Μονεμβασιά

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Συντεταγμένες: 36°41′N 23°3′E / 36.683°N 23.050°E / 36.683; 23.050

Η Παλιά Μονεμβασιά, νότια του βράχου.

Η Μονεμβάσια ή Μονεμβασία ή Μονεμβασιά ή Μονοβάσια, γνωστή στους Φράγκους ως Μαλβαζία, είναι μια μικρή ιστορική πόλη της ανατολικής Πελοποννήσου, της επαρχίας Επιδαύρου Λιμηράς, στο Νομό Λακωνίας. Είναι περισσότερο γνωστή από το μεσαιωνικό φρούριο, επί του ομώνυμου "Βράχου της Μονεμβασιάς", που αποτελεί στην κυριολεξία μικρή νησίδα που συνδέεται με γέφυρα σε σχηματιζόμενο λαιμό συνολικού μήκους 400 μέτρων με τη σημερινή παράλια κατ΄ έναντι πόλη επί της λακωνικής ακτής. Στα διασωθέντα κτήρια και τις δομές στο κάστρο περιλαμβάνονται αμυντικές κατασκευές του εξωτερικού κάστρου και αρκετές μικρές βυζαντινές εκκλησίες.

Το όνομά της είναι σύνθετη λέξη, που προέρχεται από τις δύο ελληνικές λέξεις Μόνη και Έμβασις. Πολλές από τις οδούς είναι στενές και κατάλληλες μόνο για τους πεζούς. Ο κόλπος της Παλαιάς Μονεμβασιάς βρίσκεται στο Βορρά. Το παρωνύμιο της Μονεμβασιάς είναι «Γιβραλτάρ της ανατολής», επειδή τυγχάνει να είναι σε σμίκρυνση πανομοιότυπη με τον βράχο του Γιβραλτάρ.

Μπαίνοντας στην πόλη ο κεντρικός δρόμος με το βυζαντινό καλντερίμι οδηγεί στη Κεντρική Πλατεία με το παλαιό κανόνι και την Εκκλησία του Ελκομένου Χριστού.

Ο ποιητής Γιάννης Ρίτσος καταγόταν από τη Μονεμβασιά, όπου και βρίσκεται σήμερα ο τάφος του.

Η παλαιά πόλη έχει 90 κατοίκους σύμφωνα με την απογραφή του 2001.

Τοποθεσία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Βράχος της Μονεμβασιάς.

Η Μονεμβασία είναι κτισμένη πάνω σε ασβεστολιθικό βράχο στη νοτιοανατολική ακτή της Πελοποννήσου, περίπου 20 ναυτικά μίλια από το ακρωτήριο Μαλέας. Ο βράχος έχει μήκος 1,5 χιλιόμετρο, μέγιστο πλάτος 600 μέτρα και μέγιστο ύψος 198,5 μέτρα. Γύρω από τους γκρεμούς υπάρχει λωρίδα ξηράς. Η κορυφή του βράχου είναι σχετικά ομαλή και κεκλιμένη. Αν και δεν περιγράφεται ως νησί από αρχαίους περιηγητές όπως ο Στράβων και ο Παυσανίας, περιγράφουν ότι είχε μορφή παρόμοια με τη σημερινή. Οι γεωλογικές μεταβολές τις τελευταίες τρεις χιλιετίες ήταν μικρές και αποτελούσαν κυρίως βύθιση ή ανύψωση εκτάσεων γης, όπως αυτές που προκλήθηκαν από ισχυρό σεισμό το 365. Σήμερα η Μονεμβασιά συνδέεται με τη ξηρά με γέφυρα, στην οποία υπάρχει άνοιγμα για να περνούν βάρκες. Στο παρελθόν, εκατέρωθεν της γέφυρας υπήρχε λιμάνι. Στην κορυφή του βράχου βρίσκεται η Πάνω Πόλη και η Κάτω Πόλη βρίσκεται στη νοτιοανατολική πλευρά του βράχου.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αρχαιότητα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Λίγο βορειότερα από τη Μονεμβασιά βρισκόταν κατά την αρχαιότητα η Επίδαυρος Λιμηρά. Η περιοχή της Επιδαύρου Λιμηράς κατοικείται από την προϊστορία. Κατά τη διάρκεια των ιστορικών χρόνων ήταν η σημαντικότερη πόλη στις ανατολικές ακτές της χερσονήσου του Μαλέα και άνθισε κατά τη διάρκεια των ρωμαϊκών χρόνων.[1] Ο Παυσανίας επισκέπτηκε την Επίδαυρος Λιμηρά και περιέγραψε ότι απέναντι από την πόλη βρισκόταν ακρωτήριο το οποίο αναφέρει ως «άκρα Μινώα», η οποία έχει ταυτοποιηθεί ως η Μονεμβασιά. Ο Στράβων ένα αιώνα αργότερα την αναφέρει ως «φρούριο Μινώα». Το τοπωνύμιο «Μινώα» υποδηλώνει την ύπαρξη λιμένα στην αρχαιότητα, ίχνη της οποίας έχουν εντοπιστεί υποθαλάσσια. Παρόλα αυτά δεν είναι γνωστό αν υπήρχε σημαντικός οικισμός πάνω στο βράχο. Είναι πιθανό να δημιουργήθηκε εκεί οικισμός τον 4ο αιώνα, όταν η πρωτεύουσα μετακινήθηκε από τη Ρώμη στην Κωνσταντινούπολη, με αποτέλεσμα μεταβολές στις θαλάσσιες εμπορικές οδούς. Η ίδια η Επίδαυρος Λιμηρά εγκαταλείφθηκε τον 4ο αιώνα.[2]

Ίδρυση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Μονεμβασιά ιδρύθηκε τον 6ο αιώνα, από την μετεγκατάσταση σε αυτή των κατοίκων της Αρχαίας Σπάρτης, η οποία τότε ήταν γνωστή ως Λακεδαίμονα. Η Σπάρτη, σε αντίθεση με άλλες πόλεις που εγκαταλείφθηκαν, συνέχισε να κατοικείται μέχρι τον 6ο αιώνα μ.Χ., παρά τους σεισμούς, τις επιδρομές Γότθων το 395 υπό τον Αλάριχο και Βανδάλων το 468 υπό τον Γιζέριχο και την επιδημία πανώλης το 541-43.[3] Σύμφωνα με το μεταγενέστερο Χρονικό της Μονεμβασίας, η πόλη εγκαταλείφθηκε μετά από επιδρομή Σλάβων το 587-588, επί βασιλείας Μαυρικίου. Το Χρονικό αναφέρει ότι οι κάτοικοί της εγκατέλειψαν την Σπάρτη πανικόβλητοι και οχυρώθηκαν υπό την ηγεσία του επισκόπου της στη Μονεμβασιά ενώ άλλοι εγκαταστάθηκαν στα περάσματα της περιοχής, ενώ αναφέρει ότι και πολλές άλλες της Πελοποννήσου εγκαταλείφθηκαν τοιουτοτρόπως.[4] Παρόλα αυτά, τα αρχαιολογικά ευρήματα δεν συνηγορούν σε αυτή την άποψη και τοποθετούν την ίδρυση της Μονεμβασιάς μερικές δεκαετίες νωρίτερα, στη βασιλεία του Ιουστινιανού. Από τότε χρονολογείται το πρώτο στάδιο βασιλικής του Χριστού Ελκόμενου στο κέντρο της Κάτω Πόλης.[5]

Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Ιουστινιανού, λόγω διαφόρων καταστροφών, είτε φυσικών είτε λόγω επιδρομών, οι πόλεις γνώρισαν κάμψη. Ο Ιουστινιανός προχώρησε σε οικιστική αναδιαμόρφωση, μετακινώντας ολόκληρο των πληθυσμό πόλεων σε νέες τοποθεσίες και συχνά άλλαζε το όνομα της πόλης. Τέτοιες μετακινήσεις αναφέρονται από τον Προκόπιο στο Περί κτισμάτων, αν και οι αναφορές του για την Πελοπόννησο είναι σπάνιες.[6] Το κείμενο του 15ου αιώνα Αναφορά προς τον Πατριάρχη, γραμμένο από τον μητροπολίτη Μονεμβασίας Ισίδωρο, αναφέρει ότι η μετακίνηση του πληθυσμού έγινε επί Ιουστινιανού.[7] Μια άλλη πόλη που μετακινήθηκε στην ίδια περίοδο ήταν η Αιπεία Μεσσηνίας, η οποία μετακινήθηκε στην Κορώνη. Παρομοίως, η τοποθεσία της Σπάρτης κρίθηκε ανεπαρκώς οχυρή και επιρρεπής σε μακροχρόνιους αποκλεισμούς λόγω της μεγάλης απόστασής της από το λιμάνι, ενώ με την μετακίνηση της πρωτεύουσας στη Κωνσταντινούπολη, τα πλοία από το Γύθειο έπρεπε να παραπλέουν πλέον το ακρωτήριο Μαλέας.[5]

Λόγω των προαναφερθέντων λόγων, οι αρχές της πόλης προχώρησαν όχι μόνο σε μετακίνηση του πληθυσμού της Σπάρτης, ιδρύοντας τη Μονεμβασιά, αλλά και αναδιοργάνωση των οικισμών της νοτιοανατολικής Λακωνίας. Η αναδιοργάνωση περιλάμβανε την εγκατάσταση στα ορεινά περάσματα του Πάρνωνα και στη μετανάστευση από το Γύθειο. Το Χρονικό της Μονεμβασιάς αναφέρει ότι μέρους του πληθυσμού μετεγκαταστάθηκε στη Σικελία. Επειδή η ανοικοδόμηση, μετακίνηση και εγκατάσταση του πληθυσμού στη νέα θέση πρέπει να ολοκληρώθηκε αρκετά χρόνια αργότερα, είναι πιθανόν οι δύο πόλεις να συνυπήρχαν για κάποιο χρονικό διάστημα.[8]

Από το 1147 έως την Άλωση της Κωνσταντινούπολης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η καίρια θέση της Μονεμβασιάς στο θαλάσσιο δρόμο προς την ανατολική Μεσόγειο υπήρξε στόχος πειρατικών επιδρομών στους επόμενους αιώνες, καθώς και επιδρομών ηγεμόνων της Δύσης: το 1147 πλοία του βασιλιά της Σικελίας Ρογήρου Β' προσπάθησαν να την καταλάβουν χωρίς επιτυχία και αναγκάστηκαν να αποχωρήσουν με σοβαρές απώλειες. Μετά από έναν αιώνα, το 1248, ύστερα από πολιορκία τριών χρόνων, ο γιος του Γοδεφρείδου Βιλλεαρδουίνου Γουλιέλμος Β', πρίγκιπας της Αχαΐας, κατέλαβε τη Μονεμβασία, που η απώλεια της υπήρξε σοβαρό πλήγμα για τον αυτοκράτορα της Νίκαιας Μιχαήλ Η' Παλαιολόγο, καθώς ανέτρεπε τα σχέδιά του για την ανάκτηση των εδαφών που είχαν περιέλθει στους Φράγκους. Όταν ο Γουλιέλμος αιχμαλωτίστηκε από τους Βυζαντινούς στη μάχη της Πελαγονίας το 1259 και αρνήθηκε να παραχωρήσει τις κτήσεις του στην Πελοπόννησο με αντάλλαγμα την απελευθέρωσή του, ο Μιχαήλ τον κράτησε αιχμάλωτο μέχρι το 1262, οπότε δέχθηκε να παραδώσει στους Βυζαντινούς τα κάστρα της Μονεμβασιάς και του Γερακίου. Ο Μιχαήλ τον τίμησε με τον τίτλο του μεγάλου δομεστίκου, σύμβολο υποτέλειας στην αυτοκρατορία και η Μονεμβασία ορίστηκε έδρα Βυζαντινού στρατηγού και έδρα Ορθόδοξου μητροπολίτη, ενώ παράλληλα παραχωρήθηκαν στους κατοίκους σημαντικά προνόμια, που ανανεώθηκαν και διευρύνθηκαν από τον Ανδρόνικο Β' Παλαιολόγο (1282-1328). Η ακμή της πόλης υπήρξε ραγδαία: εκτός από την αύξηση του πληθυσμού, που κύρια επίδοσή του ήταν το εμπόριο και η ναυτιλία, δημιουργήθηκαν προϋποθέσεις για την πνευματική και εκκλησιαστική ανάπτυξη, σε βαθμό που η ως το 1460 περίοδος να θεωρείται «χρυσή εποχή» της πόλης. Την ειρηνική ζωή της Μονεμβασίας κατά τον 14ο και το α' μισό του 15ου αιώνα τάραξαν πειρατικές επιδρομές και εσωτερικές συγκρούσεις, που δεν επηρέασαν εν τούτοις την ιστορική της πορεία στα πλαίσια του δεσποτάτου του Μορέως.

Από την άλωση της Κωνσταντινούπολης μέχρι το 1685[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Τούρκους και η κατάλυση του δεσποτάτου υπήρξαν αφετηρία για την προϊούσα παρακμή της πόλης, παρά τις ελάχιστες περιόδους ανάκαμψης. Ήδη από το 1395 τουρκική φρουρά αναφέρεται στη Μονεμβασία, σε μια προσωρινή κατάληψή της και το 1460 ο Μωάμεθ Β' έφθασε στην Κόρινθο, προχώρησε προς τη Λακωνία, κατέλαβε τα φρούρια της Αχαΐας και της Ηλείας και τον Ιούλιο του 1461 παραδόθηκε το Σαλμενίκο, τελευταίο κάστρο του ελληνικού δεσποτάτου. Έτσι, εκτός από τις βενετικές κτήσεις της Πελοποννήσου και τη Μονεμβασία, που είχε παραχωρηθεί με σύμφωνη γνώμη του Θωμά Παλαιολόγου στον πάπα Πίο Β', η τουρκική κατάκτηση της νευραλγικής αυτής για το Βυζάντιο περιοχής είχε ολοκληρωθεί. Στα τέλη του 1463 η Μονεμβασία περιήλθε στους Βενετούς, στους οποίους παρέμεινε ως το 1540, όταν με τη Βενετοτουρκική συνθήκη ειρήνης της 2ας Οκτωβρίου παραδόθηκε στους Τούρκους. Οι περισσότεροι κάτοικοί της τότε την εγκατέλειψαν και κατέφυγαν στα βενετοκρατούμενα νησιά, κυρίως στην Κέρκυρα και στην Κρήτη.

Παραδοσιακά σπίτια στη Μονεμβασιά.

Από το 1685 μέχρι το 1821[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ανάκτηση της Πελοποννήσου από τους Βενετούς (1685-1715) είχε ως αποτέλεσμα και την επανεγκατάσταση κατοίκων στη Μονεμβασία, που ορίστηκε πρωτεύουσα του διαμερίσματος της Λακωνίας. Ο πληθυσμός της, όμως, που το 1700 είχε φθάσει στους 8.000 περίπου, μειώθηκε πάλι θεαματικά κατά τη δεύτερη τουρκοκρατία (1715-1821) και το λιμάνι της δεν παρουσίαζε πια καμιά σχεδόν κίνηση.

Κατά τα Ορλωφικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά τα Ορλωφικά (1770) ο μητροπολίτης Μονεμβασίας Άνθιμος ο Λέσβιος όπλισε σώμα Μονεμβασιωτών και απέκλεισε τους Τούρκους στο φρούριο, όταν όμως οι πολιορκητές δέχθηκαν την επίθεση των Αλβανών διασκορπίστηκαν και πολλοί αιχμαλωτίστηκαν ή φονεύθηκαν.

Κατά την Ελληνική επανάσταση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το φρούριο της Μονεμβασίας πολιορκήθηκε κατά την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης από ξηρά και θάλασσα και ύστερα από τετράμηνη πολιορκία παραδόθηκε στους Έλληνες στις 23 Ιουλίου 1821.

Φωτογραφίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Eλένη Zαββού. «Επίδαυρος - Λιμηρά». Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού. http://odysseus.culture.gr/h/3/gh351.jsp?obj_id=6467. Ανακτήθηκε στις 19 Οκτωβρίου 2016. 
  2. Καλλιγά 2010, σελ. 20
  3. Καλλιγά 2010, σελ. 21
  4. Καλλιγά 2010, σελ. 22
  5. 5,0 5,1 Καλλιγά 2010, σελ. 30
  6. Καλλιγά 2010, σελ. 25
  7. Καλλιγά 2010, σελ. 29
  8. Καλλιγά 2010, σελ. 31

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Καλλιγά, Χάρις Α. (2010). Μονεμβασία: Μια βυζαντινή πόλις-κράτος. Αθήνα: Ποταμός. ISBN 978-960-6691-64-5. 

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα