Άβαροι

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Χάρτης με τη θέση του Χαγανάτου των Αβάρων γύρω στα 650 μ.Χ.

Οι Άβαροι ή Άβαροι της Παννονίας, γνωστοί επίσης ως Ομπροι σε Ρουθηνικά χρονικά, Βαρχονίτες σε Βυζαντινές πηγές και από τους Γαλάζιους Τούρκους και Ψευδοάβαροι, ήταν μια ομάδα Ευρασιατών νομάδων άγνωστης προέλευσης κατά τον πρώιμο Μεσαίωνα. Το όνομα Άβαροι της Παννονίας (από την περιοχή στην οποία τελικά εγκαταστάθηκαν) χρησιμοποιείται για να τους ξεχωρίζει από τους Αβάρους του Καυκάσου, διαφορετικό λαό, με τον οποίο οι Άβαροι της Παννονίας μπορεί να συνδέονται ή όχι. [1]Ιδρυσαν το Αβαρικό χαγανάτο που καταλάμβανε την Πεδιάδα της Παννονίας και σημαντικές περιοχές της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης από τα τέλη του 6ου έως τις αρχές του 9ου αιώνα.[2]

Παρόλο που το όνομα Αβαρος εμφανίστηκε για πρώτη φορά στα μέσα του 5ου αιώνα, οι Άβαροι της Παννονίας μπήκαν στο ιστορικό προσκήνιο στα μέσα του 6ου αιώνα στην βόρεια Ποντοκασπιακή στέπα, σαν ομάδα μιας Βόρειας-Τουνγκουζικής φυλής και πολεμιστές που ήθελαν Για να ξεφύγουν από την κυριαρχία των Γαλάζιων Τούρκων.

Η γλώσσα ή οι γλώσσες που μιλούσαν οι Αβαροι είναι σήμερα άγνωστες. Ο Ντένις Σίνορ δηλώνει ότι οι περισσότερες από τις Αβαρικές λέξεις που χρησιμοποιούντο στα Λατινικά ή Ελληνικά κείμενα της εποχής εμφανίζονται να προέρχονται από Σιβηρικές γλώσσες, ιδιαίτερα από τις Τουνγκουζικές και τη Μογγολική]. Σύμφωνα με το Σίνορ, πολλοί από τους τίτλους και τους βαθμούς που χρησιμοποιούσαν οι Άβαροι της Παννονίας χρησιμοποιούντο επίσης από τους Τούρκους, τους Πρωτοβουλγάρους, τους Ουιγούρους και / ή τους Μογγόλους, όπως τα χαγάνοςκαγάνος), χαν, κάπχαν, τουντούν, τάρχαν και χατούν. Υπάρχουν επίσης ενδείξεις ότι οι κυβερνώσες και οι υποτελείς φυλές μιλούσαν ποικιλία γλωσσών, μεταξύ των οποίων από τους μελετητές υποστηρίζεται Καυκασιανές, Ιρανικές, Τουνγκουζικές, η Ουγγρική και Τουρκικές. Μερικοί μελετητές υποστηρίζουν ότι η Πρωτοσλαβική έγινε η lingua franca του Aβαρικού Χαγανάτου. Σύμφωνα με τον Γκιούλα Λάζλο, οι Άβαροι της Παννονίας του τέλους του 9ου αιώνα μιλούσαν μια ποικιλίατης Παλαιουγγρικής, σχηματίζοντας έτσι μια Αβαροουγγρική συνέχεια με τους τότε νεοαφιχθέντες Ούγγρους.

Προέλευση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αβαροι και Ψευδοάβαροι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πρώτη σαφής αναφορά στο εθνώνυμο "Αβαροι" προέρχεται από τον Πρίσκο (πέθανε μετά το 472 μ.Χ.). Ο Πρίσκος αφηγείται ότι γύρω στο 463 οι Σαράγουροι, οι Ονόγουροι και οι Ογούροι δέχθηκαν την επίθεση των Σάβιρων, που είχαν δεχθεί την επίθεση των Αβάρων. Με τη σειρά τους οι Άβαροι είχαν εκδιωχθεί από ανθρώπους καταδιωκόμενους από "ανθρωποφάγους γρύπες" που προέρχονταν από τον "ωκεανό". Ενώ οι περιγραφές του Πρίσκου παρέχουν ορισμένες πληροφορίες σχετικά με την εθνοπολιτική κατάσταση στην περιοχή Ντον-Kουμπάν-Βόλγα μετά την κατάρρευση των Ούννων, δεν μπορούν να συναχθούν σαφή συμπεράσματα. Ο Ντένις Σίνορ έχει υποστηρίξει ότι όπου αναφέρονταν οι "Αβαροι" από τον Πρίσκο ή διέφεραν από τους Aβάρους που εμφανίζονται έναν αιώνα αργότερα, την εποχή του [[Ιουστινιανός Α´|Ιουστινιανού] (που βασίλεψε από το 527 ως το 565).

Ο επόμενος συγγραφέας που αναφέρεται στους Aβάρους, ο Μένανδρος Προτέκτωρ, εμφανίστηκε τον 6ο αιώνα και έγραψε για τις πρεσβείες των Γαλάζιων Τούρκων στην Κωνσταντινούπολη το 565 και το 568 μ.Χ. Οι Τούρκοι εμφανίστηκαν θυμωμένοι με τους Βυζαντινούς επειδή είχαν συνάψει συμμαχία με τους Αβάρους, τους οποίουςοι Τούρκοι θεωρούσαν ως υποτελείς και σκλάβους τους. Ο Τούρξανθος, Τούρκος πρίγκιπας, αποκαλεί τους Αβάρους «Βαρχονίτες» και τους «δραπέτες δούλους των Τούρκων», που αριθμούσαν «περίπου 20 χιλιάδες».

Πολλές άλλες, αλλά κάπως συγκεχυμένες, λεπτομέρειες προέρχονται από το Θεοφύλακτο Σιμοκάττη, που έγραψε γύρω στο 629, αλλά αναλύει τις τελευταίες δύο δεκαετίες του 6ου αιώνα. Συγκεκριμένα ισχυρίζεται ότι παραθέτει μια θριαμβευτική επιστολή από τον Τούρκο άρχοντα Τάμγκαν (Τούρξανθο):

Για αυτό ακριβώς ο Χαγάνος εξουδετέρωσε στην πράξη τον αρχηγό του έθνους των Αμπντάλι (εννοώ, τους Εφθαλίτες, όπως ονομάζονται), τον συνέλαβε και ανέλαβε την κυριαρχία του έθνους.

Στη συνέχεια ... υποδούλευσε το έθνος των Αβάρων.

Αλλά ας μη νομίσει κανείς ότι διαστρεβλώνουμε την ιστορία αυτών των χρόνων υποθέτοντας ότι οι Αβάροι είναι εκείνοι οι βάρβαροι που γειτνιάζουν με την Ευρώπη και την Παννονία και ότι η άφιξή τους έγινε πριν από την εποχή του αυτοκράτορα Μαυρίκιου. Γιατί είναι λάθος ότι οι βάρβαροι στον Ιστρο έχουν πάρει την ονομασία των Αβάρων. Η προέλευση της φυλής τους θα αποκαλυφθεί σύντομα.

Έτσι όταν οι Αβαροι ηττήθηκαν (επειδή επιστρέφουμε στην περιγραφή) κάποιοι από αυτούς κατέφυγαν σε εκείνους που κατοικούν στο Tαουγκάστ. Το Tαουγκάστ είναι μια περίφημη πόλη, που απέχει συνολικά χίλια πεντακόσια μίλια από αυτούς που ονομάζονται Τούρκοι... Άλλοι από τους Αβάρους, που αρνήθηκαν την κακοτυχία τους λόγω της ήττας τους, ήρθαν σε αυτούς που ονομάζονται Mούκροι. Αυτό το έθνος είναι το πλησιέστερο στο Tαουγκάστ.

Τότε ο Χαγάνος ξεκίνησε μια ακόμη εκστρατεία και υπέταξε όλους τους Ογούρους, που είναι μια από τις ισχυρότερες φυλές λόγω του μεγάλου πληθυσμού της και της ένοπλης εκπαίδευσης της για πόλεμο. Αυτοί κάνουν τις κατοικίες τους στα ανατολικά, δίπλα στον ποταμό Τιλ, που οι Τούρκοι αποκαλούν Μέλας. Οι πρώτοι ηγέτες αυτού του έθνους ονομάζονταν Βαρ και Τσούνι. Από αυτούς ορισμένα τμήματα των εθνών αυτών πήραν επίσης τα ονόματά τους, ονομασθέντες Βαρ και Τσούνι.

Στη συνέχεια, ενώ ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός κατείχε τη βασιλική εξουσία, ένα μικρό τμήμα αυτών των Βαρ και Τσούνι έφυγε από την προγονική φυλή και εγκαταστάθηκε στην Ευρώπη. Αυτοί αυτοαποκαλούνταν Αβαροι και δόξαζαν τον ηγέτη τους με την ονομασία Χαγάνος. Ας δηλώσουμε, χωρίς να απομακρυνθούμε από την αλήθεια, πως έγινε η αλλαγή του ονόματός τους ... Όταν οι Βαρσίλοι, οι Ονόγουροι, οι Σάβιροι και άλλα Ουννικά έθνη πέραν αυτών είδαν ότι ένα τμήμα αυτών που ήταν ακόμα Βαρ και Τσούνι είχαν καταφύγει στις περιοχές τους, πανικοβλήθηκαν, υποψιαζόμενοι ότι οι έποικοι ήταν Αβαροι. Για το λόγο αυτό τίμησαν τους φυγάδες με υπέροχα δώρα και υποτίθεται ότι έλαβαν από αυτούς σε αντάλλαγμα την ασφάλειά τους .

Στη συνέχεια, όταν οι Βαρ και Τσούνι είδαν το καλότυχο ξεκίνημα της εγκατάστασής τους, υιοθέτησαν το λάθος των πρεσβευτών και αυτοονμάστηκαν Αβαροι: μεταξύ των Σκυθικών εθνών, οι Αβαροι θεωρούνται η πιο ταλαντούχα φυλή. Στην πραγματικότητα ακόμη και στην εποχή μας οι Ψευδοάβαροι (γιατί είναι πιο σωστό να τους αναφέρουμε έτσι) χωρίζονται ως προς την καταγωγή τους, μερικοί φέροντας το τιμητικό όνομα Βαρ, ενώ άλλοι ονομάζονται Τσούνι ....
Χρυσό Αβαρικό σφαιρικό κύπελλο, που βρέθηκε στη σημερινή Αλβανία.

Σύμφωνα με την ερμηνεία των Ντόμπροβιτς και Nετσάεβα οι Τούρκοι επέμεναν ότι οι Αβαροι ήταν μόνο Ψευδοάβαροι, έτσι ώστε να καυχώνται ότι ήταν η μόνη τρομερή δύναμη στη στέπα της Ευρασίας. Οι Γαλάζιοι Τούρκοι ισχυρίζονταν ότι οι "πραγματικοί Aβαροι" παρέμεναν πιστοί υπήκοοι των Τούρκων, ανατολικότερα.

Επιπλέον ο Ντόμπροβιτς έχει αμφισβητήσει την αυθεντικότητα της περιγραφής του Θεοφύλακτου. Εχει υποστηρίξει ότι ο Θεοφύλακτος δανείστηκε πληροφορίες από τις περιγραφές του Μενάνδρου Βυζαντινοτουρκικών διαπραγματεύσεων για να ανταποκριθεί στις πολιτικές ανάγκες της εποχής του - δηλαδή να επικρίνει και να χλευάσει τους Αβάρους σε μια περίοδο έντονων πολιτικών σχέσεων μεταξύ Βυζαντινών και Αβάρων (που συμπίπτει με τις εκστρατείες του αυτοκράτορα Μαυρίκιου στη βόρεια Βαλκανική). Καλώντας τους Αβάρους «Τούρκους Σκλάβους» και «Ψευδοαβάρους», ο Θεόφυλακτος υπονόμευσε την πολιτική τους νομιμοποίηση.

Ουάρ, Ρουράν και άλλοι λαοί της Κεντρικής Ασίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύμφωνα με μερικούς μελετητές οι Αβαροι της Παννονίας προήλθαν από μια συνομοσπονδία που σχηματίστηκε στην περιοχή της Λίμνης Αράλης, από τους Ουάρ, γνωστούς και ως Βαρ (που ήταν πιθανότατα Ουραλικός λαός) και τους Ξουν ή Ξιονίτες (επίσης γνωστούς ως Χιονίτες, Χούνι , Ούνι, Γιουν καιμε παρόμοια ονόματα). Οι Ξιονίτες ήταν πιθανότατα Ιρανικόφωνοι. Μια τρίτη φυλή προγενέστερα συνδεόμενη με τους Ουάρ και τους Ξιονίτες, οι Εφθαλίτες, είχαν παραμείνει στην Κεντρική και Νότια Ασία. Σε μερικές μεταγραφές, ο όρος Βαρ γίνεται Χούα, που είναι ένας εναλλακτικός κινέζικος όρος για τους Εφθαλίτες. (Ενώ μία από τις σημαντικότερες πόλεις των Εφθαλιτών ήταν η Βαλβαλίζ ή Βαρβαλίζ, αυτό μπορεί να είναι και Ιρανικός όρος για το "ανώτερο φρούριο". Οι Αβαροι της Παννονίας ήταν επίσης γνωστοί με ονόματα όπως Ουάρχον ή Βαρχονίτες - που μπορεί να ήταν σύνθετες λέξεις που συνδυάζουν τα Βαρ και Χούνι.

Ο ιστορικός του 18ου αιώνα Ζοζέφ ντε Γκιν υποστηρίζει μια σύνδεση των Αβάρων της Ευρωπαϊκής ιστορίας με τους Ρουράν της Κεντρικής Ασίας, βασισμένη σε μια σύμπτωση μιας επιστολής του Χάνου Ταρντάν προς την Κωνσταντινούπολη και γεγονότων που καταγράφονται σε Κινεζικές πηγες. Κινεζικές πηγες αναφέρουν ότι ο Χαγάνος Μπουμίν, ιδρυτής του [[Τουρκικού Χαγανάτου, νίκησε τους Ρουράν, μερικοί από τους οποίους διέφυγαν και εντάχθηκαν στυς Δυτικούς Βέι. Αργότερα - σύμφωνα με άλλη κινεζική πηγή - ο Χαγάνος Μουκάν, διάδοχος του Μπουμίν, νίκησε τους Εφθαλίτες (κινεζική ονομασία: I-τα) καθώς και τους Τούρκους Τίλε. Φαίνεται αυτές οι νίκες επί των Τίλε, Ρουράν και Εφθαλιτών να απηχούν μια αφήγηση του Θεοφύλακτου, με τις νίκες του Ταρντάν επί των Εφθαλιτών, των Αβάρων και των Ογούρων. Ωστόσο οι δύο σειρές γεγονότων δεν είναι ταυτόχρονες: τα γεγονότα της επιστολής έλαβαν χώρα κατά τη διάρκεια της κυριαρχίας του Ταρντάν, περ. 580-599, ενώ η αναφερόμενη από κινεζικές πηγές Τουρκική νίκη επί των Ρουράν και άλλων λαών της Κεντρικής Ασίας συνέβη 50 χρόνια νωρίτερα, κατά την ίδρυση του Τουρκικού Χαγανάτου από το Μπουμίν. Αυτός είναι ο λόγος που ο γλωσσολόγος Γιάνος Χάρματα απορρίπτει την ταύτιση των Αβάρων με τους Ρουράν. Σύμφωνα με τον Εντουιν Πάλιμπανκ το όνομα Αβαροι είναι το ίδιο με το διάσημο όνομα Βουχάν στις κινεζικές πηγές.

Δυναμική της αυτοκρατορίας της στέπας και εθνογένεση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι σύγχρονοι μελετητές είναι λιγότερο διατεθειμένοι να δουν τις φυλετικές ομάδες που αναφέρονται στα ιστορικά κείμενα ως μονολιθικά και μακροχρόνια «έθνη», αλλά μάλλον ως άστατους και ρευστούς πολιτικούς σχηματισμούς, των οποίων η δυναμική εξαρτιόταν από τους σταθερούς πολιτισμούς με τους οποίους συνόρευαν, καθώς και από τους εσωτερικούς αγώνες εξουσίας μέσα στις βαρβαρικές χώρες.

Το 2003 ο Ουόλτερ Πολ συνόψισε το σχηματισμό των νομαδικών αυτοκρατοριών:

1. Πολλές αυτοκρατορίες της στέπας ιδρύθηκαν από ομάδες που είχαν ηττηθεί σε προηγούμενους αγώνες εξουσίας αλλά είχαν φύγει από την κυριαρχία της ισχυρότερης ομάδας. Οι Αβαροι ήταν πιθανότατα μια ηττηθείσα φατρία, προηγουμένως υποταγμένη στη φυλή Ασίνα του Δυτικού Τουρκικού Χαγανάτου, που κατέφυγε δυτικά του Δνείπερου.

2. Αυτές οι ομάδες συνήθως είχαν μικτή προέλευση και κάθε μία από τις συνιστώσες τους ήταν μέρος μιας προηγούμενης ομάδας.

3. Κρίσιμη στη διαδικασία ήταν η ανακήρυξη ενός χαγάνου, που σήμαινε αξίωση για ανεξάρτητη εξουσία και επεκτατική στρατηγική. Αυτή η ομάδα χρειαζόταν επίσης ένα νέο όνομα που θα έδινε σε όλους τους αρχικούς οπαδούς της μια αίσθηση ταυτότητας.

4. Το όνομα μιας νέας ομάδας ιππέων της στέπας προερχόταν συχνά από μια λίστα σεβαστών επωνύμων, που δεν σήμαιναν απαραίτητα οποιοδήποτε άμεσο δεσμό ή καταγωγή από ομώνυμες ομάδες. Τον Πρώιμο Μεσαίωνα οι Ούννοι, οι Αβαροι, οι Πρωτοβούλγαροι και οι Ογούροι, ή με ονόματα σε -ούροι (Kουτριγούροι, Ουτιγούροι, Ονόγουροι κ.λπ.) ήταν πολύ σημαντικοί. Στη διαδικασία της ονοματοδοσίας τόσο οι αντιλήψεις των ξένων όσο και ο αυτοπροσδιορισμός έπαιζαν ρόλο. Αυτά τα ονόματα συνδέονταν επίσης με έγκυρες παραδόσεις που εξέφραζαν άμεσα πολιτικές προθέσεις και προγράμματα και έπρεπε να εγγυώνται την επιτυχία. Στον κόσμο της στέπας, όπου οι οικισμοί των ομάδων ήταν μάλλον ρευστοί, ήταν ζωτικής σημασίας να γνωρίζουν πώς να αντιμετωπίζουν μια νεοαναδυόμενη δύναμη. Η συμβολική ιεραρχία του γοήτρου που εκφραζόταν μέσω των ονομάτων παρείχε κάποιο σημείο αναφοράς τόσο για φίλους όσο και για εχθρούς

Οι απόψεις αυτές αναφέρονται από τον Τσάναντ Μπάλιντ. "Η εθνογένεση των πρώιμων μεσαιωνικών λαών της στέπας δεν μπορεί να κατανοηθεί με ένα μοναδικό γραμμικό τρόπο λόγω της μεγάλης και διαρκούς κινητικότητάς τους", χωρίς εθνογενετικό «σημείο μηδέν», θεωρητικό «πρωτολαό» ή πρωτόγλωσσα. [29]

Επιπλέον η ταυτότητα των Αβάρων συνδέθηκε στενά με τους πολιτικούς θεσμούς τους. Ομάδες που επαναστατούσαν ή έφευγαν από το βασίλειο Αβάρων δεν θα μπορούσαν ποτέ να ονομαστούν "Aβαροι", αλλά μάλλον ονομάζονταν "Βούλγαροι" (Πρωτοβούλγαροι). Ομοίως, με την τελική κατάρρευση της εξουσίας των Αβάρων στις αρχές του 9ου αιώνα, η Αβαρική ταυτότηταεξαφανίστηκε σχεδόν στιγμιαία αμέσως.

Ανθρωπολογικές μαρτυρίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στηn τέχνη της εποχής οι Aβαροι απεικονίζονταν μερικές φορές ως έφιπποι τοξότες, ιππεύοντας ανάποδα τα άλογα τους.

Σύμφωνα με τους φυσικούς ανθρωπολόγους του 20ου αιώνα όπως ο Παλ Λίπτακ, τα ανθρώπινα λείψανα από την πρώιμη (7ος αιώνας) περίοδο των Αβάρων είχαν ως επί το πλείστον "Ευρωποειδή" χαρακτηριστικά, ενώ τα ταφικά αντικείμενα έδειξαν πολιτιστικούς δεσμούς με την Ευρασιατική στέπα.

Τα νεκροταφεία που χρονολογούνται από την ύστερη περίοδο (8ος αιώνας) των Αβάρων περιλάμβαναν ανθρώπινα λείψανα με φυσικά χαρακτηριστικά τυπικά των λαών της Ανατολικής Ασίας ή της Ευρασίας (δηλ. ανθρώπους με καταγωγή τόσο από την Ανατολική Ασία όσο και την Ευρώπη). Λείψανα με χαρακτηριστικά Ανατολικοασιατικά ή Ευρωπαϊκά χαρακτηριστικά εντοπίστηκαν σε περίπου το ένα τρίτο των τάφων των Αβάρων του 8ο αιώνα. Σύμφωνα με το Λίπτακ το 79% του πληθυσμού της περιοχής Δούναβη-Τίσα την εποχή των Αβάρων εμφανίζει Ευρωποειδή χαρακτηριστικά. (Ο Λίπτακ χρησιμοποίησε φυλετικούς όρους που αργότερα αποσύρθηκαν ή θεωρήθηκαν ξεπερασμένοι, όπως "Moγγολίδες" για τη Βορειοανατολική Ασία και "Tουρανίδες" για άτομα μεικτής καταγωγής.

Κοινωνική και φυλετική δομή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Aβαρικά ευρήματα από το Οζορα-Τοτιπούστα, Ουγγαρία

Η Λεκάνη των Καρπαθίων ήταν το κέντρο της βάσης της δύναμης των Αβάρων. Οι Αβαροι μετεγκατέστησαν αιχμάλωτους από τις περιφέρειες της αυτοκρατορίας τους σε πιο κεντρικές περιοχές. Υλικός πολιτισμός των Αβάρων βρίσκεται νότια μέχρι τη Μακεδονία. Ωστόσο στα ανατολικά των Καρπαθίων υπάρχει κοντά σε μη Αβαρικά αρχαιολογικά ευρήματα, υποδηλώνοντας ότι ζούσαν κυρίως στα δυτικά Βαλκάνια. Οι μελετητές υποστηρίζουν οτι υπήρχε μια εξαιρετικά δομημένη και ιεραρχική κοινωνία Αβάρων, που είχε σύνθετες αλληλεπιδράσεις με άλλες "βαρβαρικές" ομάδες. Ο χαγάνος ήταν η κυρίαρχη μορφή, που περιβαλλόταν από μια μειοψηφία νομαδικής αριστοκρατίας.

Λίγες εξαιρετικά πλούσιες ταφές έχουν αποκαλυφθεί, επιβεβαιώνοντας ότι η εξουσία περιοριζόταν στο χαγάνο και μια στενά συνδεόμενη "ελίτ πολεμιστών". Εκτός από σωρούς χρυσών νομισμάτων που συνοδεύουν τις ταφές, οι άνδρες συχνά θάβονταν με σύμβολα της τάξης τους, όπως διακοσμημένες ζώνες, όπλα, αναβολείς που μοιάζουν με εκείνα που βρέθηκαν στην κεντρική Ασία, καθώς και το άλογό τους. Ο στρατός των Αβάρων απαρτιζόταν από πολλές άλλες ομάδες: Σλαβικές, Γεπιδικές και (Πρωτο)Βουλγαρικές στρατιωτικές μονάδες. Φαίνεται επίσης ότι υπήρχαν ημιανεξάρτητες «πελατειακές» (κυρίως Σλαβικές) φυλές που εξυπηρετούσαν στρατηγικούς ρόλους, όπως επιθέσεις για αντιπερισπασμό και τη φύλαξη των δυτικών συνόρων των Αβάρων με τη Φραγκική Αυτοκρατορία.

Αρχικά οι Αβάρες και οι υπήκοοί τους ζούσαν χωριστά, εκτός από τις Σλάβες και Γερμανίδες γυναίκες που παντρεύονταν Αβαρους άνδρες. Τελικά οι Γερμανικοί και οι Σλαβικοί λαοί συμπεριελήφθησαν στην κοινωνική τάξη και τον πολιτισμό των Αβάρων, που ακολουθούσε Περσικά-Βυζαντινά πρότυπα. Οι μελετητές έχουν αναγνωρίσει ένα μεικτό Aβαροσλαβικό πολιτισμό, που χαρακτηρίζεται από στολίδια όπως σκουλαρίκια σε σχήμα ημισελήνου, πόρπες, χάντρες και βραχιόλια με κερατόσχημα άκρα Βυζαντινού ύφους. Ο Πολ Φούρακρ σημειώνει ότι «τον έβδομο αιώνα εμφανίζεται ένας μεικτός Σλαβοαβαρικός πολιτισμός, που ερμηνεύεται ως ειρηνική και αρμονική σχέση μεταξύ των Αβάρων πολεμιστών και των Σλάβων αγροτών. Θεωρείται πιθανό ότι τουλάχιστον κάποιοι από τους ηγέτες των Σλαβικών φυλών μπορεί να είχαν γίνει μέρος της αριστοκρατίας των Αβάρων ». Εκτός από τους αφομοιωμένους Γέπιδες, λίγοι τάφοι Δυτικών Γερμανικών (Δυναστεία των Καρολιδών|Καρολίγγειων) λαών έχουν βρεθεί στις χώρες των Αβάρων. Ίσως υπηρετούσαν ως μισθοφόροι.

Κάθε χρόνο, οι Ούννοι (Αβαροι) έρχονταν στους Σλάβους, για να περάσουν το χειμώνα μαζί τους. Τότε έπαιρναν τις συζύγους και τις κόρες των Σλάβων και κοιμόντουσαν μαζί τους και μεταξύ των άλλων δεινών (που ήδη αναφέρθηκαν) οι Σλάβοι αναγκάζονταν επίσης να πληρώσουν φόρους στους Ούννους. Αλλά οι γιοι των Ούννων που ανατράπηκαν τότε με τις συζύγους και τις κόρες αυτών των Βένδων [Σλάβων] δεν μπορούσαν πλέον να υπομείνουν αυτή την καταπίεση, αρνιόνταν την υπακοή στους Ούννους και άρχισαν, όπως ήδη αναφέρθηκε, μια εξέγερση.

Χρονικό του Φρέντεγκαρ, Βιβλίο IV, Τμήμα 48, γραμμένο γύρω στο 642

Γλώσσα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το που ανήκαν εθνογλωσσικά οι Αβαροι είναι αβέβαιο. Παρόλο που υπάρχουν λίγες γνώσεις σχετικά με τη γλώσσα τους, οι μελετητές έχουν υποστηρίξει ότι οι Αβαροι μπορεί να μιλούσαν γλώσσα Ιρανική, Μογγολική, Τουνγκουζική και Τουρκογενή. Μερικοί ιστορικοί επηρεασμένοι από τον πανσλαβισμό υποστηρίζουν ότι με την πάροδο του χρόνου η Σλαβική έγινε η lingua franca των Αβάρων.

Η θεωρία Αβαροουγγρικής συνέχειας του Γκιούλα Λάζλο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Γκιούλα Λάζλο, Ουγγρικός αρχαιολόγος, υποστηρίζει ότι οι τελευταίοι Αβαροι, που έφτασαν στο χαγανάτο το 670 μ.Χ. σε μεγάλους αριθμούς, έζησαν το διάστημα μεταξύ της καταστροφής και λεηλασίας του κράτους των Αβάρων από τουςΦράγκους (791-795) και της άφιξης των Ούγγρων το 895. Ο Λάζλο επισημαίνει ότι οι οικισμοί των Ούγγρων (Μαγυάρων) δεν αντικατέστησαν αλλά συμπλήρωσαν εκείνους των Αβάρων. Οι Αβαροι παρέμειναν στους αγρούς, τους κατάλληλους για τη γεωργία, ενώ οι Ούγγροι πήραν τις όχθες και τις πεδιάδες των ποταμών, κατάλληλα για βοσκοτόπια. Σημειώνει επίσης ότι ενώ τα ουγγρικά νεκροταφεία αποτελούνται από 40-50 τάφους κατά μέσο όρο, εκείνα των Αβάρων περιέχουν 600-1000. Σύμφωνα με αυτά τα ευρήματα οι Αβάροι δεν επιβίωσαν μόνο του τέλους της πολιτείας τους οντότητας, αλλά έζησαν σε μεγάλες μάζες και ξεπέρασαν κατά πολύ τους Ούγγρους κατακτητές του Αρπαντ. Αναφέρει επίσης ότι οι Ούγγροι κατέλαβαν μόνο το κέντρο της Λεκάνης των Καρπαθίων, αλλά οι Αβαροι ζούσαν σε μια ευρύτερη περιοχή. Εξετάζοντας τα εδάφη όπου ζούσαν μόνο Αβαροι βρίσκουμε μόνο ουγγρικά γεωγραφικά ονόματα, όχι Σλαβικά ή Τουρκογενή, όπως θα περίμενε κανείς. Αυτά είναι περαιτέρω στοιχεία για την Αβαροουγγρική συνέχεια. Τα ονόματα των Ουγγρικών φυλών, οπλαρχηγών και λέξεων που χρησιμοποιούνται για τους ηγέτες κ.λπ. δείχνουν ότι τουλάχιστον οι ηγέτες των Ουγγρικών κατακτητών ήταν τουρκόφωνοι. Αλλά η σημερινή Ουγγρική δεν είναι Τουρκογενής γλώσσα, οπότε πρέπει να αφομειώθηκαν από τους Αβάρους που ήταν περισσότεροί τους. Η θεωρία της Αβαροουγγρικής συνέχειας του Λάζλο υποστηρίζει επίσης ότι οι Ούγγροι μιλάνε τη γλώσσα των Αβάρων.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εφθαλίτες (ή Εφταλίτες) κατά τη δεκαετία του 550 μ.Χ.. Εισήλθαν στην Ευρώπη κατά τον 6ο αιώνα υποτάσσοντας διάφορα ουννικά φύλα καθ' οδόν. Αφού ο Ιουστινιανός εξαγόρασε την ειρήνη μαζί τους, κινήθηκαν βόρεια προς τη Γερμανία, όπως είχε κάνει και ο Αττίλας έναν αιώνα νωρίτερα, φτάνοντας τελικά μέχρι τη Βαλτική θάλασσα.

Καθώς η χώρα ήταν ακατάλληλη για το νομαδικό τρόπο ζωής τους και οι Φράγκοι αποδείχθηκαν επικίνδυνος αντίπαλος, εγκαταστάθηκαν τελικά στην πεδιάδα της Παννονίας, που τότε ελεγχόταν από δύο γερμανικά φύλα, τους Λομβαρδούς και τους Γέπιδες. Συμμαχώντας με τους Λομβαρδούς, κατέστρεψαν τους Γέπιδες και σχημάτισαν ένα κράτος στην κοιλάδα του Δούναβη. Γύρω στα 568 ανάγκασαν και τους Λομβαρδούς να φύγουν και να δοκιμάσουν την τύχη τους στη Βόρεια Ιταλία, μια εισβολή που σημάδεψε την τελευταία φάση της Μεγάλης Μετανάστευσης των Λαών.

Στα 568, κατέλαβαν και τη Δαλματία, κόβοντας τη χερσαία οδό επικοινωνίας του Βυζαντίου με τη Βόρεια Ιταλία και τη Δύση. Όταν το Ανατολικό Ρωμαϊκό κράτος δεν μπορούσε πια να εξαγοράσει τους Αβάρους, εκείνοι άρχισαν τις επιδρομές και στα Βαλκάνια. Οι Βυζαντινοί αρχικά αντιστάθηκαν με επιτυχία, καταδιώκοντας τον αντίπαλο ακόμη και πέρα από το Δούναβη, στην καρδιά της χώρας του, αλλά η εξέγερση του στρατού στα 602, η περσική εισβολή κι ένας εμφύλιος πόλεμος έδωσε στους Αβάρους ελευθερία κινήσεων στα ανυπεράσπιστα Βαλκάνια. Οι τελευταίοι δοκίμασαν και μια εισβολή στη Βόρεια Ιταλία το 610.

Στα 626, οι Άβαροι και οι Πέρσες πολιόρκησαν χωρίς επιτυχία την Κωνσταντινούπολη. Μετά την αποτυχία αυτή, οι Άβαροι αποσύρθηκαν στην Παννονία, αφήνοντας τη Βαλκανική στα χέρια σλαβικών φυλών, τις οποίες ούτε οι ίδιοι, ούτε οι Βυζαντινοί μπορούσαν πια να ελέγξουν. Οι περισσότεροι υποτελείς των Αβάρων λαοί ανεξαρτητοποιήθηκαν και μόνο η Παννονία παρέμεινε κάτω από τον άμεσο έλεγχό τους.

Στις αρχές του 9ου αιώνα, εσωτερικές έριδες και εξωτερικές πιέσεις άρχισαν να υπονομεύουν το κράτος των Αβάρων. Τελικά, στη δεκαετία του 810, μοιράστηκε ανάμεσα στους Φράγκους υπό τον Καρλομάγνο και την πρώτη Βουλγαρική Αυτοκρατορία υπό τον Κρούμο. Η παρουσία τους στην Παννονία επιβεβαιώνεται μέχρι και τα 871, αλλά κατόπιν το όνομά τους εξαφανίζεται από τα χρονικά. Κατά πάσα πιθανότητα οι Άβαροι αναμίχθηκαν με τους Σλάβους που δημιούργησαν νέα κράτη στην περιοχή. Οι υποτιθέμενοι απόγονοί τους, οι Στσέκελι (που λέγεται ότι διατήρησαν το αβαρικό τοτέμ του δράκοντα μέχρι και τον 15ο αιώνα), μετεγκαταστάθηκαν στην Τρανσυλβανία κατά τον 12ο αιώνα.

Κατά μία θεωρία, οι Άβαροι ήταν αυτοί που έφεραν τον αναβολέα στην Ευρώπη. Πολλοί το αμφισβητούν και προτείνουν διάφορους άλλους υποψηφίους, μεταξύ των οποίων και τους Ούννους.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Carlos Ramirez-Faria, Concise Encyclopeida Of World History, σελ. 55, 321, Atlantic Publishers & Dist (2007)
  2. Walter Pohl, Die Awaren: ein Steppenvolk im Mitteleuropa 567–822 n. Chr, σελ. 26-29, C.H.Beck (2002) ISBN 978-3-406-48969-3

Δείτε ακόμα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]