Μυθιστορία

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο όρος μυθιστορία χρησιμοποιείται στην ελληνική φιλολογική ορολογία ως απόδοση του αγγλικού romance, που αναφέρεται σε ένα λογοτεχνικό αφηγηματικό είδος που αναπτύχθηκε κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα αρχικά στη Γαλλία, με τα έργα του Chrétien de Troyes, και αργότερα εξαπλώθηκε και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Το περιεχόμενό της είναι κατά κύριο λόγο ερωτικό και η πλοκή περιπετειώδης: αφηγείται τα κατορθώματα ενός ήρωα προκειμένου να κερδίσει την αγαπημένη του και να ζήσει μαζί της. Διαδραματίζεται συνήθως σε ιπποτικό περιβάλλον και συχνά είναι έντονο το υπερφυσικό ή και μαγικό στοιχείο. Ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της μυθιστορίας είναι ο ιδεαλιστικός χαρακτήρας και η απόσταση από την πραγματικότητα που την διαφοροποιεί από τον ρεαλισμό του μυθιστορήματος. Οι πρώτες μυθιστορίες ήταν έμμετρες, αλλά αργότερα εμφανίστηκαν και έργα σε πεζό λόγο. Οι τρεις μεγάλοι κύκλοι θεμάτων από τους οποίους αντλούσαν κυρίως οι μεσαιωνικές μυθιστορίες ήταν ο Βρετανικός (ο κύκλος του Βασιλιά Αρθούρου), ο Ρωμαϊκός, που περιλάμβανε έργα με θέμα από την αρχαιότητα, και ο Γαλλικός (γύρω από τον Καρλομάγνο).[1]

Ζητήματα ορολογίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πρέπει να σημειωθεί ότι η διάκριση μεταξύ μυθιστορίας (romance) και μυθιστορήματος (novel) χρησιμοποιείται διεθνώς μόνο στην αγγλόφωνη βιβλιογραφία, ενώ αρκετοί κριτικοί υποστηρίζουν ότι αυτή η διάκριση δεν έχει νόημα[2]. Μέρος της αγγλόφωνης βιβλιογραφίας χρησιμοποιεί επίσης τον όρο romance για να αναφερθεί και στα αρχαία ελληνικά μυθιστορήματα[3].

Ο ελληνικός όρος μυθιστορία χρησιμοποιήθηκε πρώτη φορά από τον Αδαμάντιο Κοραή ως μετάφραση του γαλλικού roman, με τη σημασία της «πλαστής ιστορίας ερωτικών παθημάτων». Την ίδια εποχή χρησιμοποιούνταν και οι όροι ρωμανόν και ρομάντζο, αλλά για αρκετά χρόνια επικράτησε ο όρος μυθιστορία για τη δήλωση του εκτενούς αφηγηματικού είδους που σήμερα ονομάζεται μυθιστόρημα. Ο τελευταίος όρος σταδιακά από τα μέσα του 19ου αι. άρχισε να επικρατεί έναντι του μυθιστορία και τελικά καθιερώθηκε[4].

Η σύγχρονη ελληνική φιλολογία χρησιμοποιεί τον όρο μυθιστορία (συχνά παράλληλα με τον όρο μυθιστόρημα) για να αναφερθεί στα εκτενή ερωτικά αφηγήματα των βυζαντινών χρόνων, λόγια και δημώδη (Τα κατά Ροδάνθην και Δοσικλέα, Τα καθ' Υσμίνην και Υσμινίαν, Καλλίμαχος και Χρυσορρόη, Λίβιστρος και Ροδάμνη, Αχιλληίς κ.α.)[5], τον Διγενή Ακρίτη[6] και τον Ερωτόκριτο[7].

Ο όρος ρομάντζο, το περιεχόμενο του οποίου ταιριάζει γενικά με το περιεχόμενο της μυθιστορίας, έχει αποκτήσει πλέον περισσότερο υποτιμητική σημασία[8], δηλώνοντας ένα «χαμηλού επιπέδου ερωτικό αφήγημα»[9], έχει χρησιμοποιηθεί ωστόσο και στα ελληνικά για την απόδοση του romance[10].

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. J.A. Cuddon, A dictionary of literary terms, André Deutsch 1997, λήμμα «romance», M.H. Abrams, Λεξικό λογοτεχνικών όρων, Πατάκης, Αθήνα 2006, λήμμα «ιπποτική μυθιστορία».
  2. Encyclopedia of litterature and criticism, σελ. 177
  3. Encyclopedia of litterature and criticism, σελ. 180
  4. Για την ιστορία των όρων στα ελληνικά βλ. Α. Σαχίνης, Θεωρία και άγνωστη ιστορία του μυθιστορήματος στην Ελλάδα. 1760-1870, Καρδαμίτσας, Αθήνα 1992, κυρίως σελ. 13-20, 23, 41, 60
  5. R. Beaton, Η ερωτική μυθιστορία του ελληνικού μεσαίωνα, Καρδαμίτσας, Αθήνα 1996, σελ. 21 και 264-265
  6. Με επιφυλάξεις για τον επικό ή μυθιστορ(ηματ)ικό χαρακτήρα του έργου, βλ. Beaton 1996, σελ. 77-79
  7. D. Holton, «Μυθιστορία», Κοινωνία και λογοτεχνία στην Κρήτη της Αναγέννησης, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 1996
  8. Γ. Γιατρομανωλάκης, Αχιλλέως Αλεξανδρέως Τατίου, Λευκίππη και Κλειτοφών, ΜΙΕΤ, Αθήνα 1990, σελ. 720 και 725
  9. Γ. Μπαμπινιώτη, Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας, Κέντρο Λεξικολογίας, Αθήνα 1998
  10. N.Frye, Ανατομία της κριτικής. Τέσσερα δοκίμια, μτφ. Μαριζέτα Γεωργουλέα, Gutenberg, Αθήνα 1997