Πύλος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Συντεταγμένες: 36°54′48″N 21°41′47″E / 36.91333°N 21.69639°E / 36.91333; 21.69639

Πύλος
Άποψη της Πύλου.
Τοποθεσία στον χάρτη της χώρας
Τοποθεσία στον χάρτη της χώρας
Διοίκηση
Χώρα Ελλάδα
Περιφέρεια Αποκεντρωμένη Διοίκηση Πελοποννήσου, Δυτικής Ελλάδας και Ιονίου
(Έδρα: Πάτρα)
Περιφέρεια Πελοποννήσου
(Έδρα: Τρίπολη)
Περιφερειακή ενότητα Μεσσηνίας
(Έδρα: Καλαμάτα)
Δήμος Πύλου - Νέστορος
(Έδρα: Πύλος)
Δημοτική ενότητα Πύλου
Δημοτική κοινότητα Πύλου
Γεωγραφία και στατιστική
Γεωγραφικό διαμέρισμα Πελοπόννησος
Νομός Μεσσηνίας
Υψόμετρο 0-14[1] μ.
Πληθυσμός Δήμος: 21.077
Δημ. Ενότητα: 5.287
Δημ. Κοινότητα: 2.767
Κωμόπολη: 2.345 (2011)
Άλλα
Παλαιά ονομασία Linear B Syllable B050 PU.svgLinear B Syllable B002 RO.svg
(pu-ro, Μυκηναϊκή ελληνική)
Κορυφάσιον Άκρον
Νηλήιον
Ζόγκλος
Αβαρίνο
Ναβαρίνο
Ναυαρίνο
Σπανοχώρι
Παλαιόκαστρο Ναυαρίνου
Νεόκαστρο Ναυαρίνου
Νιόκαστρο
Ταχ. κωδ. 24001[2]
Τηλ. κωδ. 27230[3]
Δήμος Πύλου - Νέστορος
Αυτό το λήμμα περιλαμβάνει ειδικούς χαρακτήρες. Αν δεν έχετε ειδική υποστήριξη για την εμφάνισή τους, μπορεί να δείτε ερωτηματικά, μικρά κουτιά ή άλλα σύμβολα.

Η Πύλος,[4] ιστορικά γνωστή παλαιότερα και με την ενετική-ιταλική ονομασία ως Ναβαρίνο ή Ναυαρίνο, είναι παραθαλάσσια κωμόπολη, η οποία υπάγεται διοικητικά στον Δήμο Πύλου - Νέστορος και βρίσκεται στα δυτικά του Νομού Μεσσηνίας, ενώ ως το 2010, αποτελούσε έδρα του ομώνυμου Δήμου.

Είναι γνωστή για την αρχαία, μεσαιωνική και σύγχρονη ιστορία της. Επισημαίνεται πάντως ότι η πρώτη και αρχαιότερη πόλη της Πύλου, η Αρχαία Πύλος, δεν ταυτίζεται γεωγραφικά με την σημερινή κωμόπολη, αν και η δεύτερη, αποτελεί τόσο την τιμητική, όσο και την ουσιαστική οικιστική συνέχεια της πρώτης. Επίσης, όσον αφορά την αρχαία Πύλο, αυτή ταυτίζεται, μερικώς μόνο, με διάφορα αρχαιολογικά κατάλοιπα ανακτόρων και λοιπών διοικητικών και οικιστικών υποδομών σε διάφορες άλλες γειτονικές αρχαιολογικές θέσεις της ευρύτερης περιοχής της Πυλίας, αλλά παραμένει ουσιαστικά αταυτοποίητη, εν συνόλω, σύμφωνα με τους παλαιότερους και τους σύγχρονους ειδικούς-ερευνητές. Χαρακτηριστικό σημείο αναφοράς της μινωϊκής περιόδου της αρχαίας πόλης είναι το Ανάκτορο του Νέστορα, αλλά και άλλα ανάκτορα, όπως αυτά που έχουν ανεβρεθεί και ανασκάπτονται στην κοντινή Ίκλαινα.

Η Πύλος είναι σήμερα η έδρα του Δήμου Πύλου - Νέστορος, που υπάγεται στην Περιφερειακή Ενότητα Μεσσηνίας, η οποία συστάθηκε το 2011 με το Πρόγραμμα Καλλικράτης. Στην τελευταία απογραφή πληθυσμού που έγινε το 2011, ο Δήμος Πύλου - Νέστορος είχε πληθυσμό 21.077 κατοίκους, η Δημοτική Ενότητα Πύλου 5.287 κατοίκους, η Δημοτική Κοινότητα Πύλου 2.767 κατοίκους, ενώ η Πύλος είχε 2.345 κατοίκους και ήταν η έκτη σε πληθυσμό πόλη της Περιφερειακής Ενότητας Μεσσηνίας, μετά την πρωτεύουσα Καλαμάτα (54.100), την Μεσσήνη (6.065), τα Φιλιατρά (5.969) την Κυπαρισσία (5.131) και τη Χώρα (3.454).[5].

Η σύγχρονη κωμόπολη της Πύλου βρίσκεται στο νοτιοδυτικό μέρος της Πελοποννήσου, δίπλα στις ακτές του Ιονίου. Το λιμάνι της Πύλου αποτελεί επίσης ένα σημαντικό ναυτιλιακό κέντρο της δυτικής περιοχής της Μεσσηνίας με ανοδική εμπορική και επιβατική/τουριστική ανάπτυξη. Λόγω της στενόμακρης μορφής της νήσου νήσου Σφακτηρίας η οποία «κλείνει» τον όρμο του Ναυαρίνου, γνωστού και ως Κόλπου της Πύλου, και η οποία λειτουργεί ως φυσικός κυματοθραύστης, ο Κόλπος του Ναυαρίνου και το λιμάνι της Πύλου θεωρείται ως ένα από τα ασφαλή αγκυροβόλια στη Μεσόγειο.

Πίνακας περιεχομένων

Τοποθεσία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Πύλος βρίσκεται περίπου 274 χιλιόμετρα νοτιοδυτικά από την Αθήνα, 211 χιλιόμετρα νότια από την Πάτρα, 118 χιλιόμετρα νοτιοδυτικά από την Τρίπολη και περίπου 55,5 χιλιόμετρα προς τα νοτιοδυτικά της Καλαμάτας. Έχει υψόμετρο από 0-14[1][6] μέτρα και βρίσκεται στις ακτές του Ιονίου Πελάγους. Κοντά στην Πύλο βρίσκονται οι κωμοπόλεις της Κυπαρισσίας, των Φιλιατρών, των Γαργαλιάνων και της Χώρας, προς τα βόρειά της, σε αποστάσεις περίπου 52, 36, 25 και 22,5 χιλιομέτρων αντίστοιχα, ενώ προς τα νότιά της και τα νοτιανατολικά της βρίσκονται οι κωμοπόλεις της Μεθώνης και της Κορώνης, σε αποστάσεις περίπου 11 και 40 χιλιομέτρων αντίστοιχα. Σε κοντινές αποστάσεις βρίσκονται επίσης, προς τα νοτιοανατολικά της ο Κυνηγός, το Μεσοχώρι και η Πήδασος σε αποστάσεις 6,5, 7,5 και 8,5 περίπου χιλιομέτρων αντίστοιχα, προς τα νότιά της το Καινούριο Χωριό σε απόσταση 6,5 περίπου χιλιομέτρων, προς βορειοανατολικά της η Πύλα και η Ίκλαινα σε αποστάσεις 8 και 17 περίπου χιλιομέτρων, προς τα βόρειά της η Γιάλοβα και το Κορυφάσιο σε αποστάσεις 7,5 και 15 περίπου χιλιομέτρων και προς τα βορειοδυτικά της το Πετροχώρι, ο Ρωμανός και η Τραγάνα σε αποστάσεις 15,5, 15 και 16 περίπου χιλιομέτρων αντίστοιχα.

Ονομασίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κορυφάσιον & Πύλος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύμφωνα με την μυθολογία, η πρώτη και αρχαιότερη πόλη της Πύλου ιδρύθηκε στη νοτιοδυτική Αρχαία Μεσσηνία από τον μυθικό επώνυμο ήρωα Πύλο ή Πύλα. Ο Πύλος, κατά μια πρώτη εκδοχή, η οποία αναφέρεται στο έργο «Βιβλιοθήκη Απολλοδώρου» (παλαιότερα αποδιδόταν ως έργο στον Απολλόδωρο, ενώ σήμερα αποδίδεται σε άγνωστο συγγραφέα αναφερόμενο ως Ψευδο-Απολλόδωρο)[7] ήταν γιος του θεού Άρη και της Δημονίκης, κόρης του Αγήνορα και της Επικάστης, εγγονή του Αντήνορα και αδελφή του Πορθάονα. Η Δημονίκη και ο Άρης ήταν οι γονείς του Ευήνου, του Πύλου, του Θέστιου και του Μώλου.[8] Κατά μια άλλη εκδοχή, την οποία αναφέρει ο Παυσανίας, στο έργο του «Ελλάδος περιήγησις - Μεσσηνιακά» (βιβλίο 4, στιχ. 36.1-36.2)[9] ο επώνυμος ιδρυτής ταυτίζεται με τον Πύλα, ο οποίος ήταν βασιλιάς των Μεγάρων, γιος του Κλήσωνα και εγγονός του Λέλεγα. Ο Πύλαντας πήγε στην Πελοπόννησο επικεφαλής ομάδας Λελέγων και ίδρυσε την πρώτη ομώνυμη πόλη, γνωστή και ως την Πύλο της Μεσσηνίας, ενώ όταν αργότερα ο Νηλέας τον εξεδίωξε από αυτήν, ο Πύλαντας κατέφυγε στην Ήλιδα, όπου ίδρυσε και τη δεύτερη ομώνυμη πόλη, γνωστή και ως την Πύλο της Ήλίδας. Θυγατέρα του Πύλαντα ήταν η Πυλία.

Ο Παυσανίας αναφέρει επίσης ότι η πόλη ονομαζόταν και Κορυφάσιον, από το Ακρωτήριο Κορυφάσιον (ἄκρα Κορυφάσιον), πάνω στο οποίο είχε κτιστεί.[9] Εκεί κοντά υπήρχε και ο ναός της Κορυφασίας Αθηνάς (πβ. το Κορυφάσιο Μεσσηνίας).[10] Οι αρχαίοι Σπαρτιάτες, σύμφωνα με τον Θουκυδίδη, την ανέφεραν επίσης ως Κορυφάσιον.[11]

Πύλος & Νηλήιον[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Προς τιμή του πατέρα του Νέστορα Νηλέα η πόλη αναφερόταν και ως «Νηλήιον». Ο Νηλέας ήταν γιος της Τυρούς και του θεού Ποσειδώνα, δίδυμος αδελφός του Πελία και ετεροθαλής αδελφός του Αίσονα (γιου του Κρηθέα και της Τυρούς), του Φέρητα και του Αμυθάονα. Ο Νηλέας και ο Πελίας φιλονίκησαν για τη βασιλεία της Ιωλκού. Ο Πελίας έδιωξε τον Νηλέα, όπως και τον Αίσονα, και έγινε βασιλιάς στην Ιωλκό της Θεσσαλίας, ενώ ο Νηλέας κατέφυγε στη Μεσσηνία, όπου σύμφωνα με μια εκδοχή ήταν αυτός που ίδρυσε την Πύλο. Εκεί πήρε ως σύζυγό του τη Χλωρίδα, κόρη του Αμφίονα και μαζί απέκτησαν μία κόρη, την Πηρώ, και πολλούς γιούς, μεταξύ των οποίων και οι Ταύρος, Αστέριος, Πυλάων, Δηίμαχος, Ευρύβιος, Περικλύμενος, ο μετέπειτα σοφός βασιλιάς Νέστορας, κ.ά. Το τέλος του Νηλέα επήλθε όταν ο Ηρακλής εξεστράτευσε εναντίον του με την αιτιολογία ότι ο Νηλέας αρνήθηκε να τον εξαγνίσει από τον φόνο του Ιφίτου. Τότε ο Νηλέας σκοτώθηκε μαζί με 11 από τους γιούς του ή, σύμφωνα με άλλη παράδοση, διασώθηκε και πέθανε από κάποια ασθένεια στην Κόρινθο όπου είχε καταφύγει, οπότε στη συνέχεια ενταφιάσθηκε εκεί. Οι απόγονοι του Νηλέα ονομάσθηκαν Νηλείδες. Οι Νηλείδες, διωγμένοι από τους Ηρακλείδες, σκορπίστηκαν σε διάφορους τόπους, σε μερικούς από τους οποίους και βασίλευσαν. Χρονικά κατατάσσονται στα τέλη του 12ου αι. π.Χ., αφού η μετακίνησή τους από την Πύλο προς την Αθήνα χρονολογείται το 1104 π.Χ..[12]

Ονομασίες μέσων χρόνων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Πύλος διατήρησε το αρχαίο της όνομα στα πρώτα βυζαντινά χρόνια, αλλά εμφανίζεται, πιθανώς μετά τον 6ο αιώνα, που καταλήφθηκε από τους Αβάρους,[13] ως και την κατάκτησή της από τους Φράγκους, τον 13ο αιώνα, με δυο ονόματα, ως "Ζόγκλος" και ως Αβαρίνο (Ναυαρίνο ή Ναβαρίνο).

Πύλος & Ζόγκλος (Port-de-Jonc ή Port-de-Junch)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ονομασία, ως "Ζόγκλος", προέρχεται από το γαλλικό όνομα "Port-de-Jonc" ("Rush Harbour") ή "Port-de-Junch", με ορισμένες παραλλαγές και παράγωγα: Στα ιταλικά ως "Porto-Junco" ή "Zunchio" ή "Zonchio", στο μεσαιωνικά καταλανικά ως "Jonc ", στα λατινικά Iuncum "Zonglon" ή "Zonglos" και στα ελληνικά ως το "Ζόγγον" ή ο "Ζόγγος", το "Ζόγκλον" ή ο "Ζόγκλος", κ.λπ. Το όνομα αυτό προερχόταν πιθανώς από τα έλη και τη βλάστηση που περιέβαλαν τον τόπο.[14][15]

Αβαρίνο, Ναυαρίνο ή Ναβαρίνο (Avarin, Navarin, Navarino)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ονομασία ως ο Αβαρίνος ή το Αβαρίνο ή Αβαρήνο, προέκυψε σύμφωνα με μια εκδοχή, μετά την κατάληψη της πόλης από τους Αβάρους, τον 6ο αιώνα. Αργότερα συντομεύθηκε σε Βαρίνος ή επιμηκύνθηκε σε Αναβαρίνος με επένθεση, η οποία μετεξελίχθηκε σε Ναυαρίνο ή Ναβαρίνο (Navarino) στα ιταλικά (πιθανώς με επανάταξη) και Ναβαρίν (Navarin) στα γαλλικά.[14] Η ετυμολογία της λέξης πάντως δεν είναι βέβαιη. Μια άλλη εκδοχή θεωρεί ότι η ονομασία Ναυαρίνο προέρχεται εκ συνεκφοράς των λέξεων (νέου+Αβαρίνου ή του ναυς+Αβαρίνο). Με την ίδια ονομασία πάντως προσδιορίζονταν ολόκληρος ο κόλπος της Πυλίας με τα πέριξ φρούρια, κατ΄ έναντι των νήσων Πρώτη και Σαπιέντζα από τα οποία και ισαπέχει. Μια άλλη ετυμολογία, βασισμένη σε στοιχεία της παράδοσης, η οποία προτάθηκε από τον περιηγητή Nompar de Caumont στις αρχές του 15ου αιώνα και επαναλήφθηκε μεταγενέστερα σε έργα του Γερμανού ιστορικού Καρλ Χοπφ (Karl Hopf, 1832–1873), αποδίδει το όνομα Ναβαρίνο στη στρατιωτική μισθοφορική Εταιρεία των Ναβαρραίων, η οποία έδρασε τον 14ο αιώνα και στον Μοριά, αλλά αυτό είναι σαφώς λάθος, καθώς το όνομα χρησιμοποιήθηκε πολύ πριν την παρουσία τους στην Ελλάδα. Το 1830 ο ο Αυστριακός περιηγητής, πολιτικός και ιστορικός Γιάκομπ Φίλιπ Φαλμεράυερ (Jakob Philipp Fallmerayer, 1790–1861), πρότεινε ότι η ονομασία θα μπορούσε να προέρχεται από το όνομα των Αβάρων που εγκαταστάθηκαν εκεί, μια άποψη που υιοθετήθηκε από μερικούς μετέπειτα μελετητές, όπως ο βρετανός ιστορικός Ουίλιαμ Μίλλερ (William Miller, 1864–1945).[16] Η εκτίμηση πάντως των σύγχρονων ερευνητών, από την άλλη πλευρά, θεωρεί πιο πιθανό ότι η ονομασία είναι σλαβικής προέλευσης και σημαίνει "τόπος των σφενδάμων" ή το "μέρος με τα σφεντάμια".[17][18][19][14][15]

Η ονομασία Αβαρίνος - Ναβαρίνο (Avarinos/Navarino), αν και χρησιμοποιούταν πριν από τη Φραγκοκρατία, τέθηκε σε ευρεία χρήση και σύντομα υπερκέρασε την ονομασία Port-de-Jonc και των παραγώγων της, μόνο ύστερα από τον 15ο αιώνα, δηλαδή, μετά την κατάρρευση του φράγκικου Πριγκιπάτου της Αχαΐας (1205–1432).[14]

Σπανοχώρι (Spanochori)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στα τέλη του 14ου ή στις αρχές του 15ου αιώνα, όταν η περιοχή ελεγχόταν από την Εταιρεία των Ναβαρραίων, ήταν επίσης γνωστό ως Château Navarres και ονομαζόταν από τους ντόπιους Έλληνες ως Σπανοχώρι (Spanochori), δηλαδή χωριό των Ισπανών.[20] Κατά τις περιόδους της οθωμανικής κατοχής (1498-1685 και 1715-1821), η τουρκική ονομασία ήταν Αναβαρίν (Anavarin [o]).

Νεόκαστρον & Παλαιόκαστρον[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά την κατασκευή, το 1571/2, του νέου οθωμανικού φρουρίου (Anavarin kalesi), στην τοποθεσία της σημερινής Πύλου, στα νοτιοδυτικά του κόλπου, το νέο φρούριο/κάστρο έγινε γνωστό ως το Νέοκαστρον (Νέο Κάστρο ή Νιόκαστρο, «νέο κάστρο»), ενώ το παλιό φραγκικό κάστρο στα βορειοδυτικά του κόλπου έγινε γνωστό, αναφερόμενο σε αντιδιαστολή, ως το Παλαιόκαστρον (Παλιόκαστρο ή Παλιόκαστρο , "παλιό κάστρο").[20] Με την ανάπτυξη στη συνέχεια, του οικισμού έξω από τα τείχη του Νιόκαστρου, ο οικισμός που έφερε επίσης το όνομα Νέοκαστρον, ήταν αυτός που μετεξελίχθηκε στη σημερινή κωμόπολη.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σφραγιδόλιθος από αχάτη, μεγέθους 3,5 περίπου εκατοστών, με εγχάρακτο σχέδιο στο οποίο εικονίζεται σκηνή μάχης. Βρέθηκε στον τάφο του «Γρύπα Πολεμιστή».[21][22][23]

Η Πύλος έχει μακρά ιστορία, η οποία συμβαδίζει με αυτήν της Πελοποννήσου. Το ξεκίνημά της χάνεται στα βάθη της προϊστορίας, αφού κατοικήθηκε από τη νεολιθική εποχή. Σύμφωνα με την ελληνική μυθολογία, ιδρύθηκε από τον επώνυμο ήρωα Πύλο ή τον βασιλιά Νηλέα και αρχικά ονομαζόταν Κορυφάσιον, από το Ακρωτήριο Κορυφάσιον, πάνω στο οποίο είχε κτιστεί. Κατά τα ομηρικά χρόνια αναφέρεται από τον Όμηρο ως η πρωτεύουσα στο βασίλειο του Νέστορα, το οποίο ήταν ένα από τα σημαντικά βασίλεια της μυκηναϊκής Ελλάδας, σύμφωνα και με τα αρχαιολογικά ευρήματα του ανακτόρου που είναι γνωστό ως το Ανάκτορο του Νέστορα, το οποίο συνδέεται με τον Νέστορα, βασιλιά της Πύλου, όπως αναφέρεται στην Ιλιάδα του Ομήρου. Αργότερα η περιοχή υποδουλώθηκε στην Αρχαία Σπάρτη μαζί με την υπόλοιπη Αρχαία Μεσσηνία. Κατά την κλασική εποχή ο χώρος της αρχαίας μυκηναϊκής πόλης ήταν πλέον ακατοίκητος, αλλά στην περιοχή της έγινε η Ναυμαχία της Πύλου, το 425 π.Χ., κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού Πολέμου. Η Πύλος μόλις που αναφέρεται ιστορικά στη συνέχεια, κατά τη ρωμαϊκή και τη βυζαντινή εποχή και μέχρι τον 13ο αιώνα και τη Φραγκοκρατία, όταν η περιοχή της έγινε τμήμα του Πριγκιπάτου της Αχαΐας. Άρχισε να γίνεται πλέον γνωστή με τη γαλλική της ονομασία ως Port-de-Jonc ή την ιταλική της ονομασία ως Navarino, ενώ στη δεκαετία του 1280 οι Φράγκοι έχτισαν το παλαιό κάστρο του Ναυαρίνου στην περιοχή. Το Ναυαρίνο στη συνέχεια βρέθηκε υπό τον έλεγχο της Γαλληνοτάτης Δημοκρατίας της Βενετίας, από το 1417 έως το 1500, όταν και κατακτήθηκε από την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Οι Οθωμανοί χρησιμοποίησαν το Ναυαρίνο και τον κόλπο του ως ναυτική βάση και έχτισαν στο νοτιοδυτικό σημείο του το φρούριο του Νέου Ναυαρίνου. Η περιοχή του Παλαιού και Νέου Ναυαρίνου παρέμεινε υπό τον οθωμανικό έλεγχο, με εξαίρεση μια σύντομη ανανέωση της ενετικής κυριαρχίας, με το Βασίλειο του Μορέως το 1685-1715 και μια ρωσική κατοχή το 1770-71, μέχρι την ξέσπασμα της Επανάστασης του 1821, η οποία οδήγησε στην απελευθέρωση της περιοχής. Ο Ιμπραήμ πασάς της Αιγύπτου ανακτά πρόσκαιρα το Ναυαρίνο για λογαριασμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, το 1825, αλλά η ήττα του τουρκο-αιγυπτιακού στόλου στη Ναυμαχία του Ναυαρίνου, το 1827, ανάγκασε τον Ιμπραήμ να αποχωρήσει από την Πελοπόννησο και επιβεβαίωσε την ανεξαρτησία της Ελλάδας.

Μυκηναϊκή εποχή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πολεμιστές και άρμα, σε τοιχογραφία από την Μυκηναϊκή Αρχαία Πύλο, η οποία χρονολογείται περί την LH IIIA/B περίοδο (περίπου 1350 π.Χ.).
τὴν δ' αὖ Τηλέμαχος πεπνυμένος ἀντίον ηὔδα•
τοιγὰρ ἐγώ τοι, μῆτερ, ἀληθείην καταλέξω.
ᾠχόμεθ' ἔς τε Πύλον καὶ Νέστορα, ποιμένα λαῶν•
δεξάμενος δέ με κεῖνος ἐν ὑψηλοῖσι δόμοισιν
ἐνδυκέως ἐφίλει, ὡς εἴ τε πατὴρ ἑὸν υἷα
ἐλθόντα χρόνιον νέον ἄλλοθεν• ὣς ἐμὲ κεῖνος
ἐνδυκέως ἐκόμιζε σὺν υἱάσι κυδαλίμοισιν.
αὐτὰρ Ὀδυσσῆος ταλασίφρονος οὔ ποτ' ἔφασκε
ζωοῦ οὐδὲ θανόντος ἐπιχθονίων τευ ἀκοῦσαι.
Κι ὁ γνωστικὸς Τηλέμαχος ἀπάντησέ της κι εἶπε•
Τὸ καθετίς, μητέρα μου, θὰ δηγηθῶ μὲ ἀλήθεια,
Στὴν Πύλο καὶ στὸ Νέστορα σὰ φτάσαμε τὸ ρήγα,
μὲς στ' ἁψηλὰ παλάτια του μὲ δέχτηκε μὲ ἀγάπη
καὶ πόνο, σὰν ποὺ δέχεται γονιὸς ἀκριβοπαίδι,
σὰν ἔρχετ' ἀπὸ ξενιτειές, ποὺ ἐκεῖ πλανιόταν χρόνια•
ὅμοια μὲ δέχτηκε κι αὐτὸς κι οἱ ξακουσμένοι γιοί του,
κι ἔλεγε πὼς ἀπὸ ἄνθρωπο δὲν ἄκουσε στὸν κόσμο
ἂ ζουσε γιὰ ἂν ἀπέθανε ὁ ἀντρόψυχος Δυσσέας.

Όμηρος, «Οδύσσεια», Ραψωδία Ρ, στιχ. 107-114.
Μετάφραση: Αργύρη Εφταλιώτη (Κλ. Μιχαηλίδη).


H Αρχαία Πύλος ήταν η πρωτεύουσα του μυκηναϊκού βασιλείου της Πύλου, γνωστού και ως Βασιλείου του Νέστορα, το οποίο ήταν σημαντικό κέντρο την εποχή εκείνη, σύμφωνα και με την αναφορά του Ομήρου στην «Οδύσσεια» (Ραψωδία Ραψωδία Ρ, στιχ. 107-114). Η μυκηναϊκή πολιτεία της Πύλου (μεταξύ 1600-1100 π.Χ.) κάλυπτε έκταση 2.000 τετραγωνικών χιλιομέτρων και είχε πληθυσμό μεταξύ 50.000, σύμφωνα με τις πινακίδες της Γραμμικής Β, και 80.000-120.000 κατοίκων.[24][25]

Οι ανασκαφές, μεταξύ 1939 και 1952, από τον Αμερικανό αρχαιολόγο Καρλ Μπλέγκεν (Carl William Blegen, 1887–1971), οδήγησαν στην ανάδειξη του πρώτου, από μια σειρά ανακτόρων, του βασιλείου της Αρχαίας Πύλου, της Εποχής του Χαλκού. Πρόκειται για το Ανάκτορο του Νέστορα στην περιοχή του σύγχρονου Άνω Εγκλιανού , σε απόσταση περίπου 9 χιλιόμετρα βορειοανατολικά του κόλπου της Πύλου. Ο Μπλέγκεν ήταν αυτός που έδωσε πρώτος, σύμφωνα και με τα ομηρικά έπη, την ονομασία στα ερείπια του μεγάλου αυτού μυκηναϊκού παλατιού, που χρονολογείται περί το 1300 π.Χ. Οι πινακίδες της Γραμμικής Β, οι οποίες βρέθηκαν από τον Blegen δείχνουν σαφώς ότι ο ίδιος ο τόπος ονομαζόταν Πύλος και γραφόταν ως Linear B Syllable B050 PU.svgLinear B Syllable B002 RO.svg (pu-ro, 𐀢𐀫 Μυκηναϊκή ελληνική) από τους κατοίκους του. Το ανάκτορο καταστράφηκε και εγκαταλείφθηκε μετά τον 8ο αιώνα π.Χ. Σε κοντινές περιοχές, όπως στη περιοχή της Βοϊδοκοιλιάς, της Τραγάνας, της Ίκλαινας, αλλά και σε άλλες αρχαιολογικές θέσεις της περιοχής της Πυλίας, έχουν βρεθεί έκτοτε πολλά ακόμα στοιχεία/κατάλοιπα της περιόδου αυτής της Αρχαίας Πύλου. Επίσης τα ερείπια ενός οχυρού/φρουρίου από ακατέργαστη πέτρα βρέθηκαν στο κοντινό νησί της Σφακτηρίας, επίσης μυκηναϊκής προέλευσης, το οποίο χρησιμοποιήθηκε από τους Σπαρτιάτες κατά τον Πελοποννησιακό πόλεμο.

Κλασική εποχή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύμφωνα με τον Θουκυδίδη, στο έργο του «Ιστορία του Πελοποννησιακού Πολέμου», τον 5ο αιώνα π.Χ., η Πύλος ήταν «μαζί με το μεγαλύτερο μέρος της χώρας, χωρίς πληθυσμό».[11] Η αρχαία πόλη δεν βρισκόταν στη σύγχρονη Πύλο, αλλά βόρεια της νήσου Σφακτηρίας, σε απόσταση 400 στάδια από την αρχαία Σπάρτη.[11] Σύμφωνα επίσης με τον Παυσανία η πόλη της Πύλου απείχε από την αρχαία Μοθώνη (βλ. Μεθώνη) λίγο περισσότερο από 100 στάδια.[9] Στην κλασσική αρχαιότητα το ύψωμα του Κορυφασίου και η ευρύτερη περιοχή της ομηρικής Πύλου η οποία ήταν ακατοίκητη και η περιοχή της ήταν σχεδόν συνεχώς κάτω από την κυριαρχία της Σπάρτης με εξαίρεση την περίοδο 425-421 π.Χ. κατά την οποία σύμφωνα με τον Θουκυδίδη (βιβλίο Δ') οχυρώθηκε από τους Αθηναίους και αποτέλεσε προκεχωρημένο αθηναϊκό οχυρό κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού Πολέμου. Το 425 π.Χ. ο Αθηναίος πολιτικός Κλέων έστειλε εκστρατευτικό σώμα στην Πύλο όπου οι Αθηναίοι οχύρωσαν το βραχώδες ακρωτήριο, το οποίο είναι τώρα γνωστό ως «Κορυφάσιον» ή η «Παλαιά Πύλος» στο βορειοδυτικό άκρο του κόλπου, κοντά στη Λιμνοθάλασσα της Γιάλοβας και μετά από νικηφόρα σύγκρουση με τα σπαρτιατικά πλοία στη Ναυμαχία της Πύλου, ήλεγχαν την περιοχή και τον κόλπο της Πύλου. Λίγο αργότερα, οι Αθηναίοι νίκησαν και τα στρατεύματα των Λακεδαιμονίων, τα οποία είχαν οχυρωθεί στο παρακείμενο νησί της Σφακτηρίας, στη γνωστή και ως Μάχη της Πύλου και της Σφακτηρίας. Το άγχος των Σπαρτιατών για την επιστροφή των αιχμάλωτων στρατιωτών τους, οι οποίοι μεταφέρθηκαν ως όμηροι στην Αθήνα, συνέβαλε στην αποδοχή της συνθήκης του 421 π.Χ., η οποία είναι γνωστή και ως Νικίειος Ειρήνη. Μετά την απελευθέρωση της Μεσσηνίας από την Σπαρτιατική κυριαρχία και την επανίδρυση της Πύλου τον 4ο αιώνα π.Χ. το ύψωμα του Κορυφασίου αποτέλεσε την ακρόπολη της επανιδρυθείσας πόλης.

Αρχαιολογική έρευνα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην περιοχή της Πύλου έχουν ανακαλυφτεί αξιόλογοι αρχαιολογικοί θησαυροί. Αρχικά ήρθαν στο φως πέτρινοι τοίχοι, κομμάτια από τοιχογραφίες, δάπεδα, μυκηναϊκά αγγεία, πήλινες επιγραφές στον Επάνω Εγκλιανό. Οι πρώτες αυτές έρευνες έγιναν το 1912-26 απ' τον Καρλ Μπλέγκεν και τον Κωνσταντίνο Κουρουνιώτη. Διακόπηκαν στα χρόνια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου και ξανάρχισαν το 1952 από το Σπυρίδωνα Μαρινάτο. Στις 31 Δεκεμβρίου του 1957 ανακαλύφθηκε κυψελοειδής τάφος, ο επιλεγόμενος του Νηλέως, από τον πατέρα του Νέστορα, μυθικό βασιλιά της Πύλου. Επίσης ανακαλύφθηκε και πτέρυγα του ανακτόρου ηλικίας 3.000 ετών. Το 1962 βρέθηκε πλήθος ευρημάτων στην περιοχή Περιστέρια Πύλου[26]. Οι προσπάθειες στην Πύλο συνεχίστηκαν και μέχρι το 1964, οπότε ήρθε στο φως ολόκληρο σχεδόν το Ανάκτορο του Νέστορα. Το ανάκτορο αυτό χρονολογικά τοποθετείται γύρω στα 1300 και 1200 π.Χ. και καταστράφηκε με την κάθοδο των Δωριέων (1100 π.Χ.) Το κεντρικό κτίριο (50 x 32 μ.) περιλάμβανε το μέγαρο του βασιλιά και το μέγαρο της βασίλισσας ενώ υπάρχουν και άλλα κτίρια. Διάφοροι άλλοι βοηθητικοί χώροι, τάφοι και βωμός, ανακαλύφθηκαν στην περιοχή.

330-1204: Βυζαντινή εποχή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Λίγα είναι γνωστά κατά τη βυζαντινή εποχή για την Πύλο, η οποία διατηρούσε το αρχαίο όνομά της, εκτός από την αναφορά των επιδρομών στην περιοχή, των Αβάρων τον 6ο αιώνα και των Σαρακηνών από το Εμιράτο της Κρήτης περί το 872/3.[27] Στα ύστερα βυζαντινά χρόνια και στις αρχές της Φραγκοκρατίας και της Α΄ Ενετοκρατίας η περιοχή και η πόλη αναφέρονταν ήδη και ως "Ζόγκλος".

1205-1432: Μεσαίωνας - Α΄ Ενετοκρατία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τον 12ο αιώνα, ο Άραβας γεωγράφος Muhammad al-Idrisi , από την Θέουτα, ανέφερε το λιμάνι του παλαιού Ναυαρίνου ως το «ευρύχωρο λιμάνι του Irūda», στο έργο του Nuzhat al-Mushtaq .[27] Μετά την Δ΄ Σταυροφορία και την πρώτη κατάλυση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, το 1204, κατά την Πρώτη Ενετοκρατία και την Φραγκοκρατία, ο Μωριάς γίνεται κτήση των Βενετών και των Φράγκων. Αποτελεί πλέον ένα σταυροφορικό κράτος και ελέγχεται από το Πριγκιπάτο της Αχαΐας (1205-1432). Η Πύλος, αναφερόμενη πλέον και ως Ναβαρίνο, κατελήφθη γρήγορα από τους Σταυροφόρους, σύμφωνα με μια σύντομη αναφορά στο «Χρονικόν του Μορέως», αλλά δεν αναφέρεται ξανά μέχρι το 1280. Οι Βενετοί αντίστοιχα διεκδίκησαν τα λιμάνια της Μεθώνης και της Κορώνης για λογαριασμό τους. Η κυριαρχία τους στις δύο πόλεις της Μεσσηνίας επικυρώθηκε το 1209 κλείνοντας συμφωνία με τον κυρίαρχό τότε της Πελοποννήσου Γοδεφρείδο Βιλλεαρδουίνο. Οι Βενετοί οχύρωσαν την Μεθώνη και την μετέτρεψαν σε σημαντικό εμπορικό κέντρο. Η περιοχή της γνώρισε σημαντική ευημερία και αποτέλεσε σημαντικό ενδιάμεσο σταθμό μεταξύ Βενετίας και Αγίων Τόπων.[28] Προς την απαρχή του τέλους της περιόδου της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, στα τέλη του 13ου αιώνα, και συγκεκριμένα το 1278[29] κτίστηκε από τους Φράγκους με επικεφαλής τον Φλαμανδό σταυροφόρο Νικόλαο B΄ Σαιντομέρ, πρίγκιπα του Πριγκιπάτου της Αχαΐας το φραγκικό επάκτιο κάστρο του Παλαιοκάστρου Ναυαρίνου πάνω στα ερείπια της αρχαίας και βυζαντινής οχύρωσης. Σταδιακά το κάστρο και ο περιβάλλοντας χώρος αυτού αποκτά το χαρακτήρα Καστροπολιτείας. Επισημαίνεται ότι στην περίοδο του Μεσαίωνα, μεταξύ 1262-1432, πολλά χωριά και εκτάσεις εδαφών της περιοχής του Ναυαρίνου και της σημερινής Πυλίας, δεν ανήκαν αποκλειστικά στην οικογένεια του Φλαμανδού σταυροφόρου, αλλά διαμοιράζονταν μεταξύ των Βαρωνιών της Αρκαδίας (Κυπαρισσίας) και της Μεθώνης. Η κοντινή πόλη της Κυπαρισσίας, η οποία αναφερόταν τότε ως Αρκαδία ή Αρκαδιά αποτέλεσε την έδρα της Βαρωνίας της Αρκαδίας. Η βαρωνία αυτή ήταν ένα κρατίδιο υποτελές στο Πριγκιπάτο της Αχαΐας που ιδρύθηκε το 1261/2 από τον πρίγκιπα Γουλιέλμο Β' Βιλλαρδουίνο. Αρχικά, η πόλη της Αρκαδίας αποτελούσε τμήμα των προσωπικών κτήσεων του πρίγκιπα και σχηματίστηκε ως αποζημίωση για τον Βιλαίν Α΄ ντ'Ωλναί (Vilain d'Aulnay) μετά την βυζαντινή ανάκτηση της Κωνσταντινούπολης από τη Λατινική Αυτοκρατορία το 1261.[30][31] Η κατοικία του βαρώνου ήταν το επισκευασμένο αρχαίο Κάστρο της Αρκαδίας.[32] Η ιστορία της περιόδου αυτής είναι ιδιαίτερα πλούσια.

Επίσης, σύμφωνα με τη γαλλική και ελληνική εκδοχή του «Χρονικού του Μωρέως», ο Φλαμανδός σταυροφόρος Νικόλαος Β΄ Σαιντ Ομέρ, ο οποίος ήταν ηγεμόνας της Θήβας, μεταξύ 1258 - 1294, πρωτοστράτορας και Βάϊλος του Πριγκιπάτου της Αχαΐας, παρέλαβε, περί το 1281, μεγάλες εδαφικές εκτάσεις στη Μεσσηνία σε αντάλλαγμα για τα υπάρχοντα της συζύγου του στην Καλαμάτα και το Χλεμούτσι και ανέγειρε, το 1282, πάνω από τα ερείπια της αρχαίας Ακρόπολης της Πύλου και του κατεστραμμένου ελληνιστικού, ρωμαϊκού και βυζαντινού φρουρίου, το πρώτο κάστρο του Ναυαρίνου (το μεσαιωνικό), στα βορειοδυτικά του κόλπου, γνωστό σήμερα και ως Παλαιόκαστρο Ναυαρίνου.

Σύμφωνα με την ελληνική εκδοχή των «Χρονικών», κατασκεύασε το Κάστρον του Αβαρίνου,[33] για μελλοντική χρήση από τον ανιψιό του, Νικόλαο Γ΄ Σαιντ Ομέρ, αν και η αραγονική έκδοση των «Χρονικών» αποδίδει την κατασκευή του κάστρου στον ίδιο τον Νικόλαο Γ΄, λίγα χρόνια αργότερα. Κατά τον A. Bon, στο έργο του «La Morée franque. Recherches historiques, topographiques et archéologiques sur la principauté d’Achaïe», η κατασκευή του κάστρου από τον Νικόλαο Β΄, μετά το 1280 είναι πιθανότερη και ίσως πιθανότατα κατά την περίοδο 1287-89, όταν υπηρέτησε ως Βάϊλος του Πριγκιπάτου της Αχαΐας.[34] Παρά τις προθέσεις του Νικολάου Β΄, δεν είναι σαφές αν ο ανιψιός του κληρονόμησε πράγματι το Ναβαρίνο. Αν το έπραξε, πιθανώς να παρέμεινε μέχρι το θάνατό του το 1317, όταν αυτό και όλα τα μεσσηνιακά εδάφη της οικογένειας επεστράφηκαν στη κεντρική διοίκηση του πριγκιπάτου, καθώς ο Νικόλαος Γ ' δεν είχε παιδιά.[34]

Το 1293 στην περιοχή της Πύλου, η οποία τότε αναφερόταν και ως Ζόγκλος, σε τοποθεσία, που δεν είναι γνωστή προς το παρόν, πραγματοποιήθηκε στρατιωτική αναμέτρηση μεταξύ του Πριγκιπάτου της Αχαΐας και Αραγωνέζων πειρατών, οι οποίοι λεηλατούσαν παραλιακές πόλεις του πριγκιπάτου. Η μάχη που έγινε τότε, είναι γνωστή και ως η Μάχη του Ζόγκλου. Συμμετείχαν ο καστελάνος του φρουρίου της Καλαμάτας και Βαρώνος της Χαλανδρίτσας Γεώργιος Α΄ Γκίζι και ο Βαρώνος των Καλαβρύτων Ιωάννης ντε Τουρναί, από τη μια πλευρά για το Πριγκιπάτο της Αχαΐας και από την άλλη πλευρά ο ναύαρχος Ρογήρος ντε Λούρια, ο οποίος είχε αναλάβει τότε πειρατική δράση για λογαριασμό του Βασιλείου της Αραγωνίας, ο οποίος και νίκησε.

Το φρούριο παρέμεινε ως μη άξιο σημαντικής αναφοράς στη συνέχεια, εκτός από τη Ναυμαχία της Σαπιέντζας, του 1354 μεταξύ Βενετίας και Γένοβας[27] και ένα επεισόδιο, το 1364, κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης μεταξύ της πριγκίπισας Μαρίας των Βουρβόνων και του πρίγκιπα Φιλίππου Β΄ του Τάραντα, λόγω της προσπάθειας της Μαρίας να διεκδικήσει το Πριγκιπάτο, μετά το θάνατο του συζύγου της Ροβέρτου του Τάραντα. Η Μαρία είχε πάρει την κατοχή του Ναβαρίνου (μαζί με την Καλαμάτα και τη Μάνη) από τον Ροβέρτο, το 1358, και ο ντόπιος καστελάνης, πιστός στη Μαρία, φυλακίστηκε σύντομα από τον Βάϊλο του νέου πρίγκιπα, Σάιμον ντελ Πόγκγιο. Η Μαρία των Βουρβόνων διατήρησε τον έλεγχο του Ναυαρίνου μέχρι το θάνατό της το 1377.[35] Την εποχή εκείνη, εγκαταστάθηκαν στην περιοχή και Αλβανοί, ενώ το 1381/2 υπήρχαν εκεί και Ναβάρριοι, Γασκώνιοι και Ιταλοί μισθοφόροι.[27]

Από τα πρώτα χρόνια του15ου αιώνα, οι Βενετοί προσέβλεπαν στο φρούριο του Ναυαρίνου και την περιοχή του, φοβούμενοι, μήπως οι αντίπαλοί τους, οι Γενουάτες το καταλάβουν και το χρησιμοποιήσουν ως βάση για επιθέσεις εναντίον των βενετσιάνικων φρουρίων της Μεθώνης και της Κορώνης. Εν προκειμένω, τελικά οι Βενετοί κατέλαβαν το ίδιο το φρούριο το 1417 και μετά από παρατεταμένους διπλωματικούς ελιγμούς, κατάφεραν να νομιμοποιήσουν την κατοχή τους σε αυτό το 1423.[27][36] Το 1423 το Ναβαρίνο, όπως και η υπόλοιπη Πελοπόννησος, υπέστη την πρώτη του οθωμανική επιδρομή, υπό την ηγεσία του Τουρακάν Μπέη, που επαναλήφθηκε για δεύτερη φορά το 1452.[20]

1432-1460: Δεσποτάτο του Μυστρά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Για μικρό χρονικό διάστημα, 30 περίπου ετών, μετά την Φραγκοκρατία και την Α΄ Ενετοκρατία, διάφορα τμήματα της περιοχής του Ναβαρίνου ήλεγχε και το Δεσποτάτο του Μυστρά (1349-1460). Από το 1417-18 οι Βυζαντινοί είχαν κατορθώσει να απελευθερώσουν το μεγαλύτερο μέρος της Μεσσηνίας και της Ηλείας. Το 1427 ο Βυζαντινός στόλος καταφέρνει να νικήσει σε ναυμαχία στα νησάκια Εχινάδες, στην είσοδο του Πατραϊκού κόλπου, τον Παλατινό Κόμη Κεφαλληνίας και Ζακύνθου Κάρολο Α΄ Τόκκο και λίγο αργότερα οι Βυζαντινοί καταλαμβάνουν τη Γλαρέντζα στην Ηλεία. Το 1429 ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος καταλαμβάνει και την Πάτρα μετά από πολιορκία. Εκτός από την Μεθώνη, την Κορώνη το Ναύπλιο και το Άργος, τα οποία παρέμειναν στην κατοχή των Βενετών, ολόκληρη η υπόλοιπη Πελοπόννησος αναλαμβάνουν οι Παλαιολόγοι, με το Θεόδωρο να εξουσιάζει τον Μυστρά, το Θωμά τη Γλαρέντζα και τον Κωνσταντίνο τα Καλάβρυτα, λίγο πριν ο τελευταίος γίνει αυτοκράτορας. Όμως οι τουρκικές επιδρομές συνεχίστηκαν αμείωτες τα επόμενα χρόνια, καθώς ο σουλτάνος Μωάμεθ Β΄ ήθελε να εμποδίσει τους Θεόδωρο και Θωμά, οι οποίοι βρίσκονταν σε αντιπαράθεση μεταξύ τους, από το να αποστείλουν ενισχύσεις στην πολιορκούμενη πρωτεύουσα. Με αφορμή μία μεγάλη τουρκική επιδρομή ξέσπασε εξέγερση των κατοίκων, υπό τον Μανουήλ Κατακουζηνό, η οποία έληξε άδοξα με την επέμβαση του Τουραχάν ή Τουρχάν Μπέη. Μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1453 και ενώ τα δύο αδέλφια συνέχιζαν να συγκρούονται μεταξύ τους, οι Τούρκοι κατέλαβαν την Πάτρα το 1458 και το 1460 ο Μυστράς παρεδόθη αμαχητί στον Μωάμεθ Β΄ που έθεσε το τέλος στο δεσποτάτο. Η Βαρωνία της Αρκαδίας ήταν και το τελευταίο υπόλειμμα του Πριγκιπάτου της Αχαΐας που υπέκυψε, το 1432, στους Βυζαντινούς Δεσπότες του Μορέως. Μετά την κατάκτηση της Πάτρας και της Χαλανδρίτσας το 1429-1430, που σήμανε και την ντε φάκτο κατάλυση του Πριγκιπάτου, ο τελευταίος Πρίγκιπας, Κεντυρίων Β΄ Ζαχαρίας, κράτησε μόνο την Αρκαδία ως προσωπικό του φέουδο. Μετά το θάνατό του το 1432 όμως, ο Δεσπότης Θωμάς Παλαιολόγος, καίτοι γαμπρός του Ζαχαρία, κατέλαβε τη βαρωνία και φυλάκισε την χήρα του Ζαχαρία και πεθερά του, η οποία και πέθανε στη φυλακή.[37][38][39]

Ήταν επίσης το λιμάνι του Ναυαρίνου, το σημείο από το οποίο, ο Βυζαντινός αυτοκράτορας Ιωάννης Η΄ Παλαιολόγος ξεκίνησε το 1437, για τη Σύνοδο Φερράρας – Φλωρεντίας, αλλά και το σημείο από το οποίο, ο τελευταίος Δεσπότης του Μορέως Θωμάς Παλαιολόγος ξεκίνησε με την οικογένειά του για τη Δύση, το 1460, μετά την οθωμανική κατάκτηση του Δεσποτάτου του Μοριά.[20]

1460-1683: Α΄ Τουρκοκρατία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Νεόκαστρο του Ναυαρίνου.
Τμήμα του παλαιού υδραγωγείου.
Κύριο λήμμα: Καζάς Ναβαρίνου

Η περίοδος της Πρώτης Τουρκοκρατίας στην περιοχή του Μωριά αρχίζει με τη δεύτερη εκστρατεία του σουλτάνου Μωάμεθ Β΄ του Πορθητή (Μεχμέτ Β΄), στην Πελοπόννησο. Μετά την παράδοση του Μυστρά (Πέμπτη 29 Μαΐου 1460) και της Βορδώνιας, κατέλαβε το Καστρίτζι και το Γαρδίκι (στο οποίο είχε καταφύγει ο πληθυσμός του Λεονταρίου). Ακολούθησαν τα κάστρα του Αγίου Γεωργίου και της Καρύταινας και στη συνέχεια ο στρατός του κατέβηκε στην περιοχή των Κοντοβουνίων και την περιοχή της Αρκαδίας (Κυπαρισσίας), σύμφωνα με τον ιστορικό Λαόνικο Χαλκοκονδύλη.[40] Είναι το διάστημα αυτό κατά το οποίο η περιοχή του Ναβαρίνου μετατρέπεται για πρώτη φορά σε καζά.

Μετά το 1460, το φρούριο του Ναυαρίνου, μαζί με τα άλλα βενετικά κάστρα στη Μονεμβασιά και τη χερσόνησο της Μάνης, ήταν οι μοναδικές χριστιανικές περιοχές της Πελοποννήσου.[20][27] Ο ενετικός έλεγχος του Ναβαρίνου διατηρήθηκε και κατά τον πρώτο Βενετοτουρκικό πόλεμο (1463-14779), αλλά όχι και κατά το Δεύτερο Βενετοτουρκικό πόλεμο (1499-1503), καθώς μετά την ενετική ήττα στην Ναυμαχία της Μεθώνης, τον Αύγουστο του 1500, η φρουρά του Ναυαρίνου παραδόθηκε, παρόλο που ήταν καλά προετοιμασμένη για πολιορκία. Εντούτοις, οι Βενετοί προσπάθησαν ανακατάληψη λίγο μετά, στις 3/4 Δεκεμβρίου του 1500, όμως στις 20 Μαΐου 1501, εκδηλώθηκε κοινή οθωμανική επίθεση από θάλασσα και στεριά, υπό τον ναύαρχο Κεμάλ Ρεϊς και τον μετέπειτα βεζύρη Χαντίμ Αλή Πασά ή Ατίκ Αλή Πασά η οποία οδήγησε στην κατάληψη του Ναυαρίνου από τους Οθωμανούς.[20][27]

Οι Οθωμανοί χρησιμοποίησαν το Ναβαρίνο, το οποίο ονόμαζαν Αναβαρίν ή Άβαρνα (Anavarin ή Avarna), ως ναυτική βάση, είτε για πειρατικές επιδρομές είτε για μεγάλες επιχειρήσεις στόλου στις θάλασσες του Ιονίου και της Αδριατικής.[27] Το 1572/3, ο Οθωμανός αρχιναύαρχος (Καπουδάν Πασάς), ο Κιλίτζ Αλή Πασάς κατασκεύασε το νεότερο φρούριο του Ναυαρίνου, στα νοτιοδυτικά του κόλπου της Πύλου, δίπλα στη σύγχρονη κωμόπολη, το οποίο ονομαζόταν ως Αναβαρίν-ι-Κεντίντ (Anavarin-i Cedid) ή Νέο Ναυαρίνο ή Νέοκαστρο ή Νιοκαστρο στα Ελληνικά), για να αντικαταστήσει το ξεπερασμένο φραγκικό κάστρο.[27] Το Νέο Ναβαρίνο ή Νιόκαστρο ή Νεόκαστρο, δηλαδή η σημερινή Πύλος,[41] οικοδομήθηκε σταδιακά γύρω από το καινούργιο κάστρο που έχτισαν οι Οθωμανοί, το 1573, για τον έλεγχο της νότιας εισόδου, στον όρμο του Ναυαρίνου. Το κάστρο ονομάστηκε Νεόκαστρο σε αντιδιαστολή με το Παλαιόκαστρο, το παλαιότερο φρούριο που έλεγχε την βόρεια είσοδο του όρμου.[42] Νεόκαστρο (Νιόκαστρο) υπήρξε και το αρχικό όνομα του νεότερου οικισμού. Το όνομα Πύλος αποδόθηκε στον σημερινό οικισμό μεταγενέστερα, μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας.

1683-1715: Β΄ Ενετοκρατία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Ναβαρίνο (Νιόκαστρο) περί το 1690, σε έργο του Φλαμανδού χαράκτη Γιάκομπ Πέετερς (Jacob Peeters, 1637–1695).[43]

Οι Βενετοί επανακατέλαβαν ξανά το Ναβαρίνο, στη δεκαετία του 1650, κατά τη διάρκεια του Μεγάλου Κρητικού Πολέμου (1645–1669).[27]

Το 1668, ο Οθωμανός χρονογράφος και περιηγητής Εβλιγιά Τσελεμπή (Evliya Çelebi) στο βιβλίο του «Seyahatnâme», δηλαδή, «Βιβλίο των ταξιδιών» περιγράφει την πόλη ως εξής:

Το Anavarin-i Atik είναι ένα απαράμιλλο κάστρο ... το λιμάνι είναι ένα ασφαλές αγκυροβόλιο ...
στους περισσότερους δρόμους του Anavarin-i Cedid υπάρχουν πολλές πηγές τρεχούμενου νερού ... Η πόλη είναι διακοσμημένη με δέντρα και κληματαριές, έτσι ώστε ο ήλιος να μην χτυπάει στην αγορά, καθόλου, και όλοι οι ευγενείς της πόλης κάθονται εδώ, παίζοντας τάβλι, σκάκι, διάφορα είδη σχεδίων και άλλα επιτραπέζια παιχνίδια ....

Το 1685, κατά τα πρώτα στάδια του έκτου Βενετοτουρκικού πολέμου, γνωστού και ως Πολέμου του Μοριά (1684–1699), οι Βενετοί υπό τον Φραντσέσκο Μοροζίνι και τον Ότο Βίλχελμ φον Κένιξμαρκ εισέβαλαν στην Πελοπόννησο και κατέλαβαν το μεγαλύτερο μέρος της και κατέλαβαν προχωρώντας και τα δύο φρούρια του Ναυαρίνου. Με τη χερσόνησο σε ασφάλεια και υπό ενετικό έλεγχο, το Ναυαρίνου έγινε διοικητικό κέντρο στο νέο Βασίλειο του Μορέως.[27] Η περιοχή του Ναβαρίνου την περίοδο της Δεύτερης Ενετοκρατίας (1683/84-1715), δηλαδή το χρονικό διάστημα της τριακονταετίας (1683/84-1715), κατά την οποία οι Βενετοί κατείχαν εκ νέου την Πελοπόννησο, μέσω της κτήσης τους (Stato da Mar), η οποία είναι γνωστή και ως Βασίλειο του Μορέως (1688-1715), αναφερόταν ως τερριτόριο ή επαρχία του Ναβαρίνου (Territorio di Navarin).

Την εποχή της Β΄ Ενετοκρατίας και τα δυο χωριά, το ένα στο Παλαιόκαστρο και το άλλο στο Νιόκαστρο, αναφερόταν ως Ναυαρίνο ή Ναβαρίνο. Το Νέο Ναβαρίνο και το Παλαιό Ναβαρίνο (Navarin Novo, Navarin Vecchio[44] και Borgo di Navarin[45]) Ο οικισμός αναφέρεται επίσης σε διάφορες απογραφές των Βενετών Προνοητών της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας της Βενετίας, οι οποίες έγιναν στο χρονικό διάστημα της τριακονταετίας (1683/84-1715).

Με βάση την ενετική απογραφή Corner του 1689, το Ναυαρίνο αναφέρεται ότι είχε 101 κατοίκους. Ολόκληρη η επαρχία του Ναβαρίνου (Territorio di Navarin), με βάση την ίδια απογραφή είχε συνολικά 1.413 κατοίκους,[45] ενώ είκοσι χρόνια αργότερα, είχε ανέλθει σε 1.797 κατοίκους.[27]

Οι Βενετοί, οι οποίοι είχαν καταλάβει την Πελοπόννησο από την Οθωμανική Αυτοκρατορία κατά τα πρώτα στάδια του πολέμου του Μορέως (1684-1699),ί προσπάθησαν με μεγάλη επιτυχία να αναπτύξουν την περιοχή του Μωριά, που είχε ερημωθεί από τον πόλεμο, και να αναζωογονήσουν την γεωργία και την οικονομία της, αλλά δεν ήταν σε θέση να κερδίσουν την αφοσίωση του μεγαλύτερου μέρους του πληθυσμού, ούτε να εξασφαλίσουν την νέα τους κτήση στρατιωτικά. Έτσι, σύντομα η Πελοπόννησος ανακτήθηκε και πάλι από τους Οθωμανούς μετά από μια σύντομη εκστρατεία τους που έγινε μεταξύ του Ιουνίου και του Σεπτεμβρίου του 1715. Η περιοχή του Ναυαρίνου παρέμεινε βενετσιάνικη επαρχία, μέχρι το 1715, όταν οι Οθωμανοί ανάκτησαν την Πελοπόννησο, κατά τη διάρκεια του έβδομου Βενετοτουρκικού πολέμου ή Δεύτερου Πολέμου του Μοριά (1714–1718).[27] Η Βενετική απογραφή του 1689 έδωσε στον πληθυσμό 1.413,

1715-1821: Β΄ Τουρκοκρατία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κρήνη και ερείπια κτίσματος, πιθανότατα οθωμανικά, στην περιοχή του Ναβαρίνου, το 1808, σε έργο του Γάλλου ζωγράφου Antoine-Laurent Castellan (1772–1838).[46]
Κύριο λήμμα: Καζάς Ναβαρίνου

Για ένα περίπου αιώνα οι Τούρκοι κατείχαν και πάλι τον Μωριά, μέχρι την Ελληνική Επανάσταση του 1821. Η περιοχή του Ναυαρίνου και της Πυλίας μέχρι και την απελευθέρωσή της το 1821, έγινε και πάλι καζάς, ο Καζάς του Ναβαρίνου, δηλαδή μια από τις 24 επαρχίες του Πασαλικίου Πελοποννήσου,[27] που υπάγονταν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, κατά την περίοδο της Δεύτερης Τουρκοκρατίας του Μωριά. Σύμφωνα με την έκδοση της Αμερικανικής Σχολής Κλασικών Σπουδών στην Αθήνα με τίτλο A Historical and Economic Geography of Ottoman Greece: The Southwestern Morea in the 18th Century, μετά την ανακατάληψη των περιοχών του Μωριά από τους Τούρκους, η περιοχή του Ναβαρίνου αποτέλεσε ένα ακόμα τμήμα της οθωμανικής (defter) κτηματογράφησης.[47]

Στις 10 Απριλίου 1770, μετά από πολιορκία έξι ημερών, το φρούριο του Νέου Ναυαρίνου, το Νιόκαστρο, παραδόθηκε στους Ρώσους κατά τη διάρκεια των Ορλοφικών. Η οθωμανική φρουρά αφέθηκε να αναχωρήσει για την Κρήτη, ενώ οι Ρώσοι επισκεύαζαν το φρούριο για να καταστεί βάση τους. Την 1η Ιουνίου του 1770 ωστόσο, οι Ρώσοι το εγκατέλειψαν φεύγοντας και οι Οθωμανοί επανήλθαν στο φρούριο καίγοντάς το και εν μέρει κατεδαφίζοντάς το.[27] Εν τω μεταξύ, ο πληθυσμός που κατοικούσε εκεί είχε δραπετεύσει στην κοντινή νήσο Σφακτηρία, όπου οι Αλβανοί μισθοφόροι των Οθωμανών σφαγιάσαν τους περισσότερους από αυτούς.[48]

1821: Απελευθέρωση του Ναβαρίνου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Παράδοση του Νεoκάστρου κατά την Ελληνική Επανάσταση του 1821, από τον Γερμανό ζωγράφο Πέτερ φον Ες (Peter von Hess, 1792–1871).

Με το ξέσπασμα της Επανάστασης του 1821, οι κάτοικοι του Νεόκαστρου εξεγέρθηκαν με αρχηγούς τους Γεωργάκη και Νικόλαο Οικονομίδη. Στις 25 Μαρτίου 1821 άρχισε η Πολιορκία του Νεοκάστρου,[49] η οποία και έληξε την 9η Αυγούστου του 1821.[50] Η οθωμανική φρουρά, ενισχυμένη από τον τοπικό μουσουλμανικό πληθυσμό της Κυπαρισσίας, κρατήθηκε μέχρι την πρώτη εβδομάδα του Αυγούστου, που αναγκάστηκαν να συνθηκολογήσουν. Παρά την υπόσχεση που τους δόθηκε, για ασφαλή συμπεριφορά/μεταφορά, τελικά σφαγιάσθηκαν όλοι τους, στη γνωστή και ως Σφαγή του Ναυαρίνου. [27]

1825-1828: Ο Ιμπραήμ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η κατάσταση στον απελευθερωμένο Μοριά ήταν ακόμα ασταθής, όταν στις 24 Φεβρουαρίου του 1825, ο Ιμπραήμ Πασά της Αιγύπτου αποβιβάστηκε στη Μεθώνη, με 4.000 πεζούς και 500 ιππείς.[51] Ένα μήνα αργότερα, στις 17 Μαρτίου 1825, αποβιβάστηκαν στη Μεθώνη και πρόσθετες δυνάμεις, αποτελούμενες αυτήν τη φορά από 7.000 πεζούς και 400 ιππείς.[51] Οι Οθωμανοί σταδιακά επανέκτησαν το μεγαλύτερο μέρος της Πελοποννήσου, συμπεριλαμβανομένης της περιοχής του Ναυαρίνου, νικώντας τους Έλληνες υπερασπιστές και ελέγχοντας τον Μοριά μέχρι τη ναυμαχία του Ναυαρίνου.από το 1821 ως το 1825, για τέσσερα χρόνια μετά την έναρξη της Επανάστασης η Πελοπόννησος ελεγχόταν από τις ελληνικές δυνάμεις, εκτός από τα φρούρια της Πάτρας, της Μεθώνης και της Κορώνης που κατείχαν ακόμα τα οθωμανικά στρατεύματα.[51] Οι εμφύλιοι πόλεμοι είχαν τελειώσει, από τις αρχές του 1825 και η πολιτική και στρατιωτική ηγεσία των Πελοποννησίων είχε ηττηθεί και φυλακιστεί, ενώ οι Ρουμελιώτες ένοπλοι που στήριξαν με τα όπλα τους την κεντρική διοίκηση περιφέρονταν στις επαρχίες του Μοριά προβαίνοντας σε πράξεις βίας και προκαλώντας τη δυσαρέσκεια των ντόπιων.[51] Οι Έλληνες παρέμεναν πάντως διαιρεμένοι σε δύο στρατόπεδα και ήταν ανήμποροι να σταματήσουν την επέλαση των οθωμανικών στρατευμάτων. Η τότε κυβέρνηση (Εκτελεστικό), με επικεφαλής τον Γεώργιο Κουντουριώτη, διόρισε αρχηγό τον Υδραίο πλοίαρχο Κυριάκο Σκούρτη, για να αποτρέψει τη διείσδυση του Ιμπραήμ προς το εσωτερικό της Μεσσηνίας και στη συνέχεια της υπόλοιπης Πελοποννήσου. Η επιλογή αυτή του Εκτελεστικού επέφερε μεγάλη αναστάτωση στο στράτευμα, καθώς ο Κουντουριώτης, τυφλωμένος από τοπικισμό, παραμέρισε ικανούς στρατιωτικούς όπως ο Γεώργιος Καραϊσκάκης, ο Αναστάσιος Καρατάσος και ο Κίτσος Τζαβέλλας, δίνοντας την αρχηγία σε άνθρωπο άπειρο από πόλεμο ξηράς.[52] Καθώς ο Ιμπραήμ πολιορκούσε τα κάστρα του Παλαιοκάστρου και Νεοκάστρου, οι Έλληνες επαναστάτες είχαν κάποιες νίκες, κυρίως ο Μακρυγιάννης στο Παλαιόκαστρο και οι Μακεδόνες, υπό τον Αναστάσιο Καρατάσο, στη Μάχη της Σχοινόλακκας (15/16 Μαρτίου 1825)[53] και ο ναύαρχος Μιαούλης με τη Ναυμαχία της Μεθώνης (30 Απριλίου 1825). Ο Ιμπραήμ αρχικά φρόντισε να εδραιώσει την υπεροχή του στα νότια της Μεσσηνίας, για να εξασφαλίσει την επικοινωνία Μεθώνης-Κορώνης και οχύρωσε τη στενή οδό μεταξύ Μεθώνης και Νεοκάστρου. Ο ίδιος στρατοπέδευσε στον μεσσηνιακό κάμπο. Στη δυτική Μεσσηνία διαδραματίστηκαν αρκετές μάχες μεταξύ Ελλήνων και Αιγυπτίων, που αποδεικνύουν τις προσπάθειες των πρώτων να καθηλώσουν αρχικά τις δυνάμεις του εχθρού στην περιοχή και στη συνέχεια να τον αναγκάσουν να εγκαταλείψει την Πελοπόννησο.[51]

Ο Ιμπραήμ συνέτριψε, σχεδόν καθοριστικά, τις ελληνικές δυνάμεις που επιχείρησαν να σταματήσουν την προέλασή του στη Mεσσηνία.[51] Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν, εξάλλου, και οι μάχες που έγιναν στη συνέχεια, με τη Μάχη του Κρεμμυδίου (7 Απριλίου 1825), την μάχη και τη Πτώση του Νεοκάστρου (6 Μαΐου 1825), την μάχη και τη Μάχη της Σφακτηρίας (8 Μαΐου 1825) και τέλος με τη Μάχη στο Μανιάκι, στις 20 Μαίου 1825, όπου έχασε τη ζωή του ο Παπαφλέσσας.[51]

8 Οκτωβρίου 1827: Η Ναυμαχία του Ναβαρίνου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Ναυμαχία του Ναυαρίνου. Ελαιογραφία του 1831, από τον Γάλλο ζωγράφο Λουί Αμπρουάζ Γκαρνερέ (Louis Ambroise Garneray, 1783–1857).
Μνημείο της Ναυμαχίας του Ναυαρίνου, στην κεντρική πλατεία της Πύλου.

Τον Οκτώβριο του 1827 ο συνδυασμένος αιγυπτιακο-οθωμανικός στόλος ηττήθηκε στον κόλπο της Πύλου κατά τη διάκεια της Ναυμαχίας του Ναυαρίνου, από τους συμμαχικούς στόλους της Βρετανικής Αυτοκρατορίας, του Βασιλείου της Γαλλίας και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας. Το γεγονός αυτό αντέκρουσε τις επιτυχίες του Ιμπραήμ και το φθινόπωρο του 1828 τα στρατεύματά του αποσύρθηκαν από την Πελοπόννησο καθώς και από το φρούριο του Νιοκάστρου, το οποίο είχε παραμένει, κι αυτό υπό οθωμανική κατοχή μέχρι την Άνοιξη του 1828.[27] Στην κεντρική πλατεία της Πύλου υπάρχει σήμερα σχετικό μνημείο προς ανάμνηση της μεγάλης εκείνης νίκης των συμμαχικών στόλων.

Νεότερη ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η σημερινή Πύλος οικοδομήθηκε εκ νέου, με σχεδιασμό σύγχρονης πόλης, ακριβώς έξω από τα τείχη του Νεοκάστρου και ουσιαστικά χτίστηκε από τα στρατεύματα του Γάλλου στρατηγού Νικολάου - Ιωσήφ Μαιζώνος κατά τη διάρκεια της Γαλλικής Εκστρατείας στον Μοριά (Expédition de Morée), του 1828–1833,[27] γύρω από το νέο κάστρο, που έχτισαν οι Οθωμανοί το 1573, για τον έλεγχο της νότιας εισόδου, στον όρμο του Ναυαρίνου. Η αποστολή του Γαλλικού εκστρατευτικού σώματος 13.000-15.000 ανδρών, υπό την αρχηγία του Νικολάου - Ιωσήφ Μαιζώνος στην Πελοπόννησο μεταξύ των ετών 1828 και 1833, είχε ως σκοπό την υλοποίηση της εφαρμογής της Συνθήκη του Λονδίνου του 1827, της συμφωνίας σύμφωνα με την οποία οι Έλληνες θα μπορούσαν να έχουν κράτος. Μέρος της αποστολής αυτής ήταν και 17 επιστήμονες, η «επιστημονική αποστολή του Μοριά» (Mission scientifique de Morée), οι οποίοι χαρτογράφησαν την Πελοπόννησο και τα νησιά του Αιγαίου, μελέτησαν τα αρχαία μνημεία και περιέγραψαν τα αποτελέσματα των ερευνών τους σε βιβλία που δίνουν σημαντικές πληροφορίες για την εποχή. Σύμφωνα με αυτούς, η περιοχή της επαρχίας του Ναβαρίνου, με βάση την γαλλική απογραφή του 1829 είχε συνολικά 1.596 κατοίκους.[54]

Το νέο κάστρο, το οποίο είχε ονομαστεί Νεόκαστρο σε αντιδιαστολή με το Παλαιόκαστρο, το παλαιότερο φρούριο που έλεγχε την βόρεια είσοδο του όρμου.[55] Νεόκαστρο (Νιόκαστρο) υπήρξε και το αρχικό όνομα του οικισμού. Το όνομα Πύλος αποδόθηκε στον σημερινό οικισμό μεταγενέστερα, μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας. Μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας, αποδόθηκε στο Νεόκαστρο το όνομα Πύλος, με το βασιλικό διάταγμα του 1833[56] και το 1835 ορίστηκε έδρα του Δήμου Πυλίων. Ο Δήμος Πυλίων σχηματίστηκε με το βασιλικό διάταγμα της 9ης Απριλίου 1835 και κατατάχθηκε στην Γ΄ τάξη των δήμων, με πληθυσμό 782 κατοίκους. Ο δημότης της Πύλου ονομάστηκε Πύλιος. Το 1844 η Πύλος αναφερόταν πάντως ακόμα και με την παλαιότερη ονομασία, ως Νεόκαστρον και Καλύβια. Η Πύλος υπήρξε έδρα κοινότητας στο διάστημα μεταξύ 1912-1946 και έδρα του πρώην δήμου Πύλου στο διάστημα μεταξύ 1946-2010.[57] Από το 2011 αποτελεί έδρα του νέου Δήμου Πύλου - Νέστορος.

Σύγχρονος οικισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η σύγχρονη Πύλος έχει άριστη ρυμοτομία και διαθέτει όλες τις ανέσεις μιας σύγχρονης πόλης. Είναι παράλληλα τουριστικό, μεταφορικό και εμπορικό κέντρο. Το δυτικό άκρο της Εθνικής Οδού 82 αρχίζει από το κέντρο της Πύλου. Ο αυτοκινητόδρομος εκτείνεται από δυτικά προς τα ανατολικά και συνδέει την Πύλο με την Καλαμάτα και την Σπάρτη. Η περιοχή της έχει ευνοϊκό κλίμα, με ιδιαίτερα ήπιους χειμώνες. Η σύγχρονη κωμόπολη σχεδιάστηκε μετά την Ναυμαχία του Ναβαρίνου (1827) από τους Γάλλους μηχανικούς του στρατηγού Mαιζόν και κατοικήθηκε από Mικρασιάτες, Eπτανήσιους και Μοραΐτες.[58] Εκτός από το Νιόκαστρο και τον πευκώνα του, στην πόλη υπάρχουν και άλλα σημαντικά μνημεία, όπως το παλιό υδραγωγείο αλλά και το μνημείο της νίκης των τριών Ναυάρχων στην κεντρική πλατεία της δίπλα στα μεγάλα πλατάνια. Στην Πύλο υπάρχουν επίσης το Αρχαιολογικό Μουσείο της Πύλου και το Μουσείο Εναλίων Αρχαιοτήτων, η οικία του ολυμπιονίκη Kωστή Tσικλητήρα,[59] στην Πλατεία Νέστορος, όπου στεγάζεται η Συλλογή του φιλέλληνα Ρενέ Πιο,[60] το Iνστιτούτο Aστροσωματιδιακής Φυσικής «Nέστωρ», του Εθνικού Αστεροσκοπείου, το οποίο φιλοξενείται στο παλαιό Γυμνάσιο της Πύλου και είναι υπεύθυνο για το Υποβρύχιο Τηλεσκόπιο Νετρίνων το Προγράμματος Νέστωρ - NESTOR Project (Neutrino Extended Submarine Telescope with Oceanographic Research Project), (Βλ. NESTOR Project & KM3NeT)[61][62][60] και άλλα σημαντικά αξιοθέατα, ιστορικές τοποθεσίες, κάστρα, παραλίες και βιότοποι που μετατρέπουν την κωμόπολη αυτή της νοτιοδυτικής Μεσσηνίας σε σημαντικό τουριστικό κέντρο για εξορμήσεις και επισκέψεις στην ευρύτερη περιοχή της Πυλίας.[58][63]

Κάτοικοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Πύλος, με βάση την απογραφή του 2011, έχει 2.345 μόνιμους κατοίκους, οι οποίοι απασχολούνται με το εμπόριο και την παροχή υπηρεσιών, τον τουρισμό, καθώς και σε διάφορες αγροτικές εργασίες. Η βασική αγροτική παραγωγή αφορά την ελιά και τα αμπέλια. Το καλοκαίρι ο πληθυσμός της αυξάνεται, παράλληλα με την αύξηση της τουριστικής κίνησης, αλλά και των ομογενών από διάφορες χώρες του εξωτερικού.

Εξέλιξη Πληθυσμού της Πύλου Μεσσηνίας
Απογραφή Πληθυσμός Διάγραμμα εξέλιξης Πληθυσμού
1689 101[45]
1844 971[64]
1851 924[65]
1861 1.236[66]
1879 1.462[67][45]
1889 2.168[68]
1896 2.118[69]
1907 2.100[70]
1920 2.026[71]
1928 2.315[72]
1940 2.750[73]
1951 2.611[74]
1961 2.434[75]
1971 2.258[76]
1981 2.107[77]
1991 2.014[78]
2001 2.104[79]
2011 2.345[80]

Επισήμανση: Ο πληθυσμός όπως αναφέρεται στο παραπάνω διάγραμμα, περιλαμβάνει το συνολικό άθροισμα των κατοίκων του οικισμού της Πύλου και του οικισμού Πύλος λιμήν, οι οποίοι στην απογραφή του 1896 αναφέρονταν ξεχωριστά ως εξής:

  • 1896: Πύλος 2.076 κάτοικοι και Πύλος λιμήν 42 κάτοικοι. Σύνολο: 2.118 κάτοικοι.

Διοικητική ιστορία–Δημογραφικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Επαρχία Πυλίας (1833-1997)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύριο λήμμα: Επαρχία Πυλίας

Η Επαρχία Πυλίας, δημιουργήθηκε αρχικά, με την διοικητική διαίρεση του 1833 ως μία από τις έξι αρχικά επαρχίες του νομού Μεσσηνίας.[81] Καταργήθηκε στην συνέχεια με την διοικητική διαίρεση του 1836 η οποία κατήργησε προσωρινά το νομαρχιακό σύστημα και επανασυστάθηκε το 1848 ως μια από τις τέσσερις επαρχίες του νομού Μεσσηνίας. Παρέμεινε αμετάβλητη μέχρι το 1997, οπότε και καταργήθηκε με το σχέδιο Καποδίστριας. Έδρα της ήταν η Πύλος και η επαρχία αυτή καταλάμβανε το νότιο-νοτιοδυτικό τμήμα της της Μεσσηνίας.

Παλαιός Δήμος Πύλου (1835–1912)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Πύλος[82] προσαρτήθηκε το 1835,[83] στον παλαιό Δήμο Πύλου,[84] ή Δήμο Πυλίων, όπως αναφερόταν, όπου και παρέμεινε ως το 1912 που ο δήμος αυτός καταργήθηκε. Μαζί με την Πύλο, το 1835, προσαρτήθηκε και οικισμός Πύλα, ενώ 5 χρόνια αργότερα, το 1840,[85] προσαρτήθηκαν στον παλαιό δήμο Πύλου οι οικισμοί Καντηλιοκέρι, Καραμανώλη, Κουκκουνάρα, Λέζαγα και Χανδρινός (οι οποίοι αποσπάσθηκαν από τον παλαιό Δήμο Αιγαλαίου), Αβαρινίτσα (που αποσπάσθηκε από τον παλαιό Δήμο Πηδάσσου), Γουβαλοβαρός, Ίκλενα, Ιχθυοτροφείον της Γιάλοβας, Μύλος του Καλέλη, Μύλος Καραμανώλη, Μύλος Πισπίσια, Οσμάναγα, Άνω Παπούλιον, Κάτω Παπούλιον, Πετροχώρι, Πλάτανος, Πισάσκι, Ρωμανός και Σχινόλακκα (που αποσπάσθηκαν από τον παλαιό Δήμο Κορυφασίου). Το 1845[86] προασαρτώνται στον παλαιό Δήμο Πυλίων ο νέος οικισμός Παπούλια και ο οικισμός Κυνηγός ((που αποσπάσθηκε από τον παλαιό Δήμο Μεθώνης), ενώ την ίδια περίοδο καταργήθηκαν οι οικισμοί Αποθήκη της Γιάλοβας, Ιχθυοτροφείον της Γιάλοβας, Μύλος του Καλέλη, Μύλος Καραμανώλη, Μύλος Πισπίσια, Μύλος Χουσεΐναγα, Νήσος Σφακτηρία, Άνω Παπούλιον και Κάτω Παπούλιον. Η Πύλος αναφέρεται, το 1853, επίσης σαν «Πύλος (Νεόκαστρον) και Καλύβια», στον β΄ τόμο των «Ελληνικών» του Ιάκωβου Ρίζου Ραγκαβή, ως «κωμόπολις έδρα» του Δήμου Πύλου της Επαρχίας Πυλίας με πληθυσμό 924 κατοίκων για την κωμόπολη και 3.017 κατοίκων για τον Δήμο Πύλου αντίστοιχα, με βάση την απογραφή του 1851.[65] Το 1889[87] προσαρτάται στον παλαιό Δήμο Πυλίων ο νέος οικισμός Παληονερό και καταργείται ο οικισμός Μονή του Αγίου Νικολάου, ενώ το 1908[88] προσαρτώνται στον παλαιό Δήμο Πυλίων οι νέοι οικισμοί Γιάλοβα, Μπαλοδημέϊκα και Σγράπα και επίσης καταργείται ο οικισμός Γουβαλοβαρός. Το 1912 ο παλαιός Δήμος Πυλίων καταργήθηκε και συστάθηκε η Κοινότητα της Πύλου (1912-1946).

Κοινότητα Πύλου (1912–1946)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1912 η Πύλος αποσπάται από τον παλαιό Δήμο Πύλου, ο οποίος τότε καταργείται και γίνεται έδρα της Κοινότητας Πύλου. Η Πύλος παρέμεινε έδρα της ομώνυμης κοινότητας, από το 1912 ως το 1946, που αναγνωρίζεται επίσημα ξανά ο πρώην Δήμος Πύλου. Μαζί με την Πύλο στην Κοινότητα Πύλου προσαρτώνται και οι οικισμοί Γιάλοβα, Παληονερό και Πύλα, ενώ το 1919[89] προσαρτάται στην Κοινότητα Πύλου ο οικισμός Μπαλοδημέϊκα (αποσπάσθηκε από την Κοινότητα Χανδρινού), Σγράπα (αποσπάσθηκε από την Κοινότητα Ικλένης) και Σχινόλακκα (αποσπάσθηκε από την Κοινότητα Κουκκουνάρας). Το 1933[90] οι οικισμοί Πύλα και Μπαλοδημέϊκα αποσπώνται από την Κοινότητα Πύλου και προσαρτώνται στην Κοινότητα Πύλας, ενώ το 1940[91] η ονομασία του οικισμού Παληονερό διορθώνεται σε Παλαιόνερον και αναγνωρίζονται επίσης ως νέοι οικισμοί της Κοινότητας Πύλου η Σφακτηρία (νησίς) και Πύλος (νησίς). Στην απογραφή του 1940 η κωμόπολη της Πύλου αναφέρεται εκτός παρενθέσεως με το επίσημο όνομά της ως η Πύλος και εντός παρενθέσεως ως το Ναυαρίνον και ως το Νέον Κάστρον. Το 1946[92] η Κοινότητα της Πύλου αναγνωρίζεται στον πρώην Δήμο Πύλου (1946–2010).

Πρώην Δήμος Πύλου (1946–2010)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύριο λήμμα: Δήμος Πύλου

Η δεύτερη σύσταση του Δήμου της Πύλου έγινε το 1946 με έδρα και πάλι την Πύλο, ενώ ο δήμος συνέχισε τη λειτουργία του και μετά το 1997, όταν τότε, στα πλαίσια των αλλαγών που επήλθαν στη τοπική αυτοδιοίκηση, μέσω του σχεδίου «Καποδίστριας», πραγματοποιήθηκαν διάφορες αλλαγές στον κατηργημένο Δήμο Πύλου,[93] [94] ως το 2010.

Ο πρώην δήμος Πύλου είχε 11 Δημοτικά Διαμερίσματα και συνολικό πληθυσμό 5.287 κατοίκους, με βάση την απογραφή του 2001, τα οποία με τους αντίστοιχους πληθυσμούς τους, ήταν:

  1. Δ.δ. Πύλου: 2.561, (οικισμοί: Πύλος: 2.104, Γιάλοβα: 258, Ελαιόφυτο: 102, Παλαιόνερο: 27, Σφακτηρία (νησίδα): 0, Σχινόλακκα: 70).
  2. Δ.δ. Αμπελοκήπων: 119, (οικισμοί: Αμπελόκηποι: 54, Κάτω Αμπελόκηποι: 65)
  3. Δ.δ. Γλυφάδας: Γλυφάδα: 251
  4. Δ.δ. Ικλαίνης: Ίκλαινα: 361
  5. Δ.δ. Καλλιθέας: 710, (οικισμοί: Καλλιθέα: 664, Αραπόλακκα: 46)
  6. Δ.δ. Κυνηγού: Κυνηγός: 361
  7. Δ.δ. Μεσοχωρίου: Μεσοχώρι: 219
  8. Δ.δ. Παππουλίων: 225, (οικισμοί: Παππούλια: 123, Πλάτανος: 102)
  9. Δ.δ. Πηδάσου: Πήδασος: 146
  10. Δ.δ. Πύλας: 190, (οικισμοί: Πύλα: 151, Μπαλοδημαίικα: 39)
  11. Δ.δ. Χωματάδας: 323, (οικισμοί: Χωματάδα:181, Περιβολάκια: 142)

Δήμος Πύλου - Νέστορος (2011–σήμερα)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από το 2011, μετά τις νέες αλλαγές του σχεδίου «Καλλικράτης» η Πύλος ανήκει στην Περιφερειακή Ενότητα Μεσσηνίας η οποία συστάθηκε με το Πρόγραμμα Καλλικράτης, και συγκεκριμένα ανήκει πλέον στον νέο Δήμο Πύλου - Νέστορος.[95][96] Ο δήμος αυτός, συστάθηκε με το Πρόγραμμα Καλλικράτης με την συνένωση των προϋπαρχόντων δήμων Κορώνης, Μεθώνης, Παπαφλέσσα, Πύλου, Νέστορος και Χιλιοχωρίων. Η Πύλος σήμερα εκτός από έδρα του δήμου είναι και η έδρα της Δημοτικής Ενότητας Πύλου και της Δημοτικής Κοινότητας Πύλου.

Σύμφωνα με την τελευταία απογραφή του 2011 ο Δήμος Πύλου - Νέστορος έχει 21.077 κατοίκους, η Δημοτική Ενότητα Πύλου έχει 5.287 κατοίκους, η Δημοτική Κοινότητα Πύλου έχει 2.767 κατοίκους και η Πύλος, ως κωμόπολη, έχει 2.345 κατοίκους, ενώ άλλες μεγάλες κωμοπόλεις του Δήμου Πύλου - Νέστορος είναι η Χώρα με 3.454 κατοίκους, η Κορώνη με 1.397 κατοίκους και η Μεθώνη με 1.103 κατοίκους.

Ο σημερινός δήμαρχος του Δήμου Πύλου - Νέστορος, είναι ο Δημήτρης Π. Καφαντάρης.[97]

Δημοτική Ενότητα Πύλου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σήμερα η Δημοτική Ενότητα Πύλου του [[Δήμος Δήμου Πύλου - Νέστορος, έχει με βάση την απογραφή του 2011, 5.287 μόνιμους κατοίκους και περιλαμβάνει 1 δημοτική κοινότητα και 10 τοπικές κοινότητες, με 22 συνολικά οικισμούς:

  1. Δημοτική Κοινότητα Πύλου, με 2.767 μόνιμους κατοίκους, η οποία περιλαμβάνει τους εξής 6 οικισμούς: Η Γιάλοβα: 275, το Ελαιόφυτον: 81, το Παλαιόνερον: 19, η Πύλος: 2.345, η Σφακτηρία (νησίδα): 0, η Σχινόλακκα: 47
  2. Τοπική Κοινότητα Αμπελοκήπων, με 99 μόνιμους κατοίκους, η οποία περιλαμβάνει τους εξής 2 οικισμούς: Οι Αμπελόκηποι: 35 και οι Κάτω Αμπελόκηποι: 64
  3. Τοπική Κοινότητα Γλυφάδας, με 219 μόνιμους κατοίκους, η οποία περιλαμβάνει τον εξής 1 οικισμό: Η Γλυφάδα
  4. Τοπική Κοινότητα Ικλαίνης, με 313 μόνιμους κατοίκους, η οποία περιλαμβάνει τον εξής 1 οικισμό: Η Ίκλαινα
  5. Τοπική Κοινότητα Καλλιθέας, με 664 μόνιμους κατοίκους, η οποία περιλαμβάνει τους εξής 2 οικισμούς: Η Αραπόλακκα: 35 και η Καλλιθέα: 629
  6. Τοπική Κοινότητα Κυνηγού, με 258 μόνιμους κατοίκους, η οποία περιλαμβάνει τους εξής 2 οικισμούς: Τα Βοζικέικα: 13 και ο Κυνηγός: 245
  7. Τοπική Κοινότητα Μεσοχωρίου, με 157 μόνιμους κατοίκους, η οποία περιλαμβάνει τον εξής 1 οικισμό: Το Μεσοχώριον
  8. Τοπική Κοινότητα Παππουλίων, με 187 μόνιμους κατοίκους, η οποία περιλαμβάνει τους εξής 2 οικισμούς: Τα Παππούλια: 103 και ο Πλάτανος: 84
  9. Τοπική Κοινότητα Πηδάσου, με 166 μόνιμους κατοίκους, η οποία περιλαμβάνει τον εξής 1 οικισμό: Η Πήδασος
  10. Τοπική Κοινότητα Πύλας, με 147 μόνιμους κατοίκους, η οποία περιλαμβάνει τους εξής 2 οικισμούς: Τα Μπαλοδημαίικα: 26 και η Πύλα: 121
  11. Τοπική Κοινότητα Χωματάδας, με 310 μόνιμους κατοίκους, η οποία περιλαμβάνει τους εξής 2 οικισμούς: Τα Περιβολάκια: 125 και η Χωματάδα: 185

Κτίρια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εκτός από τις σύγχρονες κατοικίες, διατηρούνται και αρκετά από τα παλαιότερα πέτρινα σπίτια με ευρύχωρες αυλές, στέγες και μπαλκόνια, χτισμένα κυρίως ανάμεσα σε στενά δρομάκια, άλλα με πέτρινα καλντερίμια και άλλα με σκαλιά. Κοντά στην προκυμαία απλώνεται η κεντρική πλατεία της κωμόπολης, η πλατεία των Τριών Nαυάρχων (Κόδρινγκτον, Δεριγνύ και Χέιδεν),[60] ενώ γύρω από αυτήν δεσπόζουν τα τοξωτά ισόγεια των κεντρικών κτιρίων της αγοράς της Πύλου. Στην κεντρική πλατεία υπάρχουν επίσης φοίνικες και κυρίως πλούσια πλατάνια που προσφέρουν ίσκιο στους κατοίκους της Πύλου και τους επισκέπτες της, κατά τις ώρες αναψυχής στα παραδοσιακά καφε-ζαχαροπλαστεία της, ενώ προς τη βορειοδυτική πλευρά της Πύλου, μπροστά από το σύγχρονο λιμάνι βρίσκονται διάφορες ψαροταβέρνες. Στο λιμάνι δεσπόζει επίσης το Δημαρχείο και δίπλα του η ανακαινισμένη διώροφη οικία του ολυμπιονίκη Kωστή Tσικλητήρα, όπου θα στεγαστεί μελλοντικά η Βιβλιοθήκη και η Πινακοθήκη του Δήμου Πύλου. Στο διατηρητέο Παλιό Γυμνάσιο φιλοξενείται το Ινστιτούτο Aστροσωματιδιακής Φυσικής «Nέστωρ» του Εθνικού Αστεροσκοπείου, το οποίο είναι υπέυθυνο για ένα από τα σημαντικότερα επιστημονικά πειράματα παγκοσμίως. Στην κωμόπολη λειτουργούν τραπεζικά υποκαταστήματα, ταχυδρομείο, διάφορα ιατρεία, Κέντρο Υγείας, δημοτικά σχολεία, καθώς και Γυμνάσιο και Λύκειο. Η πόλη είναι επίσης έδρα αρκετών πολιτιστικών και αναπτυξιακών σωματείων-φορέων.

Αγορά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Υπάρχουν και διάφορα άλλα εμπορικά καταστήματα, φαρμακεία, φούρνοι, παραδοσιακά καφενεία γύρω από την κεντρική πλατεία της και τους άλλους κεντρικούς δρόμους. Επίσης, καφέ, εστιατόρια, μπαρ, ταβέρνες, σουπερ-μάρκετ, βενζινάδικα, βουλκανιζατέρ κ.λπ. καταστήματα διαφόρων μηχανολογικών εφοδίων και αγροτικών εργαλείων, που βρίσκονται σε διάφορα κεντρικά σημεία και τις οδικές αρτηρίες της κωμόπολης.

Εκκλησίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ψηλά πάνω σε λόφο προς τα ανατολικά της κωμόπολης βρίσκεται ο Ιερός Ναός της Kοιμήσεως της Θεοτόκου,[60] ενώ στα δυτικά της, εντός του Νιόκαστρου, υπάρχει ο παλαιός Ιερός Ναός της Mεταμόρφωσης του Σωτήρος, ναοί οι οποίοι υπάγονται στην Ιερά Μητρόπολη Μεσσηνίας.

Φωτογραφίες εκκλησιών της Πύλου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αρχαιολογικό Μουσείο Πύλου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το παλαιότερο κτίριο του Αρχαιολογικό Μουσείο Πύλου κατασκευάσθηκε μεταξύ 1956-1958 και άρχισε να λειτουργεί το 1961, μετά από δωρεά του Ελληνοαμερικανού οδοντιάτρου Χρήστου Αντωνόπουλου, από την Πήδασο, γι’ αυτό και αναφέρεται και ως Αντωνοπούλειο Μουσείο.[98] Το κτίριο δημιουργήθηκε με αρχικό σκοπό να στεγάσει την πλούσια συλλογή του φιλέλληνα Ρενέ Πιο (Rene Puaux), την οποία είχε δωρίσει στην πόλη και διάφορα κειμήλια από την Ελληνική Επανάσταση. Ο δωρητής Rene Puaux, το 1930, ανακηρύχθηκε επίτιμος δημότης του πρώην Δήμου Πύλου,[98] ενώ η συλλογή του σήμερα στεγάζεται στην οικία του Ολυμπιονίκη Kωστή Tσικλητήρα. [60] Το Αντωνοπούλειο Μουσείο τελικά λειτούργησε ως Αρχαιολογικό Μουσείο και φιλοξενεί ευρήματα από την περιοχή της Πυλίας από τους μεσοελλαδικούς έως και τους ρωμαϊκούς χρόνους. Σχετικά πρόσφατα αποφασίστηκε η μεταφορά του Αρχαιολογικού Μουσείου Πύλου στο Νιόκαστρο, το φρούριο της πόλης. Όταν το σχέδιο αυτό ολοκληρωθεί, οι χώροι του Μουσείου θα μετατραπούν σε αποθήκες και εργαστήριο συντήρησης.[98] Ανάμεσα στα εκθέματα του Μουσείου βρίσκονται ευρήματα από διάφορους θολωτούς τάφους της περιοχής της Πυλίας, όπως ο θολωτός τάφος της Κουκουνάρας στα Παλαιοχώρια, που περιλαμβάνει σφραγιδόλιθο, χρυσές ταινίες, ταφικό πίθο και δύο περιδέραια. Επίσης εκτίθονται μεγάλος αστράγαλος από τον ελληνιστικό τύμβο της Τραγάνας, καθώς και πλήθος κτερισμάτων, αγγείων και χάλκινων σκευών.[98]

Το Λιμάνι της Πύλου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γενική άποψη του οικισμού, της μαρίνας, του λιμανιού και της ναυτικής εισόδου στον κόλπο της Πύλου (λήψη φωτογραφίας από το ύψος της βορειοανατολικής εισόδου στην κωμόπολη).

Το Λιμάνι της Πύλου, με τη σύγχρονη προβλήτα του, είναι ένα από τα ασφαλή σημεία προορισμού ή ενδιάμεσης στάθμευσης για τα πλοία που ταξιδεύουν στην Μεσόγειο.[60][99] Σε συνέχεια του Λιμανιού, προς τα ανατολικά του, υπάρχει επίσης η Μαρίνα της Πύλου.[100]

Τα «Ναυαρίνεια»[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο Λιμάνι της Πύλου, με τη συμμετοχή του Ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού, καθώς και εκπροσώπων ή/και πλοίων από τις τρεις συμμαχικές χώρες,[101] αλλά και με διάφορες παράλληλες εκδηλώσεις,[102] σε άλλα σημεία της κωμόπολης, διοργανώνονται κάθε χρόνο, τα «Ναυαρίνεια»[103][104] σε απόδοση τιμών για την επέτειο της ιστορικής Ναυμαχίας του Ναυαρίνου.[105]

Αξιοθέατα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Πύλος διαθέτει πολλά αξιοθέατα δίπλα της ή σε άλλες κοντινές περιοχές του Δήμο Πύλου - Νέστορος, με κέντρο αυτήν. Με ιστορικές τοποθεσίες, όπως το παλάτι του Νέστορα κοντά στη Χώρα και τα παλάτια στην Ίκλαινα, τα κάστρα της (Παλαιόκαστρο & Νεόκαστρο), το παλιό υδραγωγείο της, τις νησίδες Τσιχλι-μπαμπά ή Φανάρι και Χελωνήσι ή Χελωνάκι με τα μνημεία για τους Γάλλους κι Άγγλους πεσόντες της Ναυμαχίας του Ναυαρίνου,[60] τις κοντινές παραλίες, όπως είναι η Βοϊδοκοιλιά, η Γιάλοβα και ο βιότοπος της Γιάλοβας:

Τα κάστρα του Ναυαρίνου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα δυο κάστρα του Ναυαρίνου είναι το φράγκικο Παλαιόκαστρο και το οθωμανικό Νιόκαστρο. Το πρώτο βρίσκεται στα βορειοανατολικά του κόλπου της Πύλου, βόρεια της νήσου Σφακτηρίας, ενώ το δεύτερο στα νοτιοδυτικά του κόλπου της Πύλου, δίπλα στο λιμάνι της Πύλου. Η θέα που προσφέρει το Παλαιόκαστρο προς το Ιόνιο Πέλαγος αλλά και τον εξαιρετικής ομορφιάς όρμο της Βοϊδοκοιλιάς, η οποία βρίσκεται στα βόρειά του και τη Λιμνοθάλασσα της Γιάλοβας, η οποία βρίσκεται ανατολικά του, είναι πραγματικά μαγευτική. Ωστόσο η πρόσβαση σε αυτό λόγο της ερείπωσής του, συνοδεύεται από έντονες και επανειλημμένες προειδοποιήσεις που αφορούν στην ασφάλεια των επισκεπτών, καθώς ενδέχεται να κρύβει κινδύνους.[106] Επίσης το Νιόκαστρο, το οποίο είναι σε καλύτερη κατάσταση, έχει εξαιρετική θέα προς τη νήσο Σφακτηρία, τον κόλπο, το λιμάνι και την κωμόπολη της Πύλου. Εξακολουθεί να είναι από τα ομορφότερα και πιο καλοδιατηρημένα κάστρα του ελλαδικού χώρου.[107][108]

Παλαιόκαστρο Ναυαρίνου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Παλαιόκαστρο, ή Παλαιό Ναβαρίνο ή Κάστρο Κορυφασίου, το πρώτο και παλαιότερο κάστρο του Ναυαρίνου, κατασκευάσθηκε τον 13ο αιώνα, πιθανότερα από τον σταυροφόρο άρχοντα της Θήβας Νικόλαο II de Saint Omer ή Σανταμέρη ή αλλιώς Γερονικόλα και λιγότερα πιθανά από τον ανηψιό του. Τον 14ο αιώνα το κάστρο πέρασε στα χέρια των Γενοβέζων, οι οποίοι το χρησιμοποίησαν σαν ορμητήριο των πολεμικών δραστηριοτήτων εναντίων των Βενετών.[106] Οι τελευταίοι, θορυβημένοι από την απειλή που αποτελούσαν οι Γενοβέζοι στα εμπορικά τους συμφέροντα, επιχείρησαν να αγοράσουν το κάστρο αρκετές φορές. Το 1423 πέτυχαν την αγορά του από τον Πρίγκηπα της Αχαΐας Centurione II Zaccaria, στη διάρκεια του δεύτερου Βενετοτουρκικού πολέμου, ωστόσο, το κάστρο πέρασε στα χέρια των Οθωμανών.[106] Μετά τις αλλεπάλληλες νίκες τους οι Οθωμανοί έχτισαν το καινούργιο κάστρο (Νιόκαστρο), το οποίο τους εξυπηρετούσε περισσότερο γεωγραφικά, αφήνοντας στο Παλαιόκαστρο μία υποτυπώδη φρουρά. Ύστερα από τον έκτο Βενετοτουρκικό πόλεμο, το 1686 το κάστρο πέρασε και πάλι στα χέρια των Ενετών, ενώ με τον επόμενο Βενετοτουρκικό πόλεμο το κατέλαβαν ξανά οι Οθωμανοί. Μετά την αποχώρηση των Οθωμανών από τα ελληνικά εδάφη, το 1828, το κάστρο αφέθηκε στην εγκατάλειψη.[106][108]

Νιόκαστρο Ναυαρίνου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Νεόκαστρο Ναυαρίνου ή Νιόκαστρο ή Νέο Ναβαρίνο, είναι το δεύτερο και νεότερο κάστρο του Ναυαρίνου, το οποίο βρίσκεται κοντά στην είσοδο του λιμανιού της Πύλου. Είναι εντυπωσιακό φρούριο στη νοτιοδυτική ολευρά του όρμου του Ναβαρίνου και ο κύριος σκοπός του ήταν ο έλεγχος της νότιας εισόδου του όρμου του Ναβαρίνου, εφόσον η βορειοδυτική πλευρά, η οποία ονομάζεται Στενό της Συκιάς ή Φάλτσα Μπούκα και το εκεί λιμάνι του Παλαιόκαστρου ήταν αδύνατον να χρησιμοποιηθεί λόγω των μεταγενέστερων προσχώσεων. Το Νιόκαστρο αρχισε να κατασκευάζεται, από τους Οθωμανούς, μετά το 1573, ύστερα από την ήττα τους στη Ναυμαχία της Ναυπάκτου δύο χρόνια πριν (1571) και χωρίζεται σε δύο τμήματα, το Κάτω Κάστρο, το οποίο είναι και το μεγαλύτερο τμήμα, έκτασης 80 περίπου στρεμμάτων, και το Επάνω Κάστρο, το οποίο περιλαμβάνει ισχυρές επάλξεις και προμαχώνες. Ονομάστηκε έτσι για να διαχωρίζεται από το Παλαιόκαστρο ή Παλαιό Ναβαρίνο, που ήταν δημιούργημα των Φράγκων και δέσποζε στο παλιό λιμάνι. Διάφοροι κατακτητές επιτέθηκαν κατά καιρούς στο Νιόκαστρο, Ενετοί, Τούρκοι, Ρώσοι. Οι Οθωμανοί το διατήρησαν υπό την κυριαρχία τους μέχρι το 1686, έπειτα πτο κατέλαβαν οι Ενετοί υπό τον στρατηγό Μοροζίνι, μέχρι το 1715 όπου επανακαταλήφθηκε από τους Τούρκους. Για σύντομο διάστημα το κατέλαβαν οι Έλληνες στη διάρκεια της Επανάστασης του 1821, αλλά δεν κατάφεραν να το κρατήσουν για πολύ. Το 1826 το κατέλαβε ο Ιμπραήμ πασάς με το στρατό του, ενώ το 1828 το απελευθέρωσε τελικά ο Γάλλος στρατηγός Μαιζόν. Στη συνέχεια εγκαταλείφθηκε, για να χρησιμοποιηθεί ξανά κατά τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο από τους Γερμανούς και τους Ιταλούς, οι οποίοι το μετέτρεψαν σε ορμητήριο των επιχειρήσεών τους.[107] Μετά το τέλος του πολέμου χρησιμοποιήθηκε για λίγο καιρό ως φυλακή, μέχρι που παραδόθηκε στην Αρχαιολογική Υπηρεσία. Οι αλεπάλληλες κατακτήσεις του, οδήγησαν σε διάφορες αλλαγές, προσθήκες και γενικότερες παρεμβάσεις στους χώρους του. Το φρούριο σήμερα αποτελείται από την εξαγωνική ακρόπολη και το προτείχισμά της – η οποία δημιουργήθηκε την περίοδο της ενετικής κατοχής και προσφέρει εξαιρετική θέα προς το νησάκι της Σφακτηρίας –, οχυρωματικό περίβολο, τέσσερις κυλινδρικούς πύργους και δύο προμαχώνες, τον δυτικό προμαχώνα, ο οποίος λέγεται «Έβδομος» είναι λίγο προγενέστερος από την υπόλοιπη οχύρωση και ελέγχει την είσοδο του όρμου και τον βόρειο προμαχώνα, ο οποίος λέγεται του «Τζαφέρ Πασά» ή της «Σάντα Μάουρα» και ελέγχει το λιμάνι της Πύλου.[107] Από τα κτίρια εντός των τειχών ελάχιστα σώζονται ακέραια. Ένα από αυτά είναι ο γοτθικού ρυθμού Ναός της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος, ο οποίος χτίστηκε από τους Φράγκους, αργότερα μετατράπηκε σε τζαμί και ξαναέγινε χριστιανικός ναός.[107] Σημαντικό είναι επίσης το κτίριο του στρατηγού Μαιζόν, το οποίο σήμερα φιλοξενεί γραφεία, ενώ εντός σύντομου χρονικού διαστήματος πρόκειται να φιλοξενήσει και το Αρχαιολογικό Μουσείο Πύλου.[107] Έτσι σιγά σιγά το Νιόκαστρο αναπτύσσεται σε έναν πολιτιστικό πολυχώρο, ιδιαίτερης σημασίας για την ιστορία της περιοχής.[107][108]

Το υδραγωγείο της Πύλου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά την οθωμανική περίοδο της περιοχής της Πύλου, τον 16ο αιώνα, στη θέση «Παλαιό Νερό», δηλαδή την τοποθεσία του σημερινού χωριού Παλαιονέρου, κατασκευάστηκε η αφετηρία του παλαιότερου συστήματος μεταφοράς νερού, δηλαδή το πρώτο τμήμα του υδραγωγείου της Πύλου, το οποίο κατασκευάστηκε για την κάλυψη των αναγκών ύδρευσης του Νιόκαστρου. Το υδραγωγείο της Πύλου αποτελούνταν από δυο επιμέρους μικρότερα συστήματα τα οποία ενωνόντουσαν. Το πρώτο και παλαιότερο σύστημα ξεκινούσε από το Παλαιόνερο, νοτιοανατολικά του Νιόκαστρου και η μεταφορά του νερού γινόταν μέσα σε πήλινο αγωγό, ενώ το δεύτερο σύστημα, το οποίο κατασκευάστηκε μεταγενέστερα, μετέφερε το νερό από τις πηγές «Κουμπέ», 15 περίπου χιλιόμετρα βορειοανατολικά του κάστρου (κοντά στο χωριό Χανδρινός), μέσα σε κτιστή αύλακα και κατέληγε κοντά στην Πύλο στην θέση «Καμάρες». Στη συνέχεια, μέσω υπόγειας διασύνδεσης του υδραγωγείου, γινόταν η τροφοδότηση των πηγών που υπήρχαν εντός του Νιόκαστρου.[109][110][111]

Παραλίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σε κοντινές αποστάσεις από την κωμόπολη της Πύλου βρίσκονται γνωστές παραλίες, όπως, η Παραλία της Γιάλοβας και στη συνέχειά της η Παραλία της Χρυσής Ακτής (Διβάρι), καθώς και η Παραλία της Βοϊδοκοιλιάς.

Φύση & Γεωγραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χλωρίδα και πανίδα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Άποψη της Πύλου από τα βόρεια.

Το έδαφος της περιοχής της Πύλου έχει συνήθως κόκκινο χρώμα και είναι γνωστό για την παραγωγή σε αυτό του φυτού Αγιοβασιλίτσα (επίσημες ονομασίες: Oυργινία η θαλάσσια, Urginea maritima και Drimia maritima), το οποίο χρησιμοποιείται γενικότερα σε παραδοσιακά έθιμα και την ιατρική. Τα βράχια τα οποία παρεμβάλονται προς κάθε κατεύθυνση ανάμεσα στα διάφορα τμήματα του πλούσιου εδάφους, είναι κυρίως από ασβεστολιθικά πετρώματα και προκαλούν την μειωμένη φυτική παραγωγικότητα, κυρίως γύρω από το Παλαιόκαστρο και τη Σφακτηρία. Η απουσία δέντρων εκεί αποκαθίσταται από την αφθονία των φασκόμηλων και διαφόρων θάμνων που φυτρώνουν μέσα στις κοιλότητες του ασβεστόλιθου. Επίσης στην κοντινή Γιάλοβα, η Λιμνοθάλασσά της, φιλοξενεί ποικίλα σπάνια είδη ζώων και πτηνών, τα οποία βρίσκονται στα όρια της εξαφάνισης, από ολόκληρη την Ευρώπη, όπως αυτό του αφρικανικού χαμαιλέοντα. Το παρατηρητήριο της Ελληνικής Ορνιθολογικής Εταιρείας επιτρέπει στους επισκέπτες να ανακαλύψουν περισσότερα και να παρακολουθήσουν τα ρηχά υφάλμυρα νερά της λίμνοθάλασσας και να περπατήσουν σε διαδρομές και μονοπάτια που περιγράφουν τα διαφορετικά οικοσυστήματα της Γιάλοβας.[112]

Λιμνοθάλασσα της Γιάλοβας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Λιμνοθάλασσα της Γιάλοβας, μεταξύ της Γιάλοβας και του όρμου της Βοϊδοκοιλιάς είναι ευλογία της φύσης για την περιοχή και αποτελεί μια από τις 10 μεγάλες λιμνοθάλασσες στην Ελλάδα.[113] Έχει χαρακτηριστεί επίσης ως μία από τις σημαντικότερες περιοχές για σταθμευση πτηνών στην Ευρώπη,[114] Καθώς έχει βάθος, στο βαθύτερο σημείο της, όχι περισσότερο από τέσσερα μέτρα και αποτελεί τη νοτιότερη στάση των αποδημητικών πτηνών, τα οποία μεταναστεύουν από τα Βαλκάνια στην Αφρική, προσφέροντας καταφύγιο σε περίπου 225 είδη πουλιών, μεταξύ των οποίων ερωδιοί, κορμοράνοι, γλάροι, Κιρκινέζια, φλαμίγκο, Ψαραετοί και Βασιλαετοί.[115]

Προστατευόμενη περιοχή Natura 2000[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η περιοχή της Λιμνοθάλασσας της Γιάλοβας, καθώς διακρίνεται για την πανίδα και τη χλωρίδα της έχει χαρακτηριστεί ως Ειδική Ζώνη Προστασίας του πανευρωπαϊκού δικτύου προστασίας των ειδών και των ενδιαιτημάτων τους, με το πρόγραμμα Natura.[116]

Αθλητικός Όμιλος Τσικλητήρας Πύλου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο Δημοτικό Στάδιο Πύλου, το οποίο βρίσκεται στα νοτιοανατολικά της κωμόπολης, στο ύψος του Γυμνασίου-Λυκείου Πύλου, στεγάζεται και ο Αθλητικός Όμιλος Πύλου "Ο Τσικλητήρας", ο οποίος έχει τμήματα ποδοσφαίρου, κ.α. αθλημάτων, τα οποία συμμετέχουν σε διάφορες τοπικές κατηγορίες. Το Δημοτικό Στάδιο Πύλου, διαθέτει φωτισμό, φυσικό χλοοτάπητα, σύγχρονα αποδυτήρια και κερκίδες χωρητικότητας 600 ατόμων.

Προσωπικότητες από την Πύλο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αναφέρονται παρακάτω γνωστές προσωπικότητες που γεννήθηκαν, κατάγονταν ή είχαν κάποιου είδους σχέση με την Πύλο:

Γεννήθηκαν στην Πύλο:

Μυκηναϊκή & Κλασική εποχή

  • Νέστωρ
  • Μελάμποδας ή Μελάμπους, μάντης, γενάρχης του «μαντικού γένους», των Μελαμποδιδών, που διέσωσε τη διονυσιακή θρησκεία, σύμφωνα με τον Ηρόδοτο.

Νεότερη εποχή

Είχαν κάποιου είδους σχέση με την Πύλο:

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 Πύλος, από την ιστοσελίδα: buk.gr
  2. Ταχυδρομικός Κώδικας Πύλος Μεσσηνίας.
  3. Τηλεφωνικοί κωδικοί της Ελλάδας, Ζώνη 27: Πύλος: 27230
  4. Δημοτική Ενότητα Πύλου, από την ιστοσελίδα: www.pylos-nestor.gr του Δήμου Πύλου - Νέστορος.
  5. «Απογραφή 2011 (αρχείο excel)». http://www.statistics.gr/documents/20181/1210503/resident_population_census2011rev.xls/956f8949-513b-45b3-8c02-74f5e8ff0230. 
  6. [ http://moriasnow.gr/oikismos/pylos Πύλος], από την ιστοσελίδα: moriasnow.gr.
  7. Apollodorus. The Library, 1.7.7.
  8. Ψευδο-Απολλόδωρος, «Βιβλιοθήκη», Α 7,7: [...] "Α 7,7 Αἰτωλοῦ δὲ καὶ Προνόης τῆς Φόρβου Πλευρὼν καὶ Καλυδὼν ἐγένοντο, ἀφ᾽ ὧν αἱ ἐν Αἰτωλίᾳ πόλεις ὠνομάσθησαν. Πλευρὼν μὲν οὖν γήμας Ξανθίππην τὴν Δώρου παῖδα ἐγέννησεν Ἀγήνορα, θυγατέρας δὲ Στερόπην καὶ Στρατονίκην καὶ Λαοφόντην• Καλυδῶνος δὲ καὶ Αἰολίας τῆς Ἀμυθάονος Ἐπικάστη <καὶ> Πρωτογένεια, ἐξ ἧς καὶ Ἄρεος Ὄξυλος. Ἀγήνωρ δὲ ὁ Πλευρῶνος γήμας Ἐπικάστην τὴν Καλυδῶνος ἐγέννησε Πορθάονα καὶ Δημονίκην, ἧς καὶ Ἄρεος Εὔηνος Μῶλος Πύλος Θέστιος". [...]
  9. 9,0 9,1 9,2 Παυσανίας, «Ελλάδος περιήγησις - Μεσσηνιακά», Βιβλίο 4: Μεσσηνιακά, 36.1-36.2: […] «[36.1] ἔστι δὲ ἐκ Μοθώνης ὁδὸς σταδίων μάλιστα ἑκατὸν ἐπὶ τὴν ἄκραν τὸ Κορυφάσιον: ἐπ' αὐτῇ δὲ ἡ Πύλος κεῖται. ταύτην ᾤκισε Πύλος ὁ Κλήσωνος ἀγαγὼν ἐκ τῆς Μεγαρίδος τοὺς ἔχοντας τότε αὐτὴν Λέλεγας: καὶ τῆς μὲν οὐκ ὤνατο ὑπὸ Νηλέως καὶ τῶν ἐξ Ἰωλκοῦ Πελασγῶν ἐκβληθείς, ἀποχωρήσας δὲ ἐς τὴν ὅμορον ἔσχεν ἐνταῦθα Πύλον τὴν ἐν τῇ Ἠλείᾳ. Νηλεὺς δὲ βασιλεύσας ἐς τοσοῦτο προήγαγεν ἀξιώματος τὴν Πύλον ὡς καὶ Ὅμηρον ἐν τοῖς ἔπεσιν ἄστυ ἐπονομάσαι Νηλήιον. [36.2] ἐνταῦθα ἱερόν ἐστιν Ἀθηνᾶς ἐπίκλησιν Κορυφασίας καὶ οἶκος καλούμενος Νέστορος: ἐν δὲ αὐτῷ καὶ ὁ Νέστωρ γέγραπται: καὶ μνῆμα ἐντὸς τῆς πόλεώς ἐστιν αὐτῷ, τὸ δὲ ὀλίγον ἀπωτέρω τῆς Πύλου Θρασυμήδους φασὶν εἶναι. καὶ σπήλαιόν ἐστιν ἐντὸς τῆς πόλεως: βοῦς δὲ ἐνταῦθα τὰς Νέστορος καὶ ἔτι πρότερον Νηλέως φασὶν αὐλίζεσθαι.»[…], (ed. F. Spiro. Leipzig, Teubner. 1903), Παυσανίας, «Ελλάδος περιήγησις - Μεσσηνιακά»
  10. Από το Ναό της Κορυφασίας Αθηνάς ή εν κορυφοίς, που πιθανολογείται ότι βρισκόταν στο ύψωμα, από το οποίο πήρε το όνομά του και το Κορυφάσιο Μεσσηνίας.
  11. 11,0 11,1 11,2 Θουκυδίδης, «Ιστορία του Πελοποννησιακού Πολέμου», Βιβλίο Δ΄, 3: [...] "[3] [3.1] καὶ ὡς ἐγένοντο πλέοντες κατὰ τὴν Λακωνικὴν καὶ ἐπυνθάνοντο ὅτι αἱ νῆες ἐν Κερκύρᾳ ἤδη εἰσὶ τῶν Πελοποννησίων, ὁ μὲν Εὐρυμέδων καὶ Σοφοκλῆς ἠπείγοντο ἐς τὴν Κέρκυραν, ὁ δὲ Δημοσθένης ἐς τὴν Πύλον πρῶτον ἐκέλευε σχόντας αὐτοὺς καὶ πράξαντας ἃ δεῖ τὸν πλοῦν ποιεῖσθαι• ἀντιλεγόντων δὲ κατὰ τύχην χειμὼν ἐπιγενόμενος κατήνεγκε τὰς ναῦς ἐς τὴν Πύλον. [3.2] καὶ ὁ Δημοσθένης εὐθὺς ἠξίου τειχίζεσθαι τὸ χωρίον (ἐπὶ τοῦτο γὰρ ξυνεκπλεῦσαι), καὶ ἀπέφαινε πολλὴν εὐπορίαν ξύλων τε καὶ λίθων, καὶ φύσει καρτερὸν ὂν καὶ ἐρῆμον αὐτό τε καὶ ἐπὶ πολὺ τῆς χώρας• ἀπέχει γὰρ σταδίους μάλιστα ἡ Πύλος τῆς Σπάρτης τετρακοσίους καὶ ἔστιν ἐν τῇ Μεσσηνίᾳ ποτὲ οὔσῃ γῇ, καλοῦσι δὲ αὐτὴν οἱ Λακεδαιμόνιοι Κορυφάσιον. [3.3] οἱ δὲ πολλὰς ἔφασαν εἶναι ἄκρας ἐρήμους τῆς Πελοποννήσου, ἢν βούληται καταλαμβάνων τὴν πόλιν δαπανᾶν. τῷ δὲ διάφορόν τι ἐδόκει εἶναι τοῦτο τὸ χωρίον ἑτέρου μᾶλλον, λιμένος τε προσόντος καὶ τοὺς Μεσσηνίους οἰκείους ὄντας αὐτῷ τὸ ἀρχαῖον καὶ ὁμοφώνους τοῖς Λακεδαιμονίοις πλεῖστ' ἂν βλάπτειν ἐξ αὐτοῦ ὁρμωμένους, καὶ βεβαίους ἅμα τοῦ χωρίου φύλακας ἔσεσθαι". [...]
  12. Karl Otfried Müller (1797-1840), μετάφραση George Cornewall Lewis (1806-1863) και Henry Tufnell (1805-1854), επιμ. (1839) (στα Αγγλικά). The history and antiquities of the Doric race. Λονδίνο: Murray, σελ. Τόμος Β'. http://www.archive.org/details/historyantiquiti02mluoft. Ανακτήθηκε στις 16 Σεπτεμβρίου 2009. 
  13. Εγκυκλοπαίδεια Brittanica, 11η έκδοση, 1911, λήμμα: Pylos
  14. 14,0 14,1 14,2 14,3 Antoine Bon, "La Morée franque. Recherches historiques, topographiques et archéologiques sur la principauté d’Achaïe", (στα γαλλικά), De Boccard, Paris 1969, p.p. 415–416.
  15. 15,0 15,1 Alexis G. K. Savvides, "On Pylos-Navarino-Zonklon in the Byzantine period, late 6th-early 13th centuries". Vyzantina. Thessaloniki 1991, 16: p.p. 335–338.
  16. "Geschichte der Halbinsel Morea", Vol. I, p. 188.
  17. William Andrew McDonald, George Robert Rapp. The Minnesota Messenia Expedition: Reconstructing a Bronze Age Regional Environment, University of Minnesota Press, 1972, σελ.65. ISBN 0-8166-0636-6
  18. Η Νέα Πύλος, Χαρ. Α. Μπάλτα, Καθημερινή 2 Οκτ. 1994, Ένθετο Επτά Ημέρες σελ. 12
  19. Max Vasmer, "Die Slaven in Griechenland', 1941.
  20. 20,0 20,1 20,2 20,3 20,4 20,5 Alexis G. K. Savvides, "Notes on Navarino in the Frankish, Venetian and early Ottoman periods". Ekklisiastikos Faros. Alexandria and Johannesburg 1992, 74: pp. 68–72.
  21. Nicholas Wade, "A Grecian Artifact Evokes Tales From the ‘Iliad’ and ‘Odyssey’", 06/11/2017, από την ιστοσελίδα: www.nytimes.com της εφημερίδας The New York Times.
  22. Ο σφραγιδόλιθος που βρέθηκε στην Πύλο συγκρίνεται μόνο με μερικά σχέδια του Μιχαήλ Άγγελου, 08/11/2017, (με πληροφορίες από ΑΠΕ-ΜΠΕ), από την ιστοσελίδα: www.huffingtonpost.gr
  23. Έξοχο δείγμα γλυπτικής ο σφραγιδόλιθος που ανακαλύφθηκε στην Πύλο, 08/11/2017, από την ιστοσελίδα: www.ert.gr
  24. G.M. Schwartz, J.J. Nichols, "After Collapse: The Regeneration of Complex Societies", University of Arizona Press, 2010, p. 80. ISBN 9780816529360. Retrieved 2014-12-07.
  25. S. Wachsmann, G.F. Bass, "Seagoing Ships and Seamanship in the Bronze Age Levant", Texas A&M University Press, 2008, p. 359. ISBN 9781603440806. Retrieved 2014-12-07.
  26. Πλήθος αρχαίων σε όλη τη χώρα, Ιστορικό Λεύκωμα 1962, σελ. 149, Καθημερινή (1997)
  27. 27,00 27,01 27,02 27,03 27,04 27,05 27,06 27,07 27,08 27,09 27,10 27,11 27,12 27,13 27,14 27,15 27,16 27,17 N. Bées, A. Savvides, "Navarino", in "The Encyclopedia of Islam", New Edition, Volume VII: Mif–Naz, Brill, Leiden and New York 1993, p.p. 1037–1039, ISBN 90-04-09419-9.
  28. Μεθώνη, από την ιστοσελίδα "Οδυσσεύς" του Υπουργείου Πολιτισμού.
  29. Παλαιό Ναυαρίνο
  30. Bon (1969), σελ. 104, 412–413
  31. Topping (1975), σελ. 120
  32. Η Μεσσηνία στις αρχές της Φραγκοκρατίας, ανακτήθηκε 3 Μαρτίου 2013
  33. «Χρονικόν του Μορέως», 554: [...] [` 554] "Καὶ μετὰ ταῦτα ἔχτισεν τὸ κάστρον τοῦ Ἀβαρίνου εἰς λογισμὸν καὶ εἰς σκοπὸν νὰ ποιήσῃ πρὸς τὸν ρῆγαν, νὰ τὸ ἔχῃ δώσει εἰς κληρονομίαν ἐκεινοῦ καὶ τοῦ ἀνεψίου του, τοῦ μεγάλου πρωτοστράτορος, μισὶρ Νικόλας ἄκω". [...]
  34. 34,0 34,1 Antoine Bon, "La Morée franque. Recherches historiques, topographiques et archéologiques sur la principauté d’Achaïe", (στα γαλλικά), De Boccard. Paris 1969, p. 416.
  35. Antoine Bon, "La Morée franque. Recherches historiques, topographiques et archéologiques sur la principauté d’Achaïe", (στα γαλλικά), De Boccard. Paris 1969, p.p. 408–410, 416–417.
  36. Antoine Bon, "La Morée franque. Recherches historiques, topographiques et archéologiques sur la principauté d’Achaïe", (στα γαλλικά), De Boccard. Paris 1969, p.p. 284, 417.
  37. Bon (1969), σ. 292–293, 413
  38. Topping (1975), σ. 165
  39. Δήμος Πύλου-Νέστορος, Φραγκοκρατία, ανακτήθηκε 3 Μαρτίου 2013
  40. Λαόνικος Χαλκοκονδύλης, «Αποδείξεις Ιστοριών Δέκα», Patrologiae cursus completus. Series graeca, τόμος 159, Jacques Paul Migne, Garnier, 1866, (περιέχεται στην Patrologia Graeca του Migne, τόμος 159, στήλες 13-555), σελ. 468: [...] "Ταύτα γενόμενα υπό βασιλέως ως επυνθάνετο και τα λοιπά της Πελοποννήσου αυτίκα προσεχώρησεν υπό δέους, πρέσβεις πέμποντα ως βασιλέα, άλλα τε και Σαλβάριον και Αρκαδία, επίνειον της ταύτη χώρας, προς τη Πύλω ωκημένη, πόλις εχυρωτάτη. Τούτους μεν ως παρέλαβε βασιλεύς τοιν πολέοιν, τους άνδρας τε και γυναίκας ες φυλακήν εποιήσατο σύμπαντας, ες μυρίους μάλιστα συναθροισθέντας. Και ώρμητο μεν ως αποτενών, μετά δε έπεμπεν ες την Βυζάντιον χώραν ες τα προάστεια, ως oικήσοντας". [...]
  41. Πηγή: Το άρθρο του φιλόλογου και συγγραφέα Χαρ. Α. Μπάλτα, με τίτλο: «Η νεώτερη Πύλος. H πόλη κτίστηκε το 1829 σε σχέδια Γάλλων αρχιτεκτόνων του στρατηγού Mαιζώνος», από το ειδικό ένθετο Επτά Ημέρες, της εφημερίδας Η Καθημερινή. Επιμέλεια αφιερώματος: Κωστής Βατικιώτης, Κυριακή 2 Οκτωβρίου 1994. Επτά Ημέρες, Κυριακή 2 Οκτωβρίου 1994, σελ. 12-14.
  42. Κάστρο Πύλου - Νιόκαστρο, από την ιστοσελίδα "Οδυσσεύς" του Υπουργείου Πολιτισμού.
  43. Άποψη της Πύλου (Νιόκαστρο) με αναφορά στον ΣΤ΄ Βενετο-οθωμανικό πόλεμο, από την ιστοσελίδα: el.travelogues.gr
  44. Κωνσταντίνος Ντόκος, "BREVE DESCRITTONE DEL REGNO DI MOREA. Αφηγηματική ιστορική πηγή ή επίσημο βενετικό έγγραφο της Β' Βενετοκρατίας στην Πελοπόννησο;", "ΕΩΑ ΚΑΙ ΕΣΠΕΡΙΑ", Vol 1, DOI: http://dx.doi.org/10.12681/eoaesperia.24 Αθήνα 1993, σελ. 110 (Primo Territorio di Navarin - Iclena), p. 125 (Messenia - Modon).
  45. 45,0 45,1 45,2 45,3 Σπυρίδων Λάμπρος, «Απογραφή Νομού Μεθώνης επί Βενετών», Δελτίον της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος, τόμος 2ος, Εκ του Τυπογραφείου Αδελφών Περρή, Εν Αθήναις 1883, σελ. 686-710. Από την Ψηφιακή Βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, Απογραφή 1689, Νο 52 Borgo di Navarin - Απογραφή 1879, Νο 52 Πύλος, σελ. 700-701.
  46. Fontaine et constructions antiques à Navarin, από την ιστοσελίδα: el.travelogues.gr
  47. Fariba Zarinebaf, John Bennet, Jack L. Davis, "A Historical and Economic Geography of Ottoman Greece", "Hesperia", supplement 34, American School of Classical Studies at Athens, Athens 2005, ISBN 978-0-87661-534-8.
  48. Γεώργιος Νικολάου, «Εξισλαμισμοί και εκχριστιανισμοί στην Πελοπόννησο (1715-περ.1832», (διατριβή) και Georgios Nikolaou, "Islamisations et Christianisations dans le Peloponnese (1715- 1832)". didaktorika.gr. Universite des Sciences Humaines - Strasbourg II: 183. doi:10.12681/eadd/8139. Retrieved 9 December 2015. "A suivi l'abandon de Navarin. La flotille russe quitta le Péloponnèse entre le 26 mai et le 6 juin, n'emmenant avec elle que les chefs de la révolte: quelques évêques et des notables. La foule, qui implorait en vain leur aide, fut contrainte de se réfugier dans l'îlot voisin de Sphaktiria pour se sauver. La plupart d'entre eux furent exterminés par les Albanais", 1997.
  49. Αναφορά στρατιωτικών και προκρίτων για την παράδοση του Νεοκάστρου Πύλου. Αρχεία της Ελληνικής παλιγγενεσίας. 1857 (επανέκδ. 1971), Τομ. 1, σελ. 445, 446.: "Φανερώνομεν οι κάτωθι υπογεγραμμένοι αρχιστράτηγοι, οι καπεταναίοι ξηράς και θαλάσσης , ότι από τας 25 Μαρτίου του παρόντος χρόνου, κατά την υψηλήν προσταγήν, ήλθομεν με τα στρατεύματά μας της ξηράς, καθώς και δια θαλάσσης με τα καράβιά μας, και επολιορκήσαμεν το κάστρον λεγόμενον Νεόκαστρον, ...
    1821 Αυγούστου 7, Νεόκαστρον
    Μεθώνης Γρηγόριος, Νικόλας Μπόταση, Πρωτοπαπατσώρης, Αναστάσης Ανδρούτσου ... ".
  50. "Παράδοσις Νεοκάστρου", Αρχεία Εθνικής Παλιγγενεσίας, τομ. 1, σελ. 445, 446. Έκδοση 1857, Επανέκδοση 1971. Βουλή των Ελλήνων. Έγγραφη αναφορά των ηγετών της πολιορκίας, 7 Αυγούστου 1821, Νεόκαστρο.
  51. 51,0 51,1 51,2 51,3 51,4 51,5 51,6 Νίκος Τόμπρος, «Η Μεσσηνία σε επαναστατική τροχιά (1766-1828)», (σελ. 439-479), από το συλλογικό έργο «Μεσσηνία: Συμβολές στην ιστορία και τον πολιτισμό της», έκδοση: Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου, Εισηγητές: Αιμιλία Μπάνου, Βασίλειος Λ. Κωνσταντινόπουλος, Ελένη Ζυμή, Andrew Farrington, Δημήτριος Κ. Πανομήτρος, Μαρία Ξανθοπούλου, Ιωάννης Κακούρος, Γιώργος Στείρης, Νικόλαος Δ. Κοντογιάννης, Φωτεινή Β. Πέρρα, Νίκος Φ. Τόμπρος, Θανάσης Χρήστου, Ιωάννης Πλεμμένος, Αριστείδης Ν. Δουλαβέρας, Μαρία Βελιώτη - Γεωργοπούλου, Ιωάννα Κ. Σπηλιοπούλου, επιμέλεια: Α. Ν. Δουλαβέρας, Ι. Κ. Σπηλιοπούλου, Γεωργία Ξανθάκη - Καραμάνου, εκδόσεις "Παπαζήση", Αθήνα 2012, ISBN 978-960-02-2668-3, Ενότητα: Ο Ιμπραήμ (1825-1828), σελ. 462-463.
  52. Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, σ. 377
  53. Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, σ. 378
  54. Jean Baptiste Genevieve Marcellin Bory de Saint Vincent, "Relation du voyage de la commission scientifique de Morée dans le Péloponnèse, les Cyclades et l'Attique", a la librairie de F. G. Levrault, 1836, p. 33.
  55. Υπουργείο Πολιτισμού, Κάστρο Πύλου - Νιόκαστρο
  56. ΦΕΚ 12/6-4-1833, Δ. Λιθοξόου, οι πρώτες μετονομασίες
  57. Διοικητικές μεταβολές ΟΤΑ, Δήμος Πύλου
  58. 58,0 58,1 Πύλος: Χρώματα Ιονίου και ομορφιά μεσσηνιακής γης, από την ιστοσελίδα: www.mythicalpeloponnese.gr - «Μυθική Πελοπόννησος».
  59. Το άρθρο της Ευγενίας Γατοπούλου, "Οικία του Ολυμπιονίκη Κ. Τσικλητήρα", από την ιστοσελίδα: odysseus.culture.gr "Οδυσσεύς", του Υπουργείου Πολιτισμού.
  60. 60,0 60,1 60,2 60,3 60,4 60,5 60,6 "Messinia: Olive Culture in the land of Messinia" - "Μεσσηνία. Ο Πολιτισμός της Ελιάς στη Μεσσηνιακή Γη", Biotourism Guide - Βιοτουριστικός Οδηγός, από την ιστοσελίδα: biopolitics.gr, Biotourism – Olive Culture in the land of Messinia, έκδοση: "Biopolitics International Organisation" - "Διεθνής Οργάνωση Βιοπολιτικής", Αθήνα 2015, ISBN 978-960-7508-55-3, Ενότητα: "Η Πύλος σήμερα - πόλη με ιδιαίτερο χαρακτήρα και αξιοθέατα", σελ. 260-283.
  61. NESTOR Institute for Astroparticle Physics, από την ιστοσελίδα: www.inp.demokritos.gr/nestor του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών.
  62. Neutrino Extended Submarine Telescope with Oceanographic Research, από την ιστοσελίδα: www.inp.demokritos.gr/nestor του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών.
  63. "Messinia: Olive Culture in the land of Messinia" - "Μεσσηνία. Ο Πολιτισμός της Ελιάς στη Μεσσηνιακή Γη", Biotourism Guide - Βιοτουριστικός Οδηγός, από την ιστοσελίδα: biopolitics.gr, Biotourism – Olive Culture in the land of Messinia, έκδοση: "Biopolitics International Organisation" - "Διεθνής Οργάνωση Βιοπολιτικής", Αθήνα 2015, ISBN 978-960-7508-55-3, Ενότητα: "Πύλος - Διαδρομή χιλιάδων ετών", σελ. 256-257.
  64. Σταματάκης, Ι. Δ., "Πίναξ χωρογραφικός της Ελλάδος, Περιέχων τα Ονόματα, τας Αποστάσεις και τον Πληθυσμόν των Δήμων, Πόλεων Κωμοπόλεων και Χωρίων. / Ερανισθείς εκ διαφόρων επισήμων εγγράφων της Β. Κυβερνήσεως, και εκδοθείς υπό Ι. Δ. Σταματάκη". Εκ του Τυπογραφείου Γ. Βλασσαρίδου. Εν Αθήναις 1846, σελ.45.
  65. 65,0 65,1 Ιακώβου Ρ. Ραγκαβή, Τα Ελληνικά, Εν Αθήναις, 1853, τόμος δεύτερος, σελ. 573.
  66. Υπουργείον Εσωτερικών, Στατιστική της Ελλάδος, "Πληθυσμός του έτους 1861, εκ του βασιλικού τυπογραφείου, Εν Αθήναις 1862. Και φωτομηχανική ανατύπωση με προλεγόμενα - επιμέλεια ανατύπωσης: Γιάννης Μπαφούνης, "Εταιρεία Μελέτης Νέου Ελληνισμού", παράρτημα περιοδικού "Μνήμων", αρ. 7, έκδοση: "Πολιτιστικό Τεχνολογικό Ίδρυμα ETBA", Αθήνα 1991. ISBN 960-7089-02-2 και ISBN 960-244-020-1. Επίσης: "Πληθυσμός του έτους 1861", σελ. 94.
  67. Υπουργείο Εσωτερικών, "Στατιστική της Ελλάδος - Πληθυσμός 1879, εκ του Τυπογραφείου Σ. Κ. Βλαστού, Εν Αθήναις 1881. Επίσης: "Στατιστική της Ελλάδος - Πληθυσμός 1879", σελ. 119.
  68. Υπουργείο Εσωτερικών, Τμήμα Δημόσιας Οικονομίας και Στατιστικής, "Στατιστική της Ελλάδος - Πληθυσμός - Απογραφή της 15-16 Απριλίου 1889", Μέρος Δεύτερον - Πίνακες Α', εκ του Εθνικού Τυπογραφείου και Λιθογραφείου, Εν Αθήναις 1890, σελ. 85.
  69. Υπουργείο Εσωτερικών, Τμήμα Δημόσιας Οικονομίας και Στατιστικής, "Στατιστικά Αποτελέσματα της Απογραφής του Πληθυσμού, κατά την 5-6 Οκτωβρίου 1896", Μέρος Δεύτερον - Πίνακες - Α' Πληθυσμός κατά Νομούς, Επαρχίας, Δήμους, εκ του Εθνικού Τυπογραφείου και Λιθογραφείου, Εν Αθήναις 1897, σελ. 102.
  70. Υπουργείο των Εσωτερικών, Υπηρεσία Απογραφής, Στατιστικά Αποτελέσματα της Γενικής Απογραφής του Πληθυσμού, κατά την 27 Οκτωβρίου 1907", Επιμέλεια: Γεωργίου Χωματιανού, τόμος δεύτερος, εκ του Τυπογραφείου Μιχαήλ Νικολαΐδου, Εν Αθήναις 1909, σελ. 393.
  71. Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας, Διεύθυνσις Στατιστικής, "Πληθυσμός του Βασιλείου της Ελλάδος, κατά την Απογραφήν της 19 Δεκεμβρίου 1920", εκ του Εθνικού Τυπογραφείου, Εν Αθήναις 1921. Επίσης: "Πληθυσμός του Βασιλείου της Ελλάδος, κατά την Απογραφήν της 19 Δεκεμβρίου 1920", σελ. 237.
  72. Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας, Γενική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδος, "Πληθυσμός της Ελλάδος κατά την Απογραφήν της 15-16 Μαΐου 1928". (Πραγματικός πληθυσμός κυρωθείς δια του από 23 Νοεμβρίου 1928 διατάγματος), εκ του Εθνικού Τυπογραφείου, Εν Αθήναις 1935. Επίσης: "Πληθυσμός της Ελλάδος, κατά την Απογραφήν της 15-16 Μαΐου 1928", σελ. 276.
  73. Υπουργείον Εθνικής Οικονομίας, Γενική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδος, "Πληθυσμός της Ελλάδος κατά την απογραφήν της 16 Οκτωβρίου 1940". (Πραγματικός πληθυσμός κατά νομούς, επαρχίας, δήμους, κοινότητας, πόλεις και χωρία), εκ του Εθνικού Τυπογραφείου, Εν Αθήναις 1950. Επίσης: "Πληθυσμός της Ελλάδος, κατά την Απογραφήν της 16 Οκτωβρίου 1940", σελ. 304.
  74. Εθνική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδος, "Πληθυσμός της Ελλάδος κατά την Απογραφήν της 7ης Απριλίου 1951". (Πραγματικός πληθυσμός κατά νομούς, επαρχίας, δήμους, κοινότητας, πόλεις και χωρία), εκ του Εθνικού Τυπογραφείου, Εν Αθήναις 1955. Επίσης: "Πληθυσμός της Ελλάδος, κατά την Απογραφήν της 7ης Απριλίου 1951", σελ. 147.
  75. Εθνική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδος, "Πληθυσμός της Ελλάδος κατά την Απογραφήν της 19ης Μαρτίου 1961". (Πραγματικός πληθυσμός κατά νομούς, επαρχίας, δήμους, κοινότητας και οικισμούς. Κυρωθείς δια της υπ' αριθ. 46929/6877/1961 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Συντονισμού και Εσωτερικών), εκ του Εθνικού Τυπογραφείου, Εν Αθήναις 1962. Επίσης: "Πληθυσμός της Ελλάδος, κατά την Απογραφήν της 19ης Μαρτίου 1961", σελ. 142.
  76. Εθνική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδος, "Πληθυσμός της Ελλάδος κατά την Απογραφήν της 14ης Μαρτίου 1971". (Πραγματικός πληθυσμός κατά νομούς, επαρχίας, δήμους , κοινότητας και οικισμούς. Κυρωθείς δια της υπ' αριθ, 3893/Ε637/1972 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Βοηθού Πρωθυπουργού και Εσωτερικών), Αθήναι 1972. Επίσης: "Πληθυσμός της Ελλάδος, κατά την Απογραφήν της 14ης Μαρτίου 1971", σελ. 138.
  77. Εθνική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδος, "Πραγματικός Πληθυσμός της Ελλάδος κατά την Απογραφή της 5 Απριλίου 1981". (Κυρώθηκε με την 7908/Δ'554/12-4-1982 κοινή απόφαση των Υπουργών Συντονισμού και Εσωτερικών), Αθήναι 1982. Επίσης: "Πραγματικός Πληθυσμός της Ελλάδος κατά την Απογραφή της 5 Απριλίου 1981", σελ. 148.
  78. Εθνική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδος, "Πραγματικός Πληθυσμός της Ελλάδος κατά την Απογραφή της 17ης Μαρτίου 1991". (Κυρώθηκε με την 24197/Γ' 3812/24-11-1993 κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Εσωτερικών), Αθήνα 1994. Επίσης: "Πραγματικός Πληθυσμός της Ελλάδος κατά την Απογραφή της 17ης Μαρτίου 1991", σελ. 181.
  79. Εθνική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδος, "Πραγματικός Πληθυσμός της Ελλάδος. Απογραφή 2001". (Κυρώθηκε με την 6821/Γ5-908/4-6-2002 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης), Αθήνα 2003. Επίσης: "Πραγματικός Πληθυσμός της Ελλάδος. Απογραφή 2001", σελ. 185.
  80. "Απογραφή Πληθυσμού - Κατοικιών 2011. Μόνιμος Πληθυσμός", Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΛΣΤΑΤ).
  81. Εφετηρίς του Βασιλείου της Ελλάδας δια το έτος 1837. 1837, σελ. 178-180. http://books.google.gr/books?id=nQ9CAAAAcAAJ&source=gbs_navlinks_s. 
  82. Διοικητικές Μεταβολές Οικισμών > Πύλος (Μεσσηνίας), από την ιστοσελίδα: www.eetaa.gr
  83. 21-04-1835.
  84. Διοικητικές Μεταβολές Οικισμών > Δ. Πύλου (Μεσσηνίας), από την ιστοσελίδα: www.eetaa.gr
  85. ΦΕΚ 22Α - 18/12/1840.
  86. ΦΕΚ 32Α - 08/12/1845.
  87. ΦΕΚ 251Α - 04/10/1889.
  88. ΦΕΚ 28Α - 08/02/1908.
  89. ΦΕΚ 195Α - 04/09/1919.
  90. ΦΕΚ 368Α - 29/11/1933.
  91. 16/10/1940.
  92. ΦΕΚ 290Α - 26/09/1946.
  93. Διοικητικές Μεταβολές Οικισμών > Δ. Πύλου (Μεσσηνίας), από την ιστοσελίδα: www.eetaa.gr
  94. ΦΕΚ 244Α - 04/12/1997.
  95. ΦΕΚ 87Α - 07/06/2010.
  96. Διοικητικές μεταβολές οικισμών > Δ. Πύλου-Νέστορος (Μεσσηνίας), από την ιστοσελίδα: www.eetaa.gr
  97. Ο Δήμαρχος, από την ιστοσελίδα: www.pylos-nestor.gr του Δήμου Πύλου - Νέστορος.
  98. 98,0 98,1 98,2 98,3 Αρχαιολογικό Μουσείο Πύλου: Τεκμήρια αιώνων πολιτισμού, από την ιστοσελίδα: www.mythicalpeloponnese.gr - «Μυθική Πελοπόννησος».
  99. "Το λιμάνι της Πύλου τη δεκαετία του 1950", 30/06/2017, από την ιστοσελίδα: www.eleftheriaonline.gr της εφημερίδας "Ελευθερία" Μεσσηνίας.
  100. Συμφωνία για τη μαρίνα της Πύλου", 20/05/2016, από την ιστοσελίδα: www.liberal.gr
  101. "Στο λιμάνι της Πύλου Ελληνική Φρεγάτα και Ρωσικό Αρματαγωγό', 18/10/2017, από την ιστοσελίδα: www.gargalianoionline.gr
  102. Μια εβδομάδα γεμάτη εκδηλώσεις στο Δήμο Πύλου-Νέστορος για τα Ναυαρίνεια, από την ιστοσελίδα: www.pylos-nestor.gr
  103. Ναυαρίνεια, (διάφορα άρθρα), από την ιστοσελίδα: kalamatain.gr
  104. Ναυαρίνεια, από την ιστοσελίδα: peloponnese.events
  105. Ναυαρίνεια 2015, από την ιστοσελίδα: www.pylos-nestor.gr
  106. 106,0 106,1 106,2 106,3 Παλαιόκαστρο: Το φράγκικο κάστρο του Ναβαρίνου, από την ιστοσελίδα: www.mythicalpeloponnese.gr - «Μυθική Πελοπόννησος».
  107. 107,0 107,1 107,2 107,3 107,4 107,5 Νιόκαστρο – Πύλος: Οθωμανική αρχιτεκτονική, πλούσια ιστορία, από την ιστοσελίδα: www.mythicalpeloponnese.gr - «Μυθική Πελοπόννησος».
  108. 108,0 108,1 108,2 "Messinia: Olive Culture in the land of Messinia" - "Μεσσηνία. Ο Πολιτισμός της Ελιάς στη Μεσσηνιακή Γη", Biotourism Guide - Βιοτουριστικός Οδηγός, από την ιστοσελίδα: biopolitics.gr, Biotourism – Olive Culture in the land of Messinia, έκδοση: "Biopolitics International Organisation" - "Διεθνής Οργάνωση Βιοπολιτικής", Αθήνα 2015, ISBN 978-960-7508-55-3, Ενότητα: "Παλαιόκαστρο και Νιόκαστρο - κάστρα και θρύλοι", σελ. 258-259.
  109. Μεσσηνία > Υδραγωγείο της Πύλου, από την ιστοσελίδα: greece.terrabook.com
  110. "Messinia: Olive Culture in the land of Messinia" - "Μεσσηνία. Ο Πολιτισμός της Ελιάς στη Μεσσηνιακή Γη", Biotourism Guide - Βιοτουριστικός Οδηγός, από την ιστοσελίδα: biopolitics.gr, Biotourism – Olive Culture in the land of Messinia, έκδοση: "Biopolitics International Organisation" - "Διεθνής Οργάνωση Βιοπολιτικής", Αθήνα 2015, ISBN 978-960-7508-55-3, Ενότητα: "Το υδραγωγείο της Πύλου και το Παλαιόνερο", σελ. 260.
  111. G. P. Antoniou, "The Architecture and Evolution of the Aqueduct of Pylos - Navarino", in "IWA Specialized Conference on Water&Wastewater Technologies in Ancient Civilizations, 22-24 March 2012", Istanbul 2012, "The older Aqueduct fed from Paleonero", σελ. 411.
  112. "EUROPA - Youth - European Voluntary Service - Accredited organisations". Ec.europa.eu. Retrieved 2013-08-30.
  113. "Cultural Corridors of South East Europe: South East Europe - Gialova lagoon", seecorridors.eu. Retrieved 2014-12-07.
  114. "Mediterranean Wetlands Conference, June 5th-9th 1996, Venice, Italy". Imbc.gr. Retrieved 2013-08-30.
  115. "Surfbirds Birding Trip Report: Gialova Lagoon, near Pylos, Greece". Surfbirds.com. Retrieved 2013-08-30.
  116. "Messinia: Olive Culture in the land of Messinia" - "Μεσσηνία. Ο Πολιτισμός της Ελιάς στη Μεσσηνιακή Γη", Biotourism Guide - Βιοτουριστικός Οδηγός, από την ιστοσελίδα: biopolitics.gr, Biotourism – Olive Culture in the land of Messinia, έκδοση: "Biopolitics International Organisation" - "Διεθνής Οργάνωση Βιοπολιτικής", Αθήνα 2015, ISBN 978-960-7508-55-3, Ενότητα: "Η Λιμνοθάλασσα της Γιάλοβας", σελ. 252-253.
  117. Πέθανε ο Δημήτρης Ν. Παπαδήμας, 02/04/2016 και Απεβίωσε ο εκδότης - βιβλιοπώλης Δημήτρης Παπαδήμας, 04/04/2016, από την ισοδελίδα: www.tovima.gr της εφημερίδας Το Βήμα.
  118. Αναδρομική έκθεση - αφιέρωμα στον Γιάννη Σπυρόπουλο. Στο Μουσείο Βορρέ, 20/02/2014, από την ιστοσελίδα: www.naftemporiki.gr της εφημερίδας Η Ναυτεμπορική.
  119. Σπυρόπουλος Γιάννης (1912 - 1990), από την ιστοσελίδα: dp.iset.gr του "Ινστιτούτο Συγχρονης Ελληνικης Τεχνης".
  120. Μαργαρίτα Πουρνάρα, "Η αφαιρετικότητα του Σπυρόπουλου ξανά στο επίκεντρο", 14/11/2010, από την ιστοσελίδα: www.kathimerini.gr της εφημερίδας Η Καθημερινή.
  121. Τα έργα του Γιάννη Σπυρόπουλου στο Μουσείο Μπενάκη, 22/11/2010, από την ιστοδελίδα: www.in2life.gr
  122. Έκθεση: Γιάννης Σπυρόπουλος, (2010), από την ιστοσελίδα: www.benaki.gr του Μουσείου Μπενάκη.
  123. Βιογραφία Γιάννη Σπυρόπουλου, από την ιστοσελίδα: www.spyropoulosfoundation.org του "Ιδρύματος Γιάννη και Ζωής Σπυρόπουλου"

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα
Βόρεια: Χώρα
Δυτικά: Ιόνιο Πέλαγος
Πύλος Ανατολικά: Πεταλίδι
Νότια: Μεθώνη
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Pylos της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).
 LP  Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το αντίστοιχο λήμμα της Live-Pedia. (ιστορικό).

Η εισαγωγή του κειμένου της Livepedia στη Βικιπαίδεια έγινε πριν την 1η Νοεμβρίου 2008, συνεπώς ισχύει η διπλή αδειοδότηση υπό την άδεια CC-BY-SA 3.0 και την GFDL.