Εμιράτο της Κρήτης

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Εμιράτο της Κρήτης
Iκρίτις (Iqritish)

824/27–961
Πρωτεύουσα Χάνδακας
Γλώσσες Αραβικά, Ελληνικά
Θρησκεία Σουνιτικό Ισλάμ
Πολίτευμα Μοναρχία
Εμίρης
 -  824/27-855 Αμπού Χαφέζ
Ιστορική εποχή Μεσαίωνας
 -  Άφιξη Ανδαλούσιων στην Κρήτη 824/27
 -  Βυζαντινή ανάκτηση 961
Σήμερα Flag of Greece.svg Ελλάδα

Το Εμιράτο της Κρήτης και στην αραβική Ικρίτις ή Ικριτίγια, ήταν μια ιδιαίτερη μουσουλμανική πολιτεία που δημιουργήθηκε στο, υπό βυζαντινή κυριαρχία, μεσογειακό νησί της Κρήτης από εξόριστους Άραβες εξ Ισπανίας, στη δεκαετία του 820. Το Εμιράτο διατηρήθηκε μέχρι την ανακατάληψη του νησιού από τους Βυζαντινούς, το 961. Αναγνώριζε την επικυριαρχία του Χαλιφάτου των Αββασιδών και είχε στενούς δεσμούς με τους Τουλουνίδες της Αιγύπτου, αποτελούσε όμως ντε φάκτο αυτόνομη πολιτεία, με δική της διοίκηση, εμπόριο και κοπή νομισμάτων.

Το Εμιράτο, στα 135 χρόνια της ύπαρξης του, η οποία χαρακτηρίζεται και ως Αραβοκρατία της Κρήτης, αποτελούσε έναν από τους βασικότερους εχθρούς του Βυζαντίου. Η Κρήτη, λόγω της θέσης της, έλεγχε τις θαλάσσιες οδούς της Ανατολικής Μεσογείου και αποτελούσε ορμητήριο των Σαρακηνών πειρατών, οι οποίοι λεηλατούσαν τις περιοχές της νότιας Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία επιχείρησε αρκετές φορές να επανυποτάξει την περιοχή αλλά απέτυχε καταστροφικά. Το τέλος της ιστορίας του Εμιράτου δόθηκε με την ανάκτηση της Κρήτης από τον Νικηφόρο Β´ Φωκά, για να ακολουθήσουν περίπου 250 χρόνια βυζαντινής κυριαρχίας στο νησί.

Προϊστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Κρήτη αποτέλεσε στόχο επιθέσεων από το πρώτο κύμα της μουσουλμανικής επέκτασης στα μέσα του 7ου αιώνα. Υπέστη μια πρώτη επιδρομή το 654 και ξανά το 674/675[1], και τμήματα του νησιού ήταν προσωρινά κατεχόμενα κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Ομεϋάδη χαλίφη Ουαλίντ Α΄ (705-715).[2] Παρ' όλα αυτά το νησί ποτέ δεν κατακτήθηκε και, παρά τις περιστασιακές επιδρομές κατά τον 8ο αιώνα, παρέμεινε υπό σταθερό βυζαντινό έλεγχο.[3] Η Κρήτη ήταν πολύ μακρυά από τις αραβικές βάσεις στο Λεβάντε για να μπορεί να εξαπολυθεί αποτελεσματική εκστρατεία εναντίον της, από τις στρατιωτικές δυνάμεις που βρίσκονταν εκεί.[4]

Κατάκτηση της Κρήτης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σε κάποιο σημείο κατά το δεύτερο μισό της βασιλείας του αυτοκράτορα Μιχαήλ Β΄ (820-829), μια ομάδα εξόριστων από τη μουσουλμανική Ισπανία (αλ-Άνταλους) αποβιβάστηκε στην Κρήτη και ξεκίνησε την κατάκτησή της.[5] Η ομάδα αυτή έφτασε στην Κρήτη μετά από πολλές περιπλανήσεις. Στην παραδοσιακή ιστοριογραφία περιγράφονται ως οι επιζώντες μιας αποτυχημένης εξέγερσης κατά του εμίρη της Κόρδοβας αλ-Χακάμ Α΄, το 818. Μετά την καταστολή της εξέγερσης, οι κάτοικοι του προαστίου αλ-Ραμπάντ εξορίσθηκαν μαζικά από την Ισπανία. Ορισμένοι εγκαταστάθηκαν στο Φες του Μαρόκου, αλλά άλλοι, περί τις 10.000, έγιναν κουρσάροι. Ενισχυμένοι με άλλους Ανδαλούσιους, κατέλαβαν την Αλεξάνδρεια στην Αίγυπτο και την κατείχαν μέχρι το 827, όταν ο Αββασίδης στρατηγός Αμπντ Αλλάχ ιμπν Ταχίρ τους εξεδίωξε.[6][7][8] Όπως τονίζει ο Πολωνός ιστορικός W. Kubiak όμως, η υποτιθέμενη προέλευσή τους από την Κόρδοβα αντικρούεται από άλλες πηγές, που αναφέρουν την παρουσία Ανδαλούσιων κουρσάρων στην Αλεξάνδρεια ήδη από το 798/9, και που θέτουν την κατάληψη της πόλης ήδη το 814. Επιπλέον, ο αρχηγός των Ανδαλούσιων της Κρήτης, Ουμάρ ιμπν Χαφς ιμπν Σουάυμπ ιμπν Ισά αλ-Μπαλούτι (Αμπού Χαφέζ), προερχόταν από ένα μέρος (Φαχς αλ-Μπαλούτ) που βρισκόταν μακριά από την Κόρδοβα.[9]

Ο στόλος των Σαρακηνών πλέει προς την Κρήτη. Μικρογραφία από το χειρόγραφο της Μαδρίτης της ιστορίας του Ιωάννη Σκυλίτζη

Η ακριβής χρονολογία της απόβασης των Ανδαλούσιων στην Κρήτη είναι άγνωστη. Σύμφωνα με τις ισλαμικές πηγές, τοποθετείται συνήθως το 827 ή το 828, μετά την εκδίωξη των Ανδαλουσίων από την Αλεξάνδρεια.[10] Οι βυζαντινές πηγές όμως τοποθετούν την άφιξή τους σύντομα μετά την καταστολή της μεγάλης εξέγερσης του Θωμά του Σλάβου (821-823). Με βάση τις αφηγήσεις των κατοπινών βυζαντινών εκστρατειών ανακατάληψης του νησιού και τα προσωπογραφικά στοιχεία των στρατηγών που ηγήθηκαν των επιχειρήσεων αυτών, άλλοι ιστορικοί όπως ο Βασίλειος Χριστίδης και ο Χρήστος Μακρυπούλιας προτείνουν μια πιο πρώιμη χρονολογία, περί το 824.[11]

Σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας τους με τον Ιμπν Ταχίρ, οι Ανδαλούσιοι και οι οικογένειές τους εγκατέλειψαν την Αλεξάνδρεια, επιβαίνοντας σε 40 πλοία. Ο ιστορικός Warren Treadgold υπολογίζει τους εξόριστους σε 12.000, από τους οποίους περίπου 3.000 θα ήταν μάχιμοι άντρες.[12] Σύμφωνα με τους βυζαντινούς ιστορικούς, οι Ανδαλούσιοι ήταν εξοικειωμένοι με την Κρήτη, καθώς είχαν επιδράμει εκεί στο παρελθόν. Αναφέρουν επίσης ότι η απόβαση των Ανδαλουσίων αρχικά προοριζόταν ως απλή επιδρομή, και μετατράπηκε σε κατακτητικό εγχείρημα όταν ο Αμπού Χαφέζ έκαψε τα πλοία τους. Με δεδομένο ότι οι Ανδαλούσιοι μετέφεραν και τις οικογένειές τους, αυτή η εκδοχή είναι μάλλον μεταγενέστερο εφεύρημα.[10] Το σημείο αποβίβασης των Ανδαλούσιων είναι άγνωστο. Ορισμένοι ιστορικοί το τοποθετούν στη βόρεια ακτή του νησιού, στον Κόλπο της Σούδας ή κοντά στο σημείο όπου ανεγέρθηκε αργότερα η πρωτεύουσά τους, ο Χάνδακας (αραβικά: ربض الخندق‎, rabḍ al-kḫandaq, "Οχυρό της Τάφρου", το σημερινό Ηράκλειο),[10][13] ενώ άλλοι θεωρούν πιθανότερο να αποβιβάστηκαν στη νότια ακτή και κατόπιν να κινήθηκαν προς το πιο πυκνοκατοικημένο εσωτερικό και τη βόρεια ακτή του νησιού.[14][15]

Μόλις ο αυτοκράτορας Μιχαήλ έμαθε για την απόβαση, και προτού οι Ανδαλούσιοι προφθάσουν να στερεώσουν τον έλεγχό τους στο νησί, αντέδρασε και εξαπέλυσε διαδοχικές εκσταρατείες για να το ανακαταλάβει.[16] Οι απώλειες, όμως, που είχε υποστεί το βυζαντινό κράτος κατά την εξέγερση του Θωμά του Σλάβου ελάττωσαν την ικανότητά του να αντιδράσει. Εάν δε η απόβαση όντως συνέβη το 827/828, η ανάγκη της αντιμετώπισης της ταυτόχρονης απόβασης των Αγλαβιδών στην Σικελία και η έναρξη της κατάκτησης[en] του νησιού αυτού, χειροτέρευε περαιτέρω την κατάσταση για τους Βυζαντινούς.[17] Η πρώτη εκστρατεία, υπό τον στρατηγό των Ανατολικών Φωτεινό, και τον Κόμη του Στάβλου[en] Δαμιανό, κρίθηκε σε εκ παρατάξεως μάχη, όπου ηττήθηκαν οι Βυζαντινοί και σκοτώθηκε ο Δαμιανός.[5][16][18] Την επόμενη χρονιά, πραγματοποιήθηκε νέα εκστρατεία η οποία περιλάμβανε 70 πλοία υπό τον στρατηγό των Κιβυρραιωτών Κρατερό. Σειρά αρχικών επιτυχιών κατέστησε τους Βυζαντινούς απρόσεκτους και ο στρατός τους καταστράφηκε σε αφνιδιαστική νυχτερινή επίθεση. Ο Κρατερός κατάφερε να ξεφύγει στην Κω, αλλά οι Ανδαλούσιοι τον κατεδίωξαν και τον σταύρωσαν εκεί.[19][20] Ο Μακρυπούλιας θεωρεί ότι αυτές οι εκστρατείες έλαβαν χώρα προτού οι Άραβες ολοκληρώσουν την ανέγερση του Χάνδακα, όπου μετέφεραν την πρωτεύουσα του νησιού από τη Γόρτυνα.[21]

Το «πειρατικό» εμιράτο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Σαρακηνοί σφαγιάζουν σε νυχτερινή επιδρομή Βυζαντινούς που κοιμούνται.

Αφού απέκρουσε τις πρώτες βυζαντινές επιθέσεις, ο Αμπού Χαφέζ σταδιακά εδραίωσε την κυριαρχία του στο νησί.[20] Αναγνώρισε την επικυριαρχία του Χαλιφάτου των Αββασιδών, αλλά κυβερνούσε ντε φάκτο ως ανεξάρτητος ηγεμόνας.[10] Η κατάκτηση του νησιού αποτέλεσε γεγονός μεγίστης σημασίας, αφού ανέτρεψε την ναυτική ισορροπία στην ανατολική Μεσόγειο και άνοιξε στους μουσουλμανικούς στόλους τις πύλες του Αιγαίου.[22]

Οι Ανδαλούσιοι κατέλαβαν επίσης και μέρος των Κυκλάδων, αλλά ο Μιχαήλ οργάνωσε άλλη μια στρατιωτική επιχείρηση, συμπεριλαμβανόμενης της στρατολογίας ενός νέου πεζοναυτικού σώματως, των «Τεσσαρακοντάριων», και της ναυπήγησης νέων πλοίων. Υπό την ηγεσία του ναυάρχου Ωορύφα, ο στόλος αυτός κατάφερε να ανακτήσει τις Κυκλάδες, αλλά δεν μπόρεσε να ανακαταλάβει την Κρήτη.[23][24] Ο διάδοχoς του Μιχαήλ, Θεόφιλος (829-842), έστειλε διπλωματική αντιπροσωπία στον εμίρη Αμπντ αρ-Ραχμάν Β΄ της Κόρδοβας προτείνοντας κοινή δράση κατά των Ανδαλούσιων εξορίστων, αλλά πέτυχε μόνο τη συναίνεση του εμίρη σε βυζαντινές επιθετικές ενέργειες κατά της Κρήτης.[10] Τον Οκτώβριο του 829 οι Σαρακηνοί της Κρήτης διέλυσαν τον αυτοκρατορικό στόλο στη ναυμαχία της Θάσου, αναιρώντας τις επιτυχίες του Ωορύφα και καθιστώντας το Αιγαίο έρμαιο των επιδρομών τους.[25][26][27] Έτσι οι Σαρακηνοί της Κρήτης επιτέθηκαν στην Εύβοια (περ. 835–840), τη Λέσβο (837), και τα παράλια του Θέματος Θρακησίων όπου κατέστρεψαν το μοναστικό κέντρο του Όρους Λάτμου. Ωστόσο ηττήθηκαν από τον τοπικό στρατηγό, Κωνσταντίνο Κοντομύτη.[10][28][29]

Μετά τον θάνατο του Θεόφιλου το 842, πάρθηκαν νέα μέτρα για να αντιμετωπιστεί ο κίνδυνος από το νέο καθεστώς. Έτσι το 843 ιδρύθηκε ένα νέο ναυτικό θέμα, του Αιγαίου Πελάγους, για να αντιμετωπιστούν οι επιδρομές των Σαρακηνών. Επίσης οργανώθηκε νέα στρατιωτική επιχείρηση υπό την ηγεσία του λογοθέτη και αντιβασιλέα Θεόκτιστου. Αν και οι Βυζαντινοί κατάφεραν να καταλάβουν ένα μεγάλο τμήμα του νησιού, ο Θεόκτιστος αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την επιχείρηση λόγω πολιτικών ερίδων στην Κωνσταντινούπολη. Στην απουσία του, οι στρατιώτες του ηττήθηκαν κατά κράτος από τους Άραβες.[30][31] Σε μια προσπάθεια να πλήξουν έμμεσα τους Σαρακηνούς, το 853, οι Βυζαντινοί εξαπέλυσαν σειρά ναυτικών επιδρομών στην ανατολική Μεσόγειο, με πιο αξιοσημείωτη την άλωση της Δαμιέττας, όπου πήραν λάφυρα εξοπλισμό που προοριζόταν για την Κρήτη.[10][26] Παρά κάποιες βυζαντινές επιτυχίες κατά των Αράβων τα επόμενα χρόνια όμως, οι Σαρακηνοί της Κρήτης τη δεκαετία του 860 συνέχισαν τις λεηλασίες τους με επιθέσεις στην Πελοπόννησο, τις Κυκλάδες και τη χερσόνησο του Άθω.[10][32] Το 866 ο καίσαρας Βάρδας συγκρότησε μεγάλη ναυτική δύναμη για να κυριεύσει το νησί, αλλά η δολοφονία του από τον Βασίλειο Α΄, δύο εβδομάδες μετά την αναχώρηση του από την πρωτεύουσα, οδήγησε στην ακύρωση της αποστολής.[33][34]

Ο Νικήτας Ωορυφάς βασανίζει τους αιχμάλωτους Σαρακηνούς

Στις αρχές της δεκαετίας του 870, οι επιδρομές των Σαρακηνών της Κρήτης έλαβαν μεγαλύτερες διαστάσεις: οι στόλοι τους, συχνά διοικούμενοι από βυζαντινούς εξωμότες, έφτασαν μεχρι τις ακτές της Δαλματίας.[10] Περί το 873 οι Κρήτες πειρατές, υπό τον αποστάτη Φώτιο, έφτασαν μέχρι την Προποντίδα και επιτέθηκαν στην Προκόννησο, η πρώτη φορά μετά την δεύτερη αραβική πολιορκία της Κωνσταντινούπολης που ένας μουσουλμανικός στόλος έφτασε τόσο κοντά στην Κωνσταντινούπολη. Κατά την επιστροφή τους, ωστόσο, υπέστησαν βαριά ήττα από τον νέο βυζαντινό ναύαρχο, Νικήτα Ωορυφά, στην Ναυμαχία της Καρδίας. Λίγο αργότερα, ο Ωορυφάς ξανανίκησε τους Κρήτες στην Μάχη του Ισθμού της Κορίνθου και έπιασε πολλούς αιχμαλώτους, τους οποίους βασάνισε σε αντίποινα για τις επιδρομές τους.[10][35] Την ίδια περίπου περίοδο ο μουσουλμανικός στόλος της Ταρσού καταστράφηκε σε επιδρομή στη Χαλκίδα.[36] Οι βυζαντινές αυτές επιτυχίες φαίνεται ότι οδήγησαν σε σύναψη προσωρινής ανακωχή μεταξύ του εμιράτου και της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, με τον εμίρη Σαΐπη (Σουάιμπ ιμπν Ουμάρ) να πληρώνει φόρο υποτέλειας στο Βυζάντιο για περίπου μια δεκαετία.[37]

Ωστόσο οι επιδρομές επαναλήφθηκαν λίγο αργότερα, και σε αυτές συμμετείχαν τώρα και βορειοαφρικανικές και συριακές δυνάμεις.[38] Η Πελοπόννησος, αλλά και η Εύβοια και οι Κυκλάδες επλήγησαν περισσότερο από τις επιδρομές αυτές. Η Πάτμος, η Κάρπαθος, και το Σώκαστρο περιήλθαν υπό τον έλεγχο των Κρητών Σαρακηνών, και η ηγεμονία τους εκτεινόταν ως την Αίγινα στο βορρά και την Ελαφόνησο και τα Κύθηρα στα δυτικά. Το μεγάλο νησί της Νάξου, πιθανότατα μαζί με τα γειτονικά νησιά της Πάρου και της Ίου, αναγκάστηκε να καταβάλει κεφαλικό φόροτζιζίγια») ως σημάδι υποτέλειας. Καθώς όμως η ισλαμική παρουσία γενικά άφησε λίγα υλικά ή λογοτεχνικά ίχνη, ο πραγματικός κατάλογος των νησιών που κατά καιρούς πέρασαν υπό αραβικό έλεγχο είναι πολύ πιθανό να ήταν μεγαλύτερος.[39][40] Οι επιθέσεις αυτές προκάλεσαν αίσθηση στην περιοχή του Αιγαίου, όπου ολόκληρα νησιά ερήμωσαν και παράκτιες περιοχές εγκαταλήφθηκαν σε αναζήτηση ασφαλέστερου καταφυγίου στην ενδοχώρα.[41] Η Αθήνα πιθανότατα καταλήφθηκε την περίοδο 896-902[3] και, το 904, μεγάλος συριακός στόλος, υπό την ηγεσία του Λέοντα του Τριπολίτη, λεηλάτησε τη δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, Θεσσαλονίκη. Οι Σαρακηνοί της Κρήτης συνεργάστηκαν στενά με τους Σύριους, που συχνά χρησιμοποιούσαν την Κρήτη ως βάση για τις επιχειρήσεις τους. Έτσι, κατά την επιστροφή του στόλου από τη Θεσσαλονίκη, 20.000 Θεσσαλονικιοί πωλήθηκαν ή δωρήθηκαν ως σκλάβοι στην Κρήτη.[39][42] Το εμιράτο της Κρήτης δέχτηκε υποστήριξη και από τους αυτόνομους Τουλουνίδες κυβερνήτες της Αιγύπτου, ωστόσο οι Ιχσιδίδες που τους διαδέχτηκαν δεν υποστήριξαν στον ίδιο βαθμό το νησί.[43] Το 911 μια ακόμα μεγάλη βυζαντινή επιχείρηση ανακατάκτησης εξαπολύθηκε υπό τον Ιμέριο, ωστόσο οι δυνάμεις του αναγκάστηκαν να αποχωρήσουν από το νησί μετά από μερικούς μήνες. Στη διάρκεια της επιστροφής ο βυζαντινός στόλος διαλύθηκε απο τον συριακό στόλο, σε ναυμαχία στη Χίο.[39][44][45][46]

Βυζαντινή ανακατάληψη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πολιορκία του Χάνδακα, μικρογραφία από την ιστορία του Σκυλίτζη

Η πειρατική δράση του εμιράτου έφτασε νέα ύψη τις δεκαετίες του 930 και του 940, με καταστροφικές συνέπειες για τη νότια Ελλάδα, τον Άθω, και τα δυτικά παράλια της Μικράς Ασίας. Έτσι ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Ζ΄ (913-920, 944-959) εξαπέλυσε άλλη μια στρατιωτική επιχείρηση για να καταλάβει το νησί το 949. Ωστόσο για μία ακόμα φορά οι Βυζαντινοί ηττήθηκαν σε αιφνιδιαστική επίθεση, κάτι που τα βυζαντινά χρονικά αποδίδουν στην ανικανότητα του ευνούχου στρατηγού Κωνσταντίνου Γογγύλη.[39][47][48] Απτόητος, ο αυτοκράτορας προς τα τέλη της βασιλείας του άρχισε να οργανώνει νέα εκστρατεία, η οποία τελικά διεξήχθη από τον διάδοχό του, Ρωμανό Β´ (959-963). Ο Ρωμανός όρισε τον μετέπειτα αυτοκράτορα Νικηφόρο Φωκά ως αρχηγό της επιχείρησης. Αυτός αναχώρησε ως επικεφαλής τεράστιας στρατιωτικής δύναμης από την Κωνσταντινούπολη, τον Ιούνιο ή Ιούλιο του 960. Φτάνοντας στο νησί, κατέβαλε την αρχική μουσουλμανική αντίσταση, και ξεκίνησε την πολιορκία του Χάνδακα, η οποία διήρκεσε όλο τον χειμώνα και έληξε με νίκη των Βυζαντινών και κατάληψη της πόλης, στις 6 Μαρτίου.[39][49]

Η πόλη λεηλατήθηκε, τα τζαμιά της καταστράφηκαν και τα τείχη της γκρεμίστηκαν. Ο μουσουλμανικός πληθυσμός σφαγιάστηκε ή πωλήθηκε σε σκλαβοπάζαρα. Ο τελευταίος εμίρης του νησιού Αμπντ αλ-Αζίζ ιμπν Σουάιμπ (Κουρουπάς) και ο γιος του αλ-Νουμάν (Ανεμάς) στάλθηκαν ως αιχμάλωτοι στην Κωνσταντινούπολη, όπου ο Φωκάς τέλεσε θρίαμβο.[39][50] Η Κρήτη μετατράπηκε σε βυζαντινό θέμα, και ο επιζών μουσουλμανικός πληθυσμός προσηλυτίστηκε στον Χριστιανισμό από ιεραποστόλους όπως ο Νίκων ο Μετανοείτε. Μεταξύ των προσήλυτων ήταν και ο πρίγκιπας Ανεμάς, ο οποίος εντάχθηκε στον βυζαντινό στρατό και σκοτώθηκε στην Πολιορκία του Δορόστολου το 971, εναντίον των Ρως.[50][51][52]

Εσωτερική ιστορία και επίδραση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Αραβοκρατία της Κρήτης παραμένει μια σχετικά σκοτεινή περίοδος λόγω της έλλειψης επαρκών πηγών για την εσωτερική ιστορία του εμιράτου. Επιπλέον, πέρα από ορισμένα τοπωνύμια που θυμίζουν την παρουσία των Σαρακηνών, δεν σώζονται αρχαιολογικά απομεινάρια της περιόδου, πιθανώς λόγω στοχευμένης βυζαντινής εκστρατείας καταστροφής τους μετά το 961.[53] Το γεγονός αυτό έχει επηρεάσει τον τρόπο που αντιμετωπίζεται το εμιράτο στην έρευνα: οι ιστορικοί, αναγκασμένοι να βασιστούν κυρίως σε βυζαντινές πηγές, παραδοσιακά το θεωρούν υπό βυζαντινό πρίσμα ως μια κατ'εξοχήν «πειρατική φωλιά», που επιβίωνε δια της πειρατείας και του δουλεμπορίου, και τίποτε άλλο.[39][54]

Η εικόνα που παρουσιάζεται στις λίγες και σκόρπιες αναφορές από τον ισλαμικό κόσμο, από την άλλη, είναι αυτή ενός οργανωμένου κράτους με ομαλή οικονομία, νομισματική κυκλοφορία, και εκτεταμένους εμπορικούς δεσμούς, ενώ υπάρχουν ενδείξεις ότι ο Χάνδακας ήταν πολιτισμικό κέντρο κάποιας σημασίας.[55][56] Τα ευάριθμα ευρήματα χρυσών, αργυρών, και χάλκινων νομισμάτων, σχεδόν σταθερού βάρους και σύνθεσης, πιστοποιούν μια εύρωστη οικονομία και υψηλό επίπεδο διαβίωσης.[57] Η οικονομία βασιζόταν στο εκτεταμένο εμπόριο με τον υπόλοιπο ισλαμικό κόσμο, και ιδιαίτερα με την Αίγυπτο, και σε μια ανθούσα γεωργία: η ανάγκη συντήρησης ενός ανεξάρτητου κράτους, καθώς και η πρόσβαση στις αγορές του ισλαμικού κόσμου, οδήγησαν στην εντατικοποίηση της καλλιέργειας. Είναι δε πιθανό η περίοδος της Αραβοκρατίας να είδε την εισαγωγή του ζαχαροκάλαμου στην Κρήτη.[58]

Η τύχη των χριστιανών κατοίκων μετά την ισλαμική κατάκτηση είναι άγνωστη. Η παραδοσιακή άποψη είναι ότι είτε προσηλυτίστηκαν είτε εκδιώχθηκαν.[20] Υπάρχουν όμως ενδείξεις στις μουσουλμανικές πηγές για συνεχιζόμενη παρουσία Χριστιανών στην Κρήτη ως υποτελούς ομάδας. Οι ίδιες πηγές όμως τονίζουν ότι οι Μουσουλμάνοι, είτε απόγονοι των Ανδαλούσιων, είτε πιο πρόσφατοι μετανάστες, είτε προσήλυτοι, αποτελούσαν σαφή πλειοψηφία.[59] Επιπλέον υπάρχουν ενδείξεις για εσωτερικές διαιρέσεις στο νησί, με τον Θεοδόσιο τον Διάκονο να αναφέρει ότι κατά την πολιορκία του Χάνδακα ήρθαν Κρήτες από την ορεινή ενδοχώρα για να αντιμετωπίσουν τον Νικηφόρο Φωκά, υπό τον ηγεμόνα τους Καραμούντη.[60] Φαίνεται ότι ο βυζαντινός, χριστιανικός πληθυσμός της υπαίθρου αφέθηκε σχετικά ανέπαφος, ενώ οι Μουσουλμάνοι (συμπεριλαμβανωμένων των ντόπιων προσηλύτων) επικρατούσαν στις πόλεις.[56]

Κατάλογος ηγεμόνων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η διαδοχή των εμίρηδων της Κρήτης προκύπτει από τις αραβικές και βυζαντινές πηγές, αλλά κατά κύριο λόγο από τα νομίσματά τους. Οι χρονολογίες τους ως εκ τούτου είναι κατά προσέγγιση μόνο:[61][62]

Ηγεμόνας Όνομα στις βυζαντινές πηγές Διακυβέρνηση
Αμπού Χαφς Ουμάρ (Α΄) αλ-Ικριτίσι Ἀπόχαψ/Ἀπόχαψις 827/828 – περ. 855
Σουάιμπ (Α΄) ιμπν Ουμάρ Σαΐπης/Σαῆτ περ. 855–880
Αμπού Αμπντ Αλλάχ Ουμάρ (Β΄) ιμπν Σουάιμπ Βαβδέλ περ. 880–895
Μουχάμαντ ιμπν Σουάιμπ αλ-Ζαρκούν Ζερκουνῆς περ. 895–910
Γιουσούφ ιμπν Ουμάρ ιμπν Σουάιμπ περ. 910–915
Αλί ιμπν Γιουσούφ ιμπν Ουμάρ περ. 915–925
Αχμάντ ιμπν Ουμάρ περ. 925–940
Σουάιμπ (Β΄) ιμπν Αχμάντ 940–943
Αλί ιμπν Αχμάντ 943–949
Αμπντ αλ-Αζίζ ιμπν Σουάιμπ Κουρουπᾶς 949–961

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Treadgold 1997, σελίδες 313, 325.
  2. Canard 1986, σελ. 1082.
  3. 3,0 3,1 Miles 1964, σελ. 10.
  4. Treadgold 1997, σελ. 378.
  5. 5,0 5,1 Makrypoulias 2000, σελίδες 347–348.
  6. Canard 1986, σελίδες 1082–1083.
  7. Miles 1964, σελίδες 10–11.
  8. Christides 1981, σελίδες 89–90.
  9. Kubiak 1970, σελίδες 51–52, ειδ. σημ. 3.
  10. 10,0 10,1 10,2 10,3 10,4 10,5 10,6 10,7 10,8 10,9 Canard 1986, σελ. 1083.
  11. Makrypoulias 2000, σελίδες 348–351.
  12. Treadgold 1988, σελίδες 251, 253.
  13. Treadgold 1988, σελ. 253.
  14. Makrypoulias 2000, σελ. 349.
  15. Miles 1964, σελ. 11.
  16. 16,0 16,1 Christides 1981, σελ. 89.
  17. Treadgold 1988, σελίδες 250–253, 259–260.
  18. Treadgold 1988, σελίδες 253–254.
  19. Makrypoulias 2000, σελίδες 348, 351.
  20. 20,0 20,1 20,2 Treadgold 1988, σελ. 254.
  21. Makrypoulias 2000, σελίδες 349–350.
  22. Makrypoulias 2000, σελίδες 347, 357 κ.ε..
  23. Makrypoulias 2000, σελίδες 348–349, 357.
  24. Treadgold 1988, σελίδες 255, 257.
  25. Miles 1964, σελ. 9.
  26. 26,0 26,1 Christides 1981, σελ. 92.
  27. Treadgold 1988, σελ. 268.
  28. Christides 1981, σελίδες 92, 93.
  29. Treadgold 1988, σελίδες 324–325.
  30. Makrypoulias 2000, σελ. 351.
  31. Treadgold 1997, σελ. 447.
  32. Treadgold 1997, σελ. 451.
  33. Makrypoulias 2000, σελίδες 351–352.
  34. Treadgold 1997, σελ. 453.
  35. Wortley 2010, σελίδες 147–148.
  36. Christides 1981, σελ. 93.
  37. Canard 1986, σελίδες 1083–1084.
  38. Miles 1964, σελίδες 6–8.
  39. 39,0 39,1 39,2 39,3 39,4 39,5 39,6 Canard 1986, σελ. 1084.
  40. Christides 1981, σελίδες 95–97.
  41. Christides 1981, σελ. 82.
  42. Treadgold 1997, σελ. 467.
  43. Christides 1981, σελ. 83.
  44. Makrypoulias 2000, σελίδες 352–353.
  45. Christides 1981, σελ. 94.
  46. Treadgold 1997, σελ. 470.
  47. Makrypoulias 2000, σελίδες 353–356.
  48. Treadgold 1997, σελ. 489.
  49. Treadgold 1997, σελίδες 493–495.
  50. 50,0 50,1 Treadgold 1997, σελ. 495.
  51. Canard 1986, σελίδες 1084–1085.
  52. Kazhdan 1991, σελ. 96.
  53. Miles 1964, σελίδες 11, 16–17.
  54. Christides 1981, σελίδες 78–79.
  55. Miles 1964, σελίδες 15–16.
  56. 56,0 56,1 Christides 1981, σελ. 98.
  57. Christides 1984, σελίδες 33, 116–122.
  58. Christides 1984, σελίδες 116–118.
  59. Christides 1984, σελίδες 104–109.
  60. Miles 1964, σελ. 15.
  61. Miles 1964, σελίδες 11–15.
  62. Canard 1986, σελ. 1085.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]