Υποβρύχιο

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Το HMCS Windsor του Καναδικού Ναυτικού

Το υποβρύχιο είναι είδος σκάφους που έχει τη δυνατότητα να κινείται επί και υπό την επιφάνεια της θάλασσας. Προσπερνώντας τις διάφορες απόπειρες, από την αρχαιότητα, κατασκευής υποβρυχίων που όμως δεν τελεσφόρησαν λόγω τεχνικής ανεπάρκειας, τα πρώτα υποβρύχια κατασκευάστηκαν τον 17ο και τον 18ο αιώνα και έμοιαζαν περισσότερο με μεταλλικούς κώδωνες που φιλοξενούσαν συνήθως ένα άτομο και στηρίζονταν για την κίνησή τους στη μυϊκή του δύναμη. Σήμερα τα υποβρύχια χρησιμοποιούνται κυρίως για στρατιωτικούς και ερευνητικούς σκοπούς αλλά και για αναψυχή, καλούμενα συνήθως βαθυσκάφη.

Τα πρώτα πολεμικά υποβρύχια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το ρωσικό υποβρύχιο Βολκ που έδρασε κατά τον Α' Π.Π.

Στις 7 Σεπτεμβρίου 1776, στη διάρκεια του πολέμου της ανεξαρτησίας των ΗΠΑ, ο λοχίας Έζρα Λι επιβαίνοντας στο υποβρύχιο Turtle (θαλάσσια χελώνα) επιχείρησε ανεπιτυχώς να βυθίσει το βρετανικό πολεμικό πλοίο HMS Eagle που συμμετείχε στον αποκλεισμό της Νέας Υόρκης. Το "Turtle" έμοιαζε πράγματι με δύο κελύφη χελώνας ενωμένα μεταξύ τους. Ήταν ωοειδές ξύλινο σκάφος που καταδυόταν με ελεγχόμενη εισροή νερού σε υδατοδεξαμενή και αναδυόταν όταν το μονομελές πλήρωμά του απομάκρυνε το νερό με χειροκίνητη αντλία. Κινούταν επίσης με χειροκίνητες προπέλες.

Για πολλά χρόνια η έρευνα για την ανάπτυξη υποβρυχίων ήταν περιορισμένη, ώσπου το 1801 ναυπηγείται ο Ναυτίλος του Φούλτων σε σχήμα επίμηκες κυλινδρικό μήκους 6,5μ. πλάτους 2μ. κινούμενο με χειροκίνητη έλικα αλλά και με τα πρώτα οριζόντια πτερύγια για την κατάδυση. Στη διάρκεια του αμερικανικού εμφυλίου η πλευρά των Βορείων ("Ένωση") εξοπλίστηκε με το υποβρύχιο "Αλιγάτωρ" που είχε κατασκευαστεί στη Γαλλία για λογαριασμό της. Ο "Αλιγάτωρ" είχε 20μελές πλήρωμα και έφερε εξοπλισμό μηχανικής διάθεσης και φιλτραρίσματος του αέρα. Βυθίστηκε όμως από ατύχημα κενό πληρώματος ενώ ρυμουλκούταν προς το Τσάρλεστον όπου θα αναλάμβανε στρατιωτική δράση. Μικρότερου μεγέθους πολεμικά υποβρύχια χρησιμοποίησε το ναυτικό των Νοτίων.

Περί τα τέλη του 19ου αιώνα έγιναν νέες συστηματικές προσπάθειες, με σημαντικότερες εκείνες των Γ. Ζεντέ (1886) και Ουάντιγκτον (1892) οι οποίοι πρώτοι τοποθέτησαν ηλεκτροκινητήρες τροφοδοτούμενους από συσσωρευτές για την πρόωση, που απέτυχαν όμως λόγω ανεπάρκειας σε ακτίνα ενέργειας. Την ίδια εποχή σημειώνεται και η φιλότιμη προσπάθεια του Έλληνα μηχανικού-ναυπηγού Γρυπάρη στον Πειραιά. Το 1885 το ελληνικό πολεμικό ναυτικό αγόρασε το πρώτο υποβρύχιο -επίσης ατμοκίνητο- από το Σουηδό ναυπηγό Θόρστεν Νόρντενφελντ του οποίου και έφερε το όνομα.

Ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος αποτέλεσε ουσιαστικά το παρθενικό μεγάλο θέατρο μαχών για τα πολεμικά υποβρύχια. Η πρώτη εμπλοκή υποβρυχίου σε εθνικό άγώνα, σε παγκόσμια βάση, θεωρείται η επιχείρηση του ελληνικού υποβρυχίου Δελφίν, τον Δεκέμβριο του 1912, κοντά στη Τένεδο. Αλλά εκεί που τα υποβρύχια επρόκειτο να παίξουν καθοριστικό ρόλο, ήταν όταν ξέσπασε ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος.

Τα υποβρύχια στον 2ο Π.Π.[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Για τα γερμανικά υποβρύχια δείτε επίσης: Kriegsmarine, Μάχη του Ατλαντικού

Με την έναρξη του 2ου παγκόσμιου πολέμου, η Γερμανία διέθετε το μεγαλύτερο στόλο υποβρυχίων από όλους τους εμπόλεμους. Η γερμανική διοίκηση, υπό την ηγεσία των ναυάρχων Έριχ Ρέντερ και Καρλ Ντένιτς, επιδίωξε να πετύχει με το στόλο αυτό το ναυτικό αποκλεισμό της Μεγάλης Βρετανίας. Τα γερμανικά υποβρύχια (U-boot) περιπολούσαν στον Ατλαντικό, στις ναυτικές γραμμές ανάμεσα στις ΗΠΑ και τη Μεγάλη Βρετανία, μέχρι να εντοπίσουν εχθρική νηοπομπή. Τότε ειδοποιούσαν όσα περιπολούσαν σε γειτονικές περιοχές προκειμένου να πραγματοποιήσουν μια ομαδική επίθεση (τακτική που αποκαλούνταν "αγέλη λύκων"), συνήθως τη νύχτα και ευρισκόμενα σε ανάδυση. Τα πρώτα χρόνια του πολέμου οι γερμανικές επιτυχίες με τη χρήση αυτής της τακτικής ήταν τεράστιες και για μια περίοδο η Μάχη του Ατλαντικού (όπως ονομάστηκε) ήταν αμφίρροπη. Στο δεύτερο μέρος του πολέμου, οι ΗΠΑ και η Βρετανία βελτίωσαν τη συνοδεία των νηοπομπών, ανάπτυξαν καλύτερες ανθυποβρυχιακές τακτικές (με τη χρήση και του σόναρ) και κατόρθωσαν να ανατρέψουν τη γερμανική τακτική. Καθοριστικό ρόλο έπαιξε και η αποκρυπτογράφηση του μυστικού κώδικα επικοινωνίας ανάμεσα στη γερμανική διοίκηση και τα U-boote. Προς το τέλος του πολέμου η Γερμανία εξακολουθούσε να διαθέτει τον μεγαλύτερο στόλο υποβρυχίων, δεν μπορούσε όμως να τον αξιοποιήσει, αφού είχαν περιοριστεί δραματικά οι ναυτικές της βάσεις (κυρίως με την κατάληψη από τους συμμάχους της Γαλλίας και των Κάτω Χωρών).

Στα άλλα θέατρα του πολέμου οι Ιάπωνες διέθεταν έναν εξίσου σημαντικό στόλο υποβρυχίων, τον οποίο όμως δεν κατόρθωσαν να εκμεταλλευτούν επαρκώς αφού είχαν θέσει ως κύριο στόχο τους το πολεμικό ναυτικό των ΗΠΑ (αντίθετα από τους Γερμανούς, που κύριο στόχο είχαν τα ανυπεράσπιστα εμπορικά σκάφη). Παράλληλα, οι ίδιοι οι Ιάπωνες παραμέλησαν σχεδόν ολοκληρωτικά την οργάνωση ανθυποβρυχιακής άμυνας. Αξιοσημείωτο γεγονός στη δραστηριότητα των Ιαπωνικών υποβρυχίων αποτέλεσε η μόνη από αέρος ιαπωνική επίθεση στον ενδοχώρα των ΗΠΑ, από υδροπλάνο που μετέφερε ιαπωνικό υποβρύχιο. Ιαπωνικά υποβρύχια είχαν, επίσης, εκτελέσει πολυβολισμούς εναντίον αμερικανικών στόχων στις ακτές των ΗΠΑ, με πενιχρά ωστόσο αποτελέσματα. Οι ΗΠΑ διέθεταν επίσης ποιοτικό στόλο υποβρυχίων και με αυτόν πέτυχαν περισσότερες απώλειες κατά του ιαπωνικού ναυτικού, σε σύγκριση με τα υπόλοιπα μέσα (αεροσκάφη και σκάφη επιφανείας, νάρκες). Στο τέλος του πολέμου η Γερμανία είχε χάσει 523 υποβρύχια[1], με διαφορά τα περισσότερα από κάθε άλλη χώρα (η Βρετανία, δεύτερη στη σειρά, είχε περίπου 100 απώλειες). Αυτό ήταν συνέπεια τόσο των παράτολμων εξόδων των σκαφών σε όλα τα γεωγραφικά πλάτη και μήκη που τους επέτρεπε η ακτίνα δράσης τους, όσο και της εξαίρετης οργάνωσης ανθυποβρυχιακής άμυνας από πλευράς Βρετανών και Αμερικανών.

Σύγχρονη εποχή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Τεργέστη είναι το βαθυσκάφος που κατέβηκε στην Τάφρο των Μαριανών

Τα υποβρύχια απέκτησαν ξεχωριστό ρόλο και σημασία στο δεύτερο μισό του εικοστού αιώνα, ειδικά στα πλαίσια του Ψυχρού Πολέμου, λόγω δυο σημαντικών εξελίξεων στην κατασκευή τους, της πυρηνικής πρόωσης και της δυνατότητας να εκτοξεύουν πυραύλους με πυρηνικές κεφαλές. Η πρόωση με τη χρήση πυρηνικού αντιδραστήρα επιτρέπει στο υποβρύχιο να βρίσκεται για μήνες -ή και χρόνια, θεωρητικά τουλάχιστον- στη θάλασσα χωρίς ανάγκη ανεφοδιασμού σε καύσιμα ή οξυγόνο. To USS Nautilus (SSN-571) ήταν το πρώτο πυρηνοκίνητο υποβρύχιο στην ιστορία. Η δυνατότητα εκτόξευσης πυραύλων με πυρηνικές κεφαλές, σε συνδυασμό με τον μη εύκολο εντοπισμό του υποβρυχίου από τον αντίπαλο, κάνουν ένα πυρηνικό υποβρύχιο πολύτιμο όπλο. Έτσι, κυρίως για Αμερικανούς και Σοβιετικούς, ο στόλος υποβρυχίων αποτέλεσε παρακαταθήκη για την περίπτωση ενός πυρηνικού πολέμου, κυρίως για το δεύτερο χτύπημα, και αναπτύχθηκε ανάλογα.

Το βαθύτερο σημείο που έχει ποτέ καταδυθεί επανδρωμένο υποβρύχιο συμπίπτει με το βαθύτερο σημείο των ωκεανών και είναι η Τάφρος των Μαριανών στον δυτικό Ειρηνικό Ωκεανό. Το υποβρύχιο ήταν το Τεργέστη και καταδύθηκε στις 23 Ιανουαρίου 1960 στο «Challenger Deep», όπως λέγεται το βαθύτερο σημείο στην μήκος 2.550 χιλιόμετρων Τάφρο των Μαριανών. Στο υποβρύχιο επέβαινε ο Ζακ Πικάρ (Jacques Piccard) και ο Ντον Γουάλς (Don Walsh).

Ατυχήματα με υποβρύχια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα