Λιουτπράνδος της Κρεμόνας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Λιουτπράνδος της Κρεμόνας
Γέννηση 922 και 920
Παβία
Θάνατος 972
Ιδιότητα Επίσκοπος
Αξίωμα Επίσκοπος

Ο Λιουτπράνδος ή Λουιτπράνδος (ιταλ. Liutprando da Cremona920 - 972) ήταν Λομβαρδός ιστορικός, συγγραφέας και επίσκοπος της Κρεμόνας από το 961 έως το 972. Από αριστοκρατική λομβαρδική οικογένεια και με αξιόλογη μόρφωση, από νεαρή ηλικία τέθηκε στην υπηρεσία των βασιλέων της Ιταλίας και έλαβε μέρος σε διπλωματικές αποστολές. Αργότερα εκδιώχθηκε από την ιταλική αυλή και βρήκε καταφύγιο στην γερμανική όπου και έγινε ο κυριότερος υπέρμαχος του Γερμανού βασιλιά Όθωνα A΄. Το ιστορικό του έργο, γραμμένο κατά κύριο λόγο ως μέσο προώθησης των προσωπικών του πολιτικών επιδιώξεων και απόψεων, χαρακτηρίζεται από μονομέρεια και εμπάθεια ενώ ο καυστικός και συχνά συκοφαντικός χαρακτήρας του οδήγησε στην θεώρηση της ιταλικής πολιτικής σκηνής του 10ου αιώνα ως εξαιρετικά διεφθαρμένης και ανήθικης. Ως αποτέλεσμα η συγκεκριμένη εποχή ονομάστηκε «Πορνοκρατία».[1]

Η ζωή του[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Λιουτπράνδος γεννήθηκε στην Πάβια από πλούσια οικογένεια εμπόρων ή αστών αριστοκρατών. Ο πατέρας του και ο πατριός του ήταν διπλωμάτες στην υπηρεσία του βασιλιά της Ιταλίας, Ούγο της Άρλ και ο Λιουτπράνδος ακολούθησε τα βήματά τους.[2]

 Η υπηρεσία του στην ιταλική αυλή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 931 ανέλαβε υπηρεσία στην αυλή της Παβίας ως ακόλουθος του Ούγου της Αρλ που ήταν παντρεμένος με την Μαροζία, την πανίσχυρη αρχόντισσα της εποχής της Πορνοκρατίας. Εκεί μορφώθηκε και έγινε κληρικός στον καθεδρικό της Παβίας. Όταν ο Ούγος πέθανε το 947 και άφησε το θρόνο της Ιταλίας στο ανήλικο γιο του Λοθάριο, ο Λιουτπράνδος έγινε ο έμπιστος γραμματέας του πραγματικού κυβερνήτη της Ιταλίας, Βερεγγάριου Β΄, μαρκησίου της Ιβρέας. Αυτός τον έκανε καγκελάριο και τον έστειλε το 949 σε διπλωματική αποστολή στην Κωνσταντινούπολη, στον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Ζ΄ τον Πορφυρογέννητο. Σε παρόμοιες αποστολές είχαν συμμετάσχει τόσο ο πατέρας του Λιουτπράνδου το 927, όσο και ο νονός του το 942, επομένως θεωρήθηκε και ο ίδιος κατάλληλος, εξάλλου ήταν μια πολύ καλή ευκαιρία για να μάθει την ελληνική γλώσσα, ένα προσόν σπάνιο για τη Δυτική Ευρώπη του Ι΄ αιώνα. Η γνωριμία με την βυζαντινή αυλή φαίνεται ότι άφησε εντυπωσιασμένο το νεαρό πρέσβη, η αποστολή του όμως απέβη άκαρπη και όταν επέστρεψε στην Ιταλία έπεσε σε δυσμένεια.

Η υπηρεσία του στην γερμανική αυλή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Διωγμένος από την Παβία βρήκε καταφύγιο στη Σαξονία όπου το 950 εισήλθε στην υπηρεσία του Γερμανού βασιλιά Όθωνα Α΄. Εκεί άρχισε να γράφει την Ανταπόδοση, ένα έργο που αποσκοπούσε από τη μία στο να εκθέσει και να εκδικηθεί τον Βερεγγάριο και από την άλλη να προωθήσει τις προσωπικές πολιτικές επιδιώξεις του Λιουτπράνδου που ήθελε να διατηρήσει την εύνοια του Όθωνα.

Ο Βερεγγάριος μετά το θάνατο του Λοθάριου ανακηρύχθηκε Βασιλιάς της Ιταλίας χωρίς να έχει πάρει την έγκριση του Όθωνα, του οποίου ήδη από το 941 ήταν υποτελής. Χωρίς χρονοτριβή ο Όθων έφτασε στην Παβία, παντρεύτηκε τη χήρα του Λοθάριου Αδελαΐδα και έτσι απέκτησε τον τίτλο του βασιλιά της Ιταλίας. Πρόσκαιρα οι δύο ανταγωνιστές συμβιβάστηκαν, με το Βερεγγάριο να ορκίζεται για δεύτερη φορά υπακοή στον Όθωνα.

Το 961 ο Όθων εξεστράτευσε για δεύτερη φορά στην Ιταλία και σ' αυτήν την εκστρατεία τον συνόδευε ο Λιουτπράνδος, ο οποίος τότε έγινε και επίσκοπος της Κρεμόνας. Ο Λιουτπράνδος ήταν κοντά στον Όθωνα, όταν εκείνος στέφθηκε αυτοκράτορας από τον πάπα Ιωάννη ΙΒ΄ και ως έμπιστός του ανέλαβε τις διαπραγματεύσεις με την πολιορκημένη Βίλλα. Το 963, όταν ο Ιωάννης ΙΒ΄ μεταστράφηκε υπέρ του γιου του Βερεγγάριου, Αδαλβέρτου, καθαιρέθηκε από σύνοδο στην οποία μετείχε ο Λιουτπράνδος και αντικαταστάθηκε από τον Λέοντα Η'.

Το 968 ο Λιουτπράνδος ανέλαβε νέα διπλωματική αποστολή στην Κωνσταντινούπολη, στην αυλή του Νικηφόρου Φωκά με σκοπό να διαπραγματευτεί το συνοικέσιο της Θεοφανούς, πορφυρογέννητης κόρης του Ρωμανού Β΄ με το γιο του Όθωνα, τον Όθωνα Β΄. Ο Όθωνας Α΄ είχε ήδη στεφθεί Αυτοκράτορας της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, κάτι που δημιουργούσε πρόσθετα προβλήματα στις σχέσεις με το Βυζάντιο, και το συνοικέσιο θα μπορούσε να εξασφαλίσει την εξομάλυνση της κατάστασης. Οι διαπραγματεύσεις παρατάθηκαν επί μακρόν και κατέληξαν σε αποτυχία εξαιτίας του ανταγωνισμού των δύο αυτοκρατοριών για τη Ν. Ιταλία. Ο Λιουτπράνδος θεώρησε ότι οι Βυζαντινοί δεν τον φιλοξένησαν με τρόπο αντάξιο της αποστολής του, τον υποτίμησαν σε σχέση με άλλους πρέσβεις, τον προσέβαλαν για την καταγωγή του και προσπάθησαν να τον παραπλανήσουν σχετικά με τις πραγματικές τους προθέσεις. Η σχετική αναφορά του (Relatio) εκφράζει με υβριστικό τόνο την οργή για την ταπείνωσή του και δυσφήμιζε το Βυζάντιο στη Δύση.

Ο θάνατός του[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 972 υποχρεώθηκε, παρά τις αντιρρήσεις του λόγω της άσχημης υγείας του, να επισκεφθεί ξανά την Κωνσταντινούπολη με σκοπό να συνοδεύσει την Θεοφανώ στην Δύση. Τελικά πέθανε κάποια στιγμή κατά την διάρκεια του ταξιδιού.[2]

Το έργο του[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Λιουτπράνδος κατά την διάρκεια της ζωής του έγραψε τρία έργα:

  • Την Ανταπόδοση (Antapodosis sive Res per Europam gestæ) που ήταν ένα πολιτικό και σατυρικό κείμενο σχετικά με τις αυλές της Ιταλίας και της Γερμανίας.
  • Την Ιστορία των Οθώνων (Historia Ottonis sive Liber de rebus gestis Ottonis imp. an. 960-964) που ήταν ένα εγκωμιαστικό έργο για τον Όθωνα Α΄ και πηγή για την ανάμειξή του στις ιταλικές υποθέσεις.
  • Την Αναφορά (Relatio de legatione Constantinopolitana ad Nicephorum Phocam) που ήταν μία αναφορά σχετικά με τις εμπειρίες του στην αυτοκρατορική αυλή του Βυζαντίου.

Το πιο γνωστό από τα τρία είναι η Ανταπόδοση η οποία γράφτηκε, όπως αποκαλύπτει και ο τίτλος της, με σκοπό την συκοφάντηση όχι μόνο του Βερεγγάριου, για τον οποίον αισθανόταν προσωπική πικρία ο Λιουτπράνδος, αλλά και γενικά όλων των Ιταλών ευγενών που στην διεθνή πολιτική σκηνή δρούσαν ανταγωνιστικά ως προς τις βλέψεις του Όθωνα Α΄, του προστάτη και ευεργέτη του Λιουτπράνδου.[3] Οι βλέψεις του επίσης για τον επισκοπικό θρόνο ήταν άλλος ένας λόγος που φρόντισε τα κείμενά του να λένε αυτά ακριβώς που ήθελαν να ακούσουν οι Όθωνες. Στο τέλος μάλιστα αποδείχθηκε ότι η στρατηγική του πέτυχε γιατί όντως ορίστηκε από τον Όθωνα Α΄ επίσκοπος της Κρεμόνα το 961.[4]

Ίσως το πιο χαρακτηριστικό στοιχείο στον τρόπο γραφής του Λιουτπράνδου, που μάλιστα τον καθιστά και εξαιρετικά σύγχρονο στον τρόπο έκφρασης, είναι η αναφορά στην σεξουαλικότητα των διαφόρων ηγεμόνων, παπών και γενικά ισχυρών ανθρώπων της εποχής του που περιλαμβάνουν λεπτομέρειες και εκφράσεις που συχνά φτάνουν να γίνουν χυδαίες. Το χιούμορ του έχει μία συγκεκριμένη και χαρακτηριστική δομή. Αναφέρεται με κάποιον τρόπο στην σεξουαλική πράξη ή στα γεννητικά όργανα και στην ανατροπή των καθιερωμένων ρόλων των φύλων[5] πάντα με σκοπό να πλήξει και να αμφισβητήσει τους Iταλούς ευγενείς και τους συμμάχους τους. Η Ανταπόδοση ακολουθεί μία συγκεκριμένη και συνεπή στρατηγική: παρουσιάζει συστηματικά μία αντιθετική εικόνα ανάμεσα στην ιταλική αυλή που υποτίθεται ότι ήταν ανήθικη και σεξουαλικά ακόλαστη και την γερμανική αυλή που υποτίθεται ότι ήταν ευσεβής και ηθική. Οι γυναίκες της ιταλικής αυλής παρουσιάζονται σεξουαλικά ακόλαστες και δολοπλόκες ενώ οι άνδρες παρουσιάζονται τρυφηλοί και με αμφισβητούμενη αρρενωπότητα ενώ συχνά οι Καρολίδες αποκαλούνται «Iταλοί πόρνοι».[6] Αντίθετα οι γυναίκες της γερμανικής αυλής παρουσιάζονται ενάρετες και αξιοσέβαστες ενώ οι άντρες σοφοί, αρρενωποί και δίκαιοι.

Αν και στα κείμενά του ο Λιουτπράνδος επιτίθεται ιδιαίτερα και με σθένος στις γυναίκες, αυτό δεν έχει να κάνει τόσο με κάποιο προσωπικό μισογυνικό αίσθημα όσο με την επιθυμία του να πλήξει την ιταλική αυλή μέσω των γυναικών της. Οι αφύσικες σεξουαλικές σχέσεις και η ανεξέλενγκτη σεξουαλική δραστηριότητα που παρουσιάζει στα έργα του αποσκοπεί στο να εκθηλυκοποιήσει την ιταλική πολιτική αυλή έτσι ώστε να την αποδυναμώσει αλλά και να αμφισβητήσει την νομιμότητα των κληρονομικών αξιώσεων που ήγειραν οι ιταλοί βασιλιάδες.[7] Η γυναικεία απιστία στα γραπtά του Λιουτπράνδου είχε την διπλή συνέπεια να προκαλεί υποψίες για την νομιμότητα των βασιλικών διεκδικήσεων αλλά και να ακυρώνει την αντρική εξουσία και να «ευνουχίζει» τους βασιλείς.[8]

Ο Βερεγγάριος και η οικογένειά του είναι, όπως ήταν αναμενόμενο, ένας από τους κύριους στόχους του Λιουτπράνδου. Ειδικά η σύζυγος του Βερεγγάριου, η Βίλλα, δέχτηκε την μεγαλύτερη επίθεση. Την αποκάλεσε δεύτερη Ιεζάβελ[9] και «μάγισσα που τρώει παιδιά» και την κατηγόρησε ότι είχε σεξουαλικές σχέσεις με τον ιερέα Δομίνικο που τον περιγράφει ως κοντό, τριχωτό, τρελό και «με ουρά».[10] Αυτό είχε σκοπό να αμφισβητήσει την νομιμότητα των διαδόχων του Βερεγγάριου.

Χαρακτηριστική είναι επίσης η επίθεση του Λιουτπράνδου στον Πάπα Ιωάννη ΙΑ΄ που ήταν αντίπαλος του Όθωνα Α΄. Ο Λιουτπράνδος αμφισβήτησε την καταγωγή του Πάπα κατηγορώντας τον ότι ήταν νόθος γιος του Πάπα Σέργιου Γ΄ με την πριγκίπισσα Μαροζία και μάλιστα με ιδιαίτερα καυστικό τρόπο. Το κατηγόρησε ότι καταγόταν από «εκείνη την αναίσχυντη πόρνη», την γερουσιαστή Θεοδώρα, και τις «φαύλες πράξεις» της κόρης της Μαροζίας.[11] Από τέτοιου είδους κατηγορίες και χαρακτηρισμούς η εποχή του 10ου αιώνα στην Ρώμη ονομάστηκε «πορνοκρατία».  Τέτοιου είδους αντιμετώπιση είχαν και πολλοί άλλοι βασιλείς, πρίγκιπες, πάπες και άλλοι ευγενείς της ιταλικής αυλής με αποκορύφωμα την ίδια την μητέρα του Βερεγγάριου, την βασίλισσα Έρμενγκαρντ, που ήταν ένας από τους πιο ισχυρούς ανθρώπους της Ιταλίας του 10ου αιώνα αλλά ο Λιουτπράνδος επιχειρεί να αμαυρώσει την εξουσία της με κατηγορίες περί ανηθικότητας καθώς, όπως γράφει, «είχε σαρκικές σχέσεις με όλους, όχι μόνο με πρίγκιπες, αλλά ακόμα και με απλούς ανθρώπους» και λίγο πιο κάτω αναφέρει ότι «η διαφθορά της σάρκας της» διέφθειρε ακόμα και τους υπηκόους της και κατά συνέπεια ολόκληρη την πολιτική σκηνή.[12]

Αντίθετα, η μητέρα του Όθωνα Α΄, η Ματθίλδη του Ρίγκενχαϊμ, εξυψώνεται ως αγνή και ευσεβής που δικαίως παντρεύτηκε τον Ερρίκο Α΄ και μέσω της ιερής και δίκαιης ένωσής τους προέκυψε ως νόμιμος απόγονος (και νόμιμος διεκδικητής του θρόνου) ο Όθωνας. Ο Λιουτπράνδος μάλιστα φτάνει στο σημείο να επιχειρήσει να εμφανίσει τον Όθωνα ως νόμιμο διάδοχο του ίδιου του Μεγάλου Κωνσταντίνου και έτσι να κατοχυρώσει τον τίτλο του ως αυτοκράτορα της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.[13] Με ανάλογο τρόπο η σύζυγος του Όθωνα Α΄, η Αδελαΐδα της Βουργουνδίας, εξυψώνεται ως «η πιο ενάρετη και η πιο ακέραιη»[14] και φέρει με αδιαμφισβήτητο τρόπο το κληρονομικό δικαίωμα στον ιταλικό θρόνο και την συνέχεια της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.

Τα κείμενα του Λιουτπράνδου, που γράφτηκαν με σκοπό την πολιτική υποστήριξη των Οθώνων και των διεκδικήσεών τους στον θρόνο της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, λόγω του καυστικού και συκοφαντικού χαρακτήρα τους, θεωρούνται υπεύθυνα για την αρνητική εικόνα που έχουμε σήμερα για την λεγόμενη «σκοτεινή εποχή» (Dark Ages) του 10ου αιώνα και ειδικά για την πολιτική σκηνή της Ρώμης του 10ου αιώνα. Οι σκληρές και συχνά αβάσιμες επιθέσεις του Λιουτπράνδου στην ηθική και την σεξουαλικότητα των παπών και των ηγεμόνων της εποχής οδήγησε στην θεώρηση ότι το πολιτικό σύστημα ήταν βαθιά διεφθαρμένο και σεξουαλικά ακόλαστο με αποτέλεσμα η συγκεκριμένη εποχή να έχει μείνει γνωστή ως «Πορνοκρατία».[15]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. MacLean, Simon (2017). Ottonian queenship (First edition έκδοση). Oxford. 961410084. ISBN 9780198800101. https://www.worldcat.org/oclc/961410084. 
  2. 2,0 2,1 Kenneth., Emmerson, Richard. Sandra., Clayton-Emmerson, (2006). Key figures in medieval Europe : an encyclopedia. New York: Routledge, σελ. 408. 63816510. ISBN 0415973856. https://www.worldcat.org/oclc/63816510. 
  3. Benjamin., Wiker, (2017). Reformation 500 Years Later. Regnery Publishing. 994403588. ISBN 1621577066. https://www.worldcat.org/oclc/994403588. 
  4. MacLean, Simon (2017). Ottonian queenship (First edition έκδοση). Oxford, σελ. 129. 961410084. ISBN 9780198800101. https://www.worldcat.org/oclc/961410084. 
  5. Maclean, Simon (2017). Ottonian queenship (First edition έκδοση). Oxford, σελ. 138. 961410084. ISBN 9780198800101. https://www.worldcat.org/oclc/961410084. 
  6. Buc, Philippe (19-05-2010). «Italian Hussies and German Matrons: Liutprand of Cremona on Dynastic Legitimacy». Frühmittelalterliche Studien. doi:10.1515/9783110242270.207. ISSN 0071-9706. https://www.degruyter.com/view/j/fmst.1995.29.issue-1/9783110242270.207/9783110242270.207.xml. Ανακτήθηκε στις 10-10-2017. 
  7. MacLean, Simon (2017). Ottonian queenship (First edition έκδοση). Oxford, σελ. 130. 961410084. ISBN 9780198800101. https://www.worldcat.org/oclc/961410084. 
  8. Dresvina, Juliana. Sparks, Nicholas (2012). Authority and gender in Medieval and Renaissance chronicles. Newcastle upon Tyne, UK: Cambridge Scholars Publishing, σελ. 6. 829713981. ISBN 1443841455. https://www.worldcat.org/oclc/829713981. 
  9. Dresvina, Juliana. Sparks, Nicholas (2012). Authority and gender in Medieval and Renaissance chronicles. Newcastle upon Tyne, UK: Cambridge Scholars Publishing, σελ. 5. 829713981. ISBN 1443841455. https://www.worldcat.org/oclc/829713981. 
  10. Squatriti, Paolo (μεταφρ.) (2007). The complete works of Liudprand of Cremona. Washington, D.C.: Catholic University of America Press, σελ. 193-194. 820009907. ISBN 0813215064. https://www.worldcat.org/oclc/820009907. 
  11. MacLean, Simon (2017). Ottonian queenship (First edition έκδοση). Oxford, σελ. 131. 961410084. ISBN 9780198800101. https://www.worldcat.org/oclc/961410084. 
  12. Squatriti, Paolo (μεταφρ.) (2007). The complete works of Liudprand of Cremona. Washington, D.C.: Catholic University of America Press, σελ. 114. 820009907. ISBN 0813215064. https://www.worldcat.org/oclc/820009907. 
  13. MacLean, Simon (2017). Ottonian queenship (First edition έκδοση). Oxford, σελ. 132. 961410084. ISBN 9780198800101. https://www.worldcat.org/oclc/961410084. 
  14. Squatriti, Paolo (μεταφρ.) (2007). The complete works of Liudprand of Cremona. Washington, D.C.: Catholic University of America Press, σελ. 149. 820009907. ISBN 0813215064. https://www.worldcat.org/oclc/820009907. 
  15. MacLean, Simon (2017). Ottonian queenship (First edition έκδοση). Oxford, σελ. 128. 961410084. ISBN 9780198800101. https://www.worldcat.org/oclc/961410084. 

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Emmerson, Richard K. (2006). Key Figures in Medieval Europe: An Encyclopedia. Routledge. σελ. 408. ISBN 0415973856
  • MacLean, Simon (2017). Ottonian Queenship. Oxford University Press. ISBN 9780198800101
  • Squatriti, Paolo (μεταφρ.) (2007). The Complete Works of Liudprand of Cremona. Catholic University of America Press. ISBN 0813215064

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]