Μετάβαση στο περιεχόμενο

Ορθοδοξία

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια

Ο όρος ορθοδοξία (από τις λέξεις ορθός και δόξα) δηλώνει γενικά την προσήλωση σε μια πίστη, διδασκαλία ή πρακτική που θεωρείται κανονική ή ορθή στο πλαίσιο μιας θρησκευτικής, φιλοσοφικής ή ιδεολογικής παράδοσης[1]. Στη θρησκειολογία, ο όρος χρησιμοποιείται περιγραφικά για να δηλώσει την επικρατούσα ή θεσμικά αποδεκτή ερμηνεία μιας παράδοσης, συνήθως σε αντιδιαστολή με αποκλίνουσες ερμηνείες.

Η έννοια της ορθοδοξίας δεν έχει ενιαίο περιεχόμενο σε όλες τις θρησκείες. Σε ορισμένα θρησκευτικά συστήματα αναφέρεται κυρίως στην ορθή πίστη (orthodoxy), ενώ σε άλλα στην ορθή πράξη (orthopraxy)[1].

Η Ορθοδοξία εντός του Χριστιανισμού αναφέρεται στην αποδοχή των δογμάτων που ορίζονται από διάφορα δόγματα και Οικουμενικές Συνόδους στην αρχαιότητα, αλλά διαφορετικές Εκκλησίες δέχονται διαφορετικά δόγματα και Συνόδους. Τέτοιες διαφορές απόψεων έχουν αναπτυχθεί για πολλούς λόγους, συμπεριλαμβανομένων των γλωσσικών και πολιτισμικών φραγμών. Αποτελεί σημείο αναφοράς, και συμπληρωματική έννοια, της ετεροδοξίας ("άλλη διδασκαλία"), της αίρεσης και του σχίσματος. Όσοι παρεκκλίνουν από την ορθοδοξία ομολογώντας πίστη σε ένα άλλο δόγμα αποκαλούνται «αιρετικοί» και «ετερόδοξοι», ενώ εκείνοι που παρεκκλίνουν από την ορθοδοξία με την απόσχιση από το αντιληπτό σώμα των οπαδών, καλούνται «σχισματικοί». Η διάκριση στην ορολογία γίνεται ως προς το περιεχόμενο εάν κάποιος εξετάζει την οργανική ενότητα, η έμφαση δίνεται στο σχίσμα ενώ αν κάποιος εξετάζει τη δογματική συνοχή, η σημασία μετακινείται στην αίρεση.

Ο Ανατολικός Ορθόδοξος Χριστιανισμός (Ορθόδοξη Εκκλησία) και ο Ανατολίτικος Ορθόδοξος Χριστιανισμός (Προχαλκηδόνιες Εκκλησίες) μερικές φορές αναφέρονται απλώς ως «Ορθοδοξία».

Στον Ιουδαϊσμό, ο όρος «Ορθόδοξος Ιουδαϊσμός» χρησιμοποιείται για να περιγράψει ρεύματα που αποδέχονται τη δεσμευτικότητα της Τορά και του Ταλμούδ και τηρούν τον εβραϊκό θρησκευτικό νόμο (Χαλάχα). Η ορθοδοξία εδώ σχετίζεται κυρίως με την ορθοπραξία και τη συνέχεια της ερμηνευτικής παράδοσης[1].

Στο Ισλάμ, ο όρος «ορθοδοξία» χρησιμοποιείται αναλογικά για να περιγράψει την επικρατούσα σουνιτική παράδοση και τις κύριες νομικές σχολές του ισλαμικού δικαίου. Δεν υπάρχει ενιαία κεντρική αυθεντία ή σύνοδος που να ορίζει δογματικά την ορθή πίστη[2].

Ορθοδοξία στον Χριστιανισμό: πρώιμη χρήση και δογματική συγκρότηση

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πρώιμη χρήση του όρου (1ος–3ος αιώνας)

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά τους τρεις πρώτους αιώνες μ.Χ., ο Χριστιανισμός δεν αποτελούσε ενιαίο δογματικό σύστημα αλλά ένα σύνολο ετερόκλητων κινημάτων και κοινοτήτων με διαφορετικές θεολογικές αντιλήψεις σχετικά με τη φύση του Ιησού, τη σωτηρία και τη σχέση με τον ιουδαϊκό Νόμο.[3] Δεν υφίστατο ενιαία εκκλησιαστική αυθεντία ούτε καθορισμένος κανόνας ιερών κειμένων, ενώ η Καινή Διαθήκη διαμορφωνόταν σταδιακά κατά τον 2ο και 3ο αιώνα.[4]

Ο όρος «ορθοδοξία» χρησιμοποιείται ήδη από τον 2ο αιώνα κυρίως σε απολογητικά και αντιαιρετικά κείμενα, για να δηλώσει τη «σωστή διδασκαλία» σε αντιδιαστολή προς απόψεις που θεωρούνταν αποκλίνουσες ή αιρετικές.[5] Η χρήση του όρου κατά την περίοδο αυτή είναι περιγραφική και επιχειρηματολογική και όχι θεσμικά ή νομικά καθορισμένη. Συγγραφείς όπως ο Ειρηναίος Λυώνος και ο Τερτυλλιανός επικαλούνται την «αποστολική παράδοση» ως κριτήριο ορθότητας, χωρίς ωστόσο να υπάρχει μηχανισμός επιβολής ενιαίου δόγματος.[6]

Η θεολογική διαφωνία αντιμετωπιζόταν κυρίως μέσω ερμηνευτικής αντιπαράθεσης και συγγραφής κειμένων, ενώ η έννοια της αίρεσης δεν συνεπαγόταν κρατικές ή ποινικές κυρώσεις. Η ορθοδοξία, κατά συνέπεια, δεν συνιστούσε ακόμη θεσμική κατηγορία αλλά ρητορικό και θεολογικό εργαλείο εντός ενός πλουραλιστικού θρησκευτικού πεδίου.[7]

Η στροφή του 4ου αιώνα και η πολιτική διάσταση της ορθοδοξίας

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η καθοριστική μεταβολή στη σημασία και λειτουργία της ορθοδοξίας επήλθε κατά τον 4ο αιώνα μ.Χ., σε συνάρτηση με τη μεταβολή της σχέσης μεταξύ Χριστιανισμού και ρωμαϊκής αυτοκρατορικής εξουσίας. Με το Διάταγμα των Μεδιολάνων (313 μ.Χ.), που εκδόθηκε επί βασιλείας του Κωνσταντίνου Α΄, ο Χριστιανισμός νομιμοποιήθηκε και απέκτησε θεσμική παρουσία εντός της αυτοκρατορίας.[8]

Η νέα αυτή συνθήκη ανέδειξε το ζήτημα της δογματικής ενότητας, καθώς οι εσωτερικές θεολογικές διαμάχες θεωρήθηκαν πλέον απειλή για την πολιτική και κοινωνική συνοχή της αυτοκρατορίας.[9] Στο πλαίσιο αυτό συγκλήθηκε η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος της Νίκαιας (325 μ.Χ.), η οποία εισήγαγε βασικές χριστολογικές διατυπώσεις και, ιδίως, τον όρο «ὁμοούσιος» για τη σχέση Πατέρα και Υιού.[10]

Ο όρος αυτός, αντλημένος από την ελληνική φιλοσοφική ορολογία και απών από τη βιβλική γλώσσα, σηματοδότησε τη μετάβαση από την ποικιλία ερμηνειών στη δογματική τυποποίηση της πίστης. Οι αποφάσεις της Συνόδου απέκτησαν κανονιστική ισχύ με την υποστήριξη της αυτοκρατορικής εξουσίας, χωρίς ωστόσο να τερματίσουν άμεσα τις θεολογικές συγκρούσεις.[11]

Θεσμική και νομική κατοχύρωση της Ορθοδοξίας (380–381 μ.Χ.)

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πλήρης θεσμική συγκρότηση της Ορθοδοξίας συντελέστηκε επί βασιλείας του Θεοδοσίου Α΄. Με το Διάταγμα της Θεσσαλονίκης (380 μ.Χ.) , η Νικαιϊκή–Τριαδική πίστη αναγνωρίστηκε ως η μόνη νόμιμη μορφή Χριστιανισμού εντός της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, ενώ οι λοιπές χριστιανικές δοξασίες χαρακτηρίστηκαν αιρετικές.[12]

Η δογματική συγκρότηση ολοκληρώθηκε με τη Β΄ Οικουμενική Σύνοδος Κωνσταντινούπολης (381 μ.Χ.), η οποία διαμόρφωσε το Σύμβολο της Πίστεως στη μορφή που χρησιμοποιείται έως σήμερα και όρισε ρητά τη θεότητα του Αγίου Πνεύματος.[11]

Από το σημείο αυτό και εξής, η Ορθοδοξία καθιερώθηκε ως ενιαίο, συστηματοποιημένο δόγμα, θεσμικά οργανωμένο και νομικά κατοχυρωμένο.[6]

Από τον θεολογικό πλουραλισμό στη δογματική ενότητα

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ιστορική πορεία της ορθοδοξίας στον Χριστιανισμό καταδεικνύει τη μετάβαση από έναν πρώιμο, πολυφωνικό και ερμηνευτικά ανοικτό θρησκευτικό χώρο σε ένα συγκροτημένο δογματικό σύστημα, στενά συνδεδεμένο με την αυτοκρατορική εξουσία. Η ορθοδοξία, από περιγραφικός όρος θεολογικής ορθότητας, μετατράπηκε κατά τον 4ο αιώνα σε θεσμικό και νομικό κριτήριο ένταξης ή αποκλεισμού εντός της Εκκλησίας.[4]

Επίδραση της ελληνικής φιλοσοφίας στην Ορθοδοξία

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η διαμόρφωση της ορθόδοξης θεολογίας έλαβε χώρα σε περιβάλλον έντονα επηρεασμένο από την ελληνική φιλοσοφία της ύστερης αρχαιότητας. Ήδη από τους πρώτους αιώνες, Χριστιανοί συγγραφείς και θεολόγοι προσέφυγαν σε φιλοσοφικές έννοιες και κατηγορίες προκειμένου να εκφράσουν και να συστηματοποιήσουν τη χριστιανική διδασκαλία, καθώς και να αντιμετωπίσουν εσωτερικές και εξωτερικές θεολογικές αντιπαραθέσεις.[4]

Ιδιαίτερη επιρροή άσκησαν ο Πλατωνισμός και ο Νεοπλατωνισμός, ιδίως ως προς τη διάκριση μεταξύ νοητού και αισθητού κόσμου και ως προς την ανάπτυξη της αποφατικής θεολογίας, δηλαδή της προσέγγισης του Θεού μέσω της αναγνώρισης των ορίων της ανθρώπινης γνώσης και γλώσσας.[6] Παράλληλα, η αριστοτελική φιλοσοφία παρείχε βασικά εννοιολογικά εργαλεία, όπως οι όροι «οὐσία», «φύσις» και «ὑπόστασις», οι οποίοι χρησιμοποιήθηκαν εκτενώς στη διατύπωση των χριστολογικών και τριαδολογικών δογμάτων κατά τον 4ο αιώνα.[5]

Στοιχεία της στωικής φιλοσοφίας, όπως η έννοια του «λόγου» και η ιδέα του φυσικού νόμου, επηρέασαν επίσης τη χριστιανική σκέψη, ιδίως στο πλαίσιο της ελληνιστικής φιλοσοφικής παράδοσης, μέσα στην οποία αναπτύχθηκαν οι πρώιμες χριστιανικές κοινότητες.[6]

Σύγχρονοι ορθόδοξοι θεολόγοι επισημαίνουν ότι η χρήση της ελληνικής φιλοσοφικής γλώσσας από τους Πατέρες της Εκκλησίας δεν συνιστά απλή υιοθέτηση φιλοσοφικών συστημάτων, αλλά δημιουργική θεολογική επεξεργασία και επανανοηματοδότηση των εννοιών αυτών στο πλαίσιο της εκκλησιαστικής εμπειρίας και πίστης.[13][14]

Ορθοδοξία και εθνική ταυτότητα

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παρά τη χρήση της ελληνικής γλώσσας και της ελληνικής φιλοσοφικής ορολογίας στη θεολογική της διατύπωση, η Ορθοδοξία δεν συγκροτήθηκε ως ελληνική εθνική θρησκεία. Η ιστορική της διαμόρφωση έλαβε χώρα στο πλαίσιο της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, ενός πολυεθνικού και πολυγλωσσικού πολιτικού σχηματισμού, εντός του οποίου η Εκκλησία λειτούργησε ως υπερεθνικός θεσμός.[15]

Οι Οικουμενικές Σύνοδοι συγκλήθηκαν με τη συμμετοχή επισκόπων από διαφορετικές γεωγραφικές και πολιτισμικές περιοχές, όπως η Μικρά Ασία, η Συρία, η Αίγυπτος, η Παλαιστίνη, η Ιταλία και τα Βαλκάνια, γεγονός που αντανακλά τον οικουμενικό χαρακτήρα της Εκκλησίας κατά την ύστερη αρχαιότητα.[12]

Η σύνδεση της Ορθοδοξίας με συγκεκριμένη εθνική ταυτότητα, και ιδίως με τον ελληνισμό, αποτελεί μεταγενέστερη ιστορική εξέλιξη. Διαμορφώθηκε κυρίως κατά την ύστερη βυζαντινή περίοδο και ενισχύθηκε στους νεότερους χρόνους, ιδιαίτερα στο πλαίσιο της Οθωμανικής κυριαρχίας και της συγκρότησης των εθνικών κρατών τον 19ο αιώνα.[16]

Η εξέλιξη αυτή δεν αναιρεί τον αρχικό οικουμενικό χαρακτήρα της Ορθοδοξίας, αλλά αντανακλά τις ιστορικές, πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες μέσα στις οποίες η Εκκλησία προσαρμόστηκε και λειτούργησε σε διαφορετικά ιστορικά συμφραζόμενα.[17]

Η Πρώτη Οικουμενική Σύνοδο της Νίκαιας (325) με τους Αγίους να κρατάν στα χέρια τους το Σύμβολο της Πίστεως. Η συμμόρφωση των πιστών με αυτό είναι μια κοινή ομολογία της ορθοδοξίας στον Χριστιανισμό.

Σήμερα κύριες εθνοτικές ομάδες Ορθοδόξων είναι οι Έλληνες, οι Σλάβοι, των οποίων η λειτουργική παράδοση μετεξελίχθηκε από την Βυζαντινή βάση, επηρεαζόμενη από δυτικές επιρροές, δημιουργώντας ένα ιδιαίτερης λαμπρότητας τυπικό, προσαρμοσμένο στις ανάγκες της Αυτοκρατορικής Ρωσίας και επί τη βάσει της θεωρίας της διάδοχης Τρίτης Ρώμης, οι Ρουμάνοι συμπεριλαμβανομένων των Μολδαβών, οι Γεωργιανοί, οι Οσσετοί και άλλοι λαοί του Καυκάσου.

Πηγή πίστεώς της, η Ορθόδοξη Εκκλησία θεωρεί την Θεία Αποκάλυψη δια της εμπειρίας των Αγίων, όπως αυτή καταγράφεται στην Αγία Γραφή, τα εγκεκριμένα από τις Οικουμενικές Συνόδους Πατερικά κείμενα, τις αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων της Ορθόδοξης Εκκλησίας, τα Λειτουργικά κείμενα της Εκκλησίας, και την Υμνολογία της Εκκλησίας. Η εμπειρία αυτή των αγίων ονομάζεται Ιερά Παράδοση. Οι Αποστολικοί Πατέρες των πρώτων χριστιανικών αιώνων θεωρούνται αυθεντίες στην ερμηνευτική της Αγίας Γραφής και την Δογματική, όπως και οι πατέρες όλων των αιώνων.

Ορθόδοξες αποκαλούνται και οι ανατολίτικες Προχαλκηδόνιες εκκλησίες των Αρμενίων, Κοπτών, Σύρων και Αιθιόπων, μεταξύ άλλων, οι οποίες δεν ανήκουν στην Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία.

Σύγχρονη γεωγραφική κατανομή

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σήμερα, ο Ορθόδοξος Χριστιανισμός αποτελεί την επικρατούσα ή ιστορικά κυρίαρχη θρησκευτική παράδοση σε χώρες όπως:

  • Ελλάδα
  • Κύπρος
  • Ρωσία
  • Ουκρανία
  • Λευκορωσία
  • Ρουμανία
  • Βουλγαρία
  • Σερβία
  • Μαυροβούνιο
  • Βόρεια Μακεδονία
  • Γεωργία
  • Μολδαβία

Σημαντικές ορθόδοξες κοινότητες υπάρχουν επίσης στη Μέση Ανατολή (π.χ. Συρία, Λίβανος), στα Βαλκάνια, καθώς και στη διασπορά στην Ευρώπη, την Αμερική και την Αυστραλία.[12]

  1. 1 2 3 McCutcheon, Russell T. (2006-04). «Relating Smith** Jonathan Z. Smith, Relating Religion: Essays in the Study of Religion. (Chicago: University of Chicago Press, 2004), 427 pp., $60.00 (cloth).». The Journal of Religion 86 (2): 287–297. doi:10.1086/499634. ISSN 0022-4189. https://doi.org/10.1086/499634.
  2. Martin, Richard C. (1991-05). «John L. Esposito, Islam: The Straight Path (New York and Oxford: Oxford University Press, 1988). Pp. 238.». International Journal of Middle East Studies 23 (2): 238–241. doi:10.1017/s0020743800056075. ISSN 0020-7438. https://doi.org/10.1017/s0020743800056075.
  3. T. D. Barnes, ''Constantine and Eusebius'', Harvard University Press, 1981
  4. 1 2 3 A. von Harnack, History of Dogma, Dover Publications, 1961.
  5. 1 2 J. Pelikan, The Christian Tradition, Vol. 1, University of Chicago Press, 1971.
  6. 1 2 3 4 H. Chadwick, The Early Church, Penguin, 1993.
  7. A. von Harnack, History of Dogma, Dover Publications, 1961.
  8. T. D. Barnes, ''Constantine and Eusebius'', Harvard University Press, 1981
  9. L. Ayres, Nicaea and Its Legacy, Oxford University Press, 2004.
  10. L. Ayres, Nicaea and Its Legacy, Oxford University Press, 2004.
  11. 1 2 J. Pelikan, The Christian Tradition, Vol. 1, University of Chicago Press, 1971.
  12. 1 2 3 «Eastern Orthodoxy Christianity». Eastern Orthodoxy Christianity. line feed character in |title= at position 18 (βοήθεια); line feed character in |website= at position 18 (βοήθεια)
  13. ΖΗΖΙΟΥΛΑΣ, ΙΩΑΝΝΗΣ. ΤΟ ΕΙΝΑΙ ΩΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑ. ΙΝΔΙΚΟΣ. ISBN 9789605182113.
  14. ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ, ΧΡΗΣΤΟΣ. Το πρόσωπο και ο έρως (8η έκδοση). ΔΟΜΟΣ. ISBN 9789605721992.
  15. Van Den Broek, R. (1986). «TIMOTHY D. BARNES, Constantine and Eusebius, Cambridge Ma., Harvard University Press, 1981. VIII, 458 pp. Pr. £ 24.50». Mnemosyne 39 (1-2): 218–221. doi:10.1163/156852586x00383. ISSN 0026-7074. https://doi.org/10.1163/156852586x00383.
  16. ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ, ΧΡΗΣΤΟΣ. ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΚΑΙ ΔΥΣΗ ΣΤΗ ΝΕΩΤΕΡΗ ΕΛΛΑΔΑ. ΔΟΜΟΣ. ISBN 9789607217547.
  17. Τατάκης, Νικόλαος. Η ελληνική πατερική και βυζαντινή φιλοσοφία. Αρμός. ISBN 9789605271718.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]