Στοά

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Η στοά είναι στεγασμένος τόπος με κολώνες (κίονες) ή θόλους, που μπορεί να χρησιμεύσει σαν καταφύγιο για τους διαβάτες σε διάρκεια μιας βροχής ή μεγάλης ζέστης. Μπορεί ακόμα να αποτελεί κομμάτι της υποστήριξης ενός κτιρίου, όπως οι εσωτερικές στοές των γοτθικών εκκλησιών, ή της αυλής των ανακτόρων στην Αναγέννηση. Στην Αρχαία Ελλάδα οι στοές (βλ. Στοές της αρχαίας Αθήνας) ήσαν στεγασμένα δημόσια κτίρια, ορθογωνίου σχήματος, με μία ανοικτή για τον κόσμο πλευρά και τις υπόλοιπες κλειστές. Οι Ρωμαίοι συνέχισαν την κατασκευή και χρήση τους, πολλές από αυτές φημίζονταν για την πολυτέλειά τους, και τις διέδωσαν έτσι στην νεώτερη Ευρώπη[1].

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Eleanor C. Munro, Παγκόσμια Εγκυκλοπαίδεια της Τέχνης, εκδ. Φυτράκης, Αθήνα, σελ. 325