Μετάβαση στο περιεχόμενο

Δ΄ Σταυροφορία

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Σταυροφορίες
Σταυροφορία του Μπαρμπάστρο
Α΄ Σταυροφορία
Σταυροφορία του λαού
Γερμανική Σταυροφορία, 1096
Σταυροφορία του 1101
Β΄ Σταυροφορία
Γ΄ Σταυροφορία
Δ΄ Σταυροφορία
Σταυροφορία των Αλβιγηνών
Σταυροφορία των παιδιών
Ε΄ Σταυροφορία
ΣΤ΄ Σταυροφορία
Ζ΄ Σταυροφορία
Σταυροφορία των βοσκών
Η΄ Σταυροφορία
Θ΄ Σταυροφορία
Σταυροφορία της Αραγωνίας
Σταυροφορία της Αλεξάνδρειας
Σταυροφορία της Νικόπολης
Σταυροφορία των Χουσσιτών
Σταυροφορία της Βάρνας
Βόρειες Σταυροφορίες

Η Δ΄ Σταυροφορία (1202 - 1204), στην οποία συμμετείχαν κυρίως Γάλλοι ιππότες καθώς και Βενετοί ναυτικοί και στρατιώτες, είχε αρχικά ως στόχο την επανάκτηση των Ιεροσολύμων. Παρά τις έντονες αντιρρήσεις του Πάπα και σε πλήρη αντίθεση με το ιδεώδες της σταυροφορίας, αντ’ αυτού καταλήφθηκε και λεηλατήθηκε η χριστιανική Κωνσταντινούπολη. Το γεγονός αυτό βάθυνε τον διχασμό μεταξύ της ελληνορθόδοξης Ανατολής και της ρωμαιοκαθολικής Δύσης.

Μεσαιωινικός χάρτης της Κωνσταντινούπολης του Κριστόφορο Μπουοντελμόντι

Στα μέσα του 12ου αιώνα σχεδόν το ένα έβδομο από τους περισσότερο από μισό εκατομμύριο κατοίκους της Κωνσταντινούπολης ήταν «λατινικής» (δυτικοευρωπαϊκής) καταγωγής. Επρόκειτο κυρίως για εμπόρους από τις ναυτικές δημοκρατίες του Αμάλφι, της Γένοβας, της Πίζας και της Δημοκρατίας της Βενετίας. Οι έμποροι αυτοί διέθεταν προνόμια, τα οποία η βυζαντινή κυβέρνηση είχε αναγκαστεί σε περιόδους ανάγκης να παραχωρήσει στους ιταλούς έναντι στρατιωτικής υποστήριξης. Η προνομιακή μεταχείριση των «Λατίνων», η αλαζονική τους συμπεριφορά και οι συνεχείς μεταξύ τους εχθροπραξίες υποδαύλιζαν το μίσος του βυζαντινού πληθυσμού. Στις αρχές του 1171, κατά τη διάρκεια ταραχών, καταστράφηκε η συνοικία των Γενοβέζων εμπόρων στην περιοχή Πέρα, στην απέναντι πλευρά του Κεράτιου Κόλπου. Οι δράστες δεν ταυτοποιήθηκαν ποτέ, ωστόσο ο αυτοκράτορας Μανουήλ Α΄ Κομνηνός κατηγόρησε τους Βενετούς. Ως συνέπεια, στις 12 Μαρτίου 1171 σε ολόκληρη την αυτοκρατορία συνελήφθησαν όλοι οι έμποροι της Βενετίας, φυλακίστηκαν και δημεύθηκε η περιουσία τους. Μόνο λίγοι κατόρθωσαν να διαφύγουν.

Η Βενετική Δημοκρατί θεώρησε το κύμα των συλλήψεων ως κήρυξη πολέμου. Ήδη το καλοκαίρι εξοπλίστηκε πολεμικός στόλος 120 πλοίων, ο οποίος υπό τη διοίκηση του δόγη Βιτάλε Β΄ Μικιέλ απέπλευσε τον Σεπτέμβριο του 1171. Ο στόλος περιέπλευσε την Πελοπόννησο και κοντά στην Εύβοια συνάντησε βυζαντινούς διπλωμάτες, οι οποίοι ζήτησαν διαπραγματεύσεις. Ο Βιτάλε Μικιέλ συναίνεσε, έστειλε πρεσβεία στην Κωνσταντινούπολη και πέρασε τον χειμώνα με τον στόλο του στη Χίο. Όταν οι απεσταλμένοι επέστρεψαν από την Κωνσταντινούπολη την άνοιξη του 1172, ήταν σαφές ότι ο Μανουήλ Κομνηνός δεν είχε καμία πρόθεση να αλλάξει τη στάση του. Χρησιμοποίησε τις υποτιθέμενες διαπραγματεύσεις ως πρόσχημα για να κερδίσει χρόνο και να ενισχύσει τη βυζαντινή αμυντική γραμμή. Τους βενετούς διπλωμάτες τους είχε μεταχειριστεί με εξευτελιστικό τρόπο, ενδεχομένως ο Ενρίκο Ντάντολο, που ανήκε στην πρεσβεία, τυφλώθηκε κατά τη διάρκεια αυτής της αποστολής. Επίθεση κατά του Βυζαντίου, ωστόσο, δεν μπορούσε πλέον να πραγματοποιηθεί, καθώς τον χειμώνα του 1171/72 ξέσπασε επιδημία στα υπερπλήρη πλοία και θέρισε χιλιάδες. Οι λίγοι επιζώντες δεν ήταν πλέον ικανοί να διεξαγάγουν πόλεμο. Η εκστρατεία κατέληξε σε καταστροφή. Ταπεινωμένος, ο Βιτάλε Μικιέλ επέστρεψε στη Βενετία, χρησιμοποιήθηκε ως αποδιοπομπαίος τράγος και κατηγορήθηκε. Πριν ακόμη διεξαχθεί η δίκη, δολοφονήθηκε με στιλέτο από έναν Βενετό ονόματι Μάρκο Καζόλο, ο οποίος στη συνέχεια απαγχονίστηκε.

Οι σχέσεις μεταξύ των άλλοτε συμμάχων, του Βυζαντίου και της Βενετίας, επλήγησαν μόνιμα από αυτά τα γεγονότα. Ούτε η ειρήνη που συνήφθη το 1177 μεταξύ των δύο πλευρών μπόρεσε να το αλλάξει αυτό. Το 1182, ως αποτέλεσμα αναταραχών γύρω από τη διαδοχή στον θρόνο, ο Ανδρόνικος Α΄ Κομνηνός, ο οποίος μέχρι τότε ζούσε εξόριστος στις ακτές του Εύξεινου Πόντου, κατέλαβε την εξουσία. Ακόμη πριν από την άφιξή του στην Κωνσταντινούπολη, κατά τη λεγόμενη «σφαγή των Λατίνων», δολοφονήθηκε σχεδόν ολόκληρος ο «λατινικός» πληθυσμός της πόλης (στην οποία εξακολουθούσαν να ζουν Γενοβέζοι και άτομα απτη Πίζα) και οι συνοικίες τους πυρπολήθηκαν.

Τον Αύγουστο του 1189 ο αυτοκράτορας Ισαάκιος Β΄ Άγγελος αρνήθηκε στο γερμανικό στρατό της Γ΄ Σταυροφορίας υπό τον Φρειδερίκο Βαρβαρόσσα τη διέλευση, παρότι προηγουμένως είχε υποσχεθεί την ελεύθερη πορεία και τη μεταφορά μέσω του Ελλήσποντου. Είχε συνάψει μυστική συμφωνία με τον σουλτάνο Σαλαντίν, με σκοπό να καθυστερήσει όσο το δυνατόν περισσότερο την προέλαση των σταυροφόρων. Μόνο μετά την κατάληψη και λεηλασία πολυάριθμων βυζαντινών πόλεων και κάστρων και αφού απειλήθηκε ακόμη και η ίδια η Κωνσταντινούπολη, επέτρεψε ο Ισαάκιος Β΄ Άγγελος τον Μάρτιο του 1190 τη μεταφορά των σταυροφόρων στη Μικρά Ασία.

Το 1195 ο αυτοκράτορας Ισαάκιος Β΄ ανατράπηκε από τον αδελφό του Αλέξιο Γ΄. Με την άνοδό του στον θρόνο συνεχίστηκε η παρακμή της αυτοκρατορικής εξουσίας στο βυζαντινό κράτος. Αρχικά η Τραπεζούντα αποσπάστηκε από την αυτοκρατορία, ενώ στη συνέχεια ο Λέων Σγουρός ίδρυσε μια ηγεμονία στην κεντρική Ελλάδα με κέντρο την Κόρινθο. Ο Αλέξιος παρακολουθούσε τις εξελίξεις ανήμπορος και το Βυζάντιο έχασε τη θέση του ως ευρωπαϊκή δύναμη. Όταν ο αρμένιος ηγεμόνας Λέων Β΄ ανακηρύχθηκε στην Κιλικία βασιλιάς του νέου κράτους της Μικρής Αρμενίας, δεν ζήτησε την αναγνώρισή του από τον κοντινό αυτοκράτορα της Κωνσταντινούπολης, αλλά από τον γερμανό αυτοκράτορα Ερρίκο ΣΤ΄ και τον πάπα Κελεστίνο Γ΄. Ακόμη πιο ολέθρια από την απώλεια πολιτικής επιρροής αποδείχθηκε για το Βυζάντιο η απώλεια της θαλασσοκρατορίας του. Αφού το μεγαλύτερο μέρος του αυτοκρατορικού στόλου είχε καταστραφεί το 1186 από τους Νορμανδούς κοντά στην Κύπρο, το Βυζαντινό κράτος διέθετε πλέον μόλις 20 πλοία. Με αυτόν τον στόλο δεν ήταν καν δυνατόν να διατηρηθεί η Θάλασσα του Μαρμαρά απαλλαγμένη από πειρατές. Ως αποτέλεσμα, το θαλάσσιο εμπόριο – η κυριότερη πηγή εσόδων της Κωνσταντινούπολης – μειώθηκε δραστικά.

Από το 1195 ο γερμανός αυτοκράτορας Ερρίκος ΣΤ΄ σχεδίαζε μια σταυροφορία, η οποία πιθανότατα θα οδηγούσε στην επέκταση της κυριαρχίας του σε ολόκληρη την ανατολική Μεσόγειο. Ωστόσο, ο Ερρίκος απεβίωσε το 1197, σε ηλικία 32 ετών, ενώ ακόμη συγκεντρωνόταν στη Μεσσήνη της Ιταλίας ο στόλος της σταυροφορίας του.

Η πολιορκία της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους (1204)

Φαινόταν πιθανό ότι η οχυρωμένη βυζαντινή πρωτεύουσα θα μπορούσε να αντισταθεί με επιτυχία στους Σταυροφόρους, των οποίων ο αριθμός δεν ήταν τόσο μεγάλος. Οι τελευταίοι, όμως, αποβιβάστηκαν στην ευρωπαϊκή ακτή και κατέλαβαν τον Γαλατά, έσπασαν την αλυσίδα που έκλεινε τον Κεράτιο κόλπο και εισχώρησαν σε αυτόν πυρπολώντας τα πλοία που βρίσκονταν εκεί. Έτσι ο Γαλατάς καταλήφθηκε τον Ιούλιο του 1204 από τους Σταυροφόρους. Οι Βάραγγοι αμυνόταν στα χερσαία τείχη και μία κατάληψη από τους Βενετούς μερικών πύργων των τειχών στον Κεράτιο, απωθήθηκε.

Ο Αλέξιος Γ΄ που δεν είχε ούτε τη θέληση, ούτε τη δύναμη να αντισταθεί, εγκατέλειψε την πόλη και διέφυγε, παίρνοντας μαζί του το δημόσιο θησαυροφυλάκιο. Ο Ισαάκιος Β΄ απελευθερώθηκε από τη φυλακή και επανήλθε από τους κατοίκους στον θρόνο· ο γιος του Αλέξιος, που είχε φτάσει μαζί με τους Σταυροφόρους, ανακηρύχθηκε συναυτοκράτορας (ως Αλέξιος Δ΄) μετά από αίτημα των Σταυροφόρων.

Η συνέχεια της Σταυροφορίας δεν ήταν αυτή που είχε σχεδιαστεί στη Ζάρα. Το αυτοκρατορικό ταμείο πλέον ήταν άδειο. Απελπισμένος ο νέος συναυτοκράτορας προσπαθεί να συλλέξει το χρηματικό ποσό που έχει υποσχεθεί στους Σταυροφόρους με διάφορους τρόπους: πρόσθετοι φόροι, δασμοί, συλλέγεται ακόμη και το ασήμι και το χρυσάφι από το στολισμό των εκκλησιών. Όμως ο λαός της Κωνσταντινούπολης τρέφει εχθρικά αισθήματα για την νέα του εξουσία, λόγω της βαριάς φορολόγησης και της κατάσχεσης των αφιερωμάτων των εικόνων. Η εξέγερση δεν αργεί να ξεσπάσει. Ο λαός της Πόλης ανατρέπει τους δύο Αγγέλους και ανακηρύσσει αυτοκράτορα τον Αλέξιο Ε΄ Δούκα Μούρτζουφλο. Ο Μούρτζουφλος υποστηρίζεται από την παράταξη που διάκειται εχθρικά προς τους Σταυροφόρους, δεν δέχεται σε καμία περίπτωση να τηρήσει τους όρους των προκατόχων του με τους Λατίνους και αρνείται οποιονδήποτε συμβιβασμό. Αντίθετα προσπαθεί να οργανώσει την άμυνα της πόλης για ενδεχόμενη επίθεση, που δεν αργεί να πραγματοποιηθεί.

Οι Σταυροφόροι, μετά το θάνατο του Ισαάκιου και του Αλεξίου και ύστερα από διαταγή του ίδιου του Μούρτζουφλου, θεώρησαν τους εαυτούς τους απαλλαγμένους από κάθε υποχρέωση που είχαν αναλάβει έναντι της Ρωμανίας. Η ευθεία σύγκρουση Βυζαντινών και Σταυροφόρων ήταν πια αναπόφευκτη και οι δεύτεροι άρχισαν να σχεδιάζουν την, για λογαριασμό τους, κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης. Τον Μάρτιο του ίδιου έτους (1204) πραγματοποιήθηκε μεταξύ Βενετίας και Σταυροφόρων συνθήκη, σχετικά με τη διαίρεση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Η πρώτη πρόταση της συνθήκης είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακή: «Εν ονόματι του Χριστού, πρέπει να καταλάβουμε, δια των όπλων, την πόλη» [1]. Τα κύρια σημεία της συνθήκης είχαν ως εξής[2]:

  • Η κυβέρνηση των Λατίνων θα εγκαθίστατο στην πόλη και οι σύμμαχοι τους θα συμμετείχαν στην κατανομή των λαφύρων.
  • Επιτροπή αποτελούμενη από έξι Βενετούς και έξι Γάλλους, θα εξέλεγε εκείνον που, κατά τη γνώμη τους, θα κυβερνούσε καλύτερα τη χώρα «προς δόξαν του Θεού, της Αγίας Ρωμαϊκής Εκκλησίας και της Αυτοκρατορίας».
  • Ο Λατίνος αυτοκράτορας θα είχε στη διάθεσή του το ένα τέταρτο της πόλης, την έξω από την πόλη περιοχή, καθώς και δύο ανάκτορα εντός της πόλης.
  • Τα υπόλοιπα τρία τέταρτα θα δίνονταν κατά το ήμισυ στους Βενετούς και το υπόλοιπο στους άλλους Σταυροφόρους.
  • Όλοι οι Σταυροφόροι που θα λάμβαναν μικρές ή μεγάλες κτήσεις, εκτός από τον Ερρίκο Δάνδολο, όφειλαν να ορκιστούν πίστη στον αυτοκράτορα.

Οριστική Άλωση και λεηλασίες

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης, έργο του Ντελακρουά

Αφού οι Σταυροφόροι δέχθηκαν τους όρους αυτούς, άρχισαν την προσπάθειά τους να καταλάβουν την Κωνσταντινούπολη με συνδυασμένες επιθέσεις από ξηρά και θάλασσα. Μια πρώτη επίθεση των Σταυροφόρων το πρωί της 9ης Απριλίου 1204 εναντίον του θαλάσσιου τείχους αποκρούστηκε. Στις 12 Απριλίου, όμως η επίθεση επαναλήφθηκε στο τείχος του Κεράτιου. Οι Βενετοί, που είχαν δέσει τις γαλέρες τους ανά δύο και τις είχαν υπερυψώσει με ξύλινες κατασκευές, τις οδήγησαν γεμάτες στρατό κατά των πύργων. Μετά από σκληρή μάχη, το απόγευμα κατόρθωσαν να καταλάβουν δύο πύργους και να δημιουργήσουν πρώτα ένα άνοιγμα στα τείχη και να ανοίξουν τρεις πύλες από όπου άρχιζαν να εισχωρούν στην πόλη. Όταν νύχτωσε, οι Σταυροφόροι είχαν καταλάβει ένα μικρό μέρος της περιοχής κοντά στον Κεράτιο κόλπο. Η βυζαντινή ηγεσία απέδειξε τότε πως δεν ήταν σε θέση να αντιμετωπίσει τις περιστάσεις. Ο Αλέξιος Ε' Μουρτζούφλος και πολλοί ευγενείς εγκατέλειψαν την πόλη από τις χερσαίες πύλες προς τη Θράκη. Έτσι την επόμενη μέρα οι επιτιθέμενοι άρχισαν να προελαύνουν χωρίς να συναντήσουν ουσιαστική αντίσταση. Η πρωτεύουσα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας «έπεσε αφού υπέστη την επίθεση αυτής της εγκληματικής και πειρατικής εκστρατείας που λέγεται Δ' Σταυροφορία»[3].

Μετά την κατάληψη της πόλης, επί τρεις μέρες, οι Λατίνοι μεταχειρίστηκαν με φοβερή σκληρότητα, λεηλατώντας κάθε τι που είχε συγκεντρωθεί, διαμέσου των αιώνων, στην Κωνσταντινούπολη. Τίποτα δεν έμεινε σεβαστό: οι εκκλησίες, τα λείψανα, τα μνημεία τέχνης. Οι ιππότες της Δύσης και οι στρατιώτες τους, καθώς και οι Λατίνοι μοναχοί και ηγούμενοι, έλαβαν και αυτοί μέρος στη λεηλασία. Ο Νικήτας Χωνιάτης, αυτόπτης μάρτυρας της κατάληψης της πόλης, δίνει μια τρομακτική εικόνα της λεηλασίας, της βίας και της ερήμωσης που έφεραν οι Σταυροφόροι.

Κατά τη διάρκεια των τριών ημερών λεηλασίας, χάθηκαν πολλά πολύτιμα έργα τέχνης, πολλές βιβλιοθήκες λαφυραγωγήθηκαν και πολλά χειρόγραφα καταστράφηκαν, ενώ η Αγία Σοφία λεηλατήθηκε ανελέητα. Ο Βιλεαρδουίνος παρατηρεί ότι «από την εποχή της δημιουργίας του κόσμου, ποτέ, σε καμία πόλη, δεν κατακτήθηκαν τόσα λάφυρα»[4]. Μετά από αυτή την Σταυροφορία, όλη η δυτική Ευρώπη κοσμήθηκε με τους θησαυρούς της Κωνσταντινούπολης, ενώ οι περισσότερες από τις εκκλησίες της Δυτικής Ευρώπης απέκτησαν μέρος από τα «ιερά λείψανα» της πόλης. Το μεγαλύτερο μέρος των λειψάνων, που βρίσκονταν σε μοναστήρια της Γαλλίας, καταστράφηκαν κατά τη διάρκεια της Γαλλικής Επανάστασης (1789). Τα τέσσερα ορειχάλκινα άλογα που αποτελούσαν ένα από τα καλύτερα στολίδια του Ιπποδρόμου της Κωνσταντινούπολης, μεταφέρθηκαν από τον Δάνδολο στην Βενετία, όπου και διακοσμούν σήμερα την εξώθυρα του καθεδρικού ναού του Αγίου Μάρκου.

  1. «Tafel & Thomas, Urkunden zur altern Handels- und Staatsgeschichte I, σελ. 446 (γερμανικά)
  2. N. H. Baynes Byzantine Civilization. 1926, σελ. 289 (αγγλικά)
  3. N.H. Bayes "Byzantine Civilization". History X, 1926, σελ. 289. (αγγλικά)
  4. La Conquete de constantinople. Έκδοση de Wailly, παρ. 250, σελ. 147. (γαλλικά)

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
  • Πολυμέσα σχετικά με το θέμα Fourth Crusade στο Wikimedia Commons