Παλαιόκαστρο Ναυαρίνου

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
   Κάστρο του Ναυαρίνου
   Άλλες Ονομασίες:
(δες σχετική ενότητα)
  
Άποψη του Παλαιόκαστρου Πύλου ή Κάστρου της Γιάλοβας και της σπηλιάς του Νέστορα.
   Συντεταγμένες:
36°57′29.36″N 21°39′27.11″E / 36.9581556°N 21.6575306°E / 36.9581556; 21.6575306 (Κάστρο του Ναυαρίνου Α’)[1]
   Περιοχή:
Πελοπόννησος
Περιφέρεια Πελοποννήσου
Νομός Μεσσηνίας
Δήμος Πύλου - Νέστορος
πρώην Δήμος Πύλου
Πετροχώρι Μεσσηνίας & Γιάλοβα Μεσσηνίας & Πύλος Τοποθεσία:

Στο νότιο βραχίονα της Βοϊδοκοιλιάς
Σε λόφο βόρεια της νήσου Σφακτηρία

   Υψόμετρο: ≈ 120μ.
  Διαδρομή προς το Κάστρο:
Οδικά & Πεζή.
   Είσοδος στο Κάστρο:
Δύσκολα προσβάσιμο, επικίνδυνη δόμηση, χωρίς ιδιαίτερη φύλαξη.
   Χρονολογία κατασκευής Ακρόπολης: Διάφορες περίοδοι της αρχαιότητας[2][3][4][5]
   Χρονολογία κατασκευής: 1278[4]
   Χαρακτηρισμός Ακρόπολης: Αρχαία & Μεσαιωνική Ακρόπολη - Αρχαίος οικισμός
   Χαρακτηρισμός: Φράγκικο[4]
   Εποχές:
Αρχαία Ελλάδα
[ Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία
Βυζαντινή Αυτοκρατορία
Πριγκιπάτο της Αχαΐας
Δημοκρατία της Βενετίας
Οθωμανική αυτοκρατορία
Επανάσταση του 1821
Σύγχρονη Ελλάδα
   Map symbol historical 02.png Τύπος: Επάκτιο Κάστρο
   Είδος Μνημείου:
Αμυντικά Συγκροτήματα - Κάστρα
   Σημερινή Κατάσταση:
Όχι καλή κατάσταση κάστρου
   Κηρύχθηκε διατηρητέο: 1932
   Φορέας προστασίας:
ΛΗ’ ΕΠΚΑ & 26η ΕΒΑ

Δεν θα πρέπει να συγχέεται με το άλλο Κάστρο του Ναυαρίνου, το Νιόκαστρο Ναυαρίνου

Το Παλαιόκαστρο ή Κάστρο του Πετροχωρίου[6] ή Κάστρο της Γιάλοβας σήμερα, ή Κάστρο του Ναυαρίνου, Ναβαρίνου ή Αβαρίνου, όπως λεγόταν αρχικά (δες και άλλες ονομασίες παρακάτω), υψώνεται στην κορυφή του λόφου της χερσονήσου του Κορυφασίου, στη βόρεια είσοδο του κόλπου του Ναβαρίνου, (ή Κόλπου της Πύλου) έχοντας, σύμφωνα με τον λογοτέχνη Κώστα Ουράνη «μια θέα εξαίσιας γαλήνης και φωτεινής απεραντωσύνης»[7] προς την ευρύτερη περιοχή. Το κάστρο βρίσκεται στην περιοχή της Αρχαίας Πύλου, βορειοδυτικά από την πόλη της σημερινής Πύλου, στην οποία βρίσκεται το άλλο κάστρο της περιοχής, το Νιόκαστρο Ναυαρίνου.

Η ιστορία του ξεκινά από τους πρώτους ιστορικούς χρόνους, όταν το ύψωμα, όπου σήμερα βρίσκεται το φράγκικο κάστρο βρισκόταν η αρχαία κλασική Ακρόπολη Πύλου. Οι Φράγκοι που κατασκεύασαν στη θέση της ακρόπολης[5] το κάστρο τους, το ονόμαζαν Port de Junch, δηλαδή λιμάνι των σχοίνων. Κτίστηκε το 1278 από τον Φλαμανδό σταυροφόρο Νικόλαο B΄ Σαιντ-Ομέρ.

Πίνακας περιεχομένων

Η ονοματολογία του κάστρου & η εξέλιξή της[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στα ελληνικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ονοματολογία του κάστρου ακολουθεί αυτήν της πόλης της Πύλου. Η Πύλος, αναφέρεται από τον Όμηρο ως το Βασίλειο του Νέστορα που, σύμφωνα με την παράδοση, όπως την καταγράφει και ο Παυσανίας, στο έργο του «Ελλάδος περιήγησις - Μεσσηνιακά» (βιβλίο 4, στιχ. 36.1-36.2)[8] ιδρύθηκε απ' τον μυθικό Πύλο και αρχικά ονομαζόταν Κορυφάσιο.[9] Στην κλασσική αρχαιότητα το ύψωμα του Κορυφασίου και η ευρύτερη περιοχή της ομηρικής Πύλου υπήρξε ακατοίκητη και ήταν σχεδόν συνεχώς κάτω από την κυριαρχία της Σπάρτης με εξαίρεση την περίοδο 425-421 π.Χ. κατά την οποία σύμφωνα με τον Θουκυδίδη (βιβλίο Δ') οχυρώθηκε από τους Αθηναίους και αποτέλεσε προκεχωρημένο αθηναϊκό οχυρό κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού Πολέμου. Μετά την απελευθέρωση της Μεσσηνίας από την Σπαρτιατική κυριαρχία και την επανίδρυση της Πύλου τον 4ο αιώνα π.Χ. το ύψωμα του Κορυφασίου αποτέλεσε την ακρόπολη της επανιδρυθείσας πόλης. Αργότερα και ως τα Βυζαντινά χρόνια λεγόταν "Ζόγκλος", αλλά περί τον 6ο αιώνα, καταλήφθηκε από τους Αβάρους,[10] απ΄ όπου και ονομάστηκε Αβαρίνο - από εκεί προήλθε και η ονομασία Ναυαρίνο, ή Ναβαρίνο, εκ συνεκφοράς των λέξεων (νέου +Αβαρίνου ή του ναυς+Αβαρίνο), κατά την οποία και προσδιορίζονταν όλος ο κόλπος της Πυλίας με τα πέριξ φρούρια, κατ΄ έναντι των νήσων Πρώτη Μεσσηνίας και Σαπιέντζα από τα οποία και ισαπέχει. Κατά άλλη εκδοχή, το όνομα Ναυαρίνο είναι σλαβικής προέλευσης και σημαίνει "μέρος με σφεντάμια"[11][12] ή σχοίνα.[4]

  • Αβαρίνο (με ή χωρίς την ένδειξη Α’), Παλαιοαβαρίνο και Παλιαβαρίνο
  • Ναυαρίνο (με ή χωρίς την ένδειξη Α’), Παλαιοναυαρίνο και Παλιοναυαρίνο
  • Ναβαρίνο (με ή χωρίς την ένδειξη Α’), Παλαιοναβαρίνο και Παλιοναβαρίνο

Στα φράγκικα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Port de Junch,[4] ή Port–de–Jonc,[3] δηλαδή «Λιμάνι των Σχοίνων», από τα σχοίνα που φύονται ακόμα στην ακτή. Άλλη γραφή: Jouncio au Vieux Navarin, από την αναφορά του κάστρου στον χάρτη της Πελοποννήσου του 1831.[13]

Χάρτης της Πελοποννήσου, Carte du Péloponnèse pour Abel Blouet, L'Expédition scientifique de Morée., Firmin Didot, 1831.

Σε άλλες γλώσσες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στα Ιταλικά: Navarino. Στα αγγλικά: Old Navarino ή Palaiokastro ή Old Pylos castle ή Voidokilia beach Palaiokastro και στα Τουρκικά:Anavarin-i atik.

Άλλες ονομασίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κάστρο Ναυαρίνου Α’ ή Κάστρο Ναβαρίνου ή Παλαιοναβαρίνο ή Παλαιόκαστρο Πύλου ή Κάστρο του Πετροχωρίου ή Κάστρο Γιάλοβας ή Κάστρο στο Ντιβάρι ή Κάστρο Βοϊδοκοιλιάς (και σε αρκετές παραλλαγές με βάση τα άρθρα ή τις ντοπιολαλιές των λέξεων, π.χ. Διβάρι ή Ντιβάρι). Επίσης: Κάστρο των Ναβαρραίων.[14] Στα αγγλικά: Old Pylos castle ή Voidokilia beach Palaiokastro. Η Πύλος επίσης, αναφέρεται στην αγγλική βιβλιογραφία συνήθως ως: Pylos, στα ιταλικά – φράγκικα συνήθως ως: Navarino.

Κάστρο των Σαιντ-Ομέρ Μεσσηνίας ή Κάστρο του Σαιντ-Ομέρ ή Κάστρο Σανταμέρη Μεσσηνίας ή Κάστρο του Γερονικόλα Μεσσηνίας, από τον ιδρυτή του Νικόλαο Β΄ Σαιντ-Ομέρ ή Νικόλαο B΄ Σαιντομέρ.[15]

Τοποθεσία του κάστρου & γεωγραφικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Palaiokastro and Niokastro disambiguation.png

Το Παλαιόκαστρο ή Παλιοναβαρίνο βρίσκεται στην Πελοπόννησο, σε ύψωμα του Κορυφασίου ακρωτηρίου στο βόρειο άκρο του κόλπου/όρμου του Ναυαρίνου, απέναντι από το βόρειο άκρο της ιστορικής νήσου Σφακτηρίας και ουσιαστικά ήλεγχε τη νότια άκρη της χερσονήσου Κορυφασίου, προέκταση της οποίας αποτελεί η νήσος Σφακτηρία,[16] που εκτείνεται νότια και περικλείει από δυσμάς τον κόλπο του Ναβαρίνου. Ένας μικρός πορθμός, σήμερα πλωτός μόνο σε μικρά ιστιοφόρα και βάρκες, που αποτελεί τη φυσική βόρεια είσοδο του κόλπου του Nαβαρίνου, το Στενό της Συκιάς, το χωρίζει από τη Σφακτηρία. Το ακρωτήρι, φύσει οχυρή θέση με την απόκρημνη και βραχώδη διαμόρφωση του υψώματος και με τη θάλασσα σχεδόν ολόγυρα, περιβρέχεται δυτικά και νότια από το Ιόνιο πέλαγος, βόρεια από τον όρμο της Bοϊδοκοιλιάς, και ανατολικά εν μέρει από τη λιμνοθάλασσα του Oσμάναγα (ή το Διβάρι). Από τη στρατηγική αυτή θέση του κάστρου επισκοπείται ο θαλάσσιος χώρος από τη νήσο Πρώτη (Mαραθονήσι) μέχρι τις Μεσσηνιακές Οινούσσες (Σαπιέντζα, Σχίζα, Αγία Μαριανή Μεσσηνίας ή Αμαριανή και Βενέτικο Μεσσηνίας), καθώς παράλληλα ελέγχει τη βόρεια είσοδο του όρμου του Ναβαρίνου και το εκεί λιμάνι (της Γιάλοβας). Το κάστρο αυτό δεσπόζει επίσης στη γεωγραφική αυτή περιοχή εκτός από τον όρμο του Ναυαρίνου και τη λιμνοθάλασσα της Γιάλοβας, έναν από τους σημαντικότερους υδροβιότοπους των Βαλκανίων που υποστηρίζεται από δίκτυο «NATURA 2000»[17] και το Ευρωπαϊκό Πρόγραμμα LIFE - Φύση (1997-2000),[18] καθώς και στην εκπληκτική παραλία της Βοϊδοκοιλιάς αλλά και πάνω ακριβώς από τη 2η σε μέγεθος λιμνοθάλασσα της Ελλάδας (μετά από αυτήν του Μεσσολογγίου, την Λιμνοθάλασσα Μεσολογγίου), που λέγεται και Ντιβάρι ή Διβάρι Πύλου, ενώ βρίσκεται σε κοντινές αποστάσεις και στα χωριά Γιάλοβα Μεσσηνίας, Πετροχώρι Μεσσηνίας, Ρωμανός, Τραγάνα Μεσσηνίας και Κορυφάσιο Μεσσηνίας, που υπάγονται διοικητικά στην πόλη της Πύλου, του πρώην Καπποδιστριακού Δήμου Πύλου και τώρα του Καλλικρατικού Δήμου Πύλου - Νέστορος του Νομού Μεσσηνίας, της Περιφέρειας Πελοποννήσου.

Άποψη της παραλίας της Βοϊδοκοιλιάς από το Παλαιόκαστρο Πύλου ή Κάστρου της Γιάλοβας.

Ιστορία του κάστρου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Παλαιόκαστρο ή Παλιοναβαρίνο ή Κάστρο του Πετροχωρίου ή Κάστρο της Γιάλοβας είναι ένα από τα σημαντικότερα φρούρια που ορθώθηκε επί φραγκοκρατίας στο Μοριά, πάνω στα ερείπια της πρώτης ακρόπολης της αρχαίας Πύλου. Πρόκειται για το παλαιότερο καστέλι του Ναβαρίνου, ονομασία με την οποία λεγόταν η Πύλος στα χρόνια του Μεσαίωνα, καμωμένο και με δομικά υλικά της προγενέστερης ακρόπολης, από τους Φράγκους σταυροφόρους ιππότες. Κατά την διάρκεια της ιστορίας του το κάστρο δέχθηκε πολλές επιθέσεις και άλλαξε πολλούς ηγεμόνες -λόγω της στρατηγικής σημασίας της θέσης του- και υπέστη επίσης και άλλες σημαντικές δομικές επεμβάσεις, τροποποιήσεις χρήσεων και αρχιτεκτονικές μεταβολές, από τους κατά καιρούς κατακτητές, που αλλοίωσαν την αρχική φυσιογνωμία του.[4]

Αρχαία περίοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σημαντικοί ερευνητές, όπως ο Ερρίκος Σλήμαν (1874)[19] και στη συνέχεια αρχαιολόγοι όπως οι Nίκος Γιαλούρης και Πέτρος Θέμελης, W.A. McDonald και ο Δημήτριος Θεοχάρης (1952), ο Καθηγητής στην Αρχαιολογία Κλασσικών και Προϊστορικών Xρόνων του Πανεπιστημίου Αιγαίου Aδαμάντιος Σάμψων[20] και ο καθηγητής Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών Γεώργιος Σ. Κορρές (1980)[21] και πολλοί άλλοι ακόμα έχουν ερευνήσει, σε διάφορες αρχαιολογικές ανασκαφές, την περιοχή του Παλαιόκαστρου και της αρχαίας Πύλου. Στην περιοχή της αρχαίας Πύλου έχουν ανακαλυφτεί ως τώρα αξιόλογοι αρχαιολογικοί θησαυροί. Αρχικά ήρθαν στο φως πέτρινοι τοίχοι, κομμάτια από τοιχογραφίες, δάπεδα, μυκηναϊκά αγγεία, πήλινες επιγραφές στον Επάνω Εγκλιανό Μεσσηνίας. Οι πρώτες αυτές έρευνες έγιναν το 1912-1926 απ' τον Καρλ Μπλέγκεν και τον Κωνσταντίνο Κουρουνιώτη. Διακόπηκαν στα χρόνια του πολέμου και ξανάρχισαν το 1952 από τον Σπύρο Μαρινάτο. Στις 31 Δεκεμβρίου του 1957 ανακαλύπτεται ο κυψελοειδής τάφος του Νηλέα, πατέρα του Νέστορα, βασιλιά της Πύλου, όπως και πτέρυγα του ανακτόρου ηλικίας 3000 ετών. Οι προσπάθειες συνεχίστηκαν και μέχρι το 1964, οπότε ήρθε στο φως ολόκληρο σχεδόν το Ανάκτορο του Νέστορα.[22] Το ανάκτορο αυτό χρονολογικά τοποθετείται γύρω στα 1300 και 1200 π.Χ. και καταστράφηκε με την κάθοδο των Δωριέων (1100 π.Χ.). Στην περιοχή επίσης της Ίκλαινας έχουν έρθει στο φως σημαντικά αρχαιολογικά υπολείμματα της Εποχής του Χαλκού (περίπου 1600-1100 π.Χ.) μέσω των ανασκαφών και της επιφανειακής έρευνας από την Αρχαιολογική Υπηρεσία και το πανεπιστήμιο του Μισσούρι-ST Louis υπό την καθοδήγηση του καθηγητή Μιχάλη Κοσμόπουλου.

Πρωτοελλαδικός οικισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στη θέση του σημερινού φράγκικου κάστρου βρισκόταν ο πανάρχαιος οικισμός και η ακρόπολη της Πύλου της κλασικής αρχαιότητας που έπαιξε σημαντικό ρόλο κατά τον Πελοποννησιακό πόλεμο. Σύμφωνα με τον καθηγητή Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών Γεώργιο Σ. Kορρέ που πραγματοποίησε ανασκαφές στην ευρύτερη περιοχή αυτή ερευνήθηκαν ίχνη κατοίκησης οικισμού της πρωτοελλαδικής εποχής (3η χιλιετία π.X.), και δύο μεσοελλαδικοί τύμβοι (γύρω στο 2.000 π.X.).[2] και ότι σύμφωνα με: «Τα ευρήματα της πρωτοελλαδικής εποχής από τα παράλια της περιοχής, τόσο τα ανασκαφικά όσο και τα επιφανειακά, αποδεικνύουν ότι η περιοχή του όρμου του Nαυαρίνου και της Βοϊδοκοιλιάς, ανήκαν στην επικράτεια της λεγόμενης «Πρωτοελλαδικής Kοινής», δηλαδή, στο σύνολο του πολιτισμού που αναπτύχθηκε στην ηπειρωτική Ελλάδα κατά το δεύτερο μισό της τρίτης χιλιετίας π. X. Αυτός είναι ο πρώτος μεγάλος πολιτισμός της ηπειρωτικής Ελλάδος και αυτή ήταν η πρώτη εποχή των μεγάλων εμπορικών ανταλλαγών και επικοινωνιών μέσω της θάλασσας».[23]

Μυκηναϊκός Πολιτισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά την Μυκηναϊκή εποχή το επίκεντρο του αρχαιολογικού ενδιαφέροντος είναι το μυκηναϊκό ανάκτορο στον Επάνω Εγκλιανό σε απόσταση έξι χιλιομέτρων σε ευθεία γραμμή από τον όρμο του Ναυαρίνου. Το εξουσιαστικό αυτό κέντρο έλεγχε τη ζωή που αναπτύχθηκε σ’ όλη την περιοχή. Και η ζωή αυτή είναι πυκνότατη και εντυπωσιακή, εμφανιζόμενη σε θέσεις όπως ο Oσμάναγας Κορυφασίου, όπου έχει βρεθεί ο παλαιότερος θολωτός τάφος της ηπειρωτικής Ελλάδος, η Βοϊδοκοιλιά, η Τραγάνα Μεσσηνίας, τα Βολιμίδια Μεσσηνίας, η Ίκλαινα Μεσσηνίας, το Μυρσινοχώρι Μεσσηνίας, τα Παπούλια Μεσσηνίας, η Πύλα Μεσσηνίας, το Μηδέν Μεσσηνίας.[24]

Όταν, γύρω στο 1200 π.X., τα Ανάκτορα του Νέστορα, στον Εγκλιάνό, καταστρέφονται από πυρκαγιά, τότε παρατηρείται μια ανεξήγητη μέχρι σήμερα αποψίλωση του πληθυσμού σε όλη τη νότια - νοτιοδυτική Πελοπόννησο.[25]

Το σπήλαιο του Νέστορος ή του Νηλέως[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο λόφο του Παλαιόκαστρου βρίσκεται και το σπήλαιο του Νέστορος ή του Νηλέως.[26] Κατά την παράδοση, το σπήλαιο χρησίμευσε ως στάβλος για τα κοπάδια αγελάδων του Νηλέως και του Νέστορος.[27] Το σπήλαιο αυτό εξερεύνησε πρώτος ο Ερρίκος Σλήμαν (1874) και στη συνέχεια οι W.A. McDonald και ο Δ. Θεοχάρης (1952) και Γ. Σ. Kορρές και Aδ. Σάμψων (1980).[28]

Κλασικοί & Ελληνιστικοί χρόνοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οχύρωση των Αθηναίων κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού Πολέμου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά την εκδήλωση του λοιμού και τον θάνατο του Περικλή, οι Αθηναίοι με πρωτοβουλία του στρατηγού Δημοσθένη δράττονται της ευκαιρίας το 425 π.Χ περιπλέοντες την Πελοπόννησο με προορισμό το Ιόνιο, να εγκαταστήσουν φρουρά και να οχυρώσουν το ακατοίκητο εκείνη την εποχή ύψωμα του Κορυφασίου, υψώνοντας πρόχειρο τείχισμα στην μόνη ομαλή πρόσβαση του υψώματος, η οποία μέχρι σήμερα βρίσκεται στο νοτιοανατολικό του άκρο, προς την παραλία της Γιάλοβας. Οι Λακεδαιμόνιοι μετά από μια αρχική καθυστέρηση, αξιολογούν την κρισιμότητα της κατάστασης που δημιουργούσε η εκεί παρουσία των Αθηναίων ως πιθανό άσυλο ειλώτων και αποφασίζουν την άμεση κατάληψη της πρόχειρης οχύρωσης του Δημοσθένη. Σπαρτιάτες οπλίτες αποβιβάζονται στη νήσο Σφακτηρία, διατάσσεται χερσαία έφοδος κατά του τειχίσματος των Αθηναίων από την πλευρά της παραλίας της Γιάλοβας, ενώ ταυτόχρονα επιχειρείται απόβαση στα νώτα των Αθηναίων από την πλευρά της ανοικτής θάλασσας, η οποία όμως αποτυγχάνει λόγω της εξαιρετικά δυσπρόσιτης και βραχώδους ακτογραμμής. Κατά την απόπειρα απόβασης τραυματίζεται βαριά ο μετέπειτα σπουδαίος Σπαρτιάτης στρατηγός Βρασίδας και αφήνει πίσω την ασπίδα του, η οποία και στόλισε το τρόπαιο μάχης που έστησαν οι Αθηναίοι, αφού κατάφεραν να αποκρούσουν με επιτυχία την διμέτωπη Σπαρτιατική επίθεση. Φοβούμενοι οι Λακεδαιμόνιοι την άφιξη αθηναϊκών ενισχύσεων ξεκίνησαν να φράσσουν την είσοδο στον κόλπο της Πύλου τοποθετώντας τριήρεις στις δύο διόδους νότια και βόρεια της Σφακτηρίας. Η έγκαιρη άφιξη αθηναϊκής ναυτικής δύναμης οδήγησε σε αποφασιστική νίκη των Αθηναίων κατά θάλασσα, αποκόπτοντας τους Σπαρτιάτες οπλίτες που είχαν αποβιβαστεί στην Σφακτηρία. Μετά από μια αποτυχημένη απόπειρα συνθηκολόγησης και με την άφιξη ενισχύσεων υπό τον Κλέωνα, οι Αθηναίοι θα πετύχουν την άνευ όρων παράδοση των περίπου 300 επιφανών Σπαρτιατών της Σφακτηρίας, τους οποίους και μετέφεραν στην Αθήνα και τους κρατούσαν σε κοινή θέα, αποδομώντας τον μύθο που είχε πλάσει για το φρόνημα των Σπαρτιατών η θυσία των 300 του Λεωνίδα στις Θερμοπύλες 55 χρόνια νωρίτερα. Υπό την απειλή της μόνιμης πλέον παρουσίας των Αθηναίων στην οχύρωση του Κορυφασίου, η οποία λειτουργούσε ως καταφύγιο για αποστατούντες είλωτες και ως ορμητήριο επιδρομών στην Μεσσηνία, αλλά και υπό το βάρος εσωτερικών πολιτικών πιέσεων για την απελευθέρωση των αιχμαλώτων της Σφακτηρίας, οι Λακεδαιμόνιοι συνομολόγησαν με τους Αθηναίους τη Νικίειο Ειρήνη το 422-421 π.Χ., σύμφωνα με την οποία το αθηναϊκό οχυρό στο Κορυφάσιο της Πύλου περιήλθε στους Λακεδαιμόνιους. [Θουκυδίδης, Ιστορίαι]

Επανίδρυση της Αρχαίας Πύλου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ακρόπολη της αρχαίας Πύλου βρισκόταν στο χώρο (εντός και εκτός) που σήμερα διασώζεται το ιστορικό Παλαιόκαστρο. Όταν η αρχαία πόλη επανιδρύθηκε κατά το 371 π.Χ. επέστρεψαν σ’ αυτήν ακόμα και εξόριστοι από εκείνους που είχαν αναχωρήσει στη Σικελία και στην Κυρηναϊκή, με αποτέλεσμα να κηρυχθεί αυτόνομη πόλη (362 π.X.) μετά την απελευθέρωση της Μεσσηνίας από τη Σπάρτη το 367 π.X.[29] Η ακρόπολη της αρχαίας Πύλου ακολούθησε την πορεία των περισσοτέρων πόλεων του πελοποννησιακού νότου που διαδοχικά γνώρισαν την ελληνιστική ακμή, τη ρωμαϊκή κατοχή και τη βυζαντινή περίοδο.

Βυζαντινή περίοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στα Βυζαντινά χρόνια, περί τον 6ο αιώνα, ή πόλη που τότε ονομαζόταν Ζόγκλος,[10] καταλήφθηκε πρόσκαιρα από τους Αβάρους, απ΄ όπου και μετονομάστηκε σε Αβαρίνο.

Φραγκική περίοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Προς το τέλος της περιόδου της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, στα τέλη του 13ου αιώνα, και συγκεκριμένα το 1278[4] κτίστηκε από τους Φράγκους με επικεφαλής τον Φλαμανδό σταυροφόρο Νικόλαο B΄ Σαιντομέρ, πρίγκιπα του Πριγκιπάτου της Αχαΐας το υπάρχον σήμερα φραγκικό επάκτιο κάστρο πάνω στα ερείπια της αρχαίας οχύρωσης. Σταδιακά το κάστρο και ο περιβάλλοντας χώρος αυτού αποκτά το χαρακτήρα Καστροπολιτείας.

Η ίδρυση του φραγκικού κάστρου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

H ίδρυση του κάστρου στην κορυφή της άκρας αυτής αποδίδεται στον Νικόλαο B΄ Σαιντομέρ, κατά το 1278[4] (παλαιότερες έρευνες τοποθετούσαν το χρονικό διάστημα μεταξύ του 1281 και του 1289 ή και σπανιότερα στον εγγονό του Νικόλαο Γ΄ Σαιντ-Ομέρ, σε άλλες πηγές ανιψιός).[30] Ο Νικόλαος Β΄ Σαιντ-Ομέρ, του γνωστού Οίκου των Σαιντ-Ομέρ, ήταν ηγεμόνας της Θήβας (1258 - 1294) πρωτοστράτορας και Βάϊλος του Πριγκιπάτου της Αχαΐας (1287 - 1289). Καταγόταν από την Φλαμανδική οικογένεια Fauquembergue, που ήταν καστελλάνοι του Αγίου Ομέρ (Saint Omer)Σαιντ-Ομέρ της Γαλλίας και επίσης ηγεμόνων ως φέουδου της Θήβας κατά τη διάρκεια της Βαρωνίας της Θήβας που ήταν όμως υποτελές στο Δουκάτο των Αθηνών.

Σύμφωνα με το Χρονικόν του Μορέως,[31] ο Νικόλαος Β΄ Σαιντ-Ομέρ, ο αποκαλούμενος από τον τότε ελληνικό πληθυσμό επίσης ως «Σανταμέρης» και «γερονικόλας», αυθέντης και βαρώνος των Θηβών, όταν ανέλαβε τη διοίκηση του φράγκικου πριγκιπάτου της Αχαΐας (Μοριά) έκτισε το φρούριο για τον διάδοχο και εγγονό του (και σε άλλες πηγές ανιψιό του) Νικόλαο Γ΄ Σαιντομέρ, τον μετέπειτα και βάιλο του Μοριά, κατά τη διάρκεια της φραγκοκρατίας και του Πριγκιπάτου της Αχαΐας. O Νικόλαος Β΄ Σαιντ-Ομέρ έχτισε επίσης και άλλα κάστρα, όπως π.χ. το Κάστρο των Σαιντ-Ομέρ που τμήμα του διασώζεται ακόμα και σήμερα στη Θήβα, προκειμένου να προστατέψει την περιουσία της δεύτερης γυναίκας του,[32] της χήρας του Γουλιέλμου Β΄ Βιλλεαρδουίνου, πριγκίπισσας Άννας Αγγελίνας Κομνηνής, Αγνής για τους Φράγκους, κόρης του Έλληνα δεσπότη της Ηπείρου και του Δεσποτάτου της Ηπείρου Μιχαήλ Β΄ Κομνηνού Δούκα.[33]

Όταν λοιπόν, ο Νικόλαος Β΄ Σαιντ-Ομέρ, μεγάλος αυθέντης (αποκαλούμενος και «γερονικόλας» πλέον λόγω της ηλικίας του) παντρεύεται τη χήρα του μέγα Πρίγκιπα της Αχαΐας Γουλιέλμου Βιλεαρδουίνου, Άννα Αγγελίνα Κομνηνή γίνεται αυτόματα και κύριος διαφόρων κτήσεων στην Πελοπόννησο. Μια από τις κτήσεις εκείνες ήταν και η θέση όπου αποφάσισε να θεμελιώσει το κάστρο του «Παλαιού Ναβαρίνου». Και το έκαμε με τη χαρακτηριστική τοιχοδομία των σταυροφορικών κάστρων, με τις λεπτοδουλεμένες πολεμίστρες σε σχήμα «v» που θυμίζουν το περίφημο Κάστρο των Ιπποτών της Ρόδου. Στη συνέχεια το κάστρο αναλαμβάνει ο Νικόλαος Γ΄ του Σαιντ-Ομέρ, πρωτοστράτορας της Αχαΐας.

Η ισπανική εταιρία των Ναυαρραίων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά το θάνατο του Νικόλα Γ΄ Σαιντομέρ, γύρω στο 1314, το Αβαρίνο διεκδικήθηκε και περιήλθε σε διαφόρους κυρίους.[34] Στα 1381 το Κάστρο το κυριεύει η «ισπανική εταιρία των Ναυαρραίων»,[5] ή πιο απλά οι Εταιρεία των Ναβαρραίων, που ήδη είχαν προβεί κατά το ίδιο έτος στην κατάληψη του Πριγκιπάτου της Αχαΐας στο όνομα του Ιάκωβου των Μπω.Οι Εταιρεία των Ναβαρραίων ήταν μια στρατιωτική μισθοφορική ομάδα οποία έδρασε τον 14ο αιώνα σε διάφορες χώρες της Ευρώπης, αλλά κυρίως στον ελλαδικό χώρο που εκείνη την εποχή ήταν κάτω από την κυριαρχία των κρατιδίων που είχαν ιδρύσει οι Σταυροφόροι στην Πελοπόννησο και τη Στερεά Ελλάδα[35]. Την αποτελούσαν κυρίως στρατιώτες από τη Ναβάρρα (βόρεια περιοχή της Ισπανίας) και τη Γασκώνη (νότια περιοχή της Γαλλίας). Σε νεώτερες πηγές αναφέρονται και ως Εταιρεία των Ναβαρραίων, παρόλο που ο όρος είναι μάλλον ανακριβής. Έτσι κατά το 1381 στράφηκαν λοιπόν προς τη Πελοπόννησο και σχεδόν χωρίς αντίσταση έγιναν κυρίαρχοι του Πριγκιπάτου της Αχαΐας. Ο Ιάκωβος των Μπω, όρισε τον αρχηγό τους Μαγιότο ντε Κοκαρέλη, βάιλο στο Πριγκιπάτο της Αχαΐας. Σταδιακά, οι Εταιρεία των Ναβαρραίων απέκτησαν τον έλεγχο όλης της Πελοποννήσου[35]. Με το θάνατο του Ιακώβου των Μπω το 1383, οι Εταιρεία των Ναβαρραίων ήλεγχαν ουσιαστικά το Πριγκιπάτο, αλλά και το κάστρο του Ναβαρίνου και μάλιστα δεν αναγνώριζαν τον κληρονόμο του Ιακώβου, Κάρολο Γ' της Νάπολης, επειδή αυτός δεν τους παρείχε τις αποδείξεις που του ζητούσαν. Το 1386, όταν πέθανε ο Μαγιότο, ανέλαβε το πριγκιπάτο ως βάιλος ο άλλος αρχηγός των Ναβαρραίων Πέτρος Μπόρντο του Σαν Σουπεράνο. Εκπροσωπώντας τους βαρώνους του Πριγκιπάτου, ο Πέτρος Μπόρτνο σύναψε τη συνθήκη της 26ης Ιουλίου του 1387 με τη Δημοκρατία της Βενετίας.

Μετά το θάνατο το Σουπερανού το 1402 τυπικά ανέλαβε την εξουσία η χήρα του, Μαρία Β΄ Ζαχαρία, ουσιαστικά όμως την εξουσία είχε ο ανιψιός της Κεντυρίων Β΄ Ζαχαρίας, ο οποίος αναγνωρίστηκε το 1404 και επίσημα ως ηγεμόνας του Πριγκιπάτου[35]. Σταδιακά, από το 1419 απώλεσε την εξουσία του Πριγκιπάτου το οποίο κατέλαβαν οι Βυζαντινοί, αρχικά παρέμεινε στη Χαλανδρίτσα και τελικά έμεινε στην Βαρωνία της Αρκαδιάς μέχρι τον θάνατο του το 1432 που πέρασε και αυτή στον Θωμά Παλαιολόγο.

Περίοδος των Ενετών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ύστερα από ένα περίπου αιώνα από το θάνατο του Νικόλα Γ΄ Σαιντομέρ έρχεται η στιγμή που το κάστρο αναλαμβάνουν οι Βενετσιάνοι και η Γαληνοτάτη Δημοκρατία της Βενετίας, το 1417 ή 1423, όταν αυτό πωλείται οριστικά στους Ενετούς, στους οποίους παραμένει η κατοχή και μετά την κατάληψη της Πελοποννήσου το 1460 από τον Μωάμεθ B΄. O Μωάμεθ B΄ μάλιστα επικυρώνει τις ενετικές κτήσεις και το Ναβαρίνο παραμένει σε Βενετσιάνικη κατοχή, μέχρι το 1500.[36]

Οθωμανική περίοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

H Πολιορκία της πόλης του Ναυαρίνου, δηλαδή της Πύλου, (αριστερά) και του Παλαιόκαστρου (δεξιά) από τον Ιμπραήμ το 1825.
Ο Μωάμεθ Β΄ ο Πορθητής.

Αν και το κάστρο με την απόφαση επικύρωσης του Μωάμεθ B΄ παρέμεινε σε Βενετσιάνικη κατοχή, μέχρι το 1500 δεν ίσχυσε το ίδιο και με τον διάδοχό του Βαγιαζίτ Β΄.

Ο σουλτάνος Βαγιαζίτ Β΄.

Μετά την πτώση της Μεθώνης τον Αύγουστο του 1500, στον σουλτάνο Βαγιαζίτ Β΄ και την πλήρη επικράτηση των Οθωμανών – Τούρκων τα επόμενα χρόνια της ανόδου της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και στην ευρύτερη περιοχή, ο Ενετός φρούραρχος του Ναβαρίνου Κονταρίνι, (μέλος του Οίκου των Κονταρίνι, αλλά το πιθανότερο συγγενής άλλος από τον Βαρθολομαίο Κονταρίνι, που ήταν κυβερνήτης του Δουκάτου των Αθηνών για λογαριασμό του Φραντσέσκο Α΄ Ατσαϊόλι) παρέδωσε, μαζί με την φρουρά του αποτελούμενη από 100 περίπου Βενετούς πολεμιστές, αμαχητί το κάστρο, στις 2 Ιούνη του 1686, στους Τούρκους.[5][37]

Το 1572, οι Τούρκοι κτίζουν το νέο κάστρο του Ναβαρίνου ή Νιόκαστρο στη νότια είσοδο του κόλπου του Ναβαρίνου, στη θέση που σήμερα βρίσκεται η νεότερη πόλη της Πύλου και το παλιό κάστρο, εκτός ίσως κάποιας φρουράς που παραμένει, εγκαταλείπεται και σταδιακά απαξιώνεται ως προς την αμυντική και οχυρωματική του χρήση. Μάλιστα κατά τη διάρκεια του Πολέμου του Μοριά οι Τούρκοι συγκέντρωσαν τις δυνάμεις τους στο νέο αυτό κάστρο.[5][38]

Ο Ισπανός συγγραφέας Μιγκέλ ντε Θερβάντες.

O Ισπανός Μιγκέλ ντε Θερβάντες, ο συγγραφέας του Δον Κιχώτη, που στη Ναυμαχία της Ναυπάκτου (1571) έχασε το χέρι του, αναφέρεται στο Κάστρο του Ναβαρίνου που γνώρισε το 1572, όταν συμμετείχε με τον ισπανοϊταλικό στόλο, στις προσπάθειες του Δον Χουάν (ο αδελφός του βασιλιά της Ισπανίας Δον Ιωάννης ο Αυστριακός (Don Juan d' Austria), υπό την αρχηγία του οποίου τέθηκε όλος ο στόλος ) να επανακτήσει την ισχύ στην περιοχή, χωρίς να κατορθώσει όμως να το καταλάβει).[39]

Ο Φραντσέσκο Μοροζίνι

Το 1686, όταν ο Φραντσέσκο Μοροζίνι, του Οίκου των Μοροζίνι, δόγης της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας της Βενετίας από το 1688 έως το 1694, κατά τη διάρκεια του Έκτου Ενετοτουρκικού πολέμου, που είχε αρχίσει από το 1645 με την επιδρομή των Τούρκων κατά της Κρήτης, παρουσιάστηκε μ’ ένα στόλο από διακόσια καράβια κάτω από το κάστρο, κι’ ανάγκασε την τούρκικη φρουρά του να συνθηκολογήσει, βρήκε σαράντα τρία κανόνια, άφθονα όπλα, τρόφιμα και πολεμοφόδια αλλά κανένα θησαυρό.[40]

Περίοδος της Ελληνικής Επανάστασης του 1821[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ιμπραήμ Πασάς

Το 1821 κατά την έναρξη της Επανάστασης οι Έλληνες επαναστάτες κατέλαβαν το Παλαιόκαστρο, για να το χρησιμοποιήσουν ως ορμητήριό τους, αλλά αναγκάστηκαν ναι το παραδώσουν στον Ιμπραήμ το 1825 μετά από πολιορκία. Μετά τη γνωστή Ναυμαχία του Ναυαρίνου,στις 20 Οκτωβρίου 1827 το κάστρο επέστρεψε σε ελληνικά χέρια. Βέβαια, με την ίδρυση του Ελληνικού Κράτους, το κάστρο έχασε τελείως τον αμυντικό του ρόλο και εγκαταλείφθηκε οριστικά ως οχυρό. Όταν οι Οθωμανοί υποχώρησαν το 1828, η γαλλική επιστημονική αποστολή του Μοριά, που πραγματοποίησε την Εκστρατεία του Μωριά βρήκε το κάστρο ουσιαστικά ένα ερείπιο. Ένα ερείπιο «σαν λησμονημένο εκεί πάνω, λησμονημένο από τον καιρό»,[41] να θυμίζει και «να εξάρει τις αναμνήσεις της Φραγκοκρατίας στην Ελλάδα».[42]

Σημερινή περίοδος & χρηστικές πληροφορίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Παλαιόκαστρο, σήμερα διατηρείται έστω και σε μέτρια ως κακή κατάσταση, αλλά παράλληλα διατηρεί και «ισχυρή την μνήμη ιστορικών γεγονότων, που φανερώνουν την αδιάλειπτη ιστορική συνέχεια του τόπου».[43] Σημαντική υπήρξε και η περιγραφή του κάστρου από τον Κώστα Ουράνη (1890-1953) μετά την επίσκεψη του στο κάστρο του Αβαρίνου, το 1930, στο βιβλίο του «Ταξίδια - Ελλάδα», Εκδόσεις «Εστία», Αθήνα 1949.

Το κάστρο σήμερα βρίσκεται σε παραμελημένη[44] και γενικά όχι καλή κατάσταση, με μερική πιθανή εξαίρεση μέρους των εξωτερικών του τειχών.[45]

Η προστασία του μνημείου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Τάφος του Θρασυμήδη στην περιοχή της Βοϊδοκοιλιάς.

Σημαντικό ρόλο στην ανεύρεση, ανασκαφή, ανάδειξη, κήρυξη ως ιστορικά διατηρητέων και τη συντήρηση του οχυρωματικού αυτού μνημείου[4] έχουν αναλάβει οι εξής υπηρεσίες του Υπουργείου Πολιτισμού: ΛΗ΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων (ΛΗ’ ΕΠΚΑ),[46] που έχει έδρα την Καλαμάτα και αρμοδιότητα που εκτείνεται στο Νομό Μεσσηνίας και η 26η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, που έχει έδρα την Καλαμάτα και αρμοδιότητα που εκτείνεται επίσης στον ίδιο νομό.[47][48]

Το κάστρο ανακηρύχθηκε ως ιστορικά διατηρητέο το 1932 με το ΚΝ 5351/1932 και συμπληρώθηκε επίσης και με διάφορες υπουργικές αποφάσεις:

  • Α1/Φ07/36582/1257/4-8-81 (Φ.Ε.Κ 691/Β/12-11-81,
  • Υπουργική απόφαση: ΥΑ ΥΠΠΟ/ΑΡΧ/Α1/Φ07/36856/1641/9-10-1987 - ΦΕΚ 587/Β/4-11-1987[49] με τίτλο: «Κήρυξη του Διβαρίου Πυλίας μαζί με τον βραχώδη όγκο βόρεια της Σφακτηρίας και ύψώματος "Κούκουρας" βόρεια του υψώματος του Προφήτη Ηλία ως αρχαιολογικού χώρου.» και θέμα «Για την αποτελεσματικότερη προστασία των αρχαιοτήτων της περιοχής συμπληρώνουμε την αριθ. Υ.Α. Α1/Φ07/36582/1257/4-8-81 (Φ.Ε.Κ 691/Β/12-11-81) κήρυξη, σύμφωνα με την οποία κηρύχθηκε ως αρχαιολογικός χώρος και τοπίο ιδιαιτέρου φυσικού κάλλους ο βόρειος βραχίονας του όρμου της Βοϊδοκοιλιάς μαζί με ολόκληρο τον όρμο, όπου περιλαμβάνεται και ο νότιος βραχίονας με τα θεμέλια κτηρίων ελληνιστικών χρόνων και το αποκαλούμενο "Σπήλαιο του Νέστορος" - σημειώνεται με διακεκομμένη γραμμή στο χάρτη που συνοδεύει την Απόφαση - και κηρύσσουμε τον υγροβιότοπο Διβάρι ως αρχαιολογικό χώρο, μαζί με τον βραχώδη όγκο που εκτείνεται βόρεια της Σφακτηρίας, όπου και το κηρυγμένο βυζαντινό κάστρο "Παλιόκαστρο", καθώς και το ύψωμα "Κούκουρας" περιοχής κοινότητας Πετροχωρίου, που εκτείνεται βόρεια του υψώματος του Προφήτη Ηλία, διότι αποτελούν ως σύνολο χώρο αρχαιολογικής - ιστορικής σπουδαιότητας με χρονολογική αδιάσπαστη πολιτισμική παρουσία από την 3η χιλιετία Π.Χ. μέχρι και την ύστερη ρωμαιοκρατία και τους βυζαντινούς χρόνους» Μαζί με την ίδια απόφαση χαρακτηρίστηκαν: α) ο Αρχαιολογικός χώρος όρμου Βοϊδοκοιλιάς και Κορυφασίου ("Παλαιοκάστρου")[50] β) ο Αρχαιολογικός χώρος στο Διβάρι[51] και γ) το ύψωμα " Κούκουρας " βόρεια του υψώματος του Προφήτη Ηλία[52]
  • Υπουργική απόφαση: ΥΑ ΥΠΠΟ/ΑΡΧ/Β1/Φ30/32772/606/14-8-1992 - ΦΕΚ 534/Β/21-8-1992,[53] με τίτλο «Κήρυξη του Διβαρίου Πυλίας μαζί με τον βραχώδη όγκο βόρεια της Σφακτηρίας και υψώματος "Κούκουρας" βόρεια του υψώματος του Προφήτη Ηλία ως αρχαιολογικού χώρου» στην οποία «Ανακοινώνεται ότι είναι αρχαίο το Κάστρο Παλαιοναυαρίνου, γνωστό και ως Παλιόκαστρο ή Παλιοναυαρίνο που βρίσκεται στη χερσόνησο Κορυφασίου, της Επαρχίας Πυλίας του νομού Μεσσηνίας και καταλαμβάνει την κορυφή της χερσονήσου του Κορυφασίου πάνω από τον όρμο της Βοϊδοκοιλιάς και κοντά στο θολωτό μυκηναϊκό τάφο του Θρασυμήδη. Ζώνη προστασίας ορίζουμε όλο το λόφο της χερσονήσου. Πρόκειται για κάστρο βυζαντινών χρόνων, του οποίου η κατασκευή ανάγεται στο 1278 και αποδίδεται στον Νικόλαο Β' DΕ SΑΙΝΤ ΟΜΕR, που το ίδρυσε για τον Νικόλαο Γ ', Βαΐλλο Αχαΐας».

Διαδρομή προς το Κάστρο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο λόφος του κάστρου είναι προσβάσιμος από το χωριό Γιάλοβα στη βόρεια πλευρά του κόλπου του Ναυαρίνου, 6 χιλιόμετρα από την Πύλο. Ο λόφος απέχει 3 χιλιόμετρα από τη Γιάλοβα Μεσσηνίας, αλλά από τη ρίζα του λόφου μέχρι το κάστρο απαιτείται πεζοπορική ανάβαση 20 τουλάχιστον λεπτών ή και περισσότερο.[1][54]

Είσοδος στο Κάστρο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δύσκολα προσβάσιμο,[55] επικίνδυνη δόμηση, χωρίς ιδιαίτερη φύλαξη. Η είσοδος είναι απαγορευμένη για λόγους επικινδυνότητας, αλλά και το κάστρο είναι δύσκολα επισκέψιμο λόγω της κοπιώδους εικοσάλεπτης ανάβασης και της πυκνής βλάστησης. Η θέα πάντως από τον λόφο, που βρίσκεται το κάστρο, αξίζει τον κόπο ανάβασης.[1]

Αρχιτεκτονικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το κάστρο που καταλαμβάνει μια έκταση περίπου 50 στρεμμάτων σε σχήμα τραπεζοειδές.[3] κτίσθηκε στα λείψανα της κλασικής ακρόπολης της αρχαίας Πύλου, η οποία αποτέλεσε τον πυρήνα του. Απ’ αυτήν διατηρούνται κάποια τμήματα τοίχων και ξαναχρησιμοποιημένο δομικό υλικό.[3] Σύμφωνα με τους μελετητές το κάστρο που έκτισε ο Νικόλαος Β΄ Σαιντ-Ομέρ περιορίζεται στην σημερινή ακρόπολη, στο βόρειο άκρο της κορυφής του λόφου.[4] Δεν υπήρξε απλώς φρούριο αμυντικής χρήσης αλλά και χώρος οικισμού, ο οποίος πρέπει να εκτεινόταν εντός και εκτός αυτού στη δυτική πλευρά με τις εγκαταστάσεις του λιμανιού στην παραλία, όπως μαρτυρούν σποραδικά λείψανα στην έκταση αυτή.[3] Η κυρία είσοδος βρίσκεται στη νότια πλευρά, εκεί όπου καταλήγει το μονοπάτι πρόσβασης που ανηφορίζει από το Στενό της Συκιάς αφήνοντας πίσω αρχαία τείχη και τουρκικά μνήματα και λείψανα νεώτερης κατοίκησης.[3] Μεγάλο τμήμα της πύλης έχει σήμερα καταρρεύσει.[4] Το εξωτερικό περιμετρικό τείχος, περιβάλλει την κορυφή και διαιρείται σε δύο μέρη με εγκάρσιο τείχος, το νότιο μεγαλύτερο και το βόρειο στην κορυφή, εν είδει ακρόπολης,[3] ενώ εντός των τειχών συναντά κανείς ερείπια των δημόσιων και ιδιωτικών κτηρίων, της καθολικής εκκλησίας και υπόγειων δεξαμενών νερού.[4] Επίσης, σήμερα, διατηρούνται τρεις σειρές λιθοπλίνθων στο μέσον της νότιας πλευράς του εξωτερικού περιβόλου, τα κατώτερα τμήματα του τείχους της βορεοανατολικής. πλευράς, καθώς και η βάση των δύο κυκλικής κατόψεως πύργων στην ίδια πλευρά του κάστρου.[3]

Στους χρόνους πριν από τη Φραγκοκρατία, μαζί με τα λείψανα του υδραγωγείου στην παραλία και τη σωζόμενη γέφυρα στον ποταμό Τυφλομύτη μεταξύ Ρωμανού και Τραγάνας, πρέπει να ανήκει ένας μικρός ορθογώνιος πύργος στο δυτικό άκρο του δυτικού εξωτερικού τείχους, που είναι κτισμένος με το πλινθοπερίκλειστο σύστημα δομής των βυζαντινών χρόνων,[3] ενώ στην ανωδομή του κάστρου διακρίνονται κυρίως δύο περίοδοι, αυτή της ενετικής κατοχής των χρόνων 1423-1500 και εκείνη της τουρκικής του 16ου αιώνα. Άλλωστε, η διατηρούμενη σήμερα μορφή του ανήκει στον ύστερο 16ο κυρίως αιώνα,[3] αλλά ο νότιος περίβολος πιθανόν και να προστέθηκε από τους Ενετούς ή και τους Οθωμανούς-Τούρκους.[4] Στα ανατολικά το κάστρο δεν τειχίστηκε λόγω της φυσικής οχύρωσης του λόφου, αλλά όπου δομήθηκαν τα τείχη είναι λεπτά και ψηλά, με επάλξεις σε χελιδονοειδή απόληξη, όπου είναι ορατές και οι διάφορες κατασκευαστικές φάσεις,[4] ενώ δεν έχουν προκύψει από τις ως τώρα έρευνες να έγιναν μεταγενέστερες οικοδομικές εργασίες στο κάστρο ούτε κατά τη δεύτερη Ενετοκρατία, παρά την έκθεση του Grimani του 1706 για τις ανάγκες του φρουρίου, ούτε ακόμα κατά την περίοδο της Επανάστασης του 1821.Το Παλιαβαρίνο είχε ήδη εγκαταλειφθεί.[3]

Υποσημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 Παλαιόκαστρο
  2. 2,0 2,1 Πηγή: Το άρθρο του καθηγητή Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών Γεωργίου Σ. Kορρέ, με τίτλο: «O όρμος του Ναυαρίνου κατά την αρχαιότητα - H εκπληκτικής φυσικής ομορφιάς περιοχή κατοικήθηκε ήδη από τους προϊστορικούς χρόνους όπως μαρτυρούν τα πλούσια ευρήματα», από το ειδικό ένθετο Επτά Ημέρες, της εφημερίδας Η Καθημερινή. Επιμέλεια αφιερώματος: Κωστής Βατικιώτης, Κυριακή 2 Οκτωβρίου 1994. Επτά Ημέρες, Κυριακή 2 Οκτωβρίου 1994, σελ. 2-3.
  3. 3,00 3,01 3,02 3,03 3,04 3,05 3,06 3,07 3,08 3,09 3,10 Πηγή: Το άρθρο της αρχαιολόγου Χριστίνας Καββαδία - Σπονδύλη, με τίτλο: «Το παλιό Nαυαρίνο. Φράγκικο κάστρο, κτίστηκε πάνω στα λείψανα της κλασικής ακρόπολης της αρχαίας Πύλου», από το ειδικό ένθετο Επτά Ημέρες, της εφημερίδας Η Καθημερινή. Επιμέλεια αφιερώματος: Κωστής Βατικιώτης, Κυριακή 2 Οκτωβρίου 1994. Επτά Ημέρες, Κυριακή 2 Οκτωβρίου 1994, σελ. 10-11.
  4. 4,00 4,01 4,02 4,03 4,04 4,05 4,06 4,07 4,08 4,09 4,10 4,11 4,12 4,13 Παλαιό Ναυαρίνο
  5. 5,0 5,1 5,2 5,3 5,4 Aaron D. Wolpert, “A Historical and Economic Geography of Ottoman Greece: The Southwestern Morea in the 18th Century”, («Ιστορική και Οικονομική Γεωγραφία της Οθωμανικής Ελλάδας: Ο Νοτιοδυτικός Μοριάς τον 18ο αιώνα»), κεφάλαιο: «Το φρούριο της Anavarin-i Atik» (“The fortress of Anavarin-i Atik”), Συντονιστές έκδοσης: F. Zarinebaf, J. Bennet, J.L. Davis – Έκδοση: Αμερικανική Σχολή Κλασικών Σπουδών στην Αθήνα (The American School of Classical Studies at Athens), 2005. ISBN 0-87661-534-5, Σελ. 223-240.
  6. «wikipedia». http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A0%CE%B5%CF%84%CF%81%CE%BF%CF%87%CF%8E%CF%81%CE%B9_%CE%9C%CE%B5%CF%83%CF%83%CE%B7%CE%BD%CE%AF%CE%B1%CF%82. 
  7. […]«Είναι μια θέα εξαίσιας γαλήνης και φωτεινής απεραντωσύνης. Απ’ την αγέρωχη αυτή πέτρινη σκοπιά, το μάτι αγκαλιάζει το απότομο νησί της Σφακτηρίας, τον κοιμισμένο όρμο του Ναυαρίνου, τα γυαλιστερά βαλτωμένα νερά ενός ιχθυοτροφείου, τα πράσινα περιβόλια του κάμπου της Πύλου, μια κυματιστή αλυσίδα λόφων και βουνών και, τέλος, την ατέρμονη γαλήνια θάλασσα που χρυσίζει στον ήλιο. Μια τεράστια μια απόλυτη σιγή βασιλεύει στην πέτρινη αυτή ερημιά.Έχει κανείς το συναίσθημα ότι βρίσκεται σαν εκτός χρόνου, σε κάτι το μυθικό και το τόσο πεθαμένο, που το παραμικρό θρόϊσμα φυλλώματος ή ερπετού ξαφνίζει και φέρνει ρίγος. Όταν μια πέτρα κατρακυλάει κάτω απ’ τα πόδια σας, η ηχώ του κρότου που κάνει προεκτείνεται ως τα τρίσβαθα της ψυχής σας.»[…], Πηγή: Κώστας Ουράνης, «Ταξίδια - Ελλάδα», Εκδόσεις «Εστία», (ενότητα «Το κάστρο του Αβαρίνου»), Αθήνα 1949. Από το εξαντλημένο εδώ και χρόνια βιβλίο του, με την ιστορική ορθογραφία του, αλλά χωρίς τα πνεύματα και τις περισπωμένες. Πιθανόν η μοναδική ψηφιακή μορφή του κειμένου. Πηγή: Η ιστοσελίδα ειδησεογραφίας - ενημέρωσης του Πύργου Τριφυλίας Πύργος Τριφυλίας
  8. Παυσανίας, «Ελλάδος περιήγησις - Μεσσηνιακά», Βιβλίο 4: Μεσσηνιακά, 36.1-36.2: […] «[36.1] ἔστι δὲ ἐκ Μοθώνης ὁδὸς σταδίων μάλιστα ἑκατὸν ἐπὶ τὴν ἄκραν τὸ Κορυφάσιον: ἐπ' αὐτῇ δὲ ἡ Πύλος κεῖται. ταύτην ᾤκισε Πύλος ὁ Κλήσωνος ἀγαγὼν ἐκ τῆς Μεγαρίδος τοὺς ἔχοντας τότε αὐτὴν Λέλεγας: καὶ τῆς μὲν οὐκ ὤνατο ὑπὸ Νηλέως καὶ τῶν ἐξ Ἰωλκοῦ Πελασγῶν ἐκβληθείς, ἀποχωρήσας δὲ ἐς τὴν ὅμορον ἔσχεν ἐνταῦθα Πύλον τὴν ἐν τῇ Ἠλείᾳ. Νηλεὺς δὲ βασιλεύσας ἐς τοσοῦτο προήγαγεν ἀξιώματος τὴν Πύλον ὡς καὶ Ὅμηρον ἐν τοῖς ἔπεσιν ἄστυ ἐπονομάσαι Νηλήιον. [36.2] ἐνταῦθα ἱερόν ἐστιν Ἀθηνᾶς ἐπίκλησιν Κορυφασίας καὶ οἶκος καλούμενος Νέστορος: ἐν δὲ αὐτῷ καὶ ὁ Νέστωρ γέγραπται: καὶ μνῆμα ἐντὸς τῆς πόλεώς ἐστιν αὐτῷ, τὸ δὲ ὀλίγον ἀπωτέρω τῆς Πύλου Θρασυμήδους φασὶν εἶναι. καὶ σπήλαιόν ἐστιν ἐντὸς τῆς πόλεως: βοῦς δὲ ἐνταῦθα τὰς Νέστορος καὶ ἔτι πρότερον Νηλέως φασὶν αὐλίζεσθαι.»[…], (ed. F. Spiro. Leipzig, Teubner. 1903), Παυσανίας, «Ελλάδος περιήγησις - Μεσσηνιακά»
  9. Από το Ναό της Κορυφασίας Αθηνάς ή εν κορυφοίς, που πιθανολογείται ότι βρισκόταν στο ύψωμα, από το οποίο πήρε το όνομά του και το Κορυφάσιο Μεσσηνίας.
  10. 10,0 10,1 Εγκυκλοπαίδεια Brittanica, 11η έκδοση, 1911, λήμμα: Pylos
  11. William Andrew McDonald, George Robert Rapp. The Minnesota Messenia Expedition: Reconstructing a Bronze Age Regional Environment, University of Minnesota Press, 1972, σελ.65. ISBN 0-8166-0636-6
  12. Πηγή: Το άρθρο του φιλόλογου και συγγραφέα Χαρ. Α. Μπάλτα, με τίτλο: «Η νεώτερη Πύλος. H πόλη κτίστηκε το 1829 σε σχέδια Γάλλων αρχιτεκτόνων του στρατηγού Mαιζώνος», από το ειδικό ένθετο Επτά Ημέρες, της εφημερίδας Η Καθημερινή. Επιμέλεια αφιερώματος: Κωστής Βατικιώτης, Κυριακή 2 Οκτωβρίου 1994. Επτά Ημέρες, Κυριακή 2 Οκτωβρίου 1994, σελ. 12-14.
  13. Χάρτης της Πελοποννήσου, Carte du Péloponnèse pour Abel Blouet, L'Expédition scientifique de Morée., Firmin Didot, 1831.
  14. Απόσπασμα: Τουριστικός Οδηγός Μεσσηνίας, Έκδοσις Περιοδικού Νομαρχίας Μεσσηνίας "Αριστομένης", Καλαμάτα, 1970. Επεξεργασία ιστορικών κειμένων: Γιάννης Αναπλιώτης, (σελ. 167).Φραγκοκρατία[νεκρός σύνδεσμος]
  15. Αναφορά για το όνομα «Σαὶντ Ὀμὲρ» στο απόσπασμα του Χρονικού του Μωριά, «[628] Ὥρισε ὁ πρωτοστράτορας ἐκεῖνος τοῦ Μορέως•εὐθέως ἐδιαλαλήσασιν ἐκ μέρους τοῦ Δεσπότου, τοῦ πρίγκιπος γὰρ ἀπ᾿ αὐτοῦ, τοῦ πρωτοστράτορὸς του, νὰ εἶναι τὰ ἀλλάγια ἕτοιμα Φράγκοι τε καὶ Ρωμαῖοι, νὰ ἀκολουθοῦν τὰ φλάμουρα ντὲ Σαὶντ Ὀμὲρ ἐκείνου, τοῦ πρωτοστράτορος Μορέως, ἔνθα κι ἂν ὑπαγαίνῃ. Ἐν τούτῳ αὔριον τὸ πρωὶ ἐκίνησαν κ᾿ ὑπαγαίνουν ὁλόρθα εἰς τὰ Γιάννινα τὰ ἀλλάγια τοῦ φουσσάτου».Χρονικόν του Μορέως
  16. […]«Το κάστρο του Αβαρίνου: Σ’ ένα άγριο κορφοβούνι, κατάντικρυ στη Σφακτηρία, απ’ την οποία μόλις το χωρίζει μια στενή λουρίδα από άβαθα νερά, υψώνεται ένα κάστρο εφτά αιώνων. Δεσπόζει πάνω από τον όρμο του Ναυαρίνου κι απ’ την απέραντη φωτεινή θάλασσα, σα μια σιωπηλή και ακίνητη βίγλα των οριζόντων. Είναι το κάστρο του Αβαρίνου. Χτισμένο το 1278 από τον μπάϊλο του Μορέως Νικολό ντε Σαιντ-Ομέρ, στάθηκε για αιώνες ένα κάστρο που γνώρισε μια πολυτάραχη ζωή και τις πιο ενάντιες τύχες. Φράγκοι και Ναβαρροί τυχοδιώκτες, Βενετσάνοι και Τούρκοι, το διεκδικήσανε με την ίδια λύσσα. Άλλα φράγκικα κάστρα είδαν κ’ ευτυχισμένες μέρες γαλήνης. Άκουσαν τραγούδια τροβαδούρων και είδαν έρωτες που άνθισαν, μεσ’ από τα δυνατά τους αγκωνάρια, σαν αγριολούλουδα ανάμεσα σε βράχους. Το κάστρο του Αβαρίνου δεν γνώρισε παρά μόνο την αγωνία εχθρικών πανιών στο θαλάσσιον ορίζοντα και τις άγριες κραυγές του πολέμου. Σήμερα, ερειπώνεται κάτω από το γλαυκό φωτεινόν ουρανό πέτρα με πέτρα, τόσο αδιάφορο για τα καράβια που περνάνε μακρυά, όσο αδιάφορα το βλέπουν και οι ταξιδιώτες να διαγράφει πάνω στο κορφοβούνι του τους ψηλούς ξεκοιλιασμένους πύργους του. Σπάνιοι είναι εκείνοι που κουράζονται ν’ ανέβουν να το επισκεφθούν. »[…], Πηγή: Κώστας Ουράνης, «Ταξίδια - Ελλάδα», Εκδόσεις «Εστία», (ενότητα «Το κάστρο του Αβαρίνου»), Αθήνα 1949. Από το εξαντλημένο εδώ και χρόνια βιβλίο του, με την ιστορική ορθογραφία του, αλλά χωρίς τα πνεύματα και τις περισπωμένες. Πιθανόν η μοναδική ψηφιακή μορφή του κειμένου. Πηγή: Η ιστοσελίδα ειδησεογραφίας - ενημέρωσης του Πύργου Τριφυλίας Πύργος Τριφυλίας
  17. Πηγή: Αναφορές για το δίκτυο «NATURA 2000», που ιδρύθηκε στα πλαίσια του άρθρου 3 της οδηγίας 92/43 ΕΟΚ του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της 21 Μαΐου 1992 «για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων καθώς και της άγριας χλωρίδας και πανίδας», που αφορούν: 1) «Νήσοι Σαπιέντζα και Σχίζα, Ακρωτήριο Ακρίτας», κωδικός GR 2550003, εκτάσεως 112.530 στρ. (έχει συνταχθεί Ε.Π.Μ.) 2) «Θαλάσσια περιοχή Στενού Μεθώνης» και κωδικό GR 2550007, συνολικού εμβαδού 973 εκταρίων. (έχει συνταχθεί Ε.Π.Μ.) 3) Η λιμνοθάλασσα της Γιάλοβας, είναι ένας από τους σημαντικότερους υδροβιότοπους των Βαλκανίων. 3. Σε τμήμα στα δυτικά της περιοχής μελέτης που είναι ενταγμένο στο δίκτυο NATURA 2000 Τόπος Κοινοτικής Σημασίας (ΤΚΣ) (σύμφωνα με την Οδηγία 92/43//ΕΚ), με την ονομασία «Λιμνοθάλασσα Πύλου (Διβάρι) και νήσος Σφακτηρία, Άγιος Δημήτριος» και κωδικό GR 2550004, συνολικού εμβαδού 3548,06 εκταρίων (έχει συνταχθεί Ε.Π.Μ.) 4. Σε τμήμα στα δυτικά της περιοχής μελέτης που είναι ενταγμένο στο δίκτυο NATURA 2000 Ζώνη Ειδικής Προστασίας (ΖΕΠ) για την ορνιθοπανίδα (σύμφωνα με την Οδηγία 79/409/ΕΚ), με την ονομασία «Λιμνοθάλασσα Γιάλοβας και Νήσος Σφακτηρία» και κωδικό GR 2550008, συνολικού εμβαδού 998 εκταρίων. (έχει συνταχθεί Ε.Π.Μ.)», Πηγή: Επιχειρησιακό Πρόγραμμα Δήμου Πύλου – Νέστορος, Σελ. 31-35.
  18. Η λιμνοθάλασσα της Γιάλοβας, είναι ένας από τους σημαντικότερους υδροβιότοπους των Βαλκανίων. Ο υδροβιότοπος τις μεταναστευτικές περιόδους (εαρινή και φθινοπωρινή) αποτελεί το καταφύγιο για πάρα πολλά απειλούμενα με εξαφάνιση είδη πουλιών και αποτελεί τον ενδιάμεσο σταθμό τους από και προς την Αφρική. Η περιοχή της λιμνοθάλασσας της Γιάλοβας αποτελεί το μοναδικό μέρος στην Ευρώπη που ζει και αναπαράγεται ο Αφρικάνικος Χαμαιλέοντας. Η λιμνοθάλασσα χωρίζεται από το Ιόνιο Πέλαγος με τις αμμοθίνες στην παραλία της Βοϊδοκοιλιάς και με το ακρωτήριο Κορυφάσιο, ενώ στα Νότια χωρίζεται από τον Κόλπο του Ναυαρίνου με μια στενή λωρίδα γης. Στα Ανατολικά, οι χαμηλοί λόφοι διακόπτονται από τις μικρές χαράδρες και από τα ρέματα που πλαισιώνουν τον Καταρράκτη Καλαμάρη. Στα Βόρεια εκτείνονται καλλιεργημένες εκτάσεις. Οι κύριοι γεωλογικοί σχηματισμοί της περιοχής είναι ασβεστολιθικοί, ενώ το έδαφος του Υγροτόπου συνιστάται από αλλουβιακά ιζήματα. Η λιμνοθάλασσα της Γιάλοβας (ή Οσμαναγά) είναι ο Νοτιότερος Υγρότοπος διεθνούς σημασίας στα Βαλκάνια. Η ενδιαφέρουσα πανίδα και χλωρίδα περιλαμβάνει ένα μεγάλο φάσμα ειδών μεταναστευτικών πουλιών και αρκετά ενδημικά φυτά κι ερπετά που σπάνια συναντώνται αλλού. Μόλις στα τέλη της δεκαετίας του 1990 ανακαλύφθηκε η οικολογική σημασία της Γιάλοβας. Κατά το παρελθόν, ο Υγρότοπος έχει υποφέρει από την προσπάθεια αποξήρανσής του στα τέλη της δεκαετίας του 1950, μια διαδικασία που οδήγησε στην υποβάθμισή του. Το σχέδιο αυτό απέτυχε (λόγω των πλούσιων υπόγειων νερών), ωστόσο η αρχική επιφάνεια της λιμνοθάλασσας μειώθηκε κατά το 1/3. Κατά τη διάρκεια αυτών των έργων οι εισροές γλυκού νερού εξετράπησαν προς τη θάλασσα, με αποτέλεσμα ο Υγρότοπος να στερηθεί το γλυκό νερό για περίπου 40 χρόνια. Αυτό σε συνδυασμό με την κατασκευή ενός μεγάλου καναλιού (δεκαετία 1980), το οποίο συνέδεε τον υγρότοπο με τον Κόλπο του Ναυαρίνου, αλλά κι ενός εσωτερικού δρόμου που χώρισε τον Υγρότοπο στα δύο (την κυρίως λιμνοθάλασσα από το έλος), οδήγησε σε αύξηση της αλατότητας του νερού. Ως αποτέλεσμα αυτών ήταν να μετατραπούν οι περισσότεροι βάλτοι γλυκού νερού σταδιακά σε αλμυρόβαλτους. Η μετατροπή αυτή επέδρασε αρνητικά στην βιοποικιλότητα του Υγροτόπου. Το Ευρωπαϊκό Πρόγραμμα LIFE - Φύση(1997-2000) στόχευσε στην αποκατάσταση του Υγροτόπου επαναφέροντας το γλυκό νερό και δημιούργησε τις οικοτουριστικές υποδομές. Επίσης, η περιοχή προστατεύεται εκτός των άλλων ως αρχαιολογικός χώρος και έχει κηρυχθεί Περιοχή Εξαιρετικής Φυσικής Ομορφιάς Σήμερα ο Υγρότοπος είναι ιδανικός τόπος για την επιστημονική Έρευνα, την Περιβαλλοντική Εκπαίδευση και την απόλαυση της φύσης. Στη Λιμνοθάλασσα μέχρι τώρα έχουν καταγραφεί 16 είδη οικοτύπων, 271 είδη πουλιών, 34 είδη ερπετών (μεταξύ των οποίων και ο γνωστός Αφρικάνικος χαμαιλέων), 28 είδη θηλαστικών και 16 είδη ψαριών. Πηγή: Επιχειρησιακό Πρόγραμμα Δήμου Πύλου – Νέστορος, Σελ. 34-35.
  19. […] Όταν ο κοσμογυρισμένος Ερρίκος Σλήμαν αντίκρυσε το 1874 τον όρμο του Ναυαρίνου, έγραψε στο ημερολόγιό του: «Πολύ κουρασμένοι εφθάσαμεν κατά τις 8 το εσπέρας εις Ναβαρίνω, επί του ωραιοτέρου κόλπου του κόσμου. Πόλις ωραία και καθαρά λαμπρά πλατεία με μεγίστας πλατάνας». Προϊόν τρομερών γεωλογικών διεργασιών ο όρμος του Nαυαρίνου, το μεγαλύτερο φυσικό λιμάνι της Μεσογείου, προστατεύεται στο μεγαλύτερο τμήμα του από τα δυτικά από το επίμηκες νησί της Σφακτηρίας και προς τα νοτιοδυτικά από τις βραχονησίδες Tσιχλί-μπαμπά και Πύλος. Είναι η πύλη μιας πολύ εύφορης ενδοχώρας, που στην διάρκεια της τρίτης και της δεύτερης χιλιετίας π.Χ. επέτρεψε την ανάπτυξη ενός εξαιρετικά πυκνά διαρθρωμένου πληθυσμιακού συνόλου με έντονη εμπορική δραστηριότητα που γινόταν κυρίως μέσω της θάλασσας.|[…] Πηγή: Το άρθρο του καθηγητή Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών Γεωργίου Σ. Kορρέ, με τίτλο: «O όρμος του Ναυαρίνου κατά την αρχαιότητα - H εκπληκτικής φυσικής ομορφιάς περιοχή κατοικήθηκε ήδη από τους προϊστορικούς χρόνους όπως μαρτυρούν τα πλούσια ευρήματα», από το ειδικό ένθετο Επτά Ημέρες, της εφημερίδας Η Καθημερινή. Επιμέλεια αφιερώματος: Κωστής Βατικιώτης, Κυριακή 2 Οκτωβρίου 1994. Επτά Ημέρες, Κυριακή 2 Οκτωβρίου 1994, σελ. 2-3.
  20. Βιογραφικό[νεκρός σύνδεσμος] και Έρευνα[νεκρός σύνδεσμος]
  21. Ο καθηγητής Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών Γεώργιος Σ. Κορρές είναι γιος του Στυλιανού Κορρέ (1910-1989), που υπήρξε καθηγητής της Αρχαίας Έλληνικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, πρύτανης του ίδιου πανεπιστημίου και ιδρυτής της Εταιρίας Κυκλαδικών Μελετών.
  22. Το κεντρικό κτίριο (50 Χ 32 μ.) περιλάμβανε το μέγαρο του βασιλιά και το μέγαρο της βασίλισσας. Υπάρχουν κι άλλα κτίρια. Διάφοροι άλλοι βοηθητικοί χώροι, τάφοι και βωμός, ανακαλύφτηκαν στην περιοχή.
  23. Πηγή: Το άρθρο του καθηγητή Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών Γεωργίου Σ. Kορρέ, με τίτλο: «O όρμος του Ναυαρίνου κατά την αρχαιότητα - H εκπληκτικής φυσικής ομορφιάς περιοχή κατοικήθηκε ήδη από τους προϊστορικούς χρόνους όπως μαρτυρούν τα πλούσια ευρήματα», από το ειδικό ένθετο Επτά Ημέρες, της εφημερίδας Η Καθημερινή. Επιμέλεια αφιερώματος: Κωστής Βατικιώτης, Κυριακή 2 Οκτωβρίου 1994. Επτά Ημέρες, Κυριακή 2 Οκτωβρίου 1994, σελ. 2-3
  24. […]«O δεύτερος μεγάλος πολιτισμός της ηπειρωτικής Ελλάδας είναι ο μυκηναϊκός, που αναπτύχθηκε κυρίως στο δεύτερο μισό της δεύτερης χιλιετίας π.X. Και πάλι εδώ το ενδιαφέρον το συγκεντρώνει η βόρεια πλευρά του όρμου του Ναυαρίνου. Σ’ αυτή την εποχή το επίκεντρο του ενδιαφέροντος είναι το μυκηναϊκό ανάκτορο στον Επάνω Εγκλιανό σε απόσταση έξι χιλιομέτρων σε ευθεία γραμμή από τον όρμο. Το κέντρο έλεγχε τη ζωή που αναπτύχθηκε σ’ όλη την περιοχή. Και η ζωή αυτή είναι πυκνότατη και εντυπωσιακή, εμφανιζόμενη σε θέσεις όπως ο Oσμάναγας Κορυφασίου, όπου έχει βρεθεί ο παλαιότερος θολωτός τάφος της ηπειρωτικής Ελλάδος, η Bοϊδοκοιλιά, η Τραγάνα, τα Βολιμίδια, η Ίκλαινα, το Μυρσινοχώρι, τα Παπούλια, η Πύλα, το Μηδέν.»[…] Πηγή: Το άρθρο του καθηγητή Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών Γεωργίου Σ. Kορρέ, με τίτλο: «O όρμος του Ναυαρίνου κατά την αρχαιότητα - H εκπληκτικής φυσικής ομορφιάς περιοχή κατοικήθηκε ήδη από τους προϊστορικούς χρόνους όπως μαρτυρούν τα πλούσια ευρήματα», από το ειδικό ένθετο Επτά Ημέρες, της εφημερίδας Η Καθημερινή. Επιμέλεια αφιερώματος: Κωστής Βατικιώτης, Κυριακή 2 Οκτωβρίου 1994. Επτά Ημέρες, Κυριακή 2 Οκτωβρίου 1994, σελ. 2-3.
  25. […] «H αναστολή της πολιτιστικής εξέλιξης της περιοχής γύρω στο 1200 π.X. συνδέεται με την καταστροφή από πυρκαγιά του ανακτόρου του Εγκλιανού. Τότε παρατηρείται μια ανεξήγητη μέχρι σήμερα αποψίλωση του πληθυσμού σε όλη τη νότια - νοτιοδυτική Πελοπόννησο. Στους ιστορικούς χρόνους η περιοχή εμφανίζει πληθυσμιακή μείωση και ελαττωμένη πολιτιστική δραστηριότητα. Στους πρωτογεωμετρικούς, γεωμετρικούς, αρχαϊκούς και κλασικούς χρόνους έχει διαπιστωθεί κατοίκηση στη BΔ άκρη του όρμου του Nαυαρίνου, στο Κορυφάσιο, στην Τραγάνα, στη Bοϊδοκοιλιά, στα Βολιμίδια και αλλού.»[…]Πηγή: Το άρθρο του καθηγητή Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών Γεωργίου Σ. Kορρέ, με τίτλο: «O όρμος του Ναυαρίνου κατά την αρχαιότητα - H εκπληκτικής φυσικής ομορφιάς περιοχή κατοικήθηκε ήδη από τους προϊστορικούς χρόνους όπως μαρτυρούν τα πλούσια ευρήματα», από το ειδικό ένθετο Επτά Ημέρες, της εφημερίδας Η Καθημερινή. Επιμέλεια αφιερώματος: Κωστής Βατικιώτης, Κυριακή 2 Οκτωβρίου 1994. Επτά Ημέρες, Κυριακή 2 Οκτωβρίου 1994, σελ. 2-3.
  26. […]«Μνημείο - Σπήλαιο Νέστορος: Ευρύχωρο σπήλαιο (20Χ16μ) και ψηλό μέχρι 30μ., μεγαλοπρεπή τοιχώματα και τριγωνική περίπου είσοδο. Το σπήλαιο έχει ταυτισθεί: 1) Με το σπήλαιο, όπου ο νεογέννητος θεός Ερμής απέκρυψε την αγέλη που έκλεψε ο ίδιος από τον ΄Ηλιο-Απόλλωνα. 2) Με το σπήλαιο όπου διανυκτέρευαν τα κοπάδια των Νηλειδών και ιδιαίτερα του Νηλέως, του πατέρα του Νέστορα. Η σπηλιά μνημονεύεται και από τον Παυσανία (Δ.36,2). Η περίοδος χρήσης του σπηλαίου έχει πιστοποιηθεί στρωματογραφικά από την ύστερη Νεολιθική εποχή και ειδικότερα, κατά την πρώιμη ή και ύστατη φάση της (4η και 3η χιλιετία π.Χ.) και, περιοδικά, κατά την Πρωτοελλαδική, τη Μεσοελλαδική και την τρίτη Μυκηναϊκή εποχή μέχρι και τους κλασικούς χρόνους. Το σπήλαιο είχε χρησιμοποιηθεί σ΄ όλη την έκτασή του κατά τις παλαιότερες περιόδους και αυτό πιστοποιείται και από τις εστίες των ίδιων περιόδων. Το σπήλαιο εξερευνήθηκε το 1874 από τον Ερρίκο Σλήμαν, ο οποίος προθυμοποιήθηκε να χρηματοδοτήσει ο ίδιος ανασκαφή της Ελληνικής Αρχαιολογικής Εταιρείας, προκειμένου να εξασφαλίσει μέσω αυτής την άδεια διεξαγωγής ανασκαφής στις Μυκήνες. Επίσης έρευνες-ανασκαφές διεξήχθησαν από το Γάλλο Laucent, από ιδιώτες από τον Πειραιά, υπό την εποπτεία του Κ. Κουρουνιώτου (1912), από τους C.Blegen, W. Mc.Donald και Δ. Θεοχάρη (1953) και από τον καθ. Γ. Κορρέ δια του Α. Σάμψων (1980). »[…] Πηγή: Επιχειρησιακό Πρόγραμμα Δήμου Πύλου – Νέστορος, Σελ. 103.
  27. […]«Οι περαστικοί ξένοι περιορίζουν το ενδιαφέρον τους στη σπηλιά του Νέστορος –όπως τη λένε- που χάσκει στη βάση του βράχου του, κατά την πλευρά που κοιτάζει ένα μικροσκοπικό ζαφειρένιο κόλπο και μια έκταση γυαλιστερών βάλτων λίγο πιο πέρα. Και όμως όχι. Το κάστρο δέχθηκε εδώ και τρία χρόνια, μια επίσκεψη ασυνήθιστη και μυστηριώδη. Ένας άνθρωπος, άγνωστος στον τόπο, ζήτησε μια μέρα από τον ντόπιο που είχα πάρει για οδηγό μου να τον πάει στο έρημο και απρόσιτο κάστρο με τη βάρκα του. «Όπως εσάς, καλή ώρα …» πρόσθεσε ο οδηγός μου. Είχε μαζί του μερικά τρόφιμα και -πράγμα παράξενο- μιαν αξίνα κ’ ένα φτυάρι. Σαν ανέβηκαν στο κάστρο, φάνηκε ναι ενδιαφέρεται όχι για τη θέα που έχει κανείς από τις επάλξεις του ή για την εικόνα της καταστροφής που παρουσιάζει, αλλά για ένα ορισμένο σημείο που βρισκόταν έξι μέτρα μακρυά από την κύρια είσοδο. Μέτρησε την απόσταση αυτή, φάνηκε ευχαριστημένος κ’ ύστερα ζήτησε από τον οδηγό να τον αφήσει μόνο του και να γυρίσει με τη βάρκα του να τον πάρει μετά από τρεις μέρες. Ο οδηγός μου είχε μείνει με την πεποίθηση ότι ο μυστηριώδης αυτός άνθρωπος πήγε στο κάστρο του Αβαρίνου να ψάξει για κάποιο κρυμένο θησαυρό. Μπορεί. Υπάρχει μια τάξη ανθρώπων –γιατί είναι ολόκληρη τάξη- που βλέπουν στα όνειρα τους είτε εικονίσματα που η Παναγία ή κάποιος άγιος τους τα δείχνουν, προστάζοντας τους να πάνε να τα βρουν, είτε θησαυρούς κρυμένους σε παλιά ερειπωμένα κάστρα. Είναι όμως πιθανόν ότι ο άνθρωπος αυτός δεν θα βρήκε τίποτα στο κάστρο του Αβαρίνου.»[…], Πηγή: Κώστας Ουράνης, «Ταξίδια - Ελλάδα», Εκδόσεις «Εστία», (ενότητα «Το κάστρο του Αβαρίνου»), Αθήνα 1949. Από το εξαντλημένο εδώ και χρόνια βιβλίο του, με την ιστορική ορθογραφία του, αλλά χωρίς τα πνεύματα και τις περισπωμένες. Πιθανόν η μοναδική ψηφιακή μορφή του κειμένου. Πηγή: Η ιστοσελίδα ειδησεογραφίας - ενημέρωσης του Πύργου Τριφυλίας Πύργος Τριφυλίας
  28. […] Στη βόρεια πλευρά του όρμου του Ναυαρίνου αναπτύσσεται ένας εκπληκτικός υδροβιότοπος που λέγεται Διβάρι. Στα δυτικά του υπάρχει ο όρμος της Βοϊδοκοιλιάς και ο λόφος του Παλαιοναβαρίνου, που επιστέφεται από το ένα από τα δύο κάστρα της περιοχής. Σ’ αυτό το λόφο είναι το σπήλαιο το λεγόμενο του Νέστορος ή του Νηλέως. Κατά την παράδοση, το σπήλαιο χρησίμευσε ως σταύλος για τα κοπάδια αγελάδων του Νηλέως και του Νέστορος. Το σπήλαιο αυτό εξερεύνησε πρώτος ο Ερρίκος Σλήμαν (1874) και στη συνέχεια οι W.A. McDonald και ο Δ. Θεοχάρης (1952) και Γ. Σ. Kορρές και Aδ. Σάμψων (1980). Το σπήλαιο είχε χρησιμοποιηθεί και κατοικηθεί συνέχεια από τα Νεολιθικά μέχρι το τέλος των μυκηναϊκών χρόνων (4η, 3η και 2η χιλιετία π.X.).[…] Πηγή: Το άρθρο του καθηγητή Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών Γεωργίου Σ. Kορρέ, με τίτλο: «O όρμος του Ναυαρίνου κατά την αρχαιότητα - H εκπληκτικής φυσικής ομορφιάς περιοχή κατοικήθηκε ήδη από τους προϊστορικούς χρόνους όπως μαρτυρούν τα πλούσια ευρήματα», από το ειδικό ένθετο Επτά Ημέρες, της εφημερίδας Η Καθημερινή. Επιμέλεια αφιερώματος: Κωστής Βατικιώτης, Κυριακή 2 Οκτωβρίου 1994. Επτά Ημέρες, Κυριακή 2 Οκτωβρίου 1994, σελ. 2-3.
  29. […]Κατά τις πηγές θεωρείται ότι επανιδρύθηκε (371 π.X.) και ότι επέστρεψαν σ’ αυτήν εξόριστοι από εκείνους που είχαν αναχωρήσει στη Σικελία και στην Κυρηναϊκή, με αποτέλεσμα να κηρυχθεί αυτόνομη πόλη (362 π.X.) μετά την απελευθέρωση της Μεσσηνίας από τη Σπάρτη το 367 π.X. Σ’ αυτή την εποχή αποδίδεται το εκτεταμένο νεκροταφείο στο Διβάρι, στη βόρεια ακτή του όρμου του Ναυαρίνου, ένα τμήμα του οποίου έχει ανασκαφεί από τους N. Γιαλούρη και Π. Θέμελη. Εκείνη την εποχή υπάρχουν στοιχεία ότι οι Πύλιοι λάτρεψαν και ηρωοποίησαν τους προγόνους τους. Αυτό δείχνουν, στο προϊστορικό νεκροταφείο της Bοϊδοκοιλιάς, αναρίθμητα ανάγλυφα πήλινα πλακίδια που τοποθέτησαν στους τάφους των προγόνων τους και είναι κάτι σαν τις σημερινές εικόνες. O όρμος του Nαυαρίνου είναι κηρυγμένος ιστορικός τόπος από το υπουργείο Πολιτισμού, ενώ η βόρεια πλευρά του όρμου, η περιοχή του Παλαιοναβαρίνου και της Bοϊδοκοιλιάς, έχουν επιπλέον το χαρακτηρισμό του αρχαιολογικού χώρου και του τοπίου ιδιαίτερου φυσικού κάλους.[…] Πηγή: Το άρθρο του καθηγητή Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών Γεωργίου Σ. Kορρέ, με τίτλο: «O όρμος του Ναυαρίνου κατά την αρχαιότητα - H εκπληκτικής φυσικής ομορφιάς περιοχή κατοικήθηκε ήδη από τους προϊστορικούς χρόνους όπως μαρτυρούν τα πλούσια ευρήματα», από το ειδικό ένθετο Επτά Ημέρες, της εφημερίδας Η Καθημερινή. Επιμέλεια αφιερώματος: Κωστής Βατικιώτης, Κυριακή 2 Οκτωβρίου 1994. Επτά Ημέρες, Κυριακή 2 Οκτωβρίου 1994, σελ. 2-3.
  30. […] H ίδρυση του κάστρου στην κορυφή της άκρας αυτής αποδίδεται στον Νικόλαο B΄ Σαιντ-Ομέρ, κατά το διάστημα μεταξύ του 1281 και του 1289 ή και σπανιότερα στον ανιψιό του τον Νικόλαο Γ΄.»[…] Πηγή: Το άρθρο της αρχαιολόγου Χριστίνας Καββαδία - Σπονδύλη, με τίτλο: «Το παλιό Nαυαρίνο. Φράγκικο κάστρο, κτίστηκε επάνω στα λείψανα της κλασικής ακρόπολης της αρχαίας Πύλου», από το ειδικό ένθετο Επτά Ημέρες, της εφημερίδας Η Καθημερινή. Επιμέλεια αφιερώματος: Κωστής Βατικιώτης, Κυριακή 2 Οκτωβρίου 1994. Επτά Ημέρες, Κυριακή 2 Οκτωβρίου 1994, σελ. 10-11.
  31. Το Χρονικόν του Μορέως, ήταν το χρονικό της λατινικής κατάκτησης και ιστορίας των δυτικών κρατιδίων του Μωριά μετά την Άλωση της Κωνσταντινουπόλεως το 1204
  32. O Νικόλαος Β΄ Σαιντ-Ομέρ ήταν παντρεμένος σε πρώτο γάμο με την Μαρία κόρη του Βοημούνδου της Αντιοχείας και σε δεύτερο γάμο με την Άννα Δούκαινα-Κομνηνού.
  33. […] Σύμφωνα με το Χρονικό του Μωρέως – το χρονικό της λατινικής κατάκτησης και ιστορίας των δυτικών κρατιδίων του Μωριά μετά την Άλωση της Κωνσταντινουπόλεως το 1204–, ο Νικόλαος B΄ Σαιντομέρ, αυθέντης και βαρώνος των Θηβών, όταν ανέλαβε τη διοίκηση του φράγκικου πριγκιπάτου της Αχαΐας (Μοριά) έκτισε το φρούριο για τον διάδοχο και ανιψιό του Νικόλα Γ΄ Σαιντομέρ τον μετέπειτα βάιλο του Μοριά. O πρώτος αναφέρεται να ιδρύει και άλλα κάστρα για να προστατέψει την περιουσία της δεύτερης γυναίκας του, της χήρας του Γουλιέλμου Βιλλαρδουίνου, πριγκίπισσας Άννας Αγγελίνας Κομνηνής, Αγνής για τους Φράγκους, κόρης του Έλληνα δεσπότη της Ηπείρου Μιχαήλ A΄ Αγγέλου Δούκα Κομνηνού.» […] Πηγή: Το άρθρο της αρχαιολόγου Χριστίνας Καββαδία - Σπονδύλη, με τίτλο: «Το παλιό Nαυαρίνο. Φράγκικο κάστρο, κτίστηκε πάνω στα λείψανα της κλασικής ακρόπολης της αρχαίας Πύλου», από το ειδικό ένθετο Επτά Ημέρες, της εφημερίδας Η Καθημερινή. Επιμέλεια αφιερώματος: Κωστής Βατικιώτης, Κυριακή 2 Οκτωβρίου 1994. Επτά Ημέρες, Κυριακή 2 Οκτωβρίου 1994, σελ. 10-11.
  34. […] Μετά το θάνατο του Νικόλα Γ΄ Σαιντομέρ, περί το 1314, το Αβαρίνο διεκδικήθηκε και περιήλθε σε διαφόρους κυρίους.» […] Πηγή: Το άρθρο της αρχαιολόγου Χριστίνας Καββαδία - Σπονδύλη, με τίτλο: «Το παλιό Nαυαρίνο. Φράγκικο κάστρο, κτίστηκε πάνω στα λείψανα της κλασικής ακρόπολης της αρχαίας Πύλου», από το ειδικό ένθετο Επτά Ημέρες, της εφημερίδας Η Καθημερινή. Επιμέλεια αφιερώματος: Κωστής Βατικιώτης, Κυριακή 2 Οκτωβρίου 1994. Επτά Ημέρες, Κυριακή 2 Οκτωβρίου 1994, σελ. 10-11.
  35. 35,0 35,1 35,2 Λήμμα «Εταιρεία των Ναβαρραίων», Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν Ελευθερουδάκη, Αθήνα 1930, σελ. 652
  36. […] Το 1417 ή 1423, πωλείται οριστικά στους Ενετούς, στους οποίους παραμένει και μετά την κατάληψη της Πελοποννήσου το 1460 από το Μωάμεθ B΄. (O τελευταίος μάλιστα επικυρώνει τις ενετικές κτήσεις και το Ναβαρίνο παραμένει στη Βενετσιάνικη κατοχή, μέχρι το 1500).» […] Πηγή: Το άρθρο της αρχαιολόγου Χριστίνας Καββαδία - Σπονδύλη, με τίτλο: «Το παλιό Nαυαρίνο. Φράγκικο κάστρο, κτίστηκε πάνω στα λείψανα της κλασικής ακρόπολης της αρχαίας Πύλου», από το ειδικό ένθετο Επτά Ημέρες, της εφημερίδας Η Καθημερινή. Επιμέλεια αφιερώματος: Κωστής Βατικιώτης, Κυριακή 2 Οκτωβρίου 1994. Επτά Ημέρες, Κυριακή 2 Οκτωβρίου 1994, σελ. 10-11.
  37. […] Ύστερα από την τραγική καταστροφή της Μεθώνης από τον Bαγιαζήτ B΄ το 1500, το Nαβαρίνο παραδίδεται στους Oθωμανούς από το διοικητή του Κονταρίνι.» […] Πηγή: Το άρθρο της αρχαιολόγου Χριστίνας Καββαδία - Σπονδύλη, με τίτλο: «Το παλιό Nαυαρίνο. Φράγκικο κάστρο, κτίστηκε πάνω στα λείψανα της κλασικής ακρόπολης της αρχαίας Πύλου», από το ειδικό ένθετο Επτά Ημέρες, της εφημερίδας Η Καθημερινή. Επιμέλεια αφιερώματος: Κωστής Βατικιώτης, Κυριακή 2 Οκτωβρίου 1994. Επτά Ημέρες, Κυριακή 2 Οκτωβρίου 1994, σελ. 10-11.
  38. […]«Παλαιόκαστρο: Βόρεια της Πύλου, στο Ιόνιο πέλαγος, βρίσκεται, ο εκπληκτικής ομορφιάς όρμος της Βοϊδοκοιλιάς με την αμμώδη παραλία του και από πάνω δεσπόζει το Παλαιόκαστρο από το οποίο η θέα προς το Ιόνιο και την Βοϊδοκοιλιά μαγεύει. Το Παλαιόκαστρο έπαιξε σημαντικό ρόλο σε όλα τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν στην Πύλο αλλά μετά την επίχωση του στενού της Συκιάς από τους Τούρκους ελάχιστο ρόλο έπαιξε γιατί τότε άρχισε το κτίσιμο του Νιόκαστρου στα νότια του λιμανιού».[…] Πηγή: Επιχειρησιακό Πρόγραμμα Δήμου Πύλου – Νέστορος, Δελ. 102.
  39. […]«Το 1572, οι Τούρκοι κτίζουν το νέο Ναβαρίνο ή Νιόκαστρο στη νότια είσοδο του κόλπου και το παλιό κάστρο, εκτός ίσως κάποιας φρουράς που παραμένει, εγκαταλείπεται. (O Ισπανός Θερβάντες, ο συγγραφέας του Δον Κιχώτη, που στη ναυμαχία της Ναυπάκτου έχασε το χέρι του, αναφέρεται στο Κάστρο του Ναβαρίνου που γνώρισε το 1572, όταν συμμετείχε με τον ισπανοϊταλικό στόλο, στις προσπάθειες του Δον Χουάν να επανακτήσει την ισχύ στην περιοχή, χωρίς να κατορθώσει όμως να το καταλάβει).» […] Πηγή: Το άρθρο της αρχαιολόγου Χριστίνας Καββαδία - Σπονδύλη, με τίτλο: «Το παλιό Nαυαρίνο. Φράγκικο κάστρο, κτίστηκε πάνω στα λείψανα της κλασικής ακρόπολης της αρχαίας Πύλου», από το ειδικό ένθετο Επτά Ημέρες, της εφημερίδας Η Καθημερινή. Επιμέλεια αφιερώματος: Κωστής Βατικιώτης, Κυριακή 2 Οκτωβρίου 1994. Επτά Ημέρες, Κυριακή 2 Οκτωβρίου 1994, σελ. 10-11.
  40. […]«Όταν ο Μοροζίνι παρουσιάστηκε το 1686 μ’ ένα στόλο από διακόσια καράβια κάτω από το κάστρο, κι’ ανάγκασε την τούρκικη φρουρά του να συνθηκολογήσει, βρήκε σαράντα τρία κανόνια, άφθονα όπλα, τρόφιμα και πολεμοφόδια αλλά κανένα θησαυρό. Άλλωστε, με τις ιστορίες αυτές των εικονισμάτων και των θησαυρών, συμβαίνει ό,τι και με τις γυμνές γυναίκες που έβλεπαν οι ασκητές στην έρημο: δεν τους τις παρουσιάζουν ούτε θεοί, ούτε διάβολοι, αλλά η ίδια τους η λαχτάρα και η φαντασία.»[…], Πηγή: Κώστας Ουράνης, «Ταξίδια - Ελλάδα», Εκδόσεις «Εστία», (ενότητα «Το κάστρο του Αβαρίνου»), Αθήνα 1949. Από το εξαντλημένο εδώ και χρόνια βιβλίο του, με την ιστορική ορθογραφία του, αλλά χωρίς τα πνεύματα και τις περισπωμένες. Πιθανόν η μοναδική ψηφιακή μορφή του κειμένου. Πηγή: Η ιστοσελίδα ειδησεογραφίας - ενημέρωσης του Πύργου Τριφυλίας Πύργος Τριφυλίας
  41. […]«Κοιτάζω στο βάθος του άδειου όρμου, τη μικρή λευκή πολιτεία της Πύλου. Δεν απέχει παρά μισή ώρα με τη βάρκα, θαρρεί όμως κανείς πως είναι τόσο μακρυά, τόσο μακρυά, όσο η ίδια η ζωή από το κάστρο. Αισθάνεσθε τον εαυτό σας σαν λησμονημένο εκεί πάνω,λησμονημένο από τον καιρό. Σκύβοντας απ’ τις επάλξεις, βλέπω το τείχος να πέφτει κάθετα πάνω στους βράχους που ρίχνουν τον ίσκιο τους στη θάλασσα, και την ίδια τη θάλασσα τόσο χαμηλά κάτω απ’ τα πόδια μου, που νοιώθω ίλιγγο στο κοίταγμα της. Συλλογιέμαι τους μονοκόμματους σκληρούς πολεμιστές, μισθοφόρους και τυχοδιώκτες, με τα μεγάλα ακόντια και τις ατσαλόπλεχτες στολές, που πηγαινοέρχονταν πάνω σ’ αυτές τις επάλξεις κοιτάζοντας τα πανιά στη θάλασσα. Αυτή τη στιγμή μου φαίνονται πιο κοντινοί από τους σημερινούς κατοίκους της Πύλου, που είναι καθισμένοι στα τραπεζάκια των καφενείων, κάτω από τους ίσκιους των μεγάλων δέντρων της πλατείας της, και συζητούν πολιτικά. Κάτι απ’ την ψυχή τους πλανιέται ακόμα, θαρρείς, μέσα στη σιγή αυτών των τειχών και των πύργων.»[…], Πηγή: Κώστας Ουράνης, «Ταξίδια - Ελλάδα», Εκδόσεις «Εστία», (ενότητα «Το κάστρο του Αβαρίνου»), Αθήνα 1949. Από το εξαντλημένο εδώ και χρόνια βιβλίο του, με την ιστορική ορθογραφία του, αλλά χωρίς τα πνεύματα και τις περισπωμένες. Πιθανόν η μοναδική ψηφιακή μορφή του κειμένου. Πηγή: Η ιστοσελίδα ειδησεογραφίας - ενημέρωσης του Πύργου Τριφυλίας Πύργος Τριφυλίας
  42. […]«Ο Ζακ ντε Λακρετέλ, στις εντυπώσεις του από την Ελλάδα, μιλάει με τέτοια περιφρόνηση για τα φράγκικα κάστρα, μη βρίσκοντας κανένα δεσμό ανάμεσα σ’ αυτά και την ελληνική γη, και ειρωνεύεται ελαφρά τον Μωρίς Μπαρρές, που θέλησε να ξεθάψει και να εξάρει τις αναμνήσεις της Φραγκοκρατίας στην Ελλάδα.»[…], Πηγή: Κώστας Ουράνης, «Ταξίδια - Ελλάδα», Εκδόσεις «Εστία», (ενότητα «Το κάστρο του Αβαρίνου»), Αθήνα 1949. Από το εξαντλημένο εδώ και χρόνια βιβλίο του, με την ιστορική ορθογραφία του, αλλά χωρίς τα πνεύματα και τις περισπωμένες. Πιθανόν η μοναδική ψηφιακή μορφή του κειμένου. Πηγή: Η ιστοσελίδα ειδησεογραφίας - ενημέρωσης του Πύργου Τριφυλίας Πύργος Τριφυλίας
  43. […]«Το κάστρο του Παλιού Ναβαρίνου διατηρείται και διατηρεί ισχυρή την μνήμη ιστορικών γεγονότων, που φανερώνουν την αδιάλειπτη ιστορική συνέχεια του τόπου.»[…] Πηγή: Το άρθρο της αρχαιολόγου Χριστίνας Καββαδία - Σπονδύλη, με τίτλο: «Το παλιό Nαυαρίνο. Φράγκικο κάστρο, κτίστηκε πάνω στα λείψανα της κλασικής ακρόπολης της αρχαίας Πύλου», από το ειδικό ένθετο Επτά Ημέρες, της εφημερίδας Η Καθημερινή. Επιμέλεια αφιερώματος: Κωστής Βατικιώτης, Κυριακή 2 Οκτωβρίου 1994. Επτά Ημέρες, Κυριακή 2 Οκτωβρίου 1994, σελ. 10-11.
  44. […]«Εμένα, τα άχρηστα κ’ ερειπωμένα αυτά κάστρα μου δίνουν βαθειά συγκίνηση. Ίσως ακριβώς γιατί είναι ξένα κάτω από το φωτεινόν ουρανό της πατρίδας μου. Εκτός από την ερήμωση που έχει κάνει γύρω τους ο καιρός, νοιώθω σ’ αυτά την πικρή λύπη της εξορίας. Αντί να υψώνονται πάνω στ’απότομα βράχια με μια προκλητική ανάταση, μου φαίνονται σαν να βιγλίζουν τους ορίζοντες με την αγωνιώδη προσδοκία να ιδούν κάτι: έναν καβαλάρη με ατσαλένια πανοπλία, ή ένα κόκκινο λατινικό πανί, που να τους θυμίσουν το παρελθόν τους και την καταγωγή τους. Αλλά τίποτα! Κοράκια κρώζουν μόνο πένθιμα πάνω από τις άδειες επάλξεις, κι’ οι απαίσιες αράχνες σφραγίζουν όλο και περισσότερο με τα γλοιώδη τους πλέγματα τη σιωπή που γεμίζει τις γκρεμισμένες καμάρες τους. Οι καβαλάρηδες που περιμένουν τα έρημα κάστρα στην αιώνια εξορία τους, κείτονται θαμένοι, με το σπαθί τους στα χέρια κάτω από τους μουντούς ουρανούς των χωρών του Βορρά απ’ όπου είχαν έρθει.»[…], Πηγή: Κώστας Ουράνης, «Ταξίδια - Ελλάδα», Εκδόσεις «Εστία», (ενότητα «Το κάστρο του Αβαρίνου»), Αθήνα 1949. Από το εξαντλημένο εδώ και χρόνια βιβλίο του, με την ιστορική ορθογραφία του, αλλά χωρίς τα πνεύματα και τις περισπωμένες. Πιθανόν η μοναδική ψηφιακή μορφή του κειμένου. Πηγή: Η ιστοσελίδα ειδησεογραφίας - ενημέρωσης του Πύργου Τριφυλίας Πύργος Τριφυλίας
  45. Από την ιστοσελίδα «Καστρολόγος», Παλαιόκαστρο
  46. ΛΗ΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων
  47. 26η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων
  48. Διοικητικές Πληροφορίες
  49. ΥΑ ΥΠΠΟ/ΑΡΧ/Α1/Φ07/36856/1641/9-10-1987 - ΦΕΚ 587/Β/4-11-1987
  50. Αρχαιολογικός χώρος όρμου Βοϊδοκοιλιάς και Κορυφασίου ("Παλαιοκάστρου")
  51. Αρχαιολογικός χώρος στο Διβάρι
  52. Ύψωμα " Κούκουρας " βόρεια του υψώματος του Προφήτη Ηλία
  53. ΥΑ ΥΠΠΟ/ΑΡΧ/Β1/Φ30/32772/606/14-8-1992 - ΦΕΚ 534/Β/21-8-1992
  54. […]«Κάναμε μιάμιση ώρα για ν’ ανεβούμε τα τριακόσια μέτρα από τη θάλασσα στο κάστρο. Ευτυχώς είχαμε διαλέξει για το ανέβασμα αυτό μια πρωϊνή ώρα, κι’ έτσι, εκτός ότι δεν υποφέραμε από τη ζέστη, είχαμε και την τύχη να μην πατήσομε καμιά όχεντρα, μ’ όλο που αφθονούν, όπως μου είπαν, στο άγριο αυτό βουνό. Σα φθάσαμε κάτω από τα τείχη του κάστρου, χρειάσθηκε να σκαρφαλώσουμε σωρούς πεσμένους ογκόλιθους, για να βρεθούμε στην πύλη του. Εκεί πάλι, οι τσοπάνηδες, που χρησιμοποιούν για μαντρί το κάστρο του Αβαρίνου είχαν προσθέσει, στο συρφετό των γκρεμισμένων τοίχων, αγκαλιές ξερόκλαδα που έφραζαν εντελώς την είσοδο. Εδέησε να τα βγάλομε για να μπορέσουμε να μπούμε. Μέσα στο κάστρο δεν υπάρχει τίποτα. Όλος ο επέραντος χώρος, ο περιτριγυρισμένος από τα τείχη, είναι πνιγμένος από άγρια χόρτα και χαμόδεντρα, που μισοκεπάζουν τους πεσμένους τοίχους και τα σκόρπια αγκωνάρια. Ένας λαός από αράχνες κατοικεί κ’ εδώ στα χαλάσματα, και φοβόμαστε να προχωρήσομε, μήπως και δούμε καμιά όχεντρα να μπερδεύεται στα πόδια μας, γιατί ο ήλιος έχει ανέβει πια ψηλά στον ουρανό και σιγοψήνει τα χορτάρια και τα ερείπια. Ευτυχώς ότι σώζεται ολόκληρος σχεδόν ο χτιστός επαλξωτός περίγυρος των τειχών, κ’ έτσι σεριανόντας σ’ αυτόν, μπορούμε και βλέπομε ό,τι σώζεται από το κάστρο. Αυτό όμως που προ πάντων σταματάει την προσοχή μας είναι η θέα που έχει κανείς απ’ τις επάλξεις κι απ’ τους ακρινούς πύργους του κάστρου.»[…], Πηγή: Κώστας Ουράνης, «Ταξίδια - Ελλάδα», Εκδόσεις «Εστία», (ενότητα «Το κάστρο του Αβαρίνου»), Αθήνα 1949. Από το εξαντλημένο εδώ και χρόνια βιβλίο του, με την ιστορική ορθογραφία του, αλλά χωρίς τα πνεύματα και τις περισπωμένες. Πιθανόν η μοναδική ψηφιακή μορφή του κειμένου. Πηγή: Η ιστοσελίδα ειδησεογραφίας - ενημέρωσης του Πύργου Τριφυλίας Πύργος Τριφυλίας
  55. […]«Ό,τι μ’ έκανε εμένα ν’ ανεβώ στο κάστρο του Αβαρίνου, δεν είταν η αναζήτηση κανενός θησαυρού. Είταν μια απλή ρομαντική διάθεση και δεν άργησα να μετανοιώσω. Γιατί δεν υπάρχει τίποτα περισσότερο κοπιαστικό από αυτό το ανέβασμα. Το βουνό, όπου είναι χτισμένο το κάστρο, είναι όλο πέτρα και γεμάτο πυκνότατα χαμόδεντρα. Δεν υπάρχει κανένας δρόμος, κανένα μονοπάτι που να φέρνει στην κορφή. Υπάρχουν μόνο μερικά πατημένα σημεία, καμωμένα από τα πρόβατα και τα κατσίκια που φέρνουν για βοσκή οι τσοπάνηδες. Αλλά και αυτά δεν ακολουθούν ποτέ ίσια γραμμή. Μπερδεύονται αδιάκοπα το ‘ένα με το άλλο σαν σε λαβύρινθο, και δεν υπάρχει μίτος Αριάδνης για να σας βγάλει απ’αυτόν. Πρέπει σε κάθε σας βήμα ν’ ανοίγετε μόνος σας δρόμο μεσ’ από τα σκληρά κλαριά των σφενταμιών και των άλλων άγριων χαμόδεντρων, ξεσκίζοντας τα ρούχα σας και κινδυνεύοντας να στραβωθείτε. Το πιο δυσάρεστο όμως σ’ αυτό το ανέβασμα είναι οι αράχνες, εκατομμύρια αράχνες, που έχουν τεντωμένα τα δίχτυα τους ανάμεσα στα κλαριά. Το εξαιρετικό μέγεθος τους τις κάνει ακόμα πιο απαίσιες. Είδα αράχνες μεγάλες ίσα μ’ ένα δάχτυλο του χεριού. Τα δίχτυα τους, πυκνά και δυνατά, έχουν πλάτος ένα μέτρο και περισσότερο, κι’ όταν κολλούν στα χέρια ή το πρόσωπο, η γλοιώδης ουσία τους σας γεμίζει παγερή αηδία. Οπλισμένοι με ξύλα, προχωρούσαμε αργά, σχίζοντας σε κάθε βήμα τ΄ αποκρουστικά αυτά δίχτυα, ενώ, την ίδια στιγμή έπρεπε να κοιτάμε που βάζαμε το πόδι μας, για να μην πέσομε στις τρύπες των βράχων τις κρυμένες από τ’ άγρια χορτάρια.»[…], Πηγή: Κώστας Ουράνης, «Ταξίδια - Ελλάδα», Εκδόσεις «Εστία», (ενότητα «Το κάστρο του Αβαρίνου»), Αθήνα 1949. Από το εξαντλημένο εδώ και χρόνια βιβλίο του, με την ιστορική ορθογραφία του, αλλά χωρίς τα πνεύματα και τις περισπωμένες. Πιθανόν η μοναδική ψηφιακή μορφή του κειμένου. Πηγή: Η ιστοσελίδα ειδησεογραφίας - ενημέρωσης του Πύργου Τριφυλίας Πύργος Τριφυλίας

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στα ελληνικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Στα ελληνικά (γενική βιβλιογραφία):
  • Ενσωματώθηκαν επίσης στοιχεία από τα λήμματα της ελληνικής έκδοσης της Βικιπαίδειας Χρονικόν του Μορέως, Ακρόπολη, Καστέλλιον, καθώς και πολλά από τα έως τώρα συνταχθέντα λήμματα της ελληνικής έκδοσης της Βικιπαίδειας, που αφορούν την περιοχή του Ναυαρίνου, της Πύλου και της Μεσσηνίας.
  • Χρονικόν του Μορέως
  • Κώστας Ουράνης, «Ταξίδια - Ελλάδα», Εκδόσεις «Εστία», (ενότητα «Το κάστρο του Αβαρίνου»), Αθήνα 1949.
  • Τάκης Δεμοδός, «Γιά τό Νιόκαστρο καί γιά τό Ναβαρίνο», Εκδ. Παπαδήμας, Ἀθήνα 1987.

Στα αγγλικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Aaron D. Wolpert, “A Historical and Economic Geography of Ottoman Greece: The Southwestern Morea in the 18th Century”, (Ιστορική και Οικονομική Γεωγραφία της Οθωμανικής Ελλάδας: Ο Νοτιοδυτικός Μοριάς τον 18ο αιώνα) κεφάλαιο: “Το φρούριο της Anavarin-i Atik” (“The fortress of Anavarin-i Atik”), Συντονιστές έκδοσης: F. Zarinebaf, J. Bennet, J.L. Davis – Έκδοση: Αμερικανική Σχολή Κλασικών Σπουδών στην Αθήνα (The American School of Classical Studies at Athens), 2005. ISBN 0-87661-534-5, Σελ. 223-240.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Old Pylos castle της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).