Μυστράς

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Συντεταγμένες: 37°03′59″N 22°22′35″E / 37.0664°N 22.3764°E / 37.0664; 22.3764

Μυστράς
Τα ανάκτορα του Μυστρά
Τοποθεσία στον χάρτη
Τοποθεσία στον χάρτη
Μυστράς
Χώρα Ελλάδα
Περιφέρεια Πελοποννήσου
Δήμος Σπάρτης
Ταχ. κωδ. 23100
Τηλ. κωδ. 27310
Ιστοσελίδα odysseus.culture.gr
Μνημείο Παγκόσμιας
Κληρονομιάς της UNESCO
Μυστράς
Επίσημο όνομα στον κατάλογο μνημείων Π.Κ.
GR-mystras-pantanassa-kirche-aussen.jpg
Χώρα μέλος Flag of Greece.svg Ελλάδα
Τύπος Πολιτισμικό
Κριτήρια ii, iii, iv
Ταυτότητα 511
Ιστορικό εγγραφής
Εγγραφή 1989 (13η συνεδρίαση)

Ο Μυστράς, γνωστός και ως Μυζηθράς στο Χρονικόν του Μορέως, ήταν μία οχυρωμένη ελληνική πόλη και πρώην δήμος (Δήμος Μυστρά) στη Λακωνία της Περιφέρειας Πελοποννήσου[1]. Ευρισκόμενος στον Ταΰγετο, κοντά στην αρχαία Σπάρτη, ο Μυστράς υπήρξε πρωτεύουσα του βυζαντινού Δεσποτάτου του Μυστρά τον 14ο και 15ο αιώνα, βιώνοντας μία περίοδο ευημερίας και πολιτιστικής άνθησης. Η περιοχή παρέμεινε κατοικημένη καθ' όλη τη διάρκεια της οθωμανικής περιόδου, όταν εσφαλμένα θεωρήθηκε από τους δυτικούς ταξιδιώτες ότι ήταν η αρχαία Σπάρτη. Τη δεκαετία του 1830, εγκαταλείφθηκε και χτίστηκε η νέα πόλη της Σπάρτης, περίπου 8 χιλιόμετρα ανατολικά.

Μετά τη μεταρρύθμιση της τοπικής αυτοδιοίκησης το 2011 (πρόγραμμα «Καλλικράτης»), αποτελεί δημοτική ενότητα του δήμου Σπάρτης της Π.Ε. Λακωνίας[2]. Η δημοτική ενότητα έχει έκταση 131,95 τ. χλμ.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ιστορία «της νεκρής πολιτείας» σήμερα του Μυστρά αρχίζει από τα μέσα του 13ου αιώνα, όταν ολοκληρώθηκε η κατάκτηση της Πελοποννήσου από τους Φράγκους. Το 1249, ο πρίγκιπας των Φράγκων Γουλιέλμος Β΄ Βιλλεαρδουίνος έκτισε ισχυρό τείχος και κάστρο στην ανατολική πλευρά του Ταϋγέτου, στην κορυφή ενός υψώματος με απότομη και κωνοειδή μορφή, που λεγόταν Μυστράς ή Μυζηθράς.

Το όνομα Μυστράς ή Μυζηθράς προϋπήρχε της ίδρυσης του κάστρου και ήταν η ονομασία με την οποία αποκαλούσε το βουνό ο τοπικός πληθυσμός πριν από το 1249. Μάλιστα, σύμφωνα με το Χρονικόν του Μορέως, ο Γουλιέλμος ονόμασε το κάστρο Μυζηθράν, "διατί το κράζαν ούτως" («Βουνίν εύρε παράξενο, απόκομμα εις όρος. Κάστρον εποίκεν αφηρόν, Μυ(ζη)θράν ονομασέν το»). Η ονομασία σχετίζεται με τη μυζήθρα και, σύμφωνα με ορισμένους ιστορικούς, συνδέεται με το σχήμα του βουνού. Κατ' άλλους, προέρχεται από το Μυζηθράς, το οποίο αποδίδεται στον κύριο της περιοχής (ως όνομα ή ως επάγγελμα).

Η οχύρωση του βουνού και η μετεξέλιξη του Μυστρά, κατά τους επόμενους δύο αιώνες (ύστερη βυζαντινή περίοδος), σε ισχυρό πολιτικό, στρατιωτικό, πνευματικό και καλλιτεχνικό κέντρο συνδέεται με την κατάλυση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας από τη Δ΄ Σταυροφορία (1204). Μετά από αυτή μετατοπίστηκε το ενδιαφέρον του Βυζαντίου προς τις δυτικές επαρχίες του. Η αλλαγή συνδέεται και με την εμπορική διείσδυση των ιταλικών πόλεων (Βενετίας, Γένοβα, Πίζας κ.ά.), η οποία αναβάθμισε τη σημασία των εμπορικών κέντρων και των ναυτικών σταθμών της Πελοποννήσου.

Στην Πελοπόννησο οι Φράγκοι εγκαταστάθηκαν το 1204, έχοντας ως ηγέτη τους τον Γοδεφρείδο Βιλλεαρδουίνο. Ίδρυσαν το πριγκιπάτο της Αχαΐας (ή Μορέως), όμως κατόρθωσαν να επεκτείνουν τα όριά του ως τη νότια Πελοπόννησο μετά το 1248, όταν ο Γουλιέλμος Β΄ Βιλλεαρδουίνος κατέλαβε τη Μονεμβασιά. Η ίδρυση του κάστρου στον Μυστρά το 1249 σηματοδοτούσε την εδραίωση της κυριαρχίας τους στην Πελοπόννησο.

Ο Μυστράς, ένα απομονωμένο βουνό, ύψους 634 μ., ανήκει στον ορεινό όγκο του Ταΰγετου και αποτελεί μία πολύ ισχυρή στρατηγική θέση. Το ιδιόμορφο ανάγλυφο του βουνού, με τα δύο πλατώματα στην κορυφή (όπου χτίστηκε το κάστρο) και στη βόρεια ράχη (όπου βρίσκονται τα παλάτια και η πλατεία), οι απότομες και απρόκρημνες πλαγιές στη νότια και νοτιοανατολική πλευρά του, και η δυνατότητα εύκολης οχύρωσης των υπόλοιπων πλευρών, που ήθελε από εδώ να ελέγχει και τα ατίθασα σλαβικά φύλα της περιοχής (τους Μηλιγγούς), ήταν τα φυσικά πλεονεκτήματα αυτής της θέσης και ερμηνεύουν την επιλογή του Γουλιέλμου Β΄ Βιλλεαρδουίνου.

1259: Ο Μυστράς παραχωρείται στους Βυζαντινούς[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1259, στη μάχη της Πελαγονίας, στην οποία συγκρούστηκε το πριγκιπάτο της Αχαΐας και την αυτοκρατορία της Νίκαιας, οι Φράγκοι ηττήθηκαν και ο Βυζαντινός αυτοκράτορας Μιχαήλ Η´ Παλαιολόγος συνέλαβε τον Γουλιέλμο Β΄ Βιλλεαρδουίνο. Ο τελευταίος, για να εξασφαλίσει την απελευθέρωσή του, παραχώρησε τα κάστρα της Μεγάλης Μαΐνης, της Μονεμβασιάς και του Μυστρά.

Μετά από το 1262, ο Μυστράς έγινε έδρα βυζαντινού στρατηγού, του «σεβαστοκράτορος», ο οποίος άλλαζε κάθε χρόνο και διοικούσε όλη την Πελοπόννησο. Από τότε άρχισε η κυρίως ιστορική περίοδος του Μυστρά, που διήρκεσε δύο αιώνες. Οι κάτοικοι της πεδιάδας άρχισαν να χτίζουν τα σπίτια τους γύρω από το κάστρο, για να προστατευτούν από τις επιδρομές. Ο πληθυσμός αυξήθηκε ταχύτατα, δημιουργώντας μία νέα πόλη, που ονομάστηκε Χώρα και στη συνέχεια περιτειχίστηκε. Οι κάτοικοι που αναζητούσαν μόνιμη διαμονή συνέχιζαν να αυξάνουν, με αποτέλεσμα να κατοικηθεί και η περιοχή γύρω από το δεύτερο τείχος. Σταδιακά διαμορφώθηκε και η Κάτω Χώρα, η οποία επίσης περιτειχίστηκε. Την περίοδο αυτή ο Μυστράς γνώρισε ιδιαίτερη ανάπτυξη. Μεταφέρθηκε εκεί η έδρα της μητρόπολης Λακεδαιμονίας, χτίστηκε η μητρόπολη, η μονή των Αγίων Θεοδώρων, το Αφεντικό (Οδηγήτρια) και υπήρξε ιδιαίτερη πνευματική άνθηση.

Από το 1308 το σύστημα της διοικήσεως μεταβλήθηκε και ο τίτλος του στρατηγού έδωσε τη θέση του σε μόνιμους διοικητές. Πρώτος διοικητής ήταν ο Μιχαήλ Καντακουζηνός (απεβ. 1316) (1308-1316). Τον διαδέχτηκε ο Ανδρόνικος Ασάν (1316-1322).

Το Δεσποτάτο και η οθωμανική κατάκτηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τοιχογραφία από το ναό της Παναγίας της Οδηγήτριας στο Μυστρά, που αναπαριστά τον δεσπότη Θεόδωρο Α' Παλαιολόγο ως ηγεμόνα και μοναχό.

Το 1348 δημιουργήθηκε το Δεσποτάτο του Μορέως, με πρώτο δεσπότη τον Μανουήλ Καντακουζηνό (1349-1380), γιο του αυτοκράτορα Ιωάννη ΣΤ' Καντακουζηνού. Τον διαδέχτηκαν ο αδερφός του Ματθαίος Καντακουζηνός (1380-1383) και ο γιος του Ματθαίου Δημήτριος Α΄ Καντακουζηνός (1383-1384). Ο τελευταίος βρέθηκε αντιμέτωπος με τον αυτοκράτορα Ιωάννη Ε' Παλαιολόγο, όταν διεκδίκησε μεγαλύτερη ανεξαρτησία από την Κωνσταντινούπολη, και έδωσε τη θέση του στο γιο του αυτοκράτορα, Θεόδωρο Α' Παλαιολόγο (1383-1407). Τα χρόνια που ακολούθησαν το δεσποτάτο επεκτάθηκε σε όλη την Πελοπόννησο, αναβαθμίζοντας την πολιτική, διοικητική και πνευματική σημασία του Μυστρά.

Το 1429 δημιουργήθηκε ένα δεύτερο δεσποτάτο στο Μοριά, με έδρα τη Γλαρέντζα, ηγέτης του οποίου ορίστηκε ο Κωνσταντίνος ΙΑ΄ Παλαιολόγος, ενώ το 1430 ιδρύθηκε και τρίτο, με έδρα τα Καλάβρυτα, με δεσπότη τον Θωμά Παλαιολόγο, αδερφό του Κωνσταντίνου και του Θεόδωρου Β' Παλαιολόγου, ο οποίος ήταν δεσπότης του Μυστρά την περίοδο 1407-1443. Το 1443 ο Κωνσταντίνος έγινε δεσπότης του Μυστρά, θέση στην οποία παρέμεινε ως το 1448, οπότε χρίστηκε αυτοκράτορας -ο τελευταίος- της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Τελευταίος δεσπότης του Μυστρά ήταν ο Δημήτριος Παλαιολόγος (1449-1460).

Σοφοί, καλλιτέχνες και λόγιοι συγκεντρώνονταν στην αυλή του Δεσπότου, σπουδαιότερος και σημαντικότερος απ' όλους ο Γεώργιος Γεμιστός ή Πλήθων.

Τα χρόνια αυτά ο Μυστράς, και γενικότερα η Πελοπόννησος, γνώρισε μία νέα οθωμανική επιδρομή (1446), την εξέγερση των Αλβανών (1453), τις συναλλαγές των δεσποτών με τον Μωάμεθ Β' για να καταπνιγούν οι στάσεις, τις εμφύλιες συγκρούσεις των δεσποτών και το διχασμό ανάμεσα στους δεσπότες που προσέβλεπαν προς τη Δύση και σ' εκείνους που έδειχναν διάθεση συναλλαγής με τους Οθωμανούς.

Στις 30 Μαΐου του 1460, ο Δημήτριος Παλαιολόγος παρέδωσε χωρίς μάχη τον Μυστρά στους Οθωμανούς και προσκολλήθηκε στην αυλή του σουλτάνου.

Οθωμανική και ενετική κυριαρχία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μυστράς, 1686.

Μετά την οθωμανική κατάκτηση, ο Μυστράς είχε φθίνουσα πορεία. Σημαντική στιγμή αυτής της πορείας ήταν η ανεπιτυχής προσπάθεια του ηγεμόνα του Ρίμινι Σιγισμούνδου Μαλατέστα, στην αρχή του Α' Ενετοτουρκικού πολέμου (1464), να καταλάβει την πόλη.

Το 1600 βρήκε τον Μυστρά έδρα μιας από τις διοικητικές περιφέρειες (σαντζάκια) του εγιαλετίου του Αιγαίου, γεγονός το οποίο συνετέλεσε στην αύξηση του πληθυσμού του. Μάλιστα, το 1668 η επαρχία (καζάς) του Μυστρά αριθμούσε περίπου 9.000 κατοίκους και ήταν η μεγαλύτερη της Πελοποννήσου.

Δύο και πλέον αιώνες μετά την πολιορκία του Μυστρά από τον Μαλατέστα, κατά τον τρίτο χρόνο του νέου Ενετοτουρκικού πολέμου (Αύγουστος 1687), οι Ενετοί κατέλεβαν τον Μυστρά και μετέφεραν την πρωτεύουσα της επαρχίας Λακωνίας στη Μονεμβασία. Την περίοδο της ενετικής κυριαρχίας (1687-1715) ο Μυστράς άκμασε ως κέντρο σηροτροφίας.

Ακολούθησε νέα οθωμανική κατάκτηση (1715) και μετά μια ολιγόμηνη απελεύθερωση του Μυστρά κατά την Ελληνική Επανάσταση του 1770. Κατά τη διάρκεια των Ορλοφικών, πιο συγκεκριμένα, Μανιάτες και Ρώσοι, με επικεφαλής τον Αντώνιο Ψαρό, Έλληνα αξιωματικό του ρωσικού στρατού, και τον Μπάρκοφ κατέλαβαν την πόλη το Μάρτιο του 1770. Τότε οι Οθωμανοί κάτοικοι της πόλεως, αν και παραδόθηκαν με τον όρο να εξέλθουν με τις οικογένειές τους, κατά την έξοδό τους εξολοθρεύτηκαν από απειθάρχητους Μανιάτες. Ο τότε μητροπολίτης, που μπήκε ανάμεσά τους με το σταυρό, κατόρθωσε να συγκρατήσει τους Μανιάτες. Όταν αποχώρησαν οι Ρώσοι, η περιοχή περιήλθε και πάλι στην οθωμανική κυριαρχία και, παρότι γνώρισε άγρια αλβανική επιδρομή και λεηλασία, κατόρθωσε να έχει νέα πορεία ανάπτυξης.

Ο πληθυσμός του Μυστρά έφτασε κατά τα τέλη του 18ου αι. στους 18.000 κατοίκους. Η ανάπτυξή του στηρίχτησε στο εμπόριο του μεταξιού και στην εμποροπανήγυρη που γινόταν κάθε Σεπτέμβριο. Μάλιστα, ο Μυστράς έφτασε να θεωρείται η δεύτερη σε σημασία αγορά της πελοποννησιακής ενδοχώρας μετά από την Τρίπολη Αρκαδίας. Έτσι, κατά τα τέλη του 18ου αι., το 12% των κατοίκων του Μυστρά ήταν Εβραίοι, ενώ στην πόλη υπήρχαν υποκαταστήματα γαλλικών εμπορικών οίκων και οι έμποροι από τον Μυστρά μνημονεύονται στη Μασσαλία και σε άλλες ευρωπαϊκές πόλεις.

Παναγιώτης Γιατράκος

Οι κάτοικοι του Μυστρά συμμετείχαν ενεργά στην Ελληνική Επανάσταση του 1821. Ο προεστός Παναγιώτης Κρεββαττάς, ο Παναγιώτης Γιατράκος και άλλοι μυήθηκαν στη Φιλική Εταιρεία, ενώ πολλοί αγωνίστηκαν στην Πελοπόννησο και τη Στερεά Ελλάδα. Η πόλη πυρπολήθηκε από τον Ιμπραήμ το 1825, κατά την εισβολή των Αιγυπτίων στην Πελοπόννησο.

Μετά την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους και της Σπάρτης (1834), οι κάτοικοι του Μυστρά εγκατέλειψαν σταδιακά τον οικισμό και εγκαταστάθηκαν στη νέα πόλη. Ένα δίστιχο που λεγόταν γύρω στα 1840 εγκωμίαζε τα διπλανά χωριά, ενώ υπενθύμιζε την εγκατάλειψη του Μυστρά.
«Παρόρι με τα κρύα νερά κι' Άι Γιάννη με τ' άνθη.
κι' εσύ, καημένε μου Μυστρά, που σ' έφαγεν η Σπάρτη».

Ο Μυστράς, που το 1879 είχε μόλις 913 κατοίκους, δεν έπαυσε, εντούτοις, ως ιστορικός χώρος, να προκαλεί το ενδιαφέρον Ελλήνων και ξένων, όπως προκύπτει από τις περιγραφές περιηγητών του 19ου και 20ού αι. Οι τελευταίες οικογένειες εγκατέλειψαν τον Μυστρά το 1952, οπότε ολόκληρος ο οικισμός κηρύχτηκε αρχαιολογικός χώρος.

Ο οικισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σχέδιο του Μυστρά
1. Είσοδος στην Κάτω Χώρα
2. Μητρόπολη
3. Ευαγγελίστρια
4. Άγιοι Θεόδωροι
5. Μονή Βροντοχίου
6. Πύλη της Μονεμβασίας
7. Άγιος Νικόλαος
8. Ανάκτορο Δεσποτών και πλατεία
9. Πύλη τ' Αναπλιού
10. Είσοδος στην Επάνω Χώρα
11. Αγία Σοφία
12. Παλατάκι
13. Κάστρο
14. Μαυρόπορτα
15. Μονή Παντάνασσας
16. Ταξιάρχες
17. Οικία Φραγκόπουλου
18. Μονή Παναγίας Περιβλέπτου
19. Άγιος Γεώργιος
20. Οικίες οικογένειας Κρεββατά
21. Είσοδος "Μαρμάρα"
22. Αϊ-Γιαννάκης
23. Οικία Λάσκαρη
24. Άγιος Χριστόφορος
25. Ερείπια
26. Αγία Κυριακή

Η φυσική αμυντική οχύρωση και η στρατηγική θέση έδωσαν τη δυνατότητα να αναπτυχθεί στον Μυστρά μια ολόκληρη καστροπολιτεία, η οποία αποτελεί το χαρακτηριστικότερο δείγμα μεσαιωνικού οικισμού στον ελληνικό χώρο. Μάλιστα ο Μυστράς είχε την τύχη να μην υποστεί σημαντικές καταστροφές λόγω πολεμικών συγκρούσεων, γεγονός που επέτρεψε την ομαλή συνέχιση της ζωής στην πόλη κατά το μεγαλύτερο μέρος της Τουρκοκρατίας.

Πυρήνας της πόλης υπήρξε το κάστρο που έχτισε ο Γουλιέλμος Β΄ Βιλλεαρδουίνος στην κορυφή του λόφου (υψόμετρο 634 μ.). Εδώ ειχε την έδρα της η "κεφαλή", ο στρατηγός. Η σταδιακή επέκταση της πόλης στις πλαγιές του λόφου συνετέλεσε στη διαμόρφωση άλλων δύο χαρακτηριστικών οικιστικών ενοτήτων, που καθορίζουν και τη διαδρομή του επισκέπτη στο χώρο, αλλά και στο χρόνο.

Ακριβώς κάτω από το κάστρο, σε πλάτωμα του λόφου, διαμορφώθηκε η συνοικία των ανακτόρων (Επάνω Χώρα), που αναπτύχθηκε κυρίως προς τη βορινή πλευρά, με κύριο χαρακτηριστικό τα παλάτια των δεσποτών, την πλατεία και τις δημόσιες υπηρεσίες. Ταυτόχρονα η πόλη απέκτησε και νέο τείχος.

Σταδιακά ο οικισμός επεκτάθηκε πιο χαμηλά και έξω από το τείχος, προς τους πρόποδες. Διαμορφώθηκε έτσι η συνοικία των αστών ή Κάτω Χώρα, σε αντιδιαστολή με την προγενέστερη Επάνω Χώρα. Εδώ χτίστηκαν διαδοχικά τα περισσότερα αρχοντικά (των Λασκαραίων, του Φραγκόπουλου κ.ά.), οι σημαντικότεροι βυζαντινοί ναοί, καθώς και αρκετά μικρά παρεκκλήσια. Νέο τείχος χτίστηκε για να περιλάβει και αυτό το τμήμα της πόλης, ενώ και έξω από το νέο τείχος, σχηματίστηκε καινούργια συνοικία, η Έξω Χώρα. Έτσι, στην εποχή της ακμής του Μυστρά (αρχές του 15ου αι.) ολόκληρη η πλαγιά ήταν κατοικημένη.

Η πρόσβαση στην καστροπολιτεία γίνεται κυρίως από την πάνω είσοδο, στη βορειοδυτική πλευρά, η οποία βρίσκεται μεταξύ του κάστρου και της Επάνω Χώρας, λίγο ψηλότερα από την πύλη του Ναυπλίου. Στο σημείο αυτό, το οποίο φυλάσσεται από επιβλητικό πύργο, οδηγεί σύγχρονος ασφαλτόδρομος. Ο σύντομος και στενός (πλάτους 3 μ.) ανηφορικός δρόμος που ξεκινάει από το σημείο αυτό είναι ο ευκολότερος τρόπος για να προσεγγίσει κανείς το κάστρο. Ασφαλτόδρομος οδηγεί τον επισκέπτη και στην κάτω είσοδο των εξωτερικών τειχών.

Το εσωτερικό τείχος, το οποίο περιέβαλλε την Επάνω Χώρα είχε δύο πύλες: στα ανατολικά την πύλη της Μονεμβασίας (ή "Μονεμβασιάς"), που ήταν γνωστή και ως "Σιδερόπορτα", και στα δυτικά την πύλη του Ναυπλίου (ή "τ' Αναπλιού"). Τις δύο πύλες ένωνε ο κεντρικός δρόμος, που περνούσε από την πλατεία.

Το κάστρο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η σημερινή μορφή του κάστρου είναι προϊόν διαδοχικών φάσεων: της αρχικής του Βιλλεαρδουίνου και, στη συνέχεια, των εργασιών που έγιναν στα χρόνια των Βυζαντινών και των Οθωμανών.

Το κάστρο είναι μακρόστενο και εκτείνεται σε μήκος 170 μ. Περικλείει ένα πλάτωμα και έχει δύο περιβόλους που ακολουθούν την κλίση του εδάφους: τον εξωτερικό, με τον κυκλικό πύργο του βιγλάτορα, και τον εσωτερικό, με την κατοικία του διοικητή και μια δεύτερη σημαντική βίγλα. Από τον πύργο του βιγλάτορα ελέγχεται ο Ταΰγετος και όλη η κοιλάδα, ενώ από τη βίγλα του εσωτερικού περιβόλου ελέγχονται οι δυτικές του πλαγιές, απ' όπου έρχονταν οι Μηλιγγοί. Προς τον Ταΰγετο η νοτιοανατολική πλευρά του βουνού είναι απρόσιτη. Η θέα στην κοιλάδα του Ευρώτα από το κάστρο είναι εντυπωσιακή.

Κάτω από το κάστρο είχαν αναπτυχθεί τα τείχη του Μυστρά. Η πρώτη οχύρωση, που στην ουσία προστάτευε την Επάνω Χώρα, ξεκινούσε από το κάστρο, προστάτευε τα παλάτια και αρκετά αρχοντικά, συνέχιζε πάνω από την Παντάνασσα και έφτανε στον γκρεμό. Στη δυτική του πλευρά υπήρχαν μια σειρά πύργοι, ενώ εξαιρετική οχύρωση είχαν και οι δύο πύλες της πλευράς αυτής. Ακόμη πιο κάτω βρισκόταν ο δεύτερος οχυρωματικός περίβολος, ο οποίος προστάτευε τον κυρίως οικισμό και είχε ως σημεία αναφοράς το Αφεντικό (βορειοδυτικά), τη Μητρόπολη (βορειοανατολικά) και την Περίβλεπτο (νοτιοανατολικά).

Ανάκτορα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το ανάκτορο των Δεσποτών

Στην πλατεία της Επάνω Χώρας, σε μια θέση που εποπτεύει όλο το λόφο και την κοιλάδα της Σπάρτης, ορθώνεται ένα μεγάλο συγκρότημα πρόσφατα αναστηλωμένων κτηρίων, τα οποία ταυτίζονται με τα ανάκτορα των Παλαιολόγων και των Καντακουζηνών. Τα επιβλητικά αυτά κτήρια, τα οποία σχηματίζουν δύο πτέρυγες που ενώνονται σχεδόν σε ορθή γωνία, κλείνουν τη βορειοανατολική πλευρά της πλατείας και ορίζουν έναν προστατευμένο χώρο όπου γίνονταν οι συνάξεις του λαού.

Οι διαφοροποιήσεις στα αρχιτεκτονικά πρότυπα δείχνουν ότι οι δύο πτέρυγες χτίστηκαν σταδιακά και σε διαδοχικές φάσεις. Η βορειοανατολική πτέρυγα άρχισε να χτίζεται μάλλον επί Λατινοκρατίας (1249-1261) και χαρακτηρίζεται από πλαστικότητα, κλιμακωτή διάταξη των κτηρίων και φρουριακή όψη. Σε αυτή ανήκουν το αρχικό κτήριο με το γοτθικό τόξο στα μικρά του παράθυρα, το μαγειρείο με την εστία του και τις στέρνες, καθώς και το μεταγενέστερο δίπατο κτήριο που χρησίμευε ως κατοικία του δεσπότη (χρονολογείται στα 1350-1400).

Η βορειοδυτική πτέρυγα, η οποία αποτελεί ένα ενιαίο κτήριο, είναι σπάνιο δείγμα κοσμικής βυζαντινής αρχιτεκτονικής. Πρέπει να χτίστηκε μετά το 1400 από τους Παλαιολόγους και παρουσιάζει πολλές αναλογίες με αντίστοιχα βυζαντινά κτήρια, όπως το ανάκτορο του Κωνσταντίνου του Πορφυρογέννητου στην Κωνσταντινούπολη, του 13ου-14ου αι. Η πτέρυγα αυτή αποτελεί στην ουσία μια ολοκληρωμένη ανακτορική κατοικία: έχει ένα μικρό υπόγειο με καμαρωτή οροφή και δύο ορόφους. Ο πρώτος όροφος χωριζόταν σε οκτώ διαμερίσματα, ενώ ο δεύτερος, ο οποίος ήταν ενιαίος, αποτελούσε την Αίθουσα του Θρόνου, το λεγόμενο "χρυσοτρίκλινον" των Βυζαντινών. Πρόκειται για μια τεράστια αίθουσα, που θερμαινόταν με οκτώ τζάκια, ήταν πιθανόν διακοσμημένη με τοιχογραφίες και είχε περιμετρικά στο εσωτερικό της χαμηλό χτιστό πεζούλι, για να κάθονται οι επισκέπτες.

Οι εκκλησίες του Μυστρά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Άγιος Δημήτριος (Μητρόπολη) κτίσθηκε το 1310. Βασιλική ξυλόστεγη, με ωραία γλυπτά στο τέμπλο και τοιχογραφίες. Στο προαύλιό της βρίσκεται το Μητροπολιτικό μέγαρο, σήμερα το Μουσείο του Μυστρά.
  • Ευαγγελίστρια, μονώροφη με χαρακτηριστικό πλατύ νάρθηκα.
  • Άγιοι Θεόδωροι, με το χαρακτηριστικό πασίγνωστο οκτάγωνο τρούλο, η μεγαλύτερη και αρχαιότερη εκκλησία του Μυστρά. Διατηρεί εντυπωσιακές τοιχογραφίες, μεταξύ των οποίων και προσωπογραφία του Αυτοκράτορα Μανουήλ Παλαιολόγου με χρονολογία 1423. Εδώ και ο τάφος του Δεσπότη του Μορέως Θεοδώρου Α΄.
  • Αφεντικό, έτσι ονομάζεται τρίκλινος διώροφος τρουλωτός ναός με δύο εκατέρωθεν παρεκκλήσια εκείνο των «χρυσοβούλλων» επειδή εσωτερικά καλύπτεται με αγιογραφική σύνθεση αγγέλων να κρατούν χρυσόβουλλα των ετών 1314, 1319, 1320 και 1322, και το άλλο του Ανδρόνικου που εικονίζονται ο Αυτοκράτορας Ανδρόνικος και ο Δεσπότης του Μυστρά Θεόδωρος Α' Παλαιολόγος.Όλες οι παραπάνω εκκλησίες βρίσκονται στο ένα τμήμα της πόλης του Μυστρά του Βροχοτονίου. Στο άλλο τμήμα δίπλα στον εντυπωσιακό πύργο, βρίσκεται μια εκκλησία χτισμένη μέσα σε σπηλιά: πρόκειται για το καθολικό της μονής της Παναγίας της Περιβλέπτου του 1350.
  • Πάνω από την Περίβλεπτο ορθώνεται η μονή της Παντάνασσας (γυναικείο μοναστήρι), η εκκλησία της οποίας είναι το καλύτερα διατηρούμενο μνημείο. Εκεί βρίσκονται και οι τάφοι της δέσποινας Κλεόπα Μαλατέστα και της Θεοδώρας, της συζύγου του Αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Παλαιολόγου.
  • Η Αγία Σοφία, πάνω από τα παλάτια, του 1350, ήταν το καθολικό της μονής του Ζωοδότη Χριστού και πιθανότατα αποτελούσε την εκκλησία των Παλατιών. Σε αυτή έχουν ταφεί πολλά μέλη της άρχουσας τάξης του Μυστρά και σε τάφο της βόρειας στοάς βρέθηκε το μεταξωτό γυναικείο φόρεμα αρχόντισσας των αρχών του 15 αιώνα, που είναι στο μουσείο του Μυστρά.

ΠΗΓΗ: http://www.culture.gr/culture/mystras-edu/history/10.html

  • Άγιος Νικόλαος, σταυροειδής τρουλωτός κτισμένος επί τουρκοκρατίας. Γενικά οι εκκλησίες του Μυστρά αποτελούν χώρο μάθησης της βυζαντινής αρχιτεκτονικής, ζωγραφικής, αγιογραφίας και χωροταξικής μελέτης της εποχής λίγο πριν την αναγέννηση.

Φωτογραφίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Αθανάσιος Παλιούρας, Μυστράς:το κύκνειο άσμα του Βυζαντινού πολιτισμού, Βέλλα- Επιστημονική Επετηρίδα,τομ. Β (2003),σελ.135-145
  • G.Schumberger, «Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, Πολιορκία και Άλωσις της Κωνσταντινουπόλεως», {Κεφ.Α΄. -Η ανάρρηση του διαδόχου Κωνσταντίνου Δραγάση Παλαιολόγου, Δεσπότη του Μυστρά (1443-1448), στο θρόνο της Βασιλεύουσας}, μτφρ. στην καθαρεύουσα (Αθήνα 1914): Σπυρίδ.Π. Λάμπρου, απόδοση στη Νέα Ελληνική (Αθήνα 1997/2002): Ιωάννης Α. Μελισσείδης & Πουλχερία (Ρίτα) Ζαβολέα Μελισσείδη, έκδ. 2η, Εκδόσεις Βεργίνα, Αθήνα 2002, ISBN 960717190X ISBN 9789607171900 (Ελληνική Εθνική Βιβλιογραφία 1999, ΒΙΒΛΙΟΝΕΤ κ.α.)
  • Κυρ.Ν.Στάππα, «Η Λακωνία κατά την Τουρκοκρατίαν και Ενετοκρατίαν 1460-1821», Ιδιωτ. ΄Εκδοση, Αθήναι 1993, (Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος)
  • Μανόλης Χατζηδάκης, «Μυστράς, Η Μεσαιωνική Πολιτεία και το Κάστρο : Πλήρης οδηγός των παλατιών, των εκκλησιών και του κάστρου», Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 2005, ISBN 9602131977 ISBN 139789602131978 (Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος, ΒΙΒΛΙΟΝΕΤ)
  • Steven Runciman, «Μυστράς : Βυζαντινή Πρωτεύουσα της Πελοποννήσου», μτφρ. Πέι Κορρέ και Τζίνα Παπατσώρη, Καρδαμίτσα Ι986, (Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος, ΒΙΒΛΙΟΝΕΤ)
  • Ιωάννης Α. Μελισσείδης, «Η Επιβίωση, Οδοιπορικό σε χρόνους μετά την άλωση της Βασιλεύουσας (1453-1605 περίπου)», σελ.37-47 κ.α., επιμέλεια : Πουλχερία Ζαβολέα Μελισσείδη, έκδ. 1η, Εκδόσεις Βεργίνα, Αθήνα 2010, ISBN 9608280079 (Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος, Regesta Imperii, ΒΙΒΛΙΟΝΕΤ)
  • Ροδονίκη Ετζέογλου, «Ο ναός της Οδηγήτριας του Βροντουχίου στο Μυστρά», έκδ. 1η, Ακαδημία Αθηνών (Αθήνα) 2013, ISBN 9789604042548 (BIBLIONET)
  • Στέφανος Σίνος, «Η αρχιτεκτονική του καθολικού της Μονής της Παντάνασσας του Μυστρά», έκδ. 1η, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2013, ISBN 9789601647357 (BIBLIONET)

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]