Βυζαντινή Κωνσταντινούπολη

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Συντεταγμένες: 41°00′18″N 28°58′18″E / 41.0049°N 28.9718°E / 41.0049; 28.9718

Βυζαντινή Κωνσταντινούπολη
Byzantine Constantinople-el.svg
330 Ίδρυση της πόλης
413 Ολοκλήρωση των Θεοδοσιανών Τειχών
474 Μεγάλη πυρκαγιά
532 Στάση του Νίκα
537 Ολοκλήρωση της Αγίας Σοφίας
626 Πολιορκία από τους Άβαρους
674-78 Α´ αραβική πολιορκία
717-18 Β´ αραβική πολιορκία
1204 Σταυροφορική άλωση
1261 Επανάκτηση της πόλης
από τον Μιχαήλ Η´ Παλαιολόγο
1453 Οθωμανική άλωση

Η Κωνσταντινούπολη υπήρξε η ανατολική πρωτεύουσα της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας από τα μέσα του 4ου αιώνα μ.Χ., και μετά την κατάρρευση των δυτικών περιοχών στα τέλη του 5ου αιώνα η πρωτεύουσα της Ανατολικής ρωμαϊκής/Βυζαντινής έως τα μέσα του 15ου αιώνα, μια συνολική περίοδο άνω των χιλίων ετών. Για λίγες δεκαετίες υπήρξε επίσης η έδρα της λατινικής αυτοκρατορίας (1204–1261) μετά από την άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1204, ενώ μετά την άλωση του 1453 και έπειτα αποτέλεσε την πρωτεύουσα του οθωμανικού κράτους (1453–1924), και κατόπιν την μεγαλύτερη πόλη της Τουρκίας.

Ιδρύθηκε τον 4ο αιώνα, επί της αρχαίας πόλης του Βυζαντίου το 324 π.Χ. ως η νέα πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας από τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Α´ από τον οποίο και εγκαινιάστηκε επίσημα της στις 11 Μαΐου του 330 ως Νέα Ρώμη.[1]Από τον 5ο έως και τις αρχές του 13ου αιώνα, η Κωνσταντινούπολη ήταν η μεγαλύτερη και πλουσιότερη πόλη στην Ευρώπη[2] και αποτέλεσε μια από τις κύριες έδρες του Χριστιανισμού ως η βάση του Οικουμενικού Πατριαρχείου της Κωνσταντινούπολης και ως το σημείο όπου κατά την παράδοση φυλάσσονταν πολλά σημαντικά ιερά κειμήλια του χριστιανισμού όπως το Ακάνθινο Στεφάνι και ο Τίμιος Σταυρός, ενώ ο Κωνσταντίνος ο οποίος ίδρυσε την πόλη υπήρξε και ο αυτοκράτορας ο οποίος έκανε τον χριστιανισμό επίσημη θρησκεία της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας.

Η πόλη φημίζονταν επίσης για τις πελώριες και περίπλοκες αμυντικές κατασκευές της, καθώς αν και δέχτηκε πολλές πολιορκίες κατά τη διάρκεια της ιστορίας της από διάφορους λαούς, τα τείχη της παρέμεναν απαραβίαστα για 9 αιώνες. Διάσημη ήταν επίσης η αρχιτεκτονική των κτηρίων της, όπως ο καθεδρικός ναός της Αγίας Σοφίας ο οποίος ήταν και η έδρα του Οικουμενικού Πατριαρχείου, το Μεγάλο Παλάτι όπου έμεναν οι αυτοκράτορες, ο Πύργος του Γαλατά, ο Ιππόδρομος της πόλης, η Χρυσεία Πύλη, καθώς και τα πολυτελή αριστοκρατικά παλάτια τα οποία υπήρχαν διάσπαρτα επί των κεντρικών οδών και οικοδομικών τετραγώνων της πόλης. Η πόλη επίσης διέθετε πλήθος καλλιτεχνικών και λογοτεχνικών θησαυρών οι οποίοι καταστράφηκαν ή λεηλατήθηκαν με τις διάφορες συγκρούσεις κατά το πέρασμα των αιώνων,[3] μαζί με την αυτοκρατορική βιβλιοθήκη στην οποία περιέχονταν ότι είχε διασωθεί από την βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας και όπου υπήρχαν πάνω από 100,000 τόμους αρχαίων κειμένων.[4]

Η πρώτη φορά όπου αλώθηκε η πόλη ήταν το 1204 από τους Σταυροφόρους της Δ´ Σταυροφορίας, και επανακτήθηκε από τους Βυζαντινούς το 1261 από τον Μιχαήλ Η´ Παλαιολόγο. Η πόλη δεν κατάφερε ποτέ να ανακάμψει στην προηγούμενη ισχύ της μετά την άλωση της Δ´ Σταυροφορίας και τις δεκαετίες κακοδιαχείρισης που ακολούθησαν από τους Λατίνους ηγεμόνες. Αν και ανέκαμψε κατά ένα μικρό ποσοστό κατά τη διάρκεια της δυναστείας των Παλαιολόγων, η συνεχής απώλεια εδαφών από τους Οθωμανούς οι οποίοι ενδυναμώνονταν και επεκτείνονταν, έφερε την πόλη σε ιδιαίτερα δυσχερή θέση. Στις αρχές του 15ου αιώνα η βυζαντινή αυτοκρατορία είχε αποδυναμωθεί τόσο, ώστε το μόνο που απέμενε από αυτήν ήταν η ίδια η Κωνσταντινούπολη μαζί με τα περίχωρα της ως η πρωτεύουσα, καθώς και το Δεσποτάτο του Μοριά στην Πελοπόννησο -η αυτοκρατορία της Τραπεζούντας αποτελούσε αυτόνομη ηγεμονία από τον 14ο αιώνα-. Με τον τελευταίο αυτοκράτορα να είναι ο Κωνσταντίνος ΙΑ´ Παλαιολόγος, η πόλη τελικά αλώθηκε από τους Οθωμανούς το 1453 μετά από πολιορκία η οποία διήρκεσε σχεδόν 2 μήνες, και κατακτήθηκε από τις δυνάμεις του Μωάμεθ Β´[5]ο οποίος την έκανε πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας του.[6]

Η ιστορική αυτή περίοδος της πόλης συνεχίζει να αποτελεί αντικείμενο σημαντικής διεθνούς ιστορικής και πολιτιστικής μελέτης, καθώς και κατέχει περίοπτη θέση στην ελληνική ιστοριογραφία, παραδόσεις, και έθιμα ως πόλη ορόσημο του νεότερου ελληνισμού ιδιαίτερα μετά την πρώτη άλωση.[7][8]

Πίνακας περιεχομένων

Απαρχές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύριο λήμμα: Βυζάντιο
Νόμισμα του 2ου αιώνα μ.Χ. όπου απεικόνιζεται ο Βύζας, ιδρυτής της πόλης του Βυζαντίου τον 7ο αιώνα π.Χ.

Λύγος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύμφωνα με τον Πλίνιο τον Πρεσβύτερο στο έργο του Φυσική Ιστορία, ο πρώτος γνωστός καταυλισμός στην περιοχή ονομαζόταν Λύγος[9] και ήταν πιθανώς Θρακικής προέλευσης, έχοντας ιδρυθεί στο χρονικό διάστημα μεταξύ του 13ου με 11ου αιώνα π.Χ.[10]. Η τοποθεσία, σύμφωνα με τον μύθο της ίδρυσης της πόλης, είχε πλέον εγκαταλειφθεί από τους προηγούμενους κατοίκους της, όταν το 657 π.Χ. Έλληνες άποικοι από τα Μέγαρα ίδρυσαν την αποικία του Βυζαντίου,[11] απέναντι από την πόλη της Χαλκηδόνας στην Ασιατική πλευρά του Βοσπόρου.

Βυζάντιο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ετυμολογία της αποικίας με την ονομασία Βυζάντιο, η οποία στα λατινικά ήταν γνωστή ως Byzantium, δεν είναι ξεκάθαρη και θεωρείται πιθανό να ήταν θρακικής ή/και ιλλυρικής προέλευσης.[12][13] Σύμφωνα με τον μύθο της ίδρυσης, η πόλη πήρε το όνομα της από τον αρχηγό των αποίκων ο οποίος ονομαζόταν Βύζας ή Βύζαντας. Οι ύστεροι Βυζαντινοί της Κωνσταντινουπόλεως ισχυριζόταν πως η πόλη πήρε το όνομα της από δύο άτομα, τον Βύζα και τον Άντη, αν και είναι πιθανό πως πρόκειται για λογοπαίγνιο ως προς την σύνθεση της ονομασίας Βυζάντιον.[14]

Νόμισμα της πόλης του Βυζαντίου του 1ου αιώνα π.Χ. όπου εμφανίζεται και η ημισέληνος με το άστρο (ήλιο) ως σύμβολο της πόλης

Η πόλη διατηρούσε την αυτονομία της ως πόλη-κράτος, έως ότου προσαρτήθηκε από τον Δαρείο Α´ στην περσική αυτοκρατορία των Αχαιμενιδών και η τοποθεσία της πόλης κρίθηκε ως ιδανική για την κατασκευή μιας γέφυρας, η οποία ένωνε την Ασία με την Ευρώπη στα στενά του Βοσπόρου. Η περσική κυριαρχία διήρκεσε έως το 478 π.Χ., όταν κατά την δεύτερη περσική εισβολή στην Ελλάδα τα ελληνικά στρατεύματα υπό τον Σπαρτιάτη στρατηγό Παυσανία ανέκτησαν την πόλη, η οποία παρέμεινε ανεξάρτητη, αρχικά υπό την Αθηναϊκή επιρροή και αργότερα (μετά το 411 π.Χ.) τη Σπαρτιατική.[15] Η αρχαία πόλη του Βυζαντίου δεν υπήρξε ποτέ μια μεγάλη και ισχυρή πόλη όπως αυτές των Αθηνών, της Κορίνθου, και της Σπάρτης, ωστόσο απολάμβανε τις ειρηνικές συνθήκες καθώς και την σταθερή ανάπτυξη ως εμπορική πόλη, εκμεταλλευόμενη την στρατηγική της τοποθεσία ανάμεσα στην οδό μεταξύ Ευρώπης και Ασίας καθώς και ως θαλάσσιο πέρασμα από τον Εύξεινο Πόντο στη Μεσόγειο, με το λιμάνι της στον Κεράτιο Κόλπο να είναι ευμέγεθες και καλά ανεπτυγμένο.

Η πόλη σύναψε συνθήκη με την Ρώμη το 150 π.Χ. και έτσι κατά την ρωμαϊκή περίοδο δεν υπέστη φθορές,[16] κάτι που επέτρεψε τη διατήρηση της αυτονομίας της, καθώς και την ανάπτυξη και τη σταθερότητά της για τρεις αιώνες έως τα τέλη του 2ου αιώνα μ.Χ..[17]

Αυγούστα Αντωνίνα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Για λίγες δεκαετίες η πόλη είχε ονομαστεί Αυγούστα Αντωνινή (Augusta Antonina) στις αρχές του 3ου αιώνα από τον Ρωμαίο αυτοκράτορα Σεπτίμιο Σεβήρο (193-211), προς τιμήν του γιου του Αντωνίνου, ο οποίος μετέπειτα έγινε γνωστός ως ο αυτοκράτορας Καρακάλλας.[18][19]Ο Σεβήρος είχε κατακτήσει και ισοπεδώσει την πόλη το 196 μ.Χ. λόγω της συμμαχίας της με έναν από τους αντιπάλους του για το αυτοκρατορικό αξίωμα, τον Πεσκένιο Νίγηρ (Pescennius Niger) κατά το έτος των 5 αυτοκρατόρων.[20] Αντιμετώπισε σημαντική κριτική για την καταστροφή της πόλης από τον ύπατο και ιστορικό Κάσσιο Δίωνα ο οποίος ανέφερε πως ο Σεβήρος κατέστρεψε ένα ισχυρό Ρωμαϊκό οχυρό, το οποίο χρησίμευε ως βάση επιχειρήσεων κατά των βαρβάρων από τον Εύξεινο Πόντο και την Κεντρική Ασία.[21] Επιπλέον η τοποθεσία της πόλης έκανε την πολιορκία και κατάκτησή της δύσκολη, και η τοποθεσία της επί των οδικών και θαλασσίων εμπορικών οδών έκανε αρκετά πολύτιμη την πόλη για να εγκαταλειφθεί, έτσι ο Σεβήρος την ξαναέκτισε και τα τείχη που ανέγειρε για την προστασία της πήραν το όνομα του, ως τα Σεβήρεια τείχη. Μετά από κάποιο καιρό η πόλη ξαναέγινε γνωστή ως Βυζάντιο, πιθανώς μετά τη δολοφονία του Καρακάλλα το 217 ή το αργότερο με την πτώση της δυναστείας των Σεβήρων το 235.

Άλλες γλώσσες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά την μακραίωνη ιστορία της πόλης, υπήρξαν διάφοροι λαοί οι οποίοι ταξίδεψαν και ήρθαν σε επαφή μαζί της, και την έκαναν γνωστή στις γλώσσες του με διάφορες ονομασίες, όπως Цариград / Τσάργκραντ στα μεσαιωνικά σλαβικά, Miklagarðr / Μίκλαγκαρορ στα παλαιονορβηγικά, قسطنطینية / Κουσταντινίγιε στα μεσ. περσικά και οθωμανικά τουρκικά, Konstantinopel / Κονσταντινόπελ στα γερμανικά, και קושטנדינה / Κουσταντίνα στα μεσ. εβραϊκά.

Πρώιμη περίοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ίδρυση και αρχικά στάδια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αναμνηστικό μετάλλιο του Κωνσταντίνου Α´ για τον εορτασμό της ίδρυσης της πόλης, 307-337

Η ίδρυση της Κωνσταντινούπολης ξεκίνησε το 324[1] από τον Ρωμαίο αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Α´ (272–337 μ.Χ.) στην τοποθεσία της αρχαίας αποικίας του Βυζαντίου. Ο Κωνσταντίνος έχοντας επιδιώξει την ενοποίηση της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και έχοντας εισάγει μεγάλες διοικητικές διαρθρώσεις καθώς και την καθιέρωση του Χριστιανισμού ως επίσημης θρησκείας, θεωρούσε πως η Ρώμη δεν μπορούσε να λειτουργήσει ικανοποιητικά ως πρωτεύουσα, αφού βρισκόταν πολύ μακριά από τα σύνορα και συνεπακολούθως μακριά από τις στρατιές και τους αξιωματούχους, ενώ παράλληλα αποτελούσε πεδίο αναρρίχησης για διάφορους φιλόδοξους πολιτικούς. Ήταν όμως η πρωτεύουσα του κράτους για πάνω από μία χιλιετία και εθεωρείτο αδιανόητο να μετακινηθεί. Ωστόσο ο Κωνσταντίνος εκτίμησε πως το Βυζάντιο ήταν πολύ καταλληλότερο ως τοποθεσία της πρωτεύουσας, διότι μπορούσε:

  • να γίνει η βάση της αυτοκρατορίας και παράλληλα να διαθέτει ισχυρή άμυνα
  • να έχει εύκολη πρόσβαση προς τα σύνορα του Δούναβη ή του Ευφράτη
  • να εφοδιάζεται από τα ανεπτυγμένα εργαστήρια της ρωμαϊκής Ασίας και να γεμίζει το θησαυροφυλάκιο από τις πλούσιες ανατολικές επαρχίες της αυτοκρατορίας.
Προσωποποιημένη απεικόνιση της Κωνσταντινούπολης από το έργο του 4ου αιώνα Χρονογραφία του 354

Η νέα πόλη ξεκίνησε να κτίζεται το 324 π.Χ. και μετά από περίοδο 6 ετών επισημοποιήθηκε ως Νέα Ρώμη (Nova Roma) στις 11 Μαΐου του 330.[1] Ο Κωνσταντίνος διαίρεσε την πόλη σε 14 τμήματα, όπως ήταν οργανωμένη και η Ρώμη και την διακόσμησε με πολλά δημόσια έργα τα οποία ήταν αντάξια μιας αυτοκρατορικής μητρόπολης.[22] Αρχικά η νέα αυτή Ρώμη του Κωνσταντίνου δεν είχε ακόμα φτάσει την μεγαλοπρέπεια της παλαιάς. Διέθετε ανθύπατο αντί για πολίαρχο και δεν είχε πραίτορες ή κοιαισίτωρες. Αν και διέθετε γερουσιαστές, αυτοί είχαν τον τίτλο clarus, αντί για τον ανώτερο clarissimus αυτών της Ρώμης. Από την πόλη έλλειπε επίσης η πληθώρα των διοικητικών γραφείων, τα οποία ρύθμιζαν την παροχή τροφίμων, η αστυνόμευση, και δημόσια έργα όπως υπόνομοι, υδραγωγεία και ναοί. Το πρόγραμμα επέκτασης της πόλης υλοποιήθηκε με μεγάλη ταχύτητα, όπου μεγάλος αριθμός στηλών, πυλών, μαρμάρων και ψηφιδωτών πάρθηκαν από άλλες τοποθεσίες της αυτοκρατορίας και τοποθετήθηκαν στη νέα πόλη. Με τον ίδιο τρόπο, πολλά από τα έργα της ελληνικής και ρωμαϊκής τέχνης πλέον μετακινήθηκαν στην Κωνσταντινούπολη. Ο αυτοκράτορας ευνόησε την κατασκευή ιδιωτικών κτηρίων υποσχόμενος στους ιδιοκτήτες τους πως θα λάμβαναν εδαφικούς τίτλους κυριότητας στις επαρχίες της Μικράς Ασίας ως αντάλλαγμα. Στις 18 Μαΐου του 332 ανακοίνωσε πως, όπως και στη Ρώμη, θα γινόταν δωρεάν διανομή τροφών προς τους πολίτες. Κατά την περίοδο εκείνη ο αριθμός αυτός αντιστοιχούσε σε 80.000 μερίδες φαγητού την ημέρα, οι οποίες διανεμόταν από 117 σημεία διανομής σε όλη την πόλη.[23]

Χάρτης του κέντρου της πόλης

Κατά την περίοδο αυτή η πόλη ήταν επίσης γνωστή και ως Δεύτερη Ρώμη, Ανατολική Ρώμη, καθώς και Κωνσταντινούπολη ή Ρώμη Κωνσταντινουπολίτικη (Roma Constantinopolitana).[24] Όταν η πόλη έμεινε πλέον η μοναδική πρωτεύουσα της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας μετά την άλωση των Δυτικών περιοχών από τα Γερμανικά φύλα, ο πλούτος, ο πληθυσμός και η επιρροή της μεγάλωσαν σημαντικά και η πόλη απέκτησε μια πληθώρα ονομασιών.

Ο Κωνσταντίνος δημιούργησε μια νέα πλατεία στο κέντρο της παλιάς πόλης, την οποία ονόμασε Αυγουσταίον. Το κτήριο όπου στεγάζονταν η Κουρία -η Σύγκλητος- βρισκόταν σε μια βασιλική στην ανατολική πλευρά. Στη νότια πλευρά της μεγάλης πλατείας κτίστηκε το Μέγα Παλάτιον του αυτοκράτορα με μια επιβλητική είσοδο, την Χαλκή πύλη, ενώ ο χώρος των τελετών ήταν γνωστός ως το παλάτι της Δάφνης. Σε κοντινή απόσταση ήταν ο μεγάλου μεγέθους Ιππόδρομος της Κωνσταντινούπολης όπου ετελούντο οι αρματοδρομίες και διέθετε χώρο για πάνω από 80.000 θεατές, καθώς και τα λουτρά του Ζευξίππου. Στην ανατολική πλευρά της πλατείας του Αυγουσταίου υπήρχε το Μίλιον, το οποίο αποτελούσε το σημείο ορόσημο του κέντρου της πόλης, όπου εμετρούντο οι αποστάσεις από την πρωτεύουσα της Κωνσταντινούπολης προς οποιαδήποτε άλλη πόλη ή περιοχή.

Επάνω από το Αυγουσταίον εκτεινόταν η μεγάλη κεντρική αρτηρία της πόλης, η Μέση οδός, η οποία ήταν διακοσμημένη με κιονοστοιχίες (έμβολα). Καθώς διέσχιζε τον πρώτο λόφο της πόλης και ανέβαινε στον δεύτερο λόφο, περνούσε από τα αριστερά του Πραιτώριου, το οποίο ήταν το δικαστήριο της πόλης. Κατόπιν συνέχιζε πως τον ωοειδούς σχήματος Φόρο του Κωνσταντίνου, όπου υπήρχε ένα δεύτερο κτήριο της Συγκλήτου και η στήλη του Κωνσταντίνου Α´, όπου ο ιδρυτής της πόλης Κωνσταντίνος απεικονιζόταν στην κορυφή της στήλης με τη μορφή του θεού Απόλλωνα. Από εκεί η Μέση Οδός συνέχιζε και περνούσε μέσα από τον Φόρο του Ταύρου και του Φόρου του Βοός και ανέβαινε προς τον Έβδομο λόφο (Ξηρόλοφο) και έως την Χρυσή Πύλη στα τείχη του Κωνσταντίνου.

Οχυρώσεις της πόλης και πτώση της Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αναπαράσταση των Θεοδοσιανών τειχών, 1899

Ο πρώτος γνωστός πραίτωρας της πόλης της Κωνσταντινούπολης ήταν ο Ονωράτος, ο οποίος ανέλαβε τα καθήκοντα του στις 11 Δεκεμβρίου του 359 και διατηρήθηκε στο αξίωμα αυτό ως το 361. Ο αυτοκράτορας Ουάλης έκτισε το παλάτι του Εβδόμου λόφου στις ακτές της Προποντίδας κοντά στη Χρυσή Πύλη, όπου και πιθανώς χρησίμευε για την επιθεώρηση των στρατευμάτων. Όλοι οι αυτοκράτορες έως τον Ζήνωνα και τον Βασιλίσκο (476) λάμβαναν το στέμμα και ορκιζόταν στο παλάτι του Εβδόμου. Ο Θεοδόσιος Α´ ίδρυσε την εκκλησία του αγίου Ιωάννη του Βαπτιστή για την φύλαξη της κάρας του αγίου της εκκλησίας, ανέγειρε την στήλη του Θεοδοσίου στον φόρο του Ταύρου, και μετέτρεψε τον ναό της Αφροδίτης σε εκπαιδευτήριο. Ο Αρκάδιος έκτισε μια νέα αγορά στη Μέση Οδό στην οποία έδωσε το όνομα του -φόρος του Αρκαδίου- κοντά στα τείχη του Κωνσταντίνου.

Η σημασία της Κωνσταντινούπολης αυξήθηκε σταδιακά. Μετά την αναπάντεχη εξέλιξη της μάχης της Αδριανούπολης το 378, κατά την οποία ο αυτοκράτορας Ουάλης που συνοδεύονταν από ισχυρές Ρωμαϊκές δυνάμεις ηττήθηκε από τους Βισιγότθους μετά από πορεία μόλις λίγων ημερών, η πόλη ενίσχυσε περαιτέρω τις αμυντικές οχυρώσεις της και το 413–414, ο Θεοδόσιος Β´ έχτισε τα ύψους 18 μέτρων Θεοδοσιανά τείχη τα οποία αποτελούνταν από τρία επίπεδα και τα οποία δεν παραβιάστηκαν ποτέ έως την εποχή της ανακάλυψης της πυρίτιδας. Ο Θεοδόσιος Β' ίδρυσε επίσης το Πανδιδακτήριο κοντά στον φόρο του Ταύρου, στις 27 Φεβρουαρίου του 425. Μετά την κατασκευή των Θεοδοσιανών Τειχών στις αρχές του 5ου αιώνα, η Μέση οδός επεκτάθηκε προς τη νέα Χρυσή Πύλη, έχοντας πλέον συνολικό μήκος 7 ρωμαϊκών μιλίων.[25]

Κατά την εποχή αυτή εμφανίστηκε στον Δούναβη ο Ούλντιν, ηγεμόνας των Ούννων και κατευθύνθηκε προς τη Θράκη, αλλά εγκαταλείφθηκε από πολλά από τα στρατεύματα του, τα οποία συμμάχησαν με τους Ρωμαίους και έτσι απωθήθηκε βορείως του Δούναβη. Ως συνέπεια της εξέλιξης αυτής, κτίστηκαν επιπλέον αμυντικά τείχη για την θωράκιση της πόλης και ο στόλος του Δούναβη ενισχύθηκε.

Με την κατάλυση των δυτικών επαρχιών της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και της Ραβέννας στην οποία είχαν καταφύγει οι τελευταίοι συν-αυτοκράτορες, η Κωνσταντινούπολη πλέον έγινε πραγματικά η μεγαλύτερη πόλη της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και του κόσμου, και ο πλούτος της ανατολικής Μεσογείου και της δυτικής Ασίας συγκεντρωνόταν μόνο στην Κωνσταντινούπολη.

Περίοδος του Ιουστινιανού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η στήλη του Ιουστινιανού, αναπαράσταση του 1912

Ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός Α´ (527–565) ήταν διάσημος για τις στρατιωτικές του επιτυχίες, για τις νομοθετικές του μεταρρυθμίσεις και για τα δημόσια έργα που κατασκευάστηκαν κατά την θητεία του. Από την Κωνσταντινούπολη ξεκίνησε η αποστολή για την επανάκτηση της πρώην διοίκησης της Αφρικής τον Ιούνιο του 533. Πριν την αναχώρησή της, το πλοίο του στρατηγού Βελισάριου ήταν αγκυροβολημένο μπροστά από το αυτοκρατορικό παλάτι και ο Πατριάρχης ευλόγησε την αποστολή ώστε να επιτύχει. Μετά τη νίκη που ήρθε το 534, τα λάφυρα από τον δεύτερο ναό της Ιερουσαλήμ, ο οποίος είχε λεηλατηθεί από τους Ρωμαίους το 70 μ.Χ., που είχαν μεταφερθεί στη Ρώμη και κατόπιν στην Καρχηδόνα από τους Βανδάλους μετά την άλωση της Ρώμης το 455, μεταφέρθηκαν πλέον στην Κωνσταντινούπολη, πιθανώς στην εκκλησία του αγίου Πολύευκτου, πριν επιστραφούν και πάλι στην Ιερουσαλήμ και φυλαχθούν στον ναό της Αναστάσεως.[26]

Οι αρματοδρομίες ήταν σημαντικές στη Ρώμη για αιώνες. Στην Κωνσταντινούπολη ο Ιππόδρομος της πόλης αποκτούσε με τον καιρό ολοένα και μεγαλύτερη πολιτική σημασία, καθώς κατά τους αγώνες το εύρος της αποδοχής των νέων αυτοκρατόρων κρινόταν και από το εύρος των επευφημιών του λαού που παρακολουθούσαν την τελετή έναρξης και ήταν το σημείο όπου ο λαός εξέφραζε την κριτική του δια κοινής βοής σχετικά με το έργο της κυβέρνησης ή την μη αποδοχή των ερωμένων των αυτοκρατόρων. Κατά την εποχή του Ιουστινιανού η δημόσια τάξη στην Κωνσταντινούπολη έγινε ένα κρίσιμο πολιτικό θέμα.

Ως η μεγαλύτερη και πλουσιότερη πόλη στην Ευρώπη και ως κέντρο του πολιτισμού και της εκπαίδευσης στην περιοχή της Μεσογείου, η πόλη απέκτησε και την ονομασία η Βασιλεύουσα ως η βασίλισσα των πόλεων ή η Μεγαλόπολις ως η μεγάλη πόλη και στον καθημερινό λόγο αναφερόταν απλά ως Η Πόλη από τους Κωνσταντινουπολίτες και λοιπούς Ρωμαίους.[27]Με ανάλογο θαυμασμό ονομαζόταν και στις γλώσσες των άλλων λαών. Οι Βίκινγκς (Βαράγγοι), οι οποίοι διατηρούσαν επαφές με την αυτοκρατορία κατά την επέκταση τους στην Ανατολή, την ονόμαζαν Μίκλαγκαρορ (Miklagarðr, Μεγάλη Πόλη) και αργότερα Μίκλαγκαρντ (Miklagard) και Μίκλαγκαρθ (Miklagarth). Στα Αραβικά η πόλη ήταν γνωστή ως Ρουμιγιάτ αλ-κούμπρα (Rūmiyyat al-kubra, Μεγάλη Πόλη των Ρωμαίων) και στα Περσικά ως Τακχτ-ε Ρουμ (Takht-e Rum, Θρόνος των Ρωμαίων). Στις ανατολικές και νότιες Σλαβικές γλώσσες, συμπεριλαμβανομένης και της μεσαιωνικής ρωσικής, η πόλη ήταν γνωστή ως Τσάργκραντ (Царьград, πόλη του καίσαρα/τσάρου) ή Κάριγκραντ (πόλη του βασιλιά). Πιθανώς η ονομασία αυτή αντιστοιχούσε στην αντίστοιχη ελληνική φράση του Βασιλέως Πόλις.

Στάση του Νίκα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά την περίοδο της ύστερης ρωμαϊκής εποχής και πρώιμης Βυζαντινής, ο Χριστιανισμός βρισκόταν σε μια πορεία όπου επισημοποιούνταν τα όργανα της Εκκλησίας και οι διδαχές της, και η σύγκρουση μεταξύ των ορθοδόξων και των μονοφυσιτών έγινε η κύρια αιτία για τις σοβαρές ταραχές που ακολούθησαν, η οποία εκφράστηκε μέσω της οπαδών των ιπποδρομιών, τους Γαλάζιους και τους Πράσινους. Οι οπαδοί των ομάδων αυτών μαρτυρείται[28] πως άφηναν τα γένια τους απεριποίητα, ενώ ξύριζαν το κεφάλι τους στο μπροστινό μέρος και άφηναν το μαλλί να μακρύνει στο πίσω μέρος του κεφαλιού ως είδος χαίτης, ενώ ο ρουχισμός τους είχε ευρύχωρα μανίκια, τα οποία γινόταν στενά στην περιοχή του καρπού. Οι ομάδες αυτές αποτελούσαν συμμορίες, οι οποίες κατά τη διάρκεια της νύχτας επιδιδόταν σε κλοπές, βιαιοπραγίες και άλλα αδικήματα. Με τον καιρό οι ομάδες αυτές οδήγησαν στη Στάση του Νίκα, όπου κατά την περίοδο μιας εβδομάδας έγιναν εκτεταμένες ταραχές και καταστροφές σε όλη την πόλη.

Οι πυρκαγιές που ξεκίνησαν από τους στασιαστές του Νίκα κατέστρεψαν πολλά μνημεία και κτήρια· ανάμεσα τους ήταν και η βασιλική της Αγίας Σοφίας. Ο Ιουστινιανός ανέθεσε στον Ανθέμιο τον Τραλλιανό και τον Ισίδωρο τον Μιλήσιο να αντικαταστήσουν τη ζημιά με μια νέα και μεγαλύτερη Αγία Σοφία, στην οποία κατασκευάστηκε και απευθείας σύνδεση με το αυτοκρατορικό παλάτι, ώστε ο αυτοκράτορας και η οικογένειά του να μπορούν να την επισκέπτονται, χωρίς να χρειάζεται να περάσουν από τον ανοικτό στο κοινό δρόμο. Η λειτουργία της νέας εκκλησίας έγινε στις 26 Δεκεμβρίου 537 με την παρουσία του αυτοκράτορα ο οποίος κατά την παράδοση αναφώνησε Νενίκηκά σε Σολομών, αναφερόμενος στο ότι νίκησε τον μυθικό Εβραίο βασιλιά Σολομώντα και τον αντίστοιχο ναό του κατασκευάζοντας έναν ακόμα πιο μεγαλοπρεπή ναό.[29] Η Αγία Σοφία είχε 600 άτομα προσωπικό ανάμεσα στους οποίους υπήρχαν και 80 ιερείς και στοίχισε 20.000 σόλιδους για να κτιστεί.[30]

Άλλα έργα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ιουστινιανός παρήγγειλε επίσης στον Ανθέμιο και τον Ισίδωρο την ισοπέδωση της εκκλησίας των Αγίων Αποστόλων που είχε κτίσει ο Κωνσταντίνος και την αντικατάστασή της με μια νέα εκκλησία με την ίδια ονομασία. Αυτή σχεδιάστηκε ώστε όταν κτίστηκε είχε τη μορφή ενός σταυρού με ίσες πλευρές και διέθετε 5 βασιλικές στα άκρα και στο κέντρο, όλες διακοσμημένες με περίτεχνα ψηφιδωτά. Η εκκλησία αυτή έγινε ο τόπος ταφής των αυτοκρατόρων και παρέμεινε έτσι ως και τον 11ο αιώνα. Ο Ιουστινιανός επίσης εισήγαγε νομοθετικά μέρα ως προς την πολεοδομία της πόλης, όπου απαγορευόταν η ανέγερση κτισμάτων σε απόσταση έως και 30 μέτρων από την παραλία, έτσι ώστε να προστατεύεται η ανοικτή θέα.[31]

Κατά τη διάρκεια του Ιουστινιανού Α´, ο πληθυσμός της πόλης έφτασε στους 500.000 κατοίκους,[32] ωστόσο οι κάτοικοι δοκιμάστηκαν σοβαρά με τον λοιμό του Ιουστινιανού κατά την περίοδο 541–542 κατά την διάρκεια του οποίου πέθανε πιθανώς έως και το 40% των κατοίκων.[33]

Αντιμετώπιση πολιορκιών και υιοθέτηση της ελληνικής γλώσσας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις αρχές του 7ου αιώνα, αρχικά οι Άβαροι και αργότερα οι Βούλγαροι κατέκλυσαν μεγάλες περιοχές των Βαλκανίων και υπήρξαν σημαντική απειλή για την ίδια την Κωνσταντινούπολη από τα δυτικά. Παράλληλα, οι Σασσανίδες Πέρσες κατέκλυσαν τις ανατολικές επαρχίες και διείσδυσαν βαθιά στην Μικρά Ασία. Ο Ηράκλειος, αξιωματικός από την εξαρχία της Αφρικής, έπλευσε προς την Κωνσταντινούπολη όπου και έγινε ο νέος αυτοκράτορας. Βρήκε πως η κατάσταση ήταν τόσο άσχημη ώστε θεώρησε αρχικά την μετακίνηση της πρωτεύουσας της αυτοκρατορίας στην Καρχηδόνα ως μια πιθανή επιλογή, αλλά άλλαξε γνώμη μετά τις ικεσίες και προτροπές των κατοίκων της Κωνσταντινούπολης. Οι πολίτες δεν είχαν πλέον το δικαίωμα για δωρεάν σιτηρά το 618, όταν ο Ηράκλειος συνειδητοποίησε πως η πόλη δε θα μπορούσε πλέον να προμηθεύεται από την Αίγυπτο, ως συνέπεια των πολέμων με τους Σασσανίδες και ο πληθυσμός της πόλης μειώθηκε αισθητά ως αποτέλεσμα.[34]

Το 620 ο Ηράκλειος καθιέρωσε τα ελληνικά ως επίσημη γλώσσα σε όλη την αυτοκρατορία, αντικαθιστώντας τα λατινικά, καθώς οι περισσότεροι υπήκοοι μιλούσαν κυρίως ελληνικά.

Το 626 και ενώ η πόλη βρισκόταν υπό πολιορκία από τους Πέρσες και Αβάρους, ο Ηράκλειος εξεστράτευσε βαθιά στις περιοχές των Περσών και για λίγο καιρό ανέκτησε τον έλεγχο των περιοχών αυτών το 628, με τους Πέρσες να παραδίδουν όλες τις προηγούμενες κατακτήσεις τους. Ωστόσο λίγες δεκαετίες μετά ακολούθησαν και άλλες πολιορκίες της Κωνσταντινούπολης κατά την διάρκεια των πολέμων με τους Άραβες, με την πρώτη να γίνεται το 674 έως το 678 και τη δεύτερη από το 717 έως το 718. Κατά τις πολιορκίες αυτές τα Θεοδοσιανά τείχη παρέμειναν απαραβίαστα από τις δυνάμεις που επιτίθονταν από την ξηρά, ενώ κατά τις ναυτικές συγκρούσεις χρησιμοποιήθηκε το υγρό πυρ από το Βυζαντινό ναυτικό για την καταστροφή των Αραβικων πλοίων και για την προστασία του ανεφοδιασμού της πόλης. Κατά τη δεύτερη πολιορκία ο Τέρβελ, ηγεμόνας των Βουλγάρων, πρόσφερε επίσης σημαντική βοήθεια.[35]

Μέση περίοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Απειλή από Ρως και Βουλγάρους (8ος - 11ος αιώνας)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά την δεκαετία του 730 ο Λέων Γ´ διεξήγαγε εκτεταμένες επιδιορθώσεις στα Θεοδοσιανά τείχη, τα οποία είχαν υποστεί φθορές από τις συνεχείς επιθέσεις. Το έργο αυτό χρηματοδοτήθηκε με την επιβολή ειδικού φόρου σε όλους τους κατοίκους της αυτοκρατορίας.[36]

Νόμισμα του 9ου αιώνα της εποχής του Φωτίου Α´, με αναγραφή ΦΩΤΙΩC ΑΡΧΙΕΠΙCKOΠΟC ΚΩΝCTANTINOYΠΟΛΕΩC NEAC ΡΩΜΗC

Η Θεοδώρα, χήρα του αυτοκράτορα Θεόφιλου ο οποίος πέθανε το 842, ανέλαβε τον ρόλο αντιβασιλέα έως ότου ενηλικιωθεί ο γιός της Μιχαήλ Γ´, για τον οποίο έχει αναφερθεί πως ακολουθούσε έκλυτη ζωή επηρεασμένος από τον θείο του τον Βάρδα. Όταν ο Μιχαήλ Γ' ανέλαβε πλήρως τα καθήκοντα του αυτοκράτορα το 856, έγινε γνωστός για την υπερβολική μέθη του, τις εμφανίσεις του στον Ιππόδρομο ως αρματηλάτη, καθώς και για την δημόσια παρωδία του προς τις θρησκευτικές παραδόσεις του κλήρου. Απομάκρυνε την Θεοδώρα από το Μέγα Παλάτι σε ένα άλλο απομακρυσμένο και αργότερα στη μονή των Γαστρίων, αλλά μετά τον θάνατο του Βάρδα η Θεοδώρα ήταν ελεύθερη να διαμείνει στο παλάτι του Αγίου Μάμα μέχρι τη δολοφονία του Μιχαήλ Γ' από τον Βασίλειο Α´ το 867.[37] Την περίοδο αυτή, συνέβη και το μικρό σχίσμα μεταξύ του ανατολικού και δυτικού χριστιανισμού με τον πατριάρχη Φώτιο Α´ και τον πάπα Νικόλαο Α´.

Το 860, η πόλη δέχτηκε την πολιορκία των Ρώσων οι οποίοι είχαν ενδυναμωθεί έχοντας ιδρύσει το βασίλειό τους λίγα χρόνια ενωρίτερα στο Κίεβο. Αναφέρεται πως 200 μικρά πλοιάρια πέρασαν στον Βόσπορο και λεηλάτησαν τα μοναστήρια και άλλα οικίσματα στα Πριγκηπόννησα. Ο Ορύφας, ο οποίος ήταν ο ναύαρχος του Βυζαντινού στόλου, ειδοποίησε τον αυτοκράτορα Μιχαήλ Γ' και οι εισβολείς απωθήθηκαν γρήγορα, ωστόσο η ξαφνική επίθεση και η αγριότητα που την συνόδευσε έκανε ιδιαίτερη εντύπωση στους κατοίκους της περιοχής.[38]

Δείγμα βράχου των Ρουνικών λίθων Ελλάδος, όπου μνημονεύεται η φρουρά των Βαράγγων

Κατά το 980, ο αυτοκράτορας Βασίλειος Β´ έλαβε ένα ασυνήθιστο δώρο από τον Βλαδίμηρο Α´ του Κιέβου, συγκεκριμένα 6.000 Βαράγγους πολεμιστές τους οποίους ο Βασίλειος Β' χρησιμοποίησε για τη δημιουργία της Φρουράς των Βάραγγων. Οι πολεμιστές αυτοί ήταν γνωστοί για την αγριότητά τους, τον κώδικα τιμής του πολεμιστή και την αφοσίωσή τους. Κατά μία διήγηση, το 1038 όταν οι Βάραγγοι είχαν αποσταλεί στο Θέμα Θράκης, ένας από αυτούς επιχείρησε να βιάσει μια γυναίκα πολίτη, ωστόσο αυτή τον σκότωσε με το ξίφος του που κατάφερε να του αποσπάσει. Οι υπόλοιποι Βάραγγοι επικρότησαν την γυναίκα, την αποζημίωσαν δίνοντάς της όλη την ιδιοκτησία του επίδοξου βιαστή της και τον άφησαν άταφο ως ατιμωτική τιμωρία.[39] Ωστόσο έγιναν επίσης γνωστοί για την λεηλασία των αυτοκρατορικών παλατιών, που ακολουθούσε τον θάνατο των αυτοκρατόρων.[40] Κατά τον 11ο αιώνα η φρουρά των Βάραγγων απετελείτο κυρίως από Αγγλοσάξωνες, οι οποίοι προτιμούσαν να υπηρετούν στην Κωνσταντινούπολη παρά να είναι υποτελείς στους Νορμανδούς που είχαν πρόσφατα εισβάλλει επιτυχώς στη Βρετανία υπό τον Γουλιέλμο Α´.[41]

Το σύγγραμμα γνωστό ως Ἐπαρχικόν βιβλίον, το οποίο χρονολογείται στον 10ο αιώνα, παρέχει μια λεπτομερή περιγραφή της εμπορικής ζωής της πόλης και της οργάνωσής της κατά την εποχή εκείνη. Οι εμπορικοί σύνδεσμοι και οι συνεταιρισμοί στους οποίους οργανωνόταν οι έμποροι εποπτευόταν από τον Έπαρχο, που ρύθμιζε τα ζητήματα της παραγωγής και της κοστολόγησης, καθώς και τις εισαγωγές και εξαγωγές. Κάθε σύνδεσμος διατηρούσε το δικό του μονοπώλιο και απαγορεύονταν η συμμετοχή των εμπόρων σε παραπάνω από ένα σύνδεσμο. Ο διακανονισμός αυτός σε σχέση με τη ρύθμιση της εμπορικής ζωής, παρέμενε ουσιαστικά ο ίδιος από τότε που είχε πρωτοϊδρυθεί το σχετικό αξίωμα το 330 μ.Χ. στη Ρώμη.[42]

Κατά τον 9ο και 10ο αιώνα, ο πληθυσμός της Κωνσταντινούπολης είχε φτάσει πλέον τους 500.000 με 800.000 κατοίκους.[43]

Εικονοκλάστες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εικονομάχοι καλύπτουν την εικόνα του Χριστού με ασβέστη, αναπαράσταση του 830

Κατά τον 8ο και 9ο αιώνα οι συγκρούσεις των εικονοκλαστών με τους εικονολάτρες, κατά τη διάρκεια της Εικονομαχίας, δημιούργησε σημαντικές αναταραχές στην πόλη και την αυτοκρατορία. Ο αυτοκράτορας Λέων Γ´ εξέδωσε διάταγμα το 726 εναντίον των εικόνων και διέταξε την καταστροφή ενός αγάλματος του Χριστού το οποίο βρισκόταν επάνω από τη Χαλκή Πύλη, μια πράξη η οποία προκάλεσε ιδιαίτερα αλγεινή εντύπωση στους κατοίκους της πόλης.[44]

Ο Κωνσταντίνος Ε´ συγκάλεσε την σύνοδο της Ιέρειας το 754, η οποία καταδίκασε την λατρεία των εικόνων και μετά την σύνοδο αυτή υπήρξε εκτεταμένη καταστροφή πολλών εικόνων, αγαλμάτων και άλλων λατρευτικών αναπαραστάσεων. Σύμφωνα με μαρτυρίες της εποχής, η εκκλησία της Παναγίας των Βλαχερνών είχε πλέον μετατραπεί σε οπωροπωλείο.[45]Μετά τον θάνατο του γιού της, Λέοντα Δ´ το 780, η αυτοκράτειρα Ειρήνη επανέφερε την λατρεία των εικόνων μέσω των αποφάσεων της Ζ´ Οικουμενικής Συνόδου το 787.

Η εικονοκλαστική διαμάχη επέστρεψε στις αρχές του 9ου αιώνα, αλλά η αυτοκράτειρα Θεοδώρα το 843 επανέφερε για μια ακόμα φορά τη λατρεία των εικόνων. Οι αναζωπυρώσεις του ζητήματος αυτού συνεισέφεραν στην σταδιακή φθορά των σχέσεων μεταξύ των μελών της εκκλησίας στη δύση (Ρώμη) και την ανατολή (Κωνσταντινούπολη).

Μεγάλο σχίσμα (1054) και Σελτζούκοι Τούρκοι (1071-1080)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στα μέσα του 11ου αιώνα συνέβη το Μεγάλο σχίσμα μεταξύ του ανατολικού και δυτικού χριστιανισμού, όπου οι θεολογικές διαφορές οδήγησαν στον αλληλοαφορισμό του πατριάρχη Μιχαήλ Α´ Κηρουλάριου και τον πάπα Λέων Θ.

Στα τέλη του ίδιου αιώνα συνέβη η απροσδόκητη και καταστροφική για τους Βυζαντινούς ήττα από τους Σελτζούκους Τούρκους στη Μάχη του Μαντζικέρτ το 1071 στα εδάφη της Αρμενίας. Ο ίδιος ο αυτοκράτορας Ρωμανός Δ´ αιχμαλωτίστηκε, ωστόσο οι όροι της συνθηκολόγησης που ζήτησε ο σουλτάνος των Σελτζούκων, Αλπ Αρσλάν, δεν ήταν υπερβολικοί και ο Ρωμανός τους αποδέχτηκε. Με την απελευθέρωσή του ωστόσο, ο Ρωμανός Δ' ανακάλυψε πως είχαν ξεκινήσει οι διαδικασίες αντικατάστασής του στον θρόνο της Κωνσταντινούπολης και επιστρέφοντας στην πόλη θανατώθηκε μετά από βασανιστήρια. Ο νέος αυτοκράτορας, Μιχαήλ Ζ´ Δούκας, αρνήθηκε να τηρήσει τους όρους της συμφωνίας που είχε αποδεχθεί ο Ρωμανός Δ'. Η αντίδραση των Σελτζούκων ήταν να προωθηθούν προς τα ενδότερα της Μικράς Ασίας το 1073. Η αποσύνθεση του παλαιού αμυντικού συστήματος των Βυζαντινών στη Μικρά Ασία τους επέτρεψε να εξαπλωθούν χωρίς προβλήματα, ενώ παράλληλα η προσοχή και ενέργεια της αυτοκρατορίας είχε επικεντρωθεί στις εμφυλοπολεμικές συγκρούσεις μεταξύ των διαφόρων Βυζαντινών φατριών. Χιλιάδες Τουρκομάνοι πέρασαν και εγκαταστάθηκαν στη Μικρά Ασία και το 1080 ήταν φανερό πλέον πως μια τεράστια γεωγραφική έκταση είχε απωλεσθεί από τους Βυζαντινούς, ενώ οι Σελτζούκοι Τούρκοι ίδρυσαν το σουλτανάτο του Ρουμ και πλησίαζαν απειλητικά την ίδια την Κωνσταντινούπολη.

Περίοδος των Κομνηνών και Αγγέλων (1081–1185)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Υπό την δυναστεία των Κομνηνών (1081–1185), το Βυζάντιο κατάφερε σταδιακά να ορθοποδήσει. Κράτησε τους Σελτζούκους σε απόσταση -χωρίς ωστόσο να είναι σε θέση να επανακτήσει τα χαμένα εδάφη στη Μικρά Ασία, μετά τη μάχη του Μυριοκέφαλου το 1176- και όταν το 1090–1091 ο νομαδικός λαός του τουρκικού φύλου των Πετσενέγων απείλησε τα τείχη της Κωνσταντινούπολης, ο Αλέξιος Α´ με την βοήθεια των Κιπτσάκων τους αποδεκάτισε.[46] Επιπλέον, η Α´ Σταυροφορία συγκεντρώθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1096 μετά από αίτημα για βοήθεια από τον Αλέξιο Α´ Κομνηνό, αλλά αρνήθηκε να τεθεί υπό Βυζαντινή διοίκηση κατά την πορεία της προς την Ιερουσαλήμ. Την ίδια περίοδο, ο Ιωάννης Β´ Κομνηνός έκτισε το μοναστήρι του Παντοκράτορα με νοσοκομείο για τους απόρους και υποστήριξη 50 κλινών.[47]

Με την επαναφορά της κεντρικής διοίκησης, η αυτοκρατορία ανέκτησε την οικονομική της ευμάρεια. Ο πληθυσμός μεγάλωνε και οι πόλεις και χωριά ευδοκιμούσαν. Εντωμεταξύ ο όγκος των χρηματικών συναλλαγών αυξήθηκε ιδιαίτερα, κάτι που μαρτυρείται και από την κατασκευή του παλατιού των Βλαχερνών, την ανάπτυξη του εμπορίου και συναλλαγές με τις ιταλικές πόλεις κράτη, την κατασκευή διάφορων πολυτελών έργων τέχνης στην πόλη και το γενικότερο κλίμα ευφορίας που υπήρχε. Ιδιαίτερα ως προς το εμπόριο, η Κωνσταντινούπολη διατηρούσε στενές εμπορικές σχέσεις με τους Βενετούς όπως και τα σταυροφορικά βασίλεια της Ουτρεμέρ. Οι Βενετοί διατηρούσαν αποθήκες και βιοτεχνίες στην περιοχή του Πέραν βορείως του Κεράτιου Κόλπου και ένας μεγάλος αριθμός ξένων υπηκόων διέμενε στην πόλη κατά τον 12ο αιώνα. Κατά το τέλος της ηγεμονίας του Μανουήλ Α´ Κομνηνού, ο αριθμός των ξένων υπηκόων έφτασε να κυμαίνεται από 60.000 έως 80.000 άτομα με τον συνολικό πληθυσμό της πόλης να εκτιμάται στα 400.000 άτομα.[48] Το 1171, στην Κωνσταντινούπολη διέμενε επίσης και ένας μικρός πληθυσμός Εβραίων, περίπου 2.500.[49] Το 1182 ωστόσο, όλοι οι Λατίνοι κάτοικοι της πόλης σφαγιάστηκαν στο συμβάν γνωστό ως η σφαγή των Λατίνων.[50]

Σε καλλιτεχνικούς όρους, ο 12ος αιώνας ήταν μια πολύ παραγωγική περίοδος. Υπήρξε μια αναβίωση της τέχνης του ψηφιδωτού με τις παραστάσεις τους να γίνονται πιο εκφραστικές και ρεαλιστικές και να αποκτούν μια τρισδιάστατη έκφραση. Υπήρχε επίσης αυξημένη ζήτηση για τέχνη, με αρκετούς ανθρώπους να έχουν την οικονομική άνεση για να παραγγείλουν και να καλύψουν τα έξοδα των καλλιτεχνικών δημιουργιών. Από τον 10ο έως τον 12ο αιώνα το Βυζάντιο αποτελούσε την κύρια πηγή έμπνευσης για την δυτική τέχνη και είχε έντονη επίδραση στις Ιταλικές πόλεις.

Λατινική αυτοκρατορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Άλωση της Δ´ σταυροφορίας (1204)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η είσοδος των σταυροφόρων στην Κωνσταντινούπολη, 1840
Χάρτης με την τοποθεσία της Λατινικής αυτοκρατορίας, και των βυζαντινών ηγεμονιών της αυτοκρατορίας της Νίκαιας, αυτοκρατορία της Τραπεζούντας, και του Δεσποτάτου της Ηπείρου

Στις 15 Ιουλίου του 1197, στην Κωνσταντινούπολη εξελίχθηκε μια μεγάλης έκτασης πυρκαγιά, η οποία κατέστρεψε την Λατινική παροικία και την περιοχή γύρω από την πύλη του Δρουγγάριου στον Κεράτιο κόλπο.[51][52] Ωστόσο η μεγάλη καταστροφή της πόλης επήλθε λίγα χρόνια αργότερα με τα γεγονότα της Δ´ σταυροφορίας. Μετά από συνεννόηση των Φιλίππου της Σουαβίας, του Βονιφάτιου του Μομφερατικού και του Ενρίκο Ντάντολο ο οποίος ήταν ο Δόγης της Βενετίας, η Δ´ σταυροφορία, έχοντας ήδη λεηλατήσει την χριστιανική πόλη της Ζάρας -σημερινό Ζαντάρ- στην Κροατία και αφοριστεί από τον πάπα για το γεγονός αυτό, κατευθύνθηκε προς την Κωνσταντινούπολη σκοπεύοντας στην κατάλυσή της, υπό το πρόσχημα της υποστήριξης του Αλέξιου Δ' -γιού του εκθρονισμένου αυτοκράτορα Ισαάκιου Β'- για τον αυτοκρατορικό θρόνο.

Ο Αλέξιος Γ´ ο οποίος ήταν ο εν ενεργεία αυτοκράτορας την περίοδο εκείνη, δεν έκανε καμιά προετοιμασία για την άμυνα της πόλης. Φθάνοντας οι σταυροφόροι, αρχικά κατέλαβαν την περιοχή του Πέραν, έσπασαν την αλυσίδα, η οποία εμπόδιζε την θαλάσσια είσοδο στον Κεράτιο Κόλπο και μπήκαν στο λιμάνι της πόλης, όπου στις 27 Ιουλίου κατάφεραν να παραβιάσουν τα θαλάσσια τείχη της πόλης· ο Αλέξιος Γ´ έφυγε από την πόλη αφήνοντάς την στην τύχη της. Σύντομα, ο Αλέξιος Δ´ τον οποίον σκόπευαν να εγκαταστήσουν οι σταυροφόροι, ανακάλυψε πως οι πόροι της αυτοκρατορίας ήταν ελλιπείς, και πως δεν ήταν σε θέση να τηρήσει τις υποσχέσεις του σε σχέση με την ανταμοιβή που θα έδινε στους σταυροφόρους για την υποστήριξή του στον θρόνο. Η ένταση μεταξύ των κατοίκων της πόλης και των σταυροφόρων μεγάλωσε και τον Ιανουάριο του 1204, ο πρωτοβεστιάριος Αλέξιος Μούρτζουφλος οργάνωσε εξέγερση εναντίον του Αλέξιου Δ´· ωστόσο το μόνο αποτέλεσμα που επέφερε η εξέγερση αυτή ήταν η καταστροφή του μεγάλου αγάλματος της Αθηνάς το οποίο ήταν έργο του Φειδία και το οποίο βρισκόταν στην κεντρική πλατεία της πόλης.

Τον Φεβρουάριο σημειώθηκε νέα εξέγερση κατά του Αλέξιου Δ´ και αυτή τη φορά ο αυτοκράτορας συνελήφθη και εκτελέστηκε και ο Μούρτζουφλος έγινε ο νέος αυτοκράτορας ως ο Αλέξιος Ε´. Έκανε κάποιες προσπάθειες επιδιόρθωσης των τειχών και οργάνωσης του ανθρωπίνου δυναμικού, ωστόσο δεν στάθηκε δυνατό να φέρει στρατεύματα από τις επαρχίες της αυτοκρατορίας, ενώ τα στρατεύματα της πόλης διατηρούσαν χαμηλό ηθικό λόγω των εξεγέρσεων. Μια νέα μεγάλη επίθεση των σταυροφόρων στις 6 Απριλίου απέτυχε, ωστόσο μια δεύτερη που σημειώθηκε στις 12 Απριλίου από τον Κεράτιο κόλπο ήταν επιτυχής και οι εισβολείς μπήκαν κατά συρροή στην πόλη. Ο Αλέξιος Ε´ Μούρτζουφλος δραπέτευσε, ενώ η βυζαντινή σύγκλητος συναντήθηκε στην Αγία Σοφία και πρόσφερε το αυτοκρατορικό στέμμα στον Θεόδωρο Λάσκαρη ο οποίος είχε συγγενικούς δεσμούς με τη δυναστεία των Αγγέλων, ωστόσο ήταν πλέον πολύ αργά. Ο Λάσκαρης, συνοδευόμενος από τον πατριάρχη, κατευθύνθηκε προς το Μίλιον μπροστά από το Μέγα Παλάτι και απευθύνθηκε στην φρουρά των Βάραγγων. Κατόπιν οι δύο τους, συνοδευόμενοι από μέλη της αυλής, αποχώρησαν και διέφυγαν προς την Ασιατική πλευρά του Βοσπόρου. Την επόμενη ημέρα, ο Δόγης της Βενετίας και οι υπόλοιποι Φράγκοι ηγεμόνες εγκαταστάθηκαν στο Μέγα Παλάτι και η πόλη λεηλατήθηκε αγρίως για τρεις ημέρες.

Κατά τον ιστορικό Στήβεν Ράνσιμαν, η καταστροφή της Κωνσταντινούπολης από τους σταυροφόρους είναι χωρίς ιστορικό προηγούμενο, καθώς η πόλη η οποία για 9 αιώνες υπήρξε το κέντρο του χριστιανικού πολιτισμού και ήταν γεμάτη με έργα τέχνης τα οποία είχαν διασωθεί από την αρχαία Ελλάδα και Ρώμη, καταστράφηκε. Οι Βενετοί, οικειοποιήθηκαν πολλά από τα καλλιτεχνήματα και μνημεία τα οποία και μετέφεραν στη Βενετία. Ωστόσο οι Γάλλοι και οι Φλαμανδοί χαρακτηριζόταν από καταστροφική μανία, καταστρέφοντας οτιδήποτε δεν μπορούσαν να πάρουν μαζί τους και σταματώντας μόνο για να βιάσουν ή να δολοφονήσουν κάποιον στον διάβα τους. Δεν υπήρξε καμιά εξαίρεση ως προς την καταστροφή: τα μοναστήρια, οι βιβλιοθήκες, οι εκκλησίες, όλα καταστρεφόταν. Στην ίδια την Αγία Σοφία, μπήκαν κάποιοι μεθυσμένοι Γάλλοι στρατιώτες, οι οποίοι αφότου γκρέμισαν τα εικονοστάσια και κατέστρεψαν τα ιερά βιβλία και εικονίσματα, τοποθέτησαν μια ιερόδουλο στον πατριαρχικό θρόνο τραγουδώντας μαζί της. Οι καλόγριες των μονών βιάστηκαν. Τα σπίτια όλων των τύπων, από επαύλεις μέχρι χαμόσπιτα, λεηλατήθηκαν και καταστράφηκαν και οι δρόμοι ήταν γεμάτοι με γυναίκες και παιδιά τραυματίες, οι οποίοι πέθαιναν στους δρόμους, ενώ μετά την λήξη της τριήμερης λεηλασίας, οι κάτοικοι βασανίστηκαν για να αποκαλύψουν πού είχαν κρύψει τις περιουσίες τους.[53]

Παρακμή (1204-1261)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Για τα επόμενα 57 χρόνια η Κωνσταντινούπολη ήταν η πρωτεύουσα της Λατινικής αυτοκρατίας. Υπό την διοίκηση των Λατίνων ηγεμόνων, η πόλη παράκμασε, τόσο σε πληθυσμό όσο και ως προς την φυσική κατάσταση των κτηρίων της. Από τον πληθυσμό των 400.000 που διέθετε η πόλη πριν την άλωση, το 1/3 ήταν πλέον άστεγοι και ένα μεγάλο πλήθος των ευγενών, κληρικών, και λογίων έφυγαν από την πόλη για να εγκατασταθούν αλλού, ενώ η πόλη πλέον αντιμετώπιζε σοβαρό πρόβλημα υποπληθυσμού, έχοντας πρακτικά ερημώσει σε πολλές περιοχές της.[54]

Θυρεός της Λατινικής αυτοκρατορίας της Κωνσταντινούπολης

Οι Λατίνοι έκαναν χρήση περίπου 20 εκκλησιών και 13 μοναστηριών, με το κύριο κτίσμα να είναι αυτό της Αγίας Σοφίας, το οποίο έγινε η έδρα του λατίνου πατριάρχη της Κωνσταντινούπολης. Κατά την περίοδο αυτή θεωρείται πως έγινε και η υποστήριξη του κτηρίου με την προσθήκη αψίδων, καθώς το κτήριο είχε υποστεί αρκετές φθορές με το πέρασμα των αιώνων και τους σεισμούς.[55]Ωστόσο οι εργασίες αυτές ήταν η εξαίρεση παρά ο κανόνας, καθώς οι Λατίνοι κυρίαρχοι της πόλης ήταν πολύ λίγοι σε αριθμό ώστε να καλύψουν τις ανάγκες των κτηρίων σε όλη την πόλη, και πολλά κτήρια κατέληξαν να καταστραφούν λόγω βανδαλισμού ή λεηλασίας. Ο χαλκός και ο μόλυβδος αφαιρέθηκαν από τις στέγες των εγκαταλελειμμένων κτηρίων, λιώθηκαν και κατόπιν πωλήθηκαν ώστε να γεμίσουν τα ταμεία της Λατινικής αυτοκρατορίας, η οποία αντιμετώπιζε συνεχή σοβαρά οικονομικά προβλήματα.[56]Πολλά από τα αρχαία μνημεία τα οποία βρισκόταν στον ιππόδρομο λιώθηκαν επίσης ώστε να παραχθούν νομίσματα. Ανάμεσα στα διάφορα αρχαία έργα τέχνης που καταστράφηκαν, ήταν και αυτά του ορειχάλκινου αγάλματος του Ηρακλή, το οποίο αποδιδόταν στον Λύσιππο κατά τον 4ο αιώνα π.Χ., καθώς και οι ανδριάντες της Ήρας, του Πάρη και της ωραίας Ελένης.[57]

Ο αυτοκράτορας της Νίκαιας, Ιωάννης Γ´ Βατάτζης κατάφερε να διασώσει αρκετές από τις εκκλησίες της Κωνσταντινούπολης από το να διαλυθούν καθώς πλήρωνε τους Λατίνους ώστε να αγοράζει όσα κτήρια μπορούσε (ἐξωνησάμενος).[58] Οι εκκλησίες που διασώθηκαν με αυτό τον τρόπο, ήταν η Παναγία των Βλαχερνών, η μονή των Ρουφινιανών, και ο ναός του Αγίου Μιχαήλ του Ανάπλου. Ο Βατάτζης επίσης διέθεσε χρηματικά ποσά για την ανακαίνιση της εκκλησίας των Αγίων Αποστόλων, η οποία είχε υποστεί σημαντικές φθορές κατά τη διάρκεια σεισμού.[57]

Η βυζαντινή αριστοκρατία είχε διασκορπιστεί, με πολλούς να έχουν καταφύγει στη Νίκαια, όπου ο Θεόδωρος Α' Λάσκαρις είχε εγκαθιδρύσει την αυτοκρατορική αυλή του, ή στο δεσποτάτο της Ηπείρου, όπου ο Θεόδωρος Κομνηνός Δούκας Άγγελος είχε κάνει το ίδιο. Άλλοι κατέφυγαν ακόμα μακρύτερα στην αυτοκρατορία της Τραπεζούντας, όπου οι Κομνηνοί είχαν ήδη εγκαθιδρύσει τη δική τους δυναστεία με την υποστήριξη των Γεωργιανών.[59] Η Νίκαια και η Ήπειρος εποφθαλμιούσαν και οι 2 την κυριότητα της πόλης και προσπάθησαν αμφότερες για την ανακατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Λατίνους. Τελικά η Κωνσταντινούπολη επανήλθε και πάλι υπό βυζαντινή διοίκηση μετά την κατάληψή της από τον Μιχαήλ Η´ Παλαιολόγο της Νίκαιας και τη φυγή του τελευταίου Λατίνου αυτοκράτορα Βαλδουίνου Β´ Κουρτεναί.

Ύστερη περίοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Επανάκτηση (1261)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αν και η Κωνσταντινούπολη είχε πλέον ανακτηθεί από τους Βυζαντινούς, η πόλη βρισκόταν σε ιδιαίτερα κακή κατάσταση και οι οικονομικοί της πόροι είχαν καταστραφεί. Το παλάτι των Βλαχερνών στα βορειοδυτικά της πόλης έγινε η κύρια αυτοκρατορική κατοικία, ενω το παλιό Μέγα Παλάτιο κοντά στις ακτές του Βοσπόρου βρισκόταν σε κακή κατάσταση. Όταν ο Μιχαήλ Η´ Παλαιολόγος κατέλαβε την πόλη, ο πληθυσμός της ήταν 35.000 άτομα, ωστόσο έως το τέλος της θητείας του κατάφερε να διπλασιάσει τον πληθυσμό της στα 70.000 άτομα,[60] με την μετακίνηση πληθυσμών από την Πελοπόννησο και με την επιστροφή των περιουσιών στους απογόνους των προσφύγων που είχαν εγκαταλείψει την πόλη κατά την άλωση του 1204.[61] Το 1347 εμφανίστηκε η επιδημία του μαύρου θανάτου στην Κωνσταντινούπολη.[62]

Κατά την περίοδο αυτή, πολλά από τα κτίσματα της πόλης επισκευάστηκαν μετά την καταστροφή από την λεηλασία και παραμέληση της Λατινικής περιόδου, όπως μονές, νοσοκομεία και διάφορα άλλα δημόσια κτήρια. Η Αγία Σοφία ξαναέγινε ορθόδοξος ναός, ενώ το λιμάνι του Κοντοσκάλιου και τα τείχη της πόλης ενισχύθηκαν έναντι στο ενδεχόμενο νέας επιδρομής. Κτίστηκε επίσης και ένα νέο μουσουλμανικό τέμενος ώστε να αντικατασταθεί το παλιό το οποίο είχε καεί κατά την Δ´ σταυροφορία. Τα έσοδα για τα έργα αυτά προήλθαν κυρίως από τους υψηλούς φόρους προς τους υπηκόους της αυτοκρατορίας.

Νέα απειλή από Λατίνους[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο κίνδυνος για μια νέα απόπειρα των Λατίνων προς επανακατάκτηση της πόλης ήταν υπαρκτός, ιδιαίτερα όταν ο Κάρολος ο Ανδεγαυός, αδερφός του βασιλιά της Γαλλίας Λουδοβίκου Θ΄, κατέκτησε τα εδάφη της Σικελίας από τους Χοενστάουφεν ηγεμόνες της το 1266. Το 1267 κατόρθωσε να αποσπάσει συμφωνία από τον πάπα Κλήμη Δ´, όπου ο Κάρολος θα λάμβανε εδάφη στην ανατολή ως ανταπόδοση για την στρατιωτική βοήθεια εναντίον της Κωνσταντινούπολης. Για να αποτρέψει το ενδεχόμενο αυτό ο Μιχαήλ Η´ προσπάθησε να διαπραγματευθεί μια ένωση των εκκλησιών της Ρώμης και της Κωνσταντινούπολης το 1274 κατά τη Β´ σύνοδο της Λυών, ωστόσο η συμφωνία του Μιχαήλ Η' δεν έγινε δεκτή από τον λαό και τον ορθόδοξο κλήρο καθώς με τον θάνατο του Κλήμη Δ´ ανέλαβε καθήκοντα πάπα ο πάπας Μαρτίνος Δ΄ ο οποίος απέρριψε οριστικά την πρόταση θεωρώντας την ανατολική ορθόδοξη εκκλησία αιρετική. Η τελευταία προσπάθεια του Μιχαήλ Η´ ήταν η στρατιωτική και οικονομική υποστήριξη που παρείχε στον Πέτρο Γ´ της Αραγονίας ο οποίος διεκδικούσε τη Σικελία από τον Κάρολο. Η προσπάθεια αυτή απέδωσε καθώς με τη σφαγή όλων των Γάλλων της Σικελίας κατά τη λαϊκή εξέγερση των Σικελικών Εσπερινών, ο Κάρολος ανατράπηκε το 1281 και νέος ηγεμόνας ανέλαβε ο Πέτρος.

Εμφυλοπολεμιακή σύγκρουση και Οθωμανοί[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χάρτης της Κωνσταντινούπολης του 1422 από τον Φλωρεντίνο χαρτογράφο Κριστόφορο Μπουοντελμόντι. Αποτελεί τον παλαιότερο γνωστό χάρτη της πόλης και τον μοναδικό ο οποίος προηγείται της οθωμανικής κατάκτησης

Κατά τον 14ο αι. υπήρξε σημαντική πολιτική αστάθεια, με τον εμφύλιο πόλεμο μετά τον θάνατο του Ανδρόνικου Γ´, καθώς ο τελευταίος δεν είχε αφήσει διάδοχο. Η σύρραξη μεταξύ των διεκδικητών Ιωάννη ΣΤ´ και Ματθαίου Καντακουζηνού κατά του Ιωάννη Ε´ Παλαιολόγου κατά την περίοδο 1341-1357 και οι εξωτερικές συμμαχίες που συνήφθησαν -ιδιαίτερα αυτή με το ανερχόμενο τουρκικό φύλο των Οθωμανών Τούρκων- εξασθένισε σημαντικά την πολιτική θέση και τους πόρους της πόλης και γενικότερα της αυτοκρατορίας.

Ως η νέα ανερχόμενη δύναμη της περιοχής οι Οθωμανοί εξαπλώθηκαν στη Θράκη αποκτώντας εδάφη από Βυζαντινούς, Σέρβους και Βουλγάρους, καταλαμβάνοντας τη σημαντική πόλη της Αδριανούπολης το 1369 και αναγκάζοντας τον Ιωάννη Ε´ Παλαιολόγο το 1371 να δεχτεί η αυτοκρατορία του να γίνει υποτελές κράτος στους Οθωμανούς. Περαιτέρω εμφυλοπολεμικές συγκρούσεις μεταξύ των Βυζαντινών, όπως αυτές του Ανδρόνικου Δ´ Παλαιολόγου το 1373 ο οποίος διαφωνούσε με την υποτέλεια που δέχτηκε ο πατέρας του και αργότερα του αδελφού του Μανουήλ Β´.

Η τελική επικράτηση ήταν αυτή του Μανουήλ Β´, ωστόσο μετά και την κατάκτηση της Θεσσαλονίκης από τους Οθωμανούς το 1387 η κατάσταση έγινε ιδιαίτερα άσχημη. Ο Μανουήλ Β' αρνήθηκε να πληρώσει ως υποτελής το χρηματικό ποσό προς τους Οθωμανούς, κάτι που οδήγησε σε πολιορκία της Κωνσταντινούπολης από το 1394 έως το 1402. Ιδιαίτερα μετά τη μάχη της Νικόπολης το 1396 όπου οι Οθωμανοί νίκησαν τον σταυροφορικό στρατό, ήταν πλέον ανενόχλητοι ως προς την διεξαγωγή της πολιορκίας. Ωστόσο η σωτηρία της Κωνσταντινούπολης ήρθε το 1402 όταν οι Μογγόλοι του Ταμερλάνου επιτέθηκαν στη Μικρά Ασία και με τη μάχη της Άγκυρας οι Οθωμανοί γνώρισαν μια συντριπτική ήττα, κάτι που έκανε τις δυνάμεις τους να λύσουν την πολιορκία και να αποσυρθούν, καθώς και να αποχωρήσουν ακόμα και από την Θεσσαλονίκη.

Προσπάθεια επιβίωσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ακολούθησαν 2 δεκαετίες ηρεμίας, ώσπου το 1422, μετά από μια αποτυχημένη υποστήριξη πραξικοπήματος εντός του Οθωμανικού κράτους από τους Βυζαντινούς, οι Οθωμανοί έθεσαν υπό πολιορκία την Κωνσταντινούπολη και τη Θεσσαλονίκη. Η πολιορκία της Κωνσταντινούπολης διήρκεσε μόνο λίγους μήνες καθώς σημειώθηκε νέα απόπειρα πραξικοπήματος στο Οθωμανικό κράτος. Μετά και την καταστολή της νέας εξέγερσης όμως, ο Μανουήλ Β´ αναγκάστηκε να δεχτεί η αυτοκρατορία να ξαναγίνει υποτελές κράτος των Οθωμανών με ετήσια καταβολή φόρου.

1/8 σταυράτου του Κωνσταντίνου ΙΑ´ Παλαιολόγου, 1448-1453, από τα τελευταία βυζαντινά νομίσματα που κόπηκαν

Η πόλη της Κωνσταντινούπολης μαζί με τα περίχωρά της αποτελούσε πλέον την ίδια την επικράτεια της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, με την εξαίρεση του Δεσποτάτου του Μυστρά στην Πελοπόννησο και της ανεξάρτητης αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας στον Πόντο. Η κατάσταση της πόλης ήταν πλέον ιδιαίτερα δραματική, ενώ οι τελευταίες σημαντικές ελπίδες της εξανεμίστηκαν το 1440 όταν, παρά την απόφαση για ένωση των εκκλησιών στη σύνοδο της Φλωρεντίας, ο λαός αντέδρασε έντονα εναντίον του αυτοκράτορα και ο κλήρος αρνήθηκε την εφαρμογή της συμφωνίας -όπως και 2 αιώνες ενωρίτερα με τη συμφωνία της Β´ συνόδου της Λυών- και το 1444, όταν ο σταυροφορικός στρατός ηττήθηκε από τους Οθωμανούς στη μάχη της Βάρνας.

Το 1452 υπό τον νέο σουλτάνο Μωάμεθ Β´, οι Οθωμανοί έκτισαν το κάστρο της Ρούμελης στην Ευρωπαϊκή πλευρά του Βοσπόρου ελέγχοντας τη ναυσιπλοΐα στην περιοχή και ξεκίνησαν ετοιμασίες πολιορκίας της Κωνσταντινούπολης.

Οθωμανική περίοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Άλωση της Κωνσταντινούπολης (1453)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η τελική πολιορκία της Κωνσταντινούπολης, γαλλικό σχέδιο του 15ου αιώνα

Μετά από 7 εβδομάδες πολιορκίας, η οποία ξεκίνησε στις 6 Απριλίου του 1453 με χρήση ισχυρού πυροβολικού, η Κωνσταντινούπολη καταλήφθηκε από τους Οθωμανούς στις 29 Μαΐου του 1453, με τον ηγέτη τους να είναι ο 22-χρονος σουλτάνος Μωάμεθ Β´. Με την είσοδο των Οθωμανών στην πόλη, κινήθηκαν αρχικά επί της κύριας Μέσης οδού και των πλατειών, ενώ ο Μωάμεθ είχε φροντίσει να στείλει εμπροσθοφυλακή για την φύλαξη της εκκλησίας των Αγίων Αποστόλων την οποία και ήθελε να διατηρήσει ως έδρα του χριστιανού πατριάρχη που θα διόριζε για τον έλεγχο των χριστιανών υπηκόων του. Όταν οι Βενετοί του Πέραν αποσύρθηκαν στα πλοία τους, οι Οθωμανοί είχαν ήδη τον έλεγχο των θαλάσσιων τειχών του Κεράτιου Κόλπου, ωστόσο η προσοχή τους ήταν στραμμένη προς τη λεηλασία των οικισμάτων εντός των τειχών, παρά μια ενδεχόμενη επίθεση προς τους Βενετούς που διέφευγαν όπως μπορούσαν. Τους ακολούθησαν μερικά γενοβέζικα πλοιάρια καθώς και μερικά βυζαντινά αυτοκρατορικά πλοία. Σύντομα μετά τη διαφυγή τους, το οθωμανικό ναυτικό απέκλεισε πλήρως τον Κεράτιο κόλπο, κάνοντας κάθε περαιτέρω διαφυγή αδύνατη.[63]Τα βυζαντινά στρατεύματα που απέμεναν στην πόλη συγκεντρώθηκαν στο Αυγουσταίο ως τελευταία απέλπιδα γραμμή άμυνας, την μεγάλη πλατεία μπροστά από την Αγία Σοφία. Οι ορειχάλκινες πύλες της Αγίας Σοφίας ήταν αμπαρωμένες στο εσωτερικό της και εντός της βρισκόταν ένας μεγάλος αριθμός πολιτών, οι οποίοι είχαν καταφύγει εκεί ελπίζοντας στη θεία προστασία. Όταν τελικά οι Οθωμανοί είχαν εκκαθαρίσει τη βυζαντινή αντίσταση στο κέντρο της πόλης, παραβίασαν και τις πύλες της Αγίας Σοφίας, πουλώντας, όσους πολίτες δεν σκότωσαν με την αρχική εξόρμηση, ως σκλάβους. Κατά τα πρότυπα του πολέμου, ο Μωάμεθ Β´ επέτρεψε τη λεηλασία της πόλης για 3 ημέρες,[64]κατά τη διάρκεια των οποία οι Οθωμανοί στρατιώτες συχνά αντιμαχόταν για τη διανομή του μεγάλου αριθμού της λείας.[65] Σύμφωνα με τις μαρτυρίες του Βενετού ιατρού Νικολό Μπάρμπαρο κατά τη διάρκεια όλης της ημέρας σφαγιαζόταν οι Χριστιανοί όπου ανακαλύπτονταν στην πόλη, ενώ άλλες εκτιμήσεις αναφέρουν πως χιλιάδες πολίτες σκοτώθηκαν και περίπου 30.000 πωλήθηκαν ως σκλάβοι ή απελάθηκαν.[66]

Περιγραφή και απεικόνιση της Κωνσταντινούπολης στο Χρονικό της Νυρεμβέργης το οποίο εκδόθηκε 40 χρόνια μετά την άλωση της πόλης, το 1493

Όταν ο Μωάμεθ Β´ τελικά εισήλθε στην κατακτημένη πόλη μπήκε από την πύλη η οποία σήμερα βρίσκεται κοντά στην περιοχή γνωστή ως Τοπ καπί και κατευθύνθηκε προς την Αγία Σοφία όπου και διέταξε τα στρατεύματα να σταματήσουν την καταστροφή των μαρμάρων και να ασχοληθούν μόνο με τη συλλογή της λείας και των αιχμαλώτων, καθώς τα κτήρια ήταν πλέον δική του ιδιοκτησία.[67] Διέταξε επίσης να έρθει και ιμάμης ο οποίος θα τελούσε τις ισλαμικές προσευχές και δοξολογίες εντός της Αγίας Σοφίας έτσι ώστε πλέον το κτήριο να γίνει μουσουλμανικό τέμενος[67][68] και να στερεωθεί έτσι η ισλαμική παρουσία στην πόλη. Το 1453, όταν οι Οθωμανοί Τούρκοι κατέλαβαν την πόλη, ο πληθυσμός της ήταν περίπου 50.000.[69]

Ο κύριος προβληματισμός του Μωάμεθ μετά την κατάληψη της πόλης, είχε να κάνει με την ενίσχυση της άμυνας της πόλης καθώς και την αύξηση του πληθυσμού της, έτσι ξεκίνησε άμεσα πολλά έργα για την ανέγερση και επιδιόρθωση κτηρίων και τειχών και την κατασκευή ενός νέου παλατιού.[70] Έστειλε γενικό κάλεσμα επίσης σε όλη την Οθωμανική αυτοκρατορία πως οι Μουσουλμάνοι, Χριστιανοί και Εβραίοι θα έπρεπε να εποικίσουν την πόλη, και απαίτησε πως έως τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους θα έπρεπε να μεταφερθούν στην πόλη 5 χιλιάδες οικογένειες από άλλες τοποθεσίες.[70] Οι νέοι αυτοί κάτοικοι της πόλης ονομάζονταν σουργούνιδες (Sürgün).[5]

Με τον θάνατο του Μωάμεθ Β´ το 1481 η εκκλησία των Αγίων Αποστόλων γκρεμίστηκε ώστε να δημιουργηθεί χώρος για τον τάφο του.

Οθωμανική αυτοκρατορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δύο αιώνες μετά την κατάκτηση της πόλης, στα μέσα του 17ου αιώνα, ο Οθωμανός περιηγητής Εβλιγιά Τσελεμπί παρήγαγε ένα κατάλογο εθνικών ομάδων οι οποίες ζούσαν στην πόλη, ενώ πολλές συνοικίες της σύγχρονης Κωνσταντινούπολης πήραν την ονομασία τους από τον αρχικό τόπο προέλευσης του κύριου όγκου των κατοίκων της.[5] Μετά από λίγα χρόνια, ο Μωάμεθ επέτρεψε την επιστροφή στην πόλη όσων Ελλήνων είχαν απελαθεί.[5]

Η σύγχρονη τουρκική ονομασία Ιστανμπούλ, προέρχεται από την ελληνική φράση εἰς τὴν πόλιν. Η ονομασία αυτή εχρησιμοποιείτο κατά την Οθωμανική περίοδο παράλληλα με την επίσημη ονομασία της Κωνσταντινίγιε (Konstantiniyye) η οποία αποτελούσε την εφάμιλλη ονομασία για το Κωνσταντινούπολη, ενώ στις δυτικές γλώσσες η πόλη συνέχισε να είναι γνωστή απλά ως Κωνσταντινούπολη έως τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα. Το 1928, με τις μεταρρυθμίσεις του Μουσταφά Κεμάλ, αρχικά άλλαξε το Τουρκικό αλφάβητο από την αραβική γραφή στο λατινικό αλφάβητο, και κατόπιν ως μέρος του κινήματος του εκτουρκισμού η Τουρκία έκανε αίτηση προς τις άλλες χώρες να χρησιμοποιούν τουρκικές ονομασίες για τις τουρκικές πόλεις, αντί για μεταγραφές των τοπωνυμίων όπως ήταν γνωστά κατά την Οθωμανική περίοδο.[71][72][73][74] Με τον καιρό η πόλη άρχισε πλέον να καλείται ως Ιστανμπούλ στις περισσότερες ξένες γλώσσες.

Η ονομασία Κωνσταντινούπολη χρησιμοποιείται ακόμα από τα μέλη της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας όταν αναφέρονται στον Οικουμενικό Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, καθώς και στην ελληνική γλώσσα σε Ελλάδα και Κύπρο, καθώς και διεθνώς όταν γίνεται αναφορά στο ιστορικό πλαίσιο της βυζαντινής αυτοκρατορίας.

Επιρροή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αετός και φίδι, μωσαϊκό του 6ου αιώνα στο πάτωμα του Μεγάλου Παλατιού

Πολιτισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Λεπτομέρεια από μωσαϊκό όπου ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Α´ παραδίδει την πόλη της Κωνσταντινούπολης ως δώρο πως την Παναγία και το βρέφος Ιησού Χριστό, Αγία Σοφία, 1000

Η Κωνσταντινούπολη ήταν το μεγαλύτερο και πλουσιότερο αστικό κέντρο στην ανατολική Μεσόγειο από την ύστερη αρχαιότητα έως τα μέσα του μεσαίωνα, κυρίως ως αποτέλεσμα της στρατηγικής της τοποθεσίας μεταξύ του Αιγαίου και του Ευξείνου Πόντου, αλλά και ως κόμβος ανάμεσα στις ηπείρους της Ευρώπης, Ασίας και Αφρικής. Παρέμεινε η πρωτεύουσα της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, η οποία σύντομα αργότερα τον 7ο αιώνα έγινε ελληνόφωνη, για πάνω από μια χιλιετία.

Κατά την κορύφωση της ακμής της, ήταν η πλουσιότερη και μεγαλύτερη Ευρωπαϊκή πόλη και διέθετε πολύ ισχυρή πολιτιστική και οικονομική επίδραση σε όλη την Μεσόγειο, ανατολική Ευρώπη και εγγύς Ανατολή. Οι επισκέπτες της πόλης, όπως περιηγητές και έμποροι, έμεναν εντυπωσιασμένοι από τα όμορφα και μεγαλοπρεπή κτίσματα της πόλης, όπως την Αγία Σοφία.

Διαδραμάτισε επίσης σημαντικό ρόλο ως προς την συλλογή και διατήρηση των χειρογράφων της αρχαιότητας, ελληνικών και λατινικών, κατά την περίοδο όπου οι αναταραχές και συγκρούσεις στη δυτική Ευρώπη και τη βόρεια Αφρική προκάλεσαν την απώλεια μεγάλου αριθμού της γνώσης του αρχαίου κόσμου. Με την τελική άλωση της πόλης το 1453, πολλοί πρόσφυγες κατέφυγαν στις ιταλικές πόλεις μεταφέροντας μαζί τους τα χειρόγραφα αυτά και την γνώση την οποία περιείχαν, συμβάλλοντας σημαντικά στην ενίσχυση του φαινομένου της Αναγέννησης και της μετάβασης στη νεότερη εποχή. Η συνολική συνεισφορά της πόλης προς τον δυτικό πολιτισμό είναι ανυπολόγιστη ως προς την συνεισφορά στην τεχνολογία, την τέχνη και τον πολιτισμό.

Πέρα από τους Έλληνες, άλλα έθνη τα οποία αποτέλεσαν σημαντικό κομμάτι της βυζαντινής κοινωνικής ιεραρχίας ήταν οι Σλάβοι, Αρμένιοι, Γεωργιανοί και Σύριοι.[75]

Διεθνής θέση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πόλη παρείχε άμυνα προς τις ανατολικές επαρχίες της παλιάς ρωμαϊκής αυτοκρατορίας εναντίον των επιδρομών του 5ου αιώνα. Τα ύψους 18 μέτρων τείχη που έκτισε ο Θεοδόσιος Β´ ήταν ουσιαστικά απόρθητα από τους επιδρομείς, οι οποίοι ήρθαν από τα νότια του ποταμού Δούναβη και οι οποίοι κατέληξαν να επιτεθούν σε ευκολότερους στόχους στη δύση παρά τις πλούσιες επαρχίες στην ανατολή.

Από τον 5ο αιώνα, η πόλη επίσης προστατευόταν από το μεγάλων διαστάσεων Αναστάσειο τείχος, το οποίο είχε περίμετρο 60 χιλιομέτρων και βρισκόταν επί της χερσονήσου της Καλλίπολης. Με την ραγδιαία επέκταση του Ισλάμ σε Μέση Ανατολή, Κεντρική Ασία και Βόρεια Αφρική, η πόλη αποτέλεσε προμαχώνα της χριστιανικής Ευρώπης στα ανατολικά σταματώντας τη μουσουλμανική διασπορά και περιορίζοντας την επιρροή της, ιδιαίτερα κατά τον 7ο και 8ο αιώνα, όταν και απέκρουσε τις μεγάλες αραβικές επιθέσεις.

Αν και η πόλη τελικά κατακτήθηκε από τους Οθωμανούς το 1453, η διαχρονική παρακαταθήκη της είχε ήδη προμηθεύσει την Ευρώπη με αιώνες ανάκαμψης μετά την κατάρρευση της Ρώμης.

Αρχιτεκτονική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εσωτερική όψη της Αγίας Σοφίας, η οποία λειτουργεί πλέον ως μουσείο

Η Βυζαντινή αυτοκρατορία ήταν η μίξη του ρωμαϊκού και του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού, έτσι με τη συνένωση των στοιχείων αυτών παρήγαγε τον δικό της μοναδικό τύπο αρχιτεκτονικής. Η επιρροή που είχε η βυζαντινή τεχνοτροπία στην υπόλοιπη Ευρώπη είναι ευδιάκριτη σε κτήρια όπως η Βασιλική του Αγίου Μάρκου στη Βενετία, οι βασιλικές της Ραβένα και πολλές εκκλησίες της σλαβικής ανατολής.

Επίσης ήταν η μοναδική πόλη -έως τον 13ο αιώνα όπου εμφανίστηκε το ιταλικό φιορίνι- η οποία παρήγαγε χρυσά νομίσματα και οι σόλιδοι του Διοκλητιανού έγιναν το κοινό χρυσό νόμισμα το οποίο εκτιμάτο ιδιαίτερα κατά τον Μεσαίωνα.

Τα τείχη της πόλης ενέπνευσαν την κατασκευή παρόμοιων τειχών σε άλλα μέρη της Ευρώπης, ενώ η αστική διαρρύθμισή της εθεωρείτο αριστοτεχνική κατά τον Μεσαίωνα, καθώς διατηρούσε την τέχνη, τη δεξιοτεχνία και την τεχνική κατάρτιση της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Με τον ερχομό των Οθωμανών, η πόλη απέκτησε κυρίως Ισλαμική αρχιτεκτονική και συμβολισμούς.

Θρησκεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με την καθιέρωση της πόλης ως κέντρου της αυτοκρατορίας από τον Κωνσταντίνο η πόλη, παράλληλα με τη Ρώμη, απέκτησε κεντρικό χαρακτήρα ως προς την θρησκεία του Χριστιανισμού και έτσι ο μητροπολίτης της Κωνσταντινούπολης έγινε με την πάροδο του καιρού ο Οικουμενικός Πατριάρχης. Οι θεολογικές διαφορές που δημιουργήθηκαν με την πάροδο των αιώνων μεταξύ της Ρώμης και της Κωνσταντινούπολης οδήγησαν στο Μεγάλο Σχίσμα του 1054, όπου η εκκλησία διαιρέθηκε σε δυτική -καθολική- με έδρα τη Ρώμη και τον Πάπα και την Ανατολική -ορθόδοξη- με έδρα την Κωνσταντινούπολη και τον Οικουμενικό Πατριάρχη.

Η Κωνσταντινούπολη κατέχει επίσης σημαντική θέση στη θρησκεία του Ισλάμ, καθώς η κατάκτησή της θεωρείται ως ένα από τα σημεία της ισλαμικής εσχατολογίας και του τέλους των χρόνων.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 "Constantinople" in The Oxford Dictionary of Byzantium, Oxford University Press, Oxford, 1991, σελ. 508. ISBN 0-19-504652-8
  2. Pounds, Norman John Greville. An Historical Geography of Europe, 1500–1840, σελ. 124. CUP Archive, 1979. ISBN 0-521-22379-2.
  3. Janin (1964), passim
  4. «Preserving The Intellectual Heritage--Preface». http://www.clir.org/pubs/reports/bellagio/bellag1.html. 
  5. 5,0 5,1 5,2 5,3 Müller-Wiener (1977), σελ. 28
  6. Rosenberg, Matt. "Largest cities through history." About.com.
  7. «tovima.gr - ΕΛΕΝΗ ΓΛΥΚΑΤΖΗ - ΑΡΒΕΛΕΡ
    Είμαστε όλοι Βυζαντινοί»
    . TO BHMA. http://www.tovima.gr/culture/article/?aid=324009. Ανακτήθηκε στις 2016-05-04.
     
  8. Ρέττος, Μιχάλης; Βερδελής, Δημήτρης. «‘Βυζάντιο’ και Ρωμανία: Χριστιανισμός και Ελληνισμός στην αυτοκρατορία της Νέας Ρώμης - Κωνσταντινουπόλεως». Ινστιτούτο Συντηρητικής Πολιτικής. http://web.archive.org/save/_embed/https://inspol.files.wordpress.com/2014/12/6_14_c_byzantium1.pdf. 
  9. Pliny the Elder, book IV, chapter XI: "On leaving the Dardanelles we come to the Bay of Casthenes, ... and the promontory of the Golden Horn, on which is the town of Byzantium, a free state, formerly called Lygos; it is 711 miles from Durazzo, ..."
  10. Vailhé, S. (1908). «Constantinople». Catholic Encyclopedia. New York: Robert Appleton Company. http://www.newadvent.org/cathen/04301a.htm. Ανακτήθηκε στις 2007-09-12. 
  11. Room, Adrian (2006). Placenames of the World: Origins and Meanings of the Names for 6,600 Countries, Cities, Territories, Natural Features, and Historic Sites (2η έκδοση). Jefferson, N.C.: McFarland & Company, σελ. 177. ISBN 978-0-7864-2248-7. 
  12. Janin, Raymond (1964). Constantinople byzantine. Paris: Institut Français d'Études Byzantines. σελ. 10f.
  13. Georgacas, Demetrius John (1947). "The Names of Constantinople". Transactions and Proceedings of the American Philological Association (The Johns Hopkins University Press) 78: 347–67. doi:10.2307/283503. JSTOR 283503.
  14. Harris, Johnathan (2007). Constantinople: Capital of Byzantium. New York: Continuum USA, σελ. 24. 
  15. Thucydides, I, 94
  16. Harris, 2007, σελ.24-25
  17. Harris, 2007, σελ.45
  18. Necdet Sakaoğlu (1993/94a): "İstanbul'un adları" ["The names of Istanbul"]. In: 'Dünden bugüne İstanbul ansiklopedisi', ed. Türkiye Kültür Bakanlığı, Istanbul.
  19. «Augusta Antonina | Turkey». Encyclopedia Britannica. http://www.britannica.com/place/Augusta-Antonina. 
  20. Harris, 2007, σελ.44-45
  21. Cassius Dio, ix, σελ.195
  22. Notitia Urbis Constantinopolitanae
  23. Socrates II.13, cited by J B Bury, History of the Later Roman Empire, σελ. 74.
  24. Georgacas, Demetrius John (1947). "The Names of Constantinople". Transactions and Proceedings of the American Philological Association(The Johns Hopkins University Press) 78: 347–67. doi:10.2307/283503. JSTOR 283503.http://www.constantinethegreatcoins.com/articles/Georgacas_The_Names_of_Constantinople.pdf
  25. J B Bury, History of the Later Roman Empire, σελ. 75. et seqq.
  26. Margaret Barker, Times Literary Supplement 4 May 2007, σελ. 26.
  27. Harris, 2007, σελ. 5
  28. Procopius' Secret History: δείτεP Neville-Ure, Justinian and his Age, 1951.
  29. Scriptores originum Constantinopolitanarum, έκδοση T Preger I 105 (δείτε A. A. Vasiliev, History of the Byzantine Empire, 1952, τομ. I, σελ. 188).
  30. T. Madden, Crusades: The Illustrated History, 114.
  31. Justinian, Novellae 63 and 165.
  32. Early Medieval and Byzantine Civilization: Constantine to Crusades, Dr. Kenneth W. Harl.
  33. Past pandemics that ravaged Europe, BBC News, November 7, 2005.
  34. The Inheritance of Rome, Chris Wickham, Penguin Books Ltd. 2009, ISBN 978-0-670-02098-0 (σελ. 260)
  35. «Exposition, Dedicated to Khan Tervel». Programata. http://www.programata.bg/?p=62&c=1&id=51493&l=2. 
  36. Vasiliev 1952, σελ. 251.
  37. George Finlay, History of the Byzantine Empire, Dent, London, 1906, σελ. 156–161.
  38. Finlay, 1906, σελ. 174–5.
  39. Finlay, 1906, σελ. 379.
  40. Enoksen, Lars Magnar. (1998). Runor : historia, tydning, tolkning. Historiska Media, Falun. ISBN 91-88930-32-7 σελ. 135.
  41. J M Hussey, The Byzantine World, Hutchinson, London, 1967, σελ. 92.
  42. Vasiliev 1952, σελ. 343–4.
  43. Silk Road Seattle – Constantinople, Daniel C. Waugh.
  44. Finlay 1906, σελ. 111.
  45. Vasiliev 1952, σελ. 261.
  46. The Pechenegs στη Μηχανή του Αρχείου (archived Αυγούστου 29, 2005)[νεκρός σύνδεσμος], Steven Lowe and Dmitriy V. Ryaboy.
  47. Vasiliev 1952, σελ. 472.
  48. J. Phillips, The Fourth Crusade and the Sack of Constantinople, 144.
  49. J. Phillips, The Fourth Crusade and the Sack of Constantinople, 155.
  50. The Cambridge Illustrated History of the Middle Ages: 950-1250. Cambridge University Press. 1986, σελ. 506–508. ISBN 978-0-521-26645-1. https://books.google.com/books?id=1IhKYifENTMC. Ανακτήθηκε στις 2016-02-19. 
  51. Stilbes, Constantine. Johannes M. Diethart. Wolfram Hörandner (2005). Constantinus Stilbes Poemata. Walter de Gruyter, σελ. 16 γραμμή 184. ISBN 978-3-598-71235-7. 
  52. Diethart and Hörandner (2005). σελ. 24, γραμμή 387
  53. Steven Runciman, ''A History of the Crusades'', Cambridge 1966 [1954], τομ. 3, σελ.123.
  54. Talbot, "The Restoration of Constantinople under Michael VIII", Dumbarton Oaks Papers, 47 (1993), σελ. 246
  55. Talbot, "Restoration of Constantinople", σελ. 247
  56. Deno John Geanakoplos, Emperor Michael Palaeologus and the West (Harvard University Press, 1959), σελ. 124 σημ. 26.
  57. 57,0 57,1 Talbot, "Restoration of Constantinople", σελ. 248
  58. Geanakoplos, Emperor Michael, σελ. 124
  59. Hussey 1967, σελ. 70.
  60. T. Madden, Crusades: The Illustrated History, 113.
  61. J. Norwich, Byzantium: The Decline and Fall, 217.
  62. The Black Death στη Μηχανή του Αρχείου (archived Ιουνίου 25, 2008), Channel 4 – History.
  63. «Nicol. Last Centuries of Byzantium». http://coursesa.matrix.msu.edu/~fisher/hst373/readings/nicol.html. 
  64. Smith, Michael Llewellyn, The Fall of Constantinople, History Makers magazine No. 5, Marshall Cavendish, Sidgwick & Jackson (London).
  65. Reinert, Stephen (2002). The Oxford History of Byzantium. New York: Oxford UP, σελ. 283.  ..."the conquering sultan would quickly turn his attention to the more difficult task of rebuilding, repopulating and revitalizing the city."
  66. Mansel, Philip (1995). Constantinople: City of the World's Desire. Hachette UK, σελ. 79. ISBN 0-7195-5076-9. 
  67. 67,0 67,1 Mansel, Philiσελ. Constantinople: City of the World's Desire. Penguin History Travel, ISBN 0-14-026246-6. Page 1.
  68. Lewis, Bernard. Istanbul and the Civilization if the Ottoman Empire. 1, University of Oklahoma Press, 1963. σελ. 6
  69. D. Nicolle, Constantinople 1453: The end of Byzantium, 32.
  70. 70,0 70,1 Inalcik, Halil. “The Policy of Mehmed II toward the Greek Population of Istanbul and the Byzantine Buildings of the City.” Dumbarton Oaks Papers 23, (1969): 229–249. σελ. 236
  71. Stanford and Ezel Shaw (1977): History of the Ottoman Empire and Modern Turkey. Cambridge: Cambridge University Press. τομ. II, σελ. 386; Robinson (1965), The First Turkish Republic, σελ. 298
  72. Tom Burham, The Dictionary of Misinformation, Ballantine, 1977.
  73. Room, Adrian, (1993), Place Name changes 1900–1991, Metuchen, N.J., & London:The Scarecrow Press, Inc., ISBN 0-8108-2600-3 σελ. 46, 86.
  74. Britannica, Istanbul.
  75. Rome, Constantinople, Moscow: Historical and Theological Studies, John Meyendorff, σελ.29

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Bury, J. B. (1958). History of the Later Roman Empire: From the Death of Theodosius I to the Death of Justinian. Dover Publications. 
  • Crowley, Roger (2005). Constantinople: Their Last Great Siege, 1453. Faber and Faber. ISBN 978-0-571-22185-1. 
  • Freely, John (1998). Istanbul: The Imperial City. Penguin. ISBN 978-0-14-024461-8. 
  • Freely, John. Ahmet S. Cakmak (2004). The Byzantine Monuments of Istanbul. Cambridge University Press. ISBN 978-0-521-77257-0. 
  • Gibbon, Edward (2005). The Decline and Fall of the Roman Empire. Phoenix Press. ISBN 978-0-7538-1881-7. 
  • Hanna-Riitta, Toivanen (2007). The Influence of Constantinople on Middle Byzantine Architecture (843–1204). A typological and morphological approach at the provincial level. Suomen kirkkohistoriallisen seuran toimituksia 202 (Publications of the Finnish Society of Church History No. 202). ISBN 978-952-5031-41-6. 
  • Harris, Jonathan (2007). Constantinople: Capital of Byzantium. Hambledon Continuum. ISBN 978-1-84725-179-4. 
  • Harris, Jonathan (2003). Byzantium and the Crusades. Hambledon and London. ISBN 978-1-85285-501-7. 
  • Herrin, Judith (2008). Byzantium: The Surprising Life of a Medieval Empire. Princeton University Press. ISBN 978-0-691-13151-1. 
  • Korolija Fontana-Giusti, Gordana 'The Urban Language of Early Constantinople: The Changing Roles of the Arts and Architecture in the Formation of the New Capital and the New Consciousness' in Intercultural Transmission in the Medieval Mediterranean, (2012), Stephanie L. Hathaway and David W. Kim (eds), London: Continuum, pp 164–202. ISBN 978-1-4411-3908-5.
  • Mamboury, Ernest (1953). The Tourists' Istanbul. Istanbul: Çituri Biraderler Basımevi. 
  • Mansel, Philip (1998). Constantinople: City of the World's Desire, 1453–1924. St. Martin's Griffin. ISBN 978-0-312-18708-8. 
  • Phillips, Jonathan (2005). The Fourth Crusade and the Sack of Constantinople. Pimlico. ISBN 978-1-84413-080-1. 
  • Runciman, Steven (1990). The Fall of Constantinople, 1453. Cambridge University Press. ISBN 978-1-84413-080-1. 
  • Treadgold, Warren (1997). A History of the Byzantine State and Society. Stanford University Press. ISBN 978-0-8047-2630-6. 
  • Evans, Helen C. & Wixom, William D (1997). The glory of Byzantium: art and culture of the Middle Byzantine era, A.D. 843-1261. New York: The Metropolitan Museum of Art. ISBN 978-0-8109-6507-2. http://libmma.contentdm.oclc.org/cdm/ref/collection/p15324coll10/id/188784. Ανακτήθηκε στις 2016-02-19. 

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα
  • Constantinoupolis on the web Συλλογή συνδέσμων προς πλήθος έργων αναφοράς σχετικά με την πόλη
  • Byzantium 1200, συλλογή ψηφιακών τρισδιάστατων αναπαραστάσεων των μνημείων της πόλης στην αρχική μορφή τους