Τερριτόριο Ναβαρίνου

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Το Τερριτόριο του Ναβαρίνου (ιταλικά: Territorio di Navarin) ήταν διοικητική διαίρεση της Δημοκρατίας της Βενετίας, από το 1688 έως το 1715, στην κτίση της στην Πελοπόννησο με την ονομασία Βασίλειο του Μoρέως. Πρωτεύουσα του διοικητικού "εδάφους" ήταν το Ναβαρίνο (Navarin Novo e Navarin Vecchio), το οποίο ουσιαστικά αποτελούταν από τις δυο καστροπολιτείες στα δυο άκρα του κόλπου της Πύλου, δηλαδή το Παλαιόκαστρο (γνωστό και ως Παλαιό Ναβαρίνο) στα βορειοδυτικά και το Νιόκαστρο (η σημερινή Πύλος, γνωστή και ως Νέο Ναβαρίνο ή Νεόκαστρο) στα νοτιοδυτικά και διοικητικά ανήκε στην επαρχία Μεσσηνίας.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πόλη του Ναβαρίνου (Νιόκαστρο) το 1687, σε έργο του Γερμανού χαράκτη Jacob von Sandrart (1630–1708).[1].

Η ιστορία της περιοχής την οποία περιελάμβανε το Τερριτόριο του Ναβαρίνου, κατά την αρχαιότητα, αλλά και τη σημερινή εποχή, ήταν και είναι ευρύτερα γνωστή, ως περιοχή της Πυλίας. Οι αναφορές για την περιοχή που περιελάμβανε το τερριτόριο ξεκινούν από τους πρώτους ιστορικούς χρόνους, όταν στο ύψωμα, όπου σήμερα βρίσκεται το φράγκικο κάστρο του Παλαιοκάστρου Ναυαρίνου βρισκόταν η αρχαία κλασική Ακρόπολη της Πύλου. Στα Βυζαντινά χρόνια η τότε πόλη ονομαζόταν Ζόγκλος και περί τον 6ο αιώνα καταλήφθηκε πρόσκαιρα από τους Αβάρους, απ΄ όπου και μετονομάστηκε σε Αβαρίνο. Κατά την περίοδο του Μεσαίωνα οι Φράγκοι που κατασκεύασαν στη θέση της ακρόπολης το κάστρο τους και τον παλαιό οικισμό του Παλαιοκάστρου Ναυαρίνου, το ονόμαζαν Port de Junch, δηλαδή λιμάνι των σχοίνων. Μετά την πρώτη κατάλυση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, το 1204, κατά την Πρώτη Ενετοκρατία και την Φραγκοκρατία (1205-1432), ο Μωριάς γίνεται κτήση των Βενετών και των Φράγκων, με τον έλεγχο που ασκούσε το Πριγκιπάτο της Αχαΐας (1205-1432). Προς την απαρχή του τέλους της περιόδου της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, στα τέλη του 13ου αιώνα, και συγκεκριμένα το 1278[2] κτίστηκε από τους Φράγκους με επικεφαλής τον Φλαμανδό σταυροφόρο Νικόλαο B΄ Σαιντομέρ, πρίγκιπα του Πριγκιπάτου της Αχαΐας το φραγκικό επάκτιο κάστρο του Παλαιοκάστρου Ναυαρίνου πάνω στα ερείπια της αρχαίας και βυζαντινής οχύρωσης. Σταδιακά το κάστρο και ο περιβάλλοντας χώρος αυτού αποκτά το χαρακτήρα Καστροπολιτείας. Η περιοχή του παλαιού Ναβαρίνου αποτέλεσε κατά καιρούς φράγκικη και ενετική κτίση μαζί με την Μεθώνη και την Κορώνη έως το 1500 που κατακτήθηκαν από τους Οθωμανούς[3][4]. Για μικρό χρονικό διάστημα, 30 περίπου ετών (1432-1460), μετά την Α΄ Ενετοκρατία, την περιοχή του Ναβαρίνου ήλεγχε το Δεσποτάτο του Μυστρά (1349-1460), καθώς από το 1417-18 οι Βυζαντινοί είχαν κατορθώσει να απελευθερώσουν το μεγαλύτερο μέρος της Μεσσηνίας και της Ηλείας. Η περίοδος της Πρώτης Τουρκοκρατίας (1460-1683) στην περιοχή του Μωριά αρχίζει με τη δεύτερη εκστρατεία του σουλτάνου Μωάμεθ Β΄ του Πορθητή (Μεχμέτ Β΄), στην Πελοπόννησο. Μετά την παράδοση του Μυστρά (Πέμπτη 29 Μαΐου 1460) και της Βορδώνιας, κατέλαβε το Καστρίτζι και το Γαρδίκι (στο οποίο είχε καταφύγει ο πληθυσμός του Λεονταρίου). Ακολούθησαν τα κάστρα του Αγίου Γεωργίου και της Καρύταινας και στη συνέχεια ο στρατός του κατέβηκε στην περιοχή των Κοντοβουνίων και την περιοχή της Αρκαδίας (Κυπαρισσίας), σύμφωνα με τον ιστορικό Λαόνικο Χαλκοκονδύλη.[5] Είναι το διάστημα αυτό κατά το οποίο η περιοχή του Ναβαρίνου μετατρέπεται για πρώτη φορά σε καζά. Το Νέο Ναβαρίνο ή Νιόκαστρο ή Νεόκαστρο, δηλαδή η σημερινή Πύλος,[6] οικοδομήθηκε γύρω από το καινούργιο κάστρο που έχτισαν οι Οθωμανοί, το 1573, για τον έλεγχο της νότιας εισόδου, στον όρμο του Ναυαρίνου. Το κάστρο ονομάστηκε Νεόκαστρο σε αντιδιαστολή με το Παλαιόκαστρο, το παλαιότερο φρούριο που έλεγχε την βόρεια είσοδο του όρμου.[7] Νεόκαστρο (Νιόκαστρο) υπήρξε και το αρχικό όνομα του νεότερου οικισμού. Το όνομα Πύλος αποδόθηκε στον σημερινό οικισμό μεταγενέστερα, μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας.

Στο χρονικό διάστημα της τριακονταετίας (1683/84-1715), κατά την οποία οι Βενετοί ανακατέλαβαν την Πελοπόννησο, μέσω της κτήσης τους (Stato da Mar), η οποία είναι γνωστή και ως Βασίλειο του Μορέως (1688-1715) η επαρχία του Ναβαρίνου ή Τερριτόριο του Ναβαρίνου (Territorio di Navarin), η οποία ήταν μια από τις 4 επαρχίες, στις οποίες χωριζόταν τότε το διαμέρισμα της Μεθώνης (επαρχία Φαναριού, επαρχία Αρκαδίας ή Αρκαδιάς, επαρχία Ναβαρίνου και επαρχία Μεθώνης), ως τμήμα της Πυλίας[8] αποτέλεσε διοικητικό "έδαφος" (Τερριτόριο). Από τον 16ο αιώνα το Ναβαρίνο αποτελούσε Καζά της Οθωμανικής διαίρεσης της Πελοποννήσου και πάνω σε αυτόν τον καζά δημιουργήθηκε το τερριτόριο[8][9]. Κατά τον ιστορικό Γιώργο Β. Νικολάου, στην μελέτη του «Συνέχειες, ασυνέχειες και ρήξεις στον ελληνικό κόσμο κατά τα νεώτερα χρόνια: Η περίπτωση της Πελοποννήσου (1685-1715)»:[10] «Η διοικητική διαίρεση που καθιέρωσαν οι Ενετοί στο Βασίλειο του Μοριά βασίστηκε, με μικρές διαφορές, στην προηγούμενη οθωμανική. Η βασική διοικητική μονάδα της, ο καζάς (kaza), μετατράπηκε σε τερριτότιο (territorio). Στη θέση των 22 καζάδων, που συγκροτούσαν πριν το σαντζάκι του Μοριά –όπου δεν περιλαμβανόταν η Μάνη–, δημιουργήθηκαν 24 τερριτόρια, μικρά διοικητικά διαμερίσματα. Αντίθετα, νέο στοιχείο αποτέλεσε η διαίρεση της Πελοποννήσου σε τέσσερες επαρχίες (provincie): Ρωμανίας, Μεσσηνίας, Αχαΐας και Λακωνίας

Οικισμοί[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύμφωνα με το Breve descrittione del Regno di Morea[11], το Τερριτόριο του Ναβαρίνου είχε πρωτεύουσα το Ναβαρίνο (Navarin Novo e Navarin Vecchio) και στη διοίκησή του περιλαμβάνονταν 24 ακόμα χωριά.

Το τερριτόριο στα τέλη του 17 ου αιώνα περιλάμβανε τα εξής χωριά[11]:

Navarin Novo και Navarin Vecchio, Ligudisca, Cavallaria, Cadir Agà, Scarminga, Psilì Rachi, Fioca, Mirsuta, Pirpissa, Aurelista, Platano, Iclena, Papaglia, Ali Cogliù,Curo, Russan Agà, Cassan Agà, Petro Cori, Pisachi, Cumanicha, Curbei, Pilla (olim Pylus), Raimogli, Cucunaria και Lazaretto.

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές και υποσημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Citta di Navarino, από την ιστοσελίδα: el.travelogues.gr
  2. Παλαιό Ναυαρίνο. Ιστοσελίδα "Οδυσσεύς" του Υπουργείου Πολιτισμού. Ανακτήθηκε: 13/10/2017.
  3. Διονύσιος Τραμπαδώρος, "H A' και Β' Βενετοκρατία στην Πελοπόννησο". iliaweb.gr. Ανακτήθηκε: 13/10/2017.
  4. Παναγιώτης Δεδούσης, "Ενετοκρατία στην Μεθώνη και Κορώνη". Ανακτήθηκε: 13/10/2017.
  5. Λαόνικος Χαλκοκονδύλης, «Αποδείξεις Ιστοριών Δέκα», Patrologiae cursus completus. Series graeca, τόμος 159, Jacques Paul Migne, Garnier, 1866. (περιέχεται στην Patrologia Graeca του Migne, τόμος 159, στήλες 13-555, σελ. 468: [...] "Ταύτα γενόμενα υπό βασιλέως ως επυνθάνετο και τα λοιπά της Πελοποννήσου αυτίκα προσεχώρησεν υπό δέους, πρέσβεις πέμποντα ως βασιλέα, άλλα τε και Σαλβάριον και Αρκαδία, επίνειον της ταύτη χώρας, προς τη Πύλω ωκημένη, πόλις εχυρωτάτη. Τούτους μεν ως παρέλαβε βασιλεύς τοιν πολέοιν, τους άνδρας τε και γυναίκας ες φυλακήν εποιήσατο σύμπαντας, ες μυρίους μάλιστα συναθροισθέντας. Και ώρμητο μεν ως αποτενών, μετά δε έπεμπεν ες την Βυζάντιον χώραν ες τα προάστεια, ως oικήσοντας". [...]
  6. Μπάλτας 1994, σελ. 12-14.
  7. Κάστρο Πύλου - Νιόκαστρο, Ιστοσελίδα "Οδυσσεύς" του Υπουργείου Πολιτισμού. Ανακτήθηκε: 13/10/2017.
  8. 8,0 8,1 Σακελλαρίου, Η Πελοπόννησος κατά την δευτέραν Τουρκοκρατίαν (1716-1821).
  9. Balta 2009, σελ. 180. (στα αγγλικά)
  10. Γιώργος Β. Νικολάου, «Συνέχειες, ασυνέχειες και ρήξεις στον ελληνικό κόσμο κατά τα νεώτερα χρόνια: Η περίπτωση της Πελοποννήσου (1685-1715)», σελ. 4, με πηγές §13: Παναγιωτόπουλος 1985, σελ. 160-163, Ντόκος - Παναγόπουλος 1993, ΧΙ-ΧΙΙ.
  11. 11,0 11,1 Ντόκος 1993.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]