Κίτσος Τζαβέλας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Κυριάκος Τζαβέλας
Kitsos Tzavelas.jpg
Royal Coat of Arms of Greece (1863-1936).svg
Πρωθυπουργός της Ελλάδας
Περίοδος
5 Σεπτεμβρίου 1847 – 8 Μαρτίου 1848
ΠροκάτοχοςΙωάννης Κωλέττης
ΔιάδοχοςΓεώργιος Κουντουριώτης
Προσωπικά στοιχεία
Γέννηση1801, Σούλι
Θάνατος9 Μαρτίου 1855 (54 ετών)
Μεσολόγγι
Εθνότητα'Ελληνας
ΣύζυγοςΒασιλική Τζαβέλα
Commons page Σχετικά πολυμέσα
Κίτσος Τζαβέλλας. Λιθογραφία. Καρλ Κράτσαϊζεν

Ο Κυριάκος "Κίτσος" Τζαβέλας ή Τζαβέλλας (Σούλι, 1801 - Μεσολόγγι, 9 Μαρτίου 1855) ήταν Έλληνας αγωνιστής της επανάστασης του '21 από το Σούλι της Ηπείρου και μετέπειτα στρατηγός, υπουργός και πρωθυπουργός.

Τα πρώτα χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Τζαβελ(λ)αίοι, οι οποίοι κατάγονταν από την Ντράγανη ή Δράγανη (Αμπελιά) Θεσπρωτίας και υπήρξαν συνεχιστές και απόγονοι του Παπα-Ζάχου (παπα-Ζαχαρίας), ήταν μία από τις πιο ηγετικές οικογένειες που ίδρυσαν και θεμελίωσαν αρχικά το Σούλι και από τις οποίες ξεκίνησε και ο  προεπαναστατικός αγώνας και συνεχίστηκε με την επανάσταση του 1821.

Ο Κίτσος Τζαβέλας γεννήθηκε στο Σούλι το 1801 και ήταν δευτερότοκος γιος του Φώτου Τζαβέλα και εγγονός του Λάμπρου Τζαβέλα και της Μόσχως. Πέρασε τα πρώτα χρόνια της ζωής του στην Κέρκυρα. Εκεί είχε καταφύγει η οικογένειά του και οι άλλοι Σουλιώτες όταν, μετά τη συνθηκολόγηση του 1803 με τον Αλή πασά των Ιωαννίνων και την κατάληψη του Σουλίου από τις δυνάμεις του Αλή, κατέφυγαν στην Πάργα και από εκεί πέρασαν στην Κέρκυρα. Στις 12 Δεκεμβρίου 1820 οι Σουλιώτες ξαναγύρισαν στο Σούλι, και μαζί τους ο Κίτσος Τζαβέλας, όπου τους παραχωρήθηκε το κάστρο της Κιάφας από τον Αλή Πασά. Την εποχή εκείνη ο Αλής ήταν ήδη σε πόλεμο με τον Σουλτάνο και αναγκασμένος να υπερασπιστεί το πασαλίκι του, υποσχέθηκε στους Σουλιώτες ότι θα τους επέτρεπε να γυρίσουν για πάντα στο Σούλι, αρκεί να τον βοηθούσαν κατά του Σουλτάνου. Ο Κίτσος Τζαβέλας υπέγραψε κι αυτός τη συμφωνία με τους Τουρκαλβανούς.[1][2] Εκεί, στο Σούλι, ανακηρύχτηκε και καπετάνιος-αρχηγός, σε ηλικία μόλις 19 χρονών και μυημένος ήδη Φιλικός.

Συμμετοχή στις επιχειρήσεις της Επανάστασης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά την ήττα και τον θάνατο του Αλή από τον Χουρσίτ, ο Χουρσίτ επιτέθηκε κατόπιν εναντίον των συμμάχων του Αλή πασά Σουλιωτών, με 14.000 πεζούς και ιππικό, έναντι 1.000 Σουλιωτών και παρασουλιωτών πολεμιστών.  Φεύγοντας ο Χουρσίτ στις 17 Ιουνίου 1822, άφησε πίσω τον Ομέρ Βρυώνη και τον Μουχουδάρη με 6.000 Τουρκαλβανούς που επιτίθενται στο Ναυαρίκο, ο δε Αλβανός αρχηγός Σιλιχτάρ Μπόδας επιτίθεται στην Κιάφα. Ο Κίτσος Τζαβέλας συμμετέχει και διακρίνεται στις επιχειρήσεις για την άμυνα της Κιάφας.[3]

Η στέρηση εφοδίων και η λειψυδρία,  η καταστροφή στο Πέτα και η χωρίς νίκη, μάχη της Σπλάντζας, με τον θάνατο του Κυριακούλη Μαυρομιχάλη, ανάγκασαν τους Σουλιώτες σε αξιοπρεπή συνθηκολόγηση. Τότε εγκαταλείπουν πια οριστικά το  Σούλι για τα Επτάνησα. Στις 2 Σεπ 1822, οι Σουλιώτες και μαζί τους ο Κίτσος Τζαβέλας έφυγαν από εκεί για τα νοτιότερα μέτωπα, από όπου  συνέχισαν τον αγώνα εναντίον των Τούρκων.

Την περίοδο εκείνη, πήγε στην Πίζα της Ιταλίας ως απεσταλμένος των Σουλιωτών, για να συνεννοηθεί με τους Φιλικούς για την Επανάσταση και να λάβει οικονομική ενίσχυση για τον αγώνα από τον εκεί διαμένοντα Μητροπολίτη Ουγγροβλαχίας Ιγνάτιο.

Στα μέσα Οκτωβρίου του ιδίου έτους (1822), γύρισε και πήρε μέρος, μαζί με το Μάρκο Μπότσαρη, το φθινόπωρο του 1822 στην υπεράσπιση του Μεσολογγίου κατά την Πρώτη πολιορκία και τον Αύγουστο του 1823 στη μάχη του Κεφαλόβρυσου. Πήρε μέρος και στην πολιορκία του Αιτωλικού το 1823.

Με κέντρο το Μεσολόγγι, τον Οκτώβριο του 1823, ο Κίτσος Τζαβέλας έστησε με 300 άνδρες ενέδρα στους Τούρκους, με αποτέλεσμα να χάσουν εκείνοι 350 ιππείς και να αφήσουν πίσω τους πολλά λάφυρα. Γρήγορα διαφάνηκε η πολεμική ιδιοφυΐα του Κίτσου Τζαβέλα και έγινε γνωστός στην επαναστατημένη Ελλάδα.

Στις αρχές Ιουνίου του 1823 έλαβε το δίπλωμα στρατηγίας και μπόρεσε έτσι να πολεμήσει και να διακριθεί στις μάχες στο Κεφαλόβρυσο Καρπενησίου (8 Αυγούστου 1823), στην Καλιακούδα (28 Αυγούστου 1823), οπότε μετά το θάνατο του Ζυγούρη Τζαβέλα έγινε αρχηγός του σώματος των Σουλιωτών, αλλά και στο Σκαλί του Αιτωλικού (17 Νοεμβρίου 1823).[4][5]

Προτομή του Κίτσου Τζαβέλα στο Πεδίον του Άρεως. Έργο του Τηλέμαχου Γύζη (1937)

Τον Απρίλιο του 1824 στο Μεσολόγγι ήταν ένας από τους δικαστές στη δίκη του Καραϊσκάκη και με την εντιμότητά του έσωσε τον Καραϊσκάκη από τις ψεύτικες κατηγορίες.[6] Συνεργάστηκε με τον Καραϊσκάκη στη νίκη της Άμπλιανης στις 14 Ιουλίου 1824, όπου για την ηρωική του δράση όλοι τον αποκαλούσαν "Ο Ήρωας της Άμπλιανης".

Κατά το δεύτερο εξάμηνο του 1824 συμμετείχε στις εμφύλιες συρράξεις που έλαβαν χώρα στην Πελοπόννησο, χωρίς όμως να εμπλακεί ιδιαίτερα σε αυτές.

Την Άνοιξη του 1825 ακολούθησαν οι μάχες εναντίον του Ιμπραήμ. Έλαβε μέρος στη μάχη που διεξήχθη στο Κρεμμύδι (7 Απριλίου 1825), στην οποία οι Έλληνες με αρχηγό τον ναυτικό Σκούρτη, άπειρο στους αγώνες της ξηράς, υπέστησαν συντριπτική ήττα.[7]

Εν συνεχεία, μετά την επιστροφή των Ρουμελιώτικων στρατευμάτων στη Στερεά Ελλάδα, κατήγαγε μαζί με τον Γ. Καραΐσκάκη σημαντική νίκη κατά των Τούρκων στο Δίστομο (9 Ιουνίου 1825). Στη συνέχεια μετακινήθηκε στη Δυτική Στερεά Ελλάδα και υποστήριξε με τα σώματα που τελούσαν υπό τον Γ. Καραϊσκάκη, τον αγώνα των εγκλείστων στη Γ' Πολιορκία του Μεσολογγίου (15 Απριλίου 1825 - 10 Απριλίου 1826), με κορυφαία πράξη του τη νυχτερινή έφοδο κατά του τουρκικού στρατοπέδου στις 25 Ιουλίου 1825, σε συνεργασία με τους πολιορκημένους.[7]

Στις 7 Αυγούστου 1825 εισήλθε στην πόλη επικεφαλής 580 ανδρών, ενισχύοντας την άμυνά της και διαπρέποντας στις εκτός των τειχών εφόδους κατά των Τουρκοαιγυπτίων. Στις 28 Φεβρουαρίου 1826 ηγήθηκε της επίθεσης των Ελλήνων εναντίον του στρατοπέδου του Κιουταχή, ενώ ταυτόχρονα οι Τουρκοαιγύπτιοι καταλάμβαναν τη στρατηγικής σημασίας νησίδα του Ντολμά Αιτωλικού. Στις 25 Μαρτίου 1826 πρωταγωνίστησε στη μάχη της Κλείσοβας, η οποία στοίχισε στους επιτιθέμενους Τουρκοαιγύπτιους 3-3.500 νεκρούς και τραυματίες.[8]

Γενικά, κατά τον Α. Γούδα "ουδεμία συνέβη σπουδαία έφοδος, ούτε αποτελεσματική έξοδος χωρίς να αγωνισθεί και να δοξασθεί και ο Κίτσος Τζαβέλας".

Κατά την έξοδο της Φρουράς του Μεσολογγίου που ακολούθησε, οδήγησε μία από τις τρεις φάλαγγες των Εξοδιτών και στη συνέχεια κατέφυγε στο Ναύπλιο.[9]

Αργότερα, το 1827, πολέμησε στην Αττική, στον αγώνα για την απελευθέρωση της Αθήνας με τον Γ. Καραϊσκάκη, μετά τον θάνατο του οποίου διορίστηκε αρχηγός του ελληνικού στρατοπέδου στον Πειραιά.

Αντιδικίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γνωστή είναι η αντιζηλία του με τον Μάρκο Μπότσαρη για την αρχηγία στη Δυτική Στερεά, ήδη από την εποχή της πρώτης πολιορκίας του Μεσολογγίου. Ήταν τότε που η επαναστατική Κυβέρνηση είχε προβιβάσει τον Μάρκο Μπότσαρη στο βαθμό του στρατηγού. Αυτό δυσαρέστησε τους Τζαβελαίους και τους άλλους οπλαρχηγούς, που δεν δέχονταν να υπηρετήσουν υπό την αρχηγία του Μάρκου. Τότε μεσολάβησε ο Κωνσταντίνος Μεταξάς, όπως ο ίδιος γράφει στα απομνημονεύματά του, για να εκλείψουν οι αντιζηλίες, ενώ ο Μάρκος έσκισε μπροστά τους το δίπλωμα της στρατηγίας με τα λόγια: «Όποιος είναι άξιος παίρνει το δίπλωμα αύριο μπροστά στον εχθρό». Και πήγε από την ανατολική πλευρά ο Κίτσος Τζαβέλας και ο Μάρκος με τους δικούς του  μπήκε την νύχτα στο στρατόπεδο του Τζελαντίν μπέη, όπου και σκοτώθηκε.[10]

Ανάμειξη στην πολιτική ζωή της χώρας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Κίτσος Τζαβέλας διετέλεσε πληρεξούσιος των Σουλιωτών στη Γ΄ Εθνοσυνέλευση, το 1827, με συμπαγείς και αμετακίνητες θέσεις στα εθνικά θέματα.

Το 1828 διορίστηκε από τον Ιωάννη Καποδίστρια χιλίαρχος της Α΄ χιλιαρχίας, με πεντακοσίαρχους τους Χρήστο Φωτομάρα και Γιαννούση Πανομάρα. Ο Καποδίστριας του ανέθεσε μάλιστα να εκκαθαρίσει την Στερεά Ελλάδα από τους Τουρκαλβανούς και τους Τουρκοαιγυπτίους, ενώ το 1829 συμμετείχε στην ανακατάληψη του Αντιρρίου, της Ναυπάκτου και του Μεσολογγίου.[11] [12]

Τον Αύγουστο του 1828 ο Κίτσος Τζαβέλας εκστράτευσε στην Κεντρική Στερεά με 1.400 συνολικά άνδρες. Με ενισχύσεις που έλαβε από την πεντακοσιαρχία του Χρ. Φωτομάρα, τους άνδρες του τοπικού οπλαρχηγού Γιάννη Φαρμάκη και άλλων, έδωσε σκληρές μάχες με τα τουρκικά στρατεύματα και πέτυχε σημαντικές νίκες. Μαζί δε με την Γ΄ χιλιαρχία υπό τον Ι. Στράτο, πέτυχε νέες  σημαντικές νίκες που εδραίωσαν την ελληνική κυριαρχία στο μεγαλύτερο μέρος της Κεντρικής Στερεάς. Το φθινόπωρο του ιδίου χρόνου τα στρατιωτικά αυτά σώματα, αφού ενώθηκαν και με άλλες τοπικές ελληνικές δυνάμεις, απελευθέρωσαν ολόκληρη την περιοχή του Καρπενησίου.

Μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια (27 Σεπτεμβρίου 1831), στον οποίο και επρόσκειτο, αναμίχθηκε στις συγκρούσεις που ακολούθησαν.

Μαζί με τον Κολοκοτρώνη φυλακίστηκε στα χρόνια της Αντιβασιλείας, διότι υπήρξε μέλος της ρωσόφιλης μερίδας.[11] Μετά την ενηλικίωσή του όμως ο Όθωνας, το 1835, τον έκανε υποστράτηγο κι αργότερα αντιστράτηγο και υπασπιστή του. Το 1843 αναδείχτηκε Υπουργός Στρατιωτικών στην κυβέρνηση Κωλέττη, το 1847-1848 πρωθυπουργός (Κυβέρνηση Κίτσου Τζαβέλλα 1847) και το 1849 Υπουργός των Στρατιωτικών πάλι.[13]

Το τέλος της ζωής του[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1854, όταν στην Ελλάδα ξέσπασε το Απελευθερωτικό Κίνημα των Αλύτρωτων περιοχών, μαζί με άλλους Σουλιώτες αξιωματικούς, ανέλαβε την ηγεσία των επιχειρήσεων στην Ήπειρο. Μετά την αποτυχία του εγχειρήματος, αποσύρθηκε.

Ο Κίτσος Τζαβέλας, που είχε αναλάβει την αρχηγία όλου του Αγώνος,  αφού είδε τις ελπίδες του να χάνονται, πέθανε στην Αθήνα στις 9 Μαρτίου 1855, όπως λέγεται, από μαρασμό. 

Το πατρικό όπου γεννήθηκε ο Κίτσος, (οικία Λάμπρου Τζαβέλα) δεσπόζει και σήμερα στο Βορειοδυτικό μέρος του Σουλίου, αναστηλωμένο από τους απογόνους του.

Η προτομή του Κίτσου Τζαβέλα κοσμεί το Πεδίον του Άρεως στην Αθήνα.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Κόκκινος 1974, σελ. 566.
  2. Μπενέκος 1958, σελ. 270
  3. Σφυρόερας 1975, σελ. 228-229
  4. Γιαννόπουλος 1975, σελ. 289 - 313
  5. Μπενέκος 1958, σελ. 432-434
  6. Μπενέκος 1958, σελ. 434
  7. 7,0 7,1 Βακαλόπουλος 1975α, σελ. 373 - 405
  8. Βακαλόπουλος 1975β, σελ. 408 - 436
  9. Κόκκινος 1974, σελ. 533.
  10. Μπενέκος 1958, σελ. 412-414
  11. 11,0 11,1 Πάπυρος Λαρούς Μπριτάνικα, τόμος 57, λήμμα Τζαβέλας (Κίτσος), σελ.148
  12. Περραιβός
  13. Αργολική Βιβλιοθήκη, Κίτσος Τζαβέλας (1800 ή 1801-1855)

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορία ςκαι Πολιτισμού, άρθρο "Κίτσος Τζαβέλας (1800 ή 1801-1855)".
  • Βακαλόπουλος Α. (1975α). Η επανάσταση κατά το 1825. Ιστορία του ελληνικού έθνους – Τόμος 12: Η ελληνική επανάσταση και η ίδρυση του ελληνικού κράτους (σελ. 373 - 405). Αθήνα: Εκδοτική Αθηνών.
  • Βακαλόπουλος Α. (1975β). Η επανάσταση κατά το 1826. Ιστορία του ελληνικού έθνους – Τόμος 12: Η ελληνική επανάσταση και η ίδρυση του ελληνικού κράτους (σελ. 408 - 436). Αθήνα: Εκδοτική Αθηνών.
  • Γιαννόπουλος Ι. (1975). Η Επανάσταση κατά το 1823. Ιστορία του ελληνικού έθνους – Τόμος 12: Η ελληνική επανάσταση και η ίδρυση του ελληνικού κράτους (σελ. 289 - 313). Αθήνα: Εκδοτική Αθηνών.
  • Κόκκινος, Δ. (1974). Η ελληνική επανάστασις, Τόμος 1. Αθήνα: Μέλισσα.
  • Μπενέκος, Γ. (1958). Οι αληθινοί Σουλιώτες. Αθήνα.
  • Πάπυρος Λαρούς Μπριτάνικα, τόμος 57 (σελ.148), λήμμα "Τζαβέλας (Κίτσος)".
  • Περραιβός, Χ. Ιστορία του Σουλίου και Πάργας, τόμος Α΄.
  • Σφυρόερας, Β. (1975). Σταθεροποίηση της Επαναστάσεως,1822-1823. Ιστορία του ελληνικού έθνους – Τόμος 12: Η επανάσταση κατά το 1823 (σελ. 212-286). Αθήνα: Εκδοτική Αθηνών.

Δείτε ακόμη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • "Ελλήνων Τόποι, 10.000 χρόνια Ιστορίας", Πατριδογνωσία
  • Περιοδικό "Στρατιωτική Ιστορία σειρά Μεγάλες Μάχες" Τεύχος 12

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]