Σύνοδος Φλωρεντίας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Η Σύνοδος Φλωρεντίας λεγόμενη και Σύνοδος Φερράρας - Φλωρεντίας λέγεται η σύνοδος που από μέρους της Καθολικής εκκλησίας θεωρείται ότι είναι η συνέχεια της συνόδου της Βασιλείας που είχε αρχίσει το 1431 από τον πάπα Μαρτίνο τον Ε΄. Κατά την διάρκεια της συνόδου της Βασιλείας ο πάπας Μαρτίνος Ε΄ πέθανε και στην θέση του στην Ρώμη εξελέγη ο Ευγένιος Δ'. Οι περισσότεροι επίσκοποι που ήταν παρόντες στην σύνοδο της Βασιλείας αρνήθηκαν την εξουσία του Ευγενίου επί της συνόδου και τον καθαίρεσαν, εκλέγοντας στη θέση του τον Φιλίκα Ε΄. Οι επίσκοποι της συνόδου της Βασιλείας, άλλωστε, εμφορούντο από το πνεύμα του λεγόμενου «συνοδικού κινήματος» που ζητούσε την επιστροφή της εκκλησίας στο συνοδικό σύστημα διοίκησης. Έτσι η δυτική εκκλησία βρέθηκε να έχει δύο αντιπάλους πάπες. Ο Ευγένιος, για αντιπερισπασμό, μετέφερε σε πρώτη φάση την σύνοδο, με όσους επισκόπους του ήταν πιστοί, στην Φεράρα το 1438 και αργότερα, το 1439, στην Φλωρεντία, όπου και εκεί συζητήθηκε το ζήτημα της Ένωσης των εκκλησιών -Ανατολικής και Δυτικής- υπό την ηγεσία του. Προφανώς μέσω της ένωσης ο Ευγένιος ήθελε να ενισχύσει το κύρος του έναντι της συνόδου της Βασιλείας και όσων επισκόπων δεν τον αναγνώριζαν. Το αποτέλεσμα της Συνόδου ήταν να ψηφισθεί η Ένωση των δυο εκκλησιών αλλά, εξαιτίας αντιδράσεων στη Κωνσταντινούπολη, να μην γίνει πράξη ποτέ.

Από το έργο του Μπενότσο Γκοτσόλι, Journey of the Magi που θεωρείται ότι απεικονίζει τον αυτοκράτορα Ιωάννη Η'Παλαιολόγο

Η προϊστορία της Συνόδου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Σύνοδος της Βασιλείας είχε προγραμματιστεί ήδη από το 1424 να γίνει σε 7 χρόνια από τον πάπα Μαρτίνο Δ΄ αλλά αυτός πέθανε λίγους μήνες πριν αρχίσει. Ο διάδοχός του Βενετσιάνος καρδινάλιος, που σαν Πάπας ονομάστηκε Ευγένιος Δ΄ (1431-1447) συνέχισε την προετοιμασία όπως είχε προγραμματιστεί και πρόεδρο των συνεδριάσεων τοποθέτησε τον έμπιστό του Τζουλιάνο Τσεζαρίνι. Η Βασιλεία επιλέχτηκε από μια ομάδα καρδιναλίων κι αρχόντων της πόλης που ήθελαν να ναι εκτός του πεδίου άμεσης επιρροής του Πάπα, δηλ τις ιταλικές πόλεις και την Αβινιόν. Η ομάδα αυτή αμφισβητούσε την κυριαρχία του κι ηθελε περισσότερη δύναμη, ζητώντας πολιτική στήριξη από το γερμανό βασιλιά Σιγισμόνδο. Η Σύνοδος της Βασιλείας ανήκε σε μια σειρά συνόδων για την μεταρρύθμιση της καθολικής εκκλησίας αλλά και την καταδίκη των όλο και συχνότερα εμφανιζομένων αιρετικών, όπως των Χουσιτών στη Βοημία. Ένα μεγάλο θέμα ήταν για πολλούς η καθαίρεση του ίδιου του Ευγένιου Δ΄. Η πλειοψηφία αυτή επέβαλε στον Πάπα να στέψει στη Ρώμη στις 31 Μαϊου 1433 το Σιγισμόνδο αυτοκράτορα της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Τότε ο βυζαντινός αυτοκράτορας Ιωάννης Η΄ Παλαιολόγος που είχε αναγκαστεί λόγω της περικυκλωσης της Πόλης από τους Οθωμανούς να διαπραγματευθεί την υποταγή του με την ένωση των εκκλησιών για στρατιωτική βοήθεια των Δυτικών Πάπα, αρχικά σκέφτηκε να προσεγγίσει την ομάδα αυτή υπό το Σιγισμόνδο, που έδειχνε να κερδίζει το παιχνίδι εξουσίας. Γι αυτό έστειλε στη Βασιλεία το νεαρό ηγούμενο της μονής του Αγ.Δημητρίου Ισίδωρο (αργότερα μητροπολίτη του Κιέβου). Ο Πάπας Ευγένιος άδραξε την ευκαιρία για να ισχυροποιήσει την θέση του, αντιπροτεινε οτι αυτός παραμένει ο δυνατός επίσκοπος Ρώμης και διάδοχος του Αγ.Πέτρου, με το οποίο συμφωνούσε περισσότερο ο Πατριάρχης Κωνσταντινούπολης Ιωσήφ Β'[1]. Αλλά κι οι υπόλοιποι Έλληνες δεν ήθελαν ένα τόσο μακρινό μέρος όσο η Βασιλεία. Κάποιοι πρότειναν την Αβινιόν, η ιταλική πλευρά τότε πρότεινε τη Φερράρα, σε συνεννόηση με τον άρχοντα της πόλης Μαρκήσιο του Έστε. Η πόλη ήταν κοντά και στο λιμάνι που θα έφταναν οι Έλληνες, τη Βενετία κι έγινε αμέσως αποδεκτή. Το 1437 ο Σιγισμόνδος αντιμετώπιζε διάφορα προβλήματα (και τελικά πέθανε στη Βοημία στις 9 Δεκεμβρίου). Ο πάπας, που προς το τέλος της Συνόδου με τη βοήθεια του Τσεζαρίνι κέρδιζε όλο και περισσότερους καρδιναλίους με το μέρος του όπως τον Νικόλαο Κουζάνο, χρησιμοποίησε την δικαιολογία αυτή στα τέλη του 1437 για να φύγει από τη Βασιλεία, να διακόψει τις συνεδριάσεις της Συνόδου και να πάει στην Φερράρα, όπου είχε πολύ μεγαλύτερη επιρροή. Για το σκοπό αυτό έστειλε τον Οκτώβρη καρδιναλίους στην Κωνσταντινούπολη, ανάμεσα τους και το Νικόλαο Κουζάνο. Οι Βυζαντινοί συμφώνησαν και με μεγάλη προετοιμασία απέπλευσαν στις 27 Νοεμβρίου από τις Βλαχέρνες της Πόλης, κι έφτασαν στη Βενετία το Γενάρη του 1438. Η σύνοδος της Βασιλείας συνεχίστηκε και παρόλο που τυπικά καθαίρεσε τον Ευγένιο Δ΄ το 1439, δεν κατόρθωσε να τον πλήξει ουσιαστικά.[2]

Στη Φερράρα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πρώτη δημόσια συνεδρίαση της Φερράρας πραγματοποιήθηκε στις 10 Ιανουαρίου του 1438. Κήρυξε και επίσημα την μεταφορά της συνόδου από την Βασιλεία στην Φερράρα και ακύρωσε τις αποφάσεις των διαβουλεύσεων που κάποιοι επίσκοποι συνέχιζαν στην Βασιλεία ερήμην του πάπα. Στην δεύτερη δημόσια συνεδρίαση ο πάπας Ευγένιος Δ΄ αφόρισε τους επισκόπους αυτούς που παρά τις διαταγές του συνέχιζαν να διαβουλεύονται στη Βασιλεία.

Οι Έλληνες έχοντας αποδεχθεί την σύνοδο της Φερράρας ως νόμιμη αναχώρησαν από τη Κωνσταντινούπολη επιβιβαζόμενοι σε βενετικά πλοία στο τέλος Νοεμβρίου του 1437. Η αντιπροσωπεία, με αρχηγούς τον ίδιο τον αυτοκράτορα Ιωάννη Η', τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Ιωσήφ Β΄ και τον Μητροπολίτη Πασών των Ρωσιών Ισίδωρο (τότε ακόμα η Ρωσία δεν είχε δικό της αυτοκέφαλο πατριάρχη αλλά μητροπολίτη υπαγόμενο στο πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως). Η αρχική αντιπροσωπεία περιελάμβανε τον Μάρκο Ευγενικό, μητρπολίτη Εφέσου, ο οποίος ορίστηκε και εκπρόσωπος (τοποτηρητής) του πατριαρχείου Αλεξανδρείας, ενώ ήταν ακόμη ιερομόναχος. Ο Αντιοχείας όρισε αρχικά τοποτηρητή τον Εφέσου Ιωάσαφ, ο οποίος απεβίωσε κατά την διάρκεια των προετοιμασιών του ταξιδίου, και τον πνευματικό Γρηγόριο, ο Ιεροσολύμων τον Σάρδεων Διονύσιον, και τον Ρωσίας Ισίδωρον, που ήταν και αυτοί τότε ιερομόναχοι. Τοποτηρητές όλων των Αγιορειτών ορίστηκαν οι ιερομόναχοι Μωυσής από την μονή της Λαύρας και Δωρόθεος από την μονή Βατοπεδίου[3]. Τελικά ορίστηκαν ως τοποτηρητές του Αλεξανδρείας ο Ηρακλείας και ο πνευματικός Γρηγόριος, του Αντιοχείας ο Εφέσου και ο Ρωσίας και του Ιεροσολύμων μόνον ο Σάρδεων[4]

Η αντιπροσωπεία αποτελείτο συνολικά από σχεδόν 700 άτομα, που εκπροσωπούσαν ολόκληρη την ελληνική διανόηση της εποχής. Οι εργασίες της Συνόδου άρχισαν στις 9 Απριλίου 1438 στον καθεδρικό ναό του Αγίου Γεωργίου της Φερράρας. Η σύνοδος αποφάσισε να συνέρχονται τρεις φορές την εβδομάδα στον ναό του Αγίου Ανδρέα της Φερράρας. Από ελληνικής πλευράς λάμβαναν μέρος οι Μητροπολίτες Εφέσου, Μονεμβασίας, Νίκαιας, Αγχιάλου, ο μέγας χαρτοφύλακας, ο μέγας εκκλησιάρχης, ο ηγούμενος της Μονής Παντοκράτορα, ο ηγούμενος της Μονής Καλέως και ο ιερομόναχος Μωυσής. Από τη μεριά των Λατίνων υπήρχαν δυο καρδινάλιοι, δύο μητροπολίτες, δύο επίσκοποι και 4 κληρικοί.Οι πρώτες συνεδριάσεις κράτησαν μέχρι τις 17 Ιουλίου του 1438. Συζητήθηκαν όλες οι διαφορές που είχαν προκύψει από το Σχίσμα του 1054, όπως ο γάμος των κληρικών, το καθαρτήριο των ψυχών και κυρίως η προέλευση του Αγίου Πνεύματος (filioque), το δυσκολότερο σημείο των συνομιλιών.

Στην Φλωρεντία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τον Ιανουάριο του 1439 η σύνοδος μεταφέρθηκε στην Φλωρεντία λόγω της πανώλης που ξέσπασε στην Φερράρα αλλά και λόγω της προθυμίας του Κὀζιμο των Μεδίκων να χρηματοδοτήσει τις εργασίες της. Για το θέμα του filioque η διαφωνία συνεχιζόταν τόσο μεταξύ ορθοδόξων και καθολικών, όσο και μεταξύ του αυτοκράτορα και του Mάρκου Ευγενικού, Μητροπολίτη Εφέσου, κυρίως. Οι ορθόδοξοι τελικά υποχώρησαν και συμφώνησαν στην χρησιμοποίηση της φράσης «εκ του Πατρός δια του Υιού εκπορευόμενον» κάτι που οι Λατίνοι που εξελάμβαναν ως «εκπόρευση εκ του Υιού». Συμφώνησαν επίσης και στα πρωτεία του Πάπα έναντι όλων των ορθόδοξων πατριαρχών της Ανατολής. Έτσι στις 6 Ιουλίου του 1439 σε επίσημη λειτουργία στον καθεδρικό ναό της Φλωρεντίας Σάντα Μαρία ντελ Φιόρε διαβάσθηκαν από ελληνικής πλευράς από τον Μητροπολίτη Νικαίας Βησσαρίωνα, οι Όροι της Ένωσης.[5] Το κείμενο έφερε τις υπογραφές των πάντων εκτός από του πατριάρχη Ιωσήφ Β΄ που είχε στο μεταξύ πεθάνει, του Μάρκου Ευγενικού που αρνήθηκε να υπογράψει και του Γεώργιου Πλήθωνα Γεμιστού. Επίσης δεν υπέγραψαν ο επίσκοπος Ιβηρίας και ο Ιωάννης Ευγενικός –αδελφός του Μάρκου- διάκονος και νομοφύλακας της μεγάλης εκκλησίας, ο Λακεδαίμονος και ο Σταυρουπόλεως Ησαΐας που έφυγε πριν τη λήξη για να μην υπογράψει: «μόνος εφάνη και πρώτον και μέσον καν τω τελεί μάχαιρα μεν δίστομος κατά των επί τω ευγενεί σπόρω των ιερών της Εκκλησίας δογμάτων νόθων και μοχθηρών ζιζανίων», όπως γράφει για τον Μάρκο Ευγενικό ο αδερφός του Ιωάννης Ευγενικός, στη βιογραφία του. Οι ορθόδοξοι αποδέχθηκαν το καθολικό δόγμα ότι το Άγιο Πνεύμα εκπορευόταν από τον Θεό Υιό όσο και από τον Θεό Πατέρα και αναγνώριζαν επίσης το πρωτείο του παπισμού. Σε αντάλλαγμα ο πάπας θα έστελνε δυο πολεμικές τριήρεις και 300 στρατιώτες για την άμυνα της Κωνσταντινούπολης.[6]

Η επιστροφή στην Κωνσταντινούπολη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι βυζαντινοί εγκατέλειψαν την Φλωρεντία στις 19 Οκτωβρίου του 1439. Φθάνοντας στην Κωνσταντινούπολη την 1η Φεβρουαρίου 1440 λαός και κλήρος τους αποδοκίμασε έντονα.[7] Ο Βησσαρίων ο Τραπεζούντιος που τόλμησε να αναγνώσει την ενωτική διακύρηξη προσθέτωντας στο Πιστεύω τη φράση «εκ του Πατρός δια του Υιού εκπορευόμενον» αποκλείστηκε απ τη δημόσια ζωή και σύντομα εγκατέλειψε τη βασιλεύουσα για την Ιταλία. Θα ακολουθήσει εμφύλιος διχασμός, οι πάντες θα χωριστούν σε «ενωτικούς» και «ανθενωτικούς». Ηγέτης των τελευταίων υπήρξε ο Μάρκος ο Ευγενικός και μετά το θάνατό του ο Γεώργιος Γεννάδιος Σχολάριος. Ο αδελφός του αυτοκράτορα, αρνούμενος την ένωση, θα κάνει με την βοήθεια των Τούρκων πραξικόπημα για να πάρει την εξουσία στα χέρια του. Η Ένωση, τελικά, επισημοποιήθηκε λίγους μήνες πριν την Άλωση, από τον τελευταίο Αυτοκράτορα Κωνσταντίνο ΙΑ΄ Παλαιολόγο, ο οποίος εκ του λόγου αυτού δεν είχε ορίσει Πατριάρχη. Αμέσως μετά την Άλωση, ο ίδιος ο Μωάμεθ διόρισε τον υπό αυτοκρατορική δυσμένεια ανθενωτικό πατριάρχη. Για την ακρίβεια επέλεξε σαν νέο Οικουμενικό Πατριάρχη τον ηγέτη των Ανθενωτικών μοναχό Γεννάδιο (τον γνωστό κατά κόσμον Γεώργιο Σχολάριο), που λέγεται ότι ήταν «αιχμάλωτος στην Αδριανούπολη», τον οποίο και εγκαθίδρυσε πολιτικά με τις δέουσες τιμές, όπως ακριβώς έκαναν οι βυζαντινοί Βασιλείς σε ανάλογες περιπτώσεις.[8] Το 1480 σε σύνοδο που θα γίνει στον πατριαρχικό ναό της Παμμακαρίστου στη Κωνσταντινούπολη η σύνοδος της Φλωρεντίας θα κηρυχθεί αντικανονική και οι αποφάσεις της άκυρες.[9] Επίσης την Σύνοδο της Φλωρεντίας είχαν αποδοκιμάσει (πριν την Άλωση) και τα πατριαρχεία Αλεξανδρείας, Αντιοχείας και Ιεροσολύμων καθώς και η Ορθόδοξη Εκκλησία της Ρωσίας (μετά την Άλωση) το 1484. Αντίθετα αυτών οι Καθολικοί θεωρούν τη Σύνοδο της Φλωρεντίας ως τη μόνη μετά το σχίσμα Οικουμενική Σύνοδο. Η Καθολική Εκκλησία αναγνωρίζει σαν «Οικουμενικές» και άλλες μετά το Σχίσμα (1054) αποκλειστικά δικές της Συνόδους.

Παράλληλες επιδράσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Σύνοδος της Φλωρεντίας παρόλο που δεν είχε τελικά πολιτικά οφέλη για την ελληνική πλευρά, έφερε κοντά τους λόγιους των δυο πολιτισμών και βοήθησε στην δημιουργία του κινήματος της Αναγέννησης της Δύσης. Με την παρουσία στη Φλωρεντία του ανθού της ελληνικής λογιοσύνης όπως του Γεώργιου Γεμιστού ή Πλήθωνα, του Μητροπολίτη και αργότερα Καρδινάλιου Βησσαρίωνα, του Ιωάννη Αργυρόπουλου και πολλών άλλων θεολόγων και νομομαθών αλλά και με την ύπαρξη του Κόζιμο των Μεδίκων και της αυλής του στη Φλωρεντία εκείνη την εποχή - ενός άρχοντα διάσημου για την πατρωνία και την οικονομική υποστήριξη των λογίων- δημιουργήθηκαν οι προϋποθέσεις για τη δημιουργική ανάμιξη των δυο πολιτισμών. Παράλληλα με τις συνεδριάσεις, οι λόγιοι συζητούσαν για τον Αριστοτέλη και κυρίως τον Πλάτωνα που ο Πλήθωνας θα κάνει γνωστό στους Ιταλούς λογίους. Έτσι θα ξεκινήσει- με τη βοήθεια των Ελλήνων λογίων και θεολόγων- η αναζήτηση από μέρους των δυτικών των αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων, η μετάφρασή τους στα λατινικά,η διδαχή τους από Έλληνες καθηγητές στα ιταλικά πανεπιστήμια, η σύνταξη ελληνικών γραμματικών και λίγο αργότερα και η έκδοση βιβλίων με τους αρχαίου Έλληνες συγγραφείς που θα προωθήσει όσο τίποτε άλλο, το πνεύμα και το ήθος της Αναγέννησης.[10]

Εκτός της σημασίας της στην εκκλησιαστική ιστορία και θεολογική σκέψη, η Σύνοδος της Φλωρεντίας έπαιξε τελικά σημαντικότατο ρόλο και ως προς τη στάση της πλειονότητας των κατοίκων της Κωνσταντινούπολης στην επελθούσα στη συνέχεια Άλωση της Πόλης και πτώση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, δικαιολογώντας τις τύψεις τους, πότε με το «Ήτανε θέλημα Θεού η Πόλη...», και πότε με το «Σώπαινε Κυρά Δέσποινα και μη πολυδακρύζεις...»[εκκρεμεί παραπομπή].

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. «ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ - ΓΕΝΝΗΘΗΚΑ ΣΤΟ 1402». Scribd (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 2019-04-21. 
  2. Ιστορία της ανθρωπότητας της UNESCO, τόμος 12, κεφάλαιο 3, ο ρωμαιοκαθολικός παπισμός
  3. Συρόπουλος, Σίλβεστρος (1971). Les memoires du grand ecclesiarque de l’eglise de Constantinople Sylvestre Syropoulos, sur le concile de Florence 1438-1439. ROMA: Pontificium institutum, orientalium, studiorum, σελ. 164, 172, 184. 
  4. Συρόπουλος, Σίλβεστρος (1971). Les memoires du grand ecclesiarque de l’eglise de Constantinople Sylvestre Syropoulos, sur le concile de Florence 1438-1439. ROMA: Pontificium institutum, orientalium, studiorum, σελ. 248. 
  5. Ιωάννη Α. Μελισσείδη, «Συνοπτική Ιστορία των Γεγονότων στην Κωνσταντινούπολη κατά την περίοδο 1440-1453», σελ.105-119 κ.ά., εκδ.5η επηυξ. Αθήνα 2004, (Εάλω η Πόλις, Γεωργίου Φραντζή, Εκδ.Βεργίνα), ISBN 9607171918
  6. ιστορία της ανθρωπότητας από την Unesco, τόμος 13, σελ. 3732
  7. Όπως επισημαίνει κι ο Χρίστος Πατρινέλης, «...έχοντας υπ' όψιν την προηγηθείσαν αποτυχίαν της Ενώσεως της Λυών, πάσα απόπειρα προς ένωσιν ήτο καταδικασμένη εκ των προτέρων.Όχι διότι θα ήτο αδύνατος η εξεύρεσις σχήματος τινός δογματικού συμβιβασμού, αλλά διότι πάσα τυχόν ένωσις θα εστερείτο λαϊκόυ ερείσματος.[...] Η Ένωσις της Φλωρεντίας [..] απέτυχε κυρίως διότι προσέκρουσεν εις το λαϊκόν θρησκευτικόν συναίσθημα», Χ.Γ.Πατρινέλης, «Βιβλιοκρισία του βιβλίου του Joseph Gill, The Council of Florence, Cambridge University Press, 1959, στο: Επετηρίς Εταιρείας Βυζαντινών Σπουδών, τομ.29 (1959), σελ.499»
  8. ο Γεννάδιος Σχολάριος παρών στη σύνοδο σαν λαϊκός τότε, υπεραμύνθηκε της ένωσης και άλλαξε άποψη αρκετά αργότερα. Χρήστος Γιανναράς, ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΚΑΙ ΔΥΣΗ ΣΤΗ ΝΕΩΤΕΡΗ ΕΛΛΑΔΑ, εκδ. Δόμος, 1992, σελ.88
  9. αρχιμ. Ανδρόνικος Δημητρακόπουλος, «η ιστορία του σχίσματος», εκδ. Τήνος,1996
  10. το έργο του Κωνσταντίνου Σάθα, Βιογραφίες των Ελλήνων λογίων, επιδεικνύει με κάθε λεπτομέρεια το έργο και την επίδραση των Ελλήνων λογίων του 15ου αιώνα στην Ιταλία

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Προτεινόμενη Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Joseph Gill, The Council of Florence, Cambridge University Press, 1959
  • Π. Γουναρίδης, «Πολιτικές διαστάσεις της συνόδου Φεράρας-Φλωρεντίας», Θησαυρίσματα/Thesaurismata, τομ. 31 (2001), σελ. 107-129
  • Π. Γρηγορίου, «Σχέσεις Καθολικών και Ορθοδόξων», Αθήναι 1958, σελ. 506-524 (Horizon Information Portal, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων)
  • Ιωάννης Α. Μελισσείδης, «Συνοπτική Ιστορία των Γεγονότων στην Κωνσταντινούπολη κατά την περίοδο 1440-1453», στο Γεωργίου Φραντζή, Εάλω η Πόλις, έκδοση 5η επηυξημένη, Εκδόσεις Βεργίνα, Αθήνα 2004, σελ. 105-119 κ.ά., ISBN 9607171918 (Ελληνική Εθνική Βιβλιογραφία 1999/2004, ΒΙΒΛΙΟΝΕΤ)

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Επίσημο κείμενο της Συνόδου της Φλωρεντίας

Η Αγία και Οικουμενική εν Φλωρεντία Σύνοδος. / διά μοναχού Βενεδικτίνου.