Μυστράς

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Συντεταγμένες: 37°03′59″N 22°22′35″E / 37.0664°N 22.3764°E / 37.0664; 22.3764

Μυστράς
Πόλη
Τα ανάκτορα του Μυστρά
Τοποθεσία στον χάρτη της χώρας
Τοποθεσία στον χάρτη της χώρας
Χώρα Ελλάδα
Περιφέρεια Πελοπόννησος
Πληθυσμός 4.265 (2011)
Ταχυδρομικός κώδικας 23100
Τηλεφωνικός κωδικός 27310
Ιστοσελίδα odysseus.culture.gr
Μνημείο Παγκόσμιας
Κληρονομιάς της UNESCO
Μυστράς
Επίσημο όνομα στον κατάλογο μνημείων Π.Κ.
GR-mystras-pantanassa-kirche-aussen.jpg
Χώρα μέλος Flag of Greece.svg Ελλάδα
Τύπος Πολιτισμικό
Κριτήρια ii, iii, iv
Ταυτότητα 511
Ιστορικό εγγραφής
Εγγραφή 1989 (13η συνεδρίαση)

Ο Μυστράς, γνωστός και ως Μυζηθράς στο Χρονικόν του Μορέως, ήταν μία οχυρωμένη ελληνική πόλη και πρώην δήμος (Δήμος Μυστρά) στη Λακωνία της Περιφέρειας Πελοποννήσου[1]. Ευρισκόμενος στον Ταΰγετο, κοντά στην αρχαία Σπάρτη, ο Μυστράς υπήρξε πρωτεύουσα του βυζαντινού Δεσποτάτου του Μυστρά τον 14ο και 15ο αιώνα, βιώνοντας μία περίοδο ευημερίας και πολιτιστικής άνθησης. Η περιοχή παρέμεινε κατοικημένη καθ' όλη τη διάρκεια της οθωμανικής περιόδου, όταν εσφαλμένα θεωρήθηκε από τους δυτικούς ταξιδιώτες ότι ήταν η αρχαία Σπάρτη. Τη δεκαετία του 1830, εγκαταλείφθηκε και χτίστηκε η νέα πόλη της Σπάρτης, περίπου 8 χιλιόμετρα ανατολικά.

Μετά τη μεταρρύθμιση της τοπικής αυτοδιοίκησης το 2011 (πρόγραμμα «Καλλικράτης»), αποτελεί δημοτική ενότητα του δήμου Σπάρτης[2]. Η δημοτική ενότητα έχει έκταση 131,95 τ. χλμ.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ιστορία «της νεκρής πολιτείας» σήμερα του Μυστρά αρχίζει από τα μέσα του 13ου αιώνα, όταν ολοκληρώθηκε η κατάκτηση της Πελοποννήσου από τους Φράγκους. Το 1249, ο πρίγκιπας των Φράγκων Γουλιέλμος Β΄ Βιλλεαρδουίνος έκτισε ισχυρό τείχος και κάστρο στην ανατολική πλευρά του Ταϋγέτου, στην κορυφή ενός υψώματος με απότομη και κωνοειδή μορφή, που λεγόταν Μυστράς ή Μυζηθράς.

Το όνομα Μυστράς ή Μυζηθράς προϋπήρχε της ίδρυσης του κάστρου και ήταν η ονομασία με την οποία αποκαλούσε το βουνό ο τοπικός πληθυσμός πριν από το 1249. Μάλιστα, σύμφωνα με το Χρονικόν του Μορέως, ο Γουλιέλμος ονόμασε το κάστρο Μυζηθράν, "διατί το κράζαν ούτως" («Βουνίν εύρε παράξενο, απόκομμα εις όρος. Κάστρον εποίκεν αφηρόν, Μυ(ζη)θράν ονομασέν το»). Η ονομασία σχετίζεται με τη μυζήθρα και, σύμφωνα με ορισμένους ιστορικούς, συνδέεται με το σχήμα του βουνού. Κατ' άλλους, προέρχεται από το Μυζηθράς, το οποίο αποδίδεται στον κύριο της περιοχής (ως όνομα ή ως επάγγελμα).

Η οχύρωση του βουνού και η μετεξέλιξη του Μυστρά, κατά τους επόμενους δύο αιώνες (ύστερη βυζαντινή περίοδος), σε ισχυρό πολιτικό, στρατιωτικό, πνευματικό και καλλιτεχνικό κέντρο συνδέεται με την κατάλυση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας από τη Δ΄ Σταυροφορία (1204). Μετά από αυτή μετατοπίστηκε το ενδιαφέρον του Βυζαντίου προς τις δυτικές επαρχίες του. Η αλλαγή συνδέεται και με την εμπορική διείσδυση των ιταλικών πόλεων (Βενετίας, Γένοβα, Πίζας κ.ά.), η οποία αναβάθμισε τη σημασία των εμπορικών κέντρων και των ναυτικών σταθμών της Πελοποννήσου.

Στην Πελοπόννησο οι Φράγκοι εγκαταστάθηκαν το 1204, έχοντας ως ηγέτη τους τον Γοδεφρείδο Βιλλεαρδουίνο. Ίδρυσαν το πριγκιπάτο της Αχαΐας (ή Μορέως), όμως κατόρθωσαν να επεκτείνουν τα όριά του ως τη νότια Πελοπόννησο μετά το 1248, όταν ο Γουλιέλμος Β΄ Βιλλεαρδουίνος κατέλαβε τη Μονεμβασιά. Η ίδρυση του κάστρου στον Μυστρά το 1249 σηματοδοτούσε την εδραίωση της κυριαρχίας τους στην Πελοπόννησο.

Ο Μυστράς, ένα απομονωμένο βουνό, ύψους 634 μ., ανήκει στον ορεινό όγκο του Ταΰγετου και αποτελεί μία πολύ ισχυρή στρατηγική θέση. Το ιδιόμορφο ανάγλυφο του βουνού, με τα δύο πλατώματα στην κορυφή (όπου χτίστηκε το κάστρο) και στη βόρεια ράχη (όπου βρίσκονται τα παλάτια και η πλατεία), οι απότομες και απρόκρημνες πλαγιές στη νότια και νοτιοανατολική πλευρά του, και η δυνατότητα εύκολης οχύρωσης των υπόλοιπων πλευρών, που ήθελε από εδώ να ελέγχει και τα ατίθασα σλαβικά φύλα της περιοχής (τους Μηλιγγούς), ήταν τα φυσικά πλεονεκτήματα αυτής της θέσης και ερμηνεύουν την επιλογή του Γουλιέλμου Β΄ Βιλλεαρδουίνου.

1259: Ο Μυστράς παραχωρείται στους Βυζαντινούς[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1259, στη μάχη της Πελαγονίας, στην οποία συγκρούστηκε το πριγκιπάτο της Αχαΐας και την αυτοκρατορία της Νίκαιας, οι Φράγκοι ηττήθηκαν και ο Βυζαντινός αυτοκράτορας Μιχαήλ Η´ Παλαιολόγος συνέλαβε τον Γουλιέλμο Β΄ Βιλλεαρδουίνο. Ο τελευταίος, για να εξασφαλίσει την απελευθέρωσή του, παραχώρησε τα κάστρα της Μεγάλης Μαΐνης, της Μονεμβασιάς και του Μυστρά.

Μετά από το 1262, ο Μυστράς έγινε έδρα βυζαντινού στρατηγού, του «σεβαστοκράτορος», ο οποίος άλλαζε κάθε χρόνο και διοικούσε όλη την Πελοπόννησο. Από τότε άρχισε η κυρίως ιστορική περίοδος του Μυστρά, που διήρκεσε δύο αιώνες. Οι κάτοικοι της πεδιάδας άρχισαν να χτίζουν τα σπίτια τους γύρω από το κάστρο, για να προστατευτούν από τις επιδρομές. Ο πληθυσμός αυξήθηκε ταχύτατα, δημιουργώντας μία νέα πόλη, που ονομάστηκε Χώρα και στη συνέχεια περιτειχίστηκε. Οι κάτοικοι που αναζητούσαν μόνιμη διαμονή συνέχιζαν να αυξάνουν, με αποτέλεσμα να κατοικηθεί και η περιοχή γύρω από το δεύτερο τείχος. Σταδιακά διαμορφώθηκε και η Κάτω Χώρα, η οποία επίσης περιτειχίστηκε. Την περίοδο αυτή ο Μυστράς γνώρισε ιδιαίτερη ανάπτυξη. Μεταφέρθηκε εκεί η έδρα της μητρόπολης Λακεδαιμονίας, χτίστηκε η μητρόπολη, η μονή των Αγίων Θεοδώρων, το Αφεντικό (Οδηγήτρια) και υπήρξε ιδιαίτερη πνευματική άνθηση.

Από το 1308 το σύστημα της διοικήσεως μεταβλήθηκε και ο τίτλος του στρατηγού έδωσε τη θέση του σε μόνιμους διοικητές. Πρώτος διοικητής ήταν ο Μιχαήλ Καντακουζηνός (1308-1316). Τον διαδέχτηκε ο Ανδρόνικος Ασάν (1316-1322).

Το Δεσποτάτο και η τουρκική κατάκτηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τοιχογραφία από το ναό της Παναγίας της Οδηγήτριας στο Μυστρά, που αναπαριστά τον δεσπότη Θεόδωρο Α' Παλαιολόγο ως ηγεμόνα και μοναχό.

Το 1348 δημιουργήθηκε το Δεσποτάτο του Μορέως, με πρώτο δεσπότη τον Μανουήλ Καντακουζηνό (1349-1380), γιο του αυτοκράτορα Ιωάννη ΣΤ' Καντακουζηνού. Τον διαδέχτηκαν ο αδερφός του Ματθαίος Καντακουζηνός (1380-1383) και ο γιος του Ματθαίου Δημήτριος Α΄ Καντακουζηνός (1383-1384). Ο τελευταίος βρέθηκε αντιμέτωπος με τον αυτοκράτορα Ιωάννη Ε' Παλαιολόγο, όταν διεκδίκησε μεγαλύτερη ανεξαρτησία από την Κωνσταντινούπολη, και έδωσε τη θέση του στο γιο του αυτοκράτορα, Θεόδωρο Α' Παλαιολόγο (1383-1407). Τα χρόνια που ακολούθησαν το δεσποτάτο επεκτάθηκε σε όλη την Πελοπόννησο, αναβαθμίζοντας την πολιτική, διοικητική και πνευματική σημασία του Μυστρά.

Το 1429 δημιουργήθηκε ένα δεύτερο δεσποτάτο στο Μοριά, με έδρα τη Γλαρέντζα, ηγέτης του οποίου ορίστηκε ο Κωνσταντίνος ΙΑ΄ Παλαιολόγος, ενώ το 1430 ιδρύθηκε και τρίτο, με έδρα τα Καλάβρυτα, με δεσπότη τον Θωμά Παλαιολόγο, αδερφό του Κωνσταντίνου και του Θεόδωρου Β' Παλαιολόγου, ο οποίος ήταν δεσπότης του Μυστρά την περίοδο 1407-1443. Το 1443 ο Κωνσταντίνος έγινε δεσπότης του Μυστρά, θέση στην οποία παρέμεινε ως το 1448, οπότε χρίστηκε αυτοκράτορας -ο τελευταίος- της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Τελευταίος δεσπότης του Μυστρά ήταν ο Δημήτριος Παλαιολόγος (1449-1460).

Σοφοί, καλλιτέχνες και λόγιοι συγκεντρώνονταν στην αυλή του Δεσπότου, σπουδαιότερος και σημαντικότερος απ' όλους ο Γεώργιος Γεμιστός ή Πλήθων.

Το 1460 ο Μυστράς παραδίνεται στους Τούρκους και από τότε αρχίζει η παρακμή του. Την περίοδο 1687 έως 1715 τον Μυστρά, όπως και όλη την Πελοπόννησο, τον κατείχαν οι Βενετοί. Και το 1770, κατά την επανάσταση του Ορλώφ, ένα μικρό στράτευμα Ελλήνων και Ρώσων έκλεισε την τούρκικη φρουρά μέσα στο κάστρο. Τότε οι Τούρκοι κάτοικοι της πόλεως, αν και παραδόθηκαν με τον όρο να εξέλθουν με τις οικογένειές τους, κατά την έξοδό τους εξολοθρεύτηκαν από απειθάρχητους Μανιάτες, που μόνο χάρη στον τότε Μητροπολίτη που μπήκε μεσ' τη μάχη με το σταυρό κατόρθωσε να συγκρατήσει τους Μανιάτες. Στην επανάσταση του 1821 η συμμετοχή του Μυστρά είναι σημαντική. Το 1825 λεηλατήθηκε από τους Αιγυπτίους του Ιμπραήμ και από τότε σιγά σιγά εγκαταλείφθηκε και ιδρύθηκε ο νέος Μυστράς, το σημερινό ομώνυμο χωριό στους πρόποδες του λόφου. Με την ίδρυση του ελεύθερου κράτους οι Αρχές της επαρχίας Λακωνίας εγκαταστάθηκαν στον ερειπωμένο Μυστρά, λίγο όμως αργότερα, το 1834 ο Βασιλιάς Όθων θεμελιώνει τη νέα πόλη, τη Σπάρτη, επί του πρώτου πολεοδομικού σχεδίου που εκπονήθηκε στην Ελλάδα για να ακολουθήσει στη συνέχεια το Γύθειο, μετά από αίτηση των κατοίκων του Μυστρά να επανασχεδιαστεί η πόλη της Σπάρτης από αρχιτέκτονες που ο Ιωάννης Καποδίστριας θα έστελνε, πριν τη δολοφονία του. Από τότε άρχισαν να εγκαταλείπουν το Μυστρά και οι τελευταίοι κάτοικοί του. Ένα δίστιχο που λεγόταν γύρω στα 1840 εγκωμίαζε τα διπλανά χωριά, ενώ υπενθύμιζε την εγκατάλειψη του Μυστρά.
«Παρόρι με τα κρύα νερά κι' Άι Γιάννη με τ' άνθη.
κι' εσύ, καημένε μου Μυστρά, που σ' έφαγεν η Σπάρτη».

Οι εκκλησίες του Μυστρά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Άγιος Δημήτριος (Μητρόπολη) κτίσθηκε το 1310. Βασιλική ξυλόστεγη, με ωραία γλυπτά στο τέμπλο και τοιχογραφίες. Στο προαύλιό της βρίσκεται το Μητροπολιτικό μέγαρο, σήμερα το Μουσείο του Μυστρά.
  • Ευαγγελίστρια, μονώροφη με χαρακτηριστικό πλατύ νάρθηκα.
  • Άγιοι Θεόδωροι, με το χαρακτηριστικό πασίγνωστο οκτάγωνο τρούλο, η μεγαλύτερη και αρχαιότερη εκκλησία του Μυστρά. Διατηρεί εντυπωσιακές τοιχογραφίες, μεταξύ των οποίων και προσωπογραφία του Αυτοκράτορα Μανουήλ Παλαιολόγου με χρονολογία 1423. Εδώ και ο τάφος του Δεσπότη του Μορέως Θεοδώρου Α΄.
  • Αφεντικό, έτσι ονομάζεται τρίκλινος διώροφος τρουλωτός ναός με δύο εκατέρωθεν παρεκκλήσια εκείνο των «χρυσοβούλλων» επειδή εσωτερικά καλύπτεται με αγιογραφική σύνθεση αγγέλων να κρατούν χρυσόβουλλα των ετών 1314, 1319, 1320 και 1322, και το άλλο του Ανδρόνικου που εικονίζονται ο Αυτοκράτορας Ανδρόνικος και ο Δεσπότης του Μυστρά Θεόδωρος Α' Παλαιολόγος.Όλες οι παραπάνω εκκλησίες βρίσκονται στο ένα τμήμα της πόλης του Μυστρά του Βροχοτονίου. Στο άλλο τμήμα δίπλα στον εντυπωσιακό πύργο  εκκλησία χτισμένη μέσα σε σπηλιά, πρόκειται για το καθολικό της μονής της Παναγίας της Περιβλέπτου του 1350.
  • Πάνω από την Περίβλεπτο ορθώνεται η μονή της Παντάνασσας (γυναικείο μοναστήρι), η εκκλησία της οποίας είναι το καλλίτερο διατηρούμενο μνημείο. Εκεί βρίσκονται και οι τάφοι της δέσποινας Κλεόπα Μαλατέστα και της Θεοδώρας, της συζύγου του Αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Παλαιολόγου.
  • Η Αγία Σοφία, πάνω από τα παλάτια, του 1350, ήταν το καθολικό της μονής του Ζωοδότη Χριστού και πιθανότατα αποτελούσε την εκκλησία των Παλατιών. Σε αυτή έχουν ταφεί πολλά μέλη της άρχουσας τάξης του Μυστρά και σε τάφο της βόρειας στοάς βρέθηκε το μεταξωτό γυναικείο φόρεμα αρχόντισσας των αρχών του 15 αιώνα, που είναι στο μουσείο του Μυστρά.

ΠΗΓΗ: http://www.culture.gr/culture/mystras-edu/history/10.html

  • Άγιος Νικόλαος, σταυροειδής τρουλωτός κτισμένος επί τουρκοκρατίας. Γενικά οι εκκλησίες του Μυστρά αποτελούν χώρο μάθησης της βυζαντινής αρχιτεκτονικής, ζωγραφικής, αγιογραφίας και χωροταξικής μελέτης της εποχής λίγο πριν την αναγέννηση.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Αθανάσιος Παλιούρας, Μυστράς:το κύκνειο άσμα του Βυζαντινού πολιτισμού, Βέλλα- Επιστημονική Επετηρίδα,τομ. Β (2003),σελ.135-145
  • G.Schumberger, «Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, Πολιορκία και Άλωσις της Κωνσταντινουπόλεως», {Κεφ.Α΄. -Η ανάρρηση του διαδόχου Κωνσταντίνου Δραγάση Παλαιολόγου, Δεσπότη του Μυστρά (1443-1448), στο θρόνο της Βασιλεύουσας}, μτφρ. στην καθαρεύουσα (Αθήνα 1914): Σπυρίδ.Π. Λάμπρου, απόδοση στη Νέα Ελληνική (Αθήνα 1997/2002): Ιωάννης Α. Μελισσείδης & Πουλχερία (Ρίτα) Ζαβολέα Μελισσείδη, έκδ. 2η, Εκδόσεις Βεργίνα, Αθήνα 2002, ISBN 960717190X ISBN 9789607171900 (Ελληνική Εθνική Βιβλιογραφία 1999, ΒΙΒΛΙΟΝΕΤ κ.α.)
  • Κυρ.Ν.Στάππα, «Η Λακωνία κατά την Τουρκοκρατίαν και Ενετοκρατίαν 1460-1821», Ιδιωτ. ΄Εκδοση, Αθήναι 1993, (Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος)
  • Μανόλης Χατζηδάκης, «Μυστράς, Η Μεσαιωνική Πολιτεία και το Κάστρο : Πλήρης οδηγός των παλατιών, των εκκλησιών και του κάστρου», Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 2005, ISBN 9602131977 ISBN 139789602131978 (Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος, ΒΙΒΛΙΟΝΕΤ)
  • Steven Runciman, «Μυστράς : Βυζαντινή Πρωτεύουσα της Πελοποννήσου», μτφρ. Πέι Κορρέ και Τζίνα Παπατσώρη, Καρδαμίτσα Ι986, (Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος, ΒΙΒΛΙΟΝΕΤ)
  • Ιωάννης Α. Μελισσείδης, «Η Επιβίωση, Οδοιπορικό σε χρόνους μετά την άλωση της Βασιλεύουσας (1453-1605 περίπου)», σελ.37-47 κ.α., επιμέλεια : Πουλχερία Ζαβολέα Μελισσείδη, έκδ. 1η, Εκδόσεις Βεργίνα, Αθήνα 2010, ISBN 9608280079 (Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος, Regesta Imperii, ΒΙΒΛΙΟΝΕΤ)
  • Ροδονίκη Ετζέογλου, «Ο ναός της Οδηγήτριας του Βροντουχίου στο Μυστρά», έκδ. 1η, Ακαδημία Αθηνών (Αθήνα) 2013, ISBN 9789604042548 (BIBLIONET)
  • Στέφανος Σίνος, «Η αρχιτεκτονική του καθολικού της Μονής της Παντάνασσας του Μυστρά», έκδ. 1η, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2013, ISBN 9789601647357 (BIBLIONET)

Φωτογραφίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα