Κουκκουνάρα Μεσσηνίας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Συντεταγμένες: 36°58′19.13″N 21°45′6.70″E / 36.9719806°N 21.7518611°E / 36.9719806; 21.7518611

Κουκκουνάρα
Τοποθεσία στον χάρτη
Τοποθεσία στον χάρτη
Κουκκουνάρα
Διοίκηση
Χώρα Ελλάδα
Περιφέρεια Αποκεντρωμένη Διοίκηση Πελοποννήσου, Δυτικής Ελλάδας και Ιονίου
(Έδρα: Πάτρα)
Περιφέρεια Πελοποννήσου
(Έδρα: Τρίπολη)
Περιφερειακή ενότητα Μεσσηνίας
(Έδρα: Καλαμάτα)
Δήμος Πύλου - Νέστορος
(Έδρα: Πύλος)
Δημοτική ενότητα Χιλιοχωρίων
Τοπική κοινότητα Κουκκουνάρας
Γεωγραφία και στατιστική
Γεωγραφικό διαμέρισμα Πελοπόννησος
Περιφερειακή ενότητα Μεσσηνίας
Υψόμετρο 208[1] μ.
Πληθυσμός 129 (2011)
Άλλα
Ταχ. κωδ. 24001[2]
Τηλ. κωδ. 27230[3]
Δήμος Πύλου - Νέστορος

Η Κουκουνάρα,[4] αναφερόμενη επίσημα ως η Κουκκουνάρα, είναι οικισμός κοντά στον Χανδρινό και υπάγεται διοικητικά στον Δήμο Πύλου - Νέστορος, του Νομού Μεσσηνίας.

Τοποθεσία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Κουκκουνάρα βρίσκεται βορειοδυτικά από τον Χανδρινό από τον οποίο απέχει 6,5 περίπου χιλιόμετρα και βορειοανατολικά από την Πύλο από την οποία απέχει περίπου 14 χιλιόμετρα. Έχει υψόμετρο 208[1][5] μέτρα και απέχει από τον Κόλπο του Ναυαρίνου περίπου 7 χιλιόμετρα. Κοντά στην Κουκκουνάρα βρίσκονται, προς τα νοτιοδυτικά της η Γιάλοβα σε απόσταση 7 περίπου χιλιομέτρων και προς τα νότιά της η Στενωσιά, σε απόσταση 2,5 περίπου χιλιομέτρων.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το χωριό, το οποίο έχει στην περιοχή του σημαντικές πηγές νερού και πλούσια χλωρίδα και πανίδα, έχει μακρόχρονη ιστορία που ακολουθεί την ιστορία της Μεσσηνίας και της ευρύτερης περιοχής της Πυλίας. Η περιοχή του χωριού κατά την αρχαιότητα, σύμφωνα με τα ευρήματα του ανασκαφικού προγράμματος Prap, ήταν από τα σημαντικά κέντρα του βασιλείου του Νέστορα, της αρχαίας Πύλου και μια από τις κύριες πόλεις του βασιλείου της Πύλου, με αναφορές στις πινακίδες της Γραμμικής Β.[6][7][8] Οι πιθανότερες ονομασίες της αρχαίας πόλης, σύμφωνα με τους σύγχρονους ερευνητές, ήταν pa-ki-ja (Σφαγία) ή ka-ra-do-ro (Χάραδρος).[7] Το σημερινό χωριό, αναφέρεται τουλάχιστον από την εποχή της Ενετοκρατίας με διάφορες παραλλαγές της βασικής ονομασίας, η οποία προέρχεται από τις λέξεις «κουκουνάρι» και «κουκουναριά», όπως η Κουκκουνάρα (με 2 κ) ή Κουκουνάρα (με 1 κ) ή Κουκουναριά.

Αρχαιότητα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η περιοχή του χωριού είχε οικιστική και ταφική χρήση τουλάχιστον από την Μεσοελλαδική εποχή (2050-1680 π.Χ.) ως και τους μυκηναϊκούς χρόνους. Την μυκηναϊκή εποχή η πόλη που βρισκόταν στην περιοχή της Κουκουνάρας ερημώνεται λόγω κάποιου, απροσδιόριστου από τους ερευνητές προς το παρόν, καταστροφικού γεγονότος.[8] Στην θέση του Αρχαιολογικού Χώρου της Κουκουνάρας εντοπίστηκαν και ανασκάφηκαν, ως σήμερα, 7 θολωτοί τάφοι, οι οποίοι ανήκουν στα πρωιμότερα μνημεία αυτού του ταφικού τύπου στην Πελοπόννησο.[7] Ανάμεσα στα αρχαιολογικά ευρήματα από τους τάφους αυτούς υπάρχουν χρυσά κοσμήματα, χάλκινα αγγεία και όπλα, λίθινες αιχμές βελών και κομμάτια από κράνη με επένδυση από χαυλιόδοντες κάπρου.[8] Τα διάφορα επίσης οικιστικά κατάλοιπα στην τοποθεσία της Κουκουνάρας επιβεβαιώνουν την ύπαρξη μιας αρκετά διευρυμένης οικιστικής εγκατάστασης με μεγάλο πληθυσμό.[7][8]

Αρχαιολογικές ανασκαφές στην Κουκουνάρα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι πρώτες διερευνητικές αρχαιολογικές έρευνες στην ευρύτερη περιοχή της Πυλίας, (η οποία θεωρείται συνολικά ως η περιοχή στην οποία εκτεινόταν το βασίλειο της αρχαίας Πύλου, την εποχή του Νέστορα), ξεκίνησαν την περίοδο 1909-1912 από τους αρχαιολόγους Ανδρέα Σκιά και Κωνσταντίνο Κουρουνιώτη. Το 1939 άρχισαν τις τακτικές ανασκαφές ο Κ. Κουρουνιώτης σε συνεργασία με την αμερικανική αποστολή, υπό τον καθηγητή Carl W. Blegen, οι οποίες διακόπηκαν λόγω του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Οι ανασκαφές ξανάρχισαν το 1952 και οι αρχαιολόγοι διαμοιράστηκαν το αρχαιολογικό έργο. Ο καθηγητής Carl William Blegen και η ομάδα του ανέλαβε τις ανασκαφές στο Ανάκτορο του Νέστορα, στην θέση Εγκλιανός και ο Σπυρίδων Μαρινάτος, ως εκπρόσωπος της Εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας, ανέλαβε τους τάφους και τους οικισμούς στην ευρύτερη περιοχή του ανακτόρου, αλλά και οπουδήποτε αλλού υπήρχαν λείψανα του μυκηναϊκού πολιτισμού. Η ανασκαφική περίοδος του Σπ. Μαρινάτου στην Μεσσηνία, επί μια περίπου 15ετία (μεταξύ 1952 και 1966), θεωρείται από τους σύγχρονους ερευνητές και ως η κυριότερη και διαρκέστερη προσφορά του στη μυκηναϊκή αρχαιολογία. Την περίοδο αυτή ο Σπυρίδων Μαρινάτος διεξάγει ανασκαφές ανά την Πυλία και την Τριφυλία, υπό την αιγίδα της Εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας. Στόχος του είναι να αποκαλύψει την τοπογραφία της ομηρικής Πύλου. Ανασκάπτει στα Βολιμίδια, στον Αϊ-Λιά, στην Καταβόθρα (Χώρα), στο Μυρσινοχώρι (θέση Ρούτση), στην Τραγάνα, στη Βοϊδοκοιλιά, στην Περιστεριά (Μύρο), στην Κουκουνάρα, στο Κορυφάσιο, αλλά και σε άλλες περιοχές.[9] Στην περιοχή της Κουκουνάρας το διάστημα αυτό εντοπίζεται και αξιολογείται πληθώρα αρχαιολογικών ευρημάτων.[10] Τις δεκαετίες 1970 και 1980 ακολούθησαν νεότερες έρευνες στην περιοχή της Κουκουνάρας από τον αρχαιολόγο Γεώργιο Κορρέ.[7]

Β΄ Ενετοκρατία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Την εποχή της Β΄ Ενετοκρατίας αναφερόταν ως Κουκκουνάρα ή Κουκουναριά (Cuccunara[11] ή Cucunaria[12]). Ο οικισμός αναφέρεται επίσης σε διάφορες απογραφές των Βενετών Προνοητών της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας της Βενετίας, οι οποίες έγιναν στο χρονικό διάστημα της τριακονταετίας (1683/84-1715), κατά την οποία οι Βενετοί κατείχαν την Πελοπόννησο, μέσω της κτήσης τους (Stato da Mar), η οποία είναι γνωστή και ως Βασίλειο του Μορέως (1688-1715). Το χωριό Κουκκουνάρα (Cuccunara), ανήκε, το 1689, στην επαρχία του Ναβαρίνου (Territorio di Navarin ), η οποία ήταν μια από τις 4 επαρχίες, στις οποίες χωριζόταν τότε το διαμέρισμα της Μεθώνης (επαρχία Φαναριού, επαρχία Αρκαδιάς, επαρχία Ναβαρίνου και επαρχία Μεθώνης). Με βάση την ενετική απογραφή Corner του 1689, το χωριό Κουκκουνάρα είχε 20 κατοίκους.[11]

Β’ Τουρκοκρατία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύριο λήμμα: Καζάς Ναβαρίνου

Μετά το 1715, όταν οι Τούρκοι έδιωξαν τους Ενετούς από τον Μωριά και ξαναγύρισαν, μετονόμασαν τη Βαρωνία της Μεθώνης σε Βιλαέτι της Αρκαδιάς. Κατά την περίοδο που η ευρύτερη περιοχή της Πυλίας τελούσε υπό τη β’ οθωμανική κατοχή (1715-1821), το χωριό Κουκκουνάρα ή Μουσλιχουντίν Εφέντη υπαγόταν στον Καζά Ναβαρίνου σύμφωνα και με την έκδοση της Αμερικανικής Σχολής Κλασικών Σπουδών στην Αθήνα με τίτλο A Historical and Economic Geography of Ottoman Greece: The Southwestern Morea in the 18th Century, αφού μετά την ανακατάληψη των περιοχών του Μωριά από τους Τούρκους, η περιοχή του Ναβαρίνου, δηλαδή της Πυλίας, αποτέλεσε ένα ακόμα τμήμα της οθωμανικής (defter) κτηματογράφησης. Το χωριό αναφερόταν στα οθωμανικά τουρκικά ως Kukunare ή Muslihuddin Efendi (τσιφλίκι, Çiftlik).[13]

Διοικητική ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Κουκουνάρα ή Κουκκουνάρα[14] προσαρτήθηκε αρχικά, το 1835,[15] στον παλαιό Δήμο Αιγαλαίου,[16] με έδρα τον Χανδρινό. Μόλις 5 χρόνια αργότερα, το 1840,[17] ο οικισμός αποσπάται από τον Δήμο Αιγαλαίου, ο οποίος καταργήθηκε τότε και προσαρτάται στον παλαιό Δήμο Πύλου,[18] ή Δήμο Πυλίων, όπως αναφερόταν τότε, όπου και παρέμεινε ως το 1912 που ο δήμος καταργήθηκε. Το χωριό αναφέρεται, το 1853, επίσης σαν Κουκουνάρα στον β΄ τόμο των «Ελληνικών» του Ιάκωβου Ρίζου Ραγκαβή, ως χωριό του Δήμου Πύλου της Επαρχίας Πυλίας με πληθυσμό 90 κατοίκων, με βάση την απογραφή του 1851.[19] Έδρα του Δήμου Πύλου τότε, βάση της ίδιας πηγής, ήταν η κωμόπολη της Πύλου, (Νεόκαστρον) και Καλύβια. Το 1912[20] η Κουκουνάρα προσαρτάται ως έδρα στην Κοινότητα Κουκουνάρας,[21] στην οποία προσαρτώνται επίσης οι οικισμοί Λέζαγα (σήμερα η Στενωσιά) και Σχινόλακκα (το 1919 αποσπάσθηκε από την Κοινότητα Κουκουνάρας και προσαρτήθηκε στην Κοινότητα Πύλου). Τουλάχιστον από το 1844 ως το 1940 το χωριό αναφερόταν επίσημα ως η Κουκουνάρα (με 1 κ), ενώ από το 1940 ως σήμερα αναφέρεται επίσημα ως η Κουκκουνάρα (με 2 κ) Το χωριό παρέμεινε ως έδρα και οικισμός της Κοινότητας Κουκκουνάρας, από το 1912 ως το 1997, όταν τότε, στα πλαίσια των αλλαγών που επήλθαν στη τοπική αυτοδιοίκηση, μέσω του σχεδίου «Καποδίστριας», η Κουκκουνάρα υπήχθη στον κατηργημένο Δήμο Χιλιοχωρίων,[22][23] με έδρα τον Χανδρινό, ως το 2010. Από το 2011, μετά τις νέες αλλαγές του σχεδίου «Καλλικράτης» η Κουκκουνάρα ανήκει πλέον στον νέο Δήμο Πύλου - Νέστορος.[24][25] Ο δήμος αυτός, συστάθηκε με το Πρόγραμμα Καλλικράτης με την συνένωση των προϋπαρχόντων δήμων Κορώνης, Μεθώνης, Παπαφλέσσα, Πύλου, Νέστορος και Χιλιοχωρίων. Η Κουκκουνάρα σήμερα είναι οικισμός και έδρα της Τοπικής Κοινότητας της Κουκκουνάρας του Δήμου Πύλου-Νέστορος,[4] στην οποία υπάγεται και η Στενωσιά.

Κάτοικοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο οικισμός, με βάση την απογραφή του 2011, έχει 129 μόνιμους κατοίκους, οι οποίοι απασχολούνται κυρίως σε διάφορες αγροτικές εργασίες.

Εξέλιξη Πληθυσμού της Κουκκουνάρας Μεσσηνίας
Απογραφή Πληθυσμός Διάγραμμα εξέλιξης Πληθυσμού
1689 20[11]
1844 88[26]
1851 90[19]
1879 155[27][11]
1889 196[28]
1896 239[29]
1907 265[30]
1920 288[31]
1928 299[32]
1940 363[33]
1951 340[34]
1961 324[35]
1971 246[36]
1981 196[37]
1991 169[38]
2001 169[39]
2011 129[40]

Κτίρια – εκδηλώσεις – αξιοθέατα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εκτός από τα παραδοσιακά σπίτια και το κτίριο του Δημοτικού Σχολείου, υπάρχει η εκκλησία του χωριού, ο Ιερός Ναός του Αγίου Αθανασίου, ο οποίος υπάγεται στην Ιερά Μητρόπολη Μεσσηνίας. Σημαντικές πολιτιστικές δραστηριότητες στο χωριό πραγματοποιεί τακτικά ο Πολιτιστικός Σύλλογος της Κουκκουνάρας "Τηλέμαχος". Στα αξιοθέατα της περιοχής του χωριού περιλαμβάνεται ο Αρχαιολογικός Χώρος Κουκουνάρας.

Ακρόπολη, Μέγαρο & μυκηναϊκός συνοικισμός στο Καταρραχάκι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σε απόσταση 1 περίπου χιλιομέτρου βορειοανατολικά του χωριού της Κουκουνάρας βρίσκεται η θέση Καταρραχάκι, στην οποία υπάρχει μια επίπεδη έκταση πάνω από τη βαθειά χαράδρα του ποταμού Αράπη, με τα χαρακτηριστικά μιας φυσικής μικρής Ακρόπολης. Ο αρχαιολόγος Σπυρίδων Μαρινάτος, την αποκαλεί «ιδεώδη, φυσικώς ωχυρωμένην, μικράν ακρόπολιν». Στην θέση αυτή εκτός από την φυσική ακρόπολη, ο Σπ. Μαρινάτος απεκάλυψε αρχιτεκτονικά λείψανα αψιδοειδούς μεγάρου, με πρόδομο, κυρίως δωμάτιο και αψίδα στα ανατολικά, ενώ προς τα νοτιοδυτικά της Ακρόπολης, ανακαλύφθηκε ολόκληρος πρώιμος μυκηναϊκός συνοικισμός με ορθογώνια διαμερίσματα, μέσα στα οποία ανακαλύφθηκαν πίθοι και ασάμινθοι. Η χρονολόγηση της κεραμικής αυτής καλύπτει τις χρονικές περιόδους μεταξύ ΜΕ και ΥΕ Ι-ΙΙΙΒ εποχών, δηλαδή τα έτη από το 2200 π.Χ. έως το 1200 π.Χ.[7]

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 Κουκκουνάρα, από την ιστοσελίδα: buk.gr
  2. Ταχυδρομικός Κώδικας Κουκκουνάρα Μεσσηνίας.
  3. Τηλεφωνικοί κωδικοί της Ελλάδας, Ζώνη 27: Πύλος: 27230
  4. 4,0 4,1 Δημοτική Ενότητα Χιλιοχωρίων, από την ιστοσελίδα: www.pylos-nestor.gr του Δήμου Πύλου - Νέστορος.
  5. Κουκκουνάρα, από την ιστοσελίδα: moriasnow.gr.
  6. Ventris-Chadwick, Documents in Mycenean Greek, 142.
  7. 7,0 7,1 7,2 7,3 7,4 7,5 Κουκουνάρα, από την ιστοσελίδα: /www.pylia.gr, του έργου “Ψηφιακή Ανάδειξη Πυλίας” («Ψηφιακή Πυλία») της Εφορείας Αρχαιοτήτων Μεσσηνίας και του Υπουργείου Πολιτισμού.
  8. 8,0 8,1 8,2 8,3 Κουκκουνάρα, από την ιστοσελίδα: greece.terrabook.com
  9. Ιστορία των ανασκαφών της Πυλίας, από την ιστοσελίδα: /www.pylia.gr, του έργου “Ψηφιακή Ανάδειξη Πυλίας” («Ψηφιακή Πυλία») της Εφορείας Αρχαιοτήτων Μεσσηνίας και του Υπουργείου Πολιτισμού.
  10. Σπυρίδων Μαρινάτος, "Ανασκαφαί Μεσσηνίας 1952-1966", επιμέλεια: Σπύρος Ιακωβίδης, εκδότης: Η εν Αθήναις Αρχαιολογική Εταιρεία, σειρά: Βιβλιοθήκη της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας 292, Αθήνα 2014, ISBN 978-618-5047-12-2, Κουκουνάρα, σελ. 138-172.
  11. 11,0 11,1 11,2 11,3 Σπυρίδων Λάμπρος, «Απογραφή Νομού Μεθώνης επί Βενετών», Δελτίον της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος, τόμος 2ος, Εκ του Τυπογραφείου Αδελφών Περρή, Εν Αθήναις 1883, σελ. 686-710. Από την Ψηφιακή Βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, Απογραφή 1689, Νο 55 Cuccunara - Απογραφή 1879, Νο 55 Κουκουνάρα, σελ. 700-701.
  12. Κωνσταντίνος Ντόκος, "BREVE DESCRITTONE DEL REGNO DI MOREA. Αφηγηματική ιστορική πηγή ή επίσημο βενετικό έγγραφο της Β' Βενετοκρατίας στην Πελοπόννησο;", "ΕΩΑ ΚΑΙ ΕΣΠΕΡΙΑ", Vol 1, DOI: http://dx.doi.org/10.12681/eoaesperia.24 Αθήνα 1993, σελ. 110 (primo Territorio Navarin - Cucunaria), p. 125 (Provincia di Messenia).
  13. Fariba Zarinebaf, John Bennet, Jack L. Davis, "A Historical and Economic Geography of Ottoman Greece", "Hesperia", supplement 34, American School of Classical Studies at Athens, Athens 2005, ISBN 978-0-87661-534-8, p. 301: Kukunare/Muslihuddin (Çiftlik).
  14. Διοικητικές Μεταβολές Οικισμών > Κουκκουνάρα (Μεσσηνίας), από την ιστοσελίδα: www.eetaa.gr
  15. 21-04-1835.
  16. Διοικητικές Μεταβολές Οικισμών > Δ. Αιγαλαίου (Μεσσηνίας), από την ιστοσελίδα: www.eetaa.gr
  17. ΦΕΚ 22Α - 18/12/1840.
  18. Διοικητικές Μεταβολές Οικισμών > Δ. Πύλου (Μεσσηνίας), από την ιστοσελίδα: www.eetaa.gr
  19. 19,0 19,1 Ιακώβου Ρ. Ραγκαβή, Τα Ελληνικά, Εν Αθήναις, 1853, τόμος δεύτερος, σελ. 573.
  20. ΦΕΚ 262Α - 31/08/1912.
  21. Διοικητικές Μεταβολές Οικισμών Κ. Κουκκουνάρας (Μεσσηνίας), από την ιστοσελίδα: www.eetaa.gr
  22. Διοικητικές Μεταβολές Οικισμών > Δ. Χιλιοχωρίων (Μεσσηνίας), από την ιστοσελίδα: www.eetaa.gr
  23. ΦΕΚ 244Α - 04/12/1997.
  24. ΦΕΚ 87Α - 07/06/2010.
  25. Διοικητικές μεταβολές οικισμών > Δ. Πύλου-Νέστορος (Μεσσηνίας), από την ιστοσελίδα: www.eetaa.gr
  26. Σταματάκης, Ι. Δ., "Πίναξ χωρογραφικός της Ελλάδος, Περιέχων τα Ονόματα, τας Αποστάσεις και τον Πληθυσμόν των Δήμων, Πόλεων Κωμοπόλεων και Χωρίων. / Ερανισθείς εκ διαφόρων επισήμων εγγράφων της Β. Κυβερνήσεως, και εκδοθείς υπό Ι. Δ. Σταματάκη". Εκ του Τυπογραφείου Γ. Βλασσαρίδου. Εν Αθήναις 1846, σελ. 45.
  27. Υπουργείο Εσωτερικών, "Στατιστική της Ελλάδος - Πληθυσμός 1879, εκ του Τυπογραφείου Σ. Κ. Βλαστού, Εν Αθήναις 1881. Επίσης: "Στατιστική της Ελλάδος - Πληθυσμός 1879", σελ. 119.
  28. Υπουργείο Εσωτερικών, Τμήμα Δημόσιας Οικονομίας και Στατιστικής, "Στατιστική της Ελλάδος - Πληθυσμός - Απογραφή της 15-16 Απριλίου 1889", Μέρος Δεύτερον - Πίνακες Α', εκ του Εθνικού Τυπογραφείου και Λιθογραφείου, Εν Αθήναις 1890, σελ. 86.
  29. Υπουργείο Εσωτερικών, Τμήμα Δημόσιας Οικονομίας και Στατιστικής, "Στατιστικά Αποτελέσματα της Απογραφής του Πληθυσμού, κατά την 5-6 Οκτωβρίου 1896", Μέρος Δεύτερον - Πίνακες - Α' Πληθυσμός κατά Νομούς, Επαρχίας, Δήμους, εκ του Εθνικού Τυπογραφείου και Λιθογραφείου, Εν Αθήναις 1897, σελ. 102.
  30. Υπουργείο των Εσωτερικών, Υπηρεσία Απογραφής, Στατιστικά Αποτελέσματα της Γενικής Απογραφής του Πληθυσμού, κατά την 27 Οκτωβρίου 1907", Επιμέλεια: Γεωργίου Χωματιανού, τόμος δεύτερος, εκ του Τυπογραφείου Μιχαήλ Νικολαΐδου, Εν Αθήναις 1909, σελ. 393.
  31. Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας, Διεύθυνσις Στατιστικής, "Πληθυσμός του Βασιλείου της Ελλάδος, κατά την Απογραφήν της 19 Δεκεμβρίου 1920", εκ του Εθνικού Τυπογραφείου, Εν Αθήναις 1921. Επίσης: "Πληθυσμός του Βασιλείου της Ελλάδος, κατά την Απογραφήν της 19 Δεκεμβρίου 1920", σελ. 235.
  32. Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας, Γενική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδος, "Πληθυσμός της Ελλάδος κατά την Απογραφήν της 15-16 Μαΐου 1928". (Πραγματικός πληθυσμός κυρωθείς δια του από 23 Νοεμβρίου 1928 διατάγματος), εκ του Εθνικού Τυπογραφείου, Εν Αθήναις 1935. Επίσης: "Πληθυσμός της Ελλάδος, κατά την Απογραφήν της 15-16 Μαΐου 1928", σελ. 274.
  33. Υπουργείον Εθνικής Οικονομίας, Γενική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδος, "Πληθυσμός της Ελλάδος κατά την απογραφήν της 16 Οκτωβρίου 1940". (Πραγματικός πληθυσμός κατά νομούς, επαρχίας, δήμους, κοινότητας, πόλεις και χωρία), εκ του Εθνικού Τυπογραφείου, Εν Αθήναις 1950. Επίσης: "Πληθυσμός της Ελλάδος, κατά την Απογραφήν της 16 Οκτωβρίου 1940", σελ. 302.
  34. Εθνική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδος, "Πληθυσμός της Ελλάδος κατά την Απογραφήν της 7ης Απριλίου 1951". (Πραγματικός πληθυσμός κατά νομούς, επαρχίας, δήμους, κοινότητας, πόλεις και χωρία), εκ του Εθνικού Τυπογραφείου, Εν Αθήναις 1955. Επίσης: "Πληθυσμός της Ελλάδος, κατά την Απογραφήν της 7ης Απριλίου 1951", σελ. 148.
  35. Εθνική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδος, "Πληθυσμός της Ελλάδος κατά την Απογραφήν της 19ης Μαρτίου 1961". (Πραγματικός πληθυσμός κατά νομούς, επαρχίας, δήμους, κοινότητας και οικισμούς. Κυρωθείς δια της υπ' αριθ. 46929/6877/1961 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Συντονισμού και Εσωτερικών), εκ του Εθνικού Τυπογραφείου, Εν Αθήναις 1962. Επίσης: "Πληθυσμός της Ελλάδος, κατά την Απογραφήν της 19ης Μαρτίου 1961", σελ. 143.
  36. Εθνική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδος, "Πληθυσμός της Ελλάδος κατά την Απογραφήν της 14ης Μαρτίου 1971". (Πραγματικός πληθυσμός κατά νομούς, επαρχίας, δήμους , κοινότητας και οικισμούς. Κυρωθείς δια της υπ' αριθ, 3893/Ε637/1972 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Βοηθού Πρωθυπουργού και Εσωτερικών), Αθήναι 1972. Επίσης: "Πληθυσμός της Ελλάδος, κατά την Απογραφήν της 14ης Μαρτίου 1971", σελ. 139.
  37. Εθνική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδος, "Πραγματικός Πληθυσμός της Ελλάδος κατά την Απογραφή της 5 Απριλίου 1981". (Κυρώθηκε με την 7908/Δ'554/12-4-1982 κοινή απόφαση των Υπουργών Συντονισμού και Εσωτερικών), Αθήναι 1982. Επίσης: "Πραγματικός Πληθυσμός της Ελλάδος κατά την Απογραφή της 5 Απριλίου 1981", σελ. 149.
  38. Εθνική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδος, "Πραγματικός Πληθυσμός της Ελλάδος κατά την Απογραφή της 17ης Μαρτίου 1991". (Κυρώθηκε με την 24197/Γ' 3812/24-11-1993 κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Εσωτερικών), Αθήνα 1994. Επίσης: "Πραγματικός Πληθυσμός της Ελλάδος κατά την Απογραφή της 17ης Μαρτίου 1991", σελ. 181.
  39. Εθνική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδος, "Πραγματικός Πληθυσμός της Ελλάδος. Απογραφή 2001". (Κυρώθηκε με την 6821/Γ5-908/4-6-2002 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης), Αθήνα 2003. Επίσης: "Πραγματικός Πληθυσμός της Ελλάδος. Απογραφή 2001", σελ. 186.
  40. "Απογραφή Πληθυσμού - Κατοικιών 2011. Μόνιμος Πληθυσμός", Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΛΣΤΑΤ).

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]