Θεοδικία
Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Ο όρος Θεοδικία είναι φιλοσοφικός και συγχρόνως θεολογικός όρος που χρησιμοποιήθηκε από τον Γερμανό φιλόσοφο Λάιμπνιτς για να προσδιορίσει τη φιλοσοφική-θεολογική συζήτηση περί του πώς συμβιβάζεται η ύπαρξη του κακού στον κόσμο με την πανσοφία, παναγαθότητα, παντοδυναμία και δικαιοσύνη του Θεού. Προσδιορίζοντας έτσι τον όρο Θεοδικία να σημαίνει δικαιοσύνη του Θεού[1].
Στους νεότερους χρόνους ο Λάιμπνιτς έγραψε στη Γαλλική σχετικό σύγγραμμα με τον τίτλο "Essais de theodicic sur la bonte de Dieu" χρησιμοποιώντας πρώτος τον όρο "Θεοδικία"[2].
[Επεξεργασία] Σημειώσεις-παραπομπές
- ↑ Σημειώνεται πως τέτοιες συζητήσεις δεν ξεκίνησαν αρχικά από τους Χριστιανούς, αφού από την ελληνική μάλιστα αρχαιότητα είχε βασανίσει ιδιαίτερα τους Έλληνες στωικούς φιλοσόφους και αργότερα τον Πλωτίνο.
- ↑ Σημειώνεται ότι υπό αυτή την έννοια ο όρος αυτός κατά τους αρχαίους Έλληνες, είναι ταυτόσημος με τη Θεοκρισία, δηλαδή τη κρίση ενός Θεού σε αμφισβητούμενες περιπτώσεις δικαίου, που επιζητούνταν και τελικά εκφέρονταν με διάφορες δοκιμασίες ή με αποκάλυψη "οιωνών".