Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
(Ανακατεύθυνση από Β' Παγκόσμιος Πόλεμος)
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
B' Παγκόσμιος Πόλεμος
WW2Montage.PNG
Χρονολογία1 Σεπτεμβρίου 1939 – 2 Σεπτεμβρίου 1945
ΤόποςΕυρώπη, Ειρηνικός Ωκεανός, Νοτιοανατολική Ασία, Μέση Ανατολή, Μεσόγειος Θάλασσα και Αφρική
Έκβαση
Αντιμαχόμενοι
Ηγετικά πρόσωπα
Απολογισμός
Στρατιώτες νεκροί:
Πάνω από 14.000.000
Πολίτες νεκροί:
Πάνω από 36.000.000
Σύνολο:
Πάνω από 50.000.000
Στρατιώτες νεκροί:
Πάνω από 8.000.000
Πολίτες νεκροί:
Πάνω από 4.000.000
Σύνολο:
Πάνω από 12.000.000
[ αναλυτικότερα ]

Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος ήταν παγκόσμιου κλίμακας πόλεμος που διήρκεσε από το 1939 έως το 1945, αν και σχετικές συγκρούσεις ξεκίνησαν νωρίτερα. Περιλάμβανε τη συντριπτική πλειονότητα των χωρών του κόσμου (συμπεριλαμβανομένων όλων των μεγάλων δυνάμεων της εποχής - την Σοβιετική Ένωση, το Ηνωμένο Βασίλειο, την Γερμανία, την Ιαπωνία, τις Ηνωμένες Πολιτείες, την Ιταλία και την Γαλλία) σχηματίζοντας δύο αντίπαλες στρατιωτικές συμμαχίες: τους Συμμάχους και τις Δυνάμεις του Άξονα.

Από την πλειονότητα των ιστορικών θεωρείται ως συνέχεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, γιατί στην ουσία τα αίτια και οι δυνάμεις που τον προκάλεσαν ήταν οι ίδιες. Μερικές από τις βασικές αιτίες του πολέμου ήταν οι επαχθείς όροι που επιβλήθηκαν στην ηττημένη Γερμανία από τη συνθήκη των Βερσαλιών και η τάση των χωρών του φασιστικού Άξονα (Γερμανία, Ιταλία, Ιαπωνία) να κυριαρχήσουν στον κόσμο.

Στη Γερμανία κυβερνούσε από το 1933 ο Αδόλφος Χίτλερ, που επεδίωκε να ανορθώσει το γόητρο της καταρακωμένης χώρας του και να πάρει εκδίκηση από τους Αγγλογάλλους για την ήττα στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Στην Ιταλία εξουσίαζαν οι φασίστες του Μουσολίνι από το 1922, ενώ η στρατοκρατική Ιαπωνία είχε ξεκινήσει και επιδίωκε τη συνέχιση της επεκτατικής της πολιτικής, που ονόμαζε «Μεγάλη Σφαίρα Ευημερίας της Ανατολής».

Η αφορμή για την έναρξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου δόθηκε με την απαίτηση της Γερμανίας να αποκατασταθεί η γερμανική κυριαρχία στην ελεύθερη πόλη του Ντάντσιχ (σημερινό Γκντάνσκ Πολωνίας) και να της δοθούν μεγαλύτερες δυνατότητες επικοινωνίας με την Ανατολική Πρωσία. Ήταν απλώς το πρόσχημα για τον Χίτλερ, ο οποίος από την αρχή του 1939 είχε αποφασίσει να επιτεθεί και να καταλάβει την Πολωνία. Πρώτα εξασφάλισε τη συγκατάθεση της Σοβιετικής Ένωσης με την υπογραφή στη Μόσχα του Συμφώνου Μη Επιθέσεως, γνωστού ως «Σύμφωνο Ρίμπεντροπ - Μολότοφ» (23 - 24 Αυγούστου 1939), ένα μυστικό πρωτόκολλο, το οποίο προέβλεπε τον διαμελισμό της Πολωνίας. Στη συνέχεια, αφού έκρινε ότι οι Γαλλοβρετανοί δεν θα βοηθήσουν τους Πολωνούς, ως όφειλαν βάσει συνθηκών, έδωσε τη διαταγή επίθεσης κατά της Πολωνίας στις 26 Αυγούστου. Η γερμανική επίθεση κατά της Πολωνίας με την εφαρμογή του δόγματος του «αστραπιαίου πολέμου» (blitzkrieg) εκδηλώθηκε την αυγή της 1ης Σεπτεμβρίου 1939 και σε λιγότερο από ένα μήνα οι στρατιές της Βέρμαχτ είχαν καταλάβει το μεγαλύτερο μέρος της χώρας, σε εφαρμογή του γερμανοσοβιετικού συμφώνου. Το υπόλοιπο τμήμα της Πολωνίας κατέλαβαν οι Σοβιετικοί, που εισέβαλαν στις 18 Σεπτεμβρίου από τα ανατολικά. Ο αιφνιδιασμός για τους Γαλλοβρετανούς ήταν πλήρης, που κήρυξαν τον πόλεμο κατά της Γερμανίας στις 3 Σεπτεμβρίου.[1]

Αποτέλεσε την πιο εκτεταμένη γεωγραφικά και δαπανηρή σε πλουτοπαραγωγικούς πόρους ένοπλη σύγκρουση στην ιστορία της ανθρωπότητας, στην οποία έλαβαν μέρος περισσότεροι από 100 εκατομμύρια άνθρωποι από περισσότερες από 30 χώρες,που διέθεσαν όλες τις οικονομικές, βιομηχανικές και επιστημονικές ικανότητες τους στην παγκόσμια προσπάθεια, εξαλείφοντας τη διάκριση μεταξύ πολιτικών και στρατιωτικών πόρων. Ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος σημαδεύτηκε από μαζικές εκτελέσεις και θανάτους στρατιωτών αλλά και πολιτών. Οι ναζιστικές δυνάμεις του Χίτλερ προχώρησαν σε μαζικούς θανάτους και πολιτών, κυρίως εβραϊκής καταγωγής, το ονομαζόμενο Ολοκαύτωμα, έγκλημα κατά της ανθρωπότητας από τους Γερμανούς του Χίτλερ. Συνολικά δολοφονήθηκαν περισσότεροι από 11 εκατομμύρια άνθρωποι. Κυριάρχησε η πρακτική των βομβαρδισμών βιομηχανικών κέντρων και κατοικημένων περιοχών σε πόλεις της Ευρώπης από τους Γερμανούς κατά τη διάρκεια της οποίας περισσότεροι από 1 εκατομμύριο άνθρωποι σκοτώθηκαν. Συμπεριλαμβάνονται και όσοι σκοτώθηκαν από τη ρίψη των ατομικών βομβών στη Χιροσίμα και στο Ναγκασάκι από τις Η.Π.Α, ως αντίποινα από την σύναψη συμμαχίας της Ιαπωνίας με τον Χίτλερ και τη ναζιστική Γερμανία. Το Ολοκαύτωμα κατά των Εβραίων και οι επίθεσεις με ατομικές βόμβες κατατάσσονται συχνά ως εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας.[2][3][4][5][6] Ο συνολικός αριθμός των ανθρώπων που έχασαν τη ζωή τους κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου είναι συγκλονιστικός για τα ανθρώπινα δεδομένα και υπολογίζεται σε 50 έως 85 εκατομμύρια απώλειες. Τα δεδομένα αυτά έκαναν τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο την πιο θανατηφόρα σύγκρουση στην ανθρώπινη ιστορία. Χρονολογικά, άρχισε στις 7 Ιουλίου 1937 στην Ασία και την 1 Σεπτεμβρίου 1939 στην Ευρώπη και τελείωσε στις 2 Σεπτεμβρίου 1945.

Η Αυτοκρατορία της Ιαπωνίας σκόπευε να κυριεύσει την Ασία και τον Ειρηνικό Ωκεανό και βρισκόταν ήδη σε πόλεμο με τη δημοκρατία της Κίνας από το 1937, αλλά επικρατεί η άποψη ότι ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος άρχισε την 1η Σεπτεμβρίου 1939 με την εισβολή των γερμανικών δυνάμεων του Χίτλερ στην Πολωνία, την οποία και κατέλαβαν με αποτέλεσμα την άμεση κήρυξη πολέμου στη Γερμανία από τη Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο.

Από τα τέλη του 1939 μέχρι τις αρχές του 1941, με μια σειρά από εκστρατείες και συνθήκες, η Γερμανία κατάφερε να κατακτήσει ή να θέσει υπό τον έλεγχο της μεγάλο μέρος της ηπειρωτικής Ευρώπης σχηματίζοντας παράλληλα τη συμμαχία του Άξονα με την Ιταλία και την Ιαπωνία. Με την υπογραφή του Γερμανοσοβιετικού συμφώνου μη επίθεσης (Σύμφωνο Ρίμπεντροπ- Μολότοφ), οι Γερμανοί μπορούσαν να ασχοληθούν με την Πολωνία δίχως τον κίνδυνο να τους εμποδίσει η Σοβιετική Ένωση, ενώ η ΕΣΣΔ, η οποία γνώριζε καλά την επιθυμία του Χίτλερ να αποκτήσει «ζωτικό χώρο» για τους Γερμανούς στην ανατολική Ευρώπη για επίθεση στη Σοβιετική Ένωση, κέρδισε χρόνο για να προετοιμάσει τον Κόκκινο Στρατό, την οικονομία της Σοβιετικής Ένωσης καθώς επίσης να κάνει τις απαραίτητες μετεγκαταστάσεις πληθυσμού προς τα ενδότερα της χώρας και για την προστασία τους και για την προστασία των συνόρων από κοινότητες με επικινδυνότητα σύναψης συμμαχίας με τον εχθρό, ώστε να μπορεί να αντισταθεί σε πιθανή επίθεση των ναζιστικών δυνάμεων. Ο πόλεμος συνεχίστηκε κυρίως ανάμεσα στις ευρωπαϊκές Δυνάμεις του Άξονα Γερμανίας-Ιταλίας από την μια μεριά και του Ηνωμένου Βασιλείου και της Βρετανικής Κοινοπολιτείας από την άλλη, με εκστρατείες στην Βόρεια και Ανατολική Αφρική, με την εναέρια μάχη της Βρετανίας, με την Βαλκανική Εκστρατεία καθώς και με την διαρκή μάχη του Ατλαντικού. Τον Ιούνιο του 1941 οι Δυνάμεις του Άξονα άρχισαν να πραγματοποιούν εισβολή στην Σοβιετική Ένωση η οποία είχε ως αποτέλεσμα την παγίδευση του μεγαλύτερου μέρους των στρατιωτικών δυνάμεων του Άξονα και οδήγησε σε έναν πόλεμο φθοράς.

«Καινοτομία» αυτού του πολέμου: η ατομική βόμβα. Με το τέλος του πολέμου άρχισε ο Ψυχρός Πόλεμος, εξαιτίας του ανταγωνισμού ΗΠΑ-Σοβιετικής Ένωσης για την παγκόσμια κυριαρχία, ενώ η Μεγάλη Βρετανία αν και βρίσκονταν στο στρατόπεδο των νικητών, έχασε το μεγαλύτερο μέρος των αποικιών της και την προηγούμενη ηγετική θέση της.

Αίτια – Μεσοπόλεμος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά τη λήξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου οι νικητές επέβαλαν με τη Συνθήκη των Βερσαλλιών στην ηττημένη Γερμανία σκληρότατους όρους, με σκοπό να τη γονατίσουν οικονομικά. Οι πολεμικές επανορθώσεις που επιβλήθηκαν στη Γερμανία ήταν τόσο υπέρογκες, που δημιούργησαν ένα κύμα αντιδράσεων στον Γερμανικό λαό, που πάντα πίστευε ότι δεν έχασε πραγματικά τον πόλεμο αλλά «προδόθηκε». Παράλληλα, ο κόσμος βρισκόταν σε μία οικονομική κρίση που ξεκίνησε με την κατάρρευση του χρηματιστηρίου της Νέας Υόρκης, η οποία ακολουθήθηκε από μια ταχεία κάμψη της παραγωγής, απασχόλησης και εξωτερικού εμπορίου των ΗΠΑ. Αλυσιδωτά, οι επιπτώσεις ήταν σημαντικές: Το Ηνωμένο Βασίλειο θέσπισε στη διάσκεψη της Οττάβας, το σύστημα της προτίμησης στο εμπόριο με κράτη της Κοινοπολιτείας, ενώ η Φασιστική Ιταλία εφάρμοσε αυστηρούς έλεγχους στην παραγωγή και προχώρησε στη στρατιωτικοποίηση της χώρας.

Η απελπισία από την οικονομική κρίση και το αίσθημα, ότι οι Γερμανοί παρεμποδίζονταν, να έχουν όλα αυτά που δικαιούνταν, οδήγησαν σε μια έξαρση του εθνικισμού και διευκόλυναν την άνοδο στην εξουσία του Εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος NSDAP με αρχηγό τον Χίτλερ. Η πολιτική του Χίτλερ ήταν να αναδημιουργήσει τη Γερμανία αποκτώντας τον αναγκαίο «ζωτικό χώρο» (Lebensraum) και να κάνει ένα «ξεκαθάρισμα λογαριασμών» με όλους εκείνους, που θεωρούσε, ότι είχαν φέρει τη χώρα στην κακή αυτή κατάσταση. Το τελευταίο, πέρα από τη Γαλλία, περιελάμβανε και τους Εβραίους και ήταν και το βασικό επιχείρημα του αντισημιτισμού του.

Στο ξεκίνημα της διακυβέρνησής του, ο Χίτλερ βεβαίωνε για τις ειρηνικές διαθέσεις του, αλλά στις 14 Οκτωβρίου 1933 ανακοίνωσε ότι δεν αναγνώριζε πλέον τους περιορισμούς όσον αφορά στους εξοπλισμούς που είχαν επιβληθεί στη Γερμανία και ότι, ταυτόχρονα, αποσυρόταν από την Κοινωνία των Εθνών. Την παραπάνω εξαγγελία συνόδευσε με προσφορά για περιορισμό των εξοπλισμών βάσει διμερούς συμφωνίας με τη Γαλλία, πράγμα που προκάλεσε αβεβαιότητα για τις πραγματικές του προθέσεις. Μετά τη δολοφονία του Αυστριακού Καγκελάριου Ένγκελμπερτ Ντόλφους, εξερράγη στην Αυστρία φιλοχιτλερικό κίνημα και οι κινήσεις του γερμανικού στρατού δημιούργησαν υπόνοιες για ετοιμασίες επέμβασης στην Αυστρία, η οποία τελικά ματαιώθηκε από μια Ιταλική κινητοποίηση.

Το 1935 ο Χίτλερ, κατόπιν διενέργειας δημοψηφίσματος μεταξύ του τοπικού πληθυσμού, ανακατέλαβε την περιοχή του Σάαρ, ενώ το Μάρτιο του 1936 επανέλαβε την ενέργειά του και στη Ρηνανία. Το Νοέμβριο του ίδιου έτους συνέπηξε με τον αυτοκράτορα της Ιαπωνίας Χιροχίτο το Γερμανοϊαπωνικό Σύμφωνο. Λίγους μήνες αργότερα (1937) με τη σύμπραξη της Ιταλίας συγκροτήθηκε ο Άξονας Βερολίνου - Ρώμης. Στις 29 Σεπτεμβρίου του 1939 συνήφθη η Συμφωνία του Μονάχου, με την οποία ο ηγέτης των Ναζί πέτυχε την παραχώρηση άδειας των δυτικών συμμάχων να προβεί σε περαιτέρω επεκτατικές διπλωματικές κινήσεις, με αντάλλαγμα την τήρηση ειρηνικής στάσης εκ μέρους του. Όπως αποδείχθηκε όμως πολύ σύντομα, ο Χίτλερ εξαπάτησε τους υπόλοιπους συνέδρους κερδίζοντας ουσιαστικά, περισσότερο χρόνο για την αρτιότερη προετοιμασία της πολεμικής εκστρατείας που είχε προ πολλού, σχεδιάσει[7] σε βάρος τους.

Σε αντίδραση προς τη Γερμανική επεκτατικότητα, η Γαλλία, μέσω του υπουργού της των Εξωτερικών, Λουί Μπαρτού, προσπάθησε να συνασπίσει όλα τα μέρη, των οποίων τα συμφέροντα, κινδύνευαν από την αναβίωση της γερμανικής ισχύος. Μετά τη δολοφονία του, ο διάδοχός του Πιέρ Λαβάλ προσανατολίστηκε σε μία τετραμερή συμφωνία μεταξύ Γαλλίας, Γερμανίας, Μεγάλης Βρετανίας και Ιταλίας. Αυτό, όμως, ευνοούσε τα ιταλικά σχέδια για επίθεση κατά της Αιθιοπίας. Ο ηγέτης της Ιταλίας, Μουσολίνι, πέτυχε γαλλοϊταλική συμφωνία που του έδινε ελευθερία δράσης στην Αιθιοπία[8].

Η Ιαπωνία από τα τέλη του 19ου αιώνα είχε ξεκινήσει επέκταση βασισμένη στη εκβιομηχάνιση και τον εκσυγχρονισμό της. Το 1905 νίκησε τη Ρωσία και το 1910 κατέλαβε την Κορέα και την έκανε αποικία της. Η πορεία εκδημοκρατισμού της χώρας ανακόπηκε τη δεκαετία του 1930 από την οικονομική κρίση η οποία ανέδειξε πολλούς στρατιωτικούς ηγέτες που ανέλαβαν τον έλεγχο της χώρας στο όνομα του Αυτοκράτορα Χιροχίτο. Το 1931, η Ιαπωνία εισέβαλε στην Μαντζουρία, και το 1937 έκανε μια νέα εισβολή, κατακτώντας και ολόκληρη την χώρα αυτή. Γι' αυτό τον λόγο πολλοί μελετητές θεωρούν ως σημείο έναρξης του Β΄ Παγκόσμιου Πόλεμου το 1936/1937.

Διπλωματία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παρόλο που τα παραπάνω οικονομικά και γεωπολιτικά αίτια έπαιξαν μεγάλο ρόλο στην υποκίνηση του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, θα ήταν λάθος να παραγνωρισθεί το γεγονός ότι η Ευρωπαϊκή διπλωματία στην περίοδο του Μεσοπολέμου έζησε τις χειρότερες στιγμές της, οι οποίες έδρασαν ως καταλύτης και επιταχυντής της καταστροφής που ακολούθησε. Τα προβλήματα στο τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου περιέπλεξαν πολύ τα ίδια συμφέροντα των νικητών. Η Γαλλία απαίτησε την δια παντός εξασθένηση της Γερμανίας, τρομαγμένη και εξοργισμένη από τις καταστροφές που είχε υποστεί με τον συνεχή, πολεμικό, ανταγωνισμό μαζί της, τα τελευταία 20 χρόνια. Η Αγγλία όμως, δεν ευνοούσε (από την εποχή των Ναπολεόντειων πολέμων ακόμα) την επικράτηση μίας χώρας στην ηπειρωτική Ευρώπη, βλέποντας τη Γερμανία ως τον φυσικό «μετριαστή» της Γαλλικής επιρροής στην ήπειρο.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, προσπάθησαν να εξασκήσουν έμμεσα τη διπλωματική τους επιρροή εναντίον των Αγγλο - Γάλλων, που ουσιαστικά ήταν οι δυο κύριες αποικιακές δυνάμεις στον κόσμο και είχαν υπό τον έλεγχό τους περιοχές, για τις οποίες η ίδια η Αμερική, διατηρούσε αντίστοιχο ενδιαφέρον, ειδικά στα πετρέλαια της Μέσης Ανατολής και Αραβίας. Ιδιαίτερα η ιδέα των Αμερικανών για τη δημιουργία της Κοινωνίας των Εθνών απέδειξε την αμφίρροπη θέση τους, από την στιγμή που οι ίδιοι απέφυγαν, τελικά, να συμμετάσχουν σε αυτήν. (Σημείωση: Οι Ηνωμένες Πολιτείες έμελλε να είναι το πέμπτο μόνιμο μέλος της ΚτΕ, αλλά η αμερικανική Γερουσία ψήφισε στις 19 Μαρτίου 1920 κατά της κύρωσης της Συνθήκης των Βερσαλλιών, εμποδίζοντας έτσι, την αμερικανική συμμετοχή στον Σύνδεσμο.)

Οι «μικροί» νικητές του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, Ιταλία και Ιαπωνία, αρχικά βρέθηκαν στο πλευρό των Αγγλο - Γάλλων με την ελπίδα να τους αναγνωριστούν μεταπολεμικά γεωπολιτικά κέρδη, τα οποία όμως δεν υλοποιήθηκαν, γιατί και οι δυο αυτές χώρες αναζητούσαν τον δικό τους «ζωτικό χώρο» στη Μεσόγειο και τον Ειρηνικό, περιοχές που όμως έλεγχαν σθεναρά Άγγλοι και Αμερικανοί. Όσο για τη Ρωσία, που τώρα ήταν η κοιτίδα των Σοβιέτ και είχε εμπειρίες από τις απόπειρες των Αγγλο - Γάλλων να σταματήσουν την επανάσταση της, αρχικά με στρατιωτική επέμβαση κι αργότερα με απόπειρα δολοφονίας του Λένιν, ένοιωθε την ανάγκη να εξασφαλίσει την επιρροή της στις γειτονικές χώρες. Μάλιστα το 1920 - 1921 ενεπλάκη σε πόλεμο με την Πολωνία. Ταυτόχρονα οι Αγγλο - Γάλλοι φοβήθηκαν ότι, πολύ εύκολα, μια σοβιετική επανάσταση θα μπορούσε να εξαχθεί και στις δικές τους χώρες, με την υποκίνηση της Ρωσίας. Οι Σοβιετικοί από την πλευρά τους, αν και θεωρούσαν τους Δυτικούς ως ιδεολογικούς τους εχθρούς, άλλοτε επιζήτησαν τη συμμαχία τους εναντίον του Χίτλερ και άλλοτε επιδίωξαν τον διαχωρισμό της θέσης τους από αυτούς.

Αυτοί οι πολύπλοκοι ανταγωνισμοί επέτρεψαν στους Χίτλερ και Μουσολίνι να ελιχθούν διπλωματικά μεταξύ των νικητών του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και να αποκομίσουν τεράστια οφέλη και, κυρίως, ανοχή για μεγάλο διάστημα, πράγμα που τους επέτρεψε να οικοδομήσουν το περιβάλλον εκείνο, που θα τους επέτρεπε να εξαπολύσουν τον Β΄ Παγκόσμιο Πολέμο Η Αγγλο - Γαλλική διπλωματία από τη μία μεριά έβλεπε στα πρόσωπα των δυο δικτατόρων ένα «αντισοβιετικό τείχος», έναν αντικομουνιστικό «χωροφύλακα» στην Ευρώπη, πράγμα που διευκόλυνε την ανοχή στο ναζιστικό καθεστώς, ενώ πεισματικά ήθελαν να πιστεύουν (και ειδικά οι Άγγλοι) ότι απέφευγαν μια βέβαια πολεμική σύγκρουση, που διαφορετικά θα έθετε τελικά σε κίνδυνο τις αποικίες τους ανά τον κόσμο, που απαιτούσαν χρήμα και μέσα για να διατηρήσουν.

Παράλληλα, οι Αμερικανοί παρακολουθούσαν ήδη από τη δεκαετία του 1920 τις κινήσεις της Ιαπωνίας στον Ειρηνικό και καταλάβαιναν ότι τελικά η σύγκρουση θα ήταν αναπόφευκτη αλλά οι πολιτικοί της είχαν υποσχεθεί να μην επιτρέψουν ξανά να πεθάνουν τα παιδιά τους για τα συμφέροντα των χωρών έξω από την ήπειρό τους, πράγμα που τους έκανε να κρατήσουν μια επιφανειακά ουδέτερη στάση, που και αυτή ευνόησε τους δυο δικτάτορες στην Ευρώπη. Επιπλέον, αμερικανικές εταιρείες είχαν επενδύσει στη μεσοπολεμική Γερμανία, που είχε πολύ φτηνά εργατικά χέρια, και υπήρξαν δηλώσεις υπέρ του χιτλερικού καθεστώτος, σε γνωστούς οικονομικούς κύκλους της χώρας.

Η στάση αυτή επέτρεψε και την απώλεια της δημοκρατικής στην Ισπανία, όπου Χίτλερ και Μουσολίνι απεκόμισαν τα μέγιστα σε εντυπώσεις και διπλωματία, ενώ «ουδέτεροι» Αγγλο - Γάλλοι βρέθηκαν, τελικά, σε πολύ δύσκολη θέση, όταν με το τέλος του Ισπανικού Εμφυλίου το 1939, η Ισπανία υπέκυψε στον Φράνκο και βρέθηκαν περικυκλωμένοι από φιλοναζιστικά καθεστώτα, απέχοντας μόνο λίγους μήνες από τον αναπόφευκτο πλέον πόλεμο. Αυτή η πολύπλοκη και παράλογη διπλωματική κατάσταση έφτασε μάλιστα μέχρι το σημείο να γεννήσει και το Γερμανο - Σοβιετικό Σύμφωνο, σχεδόν την ίδια ώρα που αποφασιζόταν από τον Χίτλερ η μοιραία επέκταση ανατολικά. Εν πολλοίς, η διπλωματία εκείνη. όχι μόνο προσέφερε έδαφος για τη δημιουργία του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, αλλά ως ένα βαθμό, επηρέασε και τον Ψυχρό Πόλεμο και ίσως ακόμα και σήμερα τις τύχες ορισμένων περιοχών της υφηλίου.[9]

Υπηρεσίες Πληροφοριών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι υπηρεσίες πληροφοριών διαδραμάτισαν πολύ σοβαρό ρόλο τόσο πριν από την έναρξη όσο και κατά τη διάρκεια του πολέμου. Ορισμένα από τα επιτεύγματά τους επηρέασαν σημαντικά την τελική έκβαση του Πολέμου.

Κύριο λήμμα: Άμπβερ

Προπολεμικές συγκρούσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ιταλική εισβολή στην Αιθιοπία (1935)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Μπενίτο Μουσολίνι κατά τη διάρκεια της εισβολής στην Αιθιοπία (1935)

Τον Οκτώβριο του 1935, ξεκινά Β' Ιταλο-Αιθιοπικός Πόλεμος ο οποίος έληξε σύντομα, τον Μάιο του 1936. Ο πόλεμος ξεκίνησε με την εισβολή των Ιταλικών ενόπλεων δυνάμεων στην Αιθιοπική Αυτοκρατορία (επίσης γνωστή ως Αβυσσινία), που είχαν ως βάση τις τότε Ιταλικές κτήσεις της Σομαλιλάνδης και της Ερυθραίας.[10] Ο πόλεμος είχε ως αποτέλεσμα τη στρατιωτική κατοχή της Αιθιοπίας και την προσάρτησή της στη νεοσύστατη αποικία της Ιταλικής Ανατολικής Αφρικής. Μέσω του γεγονότος αυτού, φάνηκε και η αδυναμία της Κοινωνίας των Εθνών να διατηρήσει την ειρήνη. Τόσο η Ιταλία όσο και η Αιθιοπία ήταν έθνη-μέλη, όμως η Κοινωνία των Εθνών δεν έδρασε, ενώ η Ιταλία παραβίαζε σαφώς το Άρθρο Χ του Συμφώνου της Κοινωνίας.[11] Το Ηνωμένο Βασίλειο και η Γαλλία υποστήριξαν την επιβολή κυρώσεων στην Ιταλία για την εισβολή, αλλά οι κυρώσεις δεν επιβλήθηκαν ποτέ πλήρως και δεν απέτρεψαν την εισβολή.[12]

Ισπανικός εμφύλιος πόλεμος (1936-1939)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τον Ιούλιο του 1936 στην Ισπανία, στρατιωτικοί με επικεφαλής τον στρατηγό και αρχηγό του κόμματος "Φάλαγγα" Φρανθίσκο Φράνκο αποφάσισαν να κινηθούν κατά της εκλεγμένης κυβέρνησης και να καταλάβουν πραξικοπηματικά την εξουσία. Από την μεριά των υποστηρικτών του Φράνκο δημιουργείται η Εθνικιστική Παράταξη ενώ οι αντίπαλοί τους και υποστηρικτές της νόμιμα εκλεγμένης κυβέρνησης, συγκροτούν την Δημοκρατική Παράταξη. Ο Χίτλερ και ο Μουσολίνι έδωσαν στρατιωτική υποστήριξη στον Φράνκο, με την Ιταλία να υποστηρίζει τους πραξικοπηματίες σε μεγαλύτερο βαθμό από ό,τι έκαναν οι Γερμανοί: συνολικά ο Μουσολίνι έστειλε στην Ισπανία περισσότερα από 70.000 επίγεια στρατεύματα και 6.000 προσωπικό αεροπορίας, καθώς και περίπου 720 αεροσκάφη.[13] Η Σοβιετική Ένωση υποστήριξε την υπάρχουσα κυβέρνηση της Ισπανικής Δημοκρατίας . Περισσότεροι από 30.000 ξένοι εθελοντές, γνωστοί ως Διεθνείς Ταξιαρχίες, πολεμούσαν επίσης ενάντια στους Εθνικιστές. Η Γερμανία χρησιμοποίησε αυτόν τον πόλεμο, ως ευκαιρία να δοκιμάσει τα πιο προηγμένα όπλα και τακτικές τους. Η Εθνικιστική Παράταξη κέρδισε τελικά τον εμφύλιο πόλεμο, τον Απρίλιο του 1939. Ο Φράνκο, πλέον δικτάτορας, θα παραμείνει επίσημα ουδέτερος κατά τη διάρκεια του Παγκοσμίου Πολέμου, αλλά γενικά θα ευνοήσει τον Άξονα, με μεγαλύτερη συνεργασία του την αποστολή εθελοντών για την μάχη στο Ανατολικό Μέτωπο.[13]

Ιαπωνική εισβολή στην Κίνα (1937)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τον Ιούλιο του 1937, η Ιαπωνία κατέλαβε την πρώην κινεζική αυτοκρατορική πρωτεύουσα του Πεκίνου αφού υποκίνησε το περιστατικό της Γέφυρας του Μάρκο Πόλο, που κατέληξε στην εκστρατεία της Ιαπωνίας εναντίον της Κίνας.[14] Από τον Σεπτέμβριο έως τον Νοέμβριο, οι Ιάπωνες επιτέθηκαν στο Ταϊγιουάν, δέσμευσαν τον στρατό των Κινέζων Εθνικιστών γύρω από το πεδίο της μάχης[15] και πολέμησαν τον στρατό των Κινέζων Κομμουνιστών.[16] [17] Ο στρατηγός Τσιανγκ Κάι Σεκ ανέπτυξε τα στρατεύματά του για να υπερασπιστεί τη Σαγκάη, αλλά μετά από τρεις μήνες μάχης, η Σαγκάη έπεσε. Οι Ιάπωνες συνέχισαν να απωθούν τις κινεζικές δυνάμεις, καταλαμβάνοντας την πρωτεύουσα Νανκίνγκ τον Δεκέμβριο του 1937. Μετά την πτώση του Νανκίνγκ, δεκάδες ή εκατοντάδες χιλιάδες Κινέζοι πολίτες και αφοπλισμένοι μαχητές δολοφονήθηκαν από τους Ιάπωνες.[18][19]

Τον Μάρτιο του 1938, οι εθνικιστικές κινεζικές δυνάμεις κέρδισαν την πρώτη τους μεγάλη νίκη στο Τάιχερχουάνγκ, αλλά δυο μήνες αργότερα η πόλη Ξουτσόου καταλήφθηκε από τους Ιάπωνες.[20] Τον Ιούνιο του 1938, οι κινεζικές δυνάμεις καθυστέρησαν την ιαπωνική πρόοδο πλημμυρίζοντας τον Κίτρινο Ποταμό. Αυτός ο ελιγμός αγόρασε χρόνο για τους Κινέζους να προετοιμάσουν την άμυνά τους στη Γουχάν, αλλά η πόλη καταλήφθηκε τελικά τον Οκτώβριο.[21] Οι Ιαπωνικές στρατιωτικές νίκες δεν επέφεραν την κατάρρευση της κινεζικής αντίστασης που η Ιαπωνία ήλπιζε να επιτύχει. Αντ 'αυτού, η κινεζική κυβέρνηση μετεγκαταστάθηκε εσωτερικά στο Τσονγκκίνγκ και συνέχισε τον πόλεμο.[22][23]

Συγκρούσεις Σοβιετικής Ένωσης - Ιαπωνίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μονάδα πυροβολικού του Κόκκινου Στρατού κατά τη διάρκεια μάχης με τους Ιάπωνες (1938)

Στα μέσα έως τα τέλη της δεκαετίας του 1930, οι Ιαπωνικές δυνάμεις στην Μαντζουρία είχαν σποραδικές συνοριακές συγκρούσεις με τη Σοβιετική Ένωση και την Μογγολία . Το ιαπωνικό δόγμα του Χοκουσίν-Ρον, το οποίο είχε στόχο την επέκταση της Ιαπωνίας προς τα βόρεια, υιοθετήθηκε από τον αυτοκρατορικό στρατό κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου. Με την ήττα της Ιαπωνίας στο Μάχη του Χαλχίν Γκολ το 1939, τον πόλεμο με την Κίνα να διεξάγεται ταυτόχρονα[24] και τους Γερμανούς να επιδιώκουν ουδετερότητα με τους Σοβιετικούς, αυτή η πολιτική θα αποδειχθεί δύσκολο να διατηρηθεί. Η Ιαπωνία και η Σοβιετική Ένωση υπέγραψαν τελικά ένα Σύμφωνο Ουδετερότητας τον Απρίλιο του 1941. Η Ιαπωνία όμως εξακολούθησε να υιοθετεί επεκτατικό δόγμα, το οποίο πήρε πλέον κατεύθυνση προς τα νότια και τον Ειρηνικό, οδηγώντας τελικά στον πόλεμο με τις Ηνωμένες Πολιτείες και τους Συμμάχους. [25] [26]

Προσάρτηση Αυστρίας (1938) και Τσεχοσλοβακίας (1939) στην Γερμανία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 12 Μαρτίου του 1938, η Γερμανία εξανάγκασε σε άνευ όρων συνθηκολόγηση την Αυστρία και την προσάρτησε, σε μια κίνηση που ονομάστηκε Anschluss (Άνσλους). Η Ιταλία περίμενε να δει την αντίδραση της Βρετανίας, που τελικά δεν υπήρξε, κι έτσι προτίμησε να δεχτεί την ενέργεια, σφίγγοντας περισσότερο τον δεσμό του άξονα Ρώμης-Βερολίνου. Τον Σεπτέμβριο, υπό την απειλή πολέμου, ο Χίτλερ προσάρτησε στη Γερμανία και τη Σουδητία, περιοχή της δυτικής Τσεχοσλοβακίας, με συμπαγή γερμανική μειονότητα 3.500.000 ατόμων. Ο πρωθυπουργός της Μεγάλης Βρετανίας Νέβιλ Τσάμπερλεν, σαφής υποστηρικτής της πολιτικής του «κατευνασμού» (appeasement) , υπέγραψε με τη Γερμανία τη Συμφωνία του Μονάχου, σύμφωνα με την οποία η Σουδητία αποδιδόταν στη Γερμανία, με αντάλλαγμα την υπόσχεση να μην προσαρτηθεί περισσότερο τσεχικό έδαφος, πράγμα που καταστρατηγήθηκε έξι μήνες αργότερα, όταν τον Μάρτιο του 1939 ο Χίτλερ κατέλαβε ολόκληρη την Τσεχοσλοβακία. Αλλά και τότε ακόμα, η Αγγλία δεν τόλμησε να απαιτήσει από τον Χίτλερ τον σεβασμό των συμφωνημένων. Η αγγλική διπλωματία, έρμαιο μιας πολιτικής των προηγουμένων κυβερνήσεων, που έβλεπαν με συμπάθεια τον Χίτλερ - βλέπε δηλώσεις του πρώην πρωθυπουργού της Ντέιβιντ Λόυντ Τζωρτζ (David Lloyd George) και του Υπουργού Εξωτερικών Λόρδου Χάλιφαξ υπέρ του Χίτλερ - ήθελαν να πιστεύουν μέχρι την τελευταία στιγμή ότι δεν έσφαλαν και μπορούσαν να ελέγξουν τον Χίτλερ. Κατ' άλλους, η στάση αυτή ήταν αποτέλεσμα της αδύναμης ακόμα πολεμικής μηχανής της Αγγλίας για μια μακρόχρονη και μεγάλη πολεμική εμπλοκή και απλά κέρδιζε χρόνο, αλλά κατ' άλλους επρόκειτο απλά για μια διπλωματική γκάφα ολκής, η οποία ως μόνη εγγύηση δεν είχε άλλο, πέραν της καλής θέλησης του Γερμανού δικτάτορα.

Στοιχεία Γερμανικού επεκτατισμού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο επεκτατισμός της Γερμανίας φάνηκε ξεκάθαρα με τις επόμενες απειλές του Χίτλερ προς την Πολωνία για τα θέματα του Ντάντσιχ και της ανατολικής Πρωσίας. Οι Άγγλοι αναγκάστηκαν τότε να δεσμευτούν με δική τους επέμβαση, αν προσβαλλόταν η ανεξαρτησία της Πολωνίας. Στις 23 Μαρτίου 1939 η Βρετανία και η Γαλλία είχαν εγγυηθεί μονομερώς την ακεραιότητα του Βελγίου, της Ολλανδίας και της Ελβετίας. Την ίδια εγγύηση έδωσαν στις 31 Μαρτίου και στην Πολωνία. Μετά την κατάληψη της Αλβανίας από την Ιταλία στις 7 Απριλίου 1939, έδωσαν ανάλογες εγγυήσεις στην Ελλάδα και τη Ρουμανία.

Κατά την κρίση της Σουδητίας το 1938, ο Στάλιν, είχε προσφέρει βοήθεια στην Τσεχοσλοβακία, αλλά δεν κλήθηκε να συμμετάσχει στη Συμφωνία του Μονάχου. Ο Χίτλερ του υπέβαλε μια πρόταση για ειρήνη ωστέ να αποφευχθεί η σύγκρουση και, τελικά, στις 23 Αυγούστου 1939 υπεγράφη στη Μόσχα το Γερμανοσοβιετικό Σύμφωνο μη Επίθεσης. Με μυστικό πρωτόκολλο δόθηκε στον Στάλιν η ελευθερία να προσαρτηθούν στην ΕΣΣΔ η Φινλανδία, η Εσθονία, η Λετονία, η ανατολική Πολωνία και η ανατολική Ρουμανία, σε περίπτωση που η Γερμανία εισβάλει σε αυτές.

Το ιστορικό του Πολέμου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Έναρξη του πολέμου (1939-1940)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Ευρώπη και οι κύριοι συνασπισμοί κρατών τις παραμονές του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου

Τα ξημερώματα της 1ης Σεπτεμβρίου 1939, η Γερμανία εξαπέλυσε επίθεση στην Πολωνία.[27][28] Ο γερμανικός στρατός, εφαρμόζοντας νέα και πρωτοποριακή τακτική που περιλάμβανε την συνδυασμένη δράση αεροπορίας, τεθωρακισμένων και μηχανοκίνητων δυνάμεων,[27] αιφνιδίασε τους Πολωνούς και σε πολύ σύντομο διάστημα κατέλαβε την χώρα. Η τακτική αυτή έμεινε γνωστή σαν «Κεραυνοβόλος Πόλεμος» (Blitzkrieg).[27] Στις 17 Σεπτεμβρίου, η Σοβιετική Ένωση εισέβαλε στην Πολωνία από τα ανατολικά και κατέλαβε την υπόλοιπη χώρα[29] (σύμφωνα με το μυστικό πρωτόκολλο του Γερμανοσοβιετικού συμφώνου[30]).[31] Η Βαρσοβία δέχθηκε ανηλεείς βομβαρδισμούς από την Luftwaffe και το γερμανικό πυροβολικό.[32][33][34] Τελικά παραδόθηκε στις 27 Σεπτεμβρίου,[35][36] ενώ στις 8 Οκτωβρίου προσαρτήθηκαν στο Ράιχ μεγάλες περιοχές της χώρας.[37] Λίγες ημέρες αργότερα συγκροτήθηκε το Γενικό Κυβερνείο.[37] Η Πολωνία, παρά την πεισματική άμυνα του στρατού της και τις τοπικές επιτυχίες, είχε καταληφθεί και διαμελισθεί.

Η Αγγλία και η Γαλλία αναγκάστηκαν να κηρύξουν τον πόλεμο στη Γερμανία αλλά χωρίς ακόμα να κινητοποιήσουν όλες τους τις δυνάμεις για πλήρη εμπλοκή. Ακολούθησε μια περίοδος που έμεινε γνωστή ως ο «Γελοίος Πόλεμος» (Drôle de Guerre) γιατί, παρά την κήρυξη πολέμου, η μια μερίδα των εμπολέμων δεν έπαιρνε ακόμα μέρος σε γενικό πόλεμο εναντίον της Γερμανίας. Από τις 3 Σεπτεμβρίου 1939 (Κήρυξη του πολέμου από την Μεγάλη Βρετανία στη Γερμανία) έως και τις 10 Μαΐου 1940 (Έναρξη της Γερμανικής επίθεσης στο Δυτικό Μέτωπο), διεξάγονταν πολύ περιορισμένες χερσαίες ή εναέριες εχθροπραξίες. Μόνη κινητικότητα υπάρχει στις ναυτικές επιχειρήσεις. Ο Γερμανικός Στρατός αναδιοργανώνεται στο Δυτικό Μέτωπο και συγκεντρώνει το μεγαλύτερο μέρος του δυναμικού του σε αυτό.

Στις 30 Νοεμβρίου η ΕΣΣΔ κήρυξε τον πόλεμο στη Φινλανδία,[38][39] μετά την άρνησή της να δεχτεί στο έδαφός της σοβιετικά στρατεύματα όπως αυτά που είχαν εγκατασταθεί στη Λιθουανία, τη Λετονία και την Εσθονία. Οι Φινλανδοί πρόβαλαν σθεναρή αντίσταση, και προκάλεσαν μεγάλες απώλειες στους Σοβιετικούς.[39][40][41] Ο πόλεμος τερματίστηκε επίσήμως με τη Συνθήκη της Μόσχας στις 13 Μαρτίου 1940, με την ΕΣΣΔ να λαμβάνει σημαντικά εδαφικά ανταλλάγματα.[40][42][43]

Πόλεμος στη Δυτική Ευρώπη (1940-1941)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χάρτης αλλαγών στην κατάσταση στο πεδίο της μάχης στην Ευρώπη κατά τη διάρκεια του Β 'Παγκοσμίου Πολέμου
Κύριο λήμμα: Επιχείρηση Weserübung

Στις 9 Απριλίου 1940 οι Γερμανοί, για να εκμεταλλευθούν τα λιμάνια της και για να εξασφαλίσουν τη ροή Σουηδικού σιδηρομεταλλεύματος, εισέβαλαν στη Νορβηγία και την κατέλαβαν χωρίς σημαντική αντίσταση, αφού οι Βρετανικές και Γαλλικές δυνάμεις που έκαναν επίσης απόβαση, αναγκάστηκαν να αποχωρήσουν μετά την κατάρρευση του μετώπου στη Γαλλία. Οι Νορβηγοί υπέγραψαν ανακωχή στις 9 Ιουνίου. Παρά την επιτυχία της, η εισβολή στη Νορβηγία στοίχισε ακριβά στον ήδη πενιχρό, σε σκάφη επιφανείας, Γερμανικό στόλο (Kriegsmarine), ο οποίος έχασε περισσότερα από 10 πολεμικά σκάφη, στην πλειονότητα τους αντιτορπιλικά. Η Δανία είχε συνθηκολογήσει, μετά από συμβολική αντίσταση, ήδη από τις 9 Απριλίου μετά από απειλή για βομβαρδισμό της Κοπεγχάγης.

Γερμανικά στρατεύματα στην Γκραν Πλας (Grande Place) των Βρυξελλών. 1940. Φωτ. Γερμανικού Ομοσπονδιακού Αρχείου

Μετά την εξασφάλιση της Νορβηγίας οι Γερμανοί στράφηκαν προς τη Γαλλία και για να υπερκεράσουν τη Γραμμή Μαζινό, σχεδίασαν έναν ελιγμό μέσω του Βελγίου, και επίθεση μέσω Λουξεμβούργου και του δάσους των Αρδεννών (ελιγμός του Σεντάν). Στις 10 Μαΐου ξεκίνησε η εισβολή στο Βέλγιο και την Ολλανδία. Στις 14 Μαΐου η Ολλανδία παραδόθηκε, και την ίδια στιγμή ξεκινούσε επίθεση μέσω των Αρδεννών προς τα μετόπισθεν των Βρετανικών και Γαλλικών γραμμών. Ως τις 26 Μαΐου οι Βρετανικές δυνάμεις είχαν εγκλωβιστεί στη Δουνκέρκη, από όπου κατορθώθηκε με επιτυχία να γίνει εκκένωση και να περάσουν στη Βρετανία 338.226 στρατιώτες, εγκαταλείποντας τεράστιες ποσότητες υλικού στα χέρια της Βέρμαχτ. Στις 27 Μαΐου συνθηκολόγησε το Βέλγιο, στις 5 Ιουνίου ξεκίνησε νέα επίθεση των Γερμανών κατά της Γαλλίας, και στις 10 Ιουνίου η Ιταλία κήρυξε τον πόλεμο εναντίον της Βρετανίας και της Γαλλίας. Η Γαλλία ζήτησε ανακωχή, η οποία υπογράφηκε στις 25 Ιουνίου. Η Βόρεια Γαλλία κατελήφθη από τη Γερμανία και στη Νότια δημιουργήθηκε το κράτος της Γαλλίας (Γαλλία του Βισύ), που ακολούθησε ως το τέλος του φιλοχιτλερική στάση.

Η Μεγάλη Βρετανία είχε μείνει η μοναδική δύναμη που συνέχιζε τον πόλεμο κατά της Γερμανίας. Οι ΗΠΑ μετά την πτώση της Γαλλίας κλονίστηκαν, αλλά παρ’ όλη τη συμπάθεια προς τη Βρετανία διατήρησαν την ουδετερότητά τους, ξεκινώντας όμως στρατολογία (για πρώτη φορά σε καιρό ειρήνης) και αυξάνοντας τον στρατιωτικό προϋπολογισμό. Η Βρετανία εφοδιαζόταν από τις ΗΠΑ, και για να διακοπεί αυτός ο εφοδιασμός οι Γερμανοί ξεκίνησαν τη Μάχη του Ατλαντικού, χρησιμοποιώντας τον στόλο υποβρυχίων που είχαν κατασκευάσει, βυθίζοντας πολλά εμπορικά πλοία. Οι ΗΠΑ επέκτειναν τη γραμμή επέμβασής τους μέχρι τη μέση του Ατλαντικού οπότε, μοιραία, συνάντησαν και γερμανικά υποβρύχια που επιτέθηκαν στις νηοπομπές. Αμερικανικά πλοία ενεπλάκησαν σε πολεμικές επιχειρήσεις συχνά με τα γερμανικά υποβρύχια, αρκετά πριν κηρυχθεί πόλεμος μεταξύ των δύο χωρών με θύματα και από τις δύο πλευρές.

Κύριο λήμμα: Μάχη της Αγγλίας
Το Λονδίνο από τον καθεδρικό ναό του Αγίου Παύλου μετά τον βομβαρδισμό από τους Γερμανούς, 29 Δεκεμβρίου 1940

Ο Χίτλερ γνώριζε ότι ο μόνος τρόπος για να υποτάξει τη Βρετανία ήταν να εισβάλει στο έδαφός της (είχε, έστω και καθυστερημένα, καταρτιστεί το ανάλογο σχέδιο με το προσωνύμιο «Θαλάσσιος Λέων» (Seelöwe)), αλλά δεν τολμούσε απόβαση όσο δεν είχε εξουδετερωθεί η Βρετανική Αεροπορία (RAF). Έτσι, ξεκίνησε τον Αύγουστο του 1940 τη λεγόμενη Μάχη της Αγγλίας, με αεροπορικές επιδρομές κατά των αεροδρομίων και λιμανιών της Αγγλίας, που συνεχίστηκαν τον Σεπτέμβριο με επιδρομές κατά πόλεων στο εσωτερικό της χώρας. Η αποτελεσματικότητα του ραντάρ, της αντιαεροπορικής άμυνας και των βρετανικών μαχητικών, προκάλεσαν υψηλές απώλειες στη Γερμανική αεροπορία, που εξαναγκάσθηκε έτσι να πραγματοποιεί μόνον νυκτερινούς βομβαρδισμούς. Στις 17 Σεπτεμβρίου 1940 ο Χίτλερ ανέβαλε την εισβολή για να προετοιμάσει την εκστρατεία κατά της Σοβιετικής Ένωσης, για την οποία οι στρατηγοί του τελικά τον έπεισαν να ξεκινήσει την άνοιξη αντί του φθινόπωρου, όπως αρχικά σχεδίαζε, ώστε να αποφύγουν τον επερχόμενο χειμώνα. Ο Χίτλερ πίστευε ότι, καταβάλλοντας την ΕΣΣΔ, θα έκαμπτε και τη βρετανική αντίσταση, σύμφωνα με άλλους ήθελε να εξουδετερώση την Σοβιετική Ένωση, να εξαλείψη τον κίνδυνο από ανατολικά και, ισχυροποιώντας το ναυτικό και την αεροπορία του να καταβάλη στην συνέχεια την Μεγάλη Βρετανία[44]. Ωστόσο, στις 11 Μαρτίου του 1941, οι ΗΠΑ, τηρώντας πάντα την αυστηρή ουδετερότητά τους, ψηφίζουν στο Κογκρέσσο ένα πολύ σημαντικό νόμο (HR 1776), τον Νόμο Εκμισθώσεως και Δανεισμού (Lend Lease Act), με τον οποίο ο Πρόεδρος (Ρούζβελτ) μπορεί να παραχωρεί σε όποια χώρα κρίνει σκόπιμο και με όποιο αντάλλαγμα κρίνει εύλογο οποιουδήποτε είδους υλικά. Ο Νόμος αυτός ανατρέπει ολοσχερώς τα σχέδια του Χίτλερ.

Ελληνικό Μέτωπο (1940-1941)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ελληνίδα μάνα αποχαιρετά τον γιο της πριν την αναχώρησή του για το μέτωπο.
Η ελληνική προέλαση (Νοέμβρης 1940 - Απρίλιος 1941).

Οι Ιταλοί επιτέθηκαν στην Ελλάδα (μέσω της Αλβανίας) το πρωί της 28ης Οκτωβρίου και τα τμήματα προκάλυψης στη γραμμή των συνόρων συμπτύχθηκαν και κατέλαβαν νέες θέσεις άμυνας στα μετόπισθεν στα πλαίσια του επιβραδυντικού αγώνα. Οι μεραρχίες «Φερράρα» και «Κένταυρος» κινήθηκαν προς την περιοχή του Καλπακίου. Οι Ιταλοί συνάντησαν σημαντικές δυσκολίες στην προώθηση τους λόγω των καταστροφών στο οδικό δίκτυο και στις γέφυρες και των συνεχών βροχοπτώσεων που είχαν μετατρέψει τις ημιονικές οδούς σε βούρκο και τα ρυάκια σε ορμητικούς χειμάρρους. Την 1η Νοεμβρίου, το ιταλικό Γενικό Επιτελείο έδινε προτεραιότητα στο μέτωπο της Αλβανίας έναντι αυτού της Αφρικής[45]. Η μεγαλύτερη απειλή για τις ελληνικές θέσεις διαγράφηκε από την διείσδυση των 11.000 ανδρών της Μεραρχίας Αλπινιστών «Τζούλια» στην Πίνδο με κατεύθυνση το Μέτσοβο και τη διάβαση της Κατάρας, η οποία απειλούσε να διαχωρίσει τις ελληνικές δυνάμεις. Οι Ιταλοί αρχικά σημείωσαν επιτυχίες, καθώς κατάφεραν να απωθήσει τις λιγοστές δυνάμεις του Ελληνικού στρατού και η κατάσταση για τις ελληνικές δυνάμεις έγινε απελπιστική. Εξαιτίας της κατάστασης, οι κάτοικοι της περιοχής αναγκάζονται να βοηθήσουν στον ανεφοδιασμό του Ελληνικού στρατού. Το Ελληνικό Γενικό Επιτελείο διέγνωσε έγκαιρα την απειλή και κατηύθηνε αμέσως όλες τις μονάδες που επιστρατεύονταν στην απειλούμενη περιοχή. Στις 31 Οκτωβρίου εκδηλώθηκε η πρώτη αντεπίθεση των Ελλήνων, η οποία σημείωσε μικρή επιτυχία. Οι Ιταλοί κατόρθωσαν στις 3 Νοεμβρίου να καταλάβουν τη Βοβούσα, 20 χιλιόμετρα βόρεια του Μετσόβου, αλλά οι δυνάμεις τους δεν ήταν αρκετές για να διαφυλάξουν το αριστερό άκρο της προώθησης τους, στο οποίο αντεπιτέθηκαν οι ελληνικές δυνάμεις που είχαν σπεύσει στην περιοχή. Οι Έλληνες αντεπιτίθενται και μέχρι τις 13 Νοεμβρίου έχουν ανακαταλάβει τις συνοριακές διαβάσεις της Πίνδου, με εξαίρεση την περιοχή της Κόνιτσας, που κατείχε η μεραρχία «Μπάρι» μέχρι την 16η Νοεμβρίου. Αυτό ήταν και το τέλος της «Μάχης της Πίνδου». Ήταν πλέον ξεκάθαρο ότι η ιταλική εισβολή είχε αποτύχει. Ο Ελληνικός Στρατός, μάλιστα, είχε προχωρήσει μέχρι τις Αλβανικές πόλεις Κορυτσά και Αργυρόκαστρο[46].

Έλληνες στρατιώτες, στην μάχη της Κλεισούρας (1941)

Οι ελληνικές εφεδρείες άρχισαν να φτάνουν στο μέτωπο στις αρχές Νοεμβρίου και ο αρχιστράτηγος Αλέξανδρος Παπάγος κατόρθωσε να πετύχει αριθμητική υπεροχή έναντι των Ιταλών ως τα μέσα Νοεμβρίου, πριν εξαπολύσει αντεπίθεση.[47] Μετά από σκληρή μάχη στην οχυρωμένη μεθόριο, οι Έλληνες τη διέσπασαν στις 17 Νοεμβρίου και μπήκαν στην Κορυτσά στις 22. Λόγω της αναποφασιστικότητας του ελληνικού Γενικού Επιτελείου, οι Ιταλοί βρήκαν χρόνο να αναδιοργανωθούν και να μην καταρρεύσουν τελείως παρόλο που στο στράτευμά τους είχε ήδη ξεσπάσει κρίση με παραιτήσεις υψηλόβαθμων στρατιωτικών.[48] Οι Έλληνες προέλασαν στην Ήπειρο και κατόρθωσαν να καταλάβουν τους Αγίους Σαράντα, το Πόγραδετς και το Αργυρόκαστρο ως τις αρχές Δεκεμβρίου και τη Χειμάρρα την παραμονή των Χριστουγέννων. Είχε πλέον καταληφθεί ουσιαστικά ολόκληρη η Βόρεια Ήπειρος. Στις 10 Ιανουαρίου 1941, πριν την έλευση της βαρυχειμωνιάς, καταλήφθηκε και το στρατηγικής σημασίας οχυρωμένο πέρασμα της Κλεισούρας.[49] Ο Ελληνοιταλικός Πόλεμος, θεωρείται η πρώτη νίκη των Συμμάχων στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο και έχει μείνει γνωστός ως «το Έπος του 40'».

Εντωμεταξύ, τον Μάρτιο του 1941 και με την απειλή της γερμανικής επέμβασης έκδηλη, οι Βρετανοί έστειλαν τις πρώτες τους ενισχύσεις και πολεμοφόδια στους Έλληνες. Και ενώ, λίγες ημέρες μετά την έναρξη των εχθροπραξιών, με εντολή του Βρετανού πρωθυπουργού Ουίνστον Τσόρτσιλ, η ελληνική αεροπορία είχε ενισχυθεί με λίγα αεροσκάφη, τα οποία οι Βρετανοί απέσπασαν από το μέτωπο της Μέσης Ανατολής, τώρα έφταναν στην Ελλάδα Βρετανικά αποικιακά στρατεύματα, αποτελούμενα από 34.000 Αυστραλούς και Νεοζηλανδούς. Επιπλέον, ήρθαν 24.000 Βρετανοί στρατιώτες, 5.000 Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι, καθώς και Άραβες, Εβραίοι και Παλαιστίνιοι εθελοντές[50]. Συγκεκριμένα, έστειλαν τέσσερις μεραρχίες, εκ των οποίων δύο τεθωρακισμένες, που αριθμούσαν 60.000 στρατιώτες υπό τις διαταγές του στρατηγού Χένρι Ουίλσον (Henry Wilson).[51].Ήδη από τις 15 Νοεμβρίου 1940 είχαν στείλει, από τα αποθέματά τους, 180.000 ζεύγη άρβυλα, 350.000 ζεύγη κάλτσες και εκατοντάδες μουλάρια με δύο πλοία,το ένα των οποίων βυθίσθηκε[52]

Ο πόλεμος στα Βαλκάνια (1941)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γερμανικά πολεμικά αεροσκάφη, πάνω από το Μαυροβούνιο (1941)

Στο μεταξύ, με την Ιταλία να αποτυγχάνει σε Αίγυπτο και Ελλάδα και τους Βρετανούς να προσφέρουν βοήθεια στην δεύτερη, ο Άξονας έπρεπε να δράσει στα Βαλκάνια. Τον Νοέμβριο, η Ρουμανία και η Ουγγαρία συμμάχησαν με τον Άξονα και το ίδιο έκανε η Βουλγαρία τον Μάρτιο του 1941.

Στις 6 Απριλίου 1941 ξεκίνησε η εισβολή των Γερμανών στα Βαλκάνια (επίσης γνωστή ως Επιχείρηση 25), στο Βασίλειο της Γιουγκοσλαβίας. Η εισβολή άρχισε με συντριπτική αεροπορική επίθεση στο Βελιγράδι και στις εγκαταστάσεις της Βασιλικής Γιουγκοσλαβικής Πολεμικής Αεροπορίας (VVKJ) από τη Λουφτβάφε (γερμανική Πολεμική Αεροπορία) και με επιθέσεις από δυνάμεις της Βέρμαχτ από τη νοτιοδυτική Βουλγαρία (σύμμαχο του Άξονα). Οι επιθέσεις αυτές ακολουθήθηκαν από προωθήσεις δυνάμεων του γερμανικού στρατού, από τη Ρουμανία, την Ουγγαρία και την Αυστρία (τότε προσαρτημένη στη Γερμανία). Η Γιουγκοσλαβική επίθεση στα βόρεια εδάφη του Ιταλικού προτεκτοράτου της Αλβανίας, σημείωσε, αρχικά, μικρές επιτυχίες αλλά απέτυχε λόγω της κατάρρευσης των υπολοίπων γιουγκοσλαβικών δυνάμεων. Η εισβολή τελείωσε όταν υπογράφηκε ανακωχή, στις 17 Απριλίου 1941, με βάση την άνευ όρων παράδοση του Βασιλικού Γιουγκοσλαβικού Στρατού, η οποία τέθηκε σε ισχύ το μεσημέρι της 18ης Απριλίου. Η Γιουγκοσλαβία στη συνέχεια καταλήφθηκε και διαμοιράστηκε από τις δυνάμεις του Άξονα. Κάποιες περιοχές ενσωματώθηκαν σε γειτονικές χώρες-μέλη του Άξονα, ενώ σε άλλες περιοχές δημιουργήθηκαν κράτη-μαριονέτες του Άξονα, όπως το Ανεξάρτητο Κράτος της Κροατίας.

Tα Γερμανικά στρατεύματα στην Αθήνα (1941)

Ο Γερμανικός Στρατός, μέσω Βουλγαρίας, επιτέθηκε στην Ελλάδα στις 6 Απριλίου 1941. Μέσω του εδάφους της Γιουγκοσλαβίας, υπερφαλαγγίστηκε η Γραμμή Μεταξά, η οποία όμως, κράτησε τις αμυντικές θέσεις της χωρίς να διασπασθεί[53]. Η 2η Μεραρχία Θωρακισμένων, με διοικητή τον Ρούντολφ Φάιελ (Rudolf Veiel), διεισδύει μέσω της λίμνης Δοϊράνης και προελαύνει ταχύτατα μη συναντώντας αντίσταση (αφού η μοναδική ελληνική Μεραρχία που τελούσε σε εφεδρεία, η 19η, δεν έχει τα μέσα να τη σταματήσει) και καταλαμβάνει τη Θεσσαλονίκη.[54] Ενώ το μέτωπο δεν είχε καταρρεύσει, στις 9 Απριλίου, στη Θεσσαλονίκη, υπογράφεται συνθηκολόγηση, καθώς η γραμμή Μεταξά είναι πλέον περικυκλωμένη. Στην Ελλάδα συνέχισαν να μάχονται οι Βρετανικές δυνάμεις μέχρι τις 27 Μαΐου - κυρίως θέλοντας να βρουν διέξοδο για να διαφύγουν. Η δραστηριότητα των Βρετανικών δυνάμεων στην Ελλάδα έληξε με τη Μάχη της Κρήτης, ενώ οι Έλληνες συνέχισαν να πολεμούν τις δυνάμεις του Άξονα μέχρι και την απελευθέρωσή τους μέσω της Ελληνικής Εθνικής Αντίστασης.

Μέτωπο της Βόρειας Αφρικής (1941-1942)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αυστραλοί στρατιώτες κατά τη διάρκεια της πολιορκίας του Τομπρούκ(1941)

Στο μεταξύ, οι Βρετανοί απώθησαν την ιταλική επίθεση στην Αίγυπτο τον Νοέμβριο του 1941 και ανάγκασαν τις ιταλικές δυνάμεις να υποχωρήσουν στη Λιβύη, μέσω της Επιχείρησης "Σταυροφορία"[55]. Για να βοηθήσει του συμμάχους του, ο Χίτλερ, έστειλε στην Αφρική στρατεύματα με διοικητή τον στρατηγό Έρβιν Ρόμελ. Ο Ρόμελ με τις επιθέσεις του, τον Ιανουάριο και

Φεβρουάριο, καθώς και τον Ιούνιο του 1942, προέλασε ως το Ελ Αλαμέιν. Συγκεκριμένα, ξεκίνησε με επιτυχία μια επίθεση από τη Λιβύη αναγκάζοντας τις Συμμαχικές δυνάμεις να υποχωρήσουν στην Αίγυπτο. Πείθοντας τους Χίτλερ και Μουσολίνι να αποφύγουν την επίθεση στη Μάλτα, κέντρο ανεφοδιασμού των Συμμάχων, ο Ρόμελ φτάνει στις 29 Ιουνίου 1942 στο Ελ Αλαμέιν (72 μόλις χιλιόμετρα από την Αλεξάνδρεια).

Εν τω μεταξύ, οι Βρετανοί έχουν αποκρυπτογραφήσει μεγάλο ποσοστό των μηνυμάτων που απέστελλαν οι Γερμανοί, με αποτέλεσμα από εδώ και πέρα ο Μπέρναρντ Μοντγκόμερυ, να αντιμετωπίζει με μεγαλύτερη επιτυχία τις δυνάμεις του Άξονα στη Β. Αφρική. Τον Οκτώβριο του 1942, ο Μοντγκόμερυ, κατάφερε να απωθήσει τα γερμανοϊταλικά στρατεύματα από την Αίγυπτο και τη Λιβύη, αναγκάζοντας τα να οπισθοχωρήσουν κατά 2.400 χιλιόμετρα. Στις 4 Νοεμβρίου βρίσκονταν πλέον πίσω στην Τυνησία.

Ιαπωνικός επεκτατισμός (1940-1941)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι ΗΠΑ εγκατέλειψαν την πολιτική ουδετερότητας που ακολουθούσαν και προσπάθησαν να αντιπαλέψουν την επεκτατικότητα της Ιαπωνίας στον Ειρηνικό. Το αμερικανικό Κογκρέσο διέθεσε, τον Μάρτιο του 1941, 7 δις δολάρια για να χορηγηθούν σε χώρες που θα υποδείκνυε ο πρόεδρος (όπως υπαγόρευε ο Νόμος Εκμισθώσεως και Δανεισμού), ενώ τον Ιούλιο αμερικανικές δυνάμεις εγκαταστάθηκαν στην Ισλανδία (που είχε καταληφθεί από τους Βρετανούς το 1940) με αντάλλαγμα 50 παλαιά αντιτορπιλικά, που παραχώρησαν στη Βρετανία και το ναυτικό των ΗΠΑ, ανέλαβε την προστασία των νηοπομπών στα χωρικά τους ύδατα.

Η Ιαπωνική Αεροπορία βομβαρδίζει το Βρετανικό Χονγκ Κονγκ (1941)

Τον Σεπτέμβριο του 1940, η Ιαπωνία είχε αναγκάσει την Κυβέρνηση του Βισύ, της Γαλλίας, να αποχωρήσει, ουσιαστικά, από την Ινδοκίνα. Οι ΗΠΑ σε αντίδραση απαγόρευσαν την εξαγωγή χάλυβα, σιδήρου και αεροπορικών καυσίμων στην Ιαπωνία. Η Ιαπωνία υπέγραψε συνθήκη ουδετερότητας με τη Σοβιετική Ένωση τον Απρίλιο του 1941. ώστε να είναι ασφαλής σε περίπτωση πολέμου με τη Μεγάλη Βρετανία ή τις ΗΠΑ, και, όταν η Γερμανία εισέβαλε στη Σοβιετική Ένωση, η Ιαπωνία κατέλαβε τη νότια Iνδοκίνα. Η Ιαπωνία, κατά κάποιο τρόπο, εκμεταλλεύεται τις μεταβαλλόμενες παγκόσμιες συγκυρίες. Η Ολλανδία είχε καταληφθεί από τους Γερμανούς, ενώ Γαλλία και Βρετανία βρίσκονται σε πόλεμο με τους Γερμανούς. Παρουσιάζονται, λοιπόν, πρώτης τάξεως και εύκολες ευκαιρίες στους Ιάπωνες, να καταλάβουν τη Γαλλική Ινδοκίνα, σημαντική για τον πόλεμο με την Κίνα, καθώς και τις Ολλανδικές Ανατολικές Ινδίες, που ήταν πλούσιες σε φυσικούς πόρους και πετρέλαιο. Στην περίοδο 1932-39 η Ιαπωνία είχε αναπτύξει με αξιοθαύμαστη επιμονή και εφευρετικότητα μια τεχνολογική πρόοδο, που την έφερνε σε πολύ προνομιούχο θέση απέναντι στις ΗΠΑ, οι οποίες είχαν δοκιμαστεί από την οικονομική κρίση του 1929, έχοντας ελαττώσει κατά πολύ τις στρατιωτικές τους δαπάνες. Ειδικά στον τομέα της αεροπορίας και του στόλου διέθετε δυνάμεις αριθμητικά και ποιοτικά υπέρτερες των ΗΠΑ, οι οποίες απέκτησαν και πολεμική πείρα στις ως τότε εκστρατείες στην Κίνα. Αλλά, καθώς της έλειπαν το πετρέλαιο και ο χάλυβας από το έδαφός της, γνώριζε ότι τα αποθέματά της δεν θα άντεχαν παρά έξι μήνες έως ένα έτος (το μέγιστο) σε μια μεγάλη σύρραξη, ενώ εκείνα των ΗΠΑ ήταν απείρως μεγαλύτερα. Γι' αυτό και το σχέδιο του Επιτελείου της υπέθετε ότι, με ένα αστραπιαίο πόλεμο έξι μηνών, θα μπορούσαν να λυγίσουν τις ΗΠΑ, ώστε να αποδεχτούν μια συνθηκολόγηση ως διπλωματική λύση, με την οποία οι ΗΠΑ θα αποδέχονταν την κυριαρχία της Ιαπωνίας στον Ειρηνικό. Οι ΗΠΑ από την πλευρά τους, αν και τεχνικά δε διέθεταν προς το παρόν ισάξιο τεχνικό δυναμικό στον Ειρηνικό, γνώριζαν από καιρό τα ιαπωνικά σχέδια, έχοντας καταφέρει να παραβιάσουν τους κώδικες επικοινωνίας του ιαπωνικού ναυτικού, κατάσταση που συνεχίστηκε σε όλη τη διάρκεια της σύρραξης χωρίς να γίνει αντιληπτή από τους Ιάπωνες. Εντούτοις, η Αμερικανική κυβέρνηση για πολιτικούς λόγους - κυρίως φοβούμενη την αντίδραση από τον αμερικανικό πληθυσμό - δε θέλησε να δώσει εκείνη το πρώτο πολεμικό χτύπημα στην Ιαπωνία, αλλά γνώριζε ότι θα είχε το πλεονέκτημα σε ένα μακροχρόνιο πόλεμο.

Για τον λόγο αυτό, μεταξύ 1941 και 1942, οι επιτυχίες των Ιαπώνων στην περιοχή της Νότιας Ασίας και στον Ειρηνικό Ωκεανό ήταν σημαντικές και θεαματικότερες απ' ό,τι οι αντίστοιχες γερμανικές στην Ευρώπη, αλλά παρέμεναν εύθραυστες. Στα τέλη του 1942, οι Ιάπωνες θα χάσουν το μεγαλύτερο μέρος από το πλέον αξιόμαχο ανθρώπινο υλικό τους, το οποίο δεν μπορούσαν πια να αντικαταστήσουν, ενώ αντίθετα οι ΗΠΑ αναγκάστηκαν, να κινητοποιήσουν το ανθρώπινο και βιομηχανικό τους δυναμικό, το οποίο τελικά αποδείχτηκε, όπως αναμενόταν, πολλαπλά ισχυρότερο σε σχέση με το ιαπωνικό.

Εισβολή στη Σοβιετική Ένωση (1941-1943)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Γερμανοί στο Καρκόβ (1941).

Ο Χίτλερ, έχοντας εξασφαλίσει το δυτικό μέτωπο και τα Βαλκάνια, στις 22 Ιουνίου 1941, εισέβαλε στη Σοβιετική Ένωση, η οποία αιφνιδιάστηκε αρχικά, πιστεύοντας ότι ο κεραυνοβόλος πόλεμος, δεν μπορούσε να εφαρμοστεί στην περίπτωσή της. Ενώ οι Σοβιετικοί διέθεταν υπεροπλία σε άρματα μάχης και αεροπλάνα, αυτά ήταν παλαιάς τεχνολογίας, με ανεπαρκή θωράκιση και οπλισμό, ανίκανα να αντιμετωπίσουν τα αντίστοιχα γερμανικά. Προσπάθησαν να εξαπολύσουν αντεπίθεση, ωστόσο, κυρίως λόγω της έλλειψης ικανών στρατιωτικών ηγετών, η αντεπίθεση συνετρίβη και ο Σοβιετικός Στρατός εξαναγκάσθηκε σε οπισθοχώρηση.

Η εισβολή σχεδιάστηκε σε τρεις άξονες: προς Λένινγκραντ στον βορρά, προς Μόσχα ανατολικά και προς Κίεβο στο νότο, ώστε να καθηλωθεί ο Σοβιετικός στρατός αλλά και να καταληφθούν οι σημαντικοί πόροι της Ουκρανίας και τα πετρέλαια του Καυκάσου. Το σημαντικό για τους Γερμανούς στρατηγούς ήταν να επιτύχουν νίκη μέσα σε δέκα εβδομάδες, πριν από την έναρξη του ρωσικού χειμώνα, καθώς είχαν ήδη καθυστέρηση τριών εβδομάδων λόγω της εκστρατείας στα Βαλκάνια.

Το Στάλινγκραντ μετά την απελευθέρωσή του (1943).

Από την αρχή της εισβολής, οι Σοβιετικοί, υπερασπίστηκαν τη Μόσχα, χάνοντας σημαντικές δυνάμεις, αλλά ο Χίτλερ διέταξε τις δυνάμεις του κεντρικού μετώπου να στραφούν προς Βορρά και Νότο για να βοηθήσουν τα άλλα δύο. Στον Βορρά σε συνεργασία με Φινλανδικές δυνάμεις πολιορκήθηκε το Λένινγκραντ, και στον Νότο μια επιτυχής κυκλωτική κίνηση στο Κίεβο αιχμαλώτισε 665.000 σοβιετικούς στρατιώτες. Αργότερα επαναλήφθηκε επίθεση εναντίον της Μόσχας με νέες σοβιετικές απώλειες και, παρόλο που είχε αρχίσει ο ρωσικός χειμώνας, οι επιχειρήσεις συνεχίστηκαν, με αρκετές βέβαια δυσκολίες. Ο Γερμανικός στρατός καθηλώθηκε 22 χλμ. πριν φθάσει στη Μόσχα και δέχτηκε την αντεπίθεση των Ρώσων, και, ενώ οι στρατηγοί του Χίτλερ πρότειναν να υποχωρήσουν και να αμυνθούν στην Πολωνία, ο Χίτλερ διέταξε να κρατήσουν τις θέσεις τους και να αμυνθούν επί τόπου (Haltbefehl). Η απόφαση αυτή του Χίτλερ, σε αυτή τη φάση του πολέμου, είχε θετικά αποτελέσματα αφού, παρά την ισχυρή αντεπίθεση των Ρώσων, τα εδάφη που χάθηκαν ήταν λιγοστά σε σχέση με αυτά που θα χάνονταν σε περίπτωση σύμπτυξης πίσω στην Πολωνία. Ωστόσο ένα χρόνο αργότερα, η ίδια διαταγή, θα είχε ως αποτέλεσμα την καταστροφή και την αιχμαλωσία της 6ης Γερμανικής Στρατιάς (200.000 στρατιώτες) του Φρίντριχ Πάουλους στο νότιο μέτωπο (Στάλινγκραντ), κάτι που ουσιαστικά σήμαινε την αντίστροφη μέτρηση για την ήττα του Χίτλερ στο έδαφος της Σοβιετικής Ένωσης.

Πόλεμος στον Ειρηνικό (1941-1943)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Φωτογραφία τραβηγμένη από ιαπωνικό αεροπλάνο κατά την επίθεση στο Περλ Χάρμπορ (1941)

Η Ιαπωνία μέχρι τον Δεκέμβριο του 1941 προσπαθούσε να άρει το εμπάργκο που της είχαν επιβάλει οι ΗΠΑ, αλλά και να καταλάβει όσο περισσότερα εδάφη της Νοτιοανατολικής Ασίας μπορούσε, για να εκμεταλλευθεί το πετρέλαιο και τους υπόλοιπους πόρους που διέθεταν. Από την άλλη πλευρά οι ΗΠΑ ανησυχούσαν για την ιαπωνική επεκτατικότητα, αλλά δίσταζαν να μπουν στον πόλεμο τη συγκεκριμένη στιγμή. Εντούτοις, απαίτησαν να αποσυρθούν οι Ιάπωνες από την Κίνα και την Ινδοκίνα.

Ιαπωνικά στρατεύματα εισβάλλουν στη Κουάλα Λουμπούρ (1942)

Στις 7 Δεκεμβρίου 1941 εξαπολύθηκε ιαπωνική αεροπορική επίθεση στον αμερικανικό στόλο που βρισκόταν στο Περλ Χάρμπορ της Χαβάης, καταστρέφοντας μεν τα περισσότερα βαριά θωρηκτά του αντιπάλου αλλά κανένα από τα αεροπλανοφόρα του που απουσίαζαν από τη βάση τη στιγμή της επίθεσης. Την επόμενη μέρα οι ΗΠΑ κήρυξαν τον πόλεμο εναντίον της Ιαπωνίας και στις 11 Δεκεμβρίου εναντίον της Γερμανίας και της Ιταλίας. Αμέσως μετά την επίθεση στο Περλ Χάρμπορ, οι Ιάπωνες κατέλαβαν τη νήσο Γουαίηκ, τη νήσο Γκουάμ, και το Χονγκ Κονγκ. Ακολούθησε εισβολή στη Μαλαισία και τη Βιρμανία, που καταλήφθηκε μέχρι τα τέλη Μαΐου 1942. Η Σιγκαπούρη, την οποία κατείχαν οι Βρετανοί, κατακτήθηκε στις 15 Φεβρουαρίου 1942 και το ίδιο έγινε τον Μάρτιο με τις Ανατολικές Ολλανδικές Ινδίες (Ινδονησία) και τη Νέα Γουινέα.

Οι αμερικανικές δυνάμεις είχαν συγκεντρωθεί στη νήσο Λουζόν των Φιλιππίνων, υπό τον στρατηγό Μακ Άρθουρ, με σκοπό την άμυνα των χερσονήσων Μπαταάν και Κορρέτζιντορ, που δεν έγινε δυνατή και καταλήφθηκαν από τους Ιάπωνες (η Μπαταάν στις 9 Απριλίου και η Κορρέτζιντορ στις 6 Μαΐου) κάτι που σήμανε την ολοκληρωτική κατάληψη των Φιλιππίνων. Προσπαθώντας να εκτείνουν την αμυντική τους περίμετρο οι Ιάπωνες κινήθηκαν προς το νότο, καταλαμβάνοντας την Γκουανταλκανάλ στις Νήσους του Σολομώντος. Το σημείο αυτό θεωρήθηκε το νοτιότερο σημείο ενός τεράστιου τόξου στον Ειρηνικό που περιόριζε επέκταση της Αμερικής, ενώ αντίστοιχα επέτρεπε στους Ιάπωνες να ευελπιστούν και σε μια απόβαση στην Αυστραλία. Αλλά στη Ναυμαχία της Θάλασσας των Κοραλλίων (7-8 Μαΐου 1942), η οποία διεξήχθη για πρώτη φορά μόνο με αεροπλανοφόρα, οι Ιάπωνες αναχαιτίστηκαν και σε ένα μήνα στη ναυμαχία του Μίντγουεϊ (4 Ιουνίου 1942), έχασαν τέσσερα αεροπλανοφόρα, πράγμα που τους στοίχισε ακριβά, ενώ σε λίγο, αμερικανικές δυνάμεις, αποβιβάστηκαν στην Γκουανταλκανάλ και κατέλαβαν το νησί και κυρίως το κράτησαν υπό τον έλεγχό τους παρά τις συστηματικές ιαπωνικές αντεπιθέσεις. Στις 5 Ιουνίου διατάχθηκε από το ιαπωνικό στρατηγείο η εγκατάλειψη της Γκουανταλκανάλ αν και η Ιαπωνία εξακολουθούσε να κυριαρχεί έντονα στον υπόλοιπο Ειρηνικό, έχοντας όμως δεχτεί ήδη ένα ισχυρό πλήγμα.

Από αριστερά: Τσανγκ Κάι Σεκ, Φράνκλιν Ρούζβελτ, και Ουίνστον Τσώρτσιλ στη Διάσκεψη του Καΐρου (25-11-1943).

Στη Ναυμαχία της Σάντα Κρουζ στις 26-27 Οκτωβρίου 1942 οι Αμερικανοί αν και μένουν με ένα μόνο ακέραιο και ένα βαριά λαβωμένο αεροπλανοφόρο σε όλο τον Ειρηνικό ανάγκασαν τον -ακόμα ως τότε- ισχυρότερο ιαπωνικό στόλο, να αποσυρθεί ντροπιασμένος στη βάση του, στο Τρουκ. Αυτή η αεροναυμαχία, αν και όχι τόσο διάσημη όσο οι προηγούμενες, είχε εντούτοις σημαδέψει την αναστροφή της τύχης του πολέμου στον Ειρηνικό. Παρόλο που οι ΗΠΑ βρέθηκαν στιγμιαία σε πολύ αδύνατο σημείο, η Ιαπωνία είχε χάσει σχεδόν το 80% των πεπειραμένων πληρωμάτων της, χωρίς να πετύχει τον αντικειμενικό της στόχο και χωρίς να έχει τη δυνατότητα να αντικαταστήσει τις απώλειες της, αντίθετα με τις ΗΠΑ, που τότε ακριβώς έφταναν στο σημείο της ακμής της πολεμικής τους μηχανής. Από το 1943, η Αμερική σχεδιάζει μια σταδιακή ανακατάληψη όλων των σημαντικών βάσεων της Ιαπωνίας στα νησιά του Ειρηνικού με δύο σκέλη δράσεων: α) Τον στρατηγό Ντάγκλας Μακάρθουρ, να επιτίθεται κατά μήκος του άξονα των νήσων της Νέας Γουινέας και Φιλιππίνων και β) τον Ναύαρχο Τσέστερ Νίμιτς, να επιτίθεται κατά μήκος των νήσων Μάρσαλ και Μαριαννών, με στόχο την ίδια την Ιαπωνία. Έκτοτε η Ιαπωνία περιέρχεται σε μια κατάσταση άμυνας, όπου προσπαθεί απεγνωσμένα να κρατήσει ένα αμυντικό τόξο γύρω από το μητροπολιτικό της έδαφος.

Συμμαχικές Επιχειρήσεις στην Βόρεια Αφρική (1942-1943)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 9 Νοεμβρίου 1942, Βρετανικά και Αμερικανικά στρατεύματα, αποβιβάζονται στις Γαλλικές κτήσεις της Βόρειας Αφρικής. Συγκεκριμένα οι Αμερικανοί, ερχόμενοι απευθείας από τις ΗΠΑ, αποβιβάζονται στο Μαρόκο και οι Βρετανοί στο Οράν της Αλγερίας. Η επιχείρηση αυτή των Συμμάχων είχε το κωδικό όνομα «Επιχείρηση Πυρσός» (Operation Torch). Οι διαφωνίες, βέβαια, ανάμεσα στους Συμμάχους δεν έλειπαν. Οι Αμερικανοί που βρίσκονταν στο Μαρόκο φοβούνταν μια συμμαχία της Ισπανίας του Φράνκο με τις δυνάμεις του Άξονα. Επέμεναν να παραμείνουν στη Δυτική πλευρά της Β. Αφρικής για να αποφύγουν μια πιθανή κατάληψη του Στενού του Γιβραλτάρ από τους Ισπανούς. Από την άλλη, οι Άγγλοι επέμεναν να οργανώσουν τις δυνάμεις τους όσο πιο ανατολικά ήταν δυνατό. Φοβόντουσαν την αναδιοργάνωση των γερμανοϊταλικών δυνάμεων που βρίσκονταν στην Τυνησία.

Κύριο λήμμα: Επιχείρηση Πυρσός

Όντως, η αντεπίθεση των δυνάμεων του Άξονα δεν άργησε να έρθει. Στις 12 Νοεμβρίου 1942, έχοντας ανεφοδιαστεί μέσω Σικελίας, επιτέθηκαν στους Συμμάχους. Η επίθεση αρχικά και η αντίσταση, στη συνέχεια, των Γερμανών και των Ιταλών κράτησε για έξι μήνες. Ο ανεφοδιασμός τους κατά το διάστημα αυτό γινόταν ολοένα και δυσχερέστερος, καθώς εμποδιζόταν από τα Συμμαχικά πολεμικά πλοία και αεροπλάνα. Αν και ο Χίτλερ είχε διατάξει πόλεμο μέχρις εσχάτων, στις 4 Μαΐου 1943, κυρίως εξαιτίας της έλλειψης καυσίμων, οι γερμανοϊταλικές δυνάμεις παραδόθηκαν: Έχοντας πρώτα καταστρέψει τον οπλισμό τους, 150.000 Γερμανοί και 90.000 Ιταλοί παραδόθηκαν σε Βρετανούς και Αμερικανούς.

Έτσι, το καλοκαίρι του 1943, ο πόλεμος στη Β. Αφρική έλαβε τέλος, με τους Συμμάχους να εκκαθαρίζουν τα νότια παράλια της Μεσογείου. Η επιτυχία ήταν μεγάλη, καθώς κατάφεραν να αποσπάσουν μεγάλο αριθμό ικανών Γερμανών στρατιωτών και ηγετών από το ρωσικό μέτωπο. Παράλληλα, το αποτέλεσμα του πολέμου στη Β. Αφρική ήταν ικανοποιητικό και για τους Γερμανούς: Είχε σχεδόν αποκλειστεί πια η πιθανότητα επίθεσης εντός του 1943 στη Γαλλία. Η εξάμηνη αντίσταση των δυνάμεων του Χίτλερ είχε, επίσης, καταδείξει τις ικανότητες και το υψηλό ηθικό του στρατού του. Συγκριτικά πάντως, οι Σύμμαχοι, μακροπρόθεσμα, κατάφεραν να βρεθούν σε πλεονεκτικότερη θέση, αφού με την κατάληψη των παραλίων της Β. Αφρικής και την εξουδετέρωση των δυνάμεων του Άξονα μπορούσαν πλέον να προετοιμαστούν για την επικείμενη απόβαση στη Σικελία.

Αντεπίθεση των Συμμάχων και απόβαση στην κατεχόμενη Ευρώπη (1943-1945)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά από την εκκαθάριση των ακτών της Β. Αφρικής από τις δυνάμεις του Άξονα, οι Σύμμαχοι έστρεψαν την προσοχή τους στη δυτική, κατεχόμενη Ευρώπη. Κύριο μέλημά τους ήταν η δημιουργία ενός δεύτερου μετώπου, έτσι ώστε να ελαττωθεί η πίεση του Άξονα προς τη Σοβιετική Ένωση, που βρισκόταν σε φάση ανάκαμψης και προετοιμασίας για αντεπίθεση.

Κύριο λήμμα: Μάχη του Κουρσκ

Έτσι, και αφού προώθησαν παραπλανητικές πληροφορίες για δήθεν επικείμενη απόβαση στην Ελλάδα (Επιχείρηση Κιμάς), προκειμένου να παραπλανηθεί ο εχθρός, εισέβαλαν στη Σικελία τον Ιούλιο του 1943, όπου και κατέλαβαν, μετά από πολύνεκρες, και από τις δυο πλευρές, μάχες, το Παλέρμο. Μέχρι το τέλος Αυγούστου και ύστερα από σκληρή αντίσταση από επίλεκτες γερμανικές δυνάμεις, που στάλθηκαν από τον Χίτλερ για να ανακόψουν την επέλαση των Συμμάχων, κατέλαβαν τη Ρώμη και η Ιταλία παραδόθηκε και πέρασε στην πλευρά των Συμμάχων, χωρίς, εν τούτοις, να σταματήσουν οι μάχες στο έδαφός της, που συνεχίστηκαν πάνω από τη γραμμή Γουσταύου. Ταυτόχρονα, στο Ανατολικό Μέτωπο, όπου οι Σοβιετικοί αντεπιτίθενται, διεξάγεται στο Κουρσκ η μεγαλύτερη μάχη τεθωρακισμένων που πραγματοποιήθηκε κατά τη διάρκεια του Πολέμου.

H απόβαση στην Νορμανδία.

Όμως, οι Σύμμαχοι δε σταμάτησαν εδώ. Σε μια προσπάθεια να επισπεύσουν τον τερματισμό του πολέμου, στις 6 Ιουνίου 1944 πραγματοποίησαν απόβαση στη Νορμανδία της Γαλλίας με το κωδικό όνομα «Operation Neptune», ανατρέποντας τις προβλέψεις των Γερμανών για απόβαση κοντά στο στενό της Μάγχης. Η D-Day, όπως ονομάστηκε η 6η Ιουνίου 1944, αποτέλεσε τη μεγαλύτερη απόβαση όλων των εποχών. Κατά την πρώτη φάση της μάχης, την απόβαση στη Νορμανδία, οι Σύμμαχοι δεν κατάφεραν να επιτύχουν τους στόχους τους για την πρώτη μέρα, αλλά απέκτησαν ένα προγεφύρωμα που επεκτάθηκε σταδιακά όταν κατέλαβαν το λιμάνι του Χερβούργου στις 26 Ιουνίου και την πόλη Καν στις 21 Ιουλίου. Μετά από μία αποτυχημένη αντεπίθεση των γερμανικών δυνάμεων στις 8 Αυγούστου, παγιδεύτηκαν, στον θύλακα της Φαλαίζ, 50.000 στρατιώτες της 7ης Στρατιάς. Οι γερμανικές δυνάμεις που κατάφεραν να διαφύγουν υποχώρησαν ανατολικά κατά μήκος του Σηκουάνα στις 29 Αυγούστου 1944, σημειώνοντας το τέλος της μάχης της Νορμανδίας. Παρόλο που οι απώλειες ήταν σημαντικές για τους Συμμάχους, τόσο κατά τη διάρκεια της απόβασης όσο και κατά τη μάχη της Νορμανδίας που ακολούθησε, το αποτέλεσμα τους δικαίωσε, αφού σε λιγότερο από ένα χρόνο, σε συνδυασμό με την επέλαση των Σοβιετικών στο ανατολικό μέτωπο, έσφιξε τον κλοιό γύρω από την Ναζιστική Γερμανία.

Η Μάχη του Βερολίνου και το τέλος του πολέμου στην Ευρώπη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύριο λήμμα: Μάχη του Βερολίνου

Η υπεροπλία των Σοβιετικών σε υλικό προκάλεσε ανεπανόρθωτες ζημιές στις δυνάμεις του Άξονα, με αποτέλεσμα να μην μπορέσουν να ανακάμψουν και να ανακτήσουν τις πρωτοβουλίες στις εξελίξεις στο Ανατολικό Μέτωπο μέχρι να τελειώσει ο Πόλεμος. Η πλάστιγγα είχε πλέον γυρίσει οριστικά υπέρ των Συμμαχικών δυνάμεων.Μετά την Επιχείρηση Βίστουλα-Όντερ τον Ιανουάριο και Φεβρουάριο του 1945, ο Κόκκινος Στρατός είχε κολλήσει προσωρινά σε μια γραμμή 60 χιλιόμετρα ανατολικά του Βερολίνου. Στις 9 Μαρτίου, οι Γερμανοί ανακοίνωσαν την επιχείρηση υπεράσπισης της πόλης με τίτλο επιχείρηση Κλάουζεβιτς. Οι πρώτες αμυντικές προετοιμασίες στα περίχωρα του Βερολίνου έγιναν στις 20 Μαρτίου, υπό τον στρατηγό Γκόταρντ Χάινριτσι.

Σοβιετικό άρμα μάχης εισβάλει στο Βερολίνο

Όταν η σοβιετική επίθεση συνέχισε από τις 16 Απριλίου, δύο Σοβιετικά τμήματα στρατού επιτέθηκαν στο Βερολίνο από τα ανατολικά και από τα νότια, ενώ ένα τρίτο διαπέρασε τις γερμανικές δυνάμεις που είχαν σταθμεύσει στα βόρεια του Βερολίνου. Πριν ξεκινήσει η κύρια μάχη στο Βερολίνο, ο Κόκκινος Στρατός περικύκλωσε την πόλη με τις επιτυχημένες μάχες των Υψωμάτων Ζέελοφ και του Χάλμπε. Στις 20 Απριλίου 1945, ημέρα των 56ων γενεθλίων του Χίτλερ, το 1ο Λευκορωσικό Μέτωπο υπό τον στρατάρχη Γκεόργκι Ζούκοφ, το οποίο προχωρούσε από ανατολικά και νότια, άρχισε να βομβαρδίζει το κέντρο του Βερολίνου, ενώ το 1ο Ουκρανικό Μέτωπο του στρατάρχη Ιβάν Κόνεφ προχώρησε προς τα νότια προάστια του Βερολίνου. Στις 23 Απριλίου ο στρατηγός Χέλμουτ Βάιντλινγκ ανέλαβε την στρατηγία των δυνάμεων στο Βερολίνο. Το φυλάκιο αποτελούνταν από διάφορες ανοργάνωτες και κατώτερες μεραρχίες της Βέρμαχτ και των Βάφφεν-ΣΣ, μαζί με ελλειπώς εκπαιδευμένες μονάδες των Φόλκστουρμ και της Νεολαίας του Χίτλερ. Εντός της επόμενης εβδομάδας ο Κόκκινος Στρατός κατέλαβε την υπόλοιπη πόλη.

Ο Στρατάρχης Βίλχελμ Κάιτελ υπογράφει την άνευ όρων συνθηκολόγηση στους Συμμάχους.

Στις 30 Απριλίου 1945 και ενώ οι Σοβιετικοί έχουν φτάσει σε απόσταση αναπνοής από την Καγκελαρία, ως αποτέλεσμα της Μάχης του Βερολίνου, ο Χίτλερ αυτοκτονεί (ενώ αρκετοί αξιωματούχοι του αυτοκτόνησαν λίγο αργότερα)[56]. Το φυλάκιο της πόλης παραδόθηκε στις 2 Μαίου αλλά οι μάχες συνέχισαν στα βορειοδυτικά, τα δυτικά και τα νοτιοδυτικά της πόλης και οι επιζώντες διάδοχοί του υπογράφουν την άνευ όρων συνθηκολόγηση, η οποία εκμηδενίζει τη νομική υπόσταση της Γερμανίας ως χώρας. Η υπογραφή της άνευ όρων συνθηκολόγησης έγινε στις 9 Μαΐου 1945, ώρα 0.43 π.μ., στην αίθουσα της στρατιωτικής σχολής μηχανικού, στο προάστιο Κάρλσχορστ του Βερολίνου. Την ανώτατη γερμανική στρατιωτική διοίκηση εκπροσώπησαν ο στρατάρχης Κάιτελ, ο ναύαρχος Φρίντερμπουργκ και ο στρατηγός της αεροπορίας Στουμπφ. Την αντιπροσωπεία της αντιχιτλερικής συμμαχίας αποτέλεσαν: από μέρους της ΕΣΣΔ ο στρατάρχης Γ. Κ. Ζούκωφ, από μέρους της Αγγλίας ο στρατάρχης της αεροπορίας Α. Τέντερ, από μέρους των ΗΠΑ ο στρατηγός Κ. Σπάατς και από τη Γαλλία, ο στρατηγός Ντε Λατρ ντε Τασινύ. Ο πόλεμος στην Ευρώπη τερματίζεται.

Η πτώση της Ιαπωνίας (1944-1945)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1944 είναι για την Ιαπωνία ένα έτος εξαιρετικής δοκιμασίας. Στο εσωτερικό της, οι πολιτικοί καταλαβαίνουν ότι το σχέδιο των 6 μηνών αστραπιαίου πολέμου προ πολλού δεν έχει αποφέρει αποτελέσματα και η τελική ήττα είναι αναπόφευκτη. Όμως την πρακτική ισχύ διαθέτουν οι στρατιωτικοί, οι οποίοι επιβάλλουν στους πολιτικούς τη θέλησή τους και η χώρα ζει ουσιαστικά υπό στρατιωτική δικτατορία, όπου και ο αυτοκράτορας Χιροχίτο, αποτελεί ένα είδος μαριονέτας του καθεστώτος. Για τους στρατιωτικούς η μόνη επιλογή είναι η μάχη μέχρις εσχάτων και ελπίζουν απλά να προκαλέσουν τόσο πολλές ανθρώπινες απώλειες στον εχθρό, που να τον αναγκάσουν, να αναθεωρήσει τα σχέδιά του για την κατάληψη της χώρας τους. Στη μάχη των Φιλιππίνων, στις 20 Οκτωβρίου 1944, εμφανίζονται και οι πρώτοι πιλότοι αυτοκτονίας «καμικάζι», οι οποίοι οδηγούν τα αεροπλάνα τους, γεμάτα εκρηκτικές ύλες, να καταπέσουν επί των εχθρικών πλοίων. Αν και αυτό τρομάζει αρχικά τις ΗΠΑ, σε λίγο διαπιστώνουν ότι, ουσιαστικά, πρόκειται για ένα κύκνειο άσμα της Ιαπωνίας. Οι καμικάζι είναι η απόδειξη της ανικανότητας του εναπομείναντος άπειρου ανθρώπινου υλικού να πλήξει σε μάχη τον εχθρό, πράγμα που κατάφερνε πολύ άνετα το 1941 - 1942. Επιπλέον, πρόκειται κυρίως για νεαρούς εθελοντές, που δεν είχαν καιρό να εκπαιδευθούν. Θα χαθούν συνολικά κάπου 1.800 από αυτούς, χωρίς να προκαλέσουν τις απώλειες που ήλπιζαν. Καταστρέφονται μόνο 2-3 μεγάλα πλοία, κάπου 10 μικρότερα και κάπου 100 υφίστανται ζημίες τις οποίες τελικά αποκατέστησαν, και αυτό αποτελεί μόνο το 10% του συνολικού στόλου των ΗΠΑ που δρα στον Ειρηνικό. Σύντομα, η απώλεια των Φιλιππίνων προκάλεσε εσωτερικά την πρώτη πολιτική κρίση, που οδήγησε σε παραίτηση τον στρατιωτικό πρωθυπουργό Τότζο Χίντεκι, χωρίς όμως να αλλάξει την ιαπωνική νοοτροπία για τη συνέχεια του πολέμου, η οποία κρατήθηκε στο ίδιο πνεύμα της μάχης μέχρις εσχάτων.

Το πυρηνικό "μανιτάρι" ύψους 18 χιλιομέτρων που σχηματίστηκε από την έκρηξη της ατομικής βόμβας στο Ναγκασάκι.

Χαρακτηριστική είναι η μάχη για τη νήσο Ίβο Τζίμα, (19 Φεβρουαρίου - 26 Μαρτίου 1945). Οι Ιάπωνες υπερασπίστηκαν το νησί κρυμμένοι μέσα σε σπηλιές, με μόνο στόχο να πεθάνουν μέχρις ενός αλλά προκαλώντας τρομακτικές απώλειες στον εχθρό. Το αποτέλεσμα σχεδόν τους δικαίωσε, αφού σκοτώθηκαν 21.703 Ιάπωνες συμπαρασύροντας στον θάνατο 27.909 Αμερικανούς. Οι απώλειες αυτές είναι σχεδόν τριπλάσιες των απωλειών κατά την απόβαση στη Νορμανδία. Το γεγονός είναι αλήθεια ότι τρόμαξε την Αμερική, η οποία, ως απάντηση, αποφάσισε τη συστηματική καταστροφή των μέσων διεξαγωγής πολέμου στο μητροπολιτικό έδαφος της Ιαπωνίας με συχνούς εμπρηστικούς βομβαρδισμούς. Ορμώμενα από τις βάσεις στις Μαριάννες Νήσους, υπό τη διοίκηση του αποφασιστικού Πτέραρχου Κέρτις Λε Μαίη, τα τελευταία αμερικανικά βομβαρδιστικά Β-29 έκαψαν την Ιαπωνία εκ βάθρων. Μόνο μεταξύ 9-10 Μαΐου 1945 στο Τόκιο χάθηκαν 100.000 άτομα μέσα σε μία πύρινη κόλαση. Η αντίσταση της Ιαπωνίας ήταν πλέον πρακτικά αδύνατη και ο Χιροχίτο προσπαθούσε να βρει τρόπο, μυστικά, να πετύχει μια συνεννόηση, αλλά οι στρατιωτικοί ετοιμάζουν άμυνα μέχρις εσχάτων την ώρα που, οι Αμερικανοί, θα τολμούσαν μια απόβαση στο μητροπολιτικό τους έδαφος.

Η στιγμή της λήξης του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, στις 2 Σεπτεμβρίου 1945. Ο Ιάπωνας υπουργός εξωτερικών Μαμόρου Σιγκεμίτσου υπογράφει την άνευ όρων παράδοση της Ιαπωνίας.

Στην Ουάσινγκτον, η απόβαση αυτή όντως σχεδιάζεται και οι εκτιμήσεις για τις απώλειες είναι μεγάλες: λογαριάζουν κάπου 2.000.000 ακόμα νεκρούς Αμερικανούς. Οι Μακ Άρθουρ, Νίμιτς, Λε Μαίη και Αϊζενχάουερ επιμένουν ότι η απόβαση δεν είναι αναγκαία, διότι η Ιαπωνία, εντελώς αποκλεισμένη ναυτικά από παντού, χωρίς βασικά εφόδια και υφιστάμενη αδιάκοπους βομβαρδισμούς, δεν αποτελεί πλέον απειλή. Αλλά, διπλωματικά, η κατάσταση εμπλέκεται με την ΕΣΣΔ, η οποία κηρύσσει τον πόλεμο και εξαπολύει επίθεση στην Ιαπωνία, ενώ κατέχει ήδη σημαντικό τμήμα της Ευρώπης την ώρα που πλησιάζουν οι διασκέψεις για τη μεταπολεμική κατάσταση στο Πότσνταμ. Τότε ο νέος πρόεδρος των ΗΠΑ Χάρρυ Τρούμαν δέχεται συμβουλές να χρησιμοποιήσει το νεοανακαλυφθέν υπερόπλο της Ατομικής Βόμβας, που οι ΗΠΑ σχεδίαζαν αρχικά για να χρησιμοποιήσουν εναντίον του Χίτλερ. Η απόφαση δέχεται έντονες επικρίσεις, κυρίως από τους επιστήμονες που την κατασκεύασαν, αλλά ο Τρούμαν αποβλέπει σε μια έκρηξη της οποίας ο (από)ηχος θα ακουστεί κυρίως στη Μόσχα. Στις 6 Αυγούστου (Χιροσίμα) και 9 Αυγούστου (Ναγκασάκι) 1945 η Ιαπωνία δέχεται δύο ατομικές βόμβες, που προκαλούν 240.000 νεκρούς και πολύ μεγαλύτερο αριθμό τραυματιών και θυμάτων της ραδιενεργής ακτινοβολίας, ενώ οι πόλεις που χτυπήθηκαν σχεδόν εξαφανίζονται από τον χάρτη. Αυτό δίνει την ευκαιρία στον Χιροχίτο να προβεί σε άμεσες συνεννοήσεις για παράδοση της Ιαπωνίας, παρακάμπτοντας τους άναυδους στρατιωτικούς και, τελικά, ο πόλεμος τερματίζεται επίσημα στις 2 Σεπτεμβρίου 1945 με την επίσημη υπογραφή της άνευ όρων παράδοσης της Ιαπωνίας, επάνω στο θωρηκτό «Μιζούρι».

Εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι κατηγορούμενοι στην δίκη της Νυρεμβέργης.

Ο πόλεμος αυτός, εκτός από τις πάμπολλες απώλειες στις ένοπλες δυνάμεις των διάφορων κρατών, χαρακτηρίστηκε από μαζικές εκτελέσεις αμάχων και άθλιες συνθήκες διαβίωσης των κατακτημένων λαών. Συγκεκριμένα, εκτιμάται ότι σκοτώθηκαν περίπου 57 εκατομμύρια άμαχοι κατά την διάρκεια του πολέμου, με τους περισσότερους από αυτούς να είναι πολίτες Συμμαχικών κρατών, με τις εκτελέσεις να πραγματοποιούνται συνήθως είτε για ρατσιστικούς λόγους, είτε για αντίποινα. Τα μεγαλύτερα ποσοστά θανάτων αμάχων (αναλογικά με τον πληθυσμό της κάθε χώρας) τα είχαν οι χώρες της Βαλτικής, η Σοβιετική Ένωση, η Πολωνία, η Κίνα, η Γιουγκοσλαβία, η Ελλάδα, η Γερμανία, η Ινδονησία και η Γαλλική Ινδοκίνα, ενώ σε παγκόσμιο επίπεδο τεράστιες απώλειες είχαν οι Εβραίοι και οι Ρομά. Για τα περισσότερα από τα εγκλήματα αυτά, καταδικάστηκαν οι κύριοι συμμετέχοντες της τότε Γερμανικής κυβέρνησης (Nαζιστικό Εργατικό Κόμμα), στην δίκη της Νυρεμβέργης, μετά την λήξη του πολέμου.

Το Ολοκαύτωμα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το μεγαλύτερο έγκλημα του πολέμου, ήταν αναμφισβήτητα το Ολοκαύτωμα. Προοίμιο του Ολοκαυτώματος είναι το πογκρόμ της Νύχτας των Κρυστάλλων και το Πρόγραμμα Ευθανασίας T-4, τα οποία οδήγησαν στη συνέχεια στα τάγματα θανάτου και στα στρατόπεδα εξόντωσης τα οποία αποτελούσαν μαζική και κεντρικά οργανωμένη προσπάθεια για την εξόντωση κάθε μέλους των κοινοτήτων που αποτελούσαν στόχο των Ναζί. Κύρια θύματα ήταν οι Εβραίοι, μέσω αυτού που οι Ναζί ονόμαζαν «Τελική Λύση του Εβραϊκού Ζητήματος». Ο αριθμός των θυμάτων του εβραϊκού πληθυσμού που εξοντώθηκε συνήθως προσδιορίζεται στα έξι εκατομμύρια, αν και οι τυπικές εκτιμήσεις από τους ιστορικούς για το εύρος των θυμάτων κυμαίνονται από πέντε εκατομμύρια ως και πάνω από έξι εκατομμύρια. Εκτός από τους Εβραίους, περίπου 220.000 Ρομά και Σίντι θανατώθηκαν στο Ολοκαύτωμα (μερικές εκτιμήσεις φτάνουν ως και τις 800.000), δηλαδή το 25-50% του ευρωπαϊκού τους πληθυσμού. Άλλες ομάδες που κρίθηκαν «φυλετικά κατώτερες» ή «ανεπιθύμητες» ήταν στρατιώτες και πολίτες αιχμάλωτοι σε κατεχόμενες περιοχές της Σοβιετικής Ένωσης (περιλαμβανομένων των Ρώσων και άλλων Σλάβων), Πολωνοί [57], διανοητικά ασθενείς ή σωματικά ανάπηροι, ομοφυλόφιλοι, Μάρτυρες του Ιεχωβά, Ελευθεροτέκτονες, Κομμουνιστές και άλλοι πολιτικοί αντιφρονούντες, συνδικαλιστές, καλλιτέχνες και κάποιοι Καθολικοί και Προτεστάντες κληρικοί που διώχτηκαν ή θανατώθηκαν. Αν συνυπολογιστούν και αυτές οι πληθυσμιακές ομάδες, ο αριθμός των θυμάτων ανεβαίνει σημαντικά. Οι εκτιμήσεις τοποθετούν το συνολικό αριθμό θυμάτων του Ολοκαυτώματος από 7 έως και 26 εκατομμύρια ανθρώπους.[58]

Μαζικές εκτελέσεις σε στρατόπεδο συγκέντρωσης

Το Ολοκαύτωμα εφαρμόστηκε χωρίς κανένα έλεος ή εξαίρεση για τα παιδιά ή τα μωρά, και τα θύματα συχνά βασανίζονταν πριν τελικά δολοφονηθούν. Οι Ναζί διεξήγαγαν σαδιστικά και θανατηφόρα πειράματα με το πρόσχημα της ιατρικής έρευνας, χρησιμοποιώντας κρατούμενους, συμπεριλαμβανομένων και παιδιών. Ο Γιόζεφ Μένγκελε, στρατιωτικός γιατρός στο Άουσβιτς και διευθυντής της ιατρικής υπηρεσίας στο Μπίρκεναου, ήταν γνωστός ως «ο Άγγελος του Θανάτου» για τα σαδιστικά και ανορθόδοξα πειράματά του. Πολλά από αυτά τα πειράματα είχαν σκοπό να παραγάγουν «φυλετικά αγνά» μωρά ή να διερευνήσουν τις αντοχές του ανθρώπινου σώματος στον πόνο, τον ακρωτηριασμό, την πίεση ή τη θερμοκρασία (υπάρχουν, μεταξύ πολλών άλλων, μαρτυρίες για κρατούμενους που βυθίζονταν ζωντανοί σε καζάνια με βραστό ή παγωμένο νερό). Οι περισσότεροι από τους κρατούμενους που χρησιμοποιήθηκαν στα πειράματα αυτά δεν επέζησαν. Το ίδιο σκληρή και βάναυση ήταν και η καθημερινή ζωή στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, με τους ξυλοδαρμούς, τα βασανιστήρια και τις ομαδικές εκτελέσεις από τους Ναζί να είναι στην ημερήσια διάταξη.

Ατομικές Βόμβες στην Χιροσίμα και το Ναγκασάκι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το πυρηνικό "μανιτάρι" στη Χιροσίμα.

Παρόλο που δεν ήταν σύνηθες να διαπράττονται εγκλήματα πολέμου από τις Συμμαχικές δυνάμεις (τουλάχιστον πριν την λήξη του πολέμου), οι Ηνωμένες Πολιτείες ήταν αυτές που διέπραξαν μια αποτρόπαια πράξη και μάλιστα μετά από την νίκη των Συμμάχων στην Ευρώπη[59][60]. Η συγκεκριμένη επίθεση προκάλεσε τον θάνατο πολλών αμάχων και μέχρι και σήμερα παραμένει η μόνη χρήση ατομικής βόμβας σε πολεμική αντιπαράθεση. Ο αρχικός αριθμός των θυμάτων που πέθαναν ακαριαία από τη ρίψη των βομβών υπολογίζεται σε περίπου 70.000 στη Χιροσίμα και 40.000 στο Ναγκασάκι. Όμως οι ολέθριες συνέπειες της πυρηνικής ακτινοβολίας τους επόμενους τέσσερις μήνες αύξησαν τον αριθμό των νεκρών σε 90.000-166.000 στη Χιροσίμα και 80.000 στο Ναγκασάκι.[61] Μέχρι το 1950 ο απολογισμός των θυμάτων είχε φτάσει τα 200.000 θύματα.[62] [./Β΄_Παγκόσμιος_Πόλεμος#cite_note-63 [63]]

Θύμα της ατομικής βόμβας

Οι δύο αυτές ρίψεις έγιναν με προσωπική απόφαση του τότε Προέδρου των ΗΠΑ Χάρι Τρούμαν. Για να πραγματοποιηθούν, ο διοικητής της μοίρας της Αεροπορίας Στρατού Σπατζ, στην οποία ανήκαν τα αεροσκάφη, ζήτησε έγγραφη τη διαταγή από την πολιτική ηγεσία "αρνούμενος να σκοτώσει ίσως 100.000 άτομα με προφορικές μόνον εντολές". Η διαταγή πράγματι του στάλθηκε εγγράφως με τις υπογραφές του Υπουργού Εσωτερικών Τζορτζ Μάρσαλ και του Υπουργού Στρατιωτικών Χένρι Στίμσον. Η τελική, ωστόσο, απόφαση, σύμφωνα με το Σύνταγμα των ΗΠΑ, έπρεπε να ληφθεί μόνον από τον Πρόεδρο, ο οποίος και την έλαβε, με την δικαιολογία ότι οι ρίψεις αυτές θα έφερναν γρήγορο τέλος στον πόλεμο του Ειρηνικού και ότι τα θύματα από τις βόμβες θα ήταν λιγότερα από τις απώλειες σε μια ενδεχόμενη απόβαση στην Ιαπωνία ή από τη συνέχιση του πολέμου. Υπάρχουν απόψεις όμως που υποστηρίζουν ότι η ρίψη των ατομικών βομβών ήταν μια επίδειξη δύναμης από τις ΗΠΑ προς τον υπόλοιπο κόσμο και κυρίως προς τη Σοβιετική Ένωση. Ως τέτοια, προλείανε το έδαφος για την έναρξη του Ψυχρού Πολέμου. Για τους περισσότερους μελετητές και ιστορικούς οι ρίψεις των ατομικών βομβών ήταν ένα έγκλημα.[63]

Η τύχη των Γερμανών πολιτών μετά την κατάληψη της Γερμανίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά τους τελευταίους μήνες του πολέμου και κατά τα χρόνια που ακολούθησαν μετά την συνθηκολόγηση, διαπράχθηκαν μαζικά εγκλήματα κατά αμάχων Γερμανών - ανδρών, γυναικών και παιδιών - από τους Δυτικούς Συμμάχους και την Σοβιετική Ένωση. Αναγνωρίζεται ότι γενικά «ο ωκεανός πολεμικής προπαγάνδας υφαίνει ένα μύθο που διατηρείται για αρκετές δεκαετίες» (D. Murphey, σ. 2, 19). Για πολλά χρόνια αυτό το θέμα ήταν ένα ταμπού, ακόμα και για τους Γερμανούς. Έτσι, εργασίες πάνω στη μεταχείριση των Γερμανών αμάχων εμφανίζονται κυρίως προς το τέλος του 20ου και αρχές του 21ου αιώνα.[64]

Kατεστραμμένος δρόμος στο Βερολίνο.

Υπολογίζεται ότι στο τέλος του πολέμου 16,5 εκατομμύρια Γερμανοί αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους. Από αυτούς, τα 9,3 εκατομ. εκδιώχθηκαν από περιοχές της Ανατολικής Πρωσίας που ενσωματώθηκαν στην Πολωνία. (Με συμφωνία των Συμμάχων υπήρξε μια σημαντική μετατόπιση της Πολωνίας προς τα βορειοδυτικά). Οι υπόλοιποι 7,2 εκατομ. εκδιώχθηκαν από περιοχές της Κεντρικής Ευρώπης όπου ζούσαν επί γενεές. Αυτή η μαζική εκτόπιση βασίστηκε στην Συμφωνία του Πότσδαμ στα μέσα του 1945. Aν και η Συμφωνία προέβλεπε ότι ο εκτοπισμός θα γινόταν «με τον πλέον ανθρωπιστικό τρόπο», στην πράξη αυτό δεν τηρήθηκε. Εκτιμάται ότι από 2,1 έως 6,0 εκατομ. Γερμανοί πέθαναν κατά τη διάρκεια των εκτοπίσεων από την πείνα και το κρύο. Ο Κόνραντ Αντενάουερ είχε δηλώσει ότι από τους εκτοπισμένους πέθαναν 6 εκατομμύρια. Ο ιστορικός Τζέιμς Μπακ εκτιμά ότι 5,7 εκατομ. εξαφανίστηκαν μέσα στη Γερμανία μεταξύ Οκτωβρίου 1946 και Σεπτεμβρίου 1950. Μάλιστα αναφέρεται ότι στη Νότια Σιλεσία το ένα τέταρτο μιας πόλης έκανε ομαδική αυτοκτονία. Βρετανοί στρατιώτες ανέφεραν ότι οι λίμνες ήταν γεμάτες πτώματα γυναικών που αυτοκτόνησαν.

Βρετανοί και Σοβιετικοί στο Βερολίνο (1945)

Κατά τα πρώτα έτη μετά τον πόλεμο οι σύμμαχοι εμπόδιζαν τη παροχή προς τους Γερμανούς ανθρωπιστικής βοήθειας που ερχόταν από τον Ερυθρό Σταυρό, θρησκευτικούς ή άλλους οργανισμούς. Ο γερμανικός αλιευτικός στόλος υποχρεωνόταν να παραμένει στα λιμάνια. Στην Αμερικανική Ζώνη του Βερολίνου υπήρξε η πολιτική «τίποτα δεν χαρίζεται και όλα πετιούνται». Στην Ανατολική Πρωσία που κατεχόταν από τη Σοβιετική Ένωση εφαρμόστηκε πολιτική λιμοκτονίας ανάλογη με αυτή της Ουκρανίας της δεκαετίας του 1930. Κατά τους ιδιαίτερα ψυχρούς χειμώνες του 1946-47 και 1948-49 χιλιάδες πέθαναν από το κρύο λόγω έλλειψης καυσίμων και ρούχων, ιδιαίτερα μεταξύ των προσφύγων από την Ανατολή.

Οι Γερμανοί αιχμάλωτοι πολέμου ήταν γύρω στα 11 εκατομμύρια συνολικά. Από αυτούς, 1,5 εκατομ. δεν επέστρεψαν στα σπίτια τους. Στο τέλος του πολέμου κρατούνταν στην ΕΣΣΔ περί τα 4 έως 5 εκατομ. Γερμανοί. Δεν ήταν όλοι μάχιμοι, καθώς οι σοβιετικοί δεν έκαναν διάκριση μεταξύ αιχμαλώτων πολέμου και πολιτών. Μερικοί κρατήθηκαν μέχρι και το 1956 όταν ο Κ. Αντενάουερ επισκέφθηκε τη Μόσχα. Αλλά πιστεύεται ότι ακόμα και το 1979 υπήρχαν 72.000 αιχμάλωτοι στη Σοβ. Ένωση. Οι Αμερικανοί κράτησαν αιχμαλώτους 4,2 εκατομ. στρατιώτες και 3,4 άλλους που τους χαρακτήρισαν ως «παραδοθέντες εχθρούς» ή «αφοπλισμένους εχθρούς», οι οποίοι δεν καλύπτονταν από τις συνθήκες της Χάγης και της Γενεύης. Δεν υπάρχουν στοιχεία για τους αιχμαλώτους των Αμερικανών που πέθαναν, υπάρχουν όμως αναφορές για συγκεκριμένα στρατόπεδα όπου χιλιάδες αφέθηκαν να πεθάνουν[εκκρεμεί παραπομπή] από την πείνα και το κρύο, παρ’ όλο που τρόφιμα «στιβάζονταν σε σωρούς έξω από τα στρατόπεδα». Σχετικά καλύτερη ήταν η μεταχείριση των αιχμαλώτων από τους Βρετανούς. Άλλοι Γερμανοί στάλθηκαν για καταναγκαστική εργασία στη Γαλλία όπου είχαν ιδιαίτερα άγρια μεταχείριση. Από τους συγγραφείς σημειώνεται η μονομέρεια της Δίκης της Νυρεμβέργης, καθώς αυτή ασχολήθηκε μόνο με Γερμανούς εγκληματίες πολέμου.[65]

Θύματα σεξουαλικής εκμετάλλευσης από τους Συμμάχους[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γερμανίδες υποχρεώνονται από τους Συμμάχους να εργαστούν υπό άθλιες συνθήκες, για να τους δοθεί κάρτα σίτισης.

Ιδιαίτερα σημειώνεται το κύμα μαζικών βιασμών από μέλη του Σοβιετικού στρατού. Στο Βερολίνο οι μετριότερες εκτιμήσεις για τα θύματα βιασμών είναι περί τις 20.000, με ηλικίες των θυμάτων να είναι από 12 έως 75.[66] Θύματα βιασμών από το Σοβιετικό στρατό έπεσαν όχι μόνο Γερμανίδες, αλλά και γυναίκες της Ουγγαρίας, Βουλγαρίας και Ουκρανίας. Στη Σοβιετική Ζώνη της Αυστρίας οι βιασμοί ήταν καθημερινό φαινόμενο μέχρι το 1947. Η επίσημη πολιτική ήταν κατά των βιασμών, αλλά στην πράξη μόνο το 1949 εφαρμόστηκαν κάποια αποτρεπτικά μέτρα από τους Σοβιετικούς. Πιστεύεται ότι τουλάχιστον 100.000 γυναίκες βιάστηκαν στο Βερολίνο από τους Σοβιετικούς, ενώ περίπου 10.000 γυναίκες φαίνεται ότι πέθαναν εξαιτίας των αμβλώσεων που αναγκάστηκαν να κάνουν μετά από βιασμό.[67] Σύμφωνα με την Σοβιετική πολεμική ανταποκρίτρια Νατάλια Γκέσε, Σοβιετικοί στρατιώτες βίασαν Γερμανίδες όλων των ηλικιών, ενώ δεν δίσταζαν να βιάσουν και Πολωνέζες ή ακόμα και Σοβιετικές.[68][69]

Πολλοί βιασμοί έγιναν και από Αμερικανούς στρατιώτες, αλλά εκεί υπήρξε αυστηρότερη αντιμετώπιση, μέχρι και εκτελέσεις ενόχων. Οι περισσότεροι διαπράχθηκαν μετά την απόβαση στην Νορμανδία και ήταν ως επί τω πλείστον ομαδικοί βιασμοί που διαπράχθηκαν από ένοπλους στρατιώτες[70]. Μετά τη λήξη του πολέμου το φαινόμενο συνεχίστηκε με τη μορφή της σεξουαλικής εκμετάλλευσης των πεινασμένων. Οι Αμερικανοί αξιωματικοί της Στρατιωτικής Αστυνομίας έλεγαν ότι «λίγο φαγητό, μια πλάκα σοκολάτα, ή μια πλάκα σαπούνι κάνουν τον βιασμό αχρείαστο». Λόγω αυτών των φαινομένων υπήρξε έκρηξη αφροδισίων νοσημάτων. Στον Αμερικανικό στρατό, παρατηρήθηκε και εσωτερική ρατσιστική αντιμετώπιση των μαύρων, καθώς ενώ οι λευκοί Αμερικανοί στρατιώτες ήταν στην πραγματικότητα υπεύθυνοι για τους περισσότερους μαζικούς βιασμούς, οι μαύροι στρατιώτες είχαν περισσότερες πιθανότητες να κατηγορηθούν για βιασμό και να τιμωρηθούν αυστηρά.[71] Το 2015, το γερμανικό περιοδικό ειδήσεων Der Spiegel ανέφερε ότι σύμφωνα με τον Γερμανό ιστορικό Μίριαμ Γκέμπχαρντ «τα μέλη του στρατού των ΗΠΑ βίασαν έως και 190.000 Γερμανίδες μέχρι τη στιγμή που η Δυτική Γερμανία ανέκτησε την κυριαρχία της το 1955, με τις περισσότερες από τις επιθέσεις να γίνονται τους μήνες αμέσως μετά την εισβολή των ΗΠΑ στη ναζιστική Γερμανία».[72]

Αν και όχι στην κλίμακα των Σοβιετικών και των Αμερικανών, οι Βρετανοί κακοποιούσαν επίσης σεξουαλικά τις γυναίκες στις κατεχόμενες περιοχές. Σύμφωνα με τον ιστορικό Σον Λόνγκντεν, αν και λίγοι, υπήρχαν στρατιώτες που διέπραξαν βίαιες πράξεις και συνήθως όταν αποδεικνυόταν μια τέτοια πράξη, οι παραβάτες αντιμετώπιζαν συνέπειες. Όμως σε γενικές γραμμές το θέμα αυτό δεν απασχολούσε την Βρετανική στρατιωτική Αστυνομία, ενώ ορισμένες περιπτώσεις θεωρήθηκαν ασήμαντες επειδή πραγματοποιήθηκαν από στρατιώτες που υπέφεραν από μετατραυματικό στρες ή που ήταν μεθυσμένοι.[73][74] Ο εγκληματολόγος και ιστορικός Κλάιβ Έμσλεϊ από την άλλη, αναφέρει ότι σύμφωνα με έναν ανώτερο Βρετανό αξιωματικό, πολλοί πρώην αιχμάλωτοι των Ναζί βιάζουν Γερμανίδες για εκδίκηση και μάλιστα ο ίδιος (ο αξιωματικός) φαίνεται να θεωρούσε ότι το αξίζουν κιόλας.[75] Μαζικοί βιασμοί αποδίδονται και σε Πολωνούς, Γάλλους, Γιουγκοσλάβους, και άλλους.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. «Β' Παγκόσμιος Πόλεμος». Σαν σήμερα. 
  2. Mitchell, Greg (8 Αυγούστου 2013). «After Hiroshima, Truman Failed to Pause--and Nagasaki 'War Crime' Followed». Huffington Post (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 21 Αυγούστου 2017. 
  3. «Phil Strongman: Hiroshima is a war crime that haunts my family, 67» (στα αγγλικά). The Independent. 2012-08-05. http://www.independent.co.uk/voices/commentators/phil-strongman-hiroshima-is-a-war-crime-that-haunts-my-family-67-years-on-8008821.html. Ανακτήθηκε στις 2017-08-21. 
  4. 1950-, Boyle, Francis Anthony, (2002). The criminality of nuclear deterrence. Atlanta, GA: Clarity Press. ISBN 0932863337. 50007944. 
  5. Journal, The Asia Pacific. «The Atomic Bombing, The Tokyo War Crimes Tribunal and the Shimoda Case: Lessons for Anti-Nuclear Legal Movements | The Asia-Pacific Journal: Japan Focus». apjjf.org. Ανακτήθηκε στις 21 Αυγούστου 2017. 
  6. «Hiroshima bomb may have carried hidden agenda» (στα αγγλικά). New Scientist. https://www.newscientist.com/article/dn7706-hiroshima-bomb-may-have-carried-hidden-agenda/#.UkN0B39Gb84. Ανακτήθηκε στις 2017-08-21. 
  7. Στέφανος Χελιδώνης, στην ηλεκτρονική έκδοση της εφημερίδας «Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ» (στήλη «Κόσμος» της 3 Απριλίου 2010), άρθρο με τίτλο «Η Συμφωνία του Μονάχου»
  8. Εφημερίδα 'Έθνος', φύλλο της 14 Αυγούστου 1935, σελ. 8: «Η τριμερής διάσκεψις δια τα Ιταλοαβησσυνιακά»
  9. Ian Kershaw, Fateful choices, Penguin Books 2008
  10. Andrea L. Stanton· Edward Ramsamy (2012). Cultural Sociology of the Middle East, Asia, and Africa: An Encyclopedia. σελ. 308. ISBN 978-1-4129-8176-7. Ανακτήθηκε στις 6 Απριλίου 2014. 
  11. Barker 1971.
  12. Shirer 1990, σελ. 289.
  13. 13,0 13,1 Neulen 2000, σελ. 25.
  14. Eastman 1986.
  15. Hsu & Chang 1971.
  16. Tucker, Spencer C. (2009). A Global Chronology of Conflict: From the Ancient World to the Modern Middle East [6 volumes]: From the Ancient World to the Modern Middle East. ABC-CLIO. ISBN 978-1-85109-672-5. Ανακτήθηκε στις 27 Αυγούστου 2017. 
  17. Yang Kuisong, "On the reconstruction of the facts of the Battle of Pingxingguan"
  18. Levene, Mark and Roberts, Penny. The Massacre in History. 1999, pp. 223–24
  19. Totten, Samuel. Dictionary of Genocide. 2008, 298–99.
  20. Hsu & Chang 1971.
  21. Eastman 1986, σελ. 566.
  22. Taylor 2009.
  23. Sella 1983.
  24. Beevor 2012, σελ. 342.
  25. Goldman, Stuart D. (28 August 2012). «The Forgotten Soviet-Japanese War of 1939». The Diplomat. https://thediplomat.com/2012/08/the-forgotten-soviet-japanese-war-of-1939/. Ανακτήθηκε στις 26 June 2015. 
  26. Timothy Neeno. «Nomonhan: The Second Russo-Japanese War». MilitaryHistoryOnline.com. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 24 Νοεμβρίου 2005. Ανακτήθηκε στις 26 Ιουνίου 2015. 
  27. 27,0 27,1 27,2 Gilbert, σελ. 2
  28. Beevor, σελ. 26
  29. Gilbert, σελ. 9
  30. Davies, σελ. 997
  31. Beevor, σελ. 39-40
  32. Gilbert σελ. 10
  33. Beevor, σελ. 41
  34. Davies, σελ. 1001
  35. Gilbert, σελ. 14
  36. Zaloga, σελ. 78
  37. 37,0 37,1 Gilbert, σελ. 19
  38. Gilbert, σελ. 31
  39. 39,0 39,1 Davies, σελ. 1003
  40. 40,0 40,1 Beevor, σελ. 59
  41. Beevor, σελ. 53-54
  42. Gilbert, σελ. 48-49
  43. Edwards, σελ. 18
  44. Χάρτ, Λίντελ (1988). Ιστορία του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, τόμος α. ΑΘΗΝΑ: CASSEL LTD, ΓΕΝΙΚΟ ΕΠΙΤΕΛΕΙΟ ΣΤΡΑΤΟΥ. σελ. 178. 
  45. Knox (2000), σελ.80
  46. Buell, Hal. World War II Album & Chronicle σελ. 54
  47. The Oxford Companion to World War II (1995), σελ.508
  48. Η Ελλάδα & ο κόσμος (1915-2005), τόμος δεύτερος, σελ. 105, εκδόσεις Ντέτσικα
  49. Higman, Robin (2008). Η Βρετανική βοήθεια στην Ελλάδα. Αθήνα: Γκοβόστης. σελ. 292. 
  50. Ρίτσαρντ Κλογκ, "Πολεμώντας μόνοι το 1940-1941", εφημερίδα "Η Καθημερινή", φύλλο Κυριακής, 10 Ιανουαρίου 2021, στήλη "Ιστορία"
  51. Buell, Hal. World War II Album & Chronicle σελ. 75
  52. Higham, Robin (2008). To ημερολόγιο μιάς καταστροφής,η βρεττανική βοήθεια στην Ελλαδα το 1940-41. ΑΘΗΝΑ. σελ. 119. 
  53. Έκθεση πεπραγμένων του Τμήματος Στρατιάς Ανατολικής Μακεδονίας του Αντιστράτηγου Κων. Μπακοπούλου από 8/2/1941 μέχρι 10/4/1941. Αρχείο Γενικού Επιτελείου Στρατού/Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού. 1941.
  54. Reymond Cartie, Ιστορία του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, Πάπυρος, Αθήνα, 1964 (μτφ. από τα Γαλλικά)
  55. James Gannon. Stealing Secrets, Telling Lies: How Spies and Codebreakers Helped Shape the Twentieth Century. Brassey's. 1 Απριλίου 2002 ISBN 978-1-57488-473-9 (Αγγλικά).
  56. Beevor 2002, σελίδες 400–405.
  57. Czesław Madajczyk: Polityka III Rzeszy w okupowanej Polsce. Βαρσοβία: Państwowe Wydawnictwo Naukowe, 1970, σελ. 371 (Β'τόμος)
  58. Douglas Davis, "7 million died in Holocaust," Jerusalem Post, May 20, 1997 (accessed June 8, 2005).
  59. After Hiroshima, Truman Failed to Pause--and Nagasaki 'War Crime' Followed
  60. Περί της παραβίασης του κανονισμού της Χάγης βλ. Boyle, Francis A. The Criminality of Nuclear Deterrence. Atlanta, GA: Clarity Press, 2002. ISBN 0932863337. σ. 58
  61. «Αρχειοθετημένο αντίγραφο». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 19 Σεπτεμβρίου 2007. Ανακτήθηκε στις 7 Αυγούστου 2010. 
  62. The Spirit of Hiroshima: An Introduction to the Atomic Bomb Tragedy. Hiroshima Peace Memorial Museum. 1999.
  63. Walzer, Michael (2008). Δίκαιοι και άδικοι πόλεμοι. Αθήνα: Ιωλκός. σελ. 400. ISBN 9789604264575. 
  64. Andrew Nagorski, The Squall After the Whirlwind, Washington Post, August 26, 2007.
  65. «Dwight D. Murphey, Revisiting the "Good War's" Aftermath: Emerging Truth in an Ocean of Myth. The Journal of Social, Political and Economic Studies, Spring 2009, σσ. 95-110. Το άρθρο βασίζεται σε σχολιασμό του βιβλίου Giles MacDonogh, After the Reich: The Brutal History of the Allied Occupation. Basic Books, 2007» (PDF). Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο (PDF) στις 1 Μαρτίου 2015. Ανακτήθηκε στις 1 Απριλίου 2016. 
  66. Erika Vora, "Silent No More: Personal Narratives of German Women Who Survived WW2 Expulsion and Deportation", Xlibris Corporation, 2012, σελ. 15-18.
  67. Atina Grossmann. A Question of Silence: The Rape of German Women by Occupation Soldiers October, Vol. 72, Berlin 1945: War and Rape "Liberators Take Liberties" (Spring, 1995), pp. 42–63 MIT Press
  68. Beevor, Antony (1 May 2002). «They raped every German female from eight to 80». The Guardian (London). https://www.theguardian.com/books/2002/may/01/news.features11. 
  69. Antony Beevor, The Fall of Berlin 1945. [εκκρεμεί παραπομπή]
  70. Harrington, Carol (2010). Politicization of Sexual Violence: From Abolitionism to Peacekeeping. London: Ashgate. pp. 80–81. (ISBN 0-7546-7458-4).
  71. Fehrenbach, Heide (2005). »Race After Hitler: Black Occupation Children in Postwar Germany and America». Πρίνστον, Νιου Τζέρσεϋ: Princeton University Press. Π. 64. (ISBN 978-0-691-11906-9).
  72. «Were Americans As Bad as the Soviets?». Der Spiegel. 2 March 2015. http://www.spiegel.de/international/germany/book-claims-us-soldiers-raped-190-000-german-women-post-wwii-a-1021298.html. 
  73. Longden 2013, σελίδες 140–141.
  74. Longden, Sean (25 Ιουλίου 2013). To the Victor the Spoils. Little, Brown Book Group. σελίδες 140–141. ISBN 978-1-4721-1218-7. 
  75. Emsley, Clive (2013). Soldier, Sailor, Beggarman, Thief: Crime and the British Armed Services since 1914. Oxford University Press. σελίδες 128–129. ISBN 978-0199653713. 

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ελληνικοί δικτυοχώροι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • «Der II Weltkrieg», Verlag für Geschichtliche Dokumentation, Hamburg 1989
  • Joseph Goebbels, «Tagebücher 1924-1945», Deutscher Buchdienst 1997, München
  • Gert Buchheit, «Hitler der Feldherr», Köln 1962.
  • Reymond Cartie, Ιστορία του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, Πάπυρος, Αθήνα, 1964 (μτφ. από τα Γαλλικά)
  • Henri Michel, La Seconde Guerre Mondiale, Paris, Omnibus, 2001
  • William Shirer, The Rise and Fall of the 3rd Reich, Touchstone Books (Simon and Schuster), New York, 1981
  • Beevor, Antony. The Second World War. Phoenix. ISBN 978-1-7802-2564-7. 
  • Gilbert, Martin (1995). The Second World War: A complete history. Phoenix. ISBN 978-0-7538-2676-8. 
  • Davies, Norman. Europe: A History. Pimlico. ISBN 9780712666336. 
  • Zaloga, Steven. Poland 1939: The Birth Of Blitzkrieg. Osprey. ISBN 978-1841764085. 
  • Edwards, Robert. White Death: Russia's War on Finland 1939–40. Weidenfeld & Nicolson. ISBN 978-0-297-84630-7. 

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]