Παλαιό Λουτρό Μεσσηνίας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Παλαιόν Λουτρόν
Διοίκηση
Χώρα Ελλάδα
Περιφέρεια Αποκεντρωμένη Διοίκηση Πελοποννήσου, Δυτικής Ελλάδας και Ιονίου
(Έδρα: Πάτρα)
Περιφέρεια Πελοποννήσου
(Έδρα: Τρίπολη)
Περιφερειακή ενότητα Μεσσηνίας
(Έδρα: Καλαμάτα)
Δήμος Πύλου - Νέστορος
(Έδρα: Πύλος)
Δημοτική ενότητα Νέστορος
Τοπική κοινότητα Παλαιού Λουτρού
Γεωγραφία και στατιστική
Γεωγραφικό διαμέρισμα Πελοπόννησος
Νομός Μεσσηνίας
Υψόμετρο 566[1] μ.
Πληθυσμός 13 (2011)
Άλλα
Παλαιά ονομασία Αλικοντούζι
Αληκοντούζι
Αληκουτούζι
Ταχ. κωδ. 24001[2]
Τηλ. κωδ. 27230[3]
Δήμος Πύλου - Νέστορος

Το Παλαιό Λουτρό,[4] αναφερόμενο επίσημα ως το Παλαιόν Λουτρόν και παλαιότερα ως το Αλικοντούζι ή το Αληκοντούζι, είναι ορεινός οικισμός, κοντά στην Χώρα και υπάγεται διοικητικά στον Δήμο Πύλου - Νέστορος, του Νομού Μεσσηνίας.

Τοποθεσία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Παλαιό Λουτρό βρίσκεται περίπου 17 χιλιόμετρα προς τα βορειοανατολικά της Χώρας. Έχει υψόμετρο 566[1][5] μέτρα και απέχει 23 περίπου χιλιόμετρα από τις ακτές του Ιονίου Πελάγους. Κοντά στο Παλαιό Λουτρό βρίσκονται προς τα νοτιοδυτικά του η Φλεσιάδα σε απόσταση 2 περίπου χιλιομέτρων, προς τα νοτιοανατολικά του ο Παπαφλέσσας, σε απόσταση 4,5 περίπου χιλιομέτρων, προς τα βορειοδυτικά του η Ποταμιά σε απόσταση 3 περίπου χιλιομέτρων και προς τα βορειοανατολικά του η Κάτω Βούταινα σε απόσταση 3 περίπου χιλιομέτρων αντίστοιχα.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το χωριό, έχει μακρόχρονη ιστορία που ακολουθεί την ιστορία της Μεσσηνίας και της ευρύτερης περιοχής τόσο της Πυλίας, όσο και της Τριφυλίας. Η περιοχή του οικισμού, κατά την αρχαιότητα, ήταν τμήμα του βασιλείου του Νέστορα, της αρχαίας Πύλου. Βρίσκεται πολύ κοντά στη Χώρα και στο Ανάκτορο του Νέστορα. Το χωριό παλαιότερα ονομαζόταν Αλικοντούζι. Είναι ένας αρχαίος οικισμός, που η κατοίκησή του ξεκινά περίπου από το 5000 π.Χ.[6] και συνεχίζει αδιάκοπα ως σήμερα.

Β΄ Ενετοκρατία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Την εποχή της Β΄ Ενετοκρατίας αναφερόταν ως Αλικοντούζι ή Αληκοντούζι (Alicondouzi). Ο οικισμός αναφέρεται επίσης, τουλάχιστον σε μια, από τις διάφορες απογραφές των Βενετών Προνοητών της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας της Βενετίας, οι οποίες έγιναν στο χρονικό διάστημα της τριακονταετίας (1683/84-1715), κατά την οποία οι Βενετοί κατείχαν την Πελοπόννησο, μέσω της κτήσης τους (Stato da Mar), η οποία είναι γνωστή και ως Βασίλειο του Μορέως (1688-1715). Το χωριό Αλικοντούζι, ανήκε, το 1704, στην επαρχία της Αρκαδίας ή Αρκαδιάς (Territorio di Arcaadia), η οποία ήταν μια από τις 4 επαρχίες, στις οποίες χωριζόταν τότε το διαμέρισμα της Μεθώνης (επαρχία Φαναριού, επαρχία Αρκαδιάς, επαρχία Ναβαρίνου και επαρχία Μεθώνης). Το χωριό, αναφερόταν ως Αλικοντούζι (Alicondouzi) στην απογραφή Pacifico/Alberghetti του 1704.[7]

Νεότερη ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Επίσης το χωριό αναφερόταν τον 19ο αιώνα ως Αλικοντούρι (Alicondouri) σύμφωνα με τον Pouqueville το 1815 και Αλικοντούσι (Alikondousi) σύμφωνα με την απογραφή του 1829, που έγινε από την «επιστημονική αποστολή του Μοριά» (Mission scientifique de Morée), τμήμα της γαλλικής αποστολής με την ονομασία Εκστρατεία του Μοριά (Expédition de Morée), η οποία ήταν αποστολή εκστρατευτικού σώματος 13.000-15.000 ανδρών, υπό την αρχηγία του Νικολάου - Ιωσήφ Μαιζώνος στην Πελοπόννησο, μεταξύ των ετών 1828 και 1833.[7]

Διοικητική ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Αληκοντούζι ή Αλικοντούζι[8] προσαρτήθηκε, το 1835,[9] στον παλαιό Δήμο Φλεσιάδος ή Φλεσσιάδος[10] με έδρα αρχικά τον οικισμό Παιδεμένον (σήμερα η Φλεσιάδα) και λίγο αργότερα, από το 1840,[11] τον οικισμό Λιγούδιστα (σήμερα η Χώρα), όπου και παρέμεινε ως το 1912 που ο δήμος αυτός καταργήθηκε. Το χωριό αναφέρεται, το 1853, σαν Αληκοντούζι στον β΄ τόμο των «Ελληνικών» του Ιάκωβου Ρίζου Ραγκαβή, ως χωριό του Δήμου Φλεσιάδος της Επαρχίας Τριφυλίας με πληθυσμό 76 κατοίκων, με βάση την απογραφή του 1851.[12] Έδρα του Δήμου Φλεσιάδος τότε, βάση της ίδιας πηγής, ήταν η κωμόπολη Λυγούδιστα. Το χωριό αναφερόταν επίσημα, τουλάχιστον από το 1844 ως το 1889 ως το Αλικοντούζι και από το 1889 ως και το 1896 ως το Αλικοντούζιον. Από το 1896 ως και το 1912 αναφερόταν επίσημα και πάλι ως Αλικοντούζι. Το 1899 το χωριό, όπως και ο Δήμος Φλεσιάδος, μεταφέρεται από το Νομό Μεσσηνίας και υπάγεται στον Νομό Τριφυλίας,[13] για μια περίπου δεκαετία, ως το 1909, που επανέρχεται ξανά στον Νομό Μεσσηνίας,[14] ως οικισμός της Επαρχίας Τριφυλίας. Το 1912[15] το Αληκοντούζι προσαρτάται αρχικά στην Κοινότητα Παιδεμένου,[16] με έδρα το τον οικισμό Παιδεμένον. Το 1915[17] η Κοινότητα Παιδεμένου και το Παιδεμένον μετονομάζονται σε Κοινότητα Φλεσιάδος και Φλεσιάδα αντίστοιχα. Το 1927[18] το Αληκοντούζι μετονομάζεται σε Παλαιόν Λουτρόν. Στη συνέχεια, το 1928, το Παλαιόν Λουτρόν αποσπάται από την Κοινότητα Φλεσιάδος και ορίζεται έδρα της Κοινότητας Παλαιού Λουτρού (σε άλλη πηγή αναφέρεται ως έτος επίσημης δημιουργίας της κοινότητας το 1931).[19] Στην απογραφή του 1928 το χωριό και η κοινότητα αναφέρονται, εντός παρενθέσεως, και με τις ονομασίες Αληκουτούζι και Κοινότητα Αληκουτουζίου. Το Παλαιόν Λουτρόν παρέμεινε ως οικισμός της Κοινότητας Παλαιού Λουτρού, με την αλλαγή των ονομασιών οικισμού & κοινότητας, από το 1928 ως το 1997, όταν τότε, στα πλαίσια των αλλαγών που επήλθαν στη τοπική αυτοδιοίκηση, μέσω του σχεδίου «Καποδίστριας», το Παλαιόν Λουτρόν υπήχθη στον κατηργημένο Δήμο Νέστορος,[20][21] ως το 2010. Από το 2011, μετά τις νέες αλλαγές του σχεδίου «Καλλικράτης» το Παλαιόν Λουτρόν ανήκει πλέον στον νέο Δήμο Πύλου - Νέστορος.[22][23] Ο δήμος αυτός, συστάθηκε με το Πρόγραμμα Καλλικράτης με την συνένωση των προϋπαρχόντων δήμων Κορώνης, Μεθώνης, Παπαφλέσσα, Πύλου, Νέστορος και Χιλιοχωρίων. Το Παλαιόν Λουτρόν σήμερα είναι η έδρα και ο μοναδικός οικισμός της Τοπικής Κοινότητας του Παλαιού Λουτρού του Δήμου Πύλου-Νέστορος.[4]

Κάτοικοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο οικισμός, με βάση την απογραφή του 2011, έχει 13 μόνιμους κατοίκους, οι οποίοι απασχολούνται κυρίως σε διάφορες αγροτικές εργασίες.

Εξέλιξη Πληθυσμού του Παλαιού Λουτρού Μεσσηνίας
Απογραφή Πληθυσμός Διάγραμμα εξέλιξης Πληθυσμού
1844 74[24]
1851 76[12]
1879 113[25]
1889 144[26]
1896 162[27]
1907 206[28]
1920 177[29]
1928 168[30]
1940 183[31]
1951 177[32]
1961 126[33]
1971 67[34]
1981 39[35]
1991 80[36]
2001 79[37]
2011 13[38]

Κτίρια – εκδηλώσεις – αξιοθέατα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εκτός από τα παραδοσιακά σπίτια και το παλαιό Δημοτικό Σχολείο, υπάρχει επίσης κοντά στο χωριό το εκκλησάκι της Αγίας Μαρίνας. Από τα σημαντικά αξιοθέατα της περιοχής του χωριού είναι επίσης η Σπηλιά του Κουφιέρου, εντός της οποίας βρίσκεται και το εκκλησάκι των Αγίων Αναργύρων. Οι Άγιοι Ανάργυροι Κοσμάς και Δαμιανός, εορτάζονται την 1η Ιουλίου κάθε έτους και τιμούνται στο χωριό με λαϊκό πανηγύρι. Η γιορτή αρχίζει από το βράδυ της παραμονής, 30 Ιουνίου, με εσπερινό και αρτοκλασία στον χώρο του σπηλαίου και τους χώρους έξω από αυτό, όπου συγκεντρώνεται πλήθος πιστών, από το χωριό και τις γειτονικές περιοχές, για να παρακολουθήσουν τον εσπερινό και να συμμετάσχουν στους εορτασμούς,[6] ενώ στην συνέχεια, ανήμερα της γιορτής, μετά τη θεία λειτουργία ακολουθεί μεγάλο γλέντι.

Σπήλαιο Κουφιέρου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Απέναντι από το χωριό βρίσκεται το όρος Κουφιέρος και η ομώνυμη σπηλιά. Η ονομασία προέρχεται πιθανώς από τις λέξεις «κρυφό» και «ιερό».[6] Η Σπηλιά του Κουφιέρου ή Σπήλαιο Κουφιέρου ή Σπήλαιο των Αγίων Αναργύρων υπήρξε τόπος κατοίκησης από την 5η προ Χριστού χιλιετία, αλλά και καταφύγιο των κατοίκων της περιοχής ως και την Επανάσταση του 1821. Κατοικήθηκε από την νεολιθική εποχή, τουλάχιστον από το 4500 π.Χ., ενώ ήταν σε αδιάλειπτη χρήση από την μυκηναϊκή εποχή έως και την βυζαντινή εποχή. Στο σπήλαιο αυτό κατέφευγαν από το 1610 σε κάθε επιδρομή Τούρκων ή Αλβανών οι κάτοικοι από τα χωριά Πάνω και Κάτω Κοντογόνι, Αληκοντούζι, Παιδεμένου, Μαργέλι, Βούταινα, Ζαπάντι κ.ά. Εκεί κατέφυγαν επίσης το 1770, στα Ορλωφικά. Κατά την περίοδο αυτή της Τουρκοκρατίας βρήκαν μέσα σε αυτό μαρτυρικό θάνατο πολλοί Έλληνες χριστιανοί, οι οποίοι κρύβονταν εκεί για να προστατευθούν, καθώς οι διώκτες τους, τους έκαψαν ζωντανούς.[6] Μέχρι σήμερα οι τοίχοι του σπηλαίου παραμένουν μαύροι από τη φωτιά. Οι αγιογραφίες που υπήρχαν εντός του σπηλαίου καταστράφηκαν. Μόνο στην κορυφή, διακρίνονται οι μορφές των Αγίων Αναργύρων Κοσμά και Δαμιανού. Γι' αυτό και έκτοτε η σπηλιά πήρε την ονομασία «Σπήλαιο Αγίων Αναργύρων». Ο ερευνητής Πάνος Κοσμόπουλος, που γεννήθηκε και μεγάλωσε στην περιοχή, γράφει στο έργο του «Περασμένα και τωρινά», σχετικά με τις αγιογραφίες του σπηλαίου, τις οποίες η φωτιά στη μεγάλη θυσία κατέστρεψε, τα εξής: «...ανώνυμοι αγιογράφοι έκαναν τους Άγιους προστάτες τους, στην οροφή της πελώριας Σπηλιάς. Πιάνεται η ανάσα του ανθρώπου σαν κοιτάζει προς τα πάνω και τον πιάνει ίλιγγος στη σκέψη, πως στάθηκαν ζωγράφοι δεμένοι και αιωρούμενοι στο χάος και ετελείωσαν αυτά τα αριστουργήματα πάνω στους βράχους. Κάποια πυρκαϊά αργότερα από Τούρκους επιδρομείς, που στοίχισε τη ζωή εκατοντάδων αθώων υπάρξεων, έκαψε και μαύρισε ό,τι υπήρχε εκεί εκτός από τις μορφές των δύο Αγίων Κοσμά και Δαμιανού στο ψηλότερο μέρος της Σπηλιάς και αγνάντια προς το ρέμμα που γοργοκυλάει θυμωμένο το νερό στο βάθος του βαράθρου».[39] Το 1923 εγκαινιάστηκε το εκκλησάκι, αφιερωμένο στους Αγίους Αναργύρους, Κοσμά και Δαμιανό, που εορτάζει δύο φορές το χρόνο: Την 1η Ιουλίου και την 1η Νοεμβρίου και μέχρι το έτος 1936 λειτουργούσε σε αυτό ο εκάστοτε εφημέριος της κοινότητας Παπαφλέσσα, ενώ στη συνέχεια παραχωρήθηκαν τα δικαιώματα στον εφημέριο του Παλαιού Λουτρού, με αντάλλαγμα εκκλησιαστικά χωράφια.[40] Επίσης, για το σπήλαιο και την περιοχή του, υπάρχουν διάφορες λαϊκές δοξασίες και παραδοσιακοί μύθοι της περιοχής, που μιλούν για «υπερφυσικά φαινόμενα» στην πηγή της Μαργέλαινας. Κατά καιρούς γίνεται λόγος για «γλέντια, όπου συμμετέχουν νεράιδες και ξωτικά».[6] Σήμερα η ευρύτερη περιοχή του Σπηλαίου Κουφιέρου έχει αναγνωριστεί από το κράτος ως αρχαίο μνημείο.[41]

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 Παλαιό Λουτρό, από την ιστοσελίδα: buk.gr
  2. Ταχυδρομικός Κώδικας Παλαιό Λουτρό Μεσσηνίας.
  3. Τηλεφωνικοί κωδικοί της Ελλάδας, Ζώνη 27: Πύλος: 27230
  4. 4,0 4,1 Δημοτική Ενότητα Νέστορος, από την ιστοσελίδα: www.pylos-nestor.gr του Δήμου Πύλου - Νέστορος.
  5. Παλαιό Λουτρό, από την ιστοσελίδα: moriasnow.gr.
  6. 6,0 6,1 6,2 6,3 6,4 "Messinia: Olive Culture in the land of Messinia" - "Μεσσηνία. Ο Πολιτισμός της Ελιάς στη Μεσσηνιακή Γη", Biotourism Guide - Βιοτουριστικός Οδηγός, από την ιστοσελίδα: biopolitics.gr, Biotourism – Olive Culture in the land of Messinia, έκδοση: "Biopolitics International Organisation" - "Διεθνής Οργάνωση Βιοπολιτικής", Αθήνα 2015, ISBN 978-960-7508-55-3, ενότητα: "Το Παλαιό Λουτρό από το 5000 π.Χ. έως σήμερα", σελ. 244-245.
  7. 7,0 7,1 Αναστάσιος Αθ. Παναγιωτόπουλος, Μεσαιωνικής Μεσσηνίας ιστορικογεωγραφικά και Κοντοβουνίων οικιστικά, Αναστατικές Εκδόσεις Δ. Ν. Καραβία, Αθήνα 2007, ISBN 978-960-258-103-2, Οικιστική εξέλιξη 1, από την ιστοσελίδα: www.dimos-pylou-nestoros.gr, Νο 5 Αληκοντούζι και Οικιστική εξέλιξη 2, από την ιστοσελίδα: www.dimos-pylou-nestoros.gr, Νο 5, Απογραφή Pacifico/Alberghetti (1704): Alicondouzi - Pouqueville (1815): Alicondouri, Απογραφή Expedition Scientifique de Moree (1829): Alikondousi - Πρώτη επίσημη εμφάνιση μετά από την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους (1836): Αλικοντούζι.
  8. Διοικητικές Μεταβολές Οικισμών > Αλικοντούζι (Μεσσηνίας), από την ιστοσελίδα: www.eetaa.gr
  9. 21-04-1835.
  10. Διοικητικές Μεταβολές Οικισμών > Δ. Φλεσσιάδος (Μεσσηνίας), από την ιστοσελίδα: www.eetaa.gr
  11. ΦΕΚ 22Α - 18/12/1840.
  12. 12,0 12,1 Ιακώβου Ρ. Ραγκαβή, Τα Ελληνικά, Εν Αθήναις, 1853, τόμος δεύτερος, σελ. 581.
  13. ΦΕΚ 136Α - 08/07/1899.
  14. ΦΕΚ 282Α - 04/12/1909.
  15. ΦΕΚ 262Α - 31/08/1912.
  16. Διοικητικές Μεταβολές Οικισμών Κ. Παιδεμένου (Μεσσηνίας), από την ιστοσελίδα: www.eetaa.gr
  17. ΦΕΚ 208Α - 03/06/1915.
  18. ΦΕΚ 306Α - 22/12/1927.
  19. ΦΕΚ 2Α - 07/01/1931.
  20. Διοικητικές Μεταβολές Οικισμών > Δ. Νέστορος (Μεσσηνίας), από την ιστοσελίδα: www.eetaa.gr
  21. ΦΕΚ 244Α - 04/12/1997.
  22. ΦΕΚ 87Α - 07/06/2010.
  23. Διοικητικές μεταβολές οικισμών > Δ. Πύλου-Νέστορος (Μεσσηνίας), από την ιστοσελίδα: www.eetaa.gr
  24. Σταματάκης, Ι. Δ., "Πίναξ χωρογραφικός της Ελλάδος, Περιέχων τα Ονόματα, τας Αποστάσεις και τον Πληθυσμόν των Δήμων, Πόλεων Κωμοπόλεων και Χωρίων. / Ερανισθείς εκ διαφόρων επισήμων εγγράφων της Β. Κυβερνήσεως, και εκδοθείς υπό Ι. Δ. Σταματάκη". Εκ του Τυπογραφείου Γ. Βλασσαρίδου. Εν Αθήναις 1846, σελ. 42.
  25. Υπουργείο Εσωτερικών, "Στατιστική της Ελλάδος - Πληθυσμός 1879, εκ του Τυπογραφείου Σ. Κ. Βλαστού, Εν Αθήναις 1881. Επίσης: "Στατιστική της Ελλάδος - Πληθυσμός 1879", σελ. 125.
  26. Υπουργείο Εσωτερικών, Τμήμα Δημόσιας Οικονομίας και Στατιστικής, "Στατιστική της Ελλάδος - Πληθυσμός - Απογραφή της 15-16 Απριλίου 1889", Μέρος Δεύτερον - Πίνακες Α', εκ του Εθνικού Τυπογραφείου και Λιθογραφείου, Εν Αθήναις 1890, σελ. 92.
  27. Υπουργείο Εσωτερικών, Τμήμα Δημόσιας Οικονομίας και Στατιστικής, "Στατιστικά Αποτελέσματα της Απογραφής του Πληθυσμού, κατά την 5-6 Οκτωβρίου 1896", Μέρος Δεύτερον - Πίνακες - Α' Πληθυσμός κατά Νομούς, Επαρχίας, Δήμους, εκ του Εθνικού Τυπογραφείου και Λιθογραφείου, Εν Αθήναις 1897, σελ. 107.
  28. Υπουργείο των Εσωτερικών, Υπηρεσία Απογραφής, Στατιστικά Αποτελέσματα της Γενικής Απογραφής του Πληθυσμού, κατά την 27 Οκτωβρίου 1907", Επιμέλεια: Γεωργίου Χωματιανού, τόμος δεύτερος, εκ του Τυπογραφείου Μιχαήλ Νικολαΐδου, Εν Αθήναις 1909, σελ. 396.
  29. Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας, Διεύθυνσις Στατιστικής, "Πληθυσμός του Βασιλείου της Ελλάδος, κατά την Απογραφήν της 19 Δεκεμβρίου 1920", εκ του Εθνικού Τυπογραφείου, Εν Αθήναις 1921. Επίσης: "Πληθυσμός του Βασιλείου της Ελλάδος, κατά την Απογραφήν της 19 Δεκεμβρίου 1920", σελ. 240.
  30. Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας, Γενική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδος, "Πληθυσμός της Ελλάδος κατά την Απογραφήν της 15-16 Μαΐου 1928". (Πραγματικός πληθυσμός κυρωθείς δια του από 23 Νοεμβρίου 1928 διατάγματος), εκ του Εθνικού Τυπογραφείου, Εν Αθήναις 1935. Επίσης: "Πληθυσμός της Ελλάδος, κατά την Απογραφήν της 15-16 Μαΐου 1928", σελ. 280.
  31. Υπουργείον Εθνικής Οικονομίας, Γενική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδος, "Πληθυσμός της Ελλάδος κατά την απογραφήν της 16 Οκτωβρίου 1940". (Πραγματικός πληθυσμός κατά νομούς, επαρχίας, δήμους, κοινότητας, πόλεις και χωρία), εκ του Εθνικού Τυπογραφείου, Εν Αθήναις 1950. Επίσης: "Πληθυσμός της Ελλάδος, κατά την Απογραφήν της 16 Οκτωβρίου 1940", σελ. 308.
  32. Εθνική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδος, "Πληθυσμός της Ελλάδος κατά την Απογραφήν της 7ης Απριλίου 1951". (Πραγματικός πληθυσμός κατά νομούς, επαρχίας, δήμους, κοινότητας, πόλεις και χωρία), εκ του Εθνικού Τυπογραφείου, Εν Αθήναις 1955. Επίσης: "Πληθυσμός της Ελλάδος, κατά την Απογραφήν της 7ης Απριλίου 1951", σελ. 150.
  33. Εθνική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδος, "Πληθυσμός της Ελλάδος κατά την Απογραφήν της 19ης Μαρτίου 1961". (Πραγματικός πληθυσμός κατά νομούς, επαρχίας, δήμους, κοινότητας και οικισμούς. Κυρωθείς δια της υπ' αριθ. 46929/6877/1961 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Συντονισμού και Εσωτερικών), εκ του Εθνικού Τυπογραφείου, Εν Αθήναις 1962. Επίσης: "Πληθυσμός της Ελλάδος, κατά την Απογραφήν της 19ης Μαρτίου 1961", σελ. 145.
  34. Εθνική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδος, "Πληθυσμός της Ελλάδος κατά την Απογραφήν της 14ης Μαρτίου 1971". (Πραγματικός πληθυσμός κατά νομούς, επαρχίας, δήμους , κοινότητας και οικισμούς. Κυρωθείς δια της υπ' αριθ, 3893/Ε637/1972 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Βοηθού Πρωθυπουργού και Εσωτερικών), Αθήναι 1972. Επίσης: "Πληθυσμός της Ελλάδος, κατά την Απογραφήν της 14ης Μαρτίου 1971", σελ. 140.
  35. Εθνική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδος, "Πραγματικός Πληθυσμός της Ελλάδος κατά την Απογραφή της 5 Απριλίου 1981". (Κυρώθηκε με την 7908/Δ'554/12-4-1982 κοινή απόφαση των Υπουργών Συντονισμού και Εσωτερικών), Αθήναι 1982. Επίσης: "Πραγματικός Πληθυσμός της Ελλάδος κατά την Απογραφή της 5 Απριλίου 1981", σελ. 151.
  36. Εθνική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδος, "Πραγματικός Πληθυσμός της Ελλάδος κατά την Απογραφή της 17ης Μαρτίου 1991". (Κυρώθηκε με την 24197/Γ' 3812/24-11-1993 κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Εσωτερικών), Αθήνα 1994. Επίσης: "Πραγματικός Πληθυσμός της Ελλάδος κατά την Απογραφή της 17ης Μαρτίου 1991", σελ. 184.
  37. Εθνική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδος, "Πραγματικός Πληθυσμός της Ελλάδος. Απογραφή 2001". (Κυρώθηκε με την 6821/Γ5-908/4-6-2002 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης), Αθήνα 2003. Επίσης: "Πραγματικός Πληθυσμός της Ελλάδος. Απογραφή 2001", σελ. 185.
  38. "Απογραφή Πληθυσμού - Κατοικιών 2011. Μόνιμος Πληθυσμός", Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΛΣΤΑΤ).
  39. Πάνος Κοσμόπουλος, «Περασμένα και τωρινά», κεφάλαιο: «Οι Άγιοι Ανάργυροι του Κουφιέρου», Καλαμάτα 1992, σελ. 128-129 και άρθρο του ιδίου στην εφημερίδα «Σημαία», 11/07/1976.
  40. Περιοδικό «Φλας της Μεσσηνίας», τεύχος 59ο, Ιούνιος 1996, σελ. 49.
  41. Σπήλαιο Κουφιέρου στο Παλαιό Λουτρό, ΥΑ ΥΠΠΕ/ΑΡΧ/Β1/Φ30/65312/1785/26-11-1980 - ΦΕΚ 1273/Β/13-12-1980 [...]: "Ανακοινώνουμε ότι όλο το συγκρότημα του Σπηλαίου Κουφιέρου, που βρίσκεται στη θέση Άγιοι Ανάργυροι του οικισμού Παλιό Λουτρό, της Επαρχίας Τριφυλίας του Νομού Μεσσηνίας, είναι αρχαίο μνημείο, σύμφωνα με την έννοια του άρθρου 2 του Κ.Ν. 5351/1932 "Περί Αρχ/των" και προστατεύεται με τις διατάξεις του Νόμου αυτού. Οι αρχαιολογικές ενδείξεις για το σπήλαιο Κουφιέρας είναι: α) Κατάλοιπα νεολιθικής, ίσως και παλαιότερης εποχής μέσα και γύρω από το σπήλαιο, και β) Παρουσία μνημειακής κεραμικής. Υπάρχει επίσης μέσα σ' αυτό μικρός ναός των Αγίων Αναργύρων, που διασώζει κάτω από νεώτερα επιχρίσματα τοιχογραφίες βυζαντινής εποχής. Σε άλλα επίσης σημεία του σπηλαίου σώζονται σε αρκετά μεγάλο ύψος και άλλες τοιχογραφίες βυζαντινής εποχής. Διαπιστώνεται λοιπόν συνέχεια ζωής στο σπήλαιο από τα νεολιθικά μέχρι τα βυζαντινά χρόνια." [...], σύμφωνα με το Διαρκή Κατάλογο των Κηρυγμένων Αρχαιολογικών χώρων και Μνημείων της Ελλάδος, της Διεύθυνσης Εθνικού Αρχείου Μνημείων του Υπουργείου Πολιτισμού.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]