Ζωή (αυτοκράτειρα)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ζωή
Zoe mosaic Hagia Sophia.jpg
Γενικές πληροφορίες
Γέννηση 978
Κωνσταντινούπολη
Θάνατος Ιουνίου 1050
Κωνσταντινούπολη
Τόπος ταφής Ναός των Αγίων Αποστόλων
Υπηκοότητα Βυζαντινή Αυτοκρατορία
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότητα μονάρχης
Οικογένεια
Σύζυγος Ρωμανός Γ΄ Αργυρός
Κωνσταντίνος Θ´ Μονομάχος
Μιχαήλ Δ΄ Παφλαγόνας
Τέκνα Μιχαήλ Ε΄
Γονείς Κωνσταντίνος Η΄ και Ελένη του Αλυπίου
Αδέλφια Θεοδώρα
Οικογένεια Μακεδονική Δυναστεία
Αξιώματα και βραβεύσεις
Αξίωμα Βυζαντινός αυτοκράτορας
Commons page Σχετικά πολυμέσα

Η Ζωή η Πορφυρογέννητη (περ. 97811 Ιουνίου 1050) κυβέρνησε ως Βυζαντινή αυτοκράτειρα μαζί με την αδερφή της Θεοδώρα από το 1042 μέχρι το 1050 και ως αυτοκρατορική σύζυγος από το 1028 έως το 1042. Την έχουν χαρακτηρίσει ως την αυτοκράτειρα με την μεγαλύτερη επιρροή τον 11ο αι. η οποία καθόρισε για τέσσερις συνεχόμενες φορές τον αυτοκράτορα του Βυζαντίου[1].

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Ζωή ήταν η δεύτερη κόρη του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Η΄ και της αυτοκράτειρας Ελένης και πήρε τον τίτλο "Πορφυρογέννητη" γιατί είχε γεννηθεί στο πορφυρό δωμάτιο όπου έρχονταν στον κόσμο μόνο τα παιδιά των αυτοκρατόρων. Ο πατέρας της ήταν συναυτοκράτορας μαζί με τον αδερφό του τον Βασίλειο Β΄ τον λεγόμενο Βουλγαροκτόνο, αλλά επειδή ήταν πολύ μικρός (ήταν μόλις δεκαέξι ετών όταν ανέλαβε τον θρόνο) και γενικά δεν είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την πολιτική[2][3], ουσιαστικά την εξουσία την είχε υπό τον έλεγχό του ο Βασίλειος[4].

Οι πρώτες διαπραγματεύσεις γάμου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από πολύ νωρίς η ζωή της Ζωής αποτέλεσε εξαίρετο παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο οι γυναίκες που προέρχονταν από βασιλικές οικογένειες χρησιμοποιούνταν ως πιόνια στα παιχνίδια εξουσίας των βυζαντινών και μεσαιωνικών αρχόντων χωρίς να λαμβάνεται καθόλου υπόψη η ανθρώπινη υπόστασή τους ή τα προσωπικά τους αισθήματα[5]. Οι γυναίκες από οικογένειες ευγενών και πολύ περισσότερο οι βυζαντινές πριγκίπισσες είχαν μοναδικό σκοπό ύπαρξης να γίνουν σύζυγοι κάποιου ισχυρού άντρα με προοπτική να ενισχύσουν συμμαχίες και να εξασφαλίσουν την πολιτική εξουσία των αντρών γύρω τους, είτε επρόκειτο για τον πατέρα τους, είτε τον σύζυγό τους ή τον αδερφό τους[5][6]. Έτσι είχε γίνει και με την θεία της Ζωής, την αδελφή του Βασίλειου Β΄, την Άννα Πορφυρογέννητη, που παρά τις αντιρρήσεις της παντρεύτηκε τον Βλαδίμηρο του Κιέβου προκειμένου να ενισχυθεί η συμμαχία ανάμεσα στη Ρωσία και το Βυζάντιο[7].

Η πρώτη πολιτική διαπραγμάτευση για τον γάμο της Ζωής έγινε το 996 όταν ο αυτοκράτορας της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας Όθων Γ΄ έστειλε διπλωματική αποστολή στην Κωνσταντινούπολη. Οι Όθωνες προσπαθούσαν να ισχυροποιήσουν την εξουσία τους μέσω στρατηγικών γάμων με πολιτικά ισχυρές γυναίκες καθώς είχαν καταλάβει τον θρόνο μετά τους Καρολίδες χωρίς να έχουν κληρονομικό δικαίωμα. Ο παππούς του Όθωνα Γ΄, ο Όθωνας Α΄, είχε καταφέρει να καταλάβει τον θρόνο της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας μόνο αφού παντρεύτηκε την Αδελαΐδα της Ιταλίας που είχε το κληρονομικό δικαίωμα και στέφθηκε αυτοκράτορας μόνο αφού στέφθηκε αυτοκράτειρα (και όχι αυτοκρατορική σύζυγος) εκείνη. Ο πατέρας του Όθωνα Γ΄, ο Όθωνας Β΄, είχε φροντίσει να παντρευτεί την Βυζαντινή πριγκίπισσα Θεοφανώ Σκλήραινα γιατί οι Βυζαντινές πριγκίπισσες, ειδικά οι "πορφυρογέννητες", θεωρούνταν πολύφερνες νύφες που είχαν "βασιλικό αίμα". Ο Βλαδίμηρος του Κιέβου έφτασε στο σημείο ακόμα και να αλλάξει την πίστη του και να γίνει Χριστιανός και να επιβάλλει την μαζική βάφτιση των υπηκόων του προκειμένου να εξασφαλίσει τον γάμο του με την βυζαντινή πριγκίπισσα Άννα[5]. Αν και η Θεοφανώ δεν ήταν "πορφυρογέννητη" (δηλαδή δεν ήταν κόρη του αυτοκράτορα, αλλά ανιψιά του) η ιδιότητά της ως βυζαντινή πριγκίπισσα θεωρούνταν τόσο εντυπωσιακή ώστε ήταν αρκετή για να της δώσει το χρίσμα της αυτοκράτειρας της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Την ίδια ημέρα χρίστηκε μαζί της αυτοκράτορας και ο σύζυγός της Όθωνας Β΄. Επομένως, ο Όθωνας Γ΄ αντλούσε το κληρονομικό του δικαίωμα από τις γυναίκες της οικογένειάς του, στις οποίες μάλιστα χρωστούσε και το γεγονός ότι ήταν αυτοκράτορας καθώς πήρε το χρίσμα μετά από την παρέμβασή τους στην λεγόμενη Σύνοδο των Ισχυρών Γυναικών, και χρειαζόταν περισσότερη νομιμοποίηση για την εξουσία του μέσω ενός ακόμα γάμου με μια ακόμα ισχυρή βυζαντινή πριγκίπισσα που νόμιζε πως θα ήταν η Ζωή. Όμως ο Όθωνας Γ΄ πέθανε πριν να γίνει ο γάμος αυτός[2][5].

Τότε ο ευνούχος Ιωάννης Ορφανοτρόφος, που ήταν έμπιστος του Βασίλειου Β΄ και ασκούσε ισχυρή επιρροή επάνω του, άρχισε να αισθάνεται απειλή από τις δύο πριγκίπισσες καθώς ο άντρας που θα παντρευόταν κάποια από τις δύο θα γινόταν αυτόματα πανίσχυρος, θα διεκδικούσε άμεσα τον αυτοκρατορικό θρόνο και θα έθετε σε κίνδυνο την εξουσία του Βασίλειου και κατά συνέπεια και την εξουσία του Ιωάννη. Ο ίδιος ο Βασίλειος Β΄ δεν παντρεύτηκε ποτέ και δεν έκανε παιδιά ακριβώς λόγω του μεγάλου του φόβου για τον θρόνο του, αλλά και γιατί οι βυζαντινοί ευγενείς απέφευγαν να παντρεύονται ξένες (μη βυζαντινές) γυναίκες λόγω του ότι θεωρούνταν κατώτερες[5]. Έτσι δεν ήταν δύσκολο για τον Ιωάννη να πείσει τον αυτοκράτορα να παύσει κάθε διαπραγμάτευση γάμου για τη Ζωή και την Θεοδώρα και να τις απομακρύνει στα διαμερίσματά τους όπου παρέμειναν έγκλειστες για τα επόμενα περίπου τριάντα χρόνια. Αυτός ο εξαιρετικά μακροχρόνιος κατ΄οίκον περιορισμός και η ανάγκη να διαμένουν επί πολλά χρόνια μαζί οι δύο αδερφές προκάλεσε όπως ήταν αναμενόμενο μια έντονη αντιπάθεια ανάμεσά τους[2].

Ο πρώτος γάμος με τον Αργυρό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1025 ο Βασίλειος πέθανε και άφησε τον Κωνσταντίνο, που έδειχνε απόλυτη αδιαφορία για την άσκηση των καθηκόντων του, μοναδικό αυτοκράτορα[2]. Επί βασιλείας του ο Ιωάννης, όπως και πολλοί άλλοι αυλικοί, εκμεταλλεύθηκαν την κατάσταση και ανέλαβαν μεγάλη εξουσία[2]. Όμως πολύ γρήγορα η υγεία του Κωνσταντίνου Η΄ άρχισε να κλονίζεται και τότε άρχισε να προκύπτει άμεσα η ανάγκη να παντρευτούν οι κόρες του ώστε να προκύψει διάδοχος. Αρχικά ο Κωνσταντίνος επιδίωξε να παντρέψει τη Ζωή με τον Κωνσταντίνο Δαλασσινό, τον Δούκα της Αντιόχειας, που ήταν ένας από τους ελάχιστους πιστούς στον Οίκο του ευγενείς[2]. Όμως ο Δαλασσινός ήταν ανεπιθύμητος από τον Ιωάννη γιατί δεν βρισκόταν υπό την επιρροή του. Έτσι μετά από τις πιέσεις του Ιωάννη το 1025 κανονίστηκε έτσι ώστε η αδερφή της Ζωής, η Θεοδώρα, να παντρευτεί έναν δικό του άνθρωπο, τον Ρωμανό Αργυρό που θεωρούνταν αδύναμος και εύκολα επιρρεάσιμος[8][9]. Αν και ο Αργυρός ήταν ήδη παντρεμένος προκειμένου να μην χάσει την ευκαιρία να παντρευτεί την γυναίκα που θα του εξασφάλιζε την εξουσία στον αυτοκρατορικό θρόνο, δεν δίστασε να κλείσει τη γυναίκα του σε μοναστήρι[2]. Η Θεοδώρα όμως αρνήθηκε να κάνει αυτόν τον γάμο και χάλασε τα σχέδια του Αργυρού αλλά και του Ιωάννη.

Τότε ο Αργυρός και ο Ιωάννης πίεσαν ώστε ο Αργυρός να παντρευτεί την Ζωή και ο γάμος τους τελικά έγινε στις 10 Νοεμβρίου 1028[10]. Τρεις ημέρες αργότερα ο Κωνσταντίνος Η΄ πέθανε και στον θρόνο ανέβηκαν η Ζωή με τον σύζυγό της. Το πρώτο πράγμα που έκανε εκείνη τότε ήταν να απομακρύνει την αδερφή της με την οποία είχε έντονη διαμάχη επί χρόνια και να την εξαναγκάσει να μπει σε μοναστήρι με την κατηγορία ότι δολοπλοκούσε εναντίον του θρόνου[2]. Το πρώτο πράγμα όμως που έκανε ο Αργυρός ως αυτοκράτορας ήταν να κάνει τον Ιωάννη γερουσιαστή[11].

Τα επόμενα χρόνια η Ζωή προσπάθησε να φέρει στο κόσμο έναν διάδοχο όπως ήταν αναμενόμενο από μία αυτοκράτειρα αλλά επειδή και εκείνη και ο Αργυρός ήταν σε προχωρημένη ηλικία (εκείνη ήταν πενήντα ετών και ο Αργυρός εξήντα) αυτό δεν ήταν δυνατόν. Η Ζωή προσπάθησε φιλότιμα να βοηθήσει την κατάσταση όσο μπορούσε εφαρμόζοντας κάθε ιατρική ή μαγική συνταγή μάθαινε, αλλά φυσικά όλα ήταν μάταια[2]. Πολύ σύντομα οι σχέσεις της με τον Αργυρό, με τον οποίον δεν είχε παντρευτεί εξαρχής από έρωτα, έγιναν πολύ τυπικές και εκείνος της μείωσε σημαντικά το εισόδημα, άρχισε να την παραμελεί και ξεκίνησε εξωσυζυγική σχέση[3]. Η Ζωή πληγωμένη και απογοητευμένη έγινε πρώτης τάξης στόχος για τον Ιωάννη που διέκρινε την ευκαιρία να χρησιμοποιήσει για άλλη μια φορά αυτή την γυναίκα προκειμένου να ενισχύσει την εξουσία και την επιρροή της οικογένειάς του και την έφερε σε επαφή με τον αδερφό του, τον Μιχαήλ. Εκείνος φρόντισε να κερδίσει την εύνοιά της κολακεύοντάς την και σύντομα κατάφερε να συνάψει ερωτική σχέση μαζί της[2].

Ο δεύτερος γάμος με τον Μιχαήλ Δ΄[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από αυτό το σημείο και έπειτα ο Αργυρός ήταν πλέον περιττός για την οικογένεια του Ιωάννη. Το 1034, μετά από σοβαρή ασθένεια, ο Ρωμανός βρέθηκε νεκρός στο λουτρό του[3] και οι υποψίες για τον θάνατό του έπεσαν στον Μιχαήλ και τη Ζωή. Η Ζωή τότε επιχείρησε να διοικήσει ως αυτοκράτειρα μόνη της και ζήτησε να μεταφερθούν οι ευνούχοι του πατέρα της στα δικά της διαμερίσματα, μία συμβολική κίνηση που θα μεταβίβαζε την αυτοκατορική ισχύ στα χέρια της καθώς οι ευνούχοι ήταν σύμβολο εξουσίας, αλλά ο Ιωάνης Ορφανοτρόφος επενέβηκε και σταμάτησε την διαδικασία[12]. Αντίθετα μάλιστα φρόντισε να αντικαταστήσει και τους όποιους ευνούχους διέθετε η Ζωή με γυναίκες της οικογενείας του προκειμένου να την ελέγχει[12]. Την ίδια ημέρα κιόλας ο Ιωάννης και ο Μιχαήλ φρόντισαν να γίνει ο γάμος του τελευταίου με τη Ζωή και δωροδόκησαν τον πατριάρχη Αλέξιο Α΄ προκειμένου να τον χρίσει αυτοκράτορα την αμέσως επόμενη ημέρα[2].

Από τότε ο Μιχαήλ άρχισε να κυβερνά ως αυτοκράτορας με το όνομα Μιχαήλ Δ΄ ο Παφλαγόνας και ο Ιωάννης έγινε πρακτικά ο πιο ισχυρός άνθρωπος του Βυζαντίου[11]. Ένα ένα τα μέλη της οικογένειας του Ιωάννη άρχισαν να καταλαμβάνουν αξιώματα και να αποκτούν τίτλους. Αρχικά ο Ιωάννης έβγαλε από τη μέση τη Ζωή φυλακίζοντάς την για άλλη μια φορά στα διαμερίσματά της όπως είχε κάνει και παλαιότερα όταν η Ζωή ήταν νεότερη[2][10][6] . Μετά φυλάκισε τον Κωνσταντίνο Δαλασσινό φοβούμενος την αντίδρασή του και στη θέση του τοποθέτησε τον αδερφό του Νικήτα και τον έκανε Δούκα Αντιοχείας[11]. Τον γαμπρό του Στέφανο, που ήταν καλαφάτης στα πλοία, τον έκανε ναύαρχο έναν άλλον συγγενή του ονόματι Αντώνιο τον έκανε Επίσκοπο της Νικομήδειας και όταν ο πρωτοβεστιάριος του παλατιού παραιτήθηκε σε ένδειξη διαμαρτυρίας για την συμπεριφορά του Ιωάννη, εκείνος τοποθέτησε στη θέση του τον άλλο αδερφό του, τον Γεώργιο[11]. Το 1037 μάλιστα ο Ιωάννης επιχείρησε να γίνει και Πατριάρχης Κωνσταντινούπολης, αλλά δεν τα κατάφερε[11].

Η εποχή της βασιλείας του Μιχαήλ Ε΄[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όμως το 1041 ο Μιχαήλ, που υπέφερε από επιληψία[2], αρρώστησε βαριά και φαινόταν πως πλησίαζε το τέλος της ζωής του. Ο Ιωάννης τότε, φοβούμενος για άλλη φορά για την εξουσία του, προσπάθησε να μεταβιβάσει τον θρόνο σε κάποιον άλλον συγγενή του και, παρά τις αντιρρήσεις του Μιχαήλ Δ΄, πίεσε τον Μιχαήλ και την Ζωή να υιοθετήσουν τον 26χρονο ανιψιό του που λεγόταν κι εκείνος Μιχαήλ[11]. Στις 10 Δεκεμβρίου 1041 ο Μιχαήλ Δ΄ απεβίωσε κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες[2] και στον θρόνο ανήλθε ο θετός του γιος που κυβέρνησε με το όνομα Μιχαήλ Ε΄ Καλαφάτης λόγω του επαγγέλματος του πατέρα του.

Η συνδιακυβέρνηση της Ζωής με την Θεοδώρα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αμέσως μετά την άνοδό του στον θρόνο και παρά τις υποσχέσεις του να σεβαστεί και να προστατέψει την θετή του μητέρα, ο Μιχαήλ Ε΄ απομάκρυνε άμεσα τη Ζωή από το παλάτι και την εξανάγκασε να κλειστεί σε μοναστήρι και να γίνει καλόγρια. Με αυτόν τον τρόπο και το τελευταίο μέλος της βασιλικής οικογένειας απομακρύνθηκε από το παλάτι και όλη την εξουσία την κατείχε πλέον η οικογένεια του Ιωάννη. Όμως ο υπερβολικά φιλόδοξος αυτός ευνούχος έκανε το λάθος να αγνοήσει εκείνο που γνώριζαν πολύ καλά όλοι οι μονάρχες της Ευρώπης όπως οι Όθωνες και πολλοί άλλοι. Ότι η εξουσία στην Ευρώπη και το Βυζάντιο εκπήγαζε από το κληρονομικό δικαίωμα[5] και στην προκειμένη περίπτωση αυτό το διέθετε μόνο η Ζωή και η Θεοδώρα και κανείς άλλος. Η απομάκρυνσή της Ζωής από την εξουσία προκάλεσε την λαϊκή κατακραυγή και ο κόσμος ξεσηκώθηκε και ζητούσε την άμεση απομάκρυνση του αυτοκράτορα. Ο Μιχαήλ Ε΄ προσπάθησε να κατευνάσει την οργή του λαού επαναφέροντας τη Ζωή στο παλάτι και ζητώντας να κυβερνήσει τουλάχιστον ως συναυτοκράτορας στο πλευρό της, αλλά ο κόσμος είχε απηυδήσει πια με τον Ιωάννη και την οικογένειά του και στις 19 Απριλίου 1042 τοποθέτησε στον θρόνο τις δύο γυναίκες. Στην περίπτωση της Θεοδώρας μάλιστα αυτή η τοποθέτηση έγινε κυριολεκτικά με το ζόρι γιατί εκείνη αρνούνταν να αφήσει το μοναστήρι όπου έμενε τα τελευταία χρόνια και την ημέρα του αυτοκρατορικού χρίσματος την πήγαν σηκωτή στην εκκλησία της Αγίας Σοφίας για το χρίσμα παρά τις αντιρρήσεις και της Ζωής που δεν θεωρούσε καθόλου ευχάριστη την προοπτική να συμβασιλεύσει με την αδερφή της. Αμέσως μετά το πλήθος όρμησε στο παλάτι και εκδίωξε τον Μιχαήλ ο οποίος, φοβούμενος ακόμα και για τη ζωή του, βρήκε καταφύγιο σε ένα μοναστήρι.

Τυπικά η Ζωή, όντας η μεγαλύτερη από τις δύο αδελφές, θεωρούνταν πρωτεύουσα αυτοκράτειρα και είχε μεγαλύτερη εξουσία από την αδερφή της. Ο θρόνος της μάλιστα ήταν τοποθετημένος για αυτόν τον λόγο ελαφρά πιο μπροστά από τον θρόνο της Θεοδώρας. Όμως η Θεοδώρα ήταν κι εκείνη πολύ ισχυρή και, εφόσον εξαναγκάστηκε να αναλάβει την εξουσία, ήταν αποφασισμένη να μην αφήσει την αδερφή της, με την οποία διαφωνούσε σχεδόν απόλυτα, να κάνει ό,τι ήθελε. Η συνδιακυβέρνησή τους από νωρίς αποδείχθηκε ταραγμένη και γεμάτη συγκρούσεις και ανταγωνισμούς και η Γερουσία άρχισε να διχάζεται καθώς τα μέλη της άρχισαν να δείχνουν την προτίμησή τους στη μία ή την άλλη αυτοκράτειρα. Ένα από τα πρώτα πράγματα στα οποία διαφώνησαν η Ζωή και η Θεοδώρα ήταν η τύχη του Μιχαήλ Ε΄. Ενώ η Ζωή ζητούσε να του δοθεί αμνηστία και να αφεθεί ελεύθερος, η Θεοδώρα του επέβαλλε την δική της τιμωρία που ήταν τύφλωση και εγκλεισμός σε μοναστήρι[2].

Ο τρίτος γάμος με τον Κωνσταντίνο Μονομάχο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά από μόλις δύο μήνες ταραχώδους συμβασιλείας η Ζωή κατάλαβε πως ο μόνος τρόπος να εμποδίσει την Θεοδώρα να κατακτήσει την απόλυτη εξουσία ήταν να ορίσει έναν άντρα αυτοκράτορα έτσι ώστε να λήξουν οι τριβές. Οι βυζαντινές αυτοκράτειρες δεν ήταν εύκολο να διατηρήσουν από μόνες τους την εξουσία όπως έκανε για παράδειγμα η Ελισάβετ Α΄ στην Αγγλία, αλλά στην πράξη χρειαζόταν πάντα να συνδέουν την εξουσία τους με κάποιον γάμο[5] .Ο τρόπος για να γίνει αυτό ήταν μέσω ενός τρίτου γάμου (του τελευταίου που της επέτρεπε η Ορθόδοξη Εκκλησία) και αρχικά στράφηκε προς την επιλογή του Κωνσταντίνου Δαλασσινού που είχε αποδειχθεί πιστός στην Δυναστεία των Μακεδόνων και που ήταν έτσι κι αλλιώς η αρχική επιλογή συζύγου για εκείνη από τον πατέρα της ήδη από το 1028. Όμως πολύ σύντομα άλλαξε σχέδια καθώς ο Δαλασσινός φαίνεται πως της φέρθηκε με αυθάδεια. Η επόμενη επιλογή της ήταν ο παντρεμένος ήδη Κωνσταντίνος Ατροκλίνης ο οποίος όμως πέθανε υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες πριν να γίνει ο γάμος. Τελικά η Ζωή παντρεύτηκε τον χήρο Κωνσταντίνο Μονομάχο στις 11 Ιουνίου 1042 χωρίς όμως τη συμμετοχή του Πατριάρχη Αλέξιου που δεν ενέκρινε το γεγονός ότι και οι δύο σύζυγοι τελούσαν τον τρίτο τους γάμο. Την επόμενη μέρα ο Κωνσταντίνος χρίστηκε επίσημα αυτοκράτορας μαζί με την Ζωή και την Θεοδώρα και, υπό τις ευλογίες της Ζωής, έφερε στο παλάτι και την Μαρία Σκλήραινα με την οποία συζούσε ήδη επί πολλά χρόνια και η οποία είχε σταθεί στο πλάι του ακόμα και στις δύσκολες στιγμές της εξορίας του στην Λέσβο από τον Ιωάννη Ορφανοτρόφο. Η Μαρία Σκλήραινα αποκαλούνταν σεβαστή και δέσποινα, δύο τίτλοι που μέχρι τότε κατείχαν μόνο οι αυτοκράτειρες[5], και η επίσημη θέση της ήταν ακριβώς πίσω από τη Ζωή και την Θεοδώρα. Πολλές φορές την αποκαλούσαν ακόμα και δευτέρα βασιλίς[5].

Αν και η παρουσία και η θέση της Μαρίας Σκλήραινα δεν αποτέλεσαν πρόβλημα ούτε για τη Θεοδώρα αλλά ούτε και για τη Ζωή, ο κόσμος βρήκε σκανδαλώδη τον διακανονισμό αυτόν και άρχισε να διαμαρτύρεται. Πολύ σύντομα κυκλοφόρησαν οι φήμες πως Κωνσταντίνος σχεδίαζε να δολοφονήσει τη Ζωή, ίσως και την Θεοδώρα, προκειμένου να καταλάβει μόνος του την εξουσία. Το 1044 μάλιστα η ζωή του Κωνσταντίνου κινδύνεψε από το πλήθος που του επιτέθηκε για τον λόγο αυτόν. Χρειάστηκε να εμφανιστούν δημοσίως οι δύο αυτοκράτειρες και να διαψεύσουν τις φήμες αυτές, για να ηρεμήσει η κατάσταση.

Τα τελευταία χρόνια της Ζωής και η ενασχόληση με την αρωματοποιία και την κατασκευή καλλυντικών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Ζωή σταδιακά μεταβίβασε όλες τις εξουσίες στον Κωνσταντίνο και αποσύρθηκε από την πολιτική δράση για να ασχοληθεί απερίσπαστα με την αγαπημένη της δραστηριότητα, την κατασκευή καλλυντικών και αρωμάτων, μία δραστηριότητα που την γοήτευε σε όλη της τη ζωή. Μετέτρεψε μάλιστα και τα προσωπικά της διαμερίσματα σε χημικό εργαστήριο όπου έκανε τα πειράματά της[13]. Η κοσμετολογία και η αρωματοποιία ήταν αγαπημένες δραστηριότητες των γυναικών από την αρχαιότητα όπως φαίνεται και από το παράδειγμα της Ταπούτι που θεωρείται ο πρώτος αρωματοποιός της ανθρωπότητας που γνωρίζουμε[13]. Η Ζωή Προφυρογέννητη, ασχολούμενη με αυτήν την πρώιμη μορφή χημείας, δεν ήταν εξαίρεση, ούτε παγκοσμίως, αλλά ούτε και στο Βυζάντιο όπου υπήρξαν πολλές γυναίκες, όπως η Άννα Κομνηνή, που ήταν εξαιρετικά μορφωμένες και ασχολήθηκαν με διάφορες επιστήμες[13]. Οι περισσότερες από αυτές όμως σήμερα δεν είναι ευρέως γνωστές. Η Ζωή περνούσε πολύ χρόνο στο εργαστήριό της ακόμα και τις ζεστές ημέρες του καλοκαιριού[14]. Ο σύγχρονός της ιστορικός Μιχαήλ Ψελλός τονίζει πόσο ασυνήθιστα φερόταν η Ζωή καθώς δεν ασχολούνταν με το γνέσιμο ή την ύφανση και, όπως και η αδερφή της η Θεοδώρα, δεν απολάμβανε τον καθαρό αέρα και τις βόλτες στον κήπο[14]. Η αναφορά στο γνέσιμο και στην ύφανση ήταν ένας τρόπος για να υπογραμμίσει το πόσο ασυνήθιστη ήταν η συμπεριφορά αυτής της αυτοκράτειρας καθώς επρόκειτο για δύο παραδοσιακά γυναικείες ασχολίες που, ανεξάρτητα με το αν κάποια γυναίκα ασχολούνταν με αυτές ή όχι, συμβόλιζαν τον παραδοσιακό γυναικείο τρόπο ζωής[15].

Η ίδια η Ζωή ήταν μία όμορφη γυναίκα που είχε φροντίσει να συντηρήσει την ομορφιά της μέχρι προχωρημένη ηλικία. Αυτόπτες μάρτυρες την περιγράφουν ξανθιά, με κατάλευκο δέρμα, χωρίς ρυτίδες και πολύ νεανική εμφάνιση που διατηρούσε την ομορφιά της και μετά τα εξήντα[16][15]. Η πιο γνωστή απεικόνιση της Ζωής είναι ένα μωσαϊκό στην Αγία Σοφία στο οποίο εμφανίζεται ο Κωνσταντίνος Θ΄ και η Ζωή σε ηλικία 64 ετών να διατηρεί τη νεανική της εμφάνιση αν και λέγεται πως ζήτησε η ίδια να απεικονιστεί πιο κολακευτικά από ότι στην πραγματικότητα[16]. Κάποιοι άλλοι λένε πως ίσως το ψηφιδωτό να χρονολογείται από την εποχή της βασιλείας του Αργυρού, όταν η Ζωή ήταν νεότερη, και καθώς ο καιρός περνούσε και άλλαζαν οι αυτοκράτορες, η Ζωή επέβαλλε την αλλαγή των ονομάτων στο ψηφιδωτό[1][14]. Η σημασία που απέδιδε η Ζωή στην εμφάνισή της δεν αποδίδεται απαραίτητα σε κάποιου είδους ματαιοδοξία, αλλά στον συσχετισμό που επικρατούσε κατά την εποχή της ανάμεσα στην όμορφη εμφάνιση και την βασιλική καταγωγή. Ενώ οι βυζαντινοί αυτοκράτορες αναμένονταν να έχουν ευχάριστη εμφάνιση και επιβλητικό παρουσιαστικό ως απόδειξη της καταλληλότητας τους για τον θρόνο κατά τον 11ο και 12ο αι., οι αυτοκράτειρες του Βυζαντίνου αναμένονταν από πολύ παλιά να είναι όμορφες κι αρχοντικές[14][15]. Οι αυτοκράτειρες αναμένονταν ex officio να φροντίζουν την εμφάνισή τους, η οποία συνδεόταν άμεσα με το κύρος τους ως ηγεμόνες, και να συμπεριφέρονται με μεγαλοπρέπεια και αξιοπρέπεια[14][15]. Τα πολυτελή αυτοκρατορικά ενδύματα, τα κοσμήματα και τα διαδήματα καθώς και η διατήρηση της πορφύρας και του χρυσού μόνο για τα μέλη της αυτοκρατορικής οικογένειας συνέβαλλαν κι εκείνα στην διατήρηση της αυτοκρατορικής εικόνας που συνδεόταν με την ομορφιά, την πολυτέλεια και την μεγαλοπρέπεια[14][15]. Έτσι οι αυτοκράτορες, μέσω της πολυτελούς εμφάνισης και του αυστηρού τελετουργικού μπορούσαν να εντυπωσιάσουν τις ξένες διπλωματικές αποστολές (όπως εκείνες του Λιουτπράνδου της Κρεμόνα που διαπραγματεύθηκε τρεις φορές τον γάμο των Οθώνων με κάποια βυζαντινή πριγκίπισσα) αλλά και να διεκδικήσουν την ημι-θεϊκή τους εικόνα που συντηρούσε την εξουσία τους[15]. Είναι χαρακτηριστικό ότι η Ευδοκία, η μεγαλύτερη αδερφή της Ζωής, κρίθηκε ακατάλληλη όχι μόνο για γάμο αλλά και για γίνει αυτοκράτειρα επειδή όταν ήταν μικρή παραμορφώθηκε το πρόσωπό της από ευλογιά και αναγκάστηκε να ζήσει σε μοναστήρι[15]. Παρά την όμορφη και νεανική της εμφάνιση και το έντονο ενδιαφέρον της για τα καλλυντικά όμως, η Ζωή απέφευγε να προκαλεί με το ντύσιμό της και την πολυτέλεια των ενδυμάτων της όπως θα αναμενόταν από τον τίτλο της και προτιμούσε να ντύνεται απλά ενώ απέφευγε τα κοσμήματα[14].

Η Ζωή απεβίωσε στις 11 Ιουνίου 1050 σε ηλικία 72 ετών και ετάφη στον ναό των Αγίων Αποστόλων.. Την έχουν αποκαλέσει ως την βυζαντινή αυτοκράτειρα με την μεγαλύτερη επιρροή κατά τον 11ο αι. η οποία καθόρισε για τέσσερις συνεχόμενες φορές τον αυτοκράτορα του Βυζαντίου[1], γεγονός που οφείλεται τόσο στην  εξουσία που της έδινε η βασιλική της καταγωγή όσο και στην αδυναμία του πατέρα της και του θείου της να παντρέψουν την ίδια και την αδερφή της με έναν κατάλληλο σύζυγο στην σωστή ηλικία που ήταν γύρω στα δεκαπέντε[5].

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 1878-1946., Gardner, Helen, (2013). Gardner's art through the ages : a global history (14th ed έκδοση). Australia: Wadsworth, Cengage Learning. 770720293. ISBN 9780495915423. https://www.worldcat.org/oclc/770720293. 
  2. 2,00 2,01 2,02 2,03 2,04 2,05 2,06 2,07 2,08 2,09 2,10 2,11 2,12 2,13 2,14 1929-2018., Norwich, John Julius, (1993, ©1991). Byzantium : the apogee. London: Penguin. 30781779. ISBN 0140114483. https://www.worldcat.org/oclc/30781779. 
  3. 3,0 3,1 3,2 1922-1997,, Kazhdan, A. P. (Aleksandr Petrovich),. Maffry,, Talbot, Alice-Mary (1991). The Oxford dictionary of Byzantium. New York: Oxford University Press. 22733550. ISBN 0195046528. https://www.worldcat.org/oclc/22733550. 
  4. Ostrogorsky, George (1957). History of The Byzantine State. New Brunswick: Rutgers University Press. 
  5. 5,0 5,1 5,2 5,3 5,4 5,5 5,6 5,7 5,8 5,9 Judith., Herrin,. Unrivalled influence : women and empire in Byzantium. Princeton. 792880990. ISBN 9780691153216. https://www.worldcat.org/oclc/792880990. 
  6. 6,0 6,1 «Roman Emperors DIR Zoe Porphyrogenita». www.roman-emperors.org. http://www.roman-emperors.org/zoep.htm. Ανακτήθηκε στις 2018-08-27. 
  7. Paul., Magdalino,. Norway), International Congress of Historical Sciences (19th : 2000 : Oslo, (2003). Byzantium in the year 1000. Leiden: Brill. 182530611. ISBN 9004120971. https://www.worldcat.org/oclc/182530611. 
  8. 193.-2008., Patlagean, Évelyne, (impr. 2007). Un Moyen âge grec : Byzance, IXe-XVe siècle. Paris: A. Michel. 470771651. ISBN 222617110X. https://www.worldcat.org/oclc/470771651. 
  9. 1949-, Treadgold, Warren, (1997). A history of the Byzantine state and society. Stanford, Calif.: Stanford University Press. 37154904. ISBN 0804724210. https://www.worldcat.org/oclc/37154904. 
  10. 10,0 10,1 Alexander., Canduci, (2010). The immortal emperors : two thousand years of imperial Roman history. Sydney: Murdoch Books. 558480623. ISBN 9781741965988. https://www.worldcat.org/oclc/558480623. 
  11. 11,0 11,1 11,2 11,3 11,4 11,5 M., Ringrose, Kathryn (2003). The perfect servant : eunuchs and the social construction of gender in Byzantium. Chicago: University of Chicago Press. 191726886. ISBN 9780226720166. https://www.worldcat.org/oclc/191726886. 
  12. 12,0 12,1 Anne., Walthall, (2008). Servants of the dynasty : palace women in world history. Berkeley: University of California Press. 560506301. ISBN 0520941519. https://www.worldcat.org/oclc/560506301. 
  13. 13,0 13,1 13,2 Margaret., Alic, (1986). Hypatia's heritage : a history of women in science from antiquity through the nineteenth century. Boston: Beacon Press. 13947403. ISBN 0807067318. https://www.worldcat.org/oclc/13947403. 
  14. 14,0 14,1 14,2 14,3 14,4 14,5 14,6 Garland, Lynda (1994). «"THE EYE OF THE BEHOLDER" : BYZANTINE IMPERIAL WOMEN AND THEIR PUBLIC IMAGE FROM ZOE PORPHYROGENITA TO EUPHROSYNE KAMATERISSA DOUKAINA (1028-1203)». Byzantion 64 (1): 19–39. http://www.jstor.org/stable/44172129. 
  15. 15,0 15,1 15,2 15,3 15,4 15,5 15,6 Head, Constance (1980). «PHYSICAL DESCRIPTIONS OF THE EMPERORS IN BYZANTINE HISTORICAL WRITING». Byzantion 50 (1): 226–240. http://www.jstor.org/stable/44170616. 
  16. 16,0 16,1 Panas, Marios; Poulakou-Rebelakou, Effie; Kalfakis, Nicoalos; Vassilopoulos, Dimitrios (2012-09). «The Byzantine Empress Zoe Porphyrogenita and the quest for eternal youth» (στα αγγλικά). Journal of Cosmetic Dermatology 11 (3): 245–248. doi:10.1111/j.1473-2165.2012.00629.x. ISSN 1473-2130. https://onlinelibrary.wiley.com/doi/abs/10.1111/j.1473-2165.2012.00629.x. 
Ζωή (αυτοκράτειρα)
Γέννηση: περ. 978 Θάνατος: Ιούνιος 1050
Βασιλικοί τίτλοι
Προκάτοχος
Κωνσταντίνος Η΄
Αυτοκράτειρα Ρωμαίων
1 Νοεμβρίου 1028 – 10 Ιανουαρίου
μαζί με Romanos III (1028–1034)
with Michael IV (1034–1041)
with Michael V Kalaphates (1041–1042)
with Constantine IX (1042–1050)
with Theodora (1042–1050) ]
Διάδοχος
Κωνσταντίνος Θ΄ and Theodora