Αδελαΐδα της Ιταλίας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Αδελαΐδα της Βουργουνδίας
Γενικές πληροφορίες
Γέννηση
Υπηκοότητα Βασίλειο της Βουργουνδίας
Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία
Eορτασμός αγίου 16 Δεκεμβρίου
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότητα Αυτοκράτειρα της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας
Οικογένεια
Σύζυγος Όθων Α΄ της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας (951–973)[1][2]
Λοθάριος Β΄ της Ιταλίας (947–950)[1]
Τέκνα Ματθίλδη του Κέντλινμπεργκ
Όθων Β΄ της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας
Έμμα της Ιταλίας
Γονείς Ροδόλφος Β΄ της Βουργουνδίας[1][3] και Μπέρτα της Σουαβίας
Αδέλφια Heinrich I. von Lausanne
Burchard I of Lyon
Κορράδος Α΄ της Βουργουνδίας
Οικογένεια d:Q27826759
Αξιώματα και βραβεύσεις
Αξίωμα βασιλική σύζυγος
Αντιβασιλέας
Commons page Σχετικά πολυμέσα

Η Αδελαΐδα της Ιταλίας ή Αδελαΐδα της Βουργουνδίας (Adélaïde de Bourgogne, 931 - 16 Δεκεμβρίου 999) ήταν αυτοκράτειρα της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, θρησκευτική μεταρρυθμίστρια, προστάτιδα της εκκλησίας και της τέχνης, συνδημιουργός της Οθωνικής Αναγέννησης και δεύτερη σύζυγος του αυτοκράτορα Όθωνα Α΄ [4]. Θεωρούνταν από τους σύγχρονούς της ως η πιο αξιόλογη ηγεμόνας της εποχής της. [5]

Η ζωή της[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πρώτα χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Αδελαΐδα γεννήθηκε στο κάστρο του Ορμπ, στην Άνω Βουργουνδία (στη σημερινή Ελβετία). Ήταν κόρη του Ρούντολφ Β΄ της Βουργουνδίας, και της Βέρθα της Σουαβίας [6]. Παντρεύτηκε στην ηλικία των δεκαπέντε ετών τον Λοθάριο Β΄ της Ιταλίας. Η κόρη τους, Έμμα της Ιταλίας, γεννήθηκε γύρω στο 948. Αρραβωνιάστηκε σε ηλικία 6 ετών και παντρεύτηκε σε ηλικία 16 ετών τον γιο του βασιλιά της Ιταλίας, Λόθαρ. Το 949 η Αδελαΐδα γέννησε την πρώτη της κόρη, την Έμμα της Ιταλίας.

Ο γάμος της με τον Όθωνα Α΄[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Αδελαΐδα και ο δεύτερος σύζυγός της Όθων Α΄ , Meissen Cathedral, Germany

Ο πρώτος σύζυγος της Αδελαΐδας δηλητηριάστηκε από τον διάδοχό του, τον Βερεγγάριο, ο οποίος προσπάθησε να την αναγκάσει να παντρευτεί τον γιο του, Αντάλμπερτ. Όταν εκείνη αρνήθηκε, φυλακίστηκε για τέσσερις μήνες στο Κόμο. Η Αδελαΐδα τελικά κατάφερε να ξεφύγει από την αιχμαλωσία με περιπετειώδη και αξιοθαύμαστο τρόπο καθώς διέφυγε μέσα από ένα τούνελ που είχε σκάψει, μεταμφιέστηκε σε χωρική και κρύφτηκε στα κοντινά χωράφια όπου κατάφερε να αποφύγει τους λογχισμούς των αντρών του Βερεγγάριου που προσπαθούσαν να την κάνουν να βγει από τα χόρτα[7][8]. Η παράτολμη και ευφάνταστη απόδρασή της που έγινε γνωστή μέσα από τα κείμενα και τα ποιήματα της Ροσβίτα του Γκάντερσχάιμ, έγινε άμεσα θέμα συζήτησης στις αυλές της Ευρώπης.[9][10]

Τότε εκείνη έστειλε έναν απεσταλμένο στον Όθωνα Α΄ βασιλιά της Γερμανίας, που ήταν σύμμαχος τους αδελφού της Κορράδος Α΄ της Βουργουνδίας, ζητώντας την προστασία του. Εκείνος, εντυπωσιασμένος από όσα είχε ακούσει για εκείνη, δέχτηκε όχι μόνο να την προστατέψει αλλά και να την γνωρίσει προσωπικά. Η Αδελαΐδα, με την βασιλική της καταγωγή και την εκτεταμένη περιουσία και προίκα της, αποτελούσε για τον Όθωνα μίας πρώτης τάξης ευκαιρία για να κερδίσει αίγλη και υπόσταση η διεκδίκησή του στα εδάφη της Ιταλίας και της Αλσατίας.[9] Όπως γράφει η Penelope Nash: "στα περίπου δεκαεννιά της η Αδελαΐδα ήταν μια νέα, όμορφη και πλούσια χήρα, που ήταν ακόμα πιο επιθυμητή λόγω της ικανότητάς της να ενισχύσει την διεκδίκηση του νέου συζύγου της στο βασίλειο της Ιταλίας."[8]

Αυτοκράτειρα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τελικά Ο Όθωνας έπεισε την Αδελαΐδα να τον παντρευτεί το 951[11] και στις 2 Φεβρουαρίου 962 ο Πάπας Ιωάννης ΙΒ΄ έστεψε αυτοκράτορα τον Όθωνα στη Ρώμη και ταυτόχρονα, παραβιάζοντας την παράδοση, έστεψε επίσης και την Αδελαΐδα ως αυτοκράτειρα της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, λόγω του ότι το δικαίωμα διεκδίκησης του αυτοκρατορικού θρόνου από το ζεύγος προερχόταν από την καταγωγή της Αδελαΐδας.[12] Από τότε η Αδελαΐδα δεν υπέγραφε τα βασιλικά έγγραφα ως coniunx augusta, δηλαδή ως αυτοκρατορική σύζυγος όπως συνηθιζόταν στη περίπτωση των αυτοκρατορισσών μέχρι τότε, αλλά με τον αρσενικό τίτλο imperator augustus, δηλαδή ως αυτοκράτορας και η ίδια.[13] Σε πολλά έγγραφα υπέγραφε επίσης ως consors regni ή consor imperii, δηλαδή συμμέτοχος στην εξουσία ή συμβασιλεύουσα[14], που ήταν ένας τίτλος που μέχρι τον 10 αιώνα χρησιμοποιούνταν αποκλειστικά από άντρες που για διάφορους λόγους μοιράζονταν την εξουσία.[15]

Η Αδελαΐδα και ο Όθωνας σε γλυπτό που βρίσκεται στον Καθεδρικό του Μάγκντεμπεργκ στη Γερμανία.

Αυτό το γεγονός εξηγείται από την περιουσία αλλά και την εξουσία που έφερε προσωπικά η Αδελαΐδα ως άτομο. Υπολογίζεται ότι η προίκα της αντιστοιχούσε σε τέσσερις ολόκληρες επισκοπές (περιοχές ελέγχου του επισκόπου) ενώ είχε αποκτήσει κληρονομιά από την μητέρα της πολλά εδάφη στην Ιταλία, ήλεγχε τεράστιες περιοχές βόρεια από τις Άλπεις και είχε υπό τον έλεγχό της το εμπορικό κέντρο του Κομάτσιου στον ποταμό Πο που παραδοσιακά ήλεγχαν οι Ιταλίδες πριγκίπισσες.[16] Η θέση και η εξουσία της Αδελαΐδας τότε έφτασε στο απόγειο, ειδικά και μετά και τον γάμο της πρώτης της κόρης, Έμμας, με τον γιο της Γκερμπέργκα το 966, καθώς τότε η Αδελαΐδα, πέρα από εδάφη και πλούτο, κατείχε και προσωπική βασιλική εξουσία εξ αίματος σε τρία διαφορετικά βασίλεια. Ήταν κόρη, αδελφή και θεία τριών βασιλέων της Βουργουνδίας, σύζυγος, μητέρα και γιαγιά τριών αυτοκρατόρων της Οθωνικής Δυναστείας και κουνιάδα, πεθερά και γιαγιά τριών βασιλέων της Δυτικής Φρανγκίας.[17] Ο Όθωνας γνώριζε πως ο γάμος του με την Αδελαΐδα, που ανέβαζε το στάτους του στην Ιταλία και την Βουργουνδία, ίσως και να ήταν ο μοναδικός τρόπος για να διεκδικήσει τον τίλο του Αυτοκράτορα της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.[16]

Το 952 Αδελαΐδα έκανε το πρώτο της παιδί με τον Όθωνα, τον Ερρίκο, αλλά αυτό δημιούργησε πολλά προβλήματα καθώς ο Όθωνας είχε ήδη παιδιά από την πρώτη του σύζυγο, Έντιθ της Αγγλίας και όποια παιδιά έκανε με την Αδελαΐδα έθεταν σε κίνδυνο τη γραμμή διαδοχής των υπολοίπων. Έτσι το 953 ο πρωτότοκος γιος του Όθωνα με την Έντιθ, ο Λιούντολφ, που ήταν δούκας της Σουαβίας, επαναστάτησε διεκδικώντας τον θρόνο με την υποστήριξη του δούκα Κόνραντ της Λωραίνης. Η Αδελαΐδα φρόντισε άμεσα να υπερασπιστεί τα κληρονομικά δικαιώματα των δικών της παιδιών και μέσω των γνωριμιών και της επιρροής που είχε στην ιταλική αυλή από την οποία προερχόταν, κατάφερε να απομονώσει τον Λιούντολφ από τους συμμάχους του. Έτσι ο Όθωνας κατάφερε να καταπνίξει την εξέγερση και το 954 αφαίρεσε το δουκάτο από τον Λιούντολφ που όμως εξακολούθησε να δημιουργεί μικροπροβλήματα μέχρι τον θάνατό του από πυρετό το 957. Με αυτόν τον τρόπο η Αδελαΐδα διατήρησε την επιρροή της και την θέση ισχύος που κατείχε αφού κατάφερε να προστατέψει και να διατηρήσει, όχι μόνο τα κληρονομικά δικαιώματα των παιδιών της, αλλά και τα εδάφη που της είχαν δοθεί ως προίκα τα οποία δεν ήταν καθόλου ευκαταφρόνητα.

Τελικά η Αδελαΐδα έκανε και άλλα τρία παιδιά, τον Μπρούνο, την Ματθίλδη, που έγινε αβάισσα του Κέτλινμπεργκ, και τον Όθωνα Β΄. Τα δύο πρώτα αγόρια πέθαναν με αποτέλεσμα να παραμείνει μόνος διάδοχος του θρόνου ο Όθωνας Β΄.

Η αγία Αδελαΐδα σε βιτρό στην εκκλησία του Τουρί στη Γαλλία.

Η Αδελαΐδα, κατά τη διάρκεια της βασιλείας της, βοήθησε τον Όθωνα Α΄ να μετατρέψει την γερμανική αυλή σε κέντρο αναβίωσης της κλασικής παιδείας και προώθησης των τεχνών και των γραμμάτων, κάτι που συνεχίστηκε και από τους απογόνους της και οδήγησε στην δημιουργία της λεγόμενης Οθωνικής Αναγέννησης. Μέσω των γνωριμιών της στην Βουργουνδία και την Λομβαρδία έθεσε την οθωνική δυναστεία σε μία τροχιά πιο εξωστρεφή και ευρύτερα ευρωπαϊκή. Μαζί με τον σύζυγό της υποστήριξε μοναστήρια και αββαεία που στη εποχή της, αλλά και στην εποχή της νύφης της, της Θεοφανούς του Βυζαντίου, μετατράπηκαν σε κέντρα εκπαίδευσης και "φυτώρια" καλλιτεχνίας και φιλοσοφίας.[18] Κατά την διάρκεια της ζωής της διατήρησε στενές σχέσεις με το Αββαείο του Κλυνύ, που τότε ήταν το επίκεντρο της εκκλησιαστικής μεταρρύθμισης, και υποστήριξε ιδιαίτερα τους ηγούμενους Οντιλό και Μαγιόλους που αργότερα ανακηρύχθηκαν και άγιοι από την Καθολική Εκκλησία. Στήριξε επίσης πολύ το έργο της Ροσβίτα του Γκάντερσχάιμ.

Ο Όθων Α΄ πέθανε τον Μάιο του 973, στο παλάτι του Μέμφεμπεν.

Ο γιος της Όθων Β΄ στέφθηκε αυτοκράτορας αμέσως μετά τον θάνατο του πατέρα του και, παρά το γεγονός ότι είχε παντρευτεί από το 970 την βυζαντινή πριγκίπισσα Θεοφανώ Σκλήραινα, η Αδελαΐδα συνέχισε να ασκεί εξουσία για τουλάχιστον έναν χρόνο μετά την στέψη του γιου της. Αυτό σταμάτησε όταν η Θεοφανώ, όπως ήταν αναμενόμενο, αντέδρασε και διεκδίκησε την βασιλική εξουσία που δικαιωματικά της ανήκε. Αυτό οδήγησε στην εξορία της Αδελαΐδας για περίπου δέκα χρόνια.

Το 983, πέθανε ο γιος της Όθων Β΄ και μετά από την καθοριστική παρέμβαση της Αδελαΐδας, της Θεοφανούς και άλλων γυναικών της οικογένειας στην λεγόμενη Σύνοδο των Ισχυρών Γυναικών (985) τον διαδέχτηκε ο εγγονός της, Όθων Γ΄, υπό την αντιβασιλεία της μητέρας του, της αυτοκράτειρας Θεοφανούς. Όταν η Θεοφανώ πέθανε το 991, η Αδελαΐδα ανέλαβε την αντιβασιλεία. Παραιτήθηκε όταν ο Όθων Γ΄ κηρύχθηκε αυτοκράτορας το 995.

Η Αδελαΐδα πέθανε τελικά το 999 και ανακηρύχθηκε αγία από την καθολική Εκκλησία λόγω του σημαντικού έργου της σχετικά με την εκκλησιαστική μεταρρύθμιση, τον εκχριστιανισμό των Σλάβων και την ανάπτυξη του θρησκευτικού πολιτισμού της Ευρώπης της εποχή της. Τμήμα από το λείψανό της φυλάσσεται σε εκκλησία στο Αννόβερο ενώ η μνήμη της τιμάται στις 16 Δεκεμβρίου.

Παιδιά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 947, η Αδελαΐδα παντρεύτηκε τον βασιλιά Λοθάριο Β΄ της Ιταλίας. [19] Έκαναν μια κόρη:

Με τον δεύτερο σύζυγό της, Όθωνα Α΄, η Αδελαΐδα έκανε τέσσερα παιδιά από τα οποία μόνο τα δύο επιβίωσαν μέχρι την ενηλικίωσή τους:

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Attwater, Donald and Catherine Rachel John. The Penguin Dictionary of Saints. New York: Penguin Books (1993). (ISBN 0-14-051312-4).
  • Chicago, Judy. The Dinner Party: From Creation to Preservation. London: Merrell (2007). (ISBN 1-85894-370-1)
  • Gilsdorf, Sean, trans. Queenship and Sanctity: The Lives of Mathilda and the Epitaph of Adelheid. Washington, D.C.: Catholic University of America Press (2004). (ISBN 0-81321-374-6)
  • Nash, Penelope (2017). Empress Adelheid and Countess Matilda: Medieval Female Rulership and the Foundations of European Society. Palgrave Macmillan. ISBN 9781137590886
  • Pauline, Stafford. Queens, Concubines, and Dowagers: The King's Wife In The Early Middle Ages. Cassell (1998). ISBN 0718501748.
  • Simon. MacLean. Ottonian Queenship. Oxford: Oxford University Press (2017). ISBN 9780198800101.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 1,3 «Адельгейда» (Ρωσικά)
  2. www.mgh-bibliothek.de/dokumente/z/zsn2a039620.pdf. σελ. 1.
  3. 3,0 3,1 Ernst Steindorff: «Adelheid» (Γερμανικά) 1875. σελ. 75–77.
  4. Campbell, Thomas. "St. Adelaide." The Catholic Encyclopedia. Vol. 1. New York: Robert Appleton Company, 1907. 20 Sept. 2012
  5. Simon,, MacLean, (2017). Ottonian queenship (First edition έκδοση). Oxford: Oxford University Press, σελ. 95. 961410084. ISBN 9780198800101. https://www.worldcat.org/oclc/961410084. 
  6. Appendix, The New Cambridge Medieval History: Volume 3, C.900-c.1024, ed. Timothy Reuter, Rosamond McKitterick, (Cambridge University Press, 1999), 699.
  7. Marilyn., Yalom, (2009). Birth of the chess queen : a history. New York: HarperCollins e-books, σελ. 18. 463480628. ISBN 9780061913440. https://www.worldcat.org/oclc/463480628. 
  8. 8,0 8,1 Nash, Penelope (2017). Empress Adelheid and Countess Matilda : medieval female rulership and the foundations of European society. New York, NY: Palgrave Macmillan, σελ. 1. 964379733. ISBN 9781137590886. https://www.worldcat.org/oclc/964379733. 
  9. 9,0 9,1 Simon,, MacLean,. Ottonian queenship (First edition έκδοση). Oxford, σελ. 99. 961410084. ISBN 9780198800101. https://www.worldcat.org/oclc/961410084. 
  10. Η περιπετειώδης απόδραση και διαφυγή της Αδελαΐδας επαναλήφθηκε από την Ροσβίτα στο ιστορικό της έργο "Gestis Ottonis" και μπορεί να περιέχει διάφορα μυθιστορηματικά στοιχεία που εκείνη την εποχή συνηθιζόταν στις βιογραφίες σημαντικών προσώπων, αλλά αποτελεί μέρος της προσωπικής μυθολογίας της Αδελαΐδας. Μετά τον θάνατό της μάλιστα αναφέρει τα ίδια περιστατικά ο Οντίλ του Κλυνύ στον "Επιτάφειο" που έγραψε στην μνήμη της. (Simon, Mac lean, σελ. 100)
  11. Burgundy and Provence, 879–1032, Constance Brittain Bouchard,The New Cambridge Medieval History: Volume 3, C.900-c.1024, 342.
  12. The Ottonians as kings and emperors, Eckhard Müller-Mertens, The New Cambridge Medieval History: Volume 3, C.900-c.1024, 251.
  13. Marilyn., Yalom, (2009). Birth of the chess queen : a history. New York: HarperCollins e-books, σελ. 25. 463480628. ISBN 9780061913440. https://www.worldcat.org/oclc/463480628. 
  14. Simon,, MacLean,. Ottonian queenship (First edition έκδοση). Oxford, σελ. 98, 118. 961410084. ISBN 9780198800101. https://www.worldcat.org/oclc/961410084. 
  15. Simon,, MacLean,. Ottonian queenship (First edition έκδοση). Oxford, σελ. 117. 961410084. ISBN 9780198800101. https://www.worldcat.org/oclc/961410084. 
  16. 16,0 16,1 Simon, MacLean. Ottonian queenship (First edition έκδοση). Oxford, σελ. 96, 105-106. 961410084. ISBN 9780198800101. https://www.worldcat.org/oclc/961410084. 
  17. Pauline., Stafford, (1998). Queens, concubines, and dowagers : the king's wife in the early Middle Ages. London: Cassell, σελ. 116. 38130801. ISBN 0718501748. https://www.worldcat.org/oclc/38130801. 
  18. Marilyn., Yalom, (2009). Birth of the chess queen : a history. New York: HarperCollins e-books, σελ. 19. 463480628. ISBN 9780061913440. https://www.worldcat.org/oclc/463480628. 
  19. 19,0 19,1 Ferdinand Holböck, Married Saints and Blesseds: Through the Centuries, transl. Michael J. Miller, (Ignatius Press, 2002), 126.
  20. 20,0 20,1 20,2 Ferdinand Holböck, Married Saints and Blesseds: Through the Centuries, 127.
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Adelaide of Italy της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).