Κοζάκοι

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Οι Κοζάκοι (Ουκρανικά: козаки́, ρώσικα: казаки́) είναι μία ομάδα κυρίως ανατολικοσλαβικών λαών, που αρχικά ήταν μέλη δημοκρατικών, ημιστρατιωτικών κοινοτήτων που είχαν εγκατασταθεί στη σημερινή Ουκρανία και νότια Ρωσία και κατοικούσαν σε αραιοκατοικημένες περιοχές και νησιά στις λεκάνες του κάτω Δνείπερου[1] και του Ντον και που διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στην ιστορική εξέλιξη αυτών των εθνών. Κοινό χαρακτηριστικό αυτών των λαών ανά τους αιώνες ήταν το φιλοπόλεμο και ατίθασο πνεύμα τους.

Η προέλευση των πρώτων Κοζάκων είναι αντικείμενο διαμάχης. Η παραδοσιακή ιστοριογραφία χρονολογεί την εμφάνιση των Κοζάκων από τον 14ο έως το 15ο αιώνα. Προς τα τέλη του 15ου αιώνα, οι Ουκρανοί Κοζάκοι σχημάτισαν τους Ζαποροζιανούς Κοζάκους που εγκαταστάθηκαν γύρω από τα οχυρωμένα νησιά του Δνείπερου. Αρχικά ήταν υποτελείς στην Πολωνο-Λιθουανική Κοινοπολιτεία, αλλά η αυξανόμενη κοινωνική και θρησκευτική καταπίεση τούς ανάγκασε στα μέσα του 17ου αιώνα να ανακηρύξουν το ανεξάρτητο Ατμανάτο των Κοζάκων ξεκινώντας μία εξέγερση υπό τον Μπογκντάν Χμελνίτσκι. Στη συνέχεια, η περιοχή των Κοζάκων τέθηκε υπό ρωσικό έλεγχο για τα επόμενα 300 χρόνια[2].

Οι Κοζάκοι του Ντον, οι οποίοι είχαν οργανωθεί από το 16ο αιώνα, συμμάχησαν με το Βασίλειο της Ρωσίας. Μαζί ξεκίνησαν μία συστηματική κατάκτηση και εποικισμό εδαφών, προκειμένου να ασφαλίσουν τα σύνορα στο Βόλγα, σ' ολόκληρη τη Σιβηρία, και τους ποταμούς Ουράλη και Τερέκ. Μέχρι το 18ο αιώνα, οι θύλακες των Κοζάκων της Ρωσικής Αυτοκρατορίας λειτουργούσαν ως ζώνες προστασίας στα σύνορά της. Ωστόσο, οι επεκτατικές βλέψεις της αυτοκρατορίας βασίστηκαν στην εξασφάλιση της εμπιστοσύνης των Κοζάκων, η οποία ερχόταν σε αντίθεση με τον παραδοσιακά ανεξάρτητο τρόπο ζωής τους. Το γεγονός αυτό οδήγησε το 17ο και το 18ο αιώνα σε εξεγέρσεις των Κοζάκων, με μεγαλύτερη αυτή του Εμελιάν Πουγκατσιόφ. Σε ακραίες περιπτώσεις, θα μπορούσαν να διαλυθούν ολόκληροι πληθυσμοί Κοζάκων, όπως ήταν η μοίρα των Ζαποροζιανών Κοζάκων το 1775. Μέχρι το τέλος του 18ου αιώνα, οι Κοζάκοι μετατράπηκαν σε μία ειδική κοινωνική τάξη. Υπηρετούσαν ως συνοριακοί φύλακες και τακτικά παρείχαν άνδρες σε συγκρούσεις όπως οι διάφοροι Ρωσοτουρκικοί πόλεμοι.

Κατά τη διάρκεια του Ρωσικού Εμφύλιου Πολέμου, οι περιοχές των Κοζάκων έγιναν κέντρα του αντι-επαναστατικού Λευκού Στρατού, ένα μέρος του οποίου θα αποτελέσει τη Λευκή Μετανάστευση. Ακόμα και οι Κοζάκοι του Ντον και του Κουμπάν σχημάτισαν βραχύβια ανεξάρτητα κράτη στα αντίστοιχα εδάφη τους. Με τη νίκη του Κόκκινου Στρατού, οι Κοζάκοι υπέφεραν από λιμό και από εκτεταμένες καταστολές. Μετά τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης, οι ιδέες και ο τρόπος ζωής των Κοζάκων επανήλθαν στη Ρωσία. Στο Ρωσικό Στρατό υπάρχουν ειδικές μονάδες Κοζάκων, ενώ οι Κοζάκοι έχουν επίσης παράλληλη πολιτική διοίκηση και αστυνομικά καθήκοντα στις περιοχές τους, οι οποίες έχουν καταστεί αναπόσπαστο κομμάτι της σύγχρονης κοινωνίας. Οργανώσεις Κοζάκων υπάρχουν στο Καζακστάν, την Ουκρανία και άλλες χώρες.

Ονομασία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το ετυμολογικό λεξικό Vassmer ανιχνεύει το όνομα στην παλαιά ανατολική σλάβικη λέξη козакъ, η οποία προέρχεται από τη λέξη των Κουμάνων kаzаk, που σήμαινε ο ελεύθερος άνθρωπος, και ιδιαίτερα ένα άτομο που δεν μπορούσε να βρει την κατάλληλη θέση του στην κοινωνία και πήγε στις στέππες, όπου δεν αναγνώριζε καμία εξουσία. Αναφέρεται για πρώτη φορά σε ένα λεξικό του 13ου αιώνα[3]. Το εθνώνυμο Καζάκος είναι από την ίδια τούρκικη ρίζα[4][5][6].

Τα πρώτα χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ιδανική εικόνα Κοζάκου στην Ουκρανική λαογραφία.

Είναι ασαφές το πότε άρχισε η εγκατάσταση των Σλάβων στον κάτω ρου των μεγάλων ποταμών, όπως του Ντον και του Δνείπερου. Πάντως θεωρείται απίθανο να είχε συμβεί πριν το 13ο αιώνα. Επίσης είναι γνωστό ότι κληρονόμησαν έναν τρόπο ζωής που ήδη προϋπήρχε καιρό πριν, σε λαούς όπως οι τουρκικής καταγωγής Κουμάνοι.

Είναι πολύ πιθανό οι πρώτες ομάδες "Πρωτο-Κοζάκων" να εμφανίστηκαν στα εδάφη της σημερινής Ουκρανίας στα μέσα του 13ου αιώνα, καθώς η επιρροή της Χρυσής Ορδής γινόταν όλο και πιο αδύναμη. Άλλες μη επικρατούσες θεωρίες έχουν αποδόσει την πρώτη εμφάνιση των Κοζάκων στον δέκατο αιώνα[7]. Μερικοί ιστορικοί ισχυρίζονται ότι οι Κοζάκοι ήταν μικτής εθνικής καταγωγής, ως απόγονοι Ρώσων, Ουκρανών, Πολωνών, Τούρκων, Τατάρων και άλλων λαών που εγκαταστάθηκαν ή πέρασαν από τη μεγάλη στέπα[8]. Ωστόσο ορισμένοι τουρκολόγοι υποστηρίζουν ότι οι Κοζάκοι είναι απόγονοι των ιθαγενών Κουμάνων της Ουκρανίας, που ζούσαν εκεί πολύ καιρό πριν από την εισβολή των Μογγόλων[9].

Εν μέσω της αυξανόμενων εξουσιών της Μόσχας και της Λιθουανίας, εμφανίστηκαν στην περιοχή νέες πολιτικές οντότητες όπως η Μολδαβία και το Χανάτο της Κριμαίας. Για διάφορους λόγους, οι ιστορικές αναφορές για τους Κοζάκους πριν από τον 16ο αιώνα είναι πενιχρές. Είναι όμως γνωστό ότι, το 1380, Κοζάκοι του Ντον έδωσαν μία εικόνα της Παναγίας στον Ντμίτρι Ντονσκόι.

Τον 15ο αιώνα, η κοινωνία των Κοζάκων περιγράφηκε ως μία χαλαρή ομοσπονδία ανεξάρτητων κοινοτήτων, που συχνά σχημάτιζαν τοπικούς στρατούς, εντελώς ανεξάρτητη από τα γειτονικά κράτη (Πολωνία, Μεγάλο Δουκάτο της Μόσχας, Χανάτο της Κριμαίας). Σύμφωνα με τον ιστορικό Μιχαήλο Χρουσέβσκι, η πρώτη αναφορά Κοζάκων θα μπορούσε να χρονολογηθεί στον 14ο αιώνα, ωστόσο ήταν είτε τουρκικής είτε απροσδιόριστης προέλευσης. Οι Κοζάκοι ήταν ένα είδος αυτοαμυνόμενων σχηματισμών, οργανωμένων ενάντια στις διάφορες επιδρομές που διεξήγαγαν οι γείτονες[10]. Ήδη το 1492 ο Χαν της Κριμαίας παραπονέθηκε ότι Κοζάκοι επιτέθηκαν στο πλοίο του κοντά στην πόλη Τιγκίνα και ο Μέγας Δούκας της Λιθουανίας, Αλέξανδρος Α', υποσχέθηκε να βρει τον ένοχο μεταξύ των Κοζάκων. Κάποια στιγμή στις αρχές του 16ου αιώνα εμφανίστηκε μία παλιά ουκρανική μπαλάντα για έναν Κοζάκο κοντά στην Κίλιγια.

Μέχρι το 16ο αιώνα αυτές οι κοινότητες Κοζάκων συγχωνεύθηκαν σε δύο ανεξάρτητες εδαφικές οργανώσεις καθώς και σε άλλες μικρότερες, ακόμα αποσπασμένες ομάδες.

  • Οι Κοζάκοι της Ζαπορίζγια, εγκατεστημένοι γύρω από τις νοτιότερες όχθες του Δνείπερου, εντός του εδάφους της σύγχρονης Ουκρανίας. Αναγνωρίστηκαν επίσημα ως ανεξάρτητο κράτος, κατόπιν συνθήκης με την Πολωνία το 1649.
  • Το κράτος των Κοζάκων του Ντον, στον ποταμό Ντον. Η πρωτεύουσα του κράτους ήταν στο Σταροτσερκάσκαγια και αργότερα μεταφέρθηκε στο Νοβοτσερκάσκ.

Λιγότερο γνωστοί είναι οι Πολωνοί Κοζάκοι (Kozacy) και οι Τάταροι Κοζάκοι (Nağaybäklär). Ο όρος "Κοζάκοι" χρησιμοποιήθηκε επίσης για έναν τύπο ελαφρού ιππικού στο στρατό της Πολωνο-Λιθουανικής Κοινοπολιτείας.

Ουκρανοί Κοζάκοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ζαποροζιανοί Κοζάκοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ζαποροζιανός Κοζάκος

Οι Κοζάκοι που ζούσαν στις στέπες της Ουκρανίας είναι μία πολύ γνωστή ομάδα Κοζάκων. Ο αριθμός τους αυξήθηκε σημαντικά μεταξύ του 15ου και του 17ου αιώνα, συνήθως υπό την ηγεσία κάποιου Βογιάρου ή πρίγκιπα, εμπόρων ή αγροτών που έφυγαν από την περιοχή της Πολωνο-Λιθουανικής Κοινοπολιτείας. Οι Ζαποροζιανοί Κοζάκοι έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην Ευρωπαϊκή γεωπολιτική, συμμετέχοντας σε μία σειρά συγκρούσεων και συμμαχιών με την Πολωνο-Λιθουανική Κοινοπολιτεία, τη Ρωσία και την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Ως αποτέλεσμα της εξέγερσης του Χμελνίτσκι στα μέσα του 17ου αιώνα, οι Ζαποροζιανοί Κοζάκοι κατάφεραν να δημιουργήσουν σύντομα ένα ανεξάρτητο κράτος, το οποίο αργότερα έγινε το αυτόνομο Ατμανάτο των Κοζάκων, μία επικυριαρχία υπό την προστασία του Ρώσου Τσάρου αλλά που διοικούνταν από τους τοπικούς Αταμάνους για μισό αιώνα. Στο δεύτερο μισό του 18ου αιώνα ο θύλακας των Κοζάκων καταστράφηκε από τις ρωσικές αρχές. Μερικοί Κοζάκοι μετακινήθηκαν προς την περιοχή του δέλτα του Δούναβη και αργότερα στην περιοχή του Κουμπάν. Μετά το 1828 οι περισσότεροι από τους Κοζάκους του Δούναβη μετακινήθηκαν πρώτα στην περιοχή του Αζόφ και αργότερα στην περιοχή του Κουμπάν. Αν και σήμερα μερικοί από τους Κοζάκους του Κουμπάν και οι απόγονοί τους δεν θεωρούν τους εαυτούς τους Ουκρανούς στην εθνικότητα, η γλώσσα που μιλούν οι περισσότεροι απόγονοί τους είναι μία διάλεκτος της κεντρικής Ουκρανίας και η λαογραφία τους είναι σε πολύ μεγάλο βαθμό ουκρανική.

Οι Ζαποροζιανοί ήταν γνωστοί για τις επιδρομές τους εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και των υποτελών τους, αν και μερικές φορές λεηλατούσαν και άλλα γειτονικά έθνη. Οι ενέργειές τους αύξησαν την ένταση κατά μήκος των νότιων συνόρων της Πολωνο-Λιθουανικής Κοινοπολιτείας, γεγονός που οδήγησε σε συνεχείς αψιμαχίες που ελάμβαναν χώρα σ' αυτές τις περιοχές σχεδόν σε όλο το χρονικό διάστημα της ύπαρξης της Πολωνο-Λιθουανικής Κοινοπολιτείας.

Ο Μπογκντάν Χμελνίτσκι με τον Τουγκάι Μπέη στο Λβιβ (έργο του Γιαν Ματέικο, λάδι σε καμβά, 1885, Εθνικό Μουσείο Βαρσοβίας)
Ζαποροζιανός Κοζάκος αξιωματικός το 1720

Όταν το 1539 ο Οθωμανός σουλτάνος ζήτησε από τον Μέγα Δούκα της Ρωσίας, Βασίλειο Γ', να συγκρατήσει τους Κοζάκους, εκείνος απάντησε: "Οι Κοζάκοι δεν ορκίζονται πίστη σε μένα, και ζουν όπως τους αρέσει". Το 1549, ο Τσάρος Ιβάν Δ' της Ρωσίας (ο Τρομερός) απάντησε στο αίτημα του Τούρκου σουλτάνου να σταματήσει τις επιθέσεις των Κοζάκων του Ντον, λέγοντας: "Οι Κοζάκοι του Ντον δεν είναι αντικείμενά μου, και πηγαίνουν στον πόλεμο ή ζουν ειρηνικά χωρίς να λαμβάνω γνώση". Παρόμοιοι διάλογοι έλαβαν χώρα μεταξύ της Ρωσίας, της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και της Πολωνο-Λιθουανικής Κοινοπολιτείας, καθένας από τους οποίους προσπάθησε να εκμεταλλευτεί τους φιλοπόλεμους Κοζάκους για τους δικούς του σκοπούς. Το 16ο αιώνα, με την κυριαρχία της Πολωνο-Λιθουανικής Κοινοπολιτείας να επεκτείνεται προς τα νότια, οι Ζαποροζιανοί Κοζάκοι θεωρήθηκαν από την Πολωνο-Λιθουανική Κοινοπολιτεία ως δικό της ζήτημα[11].

Περί τα τέλη του 16ου αιώνα, οι σχέσεις μεταξύ της Πολωνο-Λιθουανικής Κοινοπολιτείας και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, οι οποίες εξ αρχής δεν ήταν εγκάρδιες, έγιναν περαιτέρω τεταμένες λόγω της αύξησης της επιθετικότητας των Κοζάκων. Από το δεύτερο μισό του 16ου αιώνα, οι Κοζάκοι άρχισαν επιδρομές στα οθωμανικά εδάφη. Η πολωνική κυβέρνηση δεν μπορούσε να ελέγξει τους έντονα ανεξάρτητους Κοζάκους, αλλά δεδομένου ότι τυπικά ήταν θέμα της Κοινοπολιτείας, η κυβέρνηση θεωρούνταν υπεύθυνη για τις επιδρομές τους. Αντίστοιχα, οι Τάταροι που ζούσαν κάτω από την Οθωμανική κυριαρχία ξεκίνησαν επιδρομές στην Κοινοπολιτεία, κυρίως στις αραιοκατοικημένες νοτιοανατολικές περιοχές. Ωστόσο οι Κοζάκοι έκαναν επιδρομές σε πλούσια εμπορικά λιμάνια στην καρδιά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, που βρίσκονταν μόλις δύο μέρες μακριά με το πλοίο από τις εκβολές του ποταμού Δνείπερου. Το 1615 και το 1625, οι Κοζάκοι κατάφεραν ακόμα και να ισοπεδώσουν πόλεις στα περίχωρα της Κωνσταντινούπολης, αναγκάζοντας τον Οθωμανό σουλτάνο να εγκαταλείψει το παλάτι του[12]. Διαδοχικές συνθήκες μεταξύ της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και της Πολωνο-Λιθουανικής Κοινοπολιτείας κάλεσαν και τα δύο μέρη να θέσουν τους Κοζάκους και τους Τατάρους υπό έλεγχο, αλλά η επιβολή τους ήταν σχεδόν ανύπαρκτη και στις δύο πλευρές. Μετά από εσωτερικές συμφωνίες, οι Κοζάκοι υποχρεώθηκαν από τους Πολωνούς να κάψουν τα πλοιάριά τους και να σταματήσουν τις επιδρομές. Ωστόσο, τα πλοία θα μπορούσαν να ανακατασκευαστούν γρήγορα και οι επιδρομές και τα λάφυρα να αποτελέσουν και πάλι μέρος του τρόπου ζωής των Κοζάκων. Σ' αυτό το διάστημα, η Αυτοκρατορία των Αψβούργων μερικές φορές προσλάμβανε συγκαλυμμένα Κοζάκους επιδρομείς για να μετριάσει την πίεση των Οθωμανών στα δικά της σύνορα. Πολλοί Κοζάκοι και Τάταροι ένιωθαν έχθρα ο ένας προς τον άλλον λόγω των ζημιών που προκαλούνταν και από τις δύο πλευρές. Τις επιδρομές των Κοζάκων ακολουθούσαν αντίποινα των Τατάρων, και οι επιδρομές των Τατάρων ακολουθούνταν από αντίποινα των Κοζάκων. Το επακόλουθο χάος και η σειρά των αντιποίνων μετέτρεψε το σύνολο των νοτιοανατολικών συνόρων της Πολωνο-Λιθουανικής Κοινοπολιτείας σε χαμηλής έντασης εμπόλεμη ζώνη και οδήγησε στην κλιμάκωση των εχθροπραξιών μεταξύ της Κοινοπολιτείας και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Ο αριθμός των Κοζάκων αυξήθηκε με τους αγρότες που διέφυγαν της δουλοπαροικίας στην Πολωνο-Λιθουανική Κοινοπολιτεία. Οι προσπάθειες της κυβέρνησης να μετατρέψει τους Ζαποροζιανούς Κοζάκους σε δουλοπάροικους διέβρωσε την κάποτε αρκετά ισχυρή αφοσίωση που είχαν οι Κοζάκοι στην Κοινοπολιτεία. Τα σχέδια των Κοζάκων για μετατροπή της Κοινοπολιτείας των δύο εθνών (Πολωνία-Λιθουανία) σε Κοινοπολιτεία τριών εθνών (Πολωνία-Λιθουανία-Ρουθηνία), με τους Κοζάκους της Ρουθηνίας, σημείωσαν μικρή πρόοδο λόγω της αντιδημοτικότητας των Κοζάκων. Η ισχυρή ιστορική αφοσίωση των Κοζάκων στην Ορθόδοξη Εκκλησία τούς έθεσε σε αντίθεση με την Καθολική Κοινοπολιτεία. Η ένταση αυξήθηκε όταν η πολιτική της Κοινοπολιτείας άλλαξε και η σχετική ανοχή στην Ορθόδοξη Εκκλησία έδωσε τη θέση της στην καταστολή, κάνοντας τους Κοζάκους έντονα αντι-Καθολικούς, χαρακτηρισμός που εκείνη την εποχή ήταν συνώνυμος του αντι-Πολωνού.

Η μειωμένη πλέον αφοσίωση των Κοζάκων και η αλαζονεία που επιδείκνυαν οι κυβερνώντες εις βάρος τους, οδήγησε στις αρχές του 17ου αιώνα σε αρκετές εξεγέρσεις Κοζάκων ενάντια στην Πολωνο-Λιθουανική Κοινοπολιτεία, με πιο σημαντική αυτή του Χμελνίτσκι το 1648. Η εξέγερση αυτή ήταν ένα γεγονός από μία σειρά καταστροφικών γεγονότων για την Κοινοπολιτεία, γνωστά ως Ο Κατακλυσμός, που αποδυνάμωσαν σε μεγάλο βαθμό την Πολωνο-Λιθουανική Κοινοπολιτεία και δημιούργησαν τις προϋποθέσεις για την αποσύνθεσή της 100 χρόνια αργότερα.

Ζαποροζιανοί Κοζάκοι πειρατές

Η εξέγερση τερματίστηκε το 1654 με τη Συνθήκη του Περεγιάσλαφ, με την οποία οι Κοζάκοι υποσχέθηκαν πίστη στον Ρώσο Τσάρο, με τον τελευταίο να εγγυάται την προστασία τους, να αναγνωρίζει τους Κοζάκους ευγενείς, και την αυτονομία των Κοζάκων υπό την ηγεμονία του, απελευθερώνοντάς τους από την πολωνική σφαίρα επιρροής[13]. Η τελευταία, και τελικά αποτυχημένη, προσπάθεια για την ανοικοδόμηση της Πολωνο-Κοζακικής συμμαχίας και της δημιουργίας μίας τριεθνούς Κοινοπολιτείας ήταν η Συνθήκη του Χαντιάτς του 1658, η οποία εγκρίθηκε από τον Πολωνό βασιλιά καθώς και από μερικούς Κοζάκους ευγενείς[14]. Ωστόσο οι Κοζάκοι ευγενείς διχάστηκαν και η συνθήκη βρήκε ακόμα μικρότερη υποστήριξη μεταξύ των Κοζάκων στρατιωτικών και κατά συνέπεια απέτυχε.

Μετά τη διάσπαση της Ουκρανίας κατά μήκος του ποταμού Δνείπερου, το 1667, οι Ουκρανοί Κοζάκοι ήταν γνωστοί ως Κοζάκοι της Αριστερής όχθης και ως Κοζάκοι της Δεξιάς όχθης. Υπό τη Ρωσική κυριαρχία ο θύλακας των Ζαποροζιανών Κοζάκων χωρίστηκε σε δύο αυτόνομες δημοκρατίες του Μεγάλου Δουκάτου της Μόσχας: το Ατμανάτο των Κοζάκων και την πιο ανεξάρτητη Ζαπορίζγια. Αυτές οι οργανώσεις έχασαν σταδιακά την αυτονομία τους και καταργήθηκαν από την Αικατερίνη Β΄ της Ρωσίας στα τέλη του 18ου αιώνα. Το Ατμανάτο έγινε το διοικητικό κέντρο της Μικρής Ρωσίας και η Ζαπορίζγια απορροφήθηκε στη Νέα Ρωσία. Το 1775 ο θύλακας των Ζαποροζιανών Κοζάκων καταστράφηκε και οι υψηλόβαθμοι ηγέτες τους εξορίστηκαν ή εκτελέστηκαν.

Οι Κοζάκοι της Μαύρης Θάλασσας, του Αζόφ και του Δούναβη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γάμος Κοζάκων. Έργο του Τζόζεφ Μπραντ.

Με την καταστροφή του κράτους τους, πολλοί Ζαποροζιανοί Κοζάκοι εγκαταστάθηκαν στην περιοχή του ποταμού Δούναβη και έγιναν γνωστοί ως Κοζάκοι της Μαύρης Θάλασσας. Άλλοι εγκαταστάθηκαν στην περιοχή βόρεια από τη Θάλασσα του Αζόφ και έγιναν γνωστοί ως Κοζάκοι του Αζόφ. Μερικοί από αυτούς τους Κοζάκους μετεγκαταστάθηκαν αργότερα στη στέπα του Κουμπάν, η οποία αποτελούσε κρίσιμο έρεισμα για τη ρωσική επέκταση στην περιοχή του Καυκάσου. Κάποιοι όμως περάσανε το Δούναβη (σε περιοχή που βρισκόταν υπό τον έλεγχο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας) και δημιούργησαν ένα νέο θύλακα πριν ενωθούν ξανά μ' αυτούς του Κουμπάν.

Στα τέλη του 1778 ο νέος θύλακας αριθμούσε περίπου 12.000 Κοζάκους. Η εγκατάστασή τους στα σύνορα με τη Ρωσία εγκρίθηκε από την Οθωμανική Αυτοκρατορία αφού οι Κοζάκοι ορκίστηκαν επίσημα να υπηρετούν τον σουλτάνο. Ωστόσο, η εσωτερική σύγκρουση στις τάξεις των Κοζάκων σχετικά με το νέο καθεστώς υποταγής καθώς και οι πολιτικοί χειρισμοί της Ρωσικής Αυτοκρατορίας, οδήγησαν σε διάσπαση των Κοζάκων. Μία μερίδα Κοζάκων επέστρεψε στη Ρωσία και χρησιμοποιήθηκαν από το ρωσικό στρατό για να επανδρώσουν νέα στρατιωτικά σώματα, στα οποία κατατάχθηκαν επίσης Αρβανίτες και Τάταροι της Κριμαίας. Όμως μετά τον Ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1787-1792, οι περισσότεροι από αυτούς ενσωματώθηκαν στο θύλακα των Κοζάκων της Μαύρης Θάλασσας που μετακινήθηκε στις στέπες του Κουμπάν. Οι περισσότεροι από τους Κοζάκους που παρέμειναν στο δέλτα του Δούναβη, επέστρεψαν στη Ρωσία το 1828 και δημιούργησαν το θύλακα των Κοζάκων του Αζόφ μεταξύ του Μπερντιάνσκ και της Μαριούπολης. Το 1860 όλοι τους επανεγκαταστάθηκαν στο Βόρειο Καύκασο και συγχωνεύθηκαν στο θύλακα των Κοζάκων του Κουμπάν.

Ρώσοι Κοζάκοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ρώσοι Κοζάκοι στο Παρίσι το 1814

Η γενέτειρα γη των Κοζάκων ορίζεται από μία γραμμή από πόλεις-φρούρια που βρίσκονταν στα σύνορα με τη στέπα και εκτεινόταν από τα μέσα του Βόλγα μέχρι το Ριαζάν και την Τούλα και σπάζοντας απότομα προς τα νότια έφτανε μέχρι το Δνείπερο μέσω του Περεγιάσλαφ. Αυτή η περιοχή κατοικήθηκε από έναν πληθυσμό ελεύθερων ανθρώπων που ασκούσαν διάφορα επαγγέλματα και τέχνες.

Αυτοί οι άνθρωποι, οι οποίοι αντιμετώπιζαν συνεχώς τους Τατάρους πολεμιστές στα σύνορα της στέπας, έλαβαν το όνομα Κοζάκοι που τότε χρησιμοποιούνταν και για άλλους ελεύθερους λαούς. Η παλαιότερη αναφορά στα χρονικά μιλάει για Κοζάκους της ρωσικής πόλης Ριαζάν που πολέμησαν κατά των Τατάρων το 1444. Το 16ο αιώνα, οι Κοζάκοι (κυρίως αυτοί του Ριαζάν) ομαδοποιήθηκαν σε στρατιωτικές και εμπορικές κοινότητες στην ανοιχτή στέπα και άρχισαν να μεταναστεύουν στην περιοχή του Ντον[15].

Οι Κοζάκοι υπηρετούσαν ως συνοριακοί φύλακες και προστάτες των πόλεων, των φρούριων, των οικισμών και των εμπορικών σταθμών, εκτελούσαν αστυνομικά καθήκοντα στα σύνορα και έφτασαν να αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι του ρωσικού στρατού. Το 16ο αιώνα, για να προστατεύσουν την παραμεθόρια περιοχή από τις επιδρομές των Τατάρων, οι Κοζάκοι οργάνωσαν φρουρές και περιπολίες, παρατηρώντας τους Τατάρους της Κριμαίας και τους νομάδες της Χρυσής Ορδής στην περιοχή της στέπας. Τα πιο δημοφιλή όπλα που χρησιμοποιούσαν οι Κοζάκοι ιππείς ήταν οι σπάθες, ή shashka, και οι μακριές λόγχες.

Οι Ρώσοι Κοζάκοι διαδραμάτισαν βασικό ρόλο στην επέκταση της Ρωσικής Αυτοκρατορίας στη Σιβηρία (ιδιαίτερα με τον Ερμάκ Τιμοφέγιεβιτς), στον Καύκασο και την Κεντρική Ασία κατά την περίοδο από το 16ο έως το 19ο αιώνα. Οι Κοζάκοι χρησίμευσαν επίσης ως οδηγοί στις περισσότερες ρωσικές αποστολές που σχηματίστηκαν από γεωγράφους, επιθεωρητές, έμπορους και εξερευνητές. Οι μονάδες Κοζάκων έπαιξαν ρόλο σε πολλούς πολέμους κατά το 17ο, 18ο και 19ο αιώνα (όπως τους Ρωσοτουρκικούς πολέμους, τους Ρωσοπερσικούς πολέμους, και την προσάρτηση της Κεντρικής Ασίας).

Κατά τη διάρκεια της εισβολής του Ναπολέοντα στη Ρωσία, οι Κοζάκοι ήταν οι λιγότερο φοβισμένοι Ρώσοι στρατιώτες. Ο ίδιος ο Ναπολέων είπε: "Οι Κοζάκοι είναι τα καλύτερα ελαφρά στρατεύματα που υπάρχουν. Αν τους είχα στο στρατό μου, θα πήγαινα σ' όλο τον κόσμο μαζί τους."[16]. Οι Κοζάκοι έλαβαν επίσης μέρος στον αντάρτικο πόλεμο στην κατεχόμενη από τους Γάλλους ρωσική περιοχή, επιτιθέμενοι στις γραμμές επικοινωνιών και ανεφοδιασμού. Οι επιθέσεις αυτές, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν από τους Κοζάκους μαζί με ελαφρές μονάδες ρώσικου ιππικού και άλλες στρατιωτικές μονάδες, ήταν μία από τις πρώτες περιπτώσεις ανάπτυξης τακτικής ανταρτοπόλεμου και, σε κάποιο βαθμό, ειδικών αποστολών.

Οι Δυτικοευρωπαίοι είχαν ελάχιστες επαφές με Κοζάκους πριν οι Σύμμαχοι καταλάβουν το Παρίσι το 1814. Ως οι πιο εξωτικοί από τα ρωσικά στρατεύματα στη Γαλλία, οι Κοζάκοι τράβηξαν πολύ μεγάλη προσοχή αλλά είχαν και κακή φήμη για τις υποτιθέμενες υπερβολές τους κατά τη διάρκεια της εκστρατείας του Ναπολέοντα.

Οι Κοζάκοι του Ντον[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κοζάκος από την περιοχή του Ντον, το 1821. Εικονογράφηση του Fyodor Solntsev (1869).

Υπάρχουν πολλές ομάδες διαφορετικής προέλευσης που έγιναν γνωστές ως Κοζάκοι και ως εκ τούτου υπάρχουν διαφορετικές θεωρίες περί της προέλευσης των Κοζάκων του Ντον:

  1. Οι Κοζάκοι του Ντον είναι πρόσφυγες αγρότες. Σύμφωνα μ' αυτή τη θεωρία οι Κοζάκοι προήλθαν από πρόσφυγες αγρότες διαφορετικής εθνικής καταγωγής (Ρουθηνοί, Τούρκοι, Γερμανοί κ.λπ.). Η αναγκαιότητα της υπεράσπισης του τρόπου ζωής τους (πειρατεία, ανεξέλεγκτη αλιεία, και κυνήγι) και της προστασίας των οικισμών τους από τις επιθέσεις των Τατάρων, των Μογγόλων και άλλων νομαδικών φυλών που ζούσαν στις στέπες της νότιας Ρωσίας, ανάγκασαν αυτές τις ομάδες προσφύγων να οργανωθούν σε μία στρατιωτική κοινωνία. Σε αντάλλαγμα για την προστασία των νότιων συνόρων της μεσαιωνικής Ρωσίας, δόθηκε το προνόμιο στους Κοζάκους του Ντον να μην πληρώνουν φόρους και η εξουσία του Τσάρου στα εδάφη των Κοζάκων δεν ήταν τόσο απόλυτη όσο σε άλλες περιοχές της Ρωσίας. Η θεωρία των Κοζάκων του Ντον ως πρόσφυγες αγρότες υπονοεί ότι αποίκισαν περιοχές που στο παρελθόν καταλαμβάνονταν από νομαδικές φυλές και ήταν οι πρώτοι που δημιούργησαν μόνιμους οικισμούς, όπως χωριά (станицы) και πόλεις, στην περιοχή του Ντον.
  2. Οι Κοζάκοι του Ντον είναι απόγονοι των Κουργκάν. Η Υπόθεση Κουργκάν θεωρεί ότι η μετανάστευση των ανθρώπων στην Ευρώπη προέρχεται από τις νότιες στέπες της σημερινής Ρωσίας και Ουκρανίας. Υπάρχουν πολλά ερείπια πρωτο-ινδοευρωπαϊκών οικισμών στην περιοχή των Κοζάκων του Ντον[17]. Τα σύνορα της γης των Κοζάκων του Ντον είναι στο κέντρο της περιοχής που κατοικούνταν από τους Κουργκάν. Η υπόθεση θεωρεί ότι οι Κοζάκοι του Ντον δεν μετακινήθηκαν στις στέπες της νότιας Ρωσίας από άλλα μέρη της Ευρώπης, αλλά ότι είναι απόγονοι των Κουργκάν που μετακινήθηκαν σ' αυτή την περιοχή από την Εγγύς Ανατολή πριν μετακινηθούν περαιτέρω προς την Ευρώπη και την Ινδία.
    Οι θεωρίες, ωστόσο, δεν αποκλείουν η μία την άλλη. Είναι πιθανό οι Κοζάκοι του Ντον να προέρχονται από τους Κουργκάν και με την πάροδο του χρόνου να έδωσαν καταφύγιο σε ανθρώπους διαφόρων εθνοτικών προέλευσεων που έφυγαν για διάφορους λόγους από την πατρίδα τους. Οι λόγοι θα μπορούσαν να είναι:
    α) θρησκευτικοί, καθώς οι Κοζάκοι του Ντον ήταν Παλαιοί Πιστοί (старообрядцы)[18][19].
    β) η αναζήτηση σχετικής ελευθερίας καθώς οι Κοζάκοι του Ντον είχαν μία πρωτόγονη δημοκρατική κοινωνία και αυτονομία εντός του μεσαιωνικού Βασίλειου της Ρωσίας.

Οι Κοζάκοι του Κουμπάν[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κοζάκοι του Κουμπάν στα τέλη του 19ου αιώνα

Οι Κοζάκοι του Κουμπάν (ρώσικα: Кубанские кaзаки ή кубанцы) είναι οι Κοζάκοι που ζουν στην περιοχή Κουμπάν της Ρωσίας. Αν και πολλές ομάδες Κοζάκων ήρθαν να κατοικήσουν το βορειοδυτικό Καύκασο, οι περισσότεροι Κοζάκοι του Κουμπάν είναι απόγονοι των Κοζάκων που κατοικούσαν στο θύλακα της Μαύρης Θάλασσας και της γραμμής του Καυκάσου.

Οι Κοζάκοι του Τερέκ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο θύλακας των Κοζάκων του Τερέκ (ρώσικα: Терское казачье войско) δημιουργήθηκε το 1577 από ελεύθερους Κοζάκους που εγκαταστάθηκαν από τον Βόλγα στον ποταμό Τερέκ. Το 1792 εντάχθηκαν στο θύλακα των Κοζάκων της γραμμής του Καυκάσου και διαχωρίστηκαν και πάλι το 1860, έχοντας ως πρωτεύουσα το Βλαντικαφκάς. Το 1916 ο πληθυσμός του θύλακα ήταν 255.000 άτομα. Πολλά από τα πρώτα μέλη των Κοζάκων του Τερέκ ήταν Οσετιανοί.

Οι Κοζάκοι του Ουράλη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο θύλακας των Κοζάκων του Ουράλη δημιουργήθηκε από τους Κοζάκους που εγκαταστάθηκαν στην περιοχή του ποταμού Ουράλη. Οι Κοζάκοι αυτοί αν και μιλούν ρωσικά και αυτοπροσδιορίζονται ως ρωσικής καταγωγής κατά κύριο λόγο, έχουν ενσωματώσει στις τάξεις τους και πολλούς Τατάρους[20]. Είκοσι χρόνια μετά την κατάκτηση του Βόλγα από το Καζάν ως το Άστραχαν, το 1577[21], η Μόσχα έστειλε στρατεύματα για να διαλύσει τους πειρατές και τους επιδρομείς κατά μήκος του Βόλγα (ένας εκ των οποίων ήταν και ο Ερμάκ Τιμοφέγιεβιτς). Μερικοί απ' αυτούς κατέφυγαν νοτιοανατολικά στον ποταμό Ουράλη και μετά από διάφορες μάχες αναγνωρίστηκαν επίσημα το 17ο αιώνα.

Στη Ρωσική Αυτοκρατορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η κατάκτηση της Σιβηρίας από τον Ερμάκ (έργο του Vasily Surikov)

Από την αρχή, η σχέση των Κοζάκων με το Βασίλειο της Ρωσίας πέρασε από πολλά στάδια. Άλλοτε συνεργάζονταν σε συνδυασμένες στρατιωτικές επιχειρήσεις και άλλες φορές συνέβαιναν εξεγέρσεις των Κοζάκων. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν η διάλυση του Ζαποροζιανού θύλακα, η οποία έλαβε χώρα στα τέλη του 18ου αιώνα. Ο διχασμός στις τάξεις των Κοζάκων ήταν εμφανής ανάμεσα σ' αυτούς που επέλεξαν να μείνουν πιστοί στο Ρώσο μονάρχη και να συνεχίσουν να παρέχουν τις υπηρεσίες τους (και που αργότερα μετακινήθηκαν στο Κουμπάν) και σ' εκείνους που επέλεξαν να συνεχίσουν το μισθοφορικό τους ρόλο και έφυγαν από το δέλτα του Δούναβη.

Παρόλα αυτά, το 19ο αιώνα η Ρωσική Αυτοκρατορία κατάφερε ν' αποκτήσει τον έλεγχο σε όλους τους θύλακες και έδωσε προνόμια στους Κοζάκους σε αντάλλαγμα για τις υπηρεσίες τους. Εκείνη την εποχή οι Κοζάκοι συμμετείχαν ενεργά σε πολλούς πολέμους των Ρώσων. Αν και οι τακτικές των Κοζάκων σε ανοιχτές μάχες ήταν γενικά κατώτερες από εκείνες των κανονικών στρατιωτών, όπως των Δραγώνων, εντούτοις ήταν εξαιρετικοί στην ανίχνευση και την αναγνώριση καθώς και στις ενέδρες.

Στα τέλη του 19ου αιώνα, οι κοινότητες των Κοζάκων απολάμβαναν ένα προνομιακό αφορολόγητο καθεστώς στη Ρωσική Αυτοκρατορία, αν και είχαν υποχρεωτική στρατιωτική θητεία 20 ετών (η οποία μειώθηκε στα 18 έτη το 1909). Στις αρχές του 20ου αιώνα οι Ρώσοι Κοζάκοι αριθμούσαν 4.500.000 άτομα και ήταν οργανωμένοι σε ξεχωριστούς περιφερειακούς θύλακες.

Περιπολία Κοζάκων κοντά στις πετρελαιοπηγές του Μπακού, 1905

Το αίσθημα των Κοζάκων ότι αποτελούν μία ξεχωριστή και εκλεκτή κοινωνία, τους έδωσε ισχυρό κίνητρο πίστης στην τσαρική κυβέρνηση και γι' αυτό οι μονάδες των Κοζάκων χρησιμοποιήθηκαν συχνά για να καταστείλουν εγχώριες διαταραχές, ειδικά κατά τη διάρκεια της Ρώσικης Επανάστασης του 1905. Η κυβέρνηση εξαρτιόταν σε μεγάλο βαθμό από την αξιοπιστία των Κοζάκων, αν και από τις αρχές του 20ου αιώνα οι χωριστές τους κοινότητες και οι ημιφεουδαρχικές στρατιωτικές τους υπηρεσίες θεωρούνταν όλο και περισσότερο ξεπερασμένες. Με αυστηρά στρατιωτικούς όρους η Διοίκηση του Ρώσικου Στρατού δεν είχε σε ιδιαίτερη εκτίμηση τους Κοζάκους, επειδή δεν τους θεωρούσε καλά πειθαρχημένους, εκπαιδευμένους και στημένους όσο ήταν οι Ουσάροι, οι Δραγώνοι και οι επαγγελματίες του τακτικού ιππικού[22]. Οι ικανότητες των Κοζάκων στην ιππασία και στην ανάληψη πρωτοβουλιών δεν έχαιραν πλήρους εκτίμησης. Ως αποτέλεσμα, οι μονάδες των Κοζάκων συχνά έσπαζαν σε μικρά αποσπάσματα για να χρησιμοποιηθούν ως ανιχνευτές, αγγελιαφόροι ή γραφικοί συνοδοί.

Κατά την Επανάσταση του Φεβρουαρίου του 1917, οι Κοζάκοι φαίνεται πως ασπάστηκαν τη γενική απογοήτευση από την τσαρική ηγεσία, και τα συντάγματα των Κοζάκων που βρίσκονταν στην Αγία Πετρούπολη προσχώρησαν στην εξέγερση. Ενώ λίγες μόνο μονάδες συμμετείχαν στην εξέγερση, η αποστασία τους αποτέλεσε σημαντικό ψυχολογικό πλήγμα για την κυβέρνηση του Νικόλαου Β' και επιτάχυνε την παραίτησή του.

Οι Επαναστάσεις του Ράζιν και του Πουγκατσιόφ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Κοζάκοι, ως αυτόνομη ομάδα, έπρεπε να υπερασπιστούνε τις ελευθερίες και τις παραδόσεις τους ενάντια στο ολοένα και μεγαλύτερο ρωσικό κράτος. Οι Κοζάκοι έτειναν να δρουν ανεξάρτητα από την κεντρική κυβέρνηση, αυξάνοντας την τριβή μεταξύ των δύο. Η ισχύς της κυβέρνησης άρχισε να αυξάνεται το 1613 με την άνοδο του Μιχαήλ Α' στο θρόνο μετά την Εποχή των Αναστατώσεων, κατά την οποία η Ρωσία βρέθηκε στη δίνη της πλήρους ακυβερνησίας. Η κυβέρνηση προσπάθησε να εντάξει τους Κοζάκους στη ρωσική κουλτούρα και το πολιτικό σύστημα, χορηγώντας τους προνόμια και επιβάλλοντας τη στρατιωτική υπηρεσία, προκαλώντας όμως διχασμό στις τάξεις των Κοζάκων που αγωνίζονταν να διατηρήσουν τις παραδόσεις τους ζωντανές. Οι προσπάθειες της κυβέρνησης να αλλάξει τον παραδοσιακό νομαδικό τρόπο ζωής των Κοζάκων, ώθησαν τους Κοζάκους να συμμετέχουν σε όλες σχεδόν τις μεγάλες διαταραχές που έλαβαν χώρα στη Ρωσία σε μία περίοδο άνω των 200 ετών, συμπεριλαμβανομένων των εξεγέρσεων των οποίων ηγήθηκαν ο Στένκα Ράζιν και ο Εμελιάν Πουγκατσιόφ[23].

Ο Στένκα Ράζιν πλέοντας στην Κασπία Θάλασσα (έργο του Vasily Surikov, 1906)

Καθώς η Μοσχοβία ανέκτησε τη σταθερότητα υπό τον Μιχαήλ Α' μετά την Εποχή των Αναστατώσεων, η δυσαρέσκεια αυξανόταν στις τάξεις των δουλοπάροικων και των αγροτών. Ο Κώδικας του 1649 από τον Αλέξιο, γιο του Μιχαήλ Α', διαίρεσε το ρωσικό πληθυσμό σε διακριτές και σταθερές τάξεις οι οποίες ήταν κληρονομικές[24]. Αυτός ο νόμος, προκειμένου να σταθεροποιήσει τις κοινωνικές τάξεις, έδεσε τους αγρότες με τη γη και ανάγκασε τους πολίτες να αναλάβουν τα επαγγέλματα των πατεράδων τους. Επιπλέον, αύξησε τα φορολογικά έσοδα για την κεντρική κυβέρνηση, αλλά αυτή η αύξηση βάρυνε κατά κύριο λόγο τους αγρότες διευρύνοντας το χάσμα μεταξύ των πλουσίων και των φτωχών. Δεδομένου ότι η κυβέρνηση ανέπτυξε περισσότερες στρατιωτικές αποστολές, οι ανθρώπινοι και υλικοί πόροι περιορίζονταν καταπονώντας ακόμα περισσότερο τους αγρότες. Ο πόλεμος με την Πολωνία και τη Σουηδία το 1662 οδήγησε σε δημοσιονομική κρίση και ταραχές σε ολόκληρη τη χώρα[25]. Οι φόροι, οι σκληρές συνθήκες, και το χάσμα μεταξύ των κοινωνικών τάξεων οδήγησε τους αγρότες και τους δουλοπάροικους να φύγουν, πολλοί από τους οποίους προσέφυγαν στους Κοζάκους, γνωρίζοντας ότι οι Κοζάκοι θα δέχονταν τους πρόσφυγες και θα τους ελευθέρωναν.

Οι Κοζάκοι αντιμετώπισαν δυσκολίες υπό τον Τσάρο Αλέξιο καθώς η εισροή προσφύγων αυξανόταν καθημερινά. Ελάμβαναν ενισχύσεις σε τρόφιμα, χρήματα, και στρατιωτικές προμήθειες από τον τσάρο σε αντάλλαγμα της δράσης τους ως υπερασπιστές των συνόρων[26]. Όμως αυτές οι ενισχύσεις είχαν συχνά διακυμάνσεις και ήταν μία πηγή σύγκρουσης μεταξύ των Κοζάκων και της κυβέρνησης. Ο πόλεμος με την Πολωνία αύξησε τις ανάγκες των Κοζάκων σε τρόφιμα και στρατιωτικές προμήθειες αφού ο πληθυσμός του θύλακα αυξήθηκε με την έλευση των προσφύγων. Η εισροή αυτών των προσφύγων δημιούργησε προβλήματα στους Κοζάκους όχι μόνο λόγω της αυξανόμενης ζήτησης σε τρόφιμα αλλά κι επειδή ο μεγάλος αριθμός των προσφύγων σήμαινε ότι οι Κοζάκοι δεν θα μπορούσαν να τους ενσωματώσουν στον πολιτισμό τους μέσα από τον παραδοσιακό τρόπο μαθητείας[27].

Οι παλαιότεροι Κοζάκοι ευημερούσαν και απολάμβαναν τα προνόμια που κέρδισαν μέσω της υπακοής και της υποστήριξης του Μοσχοβίτικου συστήματος[28][29]. Όμως άρχισαν να εγκαταλείπουν τις παραδόσεις και τις ελευθερίες τους, για τις οποίες κάποτε αγωνίζονταν. Από την άλλη, οι άναρχοι και ανήσυχοι πρόσφυγες δραπέτες που αυτοαποκαλούνταν Κοζάκοι αναζητούσαν περιπέτειες και εκδίκηση εναντίον των ευγενών που τους προκάλεσαν όλες αυτές τις ταλαιπωρίες. Αυτοί οι Κοζάκοι δεν ελάμβαναν τις ενισχύσεις της κυβέρνησης που λάμβαναν οι παλιοί Κοζάκοι και συνεπώς έπρεπε να εργαστούν περισσότερο και πιο σκληρά προκειμένου να αποκτήσουν τρόφιμα και χρήματα. Αυτός ο διαχωρισμός μεταξύ της ελίτ και των άναρχων Κοζάκων θα οδηγήσει το 1667 στο σχηματισμό ενός Κοζάκικου στρατού υπό τον Στένκα Ράζιν καθώς και στην απόλυτη αποτυχία της εξέγερσης.

Ο Στένκα Ράζιν γεννήθηκε σε μία ελίτ οικογένεια Κοζάκων και έκανε πολλές διπλωματικές επισκέψεις στη Μόσχα πριν οργανώσει την εξέγερσή του[30]. Οι Κοζάκοι ήταν οι κύριοι υποστηρικτές του Ράζιν και τον ακολούθησαν κατά την πρώτη Περσική εκστρατεία το 1667, λεηλατώντας Περσικές πόλεις στην Κασπία Θάλασσα. Επέστρεψαν το 1669 άρρωστοι και πεινασμένοι, κουρασμένοι από τις μάχες αλλά πλούσιοι σε λάφυρα[31]. H Μοσχοβία προσπάθησε να κερδίσει την υποστήριξη των παλιών Κοζάκων, ζητώντας από τον αταμάνο (τον αρχηγό των Κοζάκων), να αποτρέψει τον Ράζιν από την πραγματοποίηση των σχεδίων του. Ωστόσο ο αταμάνος, ο οποίος ήταν νονός του Ράζιν και στον οποίο ο Ράζιν είχε υποσχεθεί ένα σημαντικό μερίδιο από τα λάφυρα των αποστολών του, απάντησε ότι η ελίτ των Κοζάκων ήταν ανίσχυρη απέναντι στους αντάρτες. Η ελίτ αν και δεν αισθανόταν απειλή από τον Ράζιν και τους οπαδούς του, συνειδητοποίησε ότι ο Ράζιν θα μπορούσε να της προκαλέσει προβλήματα με το Μοσχοβίτικο σύστημα αν οι κινήσεις του εξελίσσονταν σε εξέγερση ενάντια στην κεντρική κυβέρνηση.

Στένκα Ράζιν (έργο του Ιβάν Μπιλίμπιν)

Ο Ράζιν και οι οπαδοί του άρχισαν να καταλαμβάνουν πόλεις στην αρχή της εξέγερσης το 1669. Κατέλαβαν τις πόλεις Τσαρίτσιν, Άστραχαν, Σαράτοβ και Σαμάρα, όπου εφάρμοσαν έναν κοζάκικο τρόπο διακυβέρνησης[32]. Ο Ράζιν οραματίστηκε μία ενωμένη Κοζάκικη δημοκρατία σε όλη τη νότια στέπα, στην οποία οι πόλεις και τα χωριά της περιοχής θα λειτουργούσαν με τον κοζάκικο τρόπο κυβέρνησης. Αυτές οι πολιορκίες πραγματοποίηθηκαν συχνά στις παλιές πόλεις των προσφύγων Κοζάκων, σπέρνοντας τον όλεθρο στα παλιά αφεντικά τους και να πάρουν την εκδίκηση την οποία επιθυμούσαν. Η προέλαση των ανταρτών άρχισε να θεωρείται πρόβλημα για τους παλιούς Κοζάκους, οι οποίοι το 1671 αποφάσισαν να συμπλεύσουν με την κυβέρνηση προκειμένου να λάβουν περισσότερες επιδοτήσεις[33]. Στις 14 Απριλίου, οι παλιοί Κοζάκοι με επικεφαλής τον αταμάνο Γιάκοβλεφ κατέστρεψαν το στρατόπεδο των ανταρτών και συνέλαβαν τον Ράζιν, τον οποίον και πήγαν στη Μόσχα.

Η εξέγερση του Ράζιν σηματοδότησε την αρχή του τέλους των παραδοσιακών πρακτικών των Κοζάκων. Τον Αύγουστο του 1671, οι Κοζάκοι ορκίστηκαν πίστη στον τσάρο[34]. Ενώ είχαν ακόμα εσωτερική αυτονομία, οι Κοζάκοι έγιναν αντικείμενο των Μοσχοβιτών, μία μετάβαση που αποδείχθηκε και πάλι σημείο διχασμού στην εξέγερση του Πουγκατσιόφ.

Για την ελίτ των Κοζάκων, ήρθε μία θέση ευγενών στο εσωτερικό της αυτοκρατορίας στη θέση των παλιών ελευθεριών. Η εξέλιξη των γεωργικών οικισμών ανάγκασε τους Κοζάκους να εγκαταλείψουν τον παραδοσιακό νομαδικό τρόπο ζωής και να υιοθετήσουν νέες μορφές διακυβέρνησης. Η κυβέρνηση άλλαξε λοιπόν ολόκληρο τον πολιτισμό των Κοζάκων. Ο Πέτρος Α΄ της Ρωσίας (ο Μέγας) αύξησε τις υποχρεώσεις των Κοζάκων και κινητοποίησε τις δυνάμεις τους για να πολεμήσουν σε μακρινούς πολέμους. Το 1734 κατασκεύασε το Ορενμπούργκ, ένα κυβερνητικό φρούριο στα σύνορα, που έδινε πλέον στους Κοζάκους ένα δευτερεύοντα ρόλο στην άμυνα των συνόρων[35]. Όταν οι Κοζάκοι έστειλαν μία αντιπροσωπεία στον Πέτρο για να εξηγήσουν τα παράπονά τους, ο Πέτρος τούς αφαίρεσε το καθεστώς αυτονομίας. Στα επόμενα πενήντα χρόνια, η κεντρική κυβέρνηση ανταποκρίθηκε στα παράπονα των Κοζάκων με συλλήψεις, μαστιγώσεις και εξορίες. Έτσι το 1772 οι κοινοί Κοζάκοι εξεγέρθηκαν εναντίον της κεντρικής κυβέρνησης[36].

Το 1762, υπό την Αικατερίνη Β΄ της Ρωσίας, οι Ρώσοι αγρότες και οι Κοζάκοι για άλλη μια φορά ήρθαν αντιμέτωποι με αυξημένη φορολογία, κατάταξη στο στρατό και έλλειψη σιτηρών, που χαρακτήριζε και την κατάσταση πριν την εξέγερση του Ράζιν. Επιπλέον, η Αικατερίνη Β΄ της Ρωσίας ακύρωσε μία από τις πράξεις του Πέτρου Γ', με την οποία οι αγρότες ή οι δουλοπάροικοι που ζούσαν σε εκκλησιαστικά εδάφη, ήταν απαλλαγμένοι από τις υποχρεώσεις τους και τις πληρωμές στις εκκλησιαστικές αρχές. Το 1767, η αυτοκράτειρα αρνήθηκε να δεχθεί παράπονα απευθείας από τους αγρότες. Οι αγρότες κατέφυγαν για άλλη μια φορά στη γη των Κοζάκων, και ιδιαίτερα στους Κοζάκους του Ουράλη. Η αντίθεση των Κοζάκων στον εκσυγχρονισμό και στη θεσμοθέτηση της πολιτικής εξουσίας, τους οδήγησε να συμμετάσχουν στην εξέγερση του Πουγκατσιόφ[37].

Ο Εμελιάν Πουγκατσιόφ, ένας κατώτερης κοινωνικής τάξης Κοζάκος του Ντον, έφτασε στο θύλακα των Κοζάκων του Ουράλη στα τέλη του 1772. Ο Πουγκατσιόφ ισχυρίστηκε ότι είναι ο Πέτρος Γ' της Ρωσίας, αξίωση που προήλθε από τις προσδοκίες που είχαν οι Κοζάκοι από τον ηγεμόνα, πιστεύοντας ότι ο Πέτρος Γ' θα ήταν αποτελεσματικότερος ηγέτης μετά την υπογραφή συμμαχίας με τον Φρειδερίκο Β' της Πρωσίας, αν δεν είχε δολοφονηθεί μετά από συνωμοσία της συζύγου του, Αικατερίνης Β'[38]. Πολλοί Κοζάκοι του Ουράλη πίστεψαν τους ισχυρισμούς του Πουγκατσιόφ, αν και αυτοί που ήταν πιο κοντά σ' αυτόν ήξεραν την αλήθεια. Άλλοι που μπορεί να γνώριζαν την αλήθεια, δεν υποστήριξαν την Αικατερίνη Β', λόγω της απόρριψής της από τον Πέτρο Γ', και υποστήριξαν τον ισχυρισμό του Πουγκατσιόφ ότι ήταν αυτός ο αυτοκράτορας.

Η πρώτη από τις τρεις φάσεις της εξέγερσης του Πουγκατσιόφ άρχισε το Σεπτέμβριο του 1773[39]. Οι Κοζάκοι που υποστήριζαν την ελίτ αποτελούσαν την πλειοψηφία των πρώτων κρατουμένων που πήραν οι αντάρτες. Μετά από πολιορκία πέντε μηνών του Ορενμπούργκ, το Στρατιωτικό Κολλέγιο έγινε η έδρα του Πουγκατσιόφ[40]. Ο Πουγκατσιόφ άρχισε να οραματίζεται ένα τσαρικό βασίλειο Κοζάκων, παρόμοιο με το όραμα του Ράζιν για μία ενωμένη κοζάκικη δημοκρατία. Η αγροτιά σε όλη τη Ρωσία άκουγε μανιφέστα που εξέδιδε ο Πουγκατσιόφ. Ωστόσο, σύντομα έγινε αντιληπτό ότι αυτή η εξέγερση ήταν μία αναπόφευκτη αποτυχία. Οι Κοζάκοι του Ντον αρνήθηκαν να βοηθήσουν την εξέγερση στην τελευταία φάση της επειδή ήξεραν ότι στρατιωτικές δυνάμεις ακολουθούσαν στενά τον Πουγκατσιόφ[41]. Το Σεπτέμβριο του 1774, οι ίδιοι οι υπαρχηγοί του Πουγκατσιόφ τον παρέδωσαν στα κυβερνητικά στρατεύματα. Έτσι, απέτυχε μία από τις τελευταίες ελπίδες των Κοζάκων να αψηφήσουν την αυξανόμενη πολιτική αρχή που απειλούσε την παραδοσιακή τους ζωή. Η ελίτ των Κοζάκων, ελπίζοντας να αποκτήσει αξιώματα ευγενών, αποδέχθηκε τις μεταρρυθμίσεις της κυβέρνησης και οι συνηθισμένοι Κοζάκοι δεν είχαν άλλη επιλογή από το να εγκαταλείψουν τις παραδόσεις και τις ελευθερίες τους.

Εμφύλιος Πόλεμος, Αποκοζακοποίηση και Γολοντομόρ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο Ρωσικό Εμφύλιο Πόλεμο που ακολούθησε την Οκτωβριανή Επανάσταση, οι Κοζάκοι βρέθηκαν και στις δύο πλευρές της σύγκρουσης. Οι Κοζάκοι αποτέλεσαν τον πυρήνα του Λευκού Στρατού, αλλά πολλοί από αυτούς πολέμησαν και για τον Κόκκινο Στρατό. Οι Κοζάκοι του Τερέκ που ήταν στην υπηρεσία του Λευκού Στρατού έγιναν γνωστοί για την κτηνωδία τους προς τους Εβραίους, σε μία σειρά από πογκρόμ στη νότια Ρωσία και την Ουκρανία[42]. Μετά την ήττα του Λευκού Στρατού, ασκήθηκε μία πολιτική αποκοζακοποίησης (Raskazachivaniye) στους επιζώντες Κοζάκους και στα χωριά τους επειδή είχαν θεωρηθεί ως δυνητική απειλή για το νέο καθεστώς. Στο πλαίσιο αυτό, η επικράτειά τους -και ιδιαίτερα των Κοζάκων του Τερέκ- μοιράστηκε σε διάφορες περιοχές που έγιναν αυτόνομες δημοκρατίες. Επίσης απαγορεύτηκε στους Κοζάκους να υπηρετήσουν στον Κόκκινο Στρατό.

Στην πρόσφατη βιβλιογραφία υπάρχουν αναφορές ότι εκατοντάδες χιλιάδες ή ακόμα και εκατομμύρια Κοζάκοι σκοτώθηκαν από τη Σοβιετική κυβέρνηση κατά τη διάρκεια της αποκοζακοποίησης. Σύμφωνα με τον Μάικλ Κορτ, "κατά τη διάρκεια του 1919 και του 1920, από έναν πληθυσμό περίπου 3 εκατομμυρίων, το καθεστώς των Μπολσεβίκων σκότωσε ή απέλασε περίπου 300.000 έως 500.000 Κοζάκους[43], συμπεριλαμβανομένων 45.000 Κοζάκων του Τερέκ.". Ο στρατός του Αντόν Ντενίκιν ισχυρίστηκε ότι το 1918-1919, 5.598 Κοζάκοι εκτελέστηκαν στις επαρχίες του Ντον, 3.442 στο Κουμπάν και 2.142 στη Σταυρούπολη. Από την άλλη πλευρά, ο ιστορικός Leonid Futorianskiy αμφισβητεί αυτούς τους ισχυρισμούς και υποστηρίζει, αντίθετα, ότι κατά τη διάρκεια της προηγούμενης Λευκής Τρομοκρατίας του στρατού του Πιότρ Νικολάεβιτς Κρασνόφ έχασαν τη ζωή τους περίπου 25.000-40.000 άνθρωποι. Τα πατρικά εδάφη των Κοζάκων ήταν συχνά πολύ εύφορα και κατά τη διάρκεια της εκστρατείας της κολεκτιβοποίησης πολλοί Κοζάκοι είχαν την ίδια τύχη με τους κουλάκους.

Ο τεχνητός σοβιετικός λιμός του 1932-1933 χτύπησε τις περιοχές του Ντον, του Κουμπάν και του Τερέκ πολύ σκληρά. Ο λιμός προκάλεσε σ' αυτές τις περιοχές μείωση του πληθυσμού της τάξης του 20-30%, ενώ στις αγροτικές περιοχές που κατοικούνταν από τους Κοζάκους η μείωση του πληθυσμού ήταν ακόμα μεγαλύτερη. Ο Βρετανός ιστορικός Ρόμπερτ Κονκουέστ εκτιμά τον αριθμό των θανάτων που σχετίζονται με τον λιμό στο Βόρειο Καύκασο σε περίπου 1 εκατομμύριο[44]. Σιτηρά και άλλα προϊόντα απαλλοτριώθηκαν από τις οικογένειες των Κοζάκων, αφήνοντάς τους να λιμοκτονούν και να πεθαίνουν, και πολλές οικογένειες αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους στη διάρκεια του χειμώνα, αφήνοντάς τους να παγώσουν μέχρι θανάτου. Τα γεγονότα αυτά τεκμηριώνονται στις επιστολές του Μιχαήλ Σόλοχοφ προς τον Ιωσήφ Στάλιν και από αυτόπτες μάρτυρες.

Το 1936, υπό την πίεση των κοινοτήτων των Κοζάκων, η σοβιετική κυβέρνηση ήρε την απαγόρευση της υπηρεσίας Κοζάκων στον Κόκκινο Στρατό.

Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κοζάκοι του Κουμπάν κατά τη διάρκεια της νικητήριας παρέλασης στη Μόσχα το 1945

Κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου οι Κοζάκοι για άλλη μια φορά βρέθηκαν και στις δύο πλευρές της σύγκρουσης. Ένας σημαντικός αριθμός πολέμησε με το πλευρό των Ναζί. Αυτό μπορεί να εξηγηθεί από τη σκληρή καταπίεση που αντιμετώπιζαν πολλοί από αυτούς στο πλαίσιο της πολιτικής της κολεκτιβοποίησης και της αποκοζακοποίησης που εφάρμοσε ο Ιωσήφ Στάλιν. Όπως και άλλοι λαοί της Σοβιετικής Ένωσης που υπέστησαν διώξεις από τον Στάλιν, πολλοί Κοζάκοι οραματίζονταν την αυτονομία και έβλεπαν τα προωθημένα γερμανικά στρατεύματα ως απελευθερωτές[45][46].

Ενώ ο πυρήνας των συνεργαστών των Ναζί αποτελείτο από πρώην πρόσφυγες του Λευκού Στρατού, πολλοί Κοζάκοι λιποτάκτησαν από τον Κόκκινο Στρατό και ενώθηκαν με τις γερμανικές ένοπλες δυνάμεις (Βέρμαχτ). Ήδη από το 1941, διαμορφώθηκαν τα πρώτα υπό γερμανική ηγεσία αποσπάσματα Κοζάκων από αιχμαλώτους πολέμου, λιποτάκτες και εθελοντές. Το Τάγμα Ντουμπρόβσκι που σχηματίστηκε από Κοζάκους του Ντον το Δεκέμβριο του 1941, αναδιοργανώθηκε στις 30 Ιουλίου 1942 στο Σύνταγμα Παβλόφ αριθμώντας έως 350 άνδρες. Οι Κοζάκοι χρησιμοποιήθηκαν με επιτυχία στα μετόπισθεν του γερμανικού στρατού επιτελώντας ενέργειες αντιμετώπισης ανταρτών.

Το Εθνικό Κίνημα Απελευθέρωσης των Κοζάκων ιδρύθηκε με την ελπίδα της δημιουργίας ενός ανεξάρτητου κράτους Κοζάκων, της Κοζακίας. Το 1943 δημιουργήθηκε η 1η Μεραρχία Κοζάκων υπό τη διοίκηση του στρατηγού Χέλμουτ φον Πάνβιτς. Η 2η Μεραρχία Κοζάκων δημιουργήθηκε το 1944 αλλά η ύπαρξή της κράτησε μόνο ένα χρόνο όταν και οι δύο Μεραρχίες Κοζάκων έγιναν μέρος του 15ου Σώματος Ιππικού Κοζάκων, που αριθμούσε συνολικά περίπου 25.000 άνδρες και αποτελούσε τακτική μονάδα της Βέρμαχτ, και όχι των Waffen-SS όπως κατά καιρούς αναφέρεται λανθασμένα. Παρά το γεγονός ότι το 1944 ο στρατηγός Χέλμουτ φον Πάνβιτς αποδέχθηκε μία χαλαρή σύνδεση με τα Waffen-SS, προκειμένου να αποκτήσει πρόσβαση στην προμήθεια ανώτερων όπλων και εξοπλισμού, σε συνδυασμό με τον έλεγχο των μονάδων των Κοζάκων που βρίσκονταν στη Γαλλία, η διοίκηση του Σώματος, η δομή, οι στολές, οι βαθμοί κ.λπ. παρέμειναν σταθερά της Βέρμαχτ[47][48][49][50]. Το Σώμα περιείχε συντάγματα από διάφορες ομάδες Κοζάκων: του Ντον, του Κουμπάν, του Τερέκ και της Σιβηρίας, που πολεμούσαν τους παρτιζάνους του Γιόσιπ Μπροζ Τίτο στην Κροατία. Στο τέλος του πολέμου, το 1945, υποχώρησαν βορειοανατολικά προς τα όρη Καραβάνκεν στην Καρινθία, όπου παραδόθηκαν στο βρετανικό στρατό στην κατειλημμένη από τους Συμμάχους Αυστρία ελπίζοντας να ενωθούν με τους Βρετανούς στη μάχη κατά του Κομμουνισμού. Όμως εκείνη την εποχή δεν υπήρχε συμπάθεια για τους Κοζάκους, καθώς τους έβλεπαν ως συνεργάτες των Ναζί ενώ υπήρχαν και αναφορές ότι διέπραξαν ακρότητες κατά των μαχητών της αντίστασης στην Ανατολική Ευρώπη. Στις 28 Μαΐου 1945 οι Κοζάκοι εξαπατήθηκαν από τους Βρετανούς, οι οποίοι τους διαβεβαίωναν ότι θα τους έστελναν στον Καναδά ή την Αυστραλία. Αντιθέτως, τους παρέδωσαν όλους στο SMERSH, στη Σοβιετική διαχωριστική γραμμή στο Γιούντενμπουργκ. Στο τέλος του πολέμου, οι Βρετανοί επαναπάτρισαν στη Σοβιετική Ένωση περίπου 40.000-50.000 Κοζάκους, συμπεριλαμβανομένων των οικογενειών τους. Στη συνέχεια, ένας άγνωστος αριθμός Κοζάκων εκτελέστηκε ή φυλακίστηκε από τις σοβιετικές αρχές. Σύμφωνα με πληροφορίες, πολλοί από αυτούς δεν υπήρξαν ποτέ Σοβιετικοί πολίτες. Το γεγονός αυτό έμεινε γνωστό ως η Προδοσία των Κοζάκων.

Η πλειοψηφία των Κοζάκων πολέμησε στις τάξεις του Κόκκινου Στρατού στο νότιο θέατρο του ανατολικού μετώπου, όπου οι ανοικτές στέπες ήταν ιδανικές για μετωπικές περιπολίες. Ένα απόσπασμα Κοζάκων παρέλασε στην Κόκκινη Πλατεία κατά τη νικητήρια παρέλαση στη Μόσχα το 1945.

Οι μονάδες των Κοζάκων του Κόκκινου Στρατού απέκτησαν φήμη για τη σκληρότητά τους απέναντι στους πολίτες κατά τη διάρκεια του πολέμου. Η Halina Kahn, μία Πολωνοεβραία στο γκέτο του Λοτζ, θυμάται: "Είμαστε ελεύθερες, ο πόλεμος έχει τελειώσει και έρχεται ο ρωσικός στρατός. Αυτή ήταν τρομερή αγωνία: υπήρχαν Κοζάκοι που ήταν στο μέτωπο για τρία ή τέσσερα χρόνια, βρώμικοι και μαύροι, και είδαν γυναίκες για πρώτη φορά και έπαιρναν γυναίκες και κορίτσια μέσα στους στρατώνες"[51].

Σύγχρονη εποχή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά τον πόλεμο, οι μονάδες των Κοζάκων, καθώς και το ιππικό γενικά, ήταν πλέον παρωχημένες και απελευθερώθηκαν από το σοβιετικό στρατό. Στη μεταπολεμική περίοδο πολλοί απόγονοι των Κοζάκων έγιναν απλοί αγρότες, και αυτοί που ζούσαν εντός μίας αυτόνομης δημοκρατίας συνήθως μετανάστευαν σε άλλα μέρη και ιδιαίτερα στην περιοχή της Βαλτικής.

Στα τέλη της δεκαετίας του 1980, την εποχή της Περεστρόικα στη Σοβιετική Ένωση, πολλοί Κοζάκοι ενθουσιάστηκαν με την αναζωογόνηση των εθνικών τους παραδόσεων. Το 1988, η Σοβιετική Ένωση πέρασε ένα νόμο που επέτρεπε τη δημιουργία των παλαιών θυλάκων και τη δημιουργία νέων. Ο αταμάνος του μεγαλύτερου, του πανίσχυρου θύλακα Κοζάκων του Ντον, πήρε το βαθμό του Στρατάρχη και το δικαίωμα να ιδρύσει νέο θύλακα. Οι Κοζάκοι έλαβαν ενεργό μέρος σε πολλές από τις συγκρούσεις που ακολούθησαν: στον πόλεμο της Υπερδνειστερίας[52], στη σύγκρουση Γεωργίας-Αμπχαζίας, στη σύγκρουση Γεωργίας-Οσετίας, στον πόλεμο του Κοσσυφοπεδίου, στον Πρώτο Πόλεμο της Τσετσενίας και στο Δεύτερο Πόλεμο της Τσετσενίας.

Την ίδια εποχή, έγιναν πολλές προσπάθειες για να αυξηθεί το αντίκτυπο των Κοζάκων στη ρωσική κοινωνία και σε όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του 1990 πολλές περιφερειακές αρχές συμφώνησαν να παραδώσουν μέρος της τοπικής αυτοδιοίκησης και των αστυνομικών καθηκόντων στους Κοζάκους. Τον Απρίλιο του 2005, ο πρόεδρος της Ρωσίας Βλαντιμίρ Πούτιν κατέθεσε στην Κρατική Δούμα ένα νομοσχέδιο "Περί της Κρατικής Υπηρεσίας των Ρώσων Κοζάκων", το οποίο και υπερψηφίστηκε στις 18 Μαΐου 2005. Για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες οι Κοζάκοι αναγνωρίστηκαν όχι μόνο ως μία ξεχωριστή εθνοπολιτισμική οντότητα αλλά και ως ισχυρή στρατιωτική δύναμη.

Σύμφωνα με ορισμένες πηγές, υπάρχουν περίπου 7 εκατομμύρια άνθρωποι που σήμερα αυτοπροσδιορίζονται ως Ρώσοι Κοζάκοι, κυρίως στη Ρωσία και την πρώην Ένωση Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών[53].

Πολιτισμός και οργάνωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

"Κοζάκος σε υπηρεσία" (έργο του Józef Brandt)

Τα πρώτα χρόνια, οι ομάδες των Κοζάκων διοικούνταν από έναν αταμάνο, ο οποίος εκλεγόταν από τα μέλη της φυλής σε ένα συμβούλιο Κοζάκων, όπως και άλλοι σημαντικοί αξιωματούχοι: ο δικαστής, ο γραμματέας, οι μικρότεροι υπάλληλοι και οι κληρικοί. Το σύμβολο εξουσίας του αταμάνου ήταν ένα τελετουργικό ρόπαλο. Σήμερα οι Ρώσοι Κοζάκοι διοικούνται από αταμάνους και οι Ουκρανοί από χατμάνους.

Ο αταμάνος είχε εκτελεστική εξουσία και σε καιρό πολέμου ήταν ο ανώτατος διοικητής. Η νομοθετική εξουσία δόθηκε στη Συνέλευση (Rada). Σε περίπτωση απουσίας γραπτών νόμων, ίσχυαν οι παραδόσεις των Κοζάκων, δηλαδή ο κοινός, άγραφος νόμος.

Η κοινωνία και η κυβέρνηση των Κοζάκων ήταν βαριά στρατιωτικοποιημένη. Κάθε οικισμός Κοζάκων, μόνος ή σε συνδυασμό με γειτονικούς οικισμούς, σχημάτιζε στρατιωτικές μονάδες και συντάγματα ελαφρού ιππικού (ή πεζικού για τους Κοζάκους της Σιβηρίας) έτοιμα να ανταποκριθούν σε μία απειλή σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα.

Οικισμοί[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Ρώσοι Κοζάκοι ίδρυσαν πολλούς οικισμούς και φρούρια κατά μήκος των συνόρων, όπως το σημερινό Αλμάτι (Καζακστάν), το Γκρόζνυ στο Βόρειο Καύκασο, το Φορτ-Σεβτσένκο (Καζακστάν), το Τουρκμενμπάσι (Τουρκμενιστάν), το Μπλαγκοβέστσενσκ, πόλεις και οικισμούς στους ποταμούς Ουράλη, Ισίμ, Ιρτίς, Ομπ, Γενισέι, Λένα, Αμούρ, Αναντίρ (στη Χερσόνησο Τσούκτσι) και Ουσούρι. Μία ομάδα Κοζάκων από την περιοχή του ποταμού Αμούρ εγκαταστάθηκε στην Κίνα το 1685.

Αν και μερικές φορές οι Κοζάκοι θεωρούνται ξενοφοβικοί, μερικοί Κοζάκοι προσαρμόστηκαν εύκολα στην κουλτούρα και τα έθιμα των γειτονικών λαών (για παράδειγμα, οι Κοζάκοι του Τερέκ ήταν έντονα επηρεασμένοι από την κουλτούρα των φυλών του Βόρειου Καυκάσου) και συχνά παντρεύονταν κατοίκους της περιοχής (άλλους μη Κοζάκους εποίκους ή ιθαγενείς) ανεξάρτητα από τη φυλή ή την καταγωγή και μερικές φορές παραμερίζοντας τους θρησκευτικούς περιορισμούς.

Οικογενειακή ζωή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι οικογενειακές αξίες των Κοζάκων είναι απλές και άκαμπτες και στα μάτια των Δυτικών μοιάζουν να έρχονται από μία άλλη εποχή. Οι άντρες χτίζουν το σπίτι και εξασφαλίζουν το οικογενειακό εισόδημα. Οι γυναίκες μαγειρεύουν, καθαρίζουν και γεννάνε παιδιά. Οι παραδοσιακές ρωσικές αξίες, η κουλτούρα και η Ορθοδοξία αποτελούν τα θεμέλια των πεποιθήσεών τους[54].

Οι Κοζάκοι, και ιδιαίτερα εκείνοι που κατοικούν σε αγροτικές περιοχές, τείνουν να έχουν περισσότερα παιδιά από άλλους σλαβικούς ή χριστιανικούς πληθυσμούς στη Ρωσία.

Οι αγρότες Κοζάκοι συχνά ζουν σε μεγάλες φατρίες με επικεφαλής έναν πατριάρχη γέροντα, συνήθως έναν παππού, ο οποίος έχει πολλές φορές τον τίτλο του Αταμάνου.

Δημοφιλής εικόνα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ένας Ουκρανός μουσικός παίζει μπαντούρα στο Πόζναν φορώντας την παραδοσιακή στολή των Κοζάκων.

Καθώς οι Κοζάκοι εξιδανικεύουν την ελευθερία και την αντίσταση στην εξωτερική αρχή, και τα στρατιωτικά επιτεύγματα εναντίον των εχθρών τους συνέβαλαν σ' αυτή την ευνοϊκή εικόνα, ασκούν έλξη στους ρομαντικούς. Για άλλους υπήρξαν σύμβολο καταπίεσης λόγω του ρόλου τους στην καταστολή των λαϊκών εξεγέρσεων στη Ρωσική Αυτοκρατορία, καθώς και στις επιθέσεις τους κατά των Εβραίων, τη συμμετοχή τους σε πογκρόμ και τις ενέργειές τους κατά τη διάρκεια της εξέγερσης του Χμελνίτσκι.

Οι λογοτεχνικές αναφορές της κουλτούρας των Κοζάκων αφθονούν στη ρωσική, ουκρανική και πολωνική λογοτεχνία, και ιδιαίτερα στα έργα του Νικολάι Γκόγκολ (Τάρας Μπούλμπα), του Τάρας Σεβτσένκο, του Μιχαήλ Σόλοχοφ και του Χένρικ Σιενκιέβιτς (Δια Πυρός και Σιδήρου). Μία από τις πρώτες νουβέλες που έγραψε ο Λέων Τολστόι, Οι Κοζάκοι, απεικονίζει την αυτονομία και την αποξένωσή τους από τη Μόσχα και το συγκεντρωτικό κράτος. Το μεγαλύτερο μέρος της πολωνικής ρομαντικής λογοτεχνίας ασχολείται με θέματα σχετικά με τους Κοζάκους.

Κοζάκοι απεικονίζονται επίσης στο ποίημα του Άλφρεντ Τένισον "Η Επέλαση της Ελαφράς Ταξιαρχίας" και στο διήγημα του Ρίτσαρντ Κόνελ "Το Πιο Επικίνδυνο Θήραμα". Σε πολλές από τις ιστορίες του συγγραφέα Χάρολντ Λαμπ, ο κύριος χαρακτήρας είναι Κοζάκος.

Στην Ουκρανία μερικοί άνθρωποι έχουν προσπαθήσει να αναδημιουργήσουν την εικόνα των Ουκρανών Κοζάκων. Ο παραδοσιακός ουκρανικός πολιτισμός είναι συχνά συνδεδεμένος με τους Κοζάκους και η ουκρανική κυβέρνηση στηρίζει ενεργά αυτές τις προσπάθειες. Το παραδοσιακό ρόπαλο των Κοζάκων (μπουλάβα) είναι ένα από τα εθνικά σύμβολα της χώρας.

Μετά τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης, πολλοί έχουν αρχίσει να βλέπουν τους Ρώσους Κοζάκους ως υπερασπιστές της ρωσικής κυριαρχίας. Οι Κοζάκοι όχι μόνο επανίδρυσαν όλους τους θύλακές τους, αλλά ανέλαβαν στις πατρίδες τους και αστυνομικά και διοικητικά καθήκοντα. Ο ρωσικός στρατός επωφελήθηκε από τα πατριωτικά αισθήματα των Κοζάκων και καθώς οι θύλακές τους έγιναν μεγαλύτεροι και πιο οργανισμένοι, τους παρέδωσαν πλεονάζουσα τεχνολογία. Παρομοίως, οι Κοζάκοι παίζουν επίσης μεγάλο πολιτιστικό ρόλο στη νότια Ρωσία. Δεδομένου ότι το σύνολο του αγροτικού πληθυσμού των περιοχών του Ροστόφ, του Κρασνοντάρ και της Σταυρούπολης, καθώς και των αυτόνομων δημοκρατιών του βόρειου Καυκάσου, αποτελείται σχεδόν αποκλειστικά από απογόνους Κοζάκων, η περιοχή ήταν πάντα γνωστή, ακόμα και την εποχή της Σοβιετικής Ένωσης, για την υψηλή πειθαρχία της, τη χαμηλή εγκληματικότητα και τις συντηρητικές απόψεις, έχοντας ένα από τα υψηλότερα ποσοστά αλφαβητισμού και θρησκευτικής συμμετοχής. Το αποτέλεσμα ήταν ότι μεταξύ της ρωσικής νεολαίας, οι Κοζάκοι άρχισαν να εκπροσωπούν την τάξη και, σε ορισμένες περιπτώσεις, την ελπίδα, ιδιαίτερα σε σύγκριση με τον μη δημοφιλή σήμερα ρωσικό στρατό.

Βαθμοί[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ρωσικό στρατιωτικό διακριτικό των ενόπλων δυνάμεων των σύγχρονων Κοζάκων του Κουμπάν

Στη Ρωσική Αυτοκρατορία, οι Κοζάκοι ήταν οργανωμένοι σε διάφορους θύλακες κατά μήκος των ρωσικών συνόρων ή των εσωτερικών συνόρων μεταξύ του ρώσικων και μη ρώσικων λαών. Κάθε θύλακας είχε τη δική του ηγεσία και τα δικά του εμβλήματα, καθώς και στολές και βαθμούς. Ωστόσο, από τα τέλη του 19ου αιώνα οι βαθμοί τυποποιήθηκαν ακολουθώντας το παράδειγμα του αυτοκρατορικού ρωσικού στρατού.

Ο ανώτατος αταμάνος του μεγαλύτερου θύλακα των Κοζάκων του Ντον φέρει επίσημα τον τίτλο του Στρατάρχη κι έτσι φοράει τα διακριτικά που φοράει και ο Ρώσος/Σοβιετικός Στρατάρχης, συμπεριλαμβανομένου και του αδαμάντινου αστέρα. Αυτό συμβαίνει επειδή ο ανώτατος Αταμάνος των Κοζάκων του Ντον αναγνωρίζεται ως ο επίσημος επικεφαλής όλων των στρατών των Κοζάκων (συμπεριλαμβανομένων και εκείνων που βρίσκονται εκτός των παρόντων ρωσικών συνόρων). Έχει επίσης την εξουσία να αναγνωρίζει και να διαλύει νέους θύλακες.

Στολές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Κοζάκοι έφτιαχναν οι ίδιοι τις στολές τους. Ενώ αυτές κατασκευάζονταν μερικές φορές σε μεγάλες ποσότητες από εργοστάσια μεμονωμένων θυλάκων, τα ενδύματα συχνά ράβονταν και κόβονταν εντός της τάξης μίας οικογένειας. Κατά συνέπεια, τα μεμονωμένα στοιχεία μπορούσαν να διαφέρουν από αυτά που προβλέπονταν από τον κανονισμό ή να ήταν ξεπερασμένα. Κάθε θύλακας είχε τη δική του ξεχωριστή στολή.

Για τους περισσότερους θύλακες, η βασική στολή αποτελούνταν από φαρδιά πουκάμισα και παντελόνια, τυπικά του τακτικού ρωσικού στρατού κατά την περίοδο 1881-1908. Ωστόσο, οι θύλακες του Καυκάσου (Κουμπάν και Τερέκ) φορούσαν πολύ μακριά, και ανοιχτά μπροστά, παλτά με διακοσμητικές θηλιές και χρωματιστά γιλέκα, που αποτελούσαν την επιτομή της εικόνας των Κοζάκων. Οι περισσότεροι θύλακες φορούσαν στην πλήρη ενδυμασία γούνινα καπέλα με χρωματιστές πάνινες κορυφές και μυτερούς σκούφους για τα συνήθη καθήκοντα. Εντούτοις φαίνεται πως τις περισσότερες φορές οι δύο θύλακες του Καυκάσου φορούσαν ψηλά γούνινα καπέλα.

Μέχρι το 1909, τα συντάγματα των Κοζάκων φορούσαν λευκές μπλούζες και καπέλα στα πρότυπα του ρωσικού στρατού. Οι ιμάντες και οι λωρίδες των πηλήκιων είχαν το χρώμα του θύλακα όπως περιγράφεται παρακάτω. Από το 1910 έως το 1918, φορέθηκε ένα χακί-γκρι μπουφάν με μπλε ή πράσινο παντελόνι με χρωματιστές ρίγες.

Ενώ οι περισσότεροι Κοζάκοι υπηρετούσαν στο ιππικό, σε αρκετούς θύλακες υπήρχαν μονάδες πεζικού και πυροβολικού. Τρία συντάγματα Κοζάκων αποτελούσαν μέρος της Βασιλικής Φρουράς και φορούσαν στολές προσαρμοσμένες κατά παραγγελία της κυβέρνησης, με εντυπωσιακή και πολύχρωμη εμφάνιση.

Θύλακας Έτος ίδρυσης Παλτό ή Χιτώνιο Ζακέτα Παντελόνια Καπέλο Ιμάντες
Κοζάκοι του Ντον 1570 μπλε χιτώνιο - μπλε με κόκκινες ρίγες κόκκινο μπλε
Κοζάκοι του Ουράλη 1571 μπλε χιτώνιο - μπλε με βυσσινί ρίγες βυσσινί βυσσινί
Κοζάκοι του Τερέκ 1577 γκρι-καφέ παλτό γαλάζια γκρι γαλάζιο γαλάζιοι
Κοζάκοι του Κουμπάν 1864 μαύρο παλτό κόκκινη γκρι κόκκινο κόκκινοι
Κοζάκοι του Ορενμπούργκ 1744 πράσινο χιτώνιο - πράσινα με γαλάζιες ρίγες γαλάζιο γαλάζιοι
Κοζάκοι του Άστραχαν 1750 μπλε χιτώνιο - μπλε με κίτρινες ρίγες κίτρινο κίτρινοι
Κοζάκοι της Σιβηρίας δεκαετία του 1750 πράσινο χιτώνιο - πράσινα με κόκκινες ρίγες κόκκινο κόκκινοι
Κοζάκοι της Βαϊκάλης 1851 πράσινο χιτώνιο - πράσινα με κίτρινες ρίγες κίτρινο κίτρινοι
Κοζάκοι του Αμούρ 1858 πράσινο χιτώνιο - πράσινα με κίτρινες ρίγες κίτρινο πράσινοι
Κοζάκοι του Ουσούρι 1889 πράσινο χιτώνιο - πράσινα με κίτρινες ρίγες κίτρινο κίτρινοι

*Τα στοιχεία βασίζονται σε έντυπο που εκδόθηκε από το Αυτοκρατορικό Ρωσικό Υπουργείο Πολέμου 1910–1911.

Η ταυτότητα των σύγχρονων Ρώσων Κοζάκων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σε αντίθεση με την Ουκρανία, όπου το ζήτημα της κατάστασης και της ταυτότητας των Κοζάκων έχει επιλυθεί, στη σύγχρονη Ρωσία το ερώτημα "Ποιος είναι Κοζάκος;" δημιουργεί μεγάλες διαμάχες. Υπάρχουν Κοζάκοι που έχουν, ή τουλάχιστον ισχυρίζονται ότι έχουν, άμεση καταγωγή από τους Κοζάκους της παλιάς, τσαρικής εποχής. Αυτοί είναι κυρίως Χριστιανοί Ορθόδοξοι, οι οποίοι θεωρούν τους εαυτούς τους Σλάβους.

Ωστόσο άλλοι, που δεν "γεννήθηκαν" Κοζάκοι, μπορούν να γίνουν Κοζάκοι μέσω της μύησης. Δεν είναι κατ' ανάγκην Σλάβοι ή Χριστιανοί. Για παράδειγμα, το 2004 δημιουργήθηκε στο Περμ η πρώτη στη Ρωσία μουσουλμανική μονάδα Κοζάκων. Εντούτοις, κατά μία άλλη άποψη, οι "μυημένοι" Κοζάκοι δεν θα έπρεπε να θεωρούνται Κοζάκοι. Ούτε υπάρχει συναίνεση σχετικά με το ποια είναι η κατάλληλη μορφή μύησης.

Υπάρχουν άνθρωποι που απλά έβαλαν μία στολή Κοζάκων και ουσιαστικά προσποιούνται ότι είναι Κοζάκοι, ίσως επειδή υπάρχει μεγάλος πληθυσμός Κοζάκων στην περιοχή τους και είναι πιο βολικό να προσπαθήσουν να ταιριάξουν μ' αυτόν ή επειδή απλά αυτή την εποχή είναι μία δημοφιλής μανία. Αυτά τα άτομα χλευάζονται από τους "πραγματικούς" Κοζάκους και αναφέρονται ως "μασκαράδες" (ряженые).

Λόγω των αντιπαραθέσεων γύρω από το ζήτημα της ταυτότητας, ο αριθμός του πραγματικού πληθυσμού των Κοζάκων στη Ρωσία εξακολουθεί να μην μπορεί να καθοριστεί. Λέγεται ότι υπάρχουν 7.000.000 άτομα στη Ρωσία που αυτοπροσδιορίζονται ως Κοζάκοι. Οι περισσότεροι Κοζάκοι ηγέτες εκτιμούν τον αριθμό των Κοζάκων από 2.500.000 έως 4.000.000 άτομα.

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οθωμανοί Τούρκοι σε μάχη εναντίον των Κοζάκων, 1592

Αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. R.P. Magocsi, A History of Ukraine σελ.179–181
  2. From Da to Yes: Understanding the East Europeans σελ.294, Yale Richmond, Intercultural Press (1995)
  3. Encyclopedia of Ukraine: Cossacks
  4. Online Etymology Dictionary
  5. Encyclopædia Britannica, λήμμα Cossack
  6. Iaroslav Lebedynsky, Histoire des Cosaques Ed Terre Noire σελ.38
  7. Vasili Glazkov, History of the Cossacks σελ.3, Robert Speller & Sons, Νέα Υόρκη, ISBN 0-8315-0035-2. Ο συγγραφέας επικαλείται τα στοιχεία Βυζαντινών, Ιρανών και Αράβων ιστορικών. Σύμφωνα μ' αυτή την άποψη, από το 1261 οι Κοζάκοι ζούσαν στην περιοχή μεταξύ των ποταμών Δνείστερου και Βόλγα, όπως περιγράφεται για πρώτη φορά στα ρωσικά χρονικά.
  8. Samuel J Newland, Cossacks in the German Army, 1941–1945, Routledge (1991) ISBN 0-7146-3351-8
  9. Karl Friedrich Neumann, The People of southern Russia in its historical evolution σελ. 132, BG Teubner, Λειψία (1855): "Οι Κουμάνοι, οι οποίοι ζουν στη γη των Κιπτσάκ από αμνημονεύτων ετών, [...], είναι γνωστοί σε μας ως Τούρκοι. Αυτοί οι Τούρκοι δεν είναι μετανάστες από τις περιοχές πέρα από τον Ουράλη, αλλά είναι αληθινοί απόγονοι των αρχαίων Σκυθών, οι οποίοι τώρα εμφανίζονται και πάλι στην παγκόσμια ιστορία υπό το όνομα των Κουμάνων, [...]."
  10. Μιχαήλο Χρουσέβσκι, Illustrated History of Ukraine, BAO, Donetsk (2003) ISBN 966-548-571-7
  11. John Ure, The Cossacks: An Illustrated History, Λονδίνο: Gerald Duckworth
  12. Cossack Navy 16th – 17th Centuries
  13. "Το 1651, εν όψει της αυξανόμενης απειλής από την Πολωνία και έχοντας εγκαταλειφθεί από τους Τατάρους συμμάχους του, ο Χμελνίτσκι ζήτησε από τον τσάρο να ενσωματώσει την Ουκρανία ως αυτόνομο δουκάτο υπό τη ρωσική προστασία... οι λεπτομέρειες της ένωσης αποτέλεσαν αντικείμενο διαπραγμάτευσης στη Μόσχα. Στους Κοζάκους δόθηκε μεγάλος βαθμός αυτονομίας και, όπως και άλλες κοινωνικές ομάδες στην Ουκρανία, διατήρησαν όλα τα δικαιώματα και προνόμια που απολάμβαναν από το πολωνικό κράτος." Encyclopædia Britannica: Pereyaslav agreement
  14. Francis Dvornik, The Slavs in European History and Civilization, Rutgers Univ Pr (1992) ISBN 978-0813507996
  15. Vasily Klyuchevsky, The course of the Russian History, 2ος τόμος
  16. Stephen Summerfield, Cossack Hurrah!!: Russian Irregular Cavalry Organization and Uniforms During the Napoleonic War Λονδίνο: Partizan Press (2005)
  17. Kurgan Culture
  18. Shane O'Rourke Warriors and peasants: the Don Cossacks in late imperial Russia Palgrave Macmillan (2000)
  19. Face Music - Old Believer
  20. Wixman, The Peoples of the USSR σελ. 51
  21. Alton S. Donnelly, The Russian Conquest of Bashkiria, Yale University Press (1968)
  22. Albert Seaton, The Cossacks, Random House (1972) ISBN 978-0-85045-116-0
  23. Paul Avrich, Russian Rebels: Razin σελ.59, W.W. Norton & Company (1972)
  24. Avrich, Russian Rebels, σελ.52
  25. Avrich, Russian Rebels σελ.58
  26. Avrich, Russian Rebels σελ.60
  27. Shane O’Rourke, The Cossacks σελ.91, Manchester University Press (2008)
  28. O’Rourke, The Cossacks σελ.90-91
  29. Avrich, Russian Rebels σελ.62
  30. Avrich, Russian Rebels, σελ.66-7
  31. O’Rourke, The Cossacks, σελ.95-97
  32. O’Rourke, The Cossacks σελ.100-105
  33. Avrich, Russian Rebels σελ.112
  34. Avrich, Russian Rebels σελ.113
  35. O’Rourke, The Cossacks σελ.115
  36. O’Rourke, The Cossacks σελ.116-117
  37. O’Rourke, The Cossacks σελ.129-30
  38. O’Rourke, The Cossacks σελ.120
  39. O’Rourke, The Cossacks σελ.124
  40. O’Rourke, The Cossacks σελ.126
  41. O’Rourke, The Cossacks σελ.127-128
  42. John Doyle Klier, Shlomo Lambroza, Pogroms: Anti-Jewish Violence in Modern Russian History σελ.303
  43. Michael Kort, The Soviet Colosus: History and Aftermath σελ.133, Armonk, NY: M.E. Sharpe (2001) ISBN 0-7656-0396-9
  44. Robert Conquest, The Harvest of Sorrow: Soviet Collectivization and the Terror-Famine σελ.306, Oxford University Press (1986) ISBN 0-19-505180-7
  45. Samuel J. Newland, The Cossack Volunteers
  46. Combat Magazine, Stalin's Enemies, ISSN 1542–1546
  47. Harald Stadler, Die Kosaken im Ersten und Zweiten Weltkrieg σελ.151, 166, Studienverlag Innsbruck (2008) ISBN 978-3-7065-4623-2
  48. Hans Werner Neulen, An deutscher Seite, σελ.320, 459, Μόναχο (1985)
  49. Samuel Newlands, Cossacks in the German Army, Λονδίνο (1991), ISBN 0-7146-3351-8
  50. Matthias Hoy, Der Weg in den Tod σελ.152-155, 473-476, Βιέννη (1991)
  51. Lyn Smith, Forgotten Voices of the Holocaust, Ebury Press (2005) ISBN 0-09-189825-0
  52. James Hughes και Gwendolyn Sasse, Ethnicity and territory in the former Soviet Union: regions in conflict σελ.107, Taylor & Francis (2002) ISBN 0-7146-8210-1
  53. Strategy Page: The Cossacks Return
  54. BBC News: Russia's Cossacks rise again

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Εγκυκλοπαίδεια Χάρη Πάτση, λήμμα «Κοζάκοι».
  • Η Επανάσταση των Κοζάκων, Κλασσικά Εικονογραφημένα Νο 1036, σελ.47, Εκδόσεις Μ. Πεχλιβανίδη & Σία
  • Richard Knotel, Herbert Knotel & Sieg Herbert, Uniforms of the World: A compendium of Army, Navy and Air Force uniforms 1700–1937 Charles Scribner's Sons, Νέα Υόρκη (1980)
  • Stephen Summerfield, Cossack Hurrah: Russian Irregular Cavalry Organisation and Uniforms during the Napoleonic Wars, Partizan Press (2005)
  • Stephen Summerfield, The Brazen Cross: Brazen Cross of Courage: Russian Opochenie, Partizans and Russo-German Legion during the Napoleonic Wars, Partizan Press (2007)
  • H. Havelock, The Cossacks in the Early Seventeenth Century σελ.242-260, English Historical Review (Απρίλιος 1898)
  • The Cossack Corps, General der Flieger Hellmuth Felmy, US Army Historical Division, Hailer Publishing (2007)
  • Mario D. Donadio, Le Fiamme di Zaporoze, Giraldi (2008) ISBN 8861552684
  • John Dunn, «Οι Κοζάκοι. Σκληροί πολεμισταί και ανυπότακτοι κυρίαρχοιτης στέππας»,Ιστορία Εικονογραφημένη, τχ.76 (Οκτώβρης 1974), σελ.32-39

Εξωτερικές συνδέσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]