρίς σχεδόν διοικητική μέριμνα ανεφοδιασμών, κατάφερε με επιτυχείς τακτικές υποχώρησης και ανασυγκρότησης κυριολεκτικά να επιβραδύνει τις μεραρχίες του Ετέμ πασά. Βέβαια το ποια θα ήταν η έκβαση αν από την αρχή, ή κατά την διάρκεια των επιχειρήσεων δίδονταν στον ελληνικό στρατό διαταγές επίθεσης αποτελούν μέχρι σήμερα θεωρίες. Παρά ταύτα ο μεν Ετέμ Πασάς έλαβε από τον σουλτάνο τον τίτλο του Γαζή ο δε Γκολτς Πασάς του μουσίρη ή μεσίρη (= στρατάρχη). Τρεις μήνες αργότερα ο μουσίρης Γκολτς επέστρεψε στην Γερμανία όπου και παρέμεινε σε ενεργό υπηρεσία δια τα επόμενα δεκαπέντε χρόνια αναλαμβάνοντας διάφορες ανώτερες διοικήσεις, μέχρι το 1911 όπου και αποστρατεύθηκε κατέχοντας τον βαθμό του στρατάρχη.

Α' Π.Π. - Μέτωπο Βαγδάτης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Πάρνελ, τομ.1ος, σ.234
  2. Στην αποστολή εκείνη συμμετείχαν επίσης οι ανώτεροι Γερμανοί αξιωματικοί: Κάμφεβνερ, Καλάου, ο βαρώνος Μπροκντόρφ, ο Κρουμπίγερ ως Σελίμ Πασάς, ο Χόιζερ Πασάς, ο συνταγματάρχης φον Σόνενμπουργκ, οι ταγματάρχες Φετσάου και ο Ούγγρος κόμης Εδμόνδος Σετσένυ ως Σετσένυ Πασάς καθώς και ο ίλαρχος Μέλερ Χέλε ως Εχμέτ Νουρί Πασάς, όπως σημειώνει ο Τ. Ευαγγελλίδης "Ελληνοτουρκικός πόλεμος" σ.215
  3. Kinnaird Rose σ.156
  4. Κ. Παπαρρηγόπουλος: τ.8ος, σ.92

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • "Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια"
  • Κ. Παπαρρηγόπουλος "Ιστορία του Ελληνικού Έθνους" τομ.9 εκδ.9η Αθήναι, σ.92
  • Πάρνελ "Ιστορία του 20ου Αιώνος", εκδ. Χρυσός Τύπος, τομ.6 Αθήνα
  • Τρύφων Ευαγγελίδης "Ελληνοτουρκικός Πόλεμος" Αθήναι 1897.
  • Kinnaird Rose "1897 Με τους Έλληνες στη Θεσσαλία" εκδ. Κούριερ Εκδοτική, Αθήνα 1997