Μάχη της Σχινόλακκας (1825)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Μάχη της Σχινόλακκας
Ελληνική Επανάσταση του 1821
Χρονολογία 15/16 Μαρτίου 1825
Τόπος Σχινόλακκα Μεσσηνίας
Έκβαση νίκη των Ελλήνων
Αντιμαχόμενοι
Ηγετικά πρόσωπα

Η μάχη της Σχινόλακκας (παλαιότερα αναφερόταν και ως μάχη της Σχοινόλακκας) ήταν ένα ακόμη πολεμικό επεισόδιο, σε συνέχεια της επανάστασης του 21.

Η εξέλιξη των γεγονότων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η κατάσταση στον απελευθερωμένο Μοριά ήταν ακόμα ασταθής, όταν στις 24 Φεβρουαρίου του 1825, ο Ιμπραήμ Πασάς αποβιβάστηκε στη Μεθώνη, με 4.000 πεζούς και 500 ιππείς.[1] Ένα μήνα αργότερα, στις 17 Μαρτίου 1825, αποβιβάστηκαν στη Μεθώνη και πρόσθετες δυνάμεις, αποτελούμενες αυτήν τη φορά από 7.000 πεζούς και 400 ιππείς.[1] Τέσσερα χρόνια μετά την έναρξη της Επανάστασης η Πελοπόννησος ελεγχόταν πλέον από τις ελληνικές δυνάμεις, εκτός από τα φρούρια της Πάτρας, της Μεθώνης και της Κορώνης που κατείχαν ακόμα τα οθωμανικά στρατεύματα.[1] Οι εμφύλιοι πόλεμοι είχαν τελειώσει, από τις αρχές του 1825 και η πολιτική και στρατιωτική ηγεσία των Πελοποννησίων είχε ηττηθεί και φυλακιστεί, ενώ οι Ρουμελιώτες ένοπλοι που στήριξαν με τα όπλα τους την κεντρική διοίκηση περιφέρονταν στις επαρχίες του Μοριά προβαίνοντας σε πράξεις βίας και προκαλώντας τη δυσαρέσκεια των ντόπιων.[1] Οι Έλληνες παρέμεναν πάντως διαιρεμένοι σε δύο στρατόπεδα και ήταν ανήμποροι να σταματήσουν την επέλαση των οθωμανικών στρατευμάτων. Η τότε κυβέρνηση (Εκτελεστικό), με επικεφαλής τον Γεώργιο Κουντουριώτη, διόρισε αρχηγό τον Υδραίο πλοίαρχο Κυριάκο Σκούρτη, για να αποτρέψει τη διείσδυση του Ιμπραήμ προς το εσωτερικό της Μεσσηνίας και στη συνέχεια της υπόλοιπης Πελοποννήσου. Η επιλογή αυτή του Εκτελεστικού επέφερε μεγάλη αναστάτωση στο στράτευμα, καθώς ο Κουντουριώτης, τυφλωμένος από τοπικισμό, παραμέρισε ικανούς στρατιωτικούς όπως ο Γεώργιος Καραϊσκάκης, ο Αναστάσιος Καρατάσος και ο Κίτσος Τζαβέλλας, δίνοντας την αρχηγία σε άνθρωπο άπειρο από πόλεμο ξηράς.[2] Καθώς ο Ιμπραήμ πολιορκούσε τα κάστρα του Παλαιοκάστρου και Νεοκάστρου, στην Πύλο οι Έλληνες επαναστάτες είχαν κάποιες νίκες, κυρίως ο Μακρυγιάννης στο Παλαιόκαστρο και οι Μακεδόνες, υπό τον Αναστάσιο Καρατάσο, στη μάχη της Σχοινόλακκας.[3] Ο Ιμπραήμ αρχικά φρόντισε να εδραιώσει την υπεροχή του στα νότια της Μεσσηνίας, για να εξασφαλίσει την επικοινωνία Μεθώνης-Κορώνης και οχύρωσε τη στενή οδό μεταξύ Μεθώνης και Νεοκάστρου. Ο ίδιος στρατοπέδευσε στον μεσσηνιακό κάμπο. Στη δυτική Μεσσηνία διαδραματίστηκαν αρκετές μάχες μεταξύ Ελλήνων και Αιγυπτίων, που αποδεικνύουν τις προσπάθειες των πρώτων να καθηλώσουν αρχικά τις δυνάμεις του εχθρού στην περιοχή και στη συνέχεια να τον αναγκάσουν να εγκαταλείψει την Πελοπόννησο.[1]

Η μάχη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 15/16 Μαρτίου του 1825,[1][4] στην τοποθεσία του χωριού Σχινόλακκα της Πυλίας, πραγματοποιήθηκε η μάχη μεταξύ των αιγυπτιακών στρατευμάτων του Ιμπραήμ πασά και των ανδρών του Μακεδόνα οπλαρχηγού Αναστάσιου Καρατάσου ή Γερο-Καρατάσου (1764 - 1830), ο οποίος μετά την Καταστροφή της Νάουσας (1822), είχε κατεβεί στη νότια Ελλάδα και συμμετείχε ενεργά στην Επανάσταση.[1] Στο σώμα του συμμετείχαν επίσης αγωνιστές, όπως ο Βλαχομιχάλης (ή Γερο-Βλάχος) (1778-1845) και ο Αγγελής Γάτσος (1771-1839). Οι αγωνιστές αυτοί έτρεψαν τα εχθρικά στρατεύματα σε φυγή. Οι Οθωμανοί εγκατέλειψαν στο πεδίο της μάχης μεγάλο αριθμό νεκρών και λογχοφόρων όπλων.[1][4]

Σύμφωνα με τον Σπυρίδωνα Τρικούπη, στον γ’ τόμο του έργου του «Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως»: «Tην δε 16,εν τάγμα Αιγυπτίων έπεσεν επί τούς υπό την οδηγίαν του Καρατάσου. Εκλεκτοί και εμπειροπόλεμοι ήσαν οι υπό τον αρχηγόν τούτον Μακεδόνες και άξιοι αυτού, καθώς και ούτος άξιος αυτών• διό, γενομένης σφοδράς μάχης, αν και δεν ήλθον εις βοήθειάν των οι εν Κρεμμυδίω, ενίκησαν οι ολίγοι ούτοι πολεμήσαντες μόνοι, έτρεψαν τους εχθρούς και επήραν υπέρ τα 100 λογχοφόρα όπλα ερριμμένα επί του πεδίου της μάχης και τα έστειλαν εις Τριπολιτσάν.»[4]

Επίσης, σύμφωνα με τον Νικόλαο Κασομούλη στο β' τόμο του έργου του «Ενθυμήματα Στρατιωτικά της Επαναστάσεως των Ελλήνων (1821-1833)», «Ο Καρατάσιος με τους υπό την οδηγίαν του - ήτον την 15 Μαρτίου - τοποθετημένος εις το χωρίον Σχινόλακκα, εκτεθείς με 300 μόνον μακράν των λοιπών στρατευμάτων, ο Ιμπραΐμης, μετά τον χαλασμόν των πρώτων, εκίνησεν παστρατιά καταπάνω του. Αυτός με όλους (τους ιδικούς του) εκλείσθη εις τα οικίας• άφησεν έως ότου εμβήκαν οι Άραβες έως μέσα εις το χωρίον, και κατά το σύνθεμα (ότι τότες να ντουφεκίσουν όλοι, όταν αρχίση από το μέρος του η φωτιά) εκαρτέρεσαν όλοι, και μετά την φωτιάν - φωτιά πανταχόθεν (και αυτοί), και ετρόμαξεν τόσο τους Αιγυπτίους, ώστε αφού πολέμησαν έως 4 ώραις, και εφονεύθησαν πολλοί (από αυτούς), ατακτήσαντες, άφησαν πλήθος όπλα και φονευμένους και έφυγαν κακήν κακώς κυνηγημένοι από τους Έλληνας. Εκπλήρωσαν (ούτω) τα όσα έπαθον οι Έλληνες εκείνην την ημέραν της Σχινόλακκας, (αν) και η νίκη εφαίνετο αμφοτέρων των μερών. Το (Αραβικόν) ιππικόν (κατά την μάχην) ημπόδιζε την βοήθεια των Ελλήνων προς τον Καρατάσιον. Ο Ιμπραΐμης ηθέλησεν και εξ νέου να δοκιμάσει την τύχην του με τον ήρωαν αυτόν. Εκείνος και οι υπό την οδηγίαν του τον επρόσμεναν άπαξ με περισσοτέραν καρτερίαν, πλην ραγδαία βροχή εμπόδισεν τον μεν να κινηθεί κατά του Καρατάσιου, τον δε να κερδήση την περίστασιν, και ως μη έχων τα μέσα βοηθείας και θροφάς να προμηθεύεται, (περιωρίσθη) να συνάξη όλα τα όπλα τα οποία άφησαν (οι Άραβες) και να αποσυρθή δια νυκτός εις το γενικόν (εις Χώρες) στρατόπεδον νικητής και τροπαιούχος.»[5] Και συνεχίζει ο ίδιος αγωνιστής: «Οι Έλληνες αύξησαν τας κατηγορίας κατά του Χ΄΄Χρίστου και ευφημούσαν τον Καρατάσιον. Ο στρατος όλος ενθαρρύνθη, και δεν έβλεπαν την στιγμήν πότε να πέσουν εις άλλην συμπλοκήν. Τα όπλα οπού κυρίευσαν τα έπεμψαν εις Ναύπλιον προς την διοίκησιν, και τα είδαν όλοι. [Όλοι ευφημούσαν πλέον τον γέρο-Καρατάσιον]».[5]

Συνέπειες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από άποψη στρατιωτικής τακτικής, αυτή η πρόσκαιρα νικηφόρα μάχη έδειξε την όποια δυνατότητα είχαν τα άτακτα σώματα να νικήσουν τακτικό στρατό.[1] Μετά όμως την ήττα και τη διάλυση του στρατού του Σκούρτη, που ακολούθησε κατά τη Μάχη του Κρεμμυδίου, την 7η Απριλίου 1825, τελικά αποδείχτηκε η ανωτερότητα της γενικότερα επικρατούσας τότε ευρωπαϊκής στρατιωτικής τακτικής, καθώς ο οργανωμένος από Γάλλους αξιωματικούς (Livron, Boyer, κ.λπ.) στρατός του Ιμπραήμ παρέκαμψε τις όποιες αντιστάσεις και κατέλαβε, μέχρι το τέλος της άνοιξης του 1825, εύκολα το Νεόκαστρο και το Παλαιόκαστρο. Ο Σκούρτης είχε επιλέξει την περιοχή του χωριού Κρεμμύδια, για να περιμένει τον Ιμπραήμ, μαζί με πρόσθετα στρατεύματα από Σουλιώτες, Στερεοελλαδίτες και Μακεδόνες, υπό τις διαταγές των Κίτσου Τζαβέλα, Κώστα Μπότσαρη, Καραϊσκάκη, Χατζηχρήστου και του Καρατάσου. Στο στρατόπεδο του Κρεμμυδιού είχε καταφθάσει, με εντολή του Κουντουριώτη, και ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος.[6] Ο Ιμπραήμ συνέτριψε, σχεδόν καθοριστικά, τις ελληνικές δυνάμεις που επιχείρησαν να σταματήσουν την προέλασή του στη Mεσσηνία.[1] Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν, εξάλλου, και οι μάχες που έγιναν στη συνέχεια, με την Πτώση της Σφακτηρίας, στις 26 Απριλίου 1825 και την Μάχη στο Μανιάκι, στις 20 Μαίου 1825, όπου έχασε τη ζωή του ο Παπαφλέσσας.[1] Η διάλυση του στρατού του Σκούρτη στη συνέχεια από τον Ιμπραήμ είχε καταστροφικά αποτελέσματα για τους Έλληνες.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,00 1,01 1,02 1,03 1,04 1,05 1,06 1,07 1,08 1,09 1,10 Νίκος Τόμπρος, «Η Μεσσηνία σε επαναστατική τροχιά (1766-1828)», (σελ. 439-479), από το συλλογικό έργο «Μεσσηνία: Συμβολές στην ιστορία και τον πολιτισμό της», έκδοση: Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου, Εισηγητές: Αιμιλία Μπάνου, Βασίλειος Λ. Κωνσταντινόπουλος, Ελένη Ζυμή, Andrew Farrington, Δημήτριος Κ. Πανομήτρος, Μαρία Ξανθοπούλου, Ιωάννης Κακούρος, Γιώργος Στείρης, Νικόλαος Δ. Κοντογιάννης, Φωτεινή Β. Πέρρα, Νίκος Φ. Τόμπρος, Θανάσης Χρήστου, Ιωάννης Πλεμμένος, Αριστείδης Ν. Δουλαβέρας, Μαρία Βελιώτη - Γεωργοπούλου, Ιωάννα Κ. Σπηλιοπούλου, επιμέλεια: Α. Ν. Δουλαβέρας, Ι. Κ. Σπηλιοπούλου, Γεωργία Ξανθάκη - Καραμάνου, εκδόσεις "Παπαζήση", Αθήνα 2012, ISBN 978-960-02-2668-3, Ενότητα: Ο Ιμπραήμ (1825-1828), σελ. 462-463.
  2. Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, σ. 377
  3. Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, σ. 378
  4. 4,0 4,1 4,2 Σπυρίδων Τρικούπης, «Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως» / Σπυρίδωνος Τρικούπη (4 τόμοι), 2α επιθεωρηθείσα και διορθωθείσα έκδοσις, Εκ της εν τη Αυλή του Ερυθρού Λέοντος Τυπογραφίας Ταϋλόρου και Φραγκίσκου, Εν Λονδίνω αωξ'-αωξβ' (1860-1862), τόμος Γ’, κεφ.ΝΓ, σελ.191.
  5. 5,0 5,1 Νικόλαος Κ. Κασομούλης, «Ενθυμήματα στρατιωτικά της Επαναστάσεως των Ελλήνων 1821-1833: προτάσσεται ιστορία του Αρματωλισμού» / Νικολάου Κ. Κασομούλη, εισαγωγή και σημειώσεις υπό Γιάννη Βλαχογιάννη, 3 Τόμοι, σειρά: Αρχεία της Νεωτέρας Ελληνικής Ιστορίας Δ', Χορηγία Παγκείου Επιτροπής, Αθήναι 1939-1942 και επίσης: Νικόλαος Κασομούλης, Ενθυμήματα Στρατιωτικά της Επαναστάσεως των Ελλήνων (1821-1833) - Τόμος Β΄, επανέκδοση, εκδόσεις "Pelekanos Books", Αθήνα 2015, ISBN 9604007556, ISBN 9789604007554, σελ. 40- 41.
  6. Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, σ. 379

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]