Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Η Λατινική Αυτοκρατορία, η Αυτοκρατορία της Νίκαιας, η Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας και το Δεσποτάτο της Ηπείρου. Τα όρια είναι ασαφή.

H Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας ήταν ένα από τα ανεξαρτητα κρατίδια που προέκυψαν μετά την προσωρινή διάλυση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας από την Τέταρτη Σταυροφορία το 1204. Μπορεί να ειπωθεί ότι στην Ανατολή ήταν η διάδοχη κατάσταση της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας μετά την κατάλυσή της από τους Σταυροφόρους.

Ιδρύθηκε από τους αδελφούς Αλέξιο και Δαβίδ Κομνηνούς, εγγονούς του αυτοκράτορα Ανδρόνικου Α' Κομνηνού, με τη βοήθεια της θείας τους, της βασίλισσας Θάμαρ της Γεωργίας. Πρωτεύουσά της ήταν η Τραπεζούντα και σύμβολό της, σημαία της, ο αετός των αρχαίων Σινωπέων, με την διαφορά ότι ενώ ο αετός των αρχαίων Σινωπέων έβλεπε προς την Ανατολή, ο αετός της Αυτοκρατορίας του Πόντου έβλεπε προς τη Δύση, σαφής ένδειξη των προθέσεων της νέας Αυτοκρατορίας. Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι ο αετός των Σινωπέων, ήταν ο αετός των αρχαίων Μιλησίων. Η Αρχαία Μίλητος ήταν ο αρχικός τόπος των αποικιστών του Πόντου και συγκεκριμένα της Σινώπης, της Τραπεζούντας κ.ά.

Στην αρχή της ύπαρξής της έγινε προσπάθεια για την ανακατάληψη της Κωνσταντινούπολης, αλλά όταν αυτό αποδείχθηκε ότι ήταν αδύνατο, οι ηγεμόνες της περιόρισαν τις φιλοδοξίες τους στην περιοχή του Πόντου. Για αρκετά χρόνια ήταν υποτελής είτε στους Σελτζούκους του Ικονίου, είτε στους Ιλχανίδες Μογγόλους της Περσίας. Ήταν το τελευταίο ανεξάρτητο ελληνικό κράτος που καταλύθηκε από τους Οθωμανούς Τούρκους. Με την πτώση της Τραπεζούντας καταλύθηκε και το τελευταίο απομεινάρι της άλλοτε κραταιάς Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.[1], το 1461.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ίδρυση (1204-1222)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους το 1204, η Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας ήταν ένα από τα τρία ελληνικά κράτη που δημιουργήθηκαν μετά τις ανακατατάξεις που ακολούθησαν, μαζί με την Αυτοκρατορία της Νίκαιας και το Δεσποτάτο της Ηπείρου. Ο Αλέξιος Κομνηνός, ο εγγονός του Βυζαντινού Αυτοκράτορα Ανδρόνικου Α’ Κομνηνού και γιος της Γεωργιανής Ρουσουδάν, κόρης του Γεώργιου Γ’ της Γεωργίας, έκανε την Τραπεζούντα πρωτεύουσα του βασιλείου του και ανακήρυξε τον εαυτό του Αυτοκράτορα και νόμιμο διάδοχο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.

Ο Αυτοκράτορας Ανδρόνικος Α’ εκδιώχτηκε, ύστερα από στάση, από τον βυζαντινό θρόνο και δολοφονήθηκε βάναυσα το 1185. Ο γιος του Μανουήλ τυφλώθηκε εκείνο το διάστημα και ίσως να υπέκυψε στους τραυματισμούς του. Σύμφωνα με τις πηγές, η Ρουσουδάν, η σύζυγος του Μανουήλ και μητέρα του Αλέξιου και του Δαυίδ, εγκατέλειψε εσπευσμένα την Κωνσταντινούπολη με τα παιδιά της, ώστε να αποφύγει τις διώξεις από τον ανερχόμενο Αυτοκράτορα Ισαάκ Β’ Άγγελο. Δεν είναι σαφές αν η Ρουσουδάν κατέφυγε στην Γεωργία ή στις νότιες ακτές του Εύξεινου Πόντου, από που κατάγονταν η οικογένεια των Κομνηνών. Υπάρχουν πάντως ενδείξεις ότι οι Κομνηνοί είχαν δημιουργήσει ημι-ανεξάρτητο κράτος σ' αυτή την περιοχή, με έδρα την Τραπεζούντα πριν από το 1204.

Κάθε άρχοντας της Τραπεζούντας αυτοαποκαλούνταν: Μέγας Κομνηνός (ή Μεγαλοκομνηνός σύμφωνα και με την ποντιακή παράδοση) και αρχικά διεκδικούσε τον τίτλο «Αυτοκράτωρ Ρωμαίων». Μετά, όμως, το 1282, ο επίσημος τίτλος του άρχοντα της Τραπεζούντας άλλαξε σε: «Αυτοκράτωρ πάσης Ανατολής, Ιβηρίας και Περατείας», τίτλος που διατηρήθηκε ως το 1461. Η Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας ονομάζονταν και κράτος των Κομνηνών, λόγω της άρχουσας δυναστείας.

Η Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας ήλεγχε την παράκτια περιοχή του Εύξεινου Πόντου, μεταξύ Σινώπης και Σωτηριούπολης. Τον 13ο αιώνα η Τραπεζούντα ήλεγχε την Περάτεια, δηλαδή τις απέναντι ακτές της Χερσώνας στην Κριμαϊκή χερσόνησο (αρχαία Ταυρική). Ο Δαυίδ Κομνηνός, ο νεώτερος γιος του Αλέξιου, επεκτάθηκε γρήγορα προς τα δυτικά, καταλαμβάνοντας την Σινώπη, την Ηράκλεια (Ποντοηράκλεια), μέχρι που απέκτησε κοινά σύνορα με την Αυτοκρατορία της Νίκαιας του Θεόδωρου Α' Λάσκαρη. Αυτά τα εδάφη δεν διατηρήθηκαν, καθώς την Σινώπη την κατέλαβε η Νίκαια το 1206 και τελικά έπεσε στα χέρια των Σελτζούκων το 1214.

Ευημερία και προστριβές (1222-1390)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας και ο ευρύτερος χώρος μετά την ανάκτηση της Κωνσταντινούπολης από την Νίκαια (1265).

Η Τραπεζούντα βρίσκονταν σε συνεχή πόλεμο με τους Σελτζούκους του Ικονίου και αργότερα με τους Οθωμανούς Τούρκους, όπως και με τους Βυζαντινούς και τα ιταλικά κρατίδια, ιδιαίτερα τους Γενουάτες. Ήταν στην ουσία μια Αυτοκρατορία κατ’ όνομα, επιβιώνοντας συνάπτοντας στρατηγικές συμμαχίες και γάμους σκοπιμοτήτων με άρχοντες γειτονικών κρατών.

Η καταστροφή της Βαγδάτης από τους Μογγόλους το 1258, κατέστησε την Τραπεζούντα το δυτικό τέρμα του δρόμου του μεταξιού. Κάτω από την προστασία των Μογγόλων η πόλη απέκτησε σημαντικά πλούτη, λόγω του εμπορίου μεταξιού. Εκείνη την εποχή, ο Μάρκο Πόλο, επέστρεψε στην Ευρώπη δια μέσου της Τραπεζούντας το 1295. Επί του Αυτοκράτορα Τραπεζούντας Αλέξιου Γ’ (1349-1390) η πόλη ήταν ένα από τα κύρια εμπορικά κέντρα του τότε κόσμου και ήταν ξακουστή για τον σημαντικό πλούτο και τις τέχνες τις.

Η μικρή σε έκταση Αυτοκρατορία, αρχικά προσάρτησε αρκετά εδάφη, επί Αλέξιου Α’ (1204-1222) και ιδιαίτερα επί του αδελφού του Δαυίδ που πέθανε στο πεδίο της μάχης το 1214. Ο δευτερότοκος γιος του Αλέξιου, Μανουήλ Α’ (1238-1263) εξασφάλισε την εσωτερική συνοχή του κράτους και απέκτησε το κύρος του αξιόλογου στρατιωτικού διοικητή, παρόλο που η Αυτοκρατορία του έχασε εδάφη από τους Τουρκομάνους και αναγκάστηκε να μείνει για ένα διάστημα φόρου υποτελείς στους Σελτζούκους του Ικονίου και αμέσως μετά στους Μογγόλους της Περσίας. Ταραχώδης ήταν η βασιλεία του Ιωάννη Β’ (1280-1297), όπου πραγματοποιήθηκε η συμφιλίωση με το Βυζάντιο και η άρση των βλέψεων επί της Κωνσταντινούπολης. Η Τραπεζούντα στα χρόνια του Αλέξιου Β’ (1297-1330) έφτασε στο απόγειο της ακμής, του πλούτου και της επιρροής της. Όμως στα πρώτα χρόνια της βασιλείας του Αλέξιου Γ’ ως το 1355, σημειώθηκαν πολλές εσωτερικές ταραχές, με δολοφονίες αριστοκρατών και εσωτερικές έριδες. Η Αυτοκρατορία ποτέ δεν κατάφερε να επανακάμψει πλήρως από αυτές τις εσωτερικές προστριβές, ούτε οικονομικά ούτε εδαφικά.

Παρακμή και πτώση (1390-1461)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Μανουήλ Γ’ (1390-1417), διαδέχτηκε τον Αλέξιο Γ’ και συμμάχησε με τον Ταμερλάνο, ο οποίος συνέτριψε τους Οθωμανούς στην Μάχη της Άγκυρας το 1402.Ο γιος του Αλέξιος Δ’ (1417-1429) πάντρεψε δύο από τις κόρες του με ηγεμόνες γειτονικών τουρκικών φυλών (Μαυροπροβατάδων και Ασπροπροβατάδων), ενώ η μεγαλύτερη κόρη του παντρεύτηκε τον Βυζαντινό Αυτοκράτορα Ιωάννη H' Παλαιολόγο. Ένας Ισπανός ταξιδιώτης της εποχής (ο Πέτρος Ταφούρ)που επισκέφτηκε την Τραπεζούντα το 1437 ανέφερε ότι η άμυνα της πόλης αποτελείται από λιγότερο από 4.000 στρατιώτες.

Ο Ιωάννης Δ’ (1429-1459) δεν είχε την δυνατότητα να ενισχύσει την άμυνα της Κωνσταντινούπολης και να αποτρέψει την Άλωσή της το 1453. Ο Οθωμανός Σουλτάνος Μουράτ Β΄, προσπάθησε να καταλάβει την Τραπεζούντα από θαλάσσης το 1442, όμως η τρικυμία που επικρατούσε καθιστούσε αδύνατη οποιαδήποτε αποβατική ενέργεια. Ο επόμενος Σουλτάνος, ο Μωάμεθ Β', ήταν απασχολημένος με τις εκστρατείες του στην Ευρώπη, όμως εν τω μεταξύ ο Οθωμανός διοικητής της Αμάσειας επιτέθηκε στην Τραπεζούντα. Η επίθεση αυτή αποκρούστηκε, όμως πολλοί κάτοικοι αιχμαλωτίστηκαν και το ποσό των λύτρων για την απελευθέρωση τους ήταν υπέρογκο.

Ο Ιωάννης Δ’, φρόντισε να θωρακίσει την Τραπεζούντα συνάπτοντας συμμαχίες. Πάντρεψε την κόρη του με τον Τούρκο ηγεμόνα της φυλής των Ασπροπροβατάδων, ως αντάλλαγμα για μελλοντική στρατιωτική βοήθεια. Επίσης, σύναψε συμφωνίες και με τα τουρκικά κρατίδια της Σινώπης και της Καραμανίας και με το βασίλειο της Γεωργίας.

Όμως μετά τον θάνατο του Ιωάννη το 1459, ο διάδοχος και αδελφός του Δαυίδ δεν έκανε σωστή χρήση των υφιστάμενων συμμαχιών. Μάλιστα προσέγγισε διάφορες Ευρωπαϊκές χώρες για βοήθεια κατά των Οθωμανών, κάνοντας λόγο για υπερβολικά φιλόδοξα σχέδια, ακόμη και για κατάκτηση των Ιεροσολύμων. Ο Μωάμεθ Β’ αντιλήφθηκε αυτές τις κινήσεις και ξεκίνησε εκστρατεία για να υποτάξει τα κράτη της περιοχής. Το καλοκαίρι του 1461, με αρκετό στρατό ξεκίνησε από την Προύσα. Αρχικά κινήθηκε προς την Σινώπη, της οποίας ο Τούρκος Εμίρης την παρέδωσε και εν συνεχεία κινήθηκε προς την Αρμενία καθυποτάσσοντας όλα τα τούρκικα κρατίδια της περιοχής και κυκλώνοντας έτσι την Τραπεζούντα. Αμέσως μετά ξεκίνησε την πολιορκία της πόλης, η οποία μετά από ένα μήνα παραδόθηκε από τον Αυτοκράτορά της Δαυίδ, στις 15 Αυγούστου 1461.

Με την πτώση της Τραπεζούντας, το τελευταίο κατάλοιπο της Ρωμαϊκής (που μετέπειτα ονομάστηκε Βυζαντινή από τους ιστορικούς) Αυτοκρατορίας (Ρωμανίας), έπαψε να υφίσταται.

Αυτοκράτορες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Αυτοκράτορες της Τραπεζούντας αρχικά έφεραν τον τίτλο «Αυτοκράτωρ Ρωμαίων». Ο τίτλος αυτός εξ ορισμού ενείχε βλέψεις για την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης. Από τις αρχές του 14ου αιώνα, για να μην υπάρχει ρήξη με την ανασυσταθείσα Βυζαντινή Αυτοκρατορία των Παλαιολόγων, υιοθετήθηκε ο τίτλος: «Αυτοκράτορες πάσης Ανατολής, Ιβηρίας και Περατείας». Η ηγέτες της Αυτοκρατορίας, διαδοχικά ήταν οι εξής:

Αξιομνημόνευτοι Τραπεζούντιοι της εποχής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Charles Diehl, Ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας: Μεγαλείο και Παρακμή, εκδόσεις Ηλιάδη, τόμος Α, σελ.104 ISBN 960-87191-1-9

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Αλέξης Σαββίδης, ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ ΤΩΝ ΜΕΓΑΛΩΝ ΚΟΜΝΗΝΩΝ ΤΗΣ ΤΡΑΠΕΖΟΥΝΤΑΣ (1204-1461), Εκδ. ΑΦΟΙ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗ, 2009 ISBN 978-960-467-121-2