Λεβάντες

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Οι άνεμοι της Μεσογείου
Η γενική γεωγραφική θέση του Λεβάντε.

Ο Λεβάντες (από την ιταλική λέξη Levante, που σημαίνει Ανατολή) είναι ένας ανακριβής γεωγραφικός όρος που αναφέρεται ιστορικά σε μια μεγάλη περιοχή της Μέσης Ανατολής νότια των βουνών του Ταύρου, και ορίζεται δυτικά από τη Μεσόγειο, βόρεια από την Αραβική Έρημο και ανατολικά από την Άνω Μεσοποταμία. Στην ελληνική βιβλιογραφία δεν έχει επικρατήσει. Αντ' αυτού η περιοχή δηλώνεται συχνότερα με τον όρο Ανατολική Μεσόγειος, με το μειονέκτημα ότι η Ανατολική Μεσόγειος δηλώνει καταρχήν θαλάσσιο χώρο, ενώ το Levante χερσαίο.

Γενικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Λεβάντες, στην αρχαία ελληνική γνωστός ως ο τοπικός άνεμος Απηλιώτης (ο ήλιος ανατέλλει από την ανατολή), χρησιμοποιείται στη ναυτική διάλεκτο από την αντίστοιχη χρήση στα ισπ. (levante = ανατολή).

Πρόκειται για ανατολικό άνεμο που πνέει στη δυτική Μεσόγειο θάλασσα και στη βόρεια Γαλλία.

Ο Λεβάντες ως γεωγραφικός όρος δεν περιλαμβάνει την οροσειρά του Καύκασου, οποιοδήποτε μέρος της Αραβικής Χερσονήσου, ή την Ανατολία —αν και κατά περιόδους περιλαμβανόταν σε αυτόν και η Κιλικία. Η Χερσόνησος του Σινά μπορεί επίσης να περιληφθεί, αλλά μπορεί και να αποκλειστεί ως οριακή περιοχή που διαμορφώνει μια γέφυρα εδάφους μεταξύ του Λεβάντε και της Βόρειας Αιγύπτου. Κατά περιόδους οι πολιτισμοί και λαοί του Λεβάντε εξουσίαζαν την περιοχή μεταξύ της χερσονήσου του Σινά και του ποταμού Νείλου, αλλά εκείνη η περιοχή αποκλείεται συνήθως από τον γεωγραφικό ορισμό του Λεβάντε.

Ετυμολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο όρος Λεβάντες ανευρίσκεται αρχικά ως Levant στην αγγλική γλώσσα το 1497, και χρησιμοποιούνταν αρχικά υπό την ευρύτερη έννοια των «Mεσογειακών εδαφών ανατολικά της Βενετίας». Προέρχεται από τον όρο levant των Μέσων Γαλλικών (Γαλλικά που ομιλούνταν από το 1340 μέχρι το 1611), που είναι η παθητική μετοχή του ρήματος lever που σημαίνει «αυξάνω, υψώνω, ανατέλλω» (όπως στο «levant soleil», «ανατέλλων ήλιος») που με τη σειρά του προέρχεται από το λατινικό levare. Αναφερόταν δηλαδή στην κατεύθυνση του ανατέλλοντος ηλίου, από την προοπτική εκείνων που αρχικά χρησιμοποίησαν τον όρο, δηλαδή των δυτικοευρωπαίων. Υπό αυτήν τη μορφή είναι περίπου ισοδύναμο με τον αραβικό όρο Mashriq, «η γη όπου ανατέλλει ο ήλιος».

Μια εναλλακτική, αν και μη πιθανή, ετυμολογία προτείνει ότι ο όρος προέρχεται από το Λίβανο - σημειώνοντας ότι οι Ισπανοί μεταφραστές της αραβικής χρησιμοποιούσαν τα γράμματα «b» και «v» εναλλακτικά συνεπεία των ισπανικών προφορών τους. Κατά συνέπεια, ο όρος Λεβάντες αναφερόταν στις περιοχές που περιβάλλουν το Λίβανο, και αντλείται από την αραμαϊκή λέξη για το λευκό, αναφερόμενος στα χιονοσκέπαστα βουνά του Λιβάνου.

Ο σύγχρονος όρος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύννεφα πάνω από το Γιβραλτάρ που σχηματίζονται από τον άνεμο Λεβάντε

.

Ο όρος έγινε τρέχων στα αγγλικά το 16ο αιώνα, μαζί με τους πρώτους Άγγλους εμπόρους τυχοδιώκτες στην περιοχή: τα αγγλικά σκάφη εμφανίστηκαν στη Μεσόγειο γύρω στο 1570 και η αγγλική εμπορική εταιρεία υπεγράψε τη συμφωνία της ("capitulations"= «διομολογήσεις») με τον Μέγα Τούρκο το 1579 (Braudel). Στο γραπτό λόγο του 19ου αιώνα ο όρος ενσωμάτωσε τις ανατολικές περιοχές κάτω από την τότε τρέχουσα διακυβέρνηση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, όπως παραδείγματος χάρη η Ελλάδα. Το όνομα Λεβαντίνος (Levantine) αναφέρεται επιπλέον στους ανθρώπους της Μεσογείου (ιδιαίτερα Ενετούς και Γενοβέζους), Γάλλους, ή άλλης καταγωγής και προέλευσης, που είχαν ζήσει στην Τουρκία από την οθωμανική περίοδο. Η πλειοψηφία τους είναι απόγονοι των εμπόρων από τις «Θαλάσσιες δημοκρατίες» της Μεσογείου (όπως η Δημοκρατία της Βενετίας, η Δημοκρατία της Γένοβας και η Δημοκρατία της Ραγούσας) ή των κατοίκων των Σταυροφορικών Κρατών (ειδικά οι Γάλλοι Λεβαντίνοι). Συνεχίζουν να ζουν στην Κωνσταντινούπολη (ως επί το πλείστον στις περιοχές Μπέιογλου [Beyoğlu] και Νισάντασι [Nişantaşı]) και στη Σμύρνη (ως επί το πλείστον στις περιοχές του Μπουρνόβα [Bornova] και του Βουτζά [Buca]). Όταν η Μεγάλη Βρετανία κατέλαβε την Παλαιστίνη συνεπεία του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου, μερικοί από τους νέους κυβερνήτες προσάρμοσαν τον όρο Λεβαντίνοι υποτιμητικά, αναφέρομενοι στους κατοίκους μικτής αραβικής και ευρωπαϊκής καταγωγής και στους Ευρωπαίους (συνήθως Γάλλους, Ιταλούς, ή Έλληνες) που «είχαν γίνει ιθαγενείς» και υιοθέτησαν τοπικές ενδυμασίες και έθιμα.

Οι Γαλλικές Διοικήσεις της Συρίας και του Λιβάνου από το 1920 έως το 1946 ονομάστηκαν «Τα Κράτη του Λεβάντε». Ο όρος έγινε κοινός στην αρχαιολογία εκείνη τη εποχή, καθότι πολλές σημαντικές ανασκαφές είχαν γίνει τότε, όπως στην Έμπλα (Ebla), στο Μαρί (Mari) και στην Ουγκαρίτ (Ugarit). Δεδομένου ότι αυτές οι περιοχές δεν μπόρεσαν να ταξινομηθούν ως μεσοποταμιακές, ή βορειοαφρικανικές, ή αραβικές, αναφέρονται ως λεβαντινές.

Σήμερα ο όρος Λεβάντες χρησιμοποιείται χαρακτηριστικά από τους αρχαιολόγους και τους ιστορικούς αναφορικά με την προϊστορία και την αρχαία και μεσαιωνική ιστορία της περιοχής, όπως κατά την συζήτηση των Σταυροφοριών. Ο όρος υιοθετείται επίσης περιστασιακά για να αναφερθεί στα σύγχρονα ή πρόσφατα γεγονότα, τους λαούς, τα κράτη, ή τα μέρη των κρατών στην ίδια περιοχή, δηλαδή Ισραήλ, Ιορδανία, Λίβανο, Συρία και Παλαιστινιακά εδάφη.

Πηγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]


Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Wiktionary logo
Το Βικιλεξικό έχει λήμμα που έχει σχέση με το λήμμα: