Εμιράτο της Κρήτης

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Εμιράτο της Κρήτης
Iqritish

824/27–961
Πρωτεύουσα Χάνδακας
Γλώσσες Ελληνικά, Αραβικά
Θρησκεία Σουνίτες, Ισλάμ
Πολίτευμα Μονάρχης
Πρόεδρος
 -  820-855 Αμπού Χαφέζ
Ιστορική εποχή Μεσαίωνας
 -  Άφιξη Ανδαλούσιων στην Κρήτη 824/27
 -  Βυζαντινή κατάκτηση 961
Σήμερα Flag of Greece.svg Ελλάδα

Το Εμιράτο της Κρήτης ήταν μια μουσουλμανική πολιτεία στο Μεσογειακό νησί της Κρήτης από το 820 έως την επανακατάληψή του από την Βυζαντινή Αυτοκρατορία το 961. Παρόλο που η πολιτεία αναγνώριζε τη φεουδαρχία του Χαλιφάτου των Αββασιδών και διατηρούσε στενούς δεσμούς με τους Τολουνίδες της Αιγύπτου, ήταν ντε φάκτο ανεξάρτητο.

Μια ομάδα Ανδαλούσιων εξόριστων κατέκτησαν την Κρήτη από την Βυζαντινή Αυτοκρατορία το 824 και την καθιέρωσαν γρήγορα ως ανεξάρτητη πολιτεία. Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία επιχείρησε αρκετές φορές να υποτάξει την περιοχή αλλά απέτυχε καταστροφικά. Το Εμιράτο και στα 135 χρόνια της ύπαρξης του αποτελούσε έναν από τους βασικότερους εχθρούς του Βυζαντίου. Η Κρήτη έλεγχε τις θάλασσες της Ανατολικής Μεσογείου και αποτελούσε βάση για τους μουσουλμάνους κουρσάρους από την Ανατολή, οι οποίοι λεηλατούσαν τις περιοχές της νότιας Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Το τέλος της ιστορίας του Εμιράτου δόθηκε με την κατάκτηση της Κρήτης από τον Νικηφόρο Β´ Φωκά και την επανένταξη της περιοχής στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία.[1]

Ιστορια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Κρήτη αποτελούσε στόχο μουσουλμανικών επιθέσεων από το πρώτο κύμα της μουσουλμανικής επέκτασης στα μέσα του 7ου αιώνα. Υπέφερε από την πρώτη έφοδο το 654 και ξανά το 674/675[2], και τμήματα του νησιού ήταν προσωρινά κατεχόμενα κατά την διάρκεια της βασιλείας του Ουαλίντ Α΄ του Χαλιφάτου των Ομεϋαδών.[3] Παρ' όλα αυτά το νησί ποτέ δεν κατακτήθηκε και παρά μερικές επιδρομές τον 8ο αιώνα παρέμεινε υπό βυζαντινό έλεγχο.[4] Η Κρήτη ήταν πολύ μακρυά από τις αραβικές βάσεις στο Λεβάντε για να πληχθεί από τις στρατιωτικές δυνάμεις που βρίσκονταν εκεί.

Κατάκτηση της Κρήτης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σε κάποια περίοδο του δεύτερου μισού της βασιλείας του Μιχαήλ Β΄ μια ομάδα Ανδαλούσιων εξόριστων από τη Μουσουλμανική Ισπανία έφθασαν στην Κρήτη και ξεκίνησαν την κατάκτησή της.[5] Η ομάδα αυτή είχε ταλαιπωρηθεί στη θάλασσα και ήταν επιζώντες μιας αποτυχημένης εξέγερσης έναντι του Αλ-Χακάμ Α΄ του Χαλιφάτου της Κόρδοβας το 818. Η ακριβής χρονολογία της άφιξης των εξόριστων στην Κρήτη είναι ανακριβής. Σύμφωνα με μουσουλμανικές πηγές έγινε πιθανότατα το 827 ή το 828, μετά την απέλασή τους από την Αλεξάνδρια.[6] Οι βυζαντινές πηγές ωστόσο τοποθετούν την άφιξή τους μετά την κατάπνιξη της μεγάλης επανάστασης του Θωμά του Σλάβου (821-823).

Ο Σαρακηνός στόλος πλέει προς την Κρήτη.

Τα καράβια των Ανδαλούσιων είχαν μέσα 12.000 άτομα, από τα οποία οι 3.000 ήταν οπλισμένοι στρατιώτες.[7] Σύμφωνα με Βυζαντινούς ιστορικούς οι Ανδαλούσιοι γνώριζαν ήδη την κρητική γη από τις επιδρομές στο παρελθόν. Επίσης ισχυρίζονται ότι η αραβική επίθεση προορίζονταν ως λεηλασία. Η τοποθεσία απόβασης των Ανδαλούσιων είναι αβέβαιη. Κάποιοι υποστηρίζουν ότι ήταν ο Κόλπος Σούδας, άλλοι κοντά στον Χάνδακα (σημερινό Ηράκλειο), όπου αργότερα χτίστηκε το κάστρο,[6][8] και άλλοι το νότιο τμήμα της χώρας, από το οποίο εξαπλώθηκαν στο πυκνοκατοικημένο βόρειο τμήμα.[9][10]

Όταν ο αυτοκράτορας ενημερώθηκε για την αραβική απόβαση στο νησί και πριν οι Ανδαλούσιοι εξασφαλίσουν τον πλήρη έλεγχο του έστειλε στρατεύματα για να ανακαταλάβουν την νήσο.[11] Ζημιές κατά την διάρκεια της εξέγερσης του Θωμά του Σλάβου επιβάρυναν ακόμα περισσότερο την θέση της αυτοκρατορίας και αν η απόβαση γινόταν το 827/28 τα πράγματα θα ήταν ακόμα δυσκολότερα λόγω της εκστρατεία της Σικελίας από τους Αγλαβίδες της Τυνισίας.[12] Έτσι οι προσπάθειες διάσωσης της Κρήτης από τον Αραβικό ζυγό απέτυχαν και οδήγησαν στην πτώση της Κρήτης σε ξένα χέρια.

Το «πειρατικό» εμιράτο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Σαρακηνοί Κρητικοί σφαγιάζουν σε νυχτερινή επιδρομή Βυζαντινούς που κοιμούνται.

Ο Αμπού Χαφέζ απέκρουσε τις πρώτες βυζαντινές επιθέσεις και τελικά εδραίωσε την κυριαρχία του στο νησί.[13] Αναγνώριζε ωστόσο την κυριαρχία του Χαλιφάτου των Αββασιδών και έτσι δρούσε ως ντε φάκτο πρίγκηπας της Κρήτης.[6] Η κυριαρχία του νησιού ήταν επιχείρηση μεγάλης σημασίας καθώς καθόριζε την ναυτική ισορροπία δύναμης στην Ανατολική Μεσόγειο και άνοιγε τον δρόμο των μουσουλμάνων πειρατών για λεηλασίες στα παράλια του Αιγαίου.[14] Οι Ανδαλούσιοι κατέλαβαν επίσης και ένα μέρος των Κυκλάδων αλλά ο Μιχαήλ ο Β` οργάνωσε μια στρατιωτική επιχείρηση η οποία στέφθηκε με επιτυχία συνεπώς οι περιοχές των Κυκλάδων επέστρεψαν στην Βυζαντινή Αυτοκρατορία, αλλά δε μπόρεσε να ανακαταλάβει την Κρήτη.[15][16] Ο διάδοχος του Μιχαήλ, Θεόφιλος, έστειλε διπλωματική αντιπροσωπία στον εμίρη Αμπντ-Αρ-Ραχμάν Β' της Κόρδοβας για να κερδίσει την στρατιωτική υποστήριξη της περιοχής έναντι της Κρήτης. Ωστόσο πέτυχε να κερδίσει μόνο την συναίνεση του εμίρη σε κάθε πράξη κατά της Κρήτης.[6] Τον Οκτώβριο του 829 το εμιράτο της Κρήτης διέλυσε τον αυτοκρατορικό στόλο στην μάχη της Θάσου ανοίγοντας ακόμα περισσότερο τον δρόμο των πειρατών προς το Αιγαίο.[17][18][19] Έτσι οι Σαρακηνοί της Κρήτης επιτέθηκαν στην Εύβοια (περ. 835–840), τη Λέσβο (837) και τα παράλια του Θέματος Θρακησίων όπου κατέστρεψαν το μοναστηριακό κέντρο του Λάτμου. Ωστόσο ηττήθηκαν από τον Βυζαντινό στρατηγό Κωνσταντίνο Κοντομύτη.[6][20][21]

Μετά τον θάνατο του Θεόφιλου το 842, νέα μέτρα πάρθηκαν για να αντιμετωπιστεί ο κίνδυνος από το νέο καθεστώς. Έτσι το 843 ιδρύθηκε ένα νέο ναυτικό θέμα εκείνο του Αιγαίου Πελάγους για να αντιμετωπιστούν οι σαρακηνές επιδρομές. Επίσης οργανώθηκε νέα στρατιωτική επιχείρηση υπό την ηγεσία του ισχυρού λογοθέτη και αντιβασιλέα Θεόκτιστου. Αν και το στράτευμα κατάφερε να καταλάβει ένα μεγάλο τμήμα του νησιού ο Θεόκτιστος αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την επιχείρηση λόγω πολιτικών ερίδων στην Κωνσταντινούπολη οδηγώντας έτσι τους στρατιώτες του σε σφαγή από τους Άραβες.[22][23] Σε μια προσπάθεια να εξασθενίσουν τους Σαρακηνούς το 853, συγκροτήθηκε ένας μεγάλος βυζαντινός στόλος που επιτέθηκε στην αιγυπτιακή ναυτική βάση Νταμιέτα απ' όπου εξοπλίζονταν με πολεμικό εξοπλισμό το εμιράτο.[6][18] Παρά κάποιες βυζαντινές επιτυχίες κατά των Αράβων τα επόμενα χρόνια, οι Σαρακηνοί της Κρήτης συνέχισαν τις λεηλασίες με επιθέσεις στην Πελοπόννησο, τις Κυκλάδες και το Άθως.[6][24] Το 866 ο βυζαντινός αξιωματούχος Βάρδας συγκρότησε μια μεγάλη ναυτική δύναμη για να κυριεύσει το νησί αλλά η δολοφονία του από τον Βασίλειο Α΄ δύο εβδομάδες μετά την αναχώρηση του από την πρωτεύουσα οδήγησε στην ακύρωση της αποστολής.[25][26]

Ο Ωορύφας βασανίζει τους αιχμάλωτους Σαρακηνούς

Στις αρχές του 870 οι σαρακηνές λεηλασίες έλαβαν μεγαλύτερες διαστάσεις. Παρατηρήθηκαν επιθέσεις μέχρι και στης ακτές της Δαλματίας. Αραβικές δυνάμεις από την Κρήτη έφτασαν και μέχρι την Θάλασσα του Μαρμαρά συγκεκριμένα στο νησί Προκόννησος, η πρώτη φορά μετά την δεύτερη αραβική Πολιορκία της Κωνσταντινούπολης που ένας μουσουλμανικός στόλος έφτασε τόσο κοντά στην Κωνσταντινούπολη.[6] Το 873 και 874 ωστόσο υπέστησαν και δύο σημαντικές ήττες από τις βυζαντινές δυνάμεις υπό τον Νικήτα Ωορύφα Β΄. Μετά την μάχη ο Ωορύφας φυλάκισε μεγάλο αριθμό μουσουλμάνων του οποίους βασάνισε σε εκδίκηση για τις λεηλασίες έναντι της αυτοκρατορίας.[6][27] Την ίδια περίοδο ο μουσουλμανικός στόλος της Τάρσου καταστράφηκε στην Χαλκίδα.[28] Οι βυζαντινές αυτές νίκες οδήγησαν σε σύναψη προσωρινής συνθήκης μεταξύ του εμιράτου και της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας με τον εμίρη της Κρήτης να πληρώνει φόρο τιμής στο Βυζάντιο για μια δεκαετία.[29]

Ωστόσο οι λεηλασίες συνεχίστηκαν λίγο αργότερα, με τους Σαρακηνούς της Κρήτης να συνδράμουν και βορειοαφρικανικές και συριακές δυνάμεις.[30] Η Εύβοια, οι Κυκλάδες και κυρίως η Πελοπόννησος πλήχτηκαν περισσότερο από τις λεηλασίες αυτές. Το νησί της Πάτμου ήρθε υπό τον έλεγχο του εμιράτου, η Νάξος και τα γειτονικά νησιά Ίος και Πάρος αναγκάστηκαν να πληρώνουν φόρο τιμής. H Ελαφόνησος και τα Κύθηρα στο νότιο άκρο της Πελοποννήσου επίσης έπεσαν υπό σαρακηνικό έλεγχο. Δεδομένου ότι η μουσουλμανική παρουσία άφηνε γενικά ελάχιστα ίχνη, ο αριθμός των νησιών που είχαν καταληφθεί ίσως είναι μεγαλύτερος.[31][32] Οι επιθέσεις αυτές προκάλεσαν αίσθημα φόβου στην περιοχή του Αιγαίου όπου κάτοικοι ερήμωναν ολόκληρα νησιά και παράκτιες περιοχές, σε αναζήτηση ασφαλέστερου καταφυγίου στην ενδοχώρα.[33] Η Αθήνα πιθανότατα να καταλήφθηκε την περίοδο 896-902[4] και το 904 ένας μεγάλος συριακός στόλος, υπό τις οδηγίες του Λέοντα του Τριπολίτη, λεηλάτησε τη δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της Αυτοκρατορίας τη Θεσσαλονίκη. Οι Σαρακηνοί της Κρήτης συνεργάστηκαν στενά με τους Σύριους που συχνά χρησιμοποιούσαν την Κρήτη ως βάση για τις επιχειρήσεις τους. Κατά τη διάρκεια επιστροφής του στόλου από την λεηλατημένη πλέον Θεσσαλονίκη, 20.000 Θεσαλονικοί πωλήθηκαν ή δωρήθηκαν ως σκλάβοι στη Κρήτη.[31][34] Το εμιράτο δέχτηκε υποστήριξη και από τους Τολουνίδες της Αιγύπτου, ωστόσο οι Ιχσιδίδες που τους διαδέχτηκαν δεν υποστήριξαν αργότερα το Εμιράτο της Κρήτης.[35] Το 911 μια ακόμα μεγάλη επιχείρηση ξεκίνησε από το Βυζάντιο εναντίον του εμιράτου υπό τον Ιμέριο ωστόσο οι δυνάμεις του αναγκάστηκαν να αποχωρήσουν από το νησί μετά από ένα μήνα. Στη διάρκεια της επιστροφής ο στόλος του διαλύθηκε σε ναυμαχία στη Χίο από Συριακό στόλο.[31][36][37][38]

Βυζαντινή ανακατάληψη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πολιορκία του Χάνδακα.

Η πειρατεία αυξήθηκε σημαντικά στην Κρήτη το 930-940 εξαθλιώνοντας τις συνθήκες ζωής στο Αιγαίο και τα παράλια της Μικράς Ασίας. Έτσι ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Ζ΄ ξεκίνησε μια στρατιωτική επιχείρηση για να καταλάβει το νησί το 949. Ωστόσο η αιφνίδια επίθεση των Βυζαντινών τους οδήγησε σε ήττα, κάτι που τα βυζαντινά χρονικά αποδίδουν στην ανικανότητα του ευνούχου στρατηγού Κωνσταντίνου Γογγύλη.[31][39][40] Ο αυτοκράτορας όμως δεν τα παράτησε και προς τα τέλη της εξουσίας του άρχισε να οργανώνει άλλη μια επίθεση η οποία διεξήχθη από τον διάδοχο του Ρωμανό Β´. Ο Ρωμανός όρισε τον Νικηφόρο Β´ Φωκά ως αρχηγό της επιχείρησης. Αυτός αναχώρησε ως επικεφαλής μίας τεράστιας στρατιωτικής δύναμης από την Κωνσταντινούπολη τον Ιούνιο ή Ιούλιο του 961 και φτάνοντας στο νησί νίκησε την αρχική μουσουλμανική αντεπίθεση, ξεκινώντας έτσι την πολιορκία του Χάνδακα, η οποία έληξε τον χειμώνα του 961 με νίκη των Βυζαντινών και κατάληψη της πόλης στις 6 Μαρτίου.[31][41]

Η πόλη λεηλατήθηκε, τα τζαμιά καταστράφηκαν και τα τείχη ρίχτηκαν. Ο μουσουλμανικός πληθυσμός σφαγιάστηκε ή πωλήθηκε σε σκλαβοπάζαρα. Ο τελευταίος εμίρης του νησιού και ο γιος του στάλθηκαν ως αιχμάλωτοι στην Κωνσταντινούπολη όπου ο Φωκάς επέστρεψε με επευφημίες από τους κατοίκους της πόλης.[31][42] Το νησί μετατράπηκε σε βυζαντινό θέμα και ο μουσουλμανικός πληθυσμός προσηλυτίστηκε στον χριστιανισμό, από ιεραποστόλους όπως ο Νίκων ο Μετανοείτε. Μεταξύ των προσήλυτων ήταν και ο πρίγκιπας Ανεμάς, ο οποίος εντάχθηκε στο Βυζαντινό στρατό και σκοτώθηκε στην Πολιορκία του Δορόστολου το 971 ενάντια στους Ρως.[42][43][44]

Ο βυζαντινός ποιητής Θεοδόσιος ο Διάκονος ο οποίος έζησε την εποχή εκείνη, έγραψε το πανηγυρικό ποιήμα με τίτλο Ἅλωσις τῆς Κρήτης εξυμνώντας το γεγονός της ανακατάληψης.[45]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Treadgold (1997), σελ. 378
  2. Treadgold (1997), σελ. 313, 325
  3. Canard (1986), σελ. 1082
  4. 4,0 4,1 Miles (1964), σελ. 10
  5. Makrypoulias (2000), σελ. 347–348
  6. 6,0 6,1 6,2 6,3 6,4 6,5 6,6 6,7 6,8 Canard (1986), σελ. 1083
  7. Treadgold (1988), σελ. 251, 253
  8. Treadgold (1988), σελ. 253
  9. Makrypoulias (2000), σελ. 349
  10. Miles (1964), σελ. 11
  11. Christides (1981), σελ. 89
  12. cf. Treadgold (1988), σελ. 250–253, 259–260
  13. Treadgold (1988), σελ. 254
  14. Makrypoulias (2000), σελ. 347, 357ff.
  15. Makrypoulias (2000), σελ. 348–349, 357
  16. Treadgold (1988), σελ. 255, 257
  17. Miles (1964), σελ. 9
  18. 18,0 18,1 Christides (1981), σελ. 92
  19. Treadgold (1988), σελ. 268
  20. Christides (1981), σελ. 92, 93
  21. Treadgold (1988), σελ. 324–325
  22. Makrypoulias (2000), σελ. 351
  23. Treadgold (1997), σελ. 447
  24. Treadgold (1997), σελ. 451
  25. Makrypoulias (2000), σελ. 351–352
  26. Treadgold (1997), σελ. 453
  27. Treadgold (1997), σελ. 457
  28. Christides (1981), σελ. 93
  29. Canard (1981), σελ. 1083–1084
  30. Miles (1964), σελ. 6–8
  31. 31,0 31,1 31,2 31,3 31,4 31,5 Canard (1986), σελ. 1084
  32. Christides (1981), σελ. 95–97
  33. Christides (1981), σελ. 82
  34. Treadgold (1997), σελ. 467
  35. Christides (1981), σελ. 83
  36. Makrypoulias (2000), σελ. 352–353
  37. Christides (1981), σελ. 94
  38. Treadgold (1997), σελ. 470
  39. Makrypoulias (2000), σελ. 353–356
  40. Treadgold (1997), σελ. 489
  41. Treadgold (1997), σελ. 493–495
  42. 42,0 42,1 Treadgold (1997), σελ. 495
  43. Canard (1981), σελ. 1084–1085
  44. Kazhdan (1991), σελ. 96
  45. Kazhdan, Alexander, επιμ.. (1991), Oxford Dictionary of Byzantium, Oxford University Press, σελ. 2053, ISBN 978-0-19-504652-6

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]