Νιχώρια Μεσσηνίας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Νιχώρια
Ο αρχαιολογικός χώρος Νιχωρίων. Διακρίνεται ο θολωτός τάφος.
Τοποθεσία στον χάρτη
Τοποθεσία στον χάρτη
Νιχώρια
Διοίκηση
ΧώραΕλλάδα
Αποκεντρωμένη ΔιοίκησηΠελοποννήσου, Δυτικής Ελλάδας και Ιονίου
ΠεριφέρειαΠελοπόννησος
Περιφερειακή ΕνότηταΜεσσηνία
ΔήμοςΜεσσήνη
Γεωγραφία και στατιστική
Γεωγραφικό διαμέρισμαΠελοπόννησος
ΝομόςΜεσσηνία

Ο αρχαίος οικισμός των Νιχωρίων[1] είναι από τους πιο σημαντικούς αρχαιολογικούς χώρους της Μεσσηνίας. Κατοικήθηκε από τα τέλη της Νεολιθικής εποχής, (3.500 π.Χ.), μέχρι και τους αρχαϊκούς χρόνους (750 π.Χ.),[2] αλλά και αργότερα από την Ελληνιστική εποχή (4ος αιώνα π.Χ.), μέχρι και τη Βυζαντινή περίοδο (13ος αιώνας). Η ανασκαφή του οικισμού των Νιχωρίων που έγινε από αμερικανικές αρχαιολογικές αποστολές του Πανεπιστημίου της Μινεσότα (1969-1973) με υποδειγματικό τρόπο και με τη συνεργασία πολλών ειδικευμένων επιστημόνων απέδωσε πλουσιότατα και σημαντικά ευρήματα. Η κατοίκηση του στη διάρκεια των "σκοτεινών αιώνων" (1200 π.Χ. - 800 π.Χ.), που ακολούθησαν την πτώση του Μυκηναϊκού κόσμου, πρόσφερε επίσης σημαντικές πληροφορίες για την περίοδο αυτή.[3]

Ο αρχαίος οικισμός που αναπτύχθηκε σε λοφοσειρά μήκους 500 μ. με κατεύθυνση από βορειοδυτικά προς νοτιοδυτικά και σε απόσταση 2 χλμ. από τη βορειοδυτική γωνία του Μεσσηνιακού κόλπου, στη θέση Νιχώρια αποτελούσε το μεγαλύτερο και σημαντικότερο οικιστικό κέντρο της περιοχής με συνεχή διάρκεια ζωής για αρκετούς αιώνες.[4]

Πρόκειται για λόφο-πλάτωμα, ακριβώς δίπλα στα Τουρκοκίβουρα, σε απόσταση 2-2,5 χλμ. από την ΒΔ. γωνία του Μεσσηνιακού κόλπου, στην συμβολή των οδών Πύλου – Καλαμάτας (κοντά στο χωριό Ριζόμυλος) και Ριζομύλου-Κορώνης.

Στο σχηματιζόμενο υψίπεδο, μήκους 500 μ. και πλάτους από 50 έως 150 μ. και με κατεύθυνση από ΒΔ-ΝΑ, είχε αναπτυχθεί επί χιλιετίες το κέντρο κατοίκησης της περιοχής, το οποίο εκτεινόταν και στους συνεχόμενους λόφους με τα κατάσπαρτα νεκροταφεία.[5] Ο Οικισμός των Νιχωρίων αποτέλεσε σημαντικό τοπικό κέντρο κατά τη Μυκηναϊκή εποχή (1700 π.χ. έως 1200 π.χ.), έχοντας στενή επαφή με το Ανάκτορο του Νέστορος και καταστράφηκε αρχικά την ίδια περίπου εποχή με αυτό.[6]

Ανασκαφές και ταύτιση του χώρου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι ανασκαφές στα Νιχώρια ξεκίνησαν το 1969, έπειτα από επιτόπια παρατήρηση στα πλαίσια της UMME το 1958, όταν αναγνωρίστηκε η αρχαιολογική σημασία του χώρου. 1 Η περιοχή (κοντά στα σημερινά χωριά Ριζόμυλος και Καρποφόρα) είναι, όπως μαρτυρούν και τα τοπωνύμια, πλούσια σε νερά από τους παρακείμενους μικρούς ποταμούς της Καριάς και της Βελίκας. Η τοποθεσία ήταν συνεπώς ιδανική τόσο για βοσκή όσο και για καλλιέργεια. Από τις αρχικές ανασκαφές (που διήρκεσαν ως το 1973) καθώς και από μεταγενέστερες τομές η εικόνα που προέκυψε είναι αυτή ενός οικισμού με σημαντική εμβέλεια και συσσώρευση πλούτου. Η φίνα αισθητική και η αίσθηση της πολυτέλειας που αναδύεται από τα κινητά κυρίως ευρήματα της ΥΕ ΙΙΙ Α και Β εποχής συνηγορεί υπέρ της ταύτισης του χώρου με την TI-MI-TO-A-KE-E των πινακίδων Γραμμικής Β', που αντιστοιχούσε κατά πάσα πιθανότητα στο διοικητικό κέντρο της Εκείθεν Πυλίας στο βασίλειο του Νέστορα.2 Ο οικισμός στα Νιχώρια φαίνεται ότι δημιουργήθηκε αρχικά στην Πρωτοελλαδική Περίοδο και εξελίχθηκε σταδιακά στη διάρκεια της Μεσοελλαδικής Περιόδου, έτσι ώστε να αποτελεί, στις αρχές της Υστεροελλαδικής περιόδου, ένα αρκετά ισχυρό τοπικό κέντρο εξουσίας και παραγωγής. Αν και παρήκμασε μετά το τέλος του 13ου αι π.Χ., ο οικισμός δεν φαίνεται να υπέστη δραματική καταστροφή όπως ο Εγκλιανός, ούτε και εγκαταλείφθηκε πλήρως. Αντίθετα, μάλλον γνώρισε μια φάση ανάκαμψης κατά τη Γεωμετρική περίοδο.3 Είναι σχεδόν βέβαιο ότι τα Νιχώρια διέθεταν το δικό τους λιμάνι, είτε στο Πεταλίδι ή στις εκβολές της Καριάς, που σήμερα αποτελούν πια καλλιεργήσιμη περιοχή λόγω των προσχώσεων.

Ταφικά μνημεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο ταφικός κύκλος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στους πρόποδες της ακρόπολης των Νιχωρίων εντοπίστηκε το 1971 ταφικός κύκλος, που περιείχε μια ομαδική ταφή 7 ατόμων. Η συνεχιζόμενη έρευνα έφερε στο φως και άλλες ταφές και ανακομιδές. Ο ταφικός κύκλος χρονολογείται στις αρχές της ΥΕ ΙΙ περιόδου και ήταν σε χρήση ως την ΥΕ ΙΙΙ Α, όταν οικοδομήθηκε ο παρακείμενος μεγάλος θολωτός τάφος, για την οικοδόμηση του οποίου μάλιστα καταστράφηκε ένα τμήμα του περιβόλου του προηγούμενου.

Ο θολωτός τάφος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Είσοδος του θολωτού τάφου των Νιχωρίων

Ο θολωτός τάφος των Νιχωρίων ανασκάφηκε την περίοδο 1972-73 και έδωσε σημαντικότατα ευρήματα, παρόλο που είχε συληθεί κατά την αρχαιότητα. Είχε κατασκευαστεί σε περίοπτη θέση στην ΒΔ άκρη της ακρόπολης των Νιχωρίων. Η διάμετρός του ήταν 6,60 μέτρα και το ύψος του θα πρέπει να ξεπερνούσε τα 6,50 μέτρα. Περιλάμβανε τέσσερις λάκκους. Η εξέχουσα κοινωνική θέση των ατόμων που είχαν ενταφιασθεί σε αυτόν, μαρτυρείται και από τις πλούσιες προσφορές (κτερίσματα), που συνόδευαν τους νεκρούς: πήλινα αγγεία, σφραγιδόλιθοι από ημιπολύτιμους λίθους και μικροαντικείμενα από χρυσό, ελεφαντόδοντο και φαγεντιανή. Σε έναν βόθρο ανάμεσα στους λάκκους 1 και 2 βρέθηκε σωρός χάλκινων σκευών και αντικειμένων, μεταξύ των οποίων ένα κεκαμμένο ξίφος με λαβή από ελεφαντόδοντο.

Χρησιμοποιήθηκε κατά τη διάρκεια της ακμής του οικισμού των Νιχωρίων (1400 π.Χ.-1200 π.Χ.). Βρέθηκαν όμως και ίχνη μεταγενέστερης χρήσης του κατά την ύστερη κλασική και ελληνιστική περίοδο που συνδέονται με τη λατρεία προγόνων, πρακτική που συνηθιζόταν τόσο στη Μεσσηνία όσο και στην υπόλοιπη Ελλάδα. Γύρω από το λόφο των Νιχωρίων, σε διάφορες θέσεις, εκτείνεται το νεκροταφείο του οικισμού. Οι τάφοι διαφόρων τύπων: θολωτοί, θαλαμοειδείς, πεταλόσχημοι, σε πίθους, ανάλογα με την εποχή κατασκευής τους χρονολογούνται από τον 15ο αι. π.Χ. έως τον 8ο αι. π.Χ.

Ο οικισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο αρχαιολογικός χώρος των Νιχωρίων

Εκτός από ταφικά μνημεία την περίοδο 1972-73 ανασκάφηκαν και τμήματα του οικισμού. Εντοπίστηκε η κεντρική οδός και τμήματα κτιρίων προφανώς χαρακτήρα. Το σημαντικότερο κτίσμα ήταν ενδεχομένως το αψιδωτό μέγαρο υπομυκηναϊκής περιόδου, ένα από τα μεγαλύτερα των λεγόμενων Σκοτεινών Αιώνων σε όλη την Ελλάδα (μήκος 13 μέτρα, πλάτος 8), το οποίο συνοδευόταν από μια κυκλική κατασκευή με πλακοστρωμένο δάπεδο, για το οποίο έχουν διατυπωθεί υποθέσεις ότι μπορεί και να είχε θρησκευτικό-τελετουργικό χαρακτήρα. Άλλες δύο μεγαροειδείς κατασκευές εντοπίστηκαν, χρονολογούμενες η μία στην ΥΕ ΙΙ και η δεύτερη στην ΥΕΙΙΙΑ1 περίοδο, την περίοδο δηλαδή της μεγαλύτερης ακμής των Νιχωρίων. Όπως προαναφέρθηκε, ο οικισμός των Νιχωρίων παρήκμασε σταδιακά στη διάρκεια του 12ου αιώνα, φαίνεται όμως πως τον 8ο αι. π.Χ. η περιοχή έγινε και πάλι κέντρο κάποιας τοπικής ισχυρής οικογένειας. Ο ταφικός πίθος πολεμιστή του 725 π.Χ. στα Νιχώρια πιθανόν ανήκει στην πολεμική αυτή περίοδο. Ο πολεμιστής (άγνωστο με ποια πλευρά πολεμούσε στον Α'Μεσσηνιακό πόλεμο) είχε ταφεί μαζί με το σιδερένιο ξίφος του και το δόρυ του, ένα χάλκινο δαχτυλίδι, δύο χάλκινα μπωλ και τρία αγγεία τοπικών εργαστηρίων (ένα στιλβωτό κύπελλο, έναν βαθύ κάνθαρο Αργειακού τύπου και ένα πιάτο). Επανάχρηση των τάφων είχαμε και στην ελληνιστική περίοδο, χωρίς όμως να είμαστε σίγουροι ότι συνοδευόταν από άνθιση κάποιου παρακείμενου οικισμού.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Georgacas, D., McDonald, W., Place names of southwest Peloponnesus, Society for Peloponnesian Studies, University of Minnesota Press, Minneapolis 1967.
  • Hope Simpson, R., Identifying a Mycenaean State., Annual of the British School at Athens, 1957, σελ.232-259.
  • McDonald, W., Excavations at Nichoria in Messenia 1969-1971, Hesperia 41.2, 1972, σελ.218-273.
  • McDonald, W., Excavations at Nichoria in Messenia 1972-1973, Hesperia 44.1, 1975, σελ. 69-141.
  • McDonald, W. A.; Coulson, W.; Rosser, J., Excavations at Nichoria in southwest Greece III: Dark Age and Byzantine Occupation. Minneapolis: The University of Minnesota Press, 1983, σελ. 61-259.
  • Mac Donald W.A., Wilkie N.C., Excavations at Nichoria in Southwest Greece: The Bronze Age Occupation (vol. II) 1992
  • George Mitropoulos M. A., Ph. D Candidate, Modern Greek, Sydney University, Περιοδικό Ελληνικά Θέματα, τεύχος 23ο, Melbourne Σεπτέμβρης 2010.
  • The Minnestota Messenia Expedition: "Reconstructing a Bronze Age Regional Environment" Edited by William A. McDonald and George R. Rapp, Jr, The University of Minessota, Press D Minneapolis.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]