Ελληνική μυθολογία

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Paradeigma.jpg
Δίας του Οτρίκολι. Μάρμαρο, ρωμαϊκό αντίγραφο από ένα ελληνικό πρωτότυπο του τέταρτου αιώνα π.Χ.

Ο όρος ελληνική μυθολογία καλύπτει το σύνολο των μύθων που σχετίζονται με την ελληνική παράδοση, έτσι όπως παρουσιάζονται στα κείμενα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας. Ως ελληνική μυθολογία ορίζεται συγκεκριμένα η αφήγηση των μυθικών ιστορημάτων που δημιουργήθηκαν από τους αρχαίους Έλληνες και αφορούσαν τους θεούς και τους ήρωες τους, τη φύση του κόσμου και τις τελετουργικές πρακτικές της λατρείας τους.

Οι σύγχρονοι ερευνητές αναφέρονται στους μύθους και τους μελετούν για να κατανοήσουν τον συμβολισμό τους, τους θρησκευτικούς και πολιτικούς θεσμούς των αρχαίων Ελλήνων και γενικά τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό.[1] Οι χρονολογικά μεταγενέστεροι ελληνικοί μύθοι εντάσσονται στον χώρο της λαογραφίας και δεν αφορούν τη μυθολογία με την καθ'εαυτού στενή έννοια του όρου.

Η ελληνική μυθολογία συνίσταται σε μια πλούσια συλλογή αφηγημάτων που αναφέρονται στην προέλευση του κόσμου και εξιστορούν την ζωή και τις περιπέτειες μιας ευρείας ποικιλίας θεών, ηρώων, ηρωίδων και άλλων μυθολογικών πλασμάτων. Αυτές οι ιστορίες αρχικά διαμορφώθηκαν μέσω της προφορικής και ποιητικής παράδοσης, πριν να διαδοθούν γραπτώς μέσα από τα έργα της ελληνικής λογοτεχνίας. Οι παλαιότερες γνωστές λογοτεχνικές πηγές είναι τα δύο έπη, η Ιλιάδα και η Οδύσσεια του Ομήρου (8ος αιώνας π.Χ.), που είναι αφιερωμένα στα γεγονότα του Τρωικού πολέμου και στις περιπέτειες του Οδυσσέα που ακολούθησαν. Θεωρούνται επίσης κατ'εξοχήν πολύτιμη πηγή στοιχείων τα ποιητικά έργα του Ησίοδου (8ος αιώνας π.Χ.), η Θεογονία και τα Έργα και Ημέραι, που αναφέρονται στην αρχαία ελληνική αντίληψη για την δημιουργία του κόσμου, την διαδοχή των θείων κυβερνητών, τη διαδοχή των ανθρώπινων εποχών, την προέλευση του ανθρώπινου δράματος και των θυσιαστικών πρακτικών. Διάφοροι μύθοι έχουν επίσης συντηρηθεί από τους ομηρικούς ύμνους, τμήματα ποιημάτων του επικού κύκλου, λυρικά ποιήματα, έργα τραγωδών του 5ου αιώνα π.Χ., γραφές των μελετητών και των ποιητών της ελληνιστικής περιόδου και κείμενα από συγγραφείς των ρωμαϊκών χρόνων, όπως του Πλούταρχου και του Παυσανία.

Τα μνημειακά στοιχεία στις Μυκήνες και τη Μινωική Κρήτη βοήθησαν στην επίλυση πολλών ερωτημάτων που προέκυπταν από τα ομηρικά έπη και χορήγησαν αρχαιολογικές αποδείξεις για πολλές από τις μυθολογικές λεπτομέρειες που αφορούν τους Θεούς και τους ήρωες. Η ελληνική μυθολογία απεικονίστηκε επίσης σε χειροποίητα αντικείμενα. Η αγγειοπλαστική του 8ου αιώνα π.Χ απεικονίζει σκηνές από τον τρωικό κύκλο, καθώς επίσης και τις περιπέτειες του Ηρακλή. Στην αρχαϊκή, κλασσική και ελληνιστική περίοδο, οι ομηρικές και διάφορες άλλες μυθολογικές σκηνές συμπληρώνουν τα υπάρχοντα λογοτεχνικά στοιχεία.[2]

Η ελληνική μυθολογία έχει ουσιώδη επιρροή στον δυτικό πολιτισμό γενικότερα, στην φιλοσοφία του, στην ιστορία του, στην πολιτική του, στις τέχνες και στη λογοτεχνία του και θεωρείται βασικό στοιχείο της δυτικής κληρονομιάς. Αποτελεί δε μέρος της εκπαίδευσης, από νεαρή ηλικία, σε πολλές δυτικές χώρες με σημαντική ελληνομάθεια. Ποιητές, διανοούμενοι και καλλιτέχνες από τους αρχαίους χρόνους μέχρι σήμερα έχουν αντλήσει από την ελληνική μυθολογία έμπνευση, έχουν αποδώσει σύγχρονες έννοιες και ανακαλύψει σχετικότητα με τα κλασσικά μυθολογικά θέματα και τον σύγχρονο κόσμο.[3]

Πηγές της ελληνικής μυθολογίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Λατίνος ποιητής Βιργίλιος (εδώ σε χειρόγραφο του 5ου αιώνα), περιέσωσε λεπτομέρειες από ελληνικούς μύθους σε πολλά από τα έργα του.
Ο Αχιλλέας σκοτώνει έναν Τρωαδίτη αιχμάλωτο ενώ ο Χάρων παρακολουθεί. Ετρουσκικό ερυθρόμορφο αγγείο του 4 αι. π.χ.

Η ελληνική μυθολογία είναι σήμερα γνωστή από την αρχαία ελληνική λογοτεχνία. Εκτός από τις γραπτές πηγές, υπάρχουν μυθικές μορφές οπτικοποιημένες σε διάφορα μέσα που χρονολογούνται από τη γεωμετρική περίοδο (900-800 π.Χ.) και έπειτα.[4]

Λογοτεχνικές πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η μυθική αφήγηση είναι κυρίαρχη σχεδόν σε κάθε μορφή της ελληνικής λογοτεχνίας. Το μοναδικό μυθογραφικό εγχειρίδιο που επέζησε από την αρχαιότητα είναι η Βιβλιοθήκη του Απολλόδωρου, η οποία προσπαθεί να συνδυάσει τις αντιφατικές ιστορίες των ποιητών και να παράσχει μια ενιαία εκδοχή της παραδοσιακής ελληνικής μυθολογίας.[5]

Μεταξύ των λογοτεχνικών πηγών, χρονολογικά πρώτα, είναι τα δύο επικά ποιήματα του Ομήρου, η Ιλιάδα και η Οδύσσεια. Οι Ομηρικοί Ύμνοι, παρά το όνομά τους, δεν έχουν καμία σχέση με τον Όμηρο. Άλλοι ποιητές ολοκλήρωσαν τον συγκεκριμένο επικό κύκλο με μικρότερα ποιήματα, αλλά τα περισσότερα δεν έχουν σωθεί.[6]

Ο Ησίοδος, ένας σύγχρονος του Ομήρου, καταθέτει στη Θεογονία (προέλευση των Θεών) την πληρέστερη καταγραφή των πρώιμων ελληνικών μύθων. Οι μύθοι της Θεογονίας, που διαμόρφωσαν τις λαϊκές δοξασίες, διηγούνται τη δημιουργία του κόσμου, την προέλευση των Θεών, των τιτάνων, των γιγάντων και τον σχηματισμό των γενεαλογιών. Στο Έργα και Ημέραι του Ησίοδου, ένα διδακτικό ποίημα για τη αγροτική ζωή, περιλαμβάνει επίσης τους μύθους του Προμηθέα, της Πανδώρας και των τεσσάρων εποχών. Ο ποιητής δίνει συμβουλές ώστε να επιβιώσεις σε έναν επικίνδυνο κόσμο που καθίσταται ακόμα πιο επικίνδυνος από τους Θεούς.[2]

Οι λυρικοί ποιητές εμπνέονταν συχνά από μύθους, αλλά η βαθμιαία επεξεργασία μετέτρεπε τα έργα σε λιγότερο αφηγηματικά και περισσότερο υπαινικτικά. Σαν αποτέλεσμα, ο Πίνδαρος, ο Βακχυλίδης, ο Σιμωνίδης, και οι βουκολικοί ποιητές, όπως ο Θεόκριτος και ο Βίων, παρέχουν μεμονωμένα μυθολογικά γεγονότα στα έργα τους.[7] Απ’ την άλλη, οι μύθοι ήταν σε περίοπτη θέση στο κλασσικό αθηναϊκό δράμα. Οι τρεις μεγάλοι τραγικοί συγγραφείς Αισχύλος, Σοφοκλής και Ευριπίδης εμπνεύστηκαν σε πολλά έργα τους από την μυθική εποχή των ηρώων και του Τρωικού πολέμου. Έτσι πολλές από τις μεγάλες μυθικές ιστορίες (π.χ. ο Αγαμέμνων και τα παιδιά του, ο Οιδίπους, ο Ιάσων, η Μήδεια κ.λπ.) πήραν την κλασική μορφή τους μέσα από τραγικά θεατρικά έργα. Και ο κωμικός θεατρικός συγγραφέας Αριστοφάνης επίσης χρησιμοποίησε τους μύθους, π.χ. στους Όρνιθες και στους Βατράχους.[8]

Οι ιστορικοί Ηρόδοτος και Διόδωρος Σικελιώτης, και οι γεωγράφοι Παυσανίας και Στράβων, που ταξίδεψαν σε όλο τον ελληνικό κόσμο και κατέγραψαν τις ιστορίες που άκουσαν, παρέχουν τους πολυάριθμους τοπικούς μύθους, σώζοντας έτσι τις λιγότερο γνωστές εναλλακτικές εκδόσεις.[7] Ο Ηρόδοτος ειδικότερα, ερεύνησε τις διάφορες παραδόσεις που άκουσε και κατέληξε στις ιστορικές ή μυθολογικές ρίζες της αντιπαράθεσης μεταξύ Ελλάδας και ανατολής.[9]

Η λογοτεχνία της Ελληνιστικής και Ρωμαϊκής εποχής, περιέχει πολλές σημαντικές λεπτομέρειες. Σε αυτή την κατηγορία περιλαμβάνονται:

  1. Οι ποιητές της Ελληνιστικής εποχής Απολλώνιος ο Ρόδιος, Καλλίμαχος, Ερατοσθένης και Παρθένιος.
  2. Οι Λατίνοι ποιητές Οβίδιος, Στάτιος, Βαλέριος Φλάκκος, Σενέκας και Βιργίλιος με σχόλια του Σέρβιου.
  3. Οι μεταγενέστεροι Έλληνες ποιητές του τέλους της Αρχαιότητας Νόννος ο Πανοπολίτης και Κόιντος ο Σμυρναίος.
  4. Τα αρχαία μυθιστορήματα του Απουλήιου, του Πετρώνιου, του Λολλιανού, του Ηλιόδωρου και του Αχιλλέα Τατίου,

Το Fabulae και το Astronomica του Ρωμαίου συγγραφέα Υγίνου είναι δύο σημαντικές, μη ποιητικές επιτομές της ελληνικής μυθολογίας. Το Imagines του Φιλόστρατου του πρεσβύτερου και του νεότερου και οι περιγραφές του Καλλίστρατου, είναι άλλες δύο χρήσιμες πηγές. Τέλος, ο χριστιανικός συγγραφέας και φιλόσοφος Αρνόβιος αναφέρει κάποιες πρακτικές λατρείας προκειμένου να τις δυσφημήσει, ενώ και διάφοροι άλλοι βυζαντινοί συγγραφείς παρέχουν σημαντικές λεπτομέρειες για μύθους, που πηγάζουν από χαμένα ελληνικά έργα. Άλλα έργα που βοήθησαν σημαντικά στη συντήρηση των μύθων είναι το λεξικό του Ησύχιου, η Σούδα, και οι πραγματείες του Ιωάννη Τζέτζη και του Ευστάθιου Θεσσαλονίκης.

Οι δευτερογενείς πηγές είναι άφθονες εξαιτίας του ιδιαίτερου ενδιαφέροντος που έδειξαν σύγχρονοι ερευνητές από όλους τους τομείς του επιστητού. Η χρονολογική τους κατάταξη, έτσι όπως αναπτύσσεται όχι μόνον από τις ημερομηνίες γέννησης αλλά και τα ιδιαίτερα ρεύματα ερμηνευτικής που ανέπτυξαν, θα μπορούσε να έχει ως εξής:

Αρχαιολογικές πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι αρχαιολογικές ανακάλυψεις, του Γερμανού ερασιτέχνη αρχαιολόγου Ερρίκου Σλήμαν (19ο αιώνα) για τον Μυκηναϊκό πολιτισμό, και εκεινες του Βρετανού αρχαιολόγου Άρθουρ Έβανς (20ό αιώνα) στην Κρήτη τού Μινωικού πολιτισμού ), συνέβαλαν στην επιβεβαίωση πολλών στοιχείων από τα έπη του Ομήρου και παρείχαν πληροφορίες για πολλές λεπτομέρειες των μύθων, για τους θεούς και για τους ήρωες. Δυστυχώς, τα στοιχεία για τους μύθους και τα τελετουργικά στοιχεία στις Μυκήνες και στην Μινωική Κρήτη είναι εξ ολοκλήρου μνημειακά, καθώς η Γραμμική Β χρησιμοποιούνταν κυρίως για καταγραφή καταλόγων. Παρ΄όλα αυτά τα ονόματα των θεών και των ηρώων που είχαν ήδη αποκαλυφθεί, εξακριβώθηκαν.[2]

Στην αγγειοπλαστική του 8ου αιώνα απεικονίζονται διάφορα μυθικά γεγονότα.[2] Αυτές οι οπτικές αναπαραστάσεις των μύθων είναι σημαντικές για δύο λόγους: αφ' ενός γιατί πολλοί μύθοι αποτυπώνονταν σε αγγεία πολύ νωρίτερα απ' ό,τι σε λογοτεχνικά έργα και, αφ' ετέρου γιατί οι οπτικές αναπαραστάσεις αντιπροσωπεύουν μερικές φορές μύθους ή μυθικές σκηνές που δεν καταγράφονται σε οποιαδήποτε άλλη υπάρχουσα λογοτεχνική πηγή. Για παράδειγμα, από τους δώδεκα άθλους του Ηρακλή, μόνο ο άθλος με τον Κέρβερο εμφανίζεται σε λογοτεχνικό κείμενο.[10]

Έρευνα της μυθικής ιστορίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η μυθολογία έχει αλλάξει κατά τη διάρκεια του χρόνου για να προσαρμοστεί στην εξέλιξη του ελληνικού πολιτισμού . Οι πρώτοι κάτοικοι της βαλκανικής χερσονήσου, που ήταν γεωργικοί πληθυσμοί είχαν αποδώσει ένα πνεύμα σε κάθε φυσικό φαινόμενο. Με την πάροδο του χρόνου, αυτά τα ασαφή πνεύματα απέκτησαν ανθρώπινη μορφή και εντάχθηκαν στην μυθολογία ως θεοί και θεές. Κατά την κάθοδο φυλών από βόρεια, ήρθε και ένα νέο θεϊκό πάνθεον, βασισμένο στην κατάκτηση, τη δύναμη, την ανδρεία στη μάχη και τον ηρωισμό. Παλαιότερες θεότητες του γεωργικού κόσμου αφομοιώθηκαν με ισχυρότερες ή απαξιώθηκαν πλήρως.

Οι σύγχρονοι ερευνητές αποδίδουν ερμηνείες και σύμβολα της εποχής μας στους αρχαίους ελληνικούς μύθους. Πολλοί βλέπουν το πέρασμα από μια παλιότερη μητριαρχική κοινωνία σε μία άλλη πατριαρχική πού την διαδέχεται, μέσα από τους μύθους των Ατρειδών, των Αμαζόνων, κτλ. Ο Σίγκμουντ Φρόυντ χρησιμοποιεί για την θεωρία του οιδιπόδειου συμπλέγματος που διατύπωσε, το όνομα του θηβαίου ήρωα. Άλλοι σήμερα αναζητούν να υπογραμμίσουν το ομοφυλόφιλο στοιχείο στην αρχαία Ελλάδα μέσα από τους μύθους της θεωρώντας ότι κατά το μέσο της αρχαϊκής περιόδου αυτοί αρχίζουν σταδιακά να προβάλλουν τις σχέσεις μεταξύ των θεών και των ηρώων, με παράλληλη ανάπτυξη της παιδεραστίας, όρος που εισάγεται περίπου το 630 π.χ. Μέχρι το τέλος του 5ου αιώνα π.χ., θεωρείται ότι ορισμένοι ποιητές είχαν αποδώσει έναν τουλάχιστον ερωμένο σε κάθε σημαντικό θεό, εκτός από τον Άρη, και σε πολλές θρυλικές προσωπικότητες. Ήδη υπάρχοντες μύθοι, όπως αυτός του Αχιλλέα και του Πάτροκλου, εντάχθηκαν επίσης σε ένα παρόμοιο μοτίβο. Η διασκευή των ιστοριών της ελληνικής μυθολογίας ήταν ένα κοινό φαινόμενο, που εισήχθη αρχικά από τους αλεξανδρινούς ποιητές και συνεχίστηκε έπειτα από το σύνολο των λογοτεχνών της πρόωρης Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας.

Το επίτευγμα της επικής ποίησης ήταν να δημιουργηθούν οι ιστορικοί κύκλοι, και κατά συνέπεια να αναπτυχθεί μια έννοια μυθολογικής χρονολογίας. Αν και οι αντιφάσεις στις ιστορίες καθιστούν μια απόλυτη χρονολόγηση αδύνατη, κατά προσέγγιση είναι εφικτή. Η μυθολογική ιστορία του κόσμου διαιρείται σε 3 ή 4 ευρύτερες περιόδους:

  1. Η εποχή των Θεών ή Θεογονία(γέννηση των Θεών): μύθοι σχετικά με την προέλευση του κόσμου, των Θεών και της ανθρώπινης φυλής.
  2. Η εποχή Θεών και Ανθρώπων: ιστορίες αλληλεπιδράσεων μεταξύ Θεών, ημίθεων, και θνητών.
  3. Η εποχή των Ηρώων, όπου η θεία δραστηριότητα είναι περιορισμένη.
    Ο τελευταίος και μέγιστος των ηρωικών μύθων είναι του Τρωικού πολέμου (θεωρείται από πολλούς ερευνητές ως ξεχωριστή τέταρτη περίοδος).

Ενώ η εποχή των θεών παρουσιάζει συνήθως περισσότερο ενδιαφέρον για τους σύγχρονους σπουδαστές του μύθου, οι Έλληνες συγγραφείς των αρχαϊκών και κλασσικών εποχών είχαν μια σαφή προτίμηση για την εποχή των ηρώων. Παραδείγματος χάριν, η Ιλιάδα και η Οδύσσεια επισκίασαν τη θεόπνευστη Θεογονία και τους Ομηρικούς Ύμνους και σε έκταση αλλά και σε δημοτικότητα. Χάρη στην επιρροή του Ομήρου η "λατρεία ηρώων" οδηγεί σε μια αναδόμηση της πνευματικής ζωής, που διαχωρίζει τους θεούς από τους θεϊκούς ήρωες, τους Ολύμπιους και τους Χθόνιους. Στο Έργα και Ημέραι, ο Ησίοδος διακρίνει σε τέσσερις γενιές (ή φυλές) την ιστορία του ανθρώπου: την χρυσή, την ασημένια, την χάλκινη, και την σιδηρά εποχή. Αυτές οι γενιές (ή φυλές) είναι χωριστές δημιουργίες των θεών που αντιστοιχούν σε εποχές. Έτσι, η χρυσή γενιά αντιστοιχεί στην κυριαρχία του Κρόνου, ενώ οι επόμενες, στην βασιλεία του Δία. Ο Ησίοδος παρεμβάλλει την γενιά-εποχή (ή τη φυλή) των ηρώων αμέσως μετά την εποχή του χαλκού. Η τελευταία εποχή είναι, σύμφωνα με τον ποιητή, η εποχή του σιδήρου, κατά τη διάρκεια της οποίας έζησε και ο ίδιος. Ο ποιητής την θεωρεί ως την χειρότερη και εξηγεί την παρουσία του κακού μέσω του μύθου της Πανδώρας. Στο Μεταμορφώσεις, ο Οβίδιος ακολουθεί τη θεωρία του Ησιόδου για τις τέσσερις εποχές.

Εποχή των Θεών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κοσμογονία και κοσμολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Απεικόνιση του Θεού Έρωτα. Πίνακας του Καραβάτζιο, περ. 1600

Οι «μύθοι προέλευσης» ή οι «μύθοι δημιουργίας» αποτελούν μια προσπάθεια να καταστεί ο κόσμος κατανοητός και να εξηγηθεί η προέλευση του με απλούς όρους. Η ευρύτατα αποδεκτή άποψη για την αρχή των πραγμάτων όπως αναφέρεται από τον Ησίοδο στη Θεογονία, ξεκινά με το Χάος, την πραγματική ανυπαρξία των πάντων. Από το κενό προέκυψε η Γαία και μερικά άλλα αρχικά θεία όντα: ο Έρωτας, η Άβυσσος (τα Τάρταρα), και ο Έρεβος. Χωρίς αρσενική βοήθεια η Γαία γέννησε τον Ουρανό που την γονιμοποίησε αργότερα. Από την ένωση αυτή γεννήθηκαν πρώτα οι τιτάνες: έξι αρσενικά και έξι θηλυκά όντα (Ωκεανός, Κοίος, Κρίος, Υπερίων, Ιαπετός και Κρόνος, Θεία, Ρέα, Θέμις, Μνημοσύνη, Φοίβη και Τηθύς), κατόπιν οι μονόφθαλμοι Κύκλωπες και οι Εκατόγχειρες. Ο Κρόνος (ο νεότερος, πολύ πανούργος και πιο φοβερός από τα παιδιά της Γαίας) με την προτροπή της μητέρας του ευνούχισε τον πατέρα του Ουρανό και έγινε ο κυβερνήτης των Θεών με την αδελφή του Ρέα ως σύζυγο του ενώ οι άλλοι τιτάνες έγιναν αυλικοί του. Η σύγκρουση πατέρα-γιου επαναλήφθηκε όταν ο Κρόνος ήρθε αντιμέτωπος με τον γιο του, Δία. Ο Δίας, με την βοήθεια της μητέρα του Ρέας, προκάλεσε τον Κρόνο σε πόλεμο για την βασιλεία των Θεών. Εν τέλει, με τη βοήθεια των Κυκλώπων, που ελευθέρωσε από τα Τάρταρα, ο Δίας και οι σύμμαχοί του νίκησαν, ενώ ο Κρόνος και οι τιτάνες φυλακίστηκαν στα Τάρταρα.

Η πιο πρώιμη ελληνική ποιητική γνώμη καθιέρωσε τη Θεογονία ως το πρωτότυπο ποιητικό είδος - ο πρωταρχικός μύθος - και του απέδωσαν σχεδόν μαγικές δυνάμεις. Ο Ορφέας, ο αρχαίος ποιητής, ήταν επίσης ο αρχέτυπος τραγουδιστής των θεογονιών, που τις χρησιμοποιεί για να ηρεμήσει τις θάλασσες και τις θύελλες στην Αργοναυτική εκστρατεία σύμφωνα με τον Απολλώνιο, και για να συγκινήσει τις πέτρινες καρδιές των θεών του κάτω κόσμου κατά την κάθοδό του στον Άδη. Όταν ο Ερμής εφηύρε τη λύρα, το πρώτο πράγμα που έκανε ήταν να τραγουδήσει τη γέννηση των Θεών. Η θεογονία του Ησίοδου, είναι ο πληρέστερα σωθείς απολογισμός των θεών, αλλά και ο πληρέστερα σωθείς καταγεγραμμένος τρόπος λειτουργίας του αρχαϊκού ποιητή, αναφέρει τη μακροχρόνια επίκλησή στις Μούσες για έμπνευση. Η θεογονία αποτέλεσε επίσης το θέμα πολλών χαμένων ποιημάτων και εδαφίων, που αποδίδονται στον Ορφέα, τον Μουσαίο, τον Επιμενίδη, τον Άβαρι και τα οποία χρησιμοποιούνταν σε τελετουργικά μυστήρια. Υπάρχουν ενδείξεις ότι ο Πλάτων ήταν γνώστης κάποιας εκδοχής της Ορφικής θεογονίας. Μερικά τμήματα αυτών των έργων έχουν σωθεί από αναφορές Νεοπλατωνικών φιλοσόφων σε παπύρους που πρόσφατα ήρθαν στον φως. Ένας από αυτούς, ο Πάπυρος του Δερβενίου αποδεικνύει ότι τον 5ο αιώνα π.χ. υπήρχε τουλάχιστον ένα θεογονικό-κοσμογονικό ποίημα του Ορφέα. Αυτό το ποίημα προσπάθησε να υπερκεράσει την θεογονία του Ησίοδου και πρόσθεσε στη γενεαλογία των θεών την Νύκτα ως την προκάτοχο του Ουρανού, του Κρόνου και του Δία.

Οι πρώτοι κοσμολόγοι άλλοτε δρούσαν ενάντια και άλλοτε υποστήριζαν δημοφιλείς μυθικές εκδοχές που υπήρχαν στον ελληνικό κόσμο. Μερικές από αυτές τις δημοφιλείς εκδοχές ίσως έχουν εξαχθεί από την ποίηση του Ομήρου και του Ησίοδου. Στον Όμηρο, η γη περιγράφεται ως ένας επίπεδος δίσκος στην επιφάνεια του Ωκεάνιου ποταμού που επιβλέπεται από έναν ημισφαιρικό Ουρανό με ήλιο, φεγγάρι και αστέρια. Ο Ήλιος διέσχιζε τον ουρανό με το άρμα του τη μέρα και έπλεε γύρω από τη γη σε ένα χρυσό κύπελλο τη νύχτα. Ο ήλιος, η γη, ο ουρανός, οι ποταμοί και οι άνεμοι καλούνταν στις προσευχές ως προστάτες και στους όρκους ως μάρτυρες. Οι φυσικές σχισμές θεωρούνταν είσοδοι του κάτω κόσμου, το βασίλειο του Άδη.

Ελληνικό Πάνθεον[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Δώδεκα Ολύμπιοι, έργο του Monsiau, 18ος αιώνας

Σύμφωνα με την κλασική μυθολογία, μετά την ανατροπή των Τιτάνων, καθιερώθηκε το νέο Πάνθεο των θεών και θεοτήτων. Μεταξύ των κυριότερων ελληνικών θεοτήτων της ελληνικής μυθολογίας ήταν οι Δώδεκα Ολύμπιοι (ο περιορισμός του αριθμού τους σε δώδεκα αποτελεί μια σχετικά σύγχρονη καινοτομία), που κατοικούσαν στο όρος Όλυμπος υπό το βλέμμα του Δια. Εκτός από τους Ολύμπιους, οι Έλληνες λάτρευαν και θεότητες της υπαίθρου, τον τραγόμορφο Πάνα, τις Νύμφες (πνεύματα των ποταμών), τις Ναϊάδες (που κατοικούσαν σε πηγές), τις Νηρηίδες (που κατοικούσαν στη θάλασσα), θεϊκούς ποταμούς, Σάτυροι, και άλλοι. Επιπλέον, υπήρχαν και σκοτεινές δυνάμεις του κάτω κόσμου, όπως οι Ερινύες, που τιμωρούσαν αυτούς που διέπρατταν εγκλήματα κατά συγγενών τους. Προς τιμήν του αρχαίου ελληνικού Πανθέου, ποιητές συνέθεσαν τους Ομηρικούς Ύμνους (ένα σύνολο από τριάντα τρία τραγούδια).

Ο Ηρόδοτος στο Β΄ βιβλίο του (Ευτέρπη), μας λέει ότι η προέλευση όλων των θεών ήταν από τους αρχαίους Αιγύπτιους, οι οποίοι ήταν οι πρώτοι που δημιούργησαν τα ονόματα των δώδεκα θεών, ίδρυσαν βωμούς, αγάλματα, ναούς προς τιμήν τους και έπειτα τα υιοθέτησαν οι Έλληνες [11] από τους Πελασγούς πού είχαν μεταναστεύσει στην Αττική. [12]

Ο Ηρόδοτος συνεχίζει λίγο παρακάτω και προσθέτει ότι τα ονόματα αυτά ήταν γνωστά στους Αιγύπτιους από τα βάθη των αιώνων με μόνες εξαιρέσεις τα ονόματα του Ποσειδώνα τον οποίο έμαθαν από τους Λίβυους και των Διόσκουρων και ότι η λατρεία τους εγκαθιδρύθηκε και καθορίστηκε με βάση την Αιγυπτιακή. [13]

Από την μεγάλη ποικιλία μύθων και θρύλων από όπου αποτελείται η ελληνική μυθολογία, οι γηγενείς θεότητες περιγράφονται ως έχουσες ιδανικά σώματα. Σύμφωνα με τον Walter Burkert, το χαρακτηριστικό γνώρισμα του ελληνικού ανθρωπομορφισμού είναι ότι "οι θεοί είναι άτομα, και όχι αφηρημένες έννοιες, ιδέες η αντιλήψεις". Ανεξάρτητα από τις υποκείμενες μορφές, οι αρχαίοι ελληνικοί θεοί έχουν πολλές φανταστικές ικανότητες. Για παράδειγμα, οι θεοί δεν επηρεάζονται από ασθένειες, και μπορούν να τραυματιστούν κάτω από εξαιρετικά ασυνήθιστες περιστάσεις. Οι Έλληνες θεωρούσαν την αθανασία ως διακριτικό χαρακτηριστικό των θεών. Η αθανασία, καθώς και η αιώνια νεότητα, προέκυπταν από την συνεχή χρήση αμβροσίας και νέκταρος, με τα όποια το θεϊκό αίμα ανανεωνόταν στις φλέβες τους.

Ο Δίας, μεταμορφωμένος σε κύκνο, αποπλανεί την Λήδα, την βασίλισσα της Σπάρτης

Κάθε θεός κατάγεται από το δικό του γενεαλογικό δέντρο, επιδιώκει διαφορετικούς στόχους, έχει μια ορισμένη αρμοδιότητα, και διέπεται από μια μοναδική προσωπικότητα. Ωστόσο, οι περιγραφές αυτές προκύπτουν από πληθώρα αρχαϊκών τοπικών παραλλαγών, οι οποίες δεν συμπίπτουν πάντα. Όταν οι θεοί προσφωνούνταν στην ποίηση, στις λατρευτικές τελετές ή τις προσευχές, η αναφορά γινόταν από το συνδυασμό του ονόματος τους και επίθετα, που τους προσδιόριζαν από άλλες εκφάνσεις του εαυτού τους (π.χ. Απόλλωνας Μουσηγέτης είναι ο Απόλλων ως ηγέτης των Μουσών). Εναλλακτικά ο χαρακτηρισμός μπορεί να προσδιορίσει μια συγκεκριμένη τοπική πτυχή του θεού.

Οι περισσότεροι θεοί σχετίζονται με συγκεκριμένες πτυχές της ζωής. Για παράδειγμα, η Αφροδίτη ήταν η θεά του έρωτα και της ομορφιάς, ο Άρης ήταν ο θεός του πολέμου, ο Άδης ήταν ο θεός των νεκρών, και η Αθηνά η θεά της σοφίας και του θάρρους. Ορισμένες θεότητες, όπως ο Απόλλων και ο Διόνυσος, ήταν πολύπλοκες προσωπικότητες και συνδύαζαν πολλές λειτουργίες, ενώ άλλες, όπως η Εστία και Ήλιος, ήταν κάτι παραπάνω από προσωποποιήσεις. Οι πιο εντυπωσιακοί ναοί έτειναν να είναι αφιερωμένοι σε έναν περιορισμένο αριθμό θεών, που ήταν το επίκεντρο της μεγάλης πανελλαδικής λατρείας. Ήταν, ωστόσο, κοινό για μεμονωμένες περιοχές και χωριά να αφιερώνουν τις δίκες τους λατρείες σε ελάσσονες θεούς. Πολλές πόλεις, επίσης τιμούσαν τους πιο γνωστούς θεούς με ασυνήθιστα τοπικά έθιμα και τους συνέδεαν με παράξενους μύθους που ήταν ευρύτερα άγνωστοι. Κατά την ηρωική εποχή, η λατρεία των ηρώων (ή ημίθεων) συμπληρώνει αυτή των θεών.

Εποχή θεών και ανθρώπων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο γάμος του Πηλέα με την Θέτιδα, έργο του Hans Rottenhammer

Ανάμεσα στην εποχή που οι θεοί ζούσαν απόμακροι και την εποχή που έπαψαν να παρεμβαίνουν στην ανθρώπινη ιστορία, εξελίχθηκε μια σύντομη μεταβατική εποχή στην οποία θεοί και θνητοί ζούσαν μαζί. Οι περισσότερες από αυτές τις ιστορίες περιλαμβάνονται στις Μεταμορφώσεις του Οβιδίου και διαιρούνται σε δύο θεματικές ενότητες: ιστορίες αγάπης, και ιστορίες θείας τιμωρίας.

Οι ιστορίες αγάπης συχνά συνεπάγονται αιμομιξία ή αποπλάνηση και ένωση μιας θνητής με θεό, με καρπούς του έρωτα ηρωικούς απογόνους. Πιο σπάνια, μια θεά ζευγαρώνει με έναν θνητό, όπως στον ομηρικό Ύμνο για την Αφροδίτη, όπου η θεά ενώνεται με τον Αγχίση και γεννά τον Αινεία.

Ο Διόνυσος και οι Σάτυροι, εσωτερικό ερυθρόμορφου αγγείου

Η δεύτερη ενότητα περιλαμβάνει την συσχέτιση σημαντικών πολιτιστικών καινοτομιών ή εφευρέσεων με μυθικά πρόσωπα. Για παράδειγμα, ο Προμηθέας κλέβει την φωτιά από τους θεούς για να την δώσει στους ανθρώπους, ο Τάνταλος κλέβει το νέκταρ και την αμβροσία από το τραπέζι του Δια και το δίνει στους υπηκόους του αποκαλύπτοντας τα μυστικά της αθανασίας, η Δήμητρα διδάσκει τη γεωργία και τα Μυστήρια στον Τριπτόλεμο, ο Μαρσύας εφευρίσκει τον αυλό και διαγωνίζεται με τον Απόλλωνα. Οι περιπέτειες του Προμηθέα και η τιμωρία του οριοθετούν ένα σημείο αναφοράς ανάμεσα στην ιστορία των θεών και των ανθρώπων. Ένα τμήμα πάπυρου, από τον τρίτο αιώνα, απεικονίζει τον Διόνυσο να τιμωρεί τον βασιλιά της Θράκης, Λυκούργο, ο οποίος άργησε να τιμήσει τον νέο θεό, με αποτέλεσμα φρικιαστικές ποινές που επεκτάθηκαν μεταθανάτια. Η ιστορία της άφιξης του Διονύσου και η θεμελίωση της λατρείας του στη Θράκη ήταν επίσης το αντικείμενο μιας τριλογίας του Αισχύλου. Σε μια άλλη τραγωδία, στις Βάκχες του Ευριπίδη, ο βασιλιάς της Θήβας, Πενθέας, τιμωρείται από τον Διόνυσο, γιατί δεν σεβάστηκε τον θεό και κατασκόπευε τις Μαινάδες, τις λάτρεις του θεού.

Σε μια άλλη ιστορία, βασισμένη σε μια παλιά λαϊκή παράδοση, η Δήμητρα αναζητώντας την κόρη της, την Περσεφόνη, αφού πήρε τη μορφή μιας ηλικιωμένης γυναικάς, φιλοξενήθηκε από τον Κελεό, τον βασιλιά της Ελευσίνας. Ως δώρο για την φιλοξενία του, η Δήμητρα σχεδιάζει να κάνει το γιο του θεό, καίγοντας το θνητό πνεύμα του. Αλλά πριν ολοκληρωθεί το τελετουργικό, η γυναίκα του Κελεού, τρομοκρατημένη που είδε τον γιο της στη φωτιά έβγαλε μεγάλη κραυγή, εξοργίζοντας την Δήμητρα, που αναρωτήθηκε γιατί οι ανόητοι θνητοί δεν κατανοούν την τελετουργία.

Ηρωική Εποχή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η εποχή στην όποια ζούσαν οι ήρωες είναι γνωστή ως ηρωική εποχή. Η επική ποίηση δημιούργησε κύκλους ιστοριών γύρω από συγκεκριμένα γεγονότα ή ήρωες και καθιέρωσε τις οικογενειακές σχέσεις μεταξύ των ηρώων στις διάφορες ιστορίες. Έτσι, προέκυψε και η χρονολογική διάταξη των ιστοριών. Σύμφωνα με τον Ken Dowden, "υπάρχει μια δομή αίτιο-αποτέλεσμα, μπορούμε δηλαδή να παρακολουθήσουμε την τύχη κάποιων οικογενειών σε βάθος χρόνου".

Μετά την άνοδο της λατρείας των ηρώων, θεοί και ήρωες θεωρούνται εξίσου ιεροί και οι άνθρωποι τους επικαλούνται από κοινού σε όρκους και προσευχές. Σε αντίθεση με την εποχή των θεών, κατά τη διάρκεια της ηρωικής εποχής, οι ήρωες δεν αποτελούν μια καθορισμένη κλειστή ομάδα. Μείζονες θεοί δεν γεννιούνται πλέον, αλλά νέοι ήρωες μπορούν πάντοτε να αναδειχθούν. Μια άλλη σημαντική διάφορα είναι ότι ο ήρωας προσδιορίζει την εθνολογική ταυτότητα της εκάστοτε τοπικής κοινωνίας. Αντίθετα, οι θεοί θεωρούνταν καθολικοί.

Οι μνημειώδες εκδηλώσεις προς τιμήν του Ηρακλή θεωρούνται ως η απαρχή της εποχής των ηρώων. Στην ηρωική εποχή έχουν επίσης αποδοθεί τρία μεγάλα στρατιωτικά γεγονότα, η Αργοναυτική εκστρατεία, ο Τρωικός πόλεμος καθώς και ο Θηβαϊκός κύκλος.

Ηρακλής και Ηρακλείδες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύριο λήμμα: Ηρακλής
Κύριο λήμμα: Ηρακλείδες

Ορισμένοι ερευνητές θέλουν να πιστεύουν ότι πίσω από τον μύθο του Ηρακλή κρύβεται μια αληθινή ιστορία, σαν κάποιου υποτελούς οπλαρχηγού του βασιλείου του Άργους. Μερικοί ερευνητές εξετάζουν την ιστορία του Ηρακλή ως μια αλληγορία της διέλευσης του Ήλιου από τις δώδεκα θέσεις του ζωδιακού κύκλου. Άλλοι στηρίζονται σε προγενέστερους μύθους, παρουσιάζοντας την ιστορία του Ηρακλή ως τοπική προσάρτηση ηρωικών μύθων που είχαν ήδη εδραιωθεί.

Σύμφωνα με τον μύθο, ο Ηρακλής ήταν γιος του Δια και της Αλκμήνης, εγγονής του Περσέα. Οι μυθικές μοναχικές περιπλανήσεις του ήταν πηγές πολλών δημοφιλών θρύλων. Συνήθως απεικονίζεται ως θυσιαστής γιατί θεωρείται ιδρυτής των βωμών, ενώ είχε και την φήμη του αδηφάγου. Με αυτόν ακριβώς τον ρόλο εμφανίζεται σε κωμωδίες, ενώ το τραγικό τέλος του είναι το κυρίαρχο θέμα σε αρκετές τραγωδίες. Το έργο Ηρακλής θεωρείται από την Θάλεια Παπαδοπούλου ως "ένα έργο εξέχουσας σημασίας για την εξέταση και των άλλων Ευριπίδειων δραμάτων". Στην τέχνη και τη λογοτεχνία, ο Ηρακλής παρουσιαζόταν ως ένας εξαιρετικά ισχυρός άνδρας μετρίου αναστήματος. Χαρακτηριστικό του όπλο ήταν το τόξο, αλλά και το ρόπαλο. Σχέδια σε αγγεία αποδεικνύουν την απαράμιλλη δημοτικότητα του Ηρακλή, καθώς η μάχη με τον λέοντα απεικονίζεται πολλές εκατοντάδες φορές.

Ο Ηρακλής συναντάται επίσης στην ετρουσκική και ρωμαϊκή μυθολογία και λατρεία. Στην Ιταλία, λατρεύτηκε ως θεός του εμπορίου, αν και μερικοί προσεύχονταν σε αυτόν για να έχουν καλή τύχη και να διαφεύγουν τον κίνδυνο.

Άλλα μέλη αυτής της πρώιμης γενιάς ηρώων, όπως ο Περσέας, ο Δευκαλίων, ο Θησέας και ο Βελλεροφών, έχουν πολλά κοινά με τον Ηρακλή. Όπως αυτός, οι περιπλανήσεις τους είναι μοναχικές και φανταστικές, όπως για παράδειγμα όταν σκότωναν τέρατα όπως τή Χίμαιρα και τη Μέδουσα. Οι περιπέτειες του Βελλεροφόντη, είναι κοινές και παρόμοιες με τις περιπέτειες του Ηρακλή και του Θησέα. Οδηγώντας έναν ήρωα στον φαινομενικό θάνατο του είναι επίσης ένα επαναλαμβανόμενο θέμα της πρώιμης ηρωικής παράδοσης, όπως στις περιπτώσεις του Περσέα και Βελλεροφόντη.

Αργοναυτική εκστρατεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το μόνο σωζόμενο επικό κείμενο, τα Αργοναυτικά του Απολλώνιου της Ρόδου, εξιστορεί το ταξίδι του Ιάσονα και των Αργοναυτών στην Κολχίδα για να φέρουν στην Ιωλκό το Χρυσόμαλλο Δέρας. Ο Ιάσων αναλαμβάνει αυτή την αποστολή κατόπιν διαταγής του Πελία, βασιλιά της Ιωλκους, που είχε δεχτεί τον χρησμό ότι κάποιος "μονοσάνδαλος" θα έφερνε την καταστροφή του. Ο Ιάσων, κατεβαίνοντας από το όρος Πήλιο όπου είχε ανατραφεί από τον κένταυρο Χείρωνα, έχει χάσει ένα σανδάλι διασχίζοντας τον ποταμό Άναυρο όταν φτάνει στην αυλή του Πελία, και του θυμίζει την προφητεία.

Σχεδόν κάθε μέλος της επόμενης γενιάς ηρώων, όπως ο Ηρακλής, επιβιβάζεται με τον Ιάσονα στο πλοίο Αργώ που κατασκευάζεται ειδικά γι'αυτή την εκστρατεία. Σ'αυτή τη γένια περιλαμβάνονται ο Θησέας, που νίκησε τον Μινώταυρο στην Κρήτη, οι Διοσκουροι, η ηρωίδα Αταλάντη, ο Μελέαγρος, που έχει δικό του επικό κύκλο αναλογο με την Ιλιάδα και την Οδύσσεια, και πολλοί άλλοι.

Ο Πίνδαρος, ο Απολλώνιος και ο Απολλόδωρος προσπάθησαν να δώσουν πλήρη κατάλογο των Αργοναυτών. Παρ΄όλο που ο Απολλώνιος έγραψε το ποίημα τον 3ο αιώνα π.Χ., η ιστορία των Αργοναυτών θεωρείται παλαιότερη από την Οδύσσεια, η οποία παρουσιάζει κάποια αναλογία με τις περιπλανήσεις του Ιάσονα (περιπλανήσεις του Οδυσσέα). Ορισμένοι Έλληνες ερευνητές θεωρούν την εκστρατεία αυτή ως βασιζόμενη σε κάποιο άγνωστο ιστορικό γεγονός, μαρτυρία για ένα πρώτο βήμα εξάπλωσης του ελληνικού εμπορίου στον Εύξεινο Πόντο. Η τραγική ιστορία της Μήδειας, κόρης του Αιήτη βασιλιά της Κολχίδας και της ωκεανίδας Ιδας, υπήρξε πηγή έμπνευσης για μεγάλο αριθμό συγγραφέων και καλλιτεχνών από την αρχαιότητα έως σήμερα.

Οίκος του Ατρέα και Θηβαϊκός Κύκλος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Κάδμος σπέρνει τα δόντια του Δράκου, έργο του Maxfield Parrish

Μετά την Αργοναυτική εκστρατεία και πριν τον Τρωικό Πόλεμο, υπήρξε μια γένια που έγινε γνωστή επειδή διέπραξε φρικτά εγκλήματα. Σε αυτήν την γενιά ανήκουν ο Θυέστης και ο Ατρέας από το Άργος. Πίσω από τον μύθο του Οίκου του Ατρέα (μια από τις δυο βασικές ηρωικές δυναστείες μαζί με τον Οίκο του Λάβδακου) έγκειται το πρόβλημα της εκχώρησης εξουσίας και του θεσμού της διαδοχής στην κυριαρχία. Οι δίδυμοι Ατρέας και Θυέστης μαζί με τους απογόνους τους διαδραμάτισαν καθοριστικό ρολό στην αποκέντρωση της εξουσίας στις Μυκήνες.

Ο Θηβαϊκός Κύκλος ασχολείται κυρίως με τον Κάδμο, τον ιδρυτή της πόλης, ενώ περιγράφει και τις πράξεις του Λάιου και του Οιδίποδα. Οι περιπέτειες των τριών αυτών οδήγησαν στην πολιορκία της πόλης από τους Επτά επί Θήβας και τους Επιγόνους. Όσον αφορά τον Οιδίποδα, μια προγενέστερη επική εκδοχή περιγράφει μια διαφορετική ιστορία (σύμφωνα με την οποία συνέχισε να κυβερνάει στην Θήβα και μετά από την αποκάλυψη ότι η Ιοκάστη ήταν η μητέρα του ενώ στη συνεχεία παντρεύτηκε μια δεύτερη σύζυγο, που έγινε η μητέρα των παιδιών του) από την ευρύτερα γνωστή σήμερα μέσω τραγωδιών (π.χ. Οιδίπους Τύραννος του Σοφοκλή) και μεταγενέστερων μυθολογικών αφηγήσεων.

Τρωικός Πόλεμος και επακόλουθα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύριο λήμμα: Τρωικός πόλεμος
Στο έργο Η Οργή του Αχιλλέα του Giovanni Battista Tiepolo (1757, 300 x 300 cm, Villa Valmarana, Vicenza), ο Αχιλλέας εξοργισμένος επειδή ο Αγαμέμνων διεκδικεί της αιχμάλωτη Βρισηίδα τραβάει το σπαθί του για να τον σκοτώσει. Η ξαφνική εμφάνιση της θεάς Αθηνάς, που σε αυτήν την τοιχογραφία αρπάζει τον Αχιλλέα από τα μαλλιά, αποτρέπει την πράξη βίας.

Η Ελληνική μυθολογία προσφέρει μια από τις πλέον περίφημες σελίδες της με τον Τρωικό Πόλεμο, την πολύχρονη σύγκρουση μεταξύ Αχαιων και Τρώων, και τα επακόλουθα της. Ο Όμηρος έζησε τον 8ο αιώνα π.Χ. ενώ η χρονολόγηση ιστορικών γεγονότων που θα μπορούσαν να δώσουν πρόσχημα για την δημιουργία του μύθου, σύμφωνα με διάφορους αρχαίους ιστορικούς, τοποθετείται μεταξύ 13ου και 11ου αιώνα π.Χ. (Ηρόδοτος μεταξύ άλλων). Για τον Ερρίκο Σλήμαν ένας πόλεμος μεταξύ Μυκηναίων και Τρώων ήταν ιστορικό γεγονός, παρ'ολο που τα ευρήματα του αποδίδονταν χρονολογικά στην 2η π.Χ. χιλιετηρίδα. Οι σύγχρονοι ιστορικοί, αν και για τον μυθικό χαρακτήρα του Τρωικού πολέμου δεν έχουν αμφιβολία, θεωρούν όμως ότι οι πρόσφατες αρχαιολογικές εργασίες τους παρέχουν ενδείξεις ότι πιθανότατα βασίζεται σε ένα ή περισσότερα ιστορικά γεγονότα.

Τα δύο έργα του Ομήρου αναφέρονται στις σημαντικότερες φάσεις της ιστορίας, ενώ επί μέρους επεισόδια αναπτύχθηκαν αργότερα, ιδίως από τους τραγικούς. Ο Τρωικός Πόλεμος παρέχει επίσης μια θεμελιώδη σελίδα της Ρωμαϊκής μυθολογίας με την ιστορία του Αινεία, γιου τού Αγχίση, και της Αφροδίτης που ξεφεύγει από την Τροία και καταλήγει να εγκατασταθεί στο Λάτιο όπου ιδρύει την πόλη που αργότερα γίνεται γνωστή ως Ρώμη. Ο Αινείας δε, θεωρείται πρόγονος του Ρέμου και Ρωμύλου.

Ο Τρωικός κύκλος, μια συλλογή επικών ποιημάτων, αρχίζει με τα γεγονότα που οδήγησαν στον πόλεμο: η Έρις και το χρυσό μήλο, η κρίση του Πάρη, η απαγωγή της Ελένης από αυτόν, η θυσία της Ιφιγένειας στην Αυλίδα. Για την ανάκτηση της Ελένης, οι Έλληνες ξεκίνησαν μια μεγάλη εκστρατεία κάτω από την γενική αρχηγία του Αγαμέμνονα, αδερφό του Μενέλαου, βασιλέων αντιστοίχως των Μυκηνών και της Σπάρτης. Η Ιλιάδα, που εξιστορεί ενδελεχώς πενήντα μία μέρες από τον δέκατο χρόνο του πολέμου, περιγράφει την διαμάχη μεταξύ του Αγαμέμνονα και του Αχιλλέα, που τελικά οδήγησε στο θάνατο του φίλου του τελευταίου Πάτροκλου και τον θάνατο του πρεσβύτερου γιου του Πριάμου, Έκτορα. Μετά το θάνατο του Έκτορα οι Τρώες συμμαχούν με δύο εξωτικούς συμμάχους, την Πενθεσίλεια, βασίλισσα των Αμαζόνων, και τον Μέμνωνα, βασιλιά της Αιθιοπίας και γιο της θεάς Ηούς. Ο Αχιλλέας τους σκότωσε και τους δύο, αλλά στη συνέχεια ο Πάρις κατάφερε να τον σκοτώσει με ένα βέλος καθοδηγούμενο από τον θεό Απόλλωνα. Πριν κατακτήσουν την πόλη, οι Έλληνες έπρεπε κλέψουν από την Ακρόπολη της Τροίας ένα ξύλινο ομοίωμα της Παλλάδος Αθηνάς, το Παλλάδιο. Τελικά, με την βοήθεια της Αθηνάς, κατασκεύασαν τον Δούρειο Ίππο. Παρά τις προειδοποιήσεις της κόρης του Πριάμου, Κασσάνδρας, και του ιερέα Λαοκόοντα οι Τρώες πείστηκαν από τον Σίνο, έναν Έλληνα που υποδυόταν τον λιποτάκτη, να φέρουν το άλογο εντός των τειχών της Τροίας ως προσφορά προς τους Θεούς. Το βράδυ ο ελληνικός στόλος επέστρεψε, και οι Έλληνες βγαίνοντας από το άλογο άνοιξαν τις πύλες της Τροίας. Στη μάχη που ακολούθησε, ολόκληρη η Τροία λεηλατήθηκε και καταστράφηκε, ο Πρίαμος και οι εναπομείναντες υιοί του μαζί με τον υπόλοιπο πληθυσμό σφαγιάσθηκαν. Τα περιπετειώδη ταξίδια της επιστροφής των Ελλήνων (συμπεριλαμβανομένων των περιπλανήσεων του Οδυσσέα και του Αινεία και το φόνο του Αγαμέμνονα) εξιστορούνται σε δύο έπη, στο Νόστοι και στην Οδύσσεια του Ομήρου. Ο Τρωικός κύκλος περιλαμβάνει επίσης τις περιπέτειες των τέκνων της Τρωικής γενιάς, όπως ο Ορέστης και ο Τηλέμαχος.

Ο El Greco εμπνεύστηκε την ελαιογραφία Λαοκόων (1608–1614, 142 x 193 εκ., National Art Gallery, Ουάσινγκτον) από τον γνωστό ιερέα της Τροίας που προσπάθησε να καταστρέψει τον Δούρειο Ίππο και τελικά σκοτώθηκε από θαλάσσια ερπετά.

Ο Τρωικός Πόλεμος παρέχει μια ποικιλία θεμάτων και αποτέλεσε βασική πηγή έμπνευσης για τους αρχαίους Έλληνες καλλιτέχνες. Η καλλιτεχνική προτίμηση για θέματα που απορρέουν από τον Τρωικό Κύκλο δείχνει τη σημασία του για τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό. Ο ίδιος μυθολογικός κύκλος επίσης ενέπνευσε μια σειρά από μεταγενέστερες ευρωπαϊκές λογοτεχνικές γραφές. Πιο συγκεκριμένα, Ευρωπαίοι συγγραφείς του Μεσαίωνα συχνά μελετούσαν τον Όμηρο και ανέσυραν από τους μύθους της Τροίας πάμπολλες ηρωικές και ρομαντικές αφηγήσεις που εύκολα προσάρμοζαν στο δικό τους περιβάλλον.

Ελληνικές και ρωμαϊκές αντιλήψεις του μύθου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η μυθολογία έπαιζε ρόλο στην καθημερινή ζωή, στην αρχαία Ελλάδα. Οι Έλληνες χρησιμοποιούσαν τους μύθους για να εξηγήσουν φυσικά φαινόμενα, πολιτιστικές διαφορές, παραδοσιακές έχθρες και φιλίες. Λίγοι αμφέβαλαν για την ιστορικότητα του Τρωικού Πολέμου όπως περιγράφεται στην Ιλιάδα και την Οδύσσεια. Σύμφωνα με Βίκτορ Ντέιβις Χάνσον (στρατιωτικός ιστορικός, αρθρογράφος, πολιτικός δοκιμιογράφος και πρώην καθηγητής κλασικών σπουδών) και τον Τζον Χιθ (αναπληρωτής καθηγητής κλασικών σπουδών στο Πανεπιστήμιο της Σάντα Κλάρα), η βαθιά γνώση του Ομηρικού έπους κρίθηκε από τους Έλληνες ως βάση του πολιτισμού και της κουλτούρας τους. Ο Όμηρος ήταν γνωστός ως "Ελλάδος παίδευσις", και η ποίησή του ως "το βιβλίο".[14]

Φιλοσοφία και μύθος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Πλάτων στην Σχολή των Αθηνών (Νωπογραφία του Ραφαήλ). Ο φιλόσοφος εκδίωξε την μελέτη του Ομήρου, των τραγωδιών και των σχετιζόμενων μυθολογικών παραδόσεων από την ουτοπική του Πολιτεία.

Με την ανάπτυξη της φιλοσοφίας, της ιστορίας, της πεζογραφίας και του ορθολογισμού στα τέλη του 5ου π.Χ. αιώνα, η μυθολογία έπαψε να θεωρείται ιστορική πηγή. Οι μυθικές γενεαλογίες αντικαταστάθηκαν από μια αντίληψη της ιστορίας που απέκλειε κάθε υπερφυσικό στοιχείο (όπως η Ιστορία του Θουκυδίδη).[15] Αν και ποιητές και δραματικοί αναμόρφωναν τους μύθους, οι ιστορικοί και οι φιλόσοφοι άρχισαν να τους αμφισβητούν.[16]

Μερικοί ριζοσπάστες φιλόσοφοι όπως ο Ξενοφάνης είχαν ήδη αρχίσει, από τον 6 π.Χ. αιώνα, να κατακρίνουν τις αφηγήσεις των ποιητών ως ψευδείς και βλάσφημες. Ο Ξενοφάνης υποστήριζε ότι ο Όμηρος και ο Ησίοδος απέδιδαν στους θεούς «κάθε τι που είναι άτιμο και απαράδεκτο για τους ανθρώπους, όπως η κλοπή, η μοιχεία και η εξαπάτηση του ενός από τον άλλο».[17] Αυτός ο τρόπος αντίληψης βρήκε το πιο ένθερμο υποστηρικτή του στα έργα του Πλάτωνα «Πολιτεία» και «Νόμοι». Ο Πλάτων δημιούργησε δικούς του αλληγορικούς μύθους, κατέκρινε τις παραδοσιακές ιστορίες με τα κόλπα, τις κλοπές και μοιχείες των Θεών ως ανήθικες και εξέφρασε την αντίθεσή του για τον ρόλο τον θεών στην λογοτεχνία.[6] Η κριτική του Πλάτωνα ήταν η πρώτη αξιόλογη πρόκληση για την Ομηρική μυθολογική παράδοση,[14] που την χαρακτήρισε «φλυαρία γριάς συζύγου».[18] Από την πλευρά του ο Αριστοτέλης επέκρινε την προ-Σωκρατική μυθικό-φιλοσοφική προσέγγιση και τόνισε ότι «ο Ησίοδος και οι θεολόγοι συγγραφείς ασχολήθηκαν μόνο με ότι φαινόταν αληθοφανές στους ίδιους, δεν είχαν κανένα σεβασμό για εμάς... Αλλά δεν αξίζει να λαμβάνονται σοβαρά υπόψη συγγραφείς που κάνουν επίδειξη μυθικής συγγραφής. Αντίθετα, αυτούς που έχουν προχωρήσει και αποδεικνύουν τους ισχυρισμούς τους, πρέπει να τους εξετάσουμε ξανά».[15]

Το άχρωμο πνεύμα περιέχει τη λαμπρότητα των αρετών.[19] Κατά τη στιγμή του θανάτου, το πνεύμα θα έχει την ίδια μορφή, αλλά δεν θα διαθέτει μνήμη, ευφυΐα ή αυτογνωσία. Θα είναι χλωμό, διαχωρισμένο από το σώμα, και θα περιπλανάται.[20]

Ελληνιστικός και Ρωμαϊκός ορθολογισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Κικέρων, παρά τον σκεπτικισμό του για την μυθολογία και την τάση να κατευθύνεται προς περισσότερο φιλοσοφικές αντιλήψεις της θεότητας, θεωρούσε τον εαυτό του υπερασπιστή των παραδόσεων.

Κατά τη διάρκεια της ελληνιστικής περιόδου, η μυθολογία απέκτησε το κύρος εξειδικευμένης γνώσης που κάτοχοι της ανήκουν σε συγκεκριμένη τάξη. Συγχρόνως, η σκεπτικιστική οπτική γωνία της κλασσικής εποχής έγινε ακόμη πιο ευρεία.[21] Ο μυθογράφος Ευήμερος καθιέρωσε την αναζήτηση πραγματικών ιστορικών γεγονότων πίσω από κάθε μυθικό πλάσμα ή γεγονός.[22] Αν και το πρωτότυπο έργο του, Ιερά Γραφή, έχει χαθεί, πολλά είναι γνωστά για αυτό από αναφορές σε έργα του Διόδωρου και του Λακτάντιου.[23]

Οι ορθολογικές ερμηνείες των μύθων έγιναν ακόμη πιο δημοφιλής στα πλαίσια της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, χάρις τις θεωρίες της Στωικής και της Επικούρειας φιλοσοφίας. Οι υποστηρικτές της Στωικής φιλοσοφίας αντιστοιχούσαν τους θεούς και τους ήρωες σε φυσικά φαινόμενα, ενώ οι Επικούρειοι τους ορθολογικοποιούσαν ως ιστορικές μορφές. Συγχρόνως, οι Στωικοί και οι Νέοπλατωνικοί προήγαγαν την ηθική σημασία της μυθικής παράδοσης, που συχνά βασίζονταν σε ελληνικές ετυμολογίες.[24] Μέσω του Επικούρειου μηνύματός του, ο Λουκρήτιος επεδίωξε να απομακρύνει τις δεισιδαιμονίες από την συνείδηση των συμπολιτών του.[25] Ο Λίβιος, επίσης, είναι σκεπτικός σχετικά με την μυθολογική παράδοση και υποστηρίζει ότι δεν προτίθεται να κρίνει τους εν λόγω θρύλους.[26] Η πρόκληση για τους Ρωμαίους, που είχαν βαθιά θρησκευτική παράδοση, ήταν να υπερασπιστούν την παράδοση ενώ αποδέχονταν ότι ήταν πρόσφορο έδαφος για δεισιδαιμονίες. Ο Varro, που θεωρούσε την θρησκεία ως ανθρώπινο θεσμό μεγάλης σημασίας για τη διατήρηση του καλού στην κοινωνία, αφοσιώθηκε στην μελέτη για να ανακαλύψει την προέλευση των θρησκευτικών λατρειών. Στο έργο του Antiquitates Rerum Divinarum (το οποίο δεν έχει σωθεί, αλλά έχουμε μια γενική ιδέα από το έργο Πόλη του Θεού του Αυγουστίνου) ο Varro υποστηρίζει ότι ενώ ο δεισιδαίμων άνθρωπος φοβάται τους θεούς, ο πραγματικά θρησκευόμενος τους αντιμετωπίζει ως γονείς.[25] Στο έργο του, διακρίνονται τρία είδη θεών:

  1. Οι θεοί της φύσης: προσωποποιήσεις των φαινομένων όπως η βροχή και πυρκαγιές.
  2. Οι θεοί των ποιητών: εισήχθησαν από βάρδους για να αναζωογονούν το πάθος.
  3. Οι θεοί της πόλης: εισήχθησαν από σοφούς νομοθέτες να εξευγενίσουν και να διαφωτίσουν τον πληθυσμό.

Ελληνικά Μυθολογικά Πλάσματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μυθικά Τέρατα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Κέρβερος,γιγάντιο τρικέφαλο κυνηγόσκυλο που φρουρούσε τις πύλες του Άδη.
  • Χάρυβδη, ένα θαλάσσιο τέρας του οποίου οι εισπνοές σχημάτιζαν μια θανάσιμη δίνη.
  • Έμπουσα, Το πρόσωπο της Έμπουσας έλαμπε σαν πύρινο και είχε είτε ένα μόνο πόδι, είτε ένα χάλκινο και ένα γαϊδουρινό.
  • Γοργόνες, τερατώδεις αδελφές με φτερά από χρυσό, χάλκινα νύχια και φίδια για μαλλιά.Όταν κάποιος τις κοίταζε κατάματα μεταμορφωνόταν σε πέτρα
  • Γραίες, Είχαν ένα μάτι κι ένα δόντι το οποίο μοιράζονταν αναμεταξύ τους.
  • Άρπυιες, φτερωτά τέρατα με τα σώματα πουλιών και κεφαλές και κορμούς γυναικών
  • Κόβαλος, λάτρης των γρίφων και των αινιγμάτων, δαίμων που στόχευε στη ψυχαγωγία αναμεταξύ αυτών και των ανθρώπων. Κλέφτες ή μάγειρες, που αποτελούνται από ξωτικά όντα. Κατηγορία καλικάντζαρων των αγαθών, θησαυρών και ορυκτών. Έχουνε χαρακτηριστικά ανθρωποειδούς με ξωτική έκφραση μορφής βατράχου, γάτας ή σκύλου (ζώα που κυριεύονται από το Πνεύμα).
  • Μορμώ, ένα πλάσμα βαμπίρ που δάγκωνε τα παιδιά
  • Ταράξιππος, ήταν Δαίμονας των αρχαίων που γνωστός κυρίως στους ιπποδρόμους
  • Λάμια, ήταν βασίλισσα της Λιβύης που έγινε δαίμονας

Μυθικά Υβρίδια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αυτά τα πλάσματα συνδυάζουν ανθρώπους και ζώα, ή χαρακτηριστικά διαφόρων ζώων.

  • Κένταυροι, πλάσματα με ανθρώπινο άνω κορμό, ενώ από τη μέση και κάτω ήταν άλογα
  • Χίμαιρα, εξέπνεε φωτιά, είχε σώμα κατσίκας, κεφάλι λιονταριού, και ουρά του κατέληγε σε φίδι. Σύμφωνα με άλλες περιγραφές, είχε περισσότερα από ένα κεφάλια, συνηθέστερα τρικέφαλος (κεφαλή λέοντα, κατσίκας και δράκοντα).
  • Ιππαλεκτρυών, (αλογοκόκορας) πλάσμα του οποίου το μπροστινό μισό είναι άλογο, ενώ το πίσω μισό (ουρά και πόδια) κόκορας
  • Ιχθυοκένταυρος, θαλάσσιο πλάσμα με το άνω κορμό ανθρώπινο, μπροστινά πόδια αλόγου και ουρά ψαριού ή δελφινιού
  • Μινώταυρος, ανθρωπόμορφο τέρας με κεφάλι ταύρου
  • Οφιόταυρος, ένα πλάσμα που ήταν μισό ταύρος και μισό φίδι
  • Όρθρος, δικέφαλο σκυλί, αδερφός του κέρβερου
  • Πάνας, τραγοπόδαρος θεός με άνω κορμό άνδρα και κάτω άκρα τράγου
  • Σάτυροι και Σάτιρες, ανθρωπόμορφα όντα με αυτιά, κέρατα και κάτω άκρα τράγου, σύντροφοι του Διονύσου
  • Σειληνοί, ανθρωπόμορφα όντα με αυτιά, ουρά και οπλές αλόγου, σύντροφοι του Διονύσου
  • Σειρήνες, όντα με ανθρώπινο γυναικείο κεφάλι και σώμα αρπακτικού πουλιού, των οποίων το ακαταμάχητο τραγούδι δελέαζε τους ναύτες
  • Σφίγγα, πλάσμα με σώμα λιονταριού και κεφάλι γυναίκας
  • Τελχίνες, ειδικευμένοι εργάτες μετάλλου με κεφάλια σκύλων και βατραχοπέδιλα φώκιας στη θέση των χεριών

Γίγαντες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι γίγαντες ήταν μια κατηγορία αφύσικα μεγάλων και συχνά τερατωδών ανδρών που είχαν στενή σχέση με τους θεούς.

  • Εκατόγχειρες, θεοί των σφοδρών καταιγίδων και τυφώνων. Τρεις γιοί του Ουρανού και της Γαίας, ο καθένας με τη δική του ξεχωριστή προσωπικότητα .
  • Άγριος, ένας ανθρωποφάγος Θρακιώτης γίγαντας, ο οποίος ήταν μισός άνθρωπος και μισός αρκούδα
  • Αλκυονέας, ο βασιλιάς των Θρακικών γιγάντων, ο οποίος σκοτώθηκε από τον Ηρακλή
  • Αλωάδες, δύο γίγαντες που επιχείρησαν να εισβάλουν στον ουρανό
  • Ανταίος, γίγαντας της Λιβύης, που πάλευε με όλους τους επισκέπτες μέχρι θανάτου μέχρι που σκοτώθηκε από τον Ηρακλή
  • Άργος ο Πανόπτης, ο γίγαντας με τα εκατό μάτια αναγκασμένος για τη φύλαξη της Ioύς
  • Κύκλωπες (Οι Γέροντες), τρεις μονόφθαλμοι γίγαντες που σφυρηλάτησαν τον κεραυνό του Δία
  • Κύκλωπες (Οι Νεότεροι), μια φυλή μονόφθαλμων σαρκοβόρων γιγάντων που έβοσκαν κοπάδια προβάτων στο νησί της Σικελίας
    • Πολύφημος, ένας Κύκλωπας ο οποίος κατέλαβε για λίγο τον Οδυσσέα και τους άντρες του.
  • Εγκέλαδος, ένας από θρακιώτες γίγαντες που έκαναν πόλεμο κατά των θεών
  • Γεγένεες, μια φυλή γιγάντων με έξι χέρια που αγωνίστηκαν με τους Αργοναύτες για το Bear Mountain[ασαφές] στη Μυσία
  • Γηρυών, γίγαντας με τρία σώματα, και τέσσερα φτερά που στάθηκε στο κόκκινο νησί Ερύθεια
  • Λαιστρυγόνες, μια φυλή ανθρωποφάγων γιγάντων που αντιμετωπίζουν τον Οδυσσέα στα ταξίδια του
  • Ωρίων, ένας γίγαντας κυνηγός τον οποίο ο Δίας τοποθέτησε ανάμεσα στα αστέρια, ως τον αστερισμό του Ωρίωνα
  • Πορφυρίων, ο βασιλιάς των γιγάντων ο οποίος, χτυπημένος από τον Ηρακλή και του Δία με βέλη και αστραπές αφού προσπάθησε να βιάσει την Ήρα
  • Τάλως, ένας γίγαντας κατασκευασμένος από ορείχαλκο από τον Ήφαιστο, και δοσμένος από τον Δία στην ερωμένη του, Ευρώπη ως προσωπικός προστάτης της
  • Τιτυός, ένας γίγαντας που σκοτώθηκε από τον Απόλλωνα και την Άρτεμης, όταν επιχείρησε να βιάσει την μητέρα τους Λητώ.
  • Τυφών, ένας τερατώδης, αθάνατος, γίγαντας της θύελλας που νικήθηκε και φυλακίστηκε από τον Δία στον λάκκο των Τάρταρων

Σύγκριση με άλλες μυθολογίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σε κάποιες περιπτώσεις, όπως για παράδειγμα την ελληνική και ρωμαϊκή μυθολογία η αντιστοιχία είναι σχεδόν πάντα 1 προς 1 ως είδος interpretatio graeca. Σε άλλες περιπτώσεις απλώς παρατίθεται η θεότητα της κάθε μυθολογίας ανάλογα με το πεδίο στο οποίο είχε εξουσία.

Πεδίο Ελληνική Ρωμαϊκή Ετρουσκική Αιγυπτιακή Μεσοποταμιακή Γερμανική / Σκανδιναβική Κελτική Σλαβική
Κάτω Κόσμος Ἁδης

Πλούτων

Ντις Πάτερ (Dis Pater)

Πλούτο (Pluto)

Όρκος (Orcus)

Άιτα Όσιρις Ερεσκιγκάλ Χελ Ντις Πάτερ (συν ρωμαϊκός) Βέλες
Άδωνις Άντονις (Adonis) Ατούνις
Σοφία Ἀθηνᾶ Μινέρβα (Minerva) Μένρβα Νεΐθ

Θωθ

Βορ
Θάλασσα Ἀμφιτρίτη Σαλάκια (Salacia) Ραν
Ανάγκη Ἀνάγκη Νεσεσσιτάς (Necessitas)
Άνεμοι Αἴολος Βέντι (Venti) Ενλίλ Νγιορντ Μπόρουμ
Φως

Μουσική

Ἀπόλλων

Φοῖβος

Απόλλο (Apollo)

Φόεμπους (Phoebus)

Απλού Ώρος

Ρα

Μπαλντρ

Μπράγκι

Μπελένους

Μπόρβο

Γκράνος

Πόλεμος Ἄρης Μαρς (Mars) Λάραν Ινάννα Τυρ

Όντιν

Κάμουλος

Τουτάτις

Σμέρτριος

Νέιτο

Σβάντεβιτ
Φύση

Κυνήγι

Ἄρτεμις Ντιάνα (Diana) Αρτούμι Μπαστ Ουλλρ

Σκάντι

Βιντόνους
Υγεία Ἀσκληπιός Αισκουλάπιους (Aesculapius)

Βεγιόβις (Vejovis)

Βέτις Ένκι Εΐρ Μπελένους

Ντίαν Κεχτ

Γκράνος

Μοίρα Ἄτροπος Μόρτα (Morta) Λέινθ
Ομορφιά

Αγάπη

Ἀφροδίτη Βένους (Venus) Τουράν Άθωρ Ινάννα Φρέγια
Βορέας Ακουίλο (Aquilo) Άντας
Γη Γαῖα Τέρρα (Terra)

Τέλλους (Tellus)

Κελ Γκεμπ Νινχουρσάγκ Ερεκούρα
Γεωργία

Γονιμότητα

Δημήτηρ Κέρες (Ceres) Κελς Ίσις

Σομπέκ

Νινχουρσάγκ Φρέιρ

Γκέφγιουν

Νταμάρα

Ροσμέρτα

Σιρόνα

Γιαρίλο
Ελληνική Ρωμαϊκη Ετρουσκική Αιγυπτιακή Μεσοποταμιακή Γερμανική / Σκανδιναβική Κελτική Σλαβική
Εορτή

Κρασί

Διόνυσος Λίμπερ (Liber)

Μπάκους (Bacchus)

Φουφλούνς Όσιρις Σούκελλος
Ειρήνη Εἰρήνη Παξ (Pax) Μπαλντρ
Ἑκάτη Τρίβια (Trivia) Μοράνα
Τρόμος Ἐνυώ Μπελλόνα (Bellona)
Εὖρος Βουλτούρνους (Vulturnus)
Τύψεις Ἐρινύες Ντίραε (Dirae)

Φούριαε (Furiae)

Διχασμός Ἔρις Ντισκόρντια (Discordia) Λόκι
Αγγελιοφόρος Ἑρμῆς Μερκούριους (Mercurius) Τουρμς Άνουβις Θωρ Τουτάτις
Έρωτας Ἔρως Κιούπιντο (Cupido)

Αμόρ (Amor)

Ινάννα Αστρίλντ Άνγκους
Ἕσπερος Βέσπερ (Vesper)
Οικογένεια Ἕστία Βέστα (Vesta) Βησά
Ἐωσφόρος / Φωσφόρος Λούσιφερ (Lucifer)
Κυρίαρχος θεός

Κεραυνοί

Ζεύς Γιούπιτερ (Jupiter)

Ιόβις (Iovis)

Τίνια Άμουν

Ρα

Άνου Όντιν

Θωρ

Αμπισάγρος

Ρόμπους

Ταράνις

Περούν
Ζέφυρος Φαβόνιους (Favonius)
Νεότητα Ἥβη Γιουβέντας (Iuventas)
Ελληνική Ρωμαϊκη Ετρουσκική Αιγυπτιακή Μεσοποταμιακή Γερμανική / Σκανδιναβική Κελτική Σλαβική
Ήλιος Ἥλιος Σολ (Sol) Ούσιλ Ρα Ούτου Σολ Νταζβόγ
Γάμος Ἥρα Γιούνο (Iuno) Ούνι Μουτ

Άθωρ

Φρίγκ
Ἡρακλής Έρκουλες (Hercules) Χερκλ Χόνσου Σεγκόμο
Τεχνουργία Ἥφαιστος Βουλκάνους (Vulcanus) Σέθλανς Πτα Ένκι Γκοΐβνιου Σβαρόγ
Αυγή Ἠώς Αουρόρα (Aurora)

Ματούτα (Matuta)

Κάουθα Ντέλινγκ
Θάνατος Θάνατος Μορς (Mors) Λέινθ, Χαρούν Άνουβις Χελ Ανκού Μοράνα
Δικαιοσύνη Θέμις Γιουστίτια (Iustitia) Μά'ατ Φορσέτι
Ἰανός Ιάνους (Ianus) Άνι
Μοίρα Κλωθώ Νόνα (Nona)
Κυβέλη Μάγκνα Μάτερ

(Magna Mater, μεγάλη μητέρα)

Μουτ Ντάνου
Κρόνος Σατούρνους (Saturnus) Σάτρε Γκεμπ
Μοίρα Λάχεσις Ντέκιμα (Decima)
Λητώ Λατόνα (Latona)
Μοίρα Μοῖραι Πάρκαε (Parcae)

Φάταε (Fatae)

Έμπνευση Μοῦσαι Καμέναε (Camenae) Κβάσιρ Όγκμα
Ελληνική Ρωμαϊκη Ετρουσκική Αιγυπτιακή Μεσοποταμιακή Γερμανική / Σκανδιναβική Κελτική Σλαβική
Νίκη Νίκη Βικτόρια (Victoria)
Νότος Νότος Άουστερ (Auster)
Νύχτα Νύξ Νοξ (Nox) Νοττ
Ὀδυσσεύς Ουλίξες (Ulixes)

Ουλύσσες (Ulysses)

Ουθούζε
Ουρανός Ουρανός Καέλους (Caelus) Νουτ Ασούρ
Πᾶν Φάουνους (Faunus) Μιν
Παλαίμων Πορτούνες (Portunes)

Πορτούνους (Portunus)

Περσεφόνη Προσερπίνα (Proserpina) Περσιπνέι
Θάλασσα Ποσειδῶν Νεπτούνους (Neptunus) Νεθούνς Ένκι Εγκίρ

Νγιορντ

Πρίαπος Μουτίνους (Mutinus)

Μουτούνους (Mutunus)

Μιν
Ῥέα Μάγκνα Μάτερ (Magna Mater)

Οψ (Ops)

Ίσις
Σάτυροι Φάουνι (Fauni)
Σειληνός Σιλβάνους (Silvanus) Σελβάνς
Σελήνη Λούνα (Luna) Λούσνα Ίσις Νάννα Μάνι Γιαρίλο
Σεμέλη Στίμουλα (Stimula) Σέμλα
Ελληνική Ρωμαϊκη Ετρουσκική Αιγυπτιακή Μεσοποταμιακή Γερμανική / Σκανδιναβική Κελτική Σλαβική
Τύχη Φορτούνα (Fortuna) Νόρτια
Ὑγίεια Σαλούς (Salus)
Φήμη Φάμα (Fama)
Ὕπνος Σόμνους (Somnus)
Χάριτες Γκράτιαε (Gratiae)
Χάρων Κάρον (Charon) Χαρούν Άνουβις
Χλωρίς Φλόρα (Flora)



Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Greek mythology της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Τόμος Ελλάς, Λήμμα Ελληνική μυθολογία. Εγκυκλοπαίδεια Ήλιος (1952)
  2. 2,0 2,1 2,2 2,3 "Ελληνική Μυθολογία". Εγκυκλοπαίδεια Britannica (2002)
  3. J.M. Foley, Παραδοσιακή Τέχνη του Ομήρου, 43
  4. F. Graf, Ελληνική Μυθολογία, 200
  5. R. Hard, The Routledge Handbook of Greek Mythology, 1
  6. 6,0 6,1 Miles, Κλασική Μυθολογία στην Αγγλική Λογοτεχνία, 7
  7. 7,0 7,1 Klatt-Brazouski, Αρχαία ελληνική και ρωμαϊκή Μυθολογία, xii
  8. Miles, Κλασική Μυθολογία στην Αγγλική Λογοτεχνία, 8
  9. P. Cartledge, Σπαρτιάτες, 60, και Έλληνες, 22
  10. Όμηρος, Ιλιάδα, 8. Επικό ποίημα για τον Τρωικό Πόλεμο. 366–369
  11. Herodotus Hist., Historiae Book 2, section 4, line 11 Δυώδεκά τε θεῶν ἐπωνυμίας ἔλεγον πρώτους Αἰγυπτίους νομίσαι καὶ Ἕλληνας παρὰ σφέων ἀναλαβεῖν, βωμούς τε καὶ ἀγάλματα καὶ νηοὺς θεοῖσι ἀπονεῖμαι σφέας πρώτους καὶ ζῷα ἐν λίθοισι ἐγγλύψαι. Μετάφραση: "Λένε επίσης ότι πρώτοι οι Αιγύπτιοι δημιούργησαν τα ονόματα των δώδεκα θεών τα οποία υιοθέτησαν οι Έλληνες και ότι ήταν οι πρώτοι που ίδρυσαν βωμούς, αγάλματα και ναούς προς τιμήν των θεών και χάραξαν μορφές πάνω σε πέτρα"
  12. Herodotus Hist., Historiae Book 1, section 57, line 1 Ἥντινα δὲ γλῶσσαν ἵεσαν οἱ Πελασγοί, οὐκ ἔχω ἀτρεκέως εἰπεῖν· εἰ δὲ χρεόν ἐστι τεκμαιρόμενον λέγειν τοῖσι νῦν ἔτι ἐοῦσι Πελασγῶν τῶν ὑπὲρ Τυρσηνῶν Κρότωνα πόλιν οἰκεόντων, οἳ ὅμουροί κοτε ἦσαν τοῖσι νῦν Δωριεῦσι καλεομένοισι (οἴκεον δὲ τηνικαῦτα γῆν τὴν νῦν Θεσσαλιῶτιν καλεομένην), καὶ τῶν Πλακίην τε καὶ Σκυλάκην Πελασγῶν οἰκισάντων ἐν Ἑλλησπόντῳ, οἳ σύνοικοι ἐγένοντο Ἀθηναίοισι, καὶ ὅσα ἄλλα Πελασγικὰ ἐόντα πολίσματα τὸ οὔνομα μετέβαλε, εἰ τούτοισι τεκμαι- ρόμενον δεῖ λέγειν, ἦσαν οἱ Πελασγοὶ βάρβαρον γλῶσσαν ἱέντες. Εἰ τοίνυν ἦν καὶ πᾶν τοιοῦτο τὸ Πελασγικόν, τὸ Ἀττικὸν ἔθνος, ἐὸν Πελασγικόν, ἅμα τῇ μεταβολῇ τῇ ἐς Ἕλληνας καὶ τὴν γλῶσσαν μετέμαθε.
  13. Herodotus Hist., Historiae Book 2, section 50, line 1 Σχεδὸν δὲ καὶ πάντων τὰ οὐνόματα τῶν θεῶν ἐξ Αἰγύπτου ἐλήλυθε ἐς τὴν Ἑλλάδα. Διότι μὲν γὰρ ἐκ τῶν βαρβάρων ἥκει, πυνθανόμενος οὕτω εὑρίσκω ἐόν· δοκέω δ' ὦν μάλιστα ἀπ' Αἰγύπτου ἀπῖχθαι. Ὅτι γὰρ δὴ μὴ Ποσειδέωνος καὶ Διοσκούρων, ὡς καὶ πρότερόν μοι ταῦτα εἴρηται, καὶ Ἥρης καὶ Ἰστίης καὶ Θέμιος καὶ Χαρίτων καὶ Νηρηίδων, τῶν ἄλλων θεῶν Αἰγυπτίοισι αἰεί κοτε τὰ οὐνόματά ἐστι ἐν τῇ χώρῃ. Λέγω δὲ τὰ λέγουσι αὐτοὶ Αἰγύπτιοι. Τῶν δὲ οὔ φασι θεῶν γινώσκειν τὰ οὐνόματα, οὗτοι δέ μοι δοκέουσι ὑπὸ Πελασγῶν ὀνομασθῆναι, πλὴν Ποσειδέωνος. Τοῦτον δὲ τὸν θεὸν παρὰ Λιβύων ἐπύθοντο· οὐδαμοὶ γὰρ ἀπ' ἀρχῆς Ποσειδέωνος οὔνομα ἔκτηνται εἰ μὴ Λίβυες, καὶ τιμῶσι τὸν θεὸν τοῦτον αἰεί. Νομίζουσι δ' ὦν Αἰγύπτιοι οὐδ' ἥρωσι οὐδέν. Μετάφραση: "Τα ονόματα όλων σχεδόν των θεών ήρθαν στην Ελλάδα από την Αίγυπτο [Ο Ηρόδοτος δεν εννοεί ότι τα ίδια τα ονόματα των θεών του Ελληνικού πανθέου ήρθαν από την Αίγυπτο (γνωρίζει τη διαφορά στις ονομασίες τους, π.χ. Άμμων και Ζευς, Β 42), αλλά επειδή το όνομα αντιπροσωπεύει το σημαινόμενο, ότι οι ελληνικοί θεοί προσδιορίστηκαν και η λατρεία τους εγκαθιδρύθηκε και καθορίστηκε με βάση τους Αιγυπτιακούς]. Ξέρω από τις έρευνες που έκανα ότι ήρθαν απ' έξω και συγκεκριμένα από την Αίγυπτο, διότι τα ονόματα αυτά ήταν γνωστά στους Αιγύπτιους από τα βάθη των αιώνων με μόνες εξαιρέσεις, όπως είπα ήδη τα ονόματα του Ποσειδώνα και των Διόσκουρων [Ο Ποσειδών και οι Διόσκουροι ήταν προστάτες των ναυτικών. Οι Αιγύπτιοι όμως μισούσαν τη θάλασσα, οπότε δεν είχαν θαλάσσιες θεότητες] καθώς και της Ήρας, της Εστίας, της Θέμιδας, των Χαρίτων και των Νηρηίδων. Έχω την μαρτυρία των ίδιων των Αιγυπτίων γι' αυτό. Πιστεύω ότι οι θεοί, τους οποίους ισχυρίζονται ότι δεν γνωρίζουν, πήραν τα ονόματα τους από τους Πελασγούς [Εδώ πρόκειται για τους Πελασγούς που μετανάστευσαν αργότερα στη Αττική (βλ. Α 57) και όχι για τους πρώτους κατοίκους του ελληνικού χώρου με αυτό το όνομα], εκτός από τον Ποσειδώνα, τον οποίο έμαθαν από τους Λίβυους. Γιατί οι Λίβυοι είναι ο μόνος λαός που γνώριζε ανέκαθεν το όνομα του Ποσειδώνα και τον λάτρευε από την αρχαιότητα. Οι ήρωες δεν έχουν θέση στη θρησκεία των Αιγυπτίων".
  14. 14,0 14,1 Hanson-Heath, Who Killed Homer, 37
  15. 15,0 15,1 J. Griffin, Greek Myth and Hesiod, 80
  16. G. Miles, Classical Mythology in English Literature, 7
  17. F. Graf, Greek Mythology, 169–170
  18. Plato, Theaetetus, 176b
  19. Πλωτίνος, Εννεάδες I, 6o μέρος, τμήμα 1
  20. Mircea Itu, Philosophy and History of Religions, Bucharest, Romania of Tomorrow Publishing House, 2004, page 231.
  21. M.R. Gale, Myth and Poetry in Lucretius, 89
  22. Encyclopaedia Britannica, Euhemerus, 2002
  23. R. Hard, The Routledge Handbook of Greek Mythology, 7
  24. J. Chance, Medieval Mythography, 69
  25. 25,0 25,1 P.G. Walsh, The Nature of Gods (Introduction), xxvi
  26. M.R. Gale, Myth and Poetry in Lucretius, 88

Προτεινόμενη βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Burkert Walter, Ελληνική Μυθολογία και Τελετουργία Μ.Ι.Ε.Τ., (Αθήνα, 1993).
  • Frazer, James George, The Golden Bough: a Study in Magic and Religion, Macmillan, (New York, 1992) e-book on BARTLEBY.COM
  • Graves Robert, Οι ελληνικοί μύθοι 1955.
  • Harrison Jane Ellen, Προλεγόμενα στη μελέτη της ελληνικής θρησκείας, Ιάμβλιχος, (Αθήνα 1994-1997).
  • Kerenyi, Karl, The Gods of the Greeks 1951.
  • Kerenyi, Karl, The Heroes of the Greeks 1959.
  • Kerenyi Karl, Ελευσίς, Μυστήρια και Λατρεία Ιάμβλιχος, (Αθήνα 1999).
  • Kerenyi Karl, Dionysos: Archetypal Image of Indestructible Life, 1976
  • Ruck Carl and Staples Danny, The World of Classical Myth, 1994.
  • Κερενυϊ, Κάρολος, Η μυθολογία των Ελλήνων Βιβλιοπωλείον της Εστίας ISBN 960-05-0624-8

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]