Ιράκ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Συντεταγμένες: 32°52′30″N 43°03′20″E / 32.875°N 43.0556°E / 32.875; 43.0556

Δημοκρατία του Ιράκ
جمهورية العـراق
كۆماری عێراق
Jumhūriyat Al-ʿIrāq
Komara Iraqê

Σημαία

Εθνόσημο
Εθνικό σύνθημα: الله أكبر
"Allahu Akbar"
"Ο Θεός είναι Μεγάλος"
και μεγαλύτερη πόλη Βαγδάτη
33°20′00″N 44°23′00″E / 33.3333°N 44.3833°E / 33.3333; 44.3833 (Βαγδάτη)
Αραβικά, Κουρδικά
Κοινοβουλευτική Δημοκρατία
Φουάντ Μασούμ
Χαϊντέρ αλ Αμπαντί
Ανεξαρτησία
Από την Οθωμανική
αυτοκρατορία

Από το Ην. Βασίλειο
Ισχύον Σύνταγμα

1η Οκτωβρίου 1919

3 Οκτωβρίου 1932
15 Οκτωβρίου 2005
 • Σύνολο
 • % Νερό
 • Σύνορα
Ακτογραμμή

437.072 km2 (58η)
1,1
3.650 km
58 km
Πληθυσμός
 • Εκτίμηση 2009 
 • Πυκνότητα 

28.945.657[1] (39η) 
66,2 κατ./km2 (134η) 
Α.Ε.Π. (PPP)
 • Ολικό  (2009)
 • Κατά κεφαλή 

112,053 δισ. $[2] (62η)  
3.588 $[2] (124η) 
Α.Ε.Π. (Ονομαστικό)
 • Ολικό  (2009)
 • Κατά κεφαλή 

70,104 δισ. $[2] (62η)  
2.245 $[2] (116η) 
ΔΑΑ (2013) Green Arrow Up Darker.svg 0,590 (131η) – μεσαία
Νόμισμα Δηνάριο Ιράκ (IQD)
GMT+3 (UTC +3)
Internet TLD .iq
Κωδικός κλήσης +964

Το Ιράκ είναι κράτος της Ν.Δ. Ασίας στην περιοχή της Μεσοποταμίας (μεταξύ των ποταμών Τίγρη και Ευφράτη). Το Ιράκ από το 1930 έγινε ανεξάρτητο βασίλειο και το 1958, μετά από επανάσταση, ανακηρύχτηκε δημοκρατία. Συνορεύει ανατολικά με το Ιράν, δυτικά με τη Συρία και την Ιορδανία, νότια με το Κουβέιτ και τη Σαουδική Αραβία και βόρεια με την Τουρκία.

Η έκτασή του είναι 437.072 τετρ. χλμ. και ο πληθυσμός του 28.945.657 κατ. (Ιούλιος 2009)[1].

Ετυμολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το αραβικό όνομα αλ-Ιράκ (αραβικά: العراق) χρησιμοποιείται πριν ακόμα τον 6ο αιώνα μ.Χ. Υπάρχουν αρκετές προτεινόμενες πηγές για το όνομα αυτό. Μία από αυτές ανάγει την προέλευσή του στην πόλη των Σουμερίων Ουρούκ και εξ΄ αυτού τεκμαίρει πως η λέξη είναι σουμερική, καθότι η λέξη Ουρούκ είναι η ακκαδική ονομασία της σουμερικής πόλης Ουρούγκ, περιλαμβάνοντας τη σουμερική λέξη για την πόλη, τη λέξη Ουρ.

Η Μεσοποταμία ονομαζόταν πάντοτε "η γη του Ιράκ" στα αραβικά, που μεταφραζόταν τότε σε "γόνιμη" ή "βαθιά ριζωμένη γη".

Κατά τη διάρκεια της μεσαιωνικής περιόδου, η Κάτω Μεσοποταμία ονομαζόταν Ιράκ Αραμπί (Αραβικό Ιράκ), ενώ η περιοχή που αποτελεί το σημερινό Κεντρικό και Δυτικό Ιράν ονομαζόταν Ιράκ ατζαμί (περσικό Ιράκ ή ξένο Ιράκ). Ο όρος ιστορικά περιελάμβανε την πεδιάδα νοτίως της οροσειράς Χαμρίν ενώ δεν περιελάμβανε το βορειανατολικό και δυτικό άκρο της σημερινής επικράτειας του Ιράκ. Ο όρος Σαουάντ χρησιμοποιείτο επίσης στα πρώτα ισλαμικά χρόνια για την περιοχή της προσχωματικής πεδιάδος των ποταμών Τίγρη και Ευφράτη, σε αντιδιαστολή με την άγονη, άνυδρη Αραβική έρημο.

Ως αραβική λέξη, η λέξη Ιράκ σημαίνει ακτή, όχθη ή άκρη, χείλος, έτσι ώστε το όνομα στη λαϊκή ετυμολογία έφτασε να ερμηνεύεται ως "γκρεμός", όπως αυτός που υπάρχει στα νότια και ανατολικά του Υψιπέδου Τζαζίρα, το οποίο Υψίπεδο σχηματίζει τη βόρεια και δυτική άκρη της περιοχής του αραβικού Ιράκ.

Γεωγραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το βορειοανατολικό Ιράκ είναι περιοχή ορεινή, συνέχεια της Αρμενίας. Το τμήμα της Μεσοποταμίας είναι ένα λεκανοπέδιο από εύφορες πεδιάδες και αποτελεί το μεγαλύτερο μέρος της χώρας. Το υπόλοιπο τμήμα του Ιράκ είναι ερημικό ή στεπώδες (προέκταση της συριακής ερήμου).

Το βόρειο Ιράκ έχει ψυχρό κλίμα και αρκετές βροχές, εξαιτίας τού ότι είναι ορεινό. Όμως γενικά το κλίμα του Ιράκ είναι ζεστό και ξηρό. Η περιοχή της Βαγδάτης, αν και βρίσκεται στην εύκρατη ζώνη (στο ίδιο ύψος περίπου με την Κρήτη) είναι το μέρος του κόσμου με την ψηλότερη θερμοκρασία (φτάνει συχνά τους 50 °C το καλοκαίρι). Λίγες βροχές πέφτουν, αλλά τόσο απότομες και ραγδαίες, που ο Τίγρης και ο Ευφράτης, τα δύο μεγάλα ποτάμια της δυτικής Ασίας, πλημμυρίζουν συχνά. Οι ποταμοί αυτοί πηγάζουν από τον αρμενικό Ταύρο και τον Αντίταυρο. Η σημασία των δύο αυτών ποταμών για το Ιράκ είναι πάρα πολύ μεγάλη, γιατί μόνο απ' αυτούς προέρχεται η άρδευση των μεγάλων πεδιάδων.

Στην περιοχή αυτή της Μεσοποταμίας, εξαιτίας του πλούτου του εδάφους, αναπτύχθηκαν αξιόλογοι πολιτισμοί. Πρώτα οι Ασσύριοι και οι Βαβυλώνιοι, μετά οι Πέρσες, πέρασαν από τη Μεσοποταμία αναπτύσσοντας πολιτισμούς, που ίχνη τους υπάρχουν ακόμα. Τα ερείπια αρχαίων πόλεων, όπως της Νινευή και της Βαβυλώνας, μαρτυρούν το μεγαλείο της εποχής τους.

Ο Τίγρης και ο Ευφράτης τελικά συνενώνονται και σχηματίζουν τον ποταμό Σατ αλ-Άραμπ, που χύνεται στον Περσικό Κόλπο, σχηματίζοντας μεγάλο δέλτα, ένα από τα πιο εύφορα της γης.

Το Ιράκ είναι χώρα γεωργική και κτηνοτροφική. Οι καλλιεργήσιμες εκτάσεις βρίσκονται κυρίως στην περιοχή της Μεσοποταμίας. Καλλιεργούνται δημητριακά, μπαμπάκι, λαχανικά, ρύζι και υπάρχουν και χουρμαδιές. Σχετικά με την κτηνοτροφία, εκτρέφονται αιγοπρόβατα, αλλά και βόδια, άλογα (αραβικές ράτσες αλόγων) και καμήλες.

Δημογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ανάπτυξη του πληθυσμού (1961-2003) από στοιχεία του FAOSTAT (πληθυσμός σε χιλιάδες).

Ο πληθυσμός της χώρας είναι 31.858.481 κάτοικοι (2013). Ο ρυθμός αύξησης του πληθυσμού είναι 2,29% (εκτίμηση 2013). Ρυθμός γεννήσεων 27,51 γεννήσεις/1.000 πληθυσμού (εκτ. 2013) και θανάτου 4,65 θάνατοι/1.000 πληθυσμού (εκτίμηση 2013). Το προσδόκιμο ζωής στο σύνολο του πληθυσμού ήταν σύμφωνα με εκτιμήσεις του 2013 τα 71,14 χρόνια (69,67 χρόνια οι άνδρες και 72,67 οι γυναίκες).[1]

Οι κάτοικοι του Ιράκ είναι, κατά μεγάλο ποσοστό, Άραβες, ενώ η μεγαλύτερη εθνική μειονότητα είναι των Κούρδων, οι οποίοι ζουν κυρίως στο βόρειο τμήμα της χώρας. Υπάρχουν ακόμη Τουρκογενείς, συγγενείς των Τούρκων της Ανατολίας όπως επίσης Πέρσες και Ασσύριοι. Η πλειοψηφία των κατοίκων είναι μουσουλμάνοι Σιΐτες (περίπου 55%) και Σουνίτες (περίπου 20%). Οι σχέσεις των δύο ομάδων είναι εχθρικές από την εποχή του 7ου αιώνα, εξαιτίας της διαμάχης για τη διαδοχή του ιδρυτή της μουσουλμανικής θρησκείας Μωάμεθ. Τα τελευταία χρόνια, μετά την εισβολή των Αμερικανών και την πτώση του Σαντάμ Χουσεΐν, ο οποίος στηριζόταν στην σουνιτική μειοψηφία, οι σιΐτες ανέλαβαν τη διακυβέρνηση γεγονός που πυροδότησε την σουνιτική αντίδραση και αποτέλεσε μια από τις αιτίες για την ανάπτυξη των ομάδων που υποστηρίζουν το Ισλαμικό Χαλιφάτο και το ΙΚΙΛ (Ισλαμικό Κράτος Ιράκ και Λεβάντε).

Ένα μικρό ποσοστό των κατοίκων είναι χριστιανοί (περίπου 650.000). Παλαιότερα το ποσοστό αυτό ήταν μεγαλύτερο και οι χριστιανοί ξεπερνούσαν το 1.000.000 αλλά τα τελευταία χρόνια πολλοί χριστιανοί επέλεξαν να μεταναστεύσουν από τη χώρα για να γλυτώσουν από τις διακρίσεις που υφίσταντο επί δεκαετίες[3].

Πρωτεύουσα του Ιράκ είναι η Βαγδάτη (7.216.040 κατ. το 2011), πόλη καθαρά ανατολίτικη που μόλις τώρα άρχισε να εκσυγχρονίζεται κατά το δυτικό τύπο. Άλλες μεγάλες πόλεις είναι η Βασόρα (μεγάλο λιμάνι, η Βενετία της Ανατολής, με τις πολλές της διώρυγες, στις όχθες του Τίγρη, με 2.300.000 κατοίκους), η Μοσούλη, η Αρμπίλ (αρχαία Άρβηλα), η Σουλεϊμανίγια, το Κιρκούκ, η Νατζάφ, η Κερμπάλα, η Νασιρίγια, η Φαλούτζα.

Διακυβέρνηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Σύνταγμα που επικυρώθηκε το 2005 μπορεί να τεθεί σε δημοψήφισμα. Αρχηγός Κράτους είναι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Από τον Ιούλιο του 2014 στο αξίωμα αυτό υπηρετεί ο Φουάντ Μασούμ. Αντιπρόεδροι από τις 22 Απριλίου του 2006 είναι ο Αντίλ Αμπντ αλ-Μαχντί και ο Ταρίκ αλ-Χασίμι. Μαζί με τους δύο αντιπροέδρους, ο Πρόεδρος απαρτίζει το Προεδρικό Συμβούλιο. Αρχηγός κυβέρνησης είναι ο Πρωθυπουργός.

Εκλογές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύριο λήμμα: Εκλογές στο Ιράκ

Οι πιο πρόσφατες εκλογές διεξήχθησαν στις 30 Απριλίου 2014.

Οικονομία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το ΑΕΠ της χώρας είναι 68,553 δισ. δολάρια ΗΠΑ (σε ονομαστικές τιμές, εκτίμηση 2009[2]). Το κατά κεφαλήν ΑΕΠ είναι 2.195$ (εκτίμηση 2009).

Η παραγωγή του Ιράκ είναι πολύ κατώτερη από τις δυνατότητες της χώρας, γιατί γίνεται με αρκετά πρωτόγονα μέσα. Το 78% των κατοίκων απασχολούνται στην ύπαιθρο γι' αυτό και δεν υπάρχουν βιομηχανίες.

Ένα από τα ιδιαίτερα οικονομικά χαρακτηριστικά του Ιράκ είναι το πετρέλαιο. Η παραγωγή πετρελαίου φτάνει στα 41 εκατομ. τόνους κάθε χρόνο. Μεγάλες πετρελαιοπηγές υπάρχουν στη Μοσούλη, στο Κιρκούκ, στη Βασόρα κλπ. Όμως στο Ιράκ δε γίνεται καμιά επεξεργασία πετρελαίου. Μεταφέρεται με αγωγούς είτε στον Περσικό Κόλπο, είτε στη Μεσόγειο και εξάγεται σαν πρώτη ύλη.

Γενικά το Ιράκ, αν και χώρα πλούσια, είναι προς το παρόν υπανάπτυκτη. Οι συγκοινωνίες δεν είναι καλές, βιομηχανία σχεδόν δεν υπάρχει. Οι εξαγωγές της χώρας περιορίζονται σε αργό πετρέλαιο και γεωργικά και κτηνοτροφικά προϊόντα.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από την αρχαιότητα ώς τον 20ο αιώνα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ιστορική όψη της αρχαίας Βαβυλώνας

Η περιοχή του σημερινού Ιράκ κατά την αρχαιότητα ήταν γνωστή ως Μεσοποταμία, όπου βρίσκονταν οι εύφορες κοιλάδες των ποταμών Τίγρη και Ευφράτη. Η Μεσοποταμία ονομάστηκε λίκνο του πολιτισμού καθώς εκεί αναπτύχθηκαν μεγάλοι πολιτισμοί ήδη από το 5.000 π.Χ. Διαδοχικά, στην περιοχή εμφανίζονται οι: Σουμέριοι, Ακκάδιοι, Βαβυλώνιοι και Ασσύριοι. Αυτοί οι πολιτισμοί ήταν οι πρώτοι που ανέπτυξαν σε βασικό στάδιο διάφορες επιστήμες, όπως τα μαθηματικά και τη φιλοσοφία και επίσης επινόησαν τη γραφή. Τον 6o αιώνα π.Χ., η περιοχή έγινε τμήμα της Περσικής Αυτοκρατορίας υπό τον Κύρο Β΄, ενώ αργότερα κατακτήθηκε από το Μέγα Αλέξανδρο, ο οποίος ήταν επικεφαλής των συνασπισμένων Ελλήνων.

Μετά από διάφορες περιόδους κυριαρχίας γειτονικών κρατών-Σελευκίδες, Πάρθοι και Σασσανίδες, το 634 μ.Χ. οι Άραβες εισέβαλαν στη Μεσοποταμία. Τον 7ο αιώνα μ.Χ., καθώς ο εξισλαμισμός προχωρούσε με γρήγορους ρυθμούς, η Βαγδάτη έγινε η πρωτεύουσα του Χαλιφάτου των Αββασιδών. Μετά το θάνατο του χαλίφη Αλί, προκλήθηκε βαθύ θρησκευτικό σχίσμα στον ισλαμικό κόσμο, από το οποίο προέκυψε ο σιιτισμός. Κατά την διάρκεια του 12ου με 14ο αιώνα, η περιοχή γνώρισε τις εισβολές διάφορων λαών: δύο φορές των Μογγόλων, των Τουρκμένων, των Τατάρων και των Κούρδων. Από το 17ο αιώνα ώς το 1918, το Ιράκ αποτέλεσε τμήμα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αν και διατηρούσε καθεστώς μερικής αυτονομίας.

Ανεξαρτησία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, το Ηνωμένο Βασίλειο κατέλαβε την περιοχή (1918) και δύο χρόνια αργότερα το μετέτρεψε σε προτεκτοράτο. Τη δεκαετία του '20 καθορίστηκαν τα ακριβή όρια της χώρας, βάσει των γεωστρατηγικών συμφερόντων της Αγγλίας, ενώ επιλέχθηκε ως μονάρχης της χώρας ο Φεϊζάλ Α΄. Τελικά, το 1930 τερματίστηκε η περίοδος της Βρετανικής Εντολής, ενώ το 1932 αναγνωρίστηκε επίσημα η ανεξαρτησία του Ιράκ.

Ωστόσο προβλήματα μεταξύ των διαφόρων εθνοφυλετικών ομάδων και εντάσεις με τους Κούρδους στις βόρειες περιοχές, ανάγκασαν την κρατική εξουσία να ενισχύσει το ρόλο των ενόπλων δυνάμεων. Στις 14 Ιουλίου 1958 πραγματοποιήθηκε πραξικόπημα υπό την ηγεσία του στρατηγού Αμπντ αλ-Καρίμ Κασίμ, που ανέτρεψε το βασιλιά Φεϊζάλ Β΄, οδηγώντας στην ανακήρυξη αβασίλευτης δημοκρατίας.

Η επανάσταση του 1958

Το Μπάαθ στην εξουσία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 8 Φεβρουαρίου 1963, ο Κασίμ ανατράπηκε από τους συνωμότες του κόμματος Μπάαθ, δυνάμεις του Στρατού και άλλες παναραβικές ομάδες, υπό την ηγεσία του συνταγματάρχη Αμπντούλ Σαλάμ Αρίφ. Ο Αρίφ, πρώην σύντροφος του Κασίμ στην επανάσταση του '58, εκλέχτηκε Πρόεδρος του Ιράκ, αλλά το μεγαλύτερο τμήμα της εξουσίας ασκείτο από το μπααθιστή πρωθυπουργό της χώρας, τον Αχμέντ Χασάν αλ-Μπακίρ.

Ο Αρίφ κατάφερε αργότερα ν' ανακτήσει τον έλεγχο της εξουσίας, διώχνοντας τους μπααθιστές από την κυβέρνηση και κάνοντας πρωθυπουργό τον υποστράτηγο Ταχίρ Γιάχια ατ-Τικρίτι. Συνάμα διόρισε ως αρχηγό του γενικού επιτελείου στρατού τον αδελφό του, στρατηγό Αμπντούλ Ραχμάν Αρίφ. Το φθινόπωρο του '64, το Μπάαθ επιχείρησε να ανατρέψει τον Σαλάμ Αρίφ, όμως η συνωμοσία αποκαλύφθηκε και οι συνωμότες, μεταξύ των οποίων και ο Σαντάμ Χουσεΐν, συνελήφθησαν.

Τον Απρίλιο του '66 ο Σαλάμ Αρίφ σκοτώθηκε όταν συνετρίβη (πιθανόν από σαμποτάζ μπααθικών πυρήνων στον ιρακινό στρατό) το αεροπλάνο του στο Νότιο Ιράκ. Η προεδρία του κράτους πέρασε τότε στον αδελφό του, Ραχμάν Αρίφ.

Το 1968, ο Αμπντούλ Ραχμάν Αρίφ ανατράπηκε από το κόμμα Μπάαθ. Ο Αχμέντ Χασάν αλ-Μπακίρ έγινε ο πρώτος μπααθιστής πρόεδρος του Ιράκ αλλά το μπααθικό κίνημα βαθμιαία περιήλθε υπό τον έλεγχο του ισχυρού άντρα των μυστικών υπηρεσιών του κράτους, Σαντάμ Χουσεΐν, ο οποίος τον Ιούλιο του 1979 ανήλθε στην προεδρία του Επαναστατικού Συμβουλίου, του ανώτατου εκτελεστικού οργάνου του Ιράκ.

Δικτατορία Σαντάμ Χουσεΐν[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εικόνα από την 'Εθνική Οδό του Θανάτου', με πλήθος ιρακινών οχημάτων κατεστραμμένων κατά τη διάρκεια του Πολέμου του Κόλπου (1991).

Από το 1979 ο Σαντάμ Χουσεΐν επέβαλε στυγνή δικτατορία εισβάλλοντας τον επόμενο χρόνο στο γειτονικό Ιράν. Ο πόλεμος έληξε το 1988 με αποδοχή του ειρηνευτικού σχεδίου των Ηνωμένων Εθνών. Την ίδια περίοδο καταπνίγηκε ανηλεώς εξέγερση των Κούρδων στη Χαλάμπτζα με χρήση χημικών όπλων.

Πόλεμος του Κόλπου (1991)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύριο λήμμα: Πόλεμος του Κόλπου

Ο Σαντάμ Χουσεΐν θέλοντας να υλοποιήσει τις ιμπεριαλιστικές του βλέψεις σε ένα παναραβικό όραμα αλλά και να αντιμετωπίσει τα οικονομικά του προβλήματα, εισέβαλε στις 2 Αυγούστου 1990 στο Κουβέιτ. Το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ επέβαλε ως απάντηση οικονομικές κυρώσεις στο Ιράκ και ταυτόχρονα οικονομικό αποκλεισμό. Καθώς ο Σαντάμ Χουσεΐν παρέμενε αμετανόητος, η Επιτροπή Αμυντικού Σχεδιασμού του ΝΑΤΟ αποφάσισε την ενεργό συμμετοχή της Συμμαχίας στην κρίση του Περσικού Κόλπου ενώ, λίγες μέρες μετά, το αμερικανικό Κογκρέσο εξουσιοδότησε τον πρόεδρο Μπους να κάνει χρήση στρατιωτικής βίας. Παρά τη γαλλοαραβική ειρηνευτική πρωτοβουλία και τις αλλεπάλληλες εκκλήσεις του ΟΗΕ προς το Σαντάμ Χουσεΐν, ο πόλεμος δε μπόρεσε να αποφευχθεί λόγω της αδιάλλακτης στάσης του Ιρακινού ηγέτη.

Στις 17 Ιανουαρίου 1991 πραγματοποιήθηκε αιφνιδιαστική αεροπορική επίθεση των συμμαχικών δυνάμεων εναντίον του Ιράκ με τη Βαγδάτη να βομβαρδίζεται ανελέητα. Το Ιράκ προσπάθησε ανεπιτυχώς να αντεπιτεθεί με τους ξεπερασμένης τεχνολογία πυραύλους "Σκουντ", που τους εκτόξευε κυρίως ενάντια στη Σαουδική Αραβία και το Ισραήλ, προσπαθώντας ταυτόχρονα να προκαλέσει την αντίδραση του Ισραήλ και την είσοδο στον πόλεμο αραβικών κρατών από μίσος για το Ισραήλ, κλιμακώνοντας έτσι τη σύγκρουση. Η Τουρκία μπλέχτηκε στον πόλεμο έμμεσα παραχωρώντας στους συμμάχους την αεροπορική βάση του Ιντσιρλίκ, ενώ οι Ιρακινοί για λόγους τακτικής ανατίναζαν πετρελαιοπαραγωγικές εγκαταστάσεις στο Κουβέιτ. Λίγες μέρες αργότερα κατάφεραν να καταλάβουν την πόλη Χάφτζι στην Σαουδική Αραβία. Στη συνέχεια οι Ιρακινοί, αφού απέρριψαν το ιρανικό ειρηνευτικό σχέδιο, αποδέχθηκαν το σχέδιο ειρήνης που παρουσίασε η Μόσχα αλλά παράλληλα πυρπόλησαν πάνω από 500 πετρελαιοπηγές στο Κουβέιτ. Τις επόμενες ημέρες οι σύμμαχοι εισέβαλαν στο Νότιο Ιράκ και στο Κουβέιτ, ενώ ο Χουσεΐν αποδέχθηκε όλα τα ψηφίσματα του ΟΗΕ και επιτεύχθηκε τελικά εκεχειρία. Παράλληλα το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ επέβαλε εμπάργκο στην πώληση όπλων στο Ιράκ για όσο ο Χουσεΐν θα βρισκόταν στην εξουσία του Ιράκ.

Ακολούθως, στο εσωτερικό της χώρας ξέσπασε εμφύλιος πόλεμος, αλλά τελικά ο Χουσεΐν επανέκτησε τον έλεγχο του Νότιου Ιράκ από τους σιίτες και ανακατέλαβε το Κιρκούκ. Ο Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ πρότεινε τη συγκρότηση και ανάπτυξη ειδικής ειρηνευτικής δύναμης 1.440 ανδρών κατά μήκος των συνόρων Ιράκ-Κουβέιτ και το Συμβούλιο Ασφαλείας ενέκρινε ομόφωνα την πρόταση αυτή. Παράλληλα η Διεθνής Αμνηστία κατήγγειλε βασανιστήρια στη διάρκεια της κατοχής του Κουβέιτ.

Ο Σαντάμ Χουσεΐν διέταξε την πλήρη συνεργασία με τους ειδικούς πραγματογνώμονες για τον έλεγχο των πυρηνικών εγκαταστάσεων της χώρας. Όμως το Σεπτέμβριο του 1991 το Ιράκ συνέλαβε 44 επιθεωρητές του ΟΗΕ, γεγονός που καταγγέλθηκε από τον Αμερικανό Πρόεδρο στο Συμβούλιο Ασφαλείας και τελικά ανάγκασε το Ιράκ να τους απελευθερώσει. Με την προτροπή των ΗΠΑ και το ψήφισμα 687 του ΟΗΕ εφαρμόστηκαν οικονομικές κυρώσεις, ως μέτρο πίεσης για την εγκατάλειψη σχεδίων για κατασκευή όπλων μαζικής καταστροφής. Εξαιτίας αυτού ο πληθυσμός αντιμετώπισε τρομερή έλλειψη τροφίμων και φαρμάκων και γνώρισε εξαθλίωση, φτώχεια και πλήθος ασθενειών.

Εισβολή του 2003[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η εκθεμελίωση του αγάλματος του Σαντάμ Χουσεΐν (Απρίλιος 2003, Βαγδάτη)

Το 2001, η αμερικανική κυβέρνηση του Τζωρτζ Μπους τζούνιορ, μετά και τα τρομοκρατικά χτυπήματα της 11ης Σεπτεμβρίου 2001, κατηγόρησε ευθέως το Ιράκ ότι διαθέτει όπλα μαζικής καταστροφής. Ύστερα από σχετικό τελεσίγραφο, το Ιράκ επέτρεψε την είσοδο επιτροπής ελέγχου και αφοπλισμού του ΟΗΕ (UNMOVIC). Παρόλο όμως που η επιτροπή σε αρχική της αναφορά δεν επιβεβαίωσε την ύπαρξη τέτοιων οπλικών συστημάτων, στις 20 Μαρτίου 2003, οι ΗΠΑ και το Ηνωμένο Βασίλειο κατά κύριο λόγο, εισέβαλαν στη χώρα (Επιχείρηση "Σοκ και δέος"). Το Ιράκ τελικώς κατελήφθη χωρίς ιδιαίτερη αντίσταση την 1η Μαΐου της ίδιας χρονιάς και ο Σαντάμ Χουσεΐν αρχικώς διέφυγε, συνελήφθη όμως αργότερα, δικάστηκε, καταδικάστηκε σε θάνατο και εκτελέστηκε.

Σύγχρονο Ιράκ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι ΗΠΑ με την ολοκλήρωση της εισβολής όρισαν προσωρινή Συμμαχική Αρχή υπό τον Πωλ Μπρέμερ για τη διακυβέρνηση της χώρας, ενώ από τον Ιούλιο του 2004 ανέλαβε κυβέρνηση αποτελούμενη από ιρακινούς εκπροσώπους, οι οποίοι ήταν φιλικά προσκείμενη προς τα συμφέροντα των Ηνωμένων Πολιτειών. Σύντομα πάντως μετά τη νίκη κατά τη φάση της εισβολής, άρχισε στο Ιράκ σφοδρός ανταρτοπόλεμος. Το 2006, ο Νούρι αλ-Μαλίκι εκλέχτηκε πρωθυπουργός και διαδέχτηκε τον Ιμπραήμ αλ-Τζααφάρι. Στις 15 Δεκεμβρίου 2011, ολοκληρώθηκε έπειτα από εννέα χρόνια, η αμερικανική στρατιωτική παρουσία στο Ιράκ αφήνοντας ολοκληρωτικά την ευθύνη της ασφάλειας στις Αρχές του Ιράκ. Αποχώρησαν σχεδόν όλοι οι Αμερικανοί στρατιώτες, αφήνοντας πίσω μόνο 200 άτομα σε συμβουλευτικό ρόλο. Ο ανηλεής ανταρτοπόλεμος κόστισε στις Η.Π.Α. 4.500 νεκρούς και 30.000 τραυματίες στρατιώτες.

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μεταφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η οδήγηση γίνεται στα δεξιά.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Wiktionary logo
Το Βικιλεξικό έχει λήμμα που έχει σχέση με το λήμμα:
Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα
Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα
 LP  Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το αντίστοιχο λήμμα της Live-Pedia. (ιστορικό).

Η εισαγωγή του κειμένου της Livepedia στη Βικιπαίδεια έγινε πριν την 1η Νοεμβρίου 2008, συνεπώς ισχύει η διπλή αδειοδότηση υπό την άδεια CC-BY-SA 3.0 και την GFDL.