Γριζόκαμπος Μεσσηνίας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Συντεταγμένες: 36°48′58.25″N 21°49′48.61″E / 36.8161806°N 21.8301694°E / 36.8161806; 21.8301694

Γριζόκαμπος
Τοποθεσία στον χάρτη
Τοποθεσία στον χάρτη
Γριζόκαμπος
Διοίκηση
Χώρα Ελλάδα
Περιφέρεια Αποκεντρωμένη Διοίκηση Πελοποννήσου, Δυτικής Ελλάδας και Ιονίου
(Έδρα: Πάτρα)
Περιφέρεια Πελοποννήσου
(Έδρα: Τρίπολη)
Περιφερειακή ενότητα Μεσσηνίας
(Έδρα: Καλαμάτα)
Δήμος Πύλου - Νέστορος
(Έδρα: Πύλος)
Δημοτική ενότητα Μεθώνης
Τοπική κοινότητα Φοινικούντος
Γεωγραφία και στατιστική
Γεωγραφικό διαμέρισμα Πελοπόννησος
Νομός Μεσσηνίας
Υψόμετρο 30[1] μ.
Πληθυσμός 25 (2011)
Άλλα
Ταχ. κωδ. 24006[2]
Τηλ. κωδ. 27230[3]
Δήμος Πύλου - Νέστορος

Ο Γριζόκαμπος[4] αναφερόμενος παλαιότερα και ως τα Τσωνέικα ή τα Τσωναίικα, είναι οικισμός κοντά στην Μεθώνη και υπάγεται διοικητικά στον Δήμο Πύλου - Νέστορος, του Νομού Μεσσηνίας.

Τοποθεσία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Γριζόκαμπος βρίσκεται βορειοανατολικά της Μεθώνης, από την οποία απέχει περίπου 14 χιλιόμετρα και βορειοανατολικά από την Φοινικούντα, από την οποία απέχει περίπου 3 χιλιόμετρα. Έχει υψόμετρο 30[1][5] μέτρα και απέχει 2,5 περίπου χιλιόμετρα από τη θάλασσα. Κοντά στον Γριζόκαμπο βρίσκονται επίσης, προς τα νότιά του η Λούτσα σε απόσταση 2,5 περίπου χιλιομέτρων και προς τα βορειοανατολικά του το Καπλάνι, σε απόσταση 2 περίπου χιλιομέτρων αντίστοιχα.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η περιοχή του χωριού, έχει μακρόχρονη ιστορία που ακολουθεί την ιστορία της Μεσσηνίας και της ευρύτερης περιοχής τόσο της Μεθώνης, όσο και της Πυλίας. Κατά την αρχαιότητα, ήταν τμήμα του βασιλείου του Νέστορα, της αρχαίας Πύλου. Το χωριό υπάρχει, τουλάχιστον από τα πρώτα χρόνια της ίδρυσης του Ελληνικού Κράτους. Οι πρώτοι κάτοικοι του χωριού είχαν, σχεδόν όλοι, το ίδιο επώνυμο και ήσαν συγγενείς μεταξύ τους γιατί, σύμφωνα με μια εκδοχή κατάγονταν από τον ίδιο κοινό γενάρχη, τον γερο-Κωσταντή Τσώνη, γιο του Σταμάτη Τσώνη. Ο Σταμάτης Τσώνης και ο αδελφός του Λάμπρος, ήταν παιδιά του Γιάννη Τελοντάκη (Κρητικού, που έμενε στο Χρυσοβίτσι Αρκαδίας και καταγόταν από την περιοχή Βιάννου του νομού Ηρακλείου Κρήτης).[6] Από τα δύο αδέλφια, τα οποία ήταν ανεβοκατεβάτες, ο μεν Σταμάτης εγκαταστάθηκε (σε προχωρημένη ηλικία) στον Γριζόκαμπο, ο δε Λάμπρος στο Ακριτοχώρι (Γρίζι). Σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή κατέβηκαν στην περιοχή της Μεσσηνίας επτά αδέλφια (Τσωναίοι), που προέρχονταν από το Χρυσοβίτσι Αρκαδίας.[7] Οι Αρκάδες αυτοί ήταν γνωστοί επίσης και ως οι «ανεβοκατεβάτες», ονομασία που τους αποδόθηκε παλαιότερα, καθώς την Άνοιξη ανέβαιναν με τα κοπάδια τους στην Αρκαδία, ενώ τον Χειμώνα κατέβαιναν στα χειμαδιά της Μεσσηνίας.[8]

Ονοματολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύμφωνα με την πρώτη και περισσότερο επικρατέστερη εκδοχή η ονομασία Γριζόκαμπος, η οποία προϋπήρχε της ίδρυσης του χωριού και με αυτήν αναφερόταν και ο κάμπος, που απλώνεται νότια του χωριού, θεωρείται ότι είναι σύνθετη και αποτελείται από τη βυζαντινή λέξη «Γρίζι(ον)» και την λατινική λέξη «Campus-i» = πεδιάδα (Γριζόκαμπος = κάμπος του Γριζιού > κάμπος που ελέγχεται από το κοντινό χωριό Γρίζι, σήμερα το Ακριτοχώρι).[9] Σύμφωνα με μια δεύτερη εκδοχή ο Γκριζόκαμπος προέρχεται από την εκφορά «Γκρίζος Κάμπος», επειδή συχνά, από το φθινόπωρο ως την άνοιξη καλύπτεται από αραιή ομίχλη και φαίνεται γκρίζος (= σκούρος) ο κάμπος. Τέλος, σύμφωνα με μια τρίτη εκδοχή η ονομασία Γριζόκαμπος ίσως προερχόταν από το γεγονός ότι ο κάμπος, αλλά και οι τρεις οικισμοί, που αποτέλεσαν στην συνέχεια το χωριό, ήσαν στα «ριζά», δηλαδή στους πρόποδες, των γειτονικών λόφων.[10]

Η δεύτερη, ανεπίσημη, ονομασία του χωριού ως τα Τσωνέικα ή τα Τσωναίικα, προέρχεται σαφώς από το επικρατέστερο επίθετο, αρκετών από τους κατοίκους του χωριού, το οποίο ήταν και είναι το επώνυμο Τσώνης.[9]

Νεότερη ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στον Γριζόκαμπο, εκτός από τους Τσωνέους, εγκαταστάθηκαν επίσης και άλλες οικογένειες με διαφορετικό επώνυμο, όπως του Γεωργίου Μοσού (Ντελήγιωργα), η οποία ήρθε σχεδόν ταυτόχρονα από το Χρυσοβίτσι Αρκαδίας, του Αντωνίου Κούβελα (από το γειτονικό χωριό Βασιλίτσι), του Γεωργίου Μπέλλου, του Κωνσταντίνου Τσόκα, (από το γειτονικό χωριό Καπλάνι), του Ν. Τζαβέλλα ή Τζαννετόπουλου, η οποία εγκαταστάθηκε στην τοποθεσία Τζαβελλαίικα, κ.α.[11] Οι Γριζοκαμπίτες (Τσωνέοι κ.α.), αρχικά ήταν ανεβοκατεβάτες και είχαν ως κύρια απασχόληση την κτηνοτροφία, αλλά σιγά-σιγά άρχισαν να ασχολούνται και με την γεωργία. Σύμφωνα με τον ερευνητή της τοπικής ιστορίας Σταύρο Π. Τσώνη, στο βιβλίο του «Γριζόκαμπος: Ένα παράξενο χωριό», όσον αφορά την αρχική απασχόληση με την κτηνοτροφία, «όλες οι εργασίες γίνονταν από τους ίδιους (άλλες από τους άνδρες και άλλες από τις γυναίκες)• είχαν δηλαδή αναπτύξει μια πρωτόγονη βιοτεχνία (manifactura). Τα σκεύη, που χρησιμοποιούσαν, από τους σοφράδες μέχρι τις ξυλοκουτάλες ήσαν – τα περισσότερα – κατασκευασμένα από τους ίδιους: σιοκάρες, γαλομέτρες, κορύτες, κανάτια, τσίτσες κ.λπ.»,[12] ενώ στη συνέχεια όταν αρχισε η ενασχόλησή τους με την γεωργία, οι βασικές τους καλλιέργειες ήταν α) τα "σπαρτά" (σιτάρι, κριθάρι, "σμιγάδι", βρώμη, φακές, φάβα κ.λπ., β) οι σταφίδες και τα αμπέλια και γ) οι ελιές.[9] Επίσης παλαιότερα καλλιεργείτο αρκετά και το λινάρι, καθώς η περιοχή του χωριού διέθετε την ειδική σύσταση του εδάφους, που απαιτείται για την ανάπτυξή του και για μακρύ χρονικό διάστημα επίσης υπήρξε σημαντική επίδοση των κατοίκων στην παραγωγή αυτού του φυτικού είδους.[9] Κατά τις πρώτες δεκαετίες από την εγκατάστασή τους στον Γριζόκαμπο οι παλαιοί Τσωναίοι και οι υπόλοιποι κάτοικοι του χωριού, καθώς πορίζονταν «τα προς το ζειν» μόνον από την κτηνοτροφία, ζούσαν σχετικά απλά και φτωχικά. Η ενασχόληση στη συνέχεια με την καλλιέργεια της γης, οδήγησε σε σημαντική βελτίωση της καθημερινής τους ζωής. Λίγο πριν από τον πόλεμο του 1940 οι περισσότεροι Γριζοκαμπίτες βρίσκονταν σε πολύ καλή οικονομική κατάσταση και σύμφωνα με τον Σταύρο Π. Τσώνη «μερικοί μάλιστα, παρασυρόμενοι από τον πάντοτε ενεδρεύοντα εγωισμό, οδηγούντο συχνά σε προκλητική επίδειξη οικονομικής ισχύος. Ένα μέσον αποτελούσαν τα εκλεκτά κρητικά άλογα, για την αγορά των οποίων δαπανούσαν σημαντικά χρηματικά ποσά μεταβαίνοντας προς τούτο στην Κρήτη. Το άλογο τότε ήτο κάτι αντίστοιχο με το σημερινό ωραίο και μεγάλου κυβισμού Ι.Χ. αυτοκίνητο». Όμως η κατάσταση μετά τον πόλεμο και την Κατοχή που ακολούθησε, άλλαξε άρδην την εικόνα, καθώς η κατάσταση της ευημερίας ανετράπη και οι Γριζοκαμπίτες περιήλθαν σε δεινή ένδεια, χωρίς όμως να τους αγγίξει ο μεγάλος λιμός (πείνα), που ακολούθησε σε άλλες περιοχές της Ελλάδας κατά το διάστημα αυτό. Τα τελευταία χρόνια χάρη στη βελτίωση της γεωργικής εκμετάλλευσης (κυρίως με τα θερμοκήπια), καθώς και την ανόδου του τουρισμού στην ευρύτερη περιοχή, υπήρξε μια σχετική βελτίωση της οικονομικής κατάστασης του πληθυσμού του οικισμού.[13]

Διοικητική ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

O Γριζόκαμπος[14] προσαρτήθηκε επίσημα, το 1889,[15] στον παλαιό Δήμο Μεθώνης,[16] όπου και παρέμεινε ως το 1912 που ο δήμος καταργήθηκε. Τουλάχιστον από το 1879 ως σήμερα, το χωριό αναφέρεται συνήθως ως Γριζόκαμπος, αν και για ένα μικρό, σχετικά, χρονικό διάστημα, από το 1912 ως το 1928, αναφερόταν και ως ο Γρυζόκαμπος. Το 1912[17] ο Γρυζόκαμπος προσαρτάται στην Κοινότητα Λαχανάδας,[18] με έδρα την Λαχανάδα. Στην κοινότητα αυτή προσαρτήθηκε επίσης ο οικισμός Ταβέρνα (το 1928 μετονομάσθηκε σε Παραλία Λαχανάδας και το 1930 σε Φοινικούντα). Το 1957[19] ο Γριζόκαμπος αποσπάται από την Κοινότητα Λαχανάδας και προσαρτάται στην Κοινότητα Φοινικούντος.[20] Το χωριό παρέμεινε ως οικισμός της Κοινότητας Φοινικούντος, από το 1957 ως το 1997, όταν τότε, στα πλαίσια των αλλαγών που επήλθαν στη τοπική αυτοδιοίκηση, μέσω του σχεδίου «Καποδίστριας», > ο Γριζόκαμπος υπήχθη στον κατηργημένο Δήμο Μεθώνης,[21][22] ως το 2010. Από το 2011, μετά τις νέες αλλαγές του σχεδίου «Καλλικράτης» ο Γριζόκαμπος ανήκει πλέον στον νέο Δήμο Πύλου - Νέστορος.[23][24] Ο δήμος αυτός, συστάθηκε με το Πρόγραμμα Καλλικράτης με την συνένωση των προϋπαρχόντων δήμων Κορώνης, Μεθώνης, Παπαφλέσσα, Πύλου, Νέστορος και Χιλιοχωρίων. Ο Γριζόκαμπος σήμερα είναι οικισμός της Τοπικής Κοινότητας του Φοινικούντος του Δήμου Πύλου-Νέστορος,[4] στην οποία υπάγονται επίσης οι εξής οικισμοί: Ο Ανεμόμυλος, η Λούτσα, ο Φοινικούς ή η Φοινικούντα (έδρα), τα Χουνάκια, καθώς και τα ακατοίκητα σήμερα νησιά της Αγία Μαριανής ή Αγίας Μαρίνας και της Σχίζας.

Κάτοικοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο οικισμός, με βάση την απογραφή του 2011, έχει 25 μόνιμους κατοίκους, οι οποίοι απασχολούνται κυρίως σε διάφορες αγροτικές εργασίες.

Εξέλιξη Πληθυσμού του Γριζοκάμπου Μεσσηνίας
Απογραφή Πληθυσμός Διάγραμμα εξέλιξης Πληθυσμού
1879 103[25]
1889 122[26]
1896 136[27]
1907 132[28]
1920 119[29]
1928 132[30]
1940 153[31]
1951 147[32]
1961 134[33]
1971 35[34]
1981 2[35]
1991 38[36]
2001 38[37]
2011 25[38]

Κτίρια – εκδηλώσεις – αξιοθέατα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εκτός από τα παραδοσιακά σπίτια, υπάρχει το παλαιό Δημοτικό Σχολείο, το οποίο ιδρύθηκε το 1959[39] και η εκκλησία του χωριού, ο νεότερος Ιερός Ναός του Αγίου Νικολάου (κοιμητηριακός ναός), η ανέγερσή του οποίου εκτιμάται ότι έγινε μεταξύ του 1830 και του 1866,[40] και ο οποίος υπάγεται στην Ιερά Μητρόπολη Μεσσηνίας. Διάφορες εκδηλώσεις και πολιτιστικά δρώμενα στο χωριό διοργανώνει σε τακτική βάση ο Σύλλογος των Απανταχού Γριζοκαμπιτών «ΤΟ ΠΑΛΗΟΚΑΣΤΡΟ», ο οποίος ιδρύθηκε στην Αθήνα, στις αρχές του 1980.[41] Στην περιοχή του χωριού υπήρχε παλαιότερα το «Λιτρουβειό του Νικολάκη» (διασώζονται σήμερα ερειπωμένα τμήματα), όπου η επεξεργασία της ελιάς γινόταν με τον παραδοσιακό τρόπο της σύνθλιψης, πάνω σε μεγάλες μυλόπετρες, με κινητήριο δύναμη αυτήν των αλόγων ή των ίδιων των ανθρώπων, ενώ μεταγενέστερα λειτούργησαν επίσης και δυο ακόμα Ελαιουργεία.[9]

Παληόκαστρο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βορειοανατολικά του χωριού, κοντά στην επαρχιακή οδό, επί της κορυφής υψηλού και απόκρημνου λόφου και περίπου στο μέσο της απόστασης μεταξύ Μεθώνης και Κορώνης βρίσκεται το Παληόκαστρο, ένα μικρό μεσαιωνικό κάστρο, το οποίο πιθανότατα κατασκευάσθηκε πάνω στα ερείπια αρχαιοτέρου φρουρίου ή κάστρου, εξ ου πιθανόν προήλθε και η ονομασία του αυτή. Το κάστρο αυτό έχει θέα στα νοτιοδυτικά, προς το Ιόνιο πέλαγος και έχει αντίκρυ του τις Οινούσσες νήσους (δηλαδή τα νησιά Σχίζα, Σαπιέντζα, Βενέτικο, Αγία Μαριανή και τις βραχονησίδες Δύο Αδέλφια νότια της Σαπιέντζας, Μπόμπα ανατολικά της Σαπιέντζας και Αυγό νότια του Βενέτικου). Η τοποθεσία ονομάζεται Παληοχώρι ή Μπεντένια, στοιχείο, το οποίο μαρτυρεί ότι πλησίον του Κάστρου αυτού ίσως υπήρχε παλαιός οικισμός-χωριό.[42].

Το Λουτρό ή τα Λουτρά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Λουτρό ή τα Λουτρά είναι κτίσμα το οποίο βρίσκεται στην ομώνυμη τοποθεσία μετά το γεφύρι του Παπά, κοντά στον παράλιο οικισμό Λούτσα και προς την ανατολική όχθη του χειμάρρου, που διασχίζει την κοιλάδα του Γριζοκάμπου. Γενικά υποστηρίζεται η άποψη ότι πρόκειται για Ρωμαϊκές Θέρμες, αλλά δεν αποκλείεται, όμως, να πρόκειται για Βυζαντινό μνημείο ή για κτίσμα της εποχής της Τουρκοκρατίας.[43].

Το Μπούρτζι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Μπούρτζι είναι ένας μικρός παραθαλάσσιος πύργος, με τα χαρακτηριστικά της Βίγλας, πιθανώς της βενετσιάνικης περιόδου, ο οποίος είναι κτισμένος σε σχετικά δυσπρόσιτη τοποθεσία, επίσης σε μικρή απόσταση από την Λούτσα. Ίσως εξυπηρετούσε στην επιτήρηση της διέλευσης των πλοίων βόρεια της νήσου Σχίζας ή του ελέγχου στο αγκυροβόλιο του απάνεμου όρμου του Βρωμονερίου (Τσερλονέρι) ή σύμφωνα με την τοπική παράδοση λειτουργούσε ως φάρος - σηματωρός, ο οποίος καθοδηγούσε τα διερχόμενα πλοία για το «Πόρτο-Γρίζι», δηλαδή το λιμάνι της Λούτσας.[44].

Βρυσούλα - Σκεπασμένη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Βρυσούλα είναι μικρή πηγή (πηγάδι), η οποία βρίσκεται στην ομώνυμη πλαγιά βόρεια του μεσαίου οικισμού του Γριζοκάμπου. Απ' αυτήν, κατά πάσα πιθανότητα, υδρευόταν παλιά το Μικρό Μοναστήρι, το οποίο υδρευόταν επίσης και από την πηγή της Σκεπασμένης, που βρίσκεται βορειοδυτικά του μεσαίου οικισμού και κοντά στην όχθη του ομωνύμου χειμάρρου.[45][46]

Το Μικρό Μοναστήρι ή Μοναστηράκι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Μικρό Μοναστήρι ή Μοναστηράκι, ήταν παλαιά Μονή που βρισκόταν βόρεια του μεσαίου οικισμού του Γριζοκάμπου, πάνω στο ομώνυμο υψίπεδο, κοντά στη νέα δεξαμενή του χωριού, μεταξύ των δύο μικρών πηγών, της Σκεπασμένης και της Βρυσούλας, από τις οποίες και υδρεύονταν οι μοναχοί. Λίγες δεκαετίες πριν σώζονταν ερείπια των κτισμάτων του, ενώ νότια του οικοδομικού αυτού συμπλέγματος, στη θέση Κοτρώνι, βρίσκεται το νεκροταφείο της παλαιάς αυτής Μονής.

Ο παλαιός Αϊ-Νικόλας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βορειοδυτικά του χωριού και πάνω στον ομώνυμο λόφο, υπήρχε ο πρώτος χριστιανικός ναός του χωριού, ο παλαιός ναός του Αγίου Νικολάου, του οποίου τα ερείπια σώζονταν παλαιότερα κοντά στην πηγή της Σκεπασμένης. Είναι επίσης βέβαιο ότι ο ναός αυτός είχε περατωθεί, καθώς σύμφωνα με τις προφορικές μαρτυρίες μεγαλύτερων σε ηλικία κατοίκων, στο άνω μισό της κόγχης (αψίδας) του ιερού διασώζονταν, τα παλαιότερα χρόνια, τοιχογραφίες διαφόρων αγίων. Ο ιερός αυτός ναός χρησιμοποιήθηκε από τους πρώτους Τσωνέους πριν εγκατασταθούν μόνιμα στον Γριζόκαμπο και κτίσουν τον ομώνυμο νεώτερο ναό, τον οποίο χρησιμοποιούν σήμερα.[47]

Άλλα αξιοθέατα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κοντά στην πηγή της Βρυσούλας υπήρχε παλαιότερα και πρωτόγονο ελαιοτριβείο, καθώς και υποτυπώδης μύλος της Μονής, που χρησιμοποιούνταν για την έκθλιψη του ελαιοκάρπου και την άλεση σιταριού και κουκκερικών (φάβας κ.λπ.), σύμφωνα με ευρήματα από ίχνη θεμελίων καθώς και από το κυλινδρικό "λιτρουβολίθι", το οποίο βρίσκεται ακόμη στην πλαγιά κάτω και σε μικρή απόσταση από την πηγή της Βρυσούλας και το οποίο αποκαλύφθηκε εξαιτίας μεγάλης πυρκαγιάς, που ξέσπασε στην περιοχή προ του 2010.[48]

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 Γριζόκαμπος, από την ιστοσελίδα: buk.gr
  2. Ταχυδρομικός Κώδικας Γριζόκαμπος Μεσσηνίας.
  3. Τηλεφωνικοί κωδικοί της Ελλάδας, Ζώνη 27: Πύλος: 27230
  4. 4,0 4,1 Δημοτική Ενότητα Μεθώνης, από την ιστοσελίδα: www.pylos-nestor.gr του Δήμου Πύλου - Νέστορος.
  5. Γριζόκαμπος, από την ιστοσελίδα: moriasnow.gr.
  6. Σταύρος Π. Τσώνης (2010), σελ. 3-4.
  7. Σταύρος Π. Τσώνης (2010), σελ. 3.
  8. «Τσοπάνηδες της Αρκαδίας στα χειμαδιά της Μεσσηνίας», 01/12/2016, Αναδημοσίευση του άρθρου «Βλάχοι και Αρβανίτες στο Μοριά», από την εφημερίδα "Αρκαδικοί Ορίζοντες", με πηγή το βιβλίο του Νίκου Πασαγιώτη «Ανεβοκατεβάτες: Οι παραχειμάζοντες βοσκοί της Αρκαδίας στη Μεσσηνία», εκδόσεις Β. Γιαννίκος - Β. Καλδής, Αθήνα 2001, ISBN 960-7296-63-Χ, ISBN 978-960-7296-63-4, από την ιστοσελίδα του τοπικού ΜΜΕ www.arkadiapress.gr
  9. 9,0 9,1 9,2 9,3 9,4 "Messinia: Olive Culture in the land of Messinia" - "Μεσσηνία. Ο Πολιτισμός της Ελιάς στη Μεσσηνιακή Γη", Biotourism Guide - Βιοτουριστικός Οδηγός, από την ιστοσελίδα: biopolitics.gr, Biotourism – Olive Culture in the land of Messinia, έκδοση: "Biopolitics International Organisation" - "Διεθνής Οργάνωση Βιοπολιτικής", Αθήνα 2015, ISBN 978-960-7508-55-3, ενότητα: "Γριζόκαμπος: Με παράδοση στην επεξεργασία της ελιάς", σελ. 224-225.
  10. Σταύρος Π. Τσώνης (2010), σελ. 12.
  11. Σταύρος Π. Τσώνης (2010), σελ. 8.
  12. Σταύρος Π. Τσώνης (2010), σελ. 17.
  13. Σταύρος Π. Τσώνης (2010), σελ. 35.
  14. Διοικητικές Μεταβολές Οικισμών > Γριζόκαμπος (Μεσσηνίας), από την ιστοσελίδα: www.eetaa.gr
  15. ΦΕΚ 251Α - 04/10/1889.
  16. Διοικητικές Μεταβολές Οικισμών > Δ. Μεθώνης (Μεσσηνίας), από την ιστοσελίδα: www.eetaa.gr
  17. ΦΕΚ 262Α - 31/08/1912.
  18. Διοικητικές Μεταβολές Οικισμών Κ. Λαχανάδας (Μεσσηνίας), από την ιστοσελίδα: www.eetaa.gr
  19. ΦΕΚ 54Α - 05/04/1957.
  20. Διοικητικές Μεταβολές Οικισμών Κ. Φοινικούντος (Μεσσηνίας), από την ιστοσελίδα: www.eetaa.gr
  21. Διοικητικές Μεταβολές Οικισμών > Δ. Μεθώνης (Μεσσηνίας), από την ιστοσελίδα: www.eetaa.gr
  22. ΦΕΚ 244Α - 04/12/1997.
  23. ΦΕΚ 87Α - 07/06/2010.
  24. Διοικητικές μεταβολές οικισμών > Δ. Πύλου-Νέστορος (Μεσσηνίας), από την ιστοσελίδα: www.eetaa.gr
  25. Υπουργείο Εσωτερικών, "Στατιστική της Ελλάδος - Πληθυσμός 1879, εκ του Τυπογραφείου Σ. Κ. Βλαστού, Εν Αθήναις 1881. Επίσης: "Στατιστική της Ελλάδος - Πληθυσμός 1879", σελ. 122.
  26. Υπουργείο Εσωτερικών, Τμήμα Δημόσιας Οικονομίας και Στατιστικής, "Στατιστική της Ελλάδος - Πληθυσμός - Απογραφή της 15-16 Απριλίου 1889", Μέρος Δεύτερον - Πίνακες Α', εκ του Εθνικού Τυπογραφείου και Λιθογραφείου, Εν Αθήναις 1890, σελ. 89.
  27. Υπουργείο Εσωτερικών, Τμήμα Δημόσιας Οικονομίας και Στατιστικής, "Στατιστικά Αποτελέσματα της Απογραφής του Πληθυσμού, κατά την 5-6 Οκτωβρίου 1896", Μέρος Δεύτερον - Πίνακες - Α' Πληθυσμός κατά Νομούς, Επαρχίας, Δήμους, εκ του Εθνικού Τυπογραφείου και Λιθογραφείου, Εν Αθήναις 1897, σελ. 104.
  28. Υπουργείο των Εσωτερικών, Υπηρεσία Απογραφής, Στατιστικά Αποτελέσματα της Γενικής Απογραφής του Πληθυσμού, κατά την 27 Οκτωβρίου 1907", Επιμέλεια: Γεωργίου Χωματιανού, τόμος δεύτερος, εκ του Τυπογραφείου Μιχαήλ Νικολαΐδου, Εν Αθήναις 1909, σελ. 394.
  29. Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας, Διεύθυνσις Στατιστικής, "Πληθυσμός του Βασιλείου της Ελλάδος, κατά την Απογραφήν της 19 Δεκεμβρίου 1920", εκ του Εθνικού Τυπογραφείου, Εν Αθήναις 1921. Επίσης: "Πληθυσμός του Βασιλείου της Ελλάδος, κατά την Απογραφήν της 19 Δεκεμβρίου 1920", σελ. 236.
  30. Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας, Γενική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδος, "Πληθυσμός της Ελλάδος κατά την Απογραφήν της 15-16 Μαΐου 1928". (Πραγματικός πληθυσμός κυρωθείς δια του από 23 Νοεμβρίου 1928 διατάγματος), εκ του Εθνικού Τυπογραφείου, Εν Αθήναις 1935. Επίσης: "Πληθυσμός της Ελλάδος, κατά την Απογραφήν της 15-16 Μαΐου 1928", σελ. 275.
  31. Υπουργείον Εθνικής Οικονομίας, Γενική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδος, "Πληθυσμός της Ελλάδος κατά την απογραφήν της 16 Οκτωβρίου 1940". (Πραγματικός πληθυσμός κατά νομούς, επαρχίας, δήμους, κοινότητας, πόλεις και χωρία), εκ του Εθνικού Τυπογραφείου, Εν Αθήναις 1950. Επίσης: "Πληθυσμός της Ελλάδος, κατά την Απογραφήν της 16 Οκτωβρίου 1940", σελ. 302.
  32. Εθνική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδος, "Πληθυσμός της Ελλάδος κατά την Απογραφήν της 7ης Απριλίου 1951". (Πραγματικός πληθυσμός κατά νομούς, επαρχίας, δήμους, κοινότητας, πόλεις και χωρία), εκ του Εθνικού Τυπογραφείου, Εν Αθήναις 1955. Επίσης: "Πληθυσμός της Ελλάδος, κατά την Απογραφήν της 7ης Απριλίου 1951", σελ. 148.
  33. Εθνική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδος, "Πληθυσμός της Ελλάδος κατά την Απογραφήν της 19ης Μαρτίου 1961". (Πραγματικός πληθυσμός κατά νομούς, επαρχίας, δήμους, κοινότητας και οικισμούς. Κυρωθείς δια της υπ' αριθ. 46929/6877/1961 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Συντονισμού και Εσωτερικών), εκ του Εθνικού Τυπογραφείου, Εν Αθήναις 1962. Επίσης: "Πληθυσμός της Ελλάδος, κατά την Απογραφήν της 19ης Μαρτίου 1961", σελ. 144.
  34. Εθνική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδος, "Πληθυσμός της Ελλάδος κατά την Απογραφήν της 14ης Μαρτίου 1971". (Πραγματικός πληθυσμός κατά νομούς, επαρχίας, δήμους , κοινότητας και οικισμούς. Κυρωθείς δια της υπ' αριθ, 3893/Ε637/1972 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Βοηθού Πρωθυπουργού και Εσωτερικών), Αθήναι 1972. Επίσης: "Πληθυσμός της Ελλάδος, κατά την Απογραφήν της 14ης Μαρτίου 1971", σελ. 139.
  35. Εθνική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδος, "Πραγματικός Πληθυσμός της Ελλάδος κατά την Απογραφή της 5 Απριλίου 1981". (Κυρώθηκε με την 7908/Δ'554/12-4-1982 κοινή απόφαση των Υπουργών Συντονισμού και Εσωτερικών), Αθήναι 1982. Επίσης: "Πραγματικός Πληθυσμός της Ελλάδος κατά την Απογραφή της 5 Απριλίου 1981", σελ. 150.
  36. Εθνική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδος, "Πραγματικός Πληθυσμός της Ελλάδος κατά την Απογραφή της 17ης Μαρτίου 1991". (Κυρώθηκε με την 24197/Γ' 3812/24-11-1993 κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Εσωτερικών), Αθήνα 1994. Επίσης: "Πραγματικός Πληθυσμός της Ελλάδος κατά την Απογραφή της 17ης Μαρτίου 1991", σελ. 182.
  37. Εθνική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδος, "Πραγματικός Πληθυσμός της Ελλάδος. Απογραφή 2001". (Κυρώθηκε με την 6821/Γ5-908/4-6-2002 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης), Αθήνα 2003. Επίσης: "Πραγματικός Πληθυσμός της Ελλάδος. Απογραφή 2001", σελ. 184.
  38. "Απογραφή Πληθυσμού - Κατοικιών 2011. Μόνιμος Πληθυσμός", Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΛΣΤΑΤ).
  39. Σταύρος Π. Τσώνης (2010), σελ. 102-104.
  40. Σταύρος Π. Τσώνης (2010), σελ. 75-80.
  41. Σταύρος Π. Τσώνης (2010), σελ. 106-111.
  42. Σταύρος Π. Τσώνης (2010), σελ. 62-66.
  43. Σταύρος Π. Τσώνης (2010), σελ. 66-68.
  44. Σταύρος Π. Τσώνης (2010), σελ. 68-70.
  45. Σταύρος Π. Τσώνης (2010), σελ. 70-71.
  46. Σταύρος Π. Τσώνης (2010), σελ. 74-75.
  47. Σταύρος Π. Τσώνης (2010), σελ. 72-74.
  48. Σταύρος Π. Τσώνης (2010), σελ. 72.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Σταύρος Π. Τσώνης, «Γριζόκαμπος: Ένα παράξενο χωριό. (Ιστορία - Κοινωνικός βίος - ήθη - μνημεία - γειτονικά χωριά - γριζοκαμπίτικα διηγήματα - γενεαλογικό δένδρο)», (pdf), Αθήνα 2010.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]