Νικηφόρος Β´ Φωκάς

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Νικηφόρος Β'
Nikiphoros Phokas.jpg
Περίοδος2 Ιουλίου 963 - 11 Δεκεμβρίου 969
ΣτέψηΑγία Σοφία (Κωνσταντινούπολη)
ΠροκάτοχοςΡωμανός Β' Μακεδόνων
ΔιάδοχοςΙωάννης Α΄ ο Τσιμισκής
Γέννηση912
Θάνατος11 Δεκεμβρίου 969 (57 ετών)
Κωνσταντινούπολη
Τόπος ταφήςΝαός των Αγίων Αποστόλων (Κωνσταντινούπολη)
ΣύζυγοςΘεοφανώ
ΟίκοςΔυναστεία των Φωκάδων
ΠατέραςΒάρδας Φωκάς ο πρεσβύτερος
Commons page Σχετικά πολυμέσα
δεδομένα (π  σ  ε )

Ο Νικηφόρος Β΄ Φωκάς (912 - 11 Δεκεμβρίου 969) ήταν Βυζαντινός αυτοκράτορας από το 963 έως το 969, καταγόμενος από τον μικρασιατικό Οίκο των Φωκάδων. Τα λαμπρά στρατιωτικά κατορθώματά του συνέβαλαν στην ενδυνάμωση και ανάπτυξη της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας κατά τη διάρκεια του 10ου αιώνα.

Πρώτα χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αρχική σταδιοδρομία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο πατρικός οίκος του Νικηφόρου Φωκά ήταν ο Οίκος των Φωκάδων από τον οποίο βγήκαν σπουδαίοι στρατηγοί όπως ο πατέρας του Βάρδας Φωκάς ο πρεσβύτερος, ο αδελφός του Λέων Φωκάς ο Νεότερος και ο παππούς του Νικηφόρος Φωκάς ο πρεσβύτερος, υπηρέτησαν όλοι ως Δομέστικοι των Σχολών.[1] Η οικογένεια της μητέρας του ήταν οι Μαλείνοι μια πανίσχυρη οικογένεια της Ανατολής που εγκαταστάθηκε στην πατρίδα του Καππαδοκία.[2][3] Ο Νικηφόρος Φωκάς παντρεύτηκε σε πρώτο γάμο μια άσημη γυναίκα τη Στεφανώ που πέθανε πρόωρα, τότε έδωσε όρκο αγνότητας για το υπόλοιπο της ζωής του. Ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Ζ΄ τον διόρισε στρατιωτικό κυβερνήτη στο Θέμα Ανατολικών (945), προήχθη σε Δομέστικο (955) αντικαταστώντας τον πατέρα του που είχε μια μεγάλη σειρά από ήττες από τους Χαμδανίδες και το Χαλιφάτο των Αββασιδών. Οι Χαμδανίδες εισήλθαν στο Χαλέπι σε μια περίοδο παρακμής από το 955 μέχρι την τελική τους καταστροφή (1002), ο Νικηφόρος Φωκάς κυρίευσε τα Άδατα (957). Οι Βυζαντινοί από τότε περιόριζαν συνεχώς τους Άραβες εκτός από τη διετία 960 - 961 που ο Νικηφόρος Φωκάς έστρεψε το ενδιαφέρον του στην ανακατάληψη της Κρήτης. Όταν ανέβηκε στον θρόνο ο νεαρός αυτοκράτορας Ρωμανός Β´ ο Νικηφόρος Φωκάς και ο μικρότερος αδελφός του Λέων διορίστηκαν αντίστοιχα στρατηγοί της ανατολής και της δύσης. Ο Νικηφόρος Φωκάς συγκέντρωσε 27.000 ιππείς και Πεζοναύτες (960) για να εξοπλίσει έναν στόλο 308 πλοίων με 50.000 στρατεύματα.[4][5]

Ανακατάληψη της Κρήτης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πολιορκία του Χάνδακα από τα Βυζαντινά στρατεύματα

Ο αξιωματούχος Ιωσήφ Βρίγγας του ανέθεσε να ανακαταλάβει το Εμιράτο της Κρήτης από τους Άραβες. Ο Νικηφόρος Φωκάς ξεκίνησε την πολιορκία του Χάνδακα που κράτησε εννιά μήνες, το διάστημα αυτό ο στρατός του υπέφερε από έλλειψη τροφής.[6] Μετά από μια πρώτη αποτυχημένη έφοδο ο Νικηφόρος Φωκάς κυρίευσε τον Χάνδακα (6 Μαρτίου 961), ακολούθησε η ανακατάληψη ολόκληρης της Κρήτης.[7] Με την επιστροφή του στην Κωνσταντινούπολη αρνήθηκε τον προβλεπόμενο Ρωμαϊκό θρίαμβο, αρκέστηκε μονάχα σε ένα απλό χειροκρότημα στον Ιππόδρομο.[8] Ο Χάνδακας θα παραμείνει στη Βυζαντινή αυτοκρατορία για τα επόμενα 250 χρόνια. Μέρος από τα λάφυρα παραχώρησε στο φίλο του Αθανάσιο Αθωνίτη, ο οποίος τον είχε ακολουθήσει στην εκστρατεία της Κρήτης, για να ιδρύσει τη Μονή Μεγίστης Λαύρας στο Άγιον Όρος. Πριν από την αναχώρησή του, ο Φωκάς οργάνωσε διοικητικά, στρατιωτικά και θρησκευτικά την Κρήτη. Μερίμνησε μάλιστα για τη θρησκευτική στήριξη, την αναμόρφωση και τον επανεκχριστιανισμό του νησιού αφήνοντας εκεί τον Νίκωνα τον "Μετανοείτε". Άφησε επίσης αξιόλογη φρουρά για την προστασία του από νέες αραβικές επιδρομές. Επιχείρησε μάλιστα τη μεταφορά της πρωτεύουσας σε άλλο σημείο και για το σκοπό αυτό οχύρωσε ένα λόφο νότια του Χάνδακα, όπου έχτισε το φρούριο Τέμενος. Ωστόσο, η νέα πρωτεύουσα δεν κατάφερε να επιβληθεί, με αποτέλεσμα ο Χάνδακας να αναβιώσει και να γίνει έπειτα από λίγο το διοικητικό και εκκλησιαστικό κέντρο της Κρήτης.

Τελευταίες εκστρατείες στην Ανατολή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά την κατάκτηση της Κρήτης ο Νικηφόρος Φωκάς επέστρεψε ανατολικά και βάδισε με έναν καλά εξοπλισμένο στρατό για την Κιλικία, τον Φεβρουάριο του 962 κατέλαβε την Ανάζαρβος και η Ταρσός σταμάτησε να αναγνωρίζει τον Χαμδανίδη εμίρη του Χαλεπίου Σαΐφ αλ-Ντάουλα.[9] Ο Νικηφόρος Φωκάς συνέχισε να λεηλατεί την ύπαιθρο της Κιλικίας, νίκησε τον κυβερνήτη της Ταρσού και επέστρεψε στην Καισάρεια του Ισραήλ. Με την έναρξη της νέας περιόδου ο αλ-Ντάουλα ξεκίνησε επιδρομές στη Βυζαντινή αυτοκρατορία και άφησε το Χαλέπι ανυπεράσπιστο, ο Νικηφόρος Φωκάς κατέλαβε το Μανμπίτζ.[10] Τον Δεκέμβριο ο Νικηφόρος Φωκάς και ο Ιωάννης Α΄ Τσιμισκής βάδισαν προς το Χαλέπι και το κατέλαβαν στις 23/24 Δεκεμβρίου, αυτό στάθηκε μεγάλη απώλεια για τους Χαμδανίδες.[11] Οι εκστρατείες αυτές έδωσαν στον Νικηφόρο Φωκά το προσωνύμιο "ο χλωμός θάνατος των Σαρακηνών", ο Βυζαντινός στρατός πήρε 390.000 Άργυρα Ντινάρ, 2.000 Καμήλες και 1.400 Μουλάρια.

Αυτοκράτορας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στέψη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Είσοδος του Νικηφόρου Φωκά στην Κωνσταντινούπολη για τη στέψη του

O νεαρός αυτοκράτορας Ρωμανός Β΄ πέθανε πρόωρα και αιφνίδια σε ηλικία 26 ετών (15 Μαρτίου 963). Οι περισσότεροι ιστορικοί έχουν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η υγεία του είχε φθαρεί από τις καταχρήσεις και το ποτό ή ότι τον δηλητηρίασε η πανούργα σύζυγος του Θεοφανώ που ήταν αρκετά φιλόδοξη. Όλοι οι ιστορικοί αναγνωρίζουν ότι η Θεοφανώ χρησιμοποιούσε τις πιο σκληρές μεθόδους για να πετύχει τους στόχους της που έφταναν μέχρι τη δολοφονία. Οι δύο γιοι τους Βασίλειος Β´ και Κωνσταντίνος Η΄ είχαν στεφτεί Συναυτοκράτορες αλλά δεν μπορούσαν να κυβερνήσουν επειδή ήταν μόνο πέντε και τριών ετών αντίστοιχα. Η Θεοφανώ ήταν κηδεμόνας αλλά δεν μπορούσε να βασιλεύσει μόνη, ο Ιωσήφ Βρίγγας Ευνούχος αξιωματούχος του Ρωμανού Β΄ διατήρησε τη θέση του. Το σχέδιο του Βρίγγα ήταν να πάρει ο ίδιος όλες τις εξουσίες και να περιορίσει τις μεγάλες δυνάμεις του Νικηφόρου Φωκά. Ο νικητής της Κρήτης είχε τη διοίκηση όλου του στρατού και στενές συνδέσεις με την αριστοκρατία, τον ανακήρυξαν αυτοκράτορα στην Καισάρεια (2 Ιουλίου 963). Μετά τη στέψη του ο Νικηφόρος Φωκάς έπλευσε στον Βόσπορο με στόχο να προστατεύσει τα στενά από τους εχθρούς του.[12] Την ίδια εποχή ο Νικηφόρος Φωκάς διόρισε τον Ιωάννη τον Τσιμισκή Δομέστικο της Ανατολής και έστειλε επιστολή στην Κωνσταντινούπολη να ζητήσει να τον υποδεχτούν σαν Συναυτοκράτορα. Ο Ιωσήφ Βρίγγας του κλείδωσε την πόλη, καταδίωξε τον πατέρα του Βάρδα που κατέφυγε στην Αγία Σοφία, ο αδελφός του Λέων Φωκάς δραπέτευσε μεταμφιεσμένος. Ο Ιωσήφ Βρίγγας προσπάθησε να κερδίσει την υποστήριξη μερίδας λαού και αριστοκρατών όπως ο Ρωμανός Αργυρός αλλά ο πανίσχυρος πατριάρχης Πολύευκτος Μελιτηνής και ο στρατηγός Βασίλειος Λεκαπηνός υποστήριζαν τον Φωκά. Ο λαός της Κωνσταντινούπολης δολοφόνησε σε συμπλοκή τον Ρωμανό Αργυρό και ανάγκασε τον Βρίγγα να δραπετεύσει.[13][14] Ο Νικηφόρος Φωκάς ανακηρύχτηκε επίστημα αυτοκράτορας στην Κωνσταντινούπολη (16 Αυγούστου 963) και παντρεύτηκε τη χήρα αυτοκράτειρα Θεοφανώ.[15]

Στρατιωτικές εκστρατείες στη Δύση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι εκστρατείες του Νικηφόρου Φωκά στη δύση δεν είχαν ωστόσο τις αντίστοιχες επιτυχίες. Οι σχέσεις του με τους Βούλγαρους χειροτέρεψαν επειδή δεν εμπόδιζαν τις επιθέσεις που έκαναν οι Ούγγροι, ο Νικηφόρος Φωκάς δωροδόκησε τους Ρως του Κιέβου να λεηλατήσουν τη Βουλγαρία.[16] Το γεγονός αυτό πέρα από την κάμψη στις σχέσεις οδήγησε σε πολύ μεγαλύτερη έχθρα τα επόμενα χρόνια ανάμεσα στη Βυζαντινή αυτοκρατορία και τη Βουλγαρία με αποκορύφωμα τις εκστρατείες του Βασίλειου του Βουλγαροκτόνου. Οι μόνες μεγάλες στρατιωτικές αποτυχίες του Νικηφόρου Φωκά έγιναν στη Σικελία, ο γιος του Φατιμίδη κυβερνήτη της Σικελίας κυρίευσε την Ταορμίνα. Το τελευταίο μεγάλο Βυζαντινό οχυρό στη Σικελία Ρομέττα έκανε έκκληση στον νέο Βυζαντινό αυτοκράτορα Νικηφόρο Φωκά για βοήθεια. Ο Νικηφόρος αρνήθηκε να πληρώσει φόρο υποτέλειας στο Χαλιφάτο των Φατιμιδών και έστειλε στο νησί έναν μεγάλο στόλο με 40.000 άντρες υπό την ηγεσία του Πατρίκιου Νικήτα και του Μανουέλ Φωκά. Οι Βυζαντινοί ωστόσο συνετρίβησαν στη Ροζέττα και στη μάχη των Στενών, με τον τρόπο αυτό ολοκληρώθηκε η κατάκτηση ολόκληρης της Σικελίας από τους Άραβες.[17][18]

Οι Βυζαντινοί και οι Άραβες έκλεισαν μια βιαστική συνθήκη ειρήνης στη Σικελία (967) επειδή είχαν και οι δύο προβλήματα. Οι Άραβες ήθελαν να κατακτήσουν την Αίγυπτο και οι Βυζαντινοί βρέθηκαν σε σύγκρουση στην κεντρική Ιταλία με τον αυτοκράτορα Όθων Α΄ της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Οι συγκρούσεις είχαν αιτία το διαφορετικό πολιτισμικό υπόβαθρο και τους τίτλους της διαδοχής στη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία.[19] Οι διαφορές σταδιακά μεγάλωναν ιδιαίτερα στα θρησκευτικά ζητήματα, στην κατάσταση έριξε περισσότερο φιτίλι ο Λιουτπράνδος της Κρεμόνας με τα γραπτά του. Ο Όθων Α΄ επιτέθηκε στη Βυζαντινή Απουλία αλλά απέτυχε να καταλάβει το Μπάρι (968). Την επόμενη χρονιά ο αυτοκράτορας έκανε νέα επίθεση, απέτυχε ξανά να καταλάβει Βυζαντινά οχυρά και έφυγε, ο Πανδόλφος ο Σιδηροκέφαλος έμεινε μόνος του να συνεχίσει την πολιορκία. Ο Πανδόλφος απέτυχε και συνελήφθη από τον Βυζαντινό στρατηγό Ευγένιο που κατέκτησε την Κάπουα και εισήλθε στο Σαλέρνο. Οι δύο πλευρές θα συνεχίσουν τις συγκρούσεις και μετά τη δολοφονία του Νικηφόρου Φωκά αλλά δεν θα κερδίσει κανένας τίποτα σημαντικό.

Στρατιωτικές εκστρατείες στην Ανατολή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Νόμισμα με αναπαράσταση του Νικηφόρου Φωκά και του θετού του γιου μετέπειτα αυτοκράτορα Βασίλειου του Βουλγαροκτόνου

Τη διετία 964/965 ο Νικηφόρος Φωκάς οδήγησε 40.000 άντρες για να κατακτήσει την Κιλικία και να συνεχίσει τις επιδρομές στην Άνω Μεσοποταμία και τη Συρία, ο πατρίκιος Νικήτας Χαλκούτζης κατέλαβε την Κύπρο.[20] Την άνοιξη του 964 προχώρησε ανατολικά, πριν οπισθοχωρήσει το καλοκαίρι κατέλαβε την Ανάζαρβο και τα Άδανα. Την ίδια χρονιά αργότερα ο Νικηφόρος Φωκάς προσπάθησε να καταλάβει τη Μοψουεστία, απέτυχε και επέστρεψε στην Καισάρεια. Την ίδια εποχή ο Νικήτας Χαλκούτζης αντιμετώπισε ένα πραξικόπημα στην Κύπρο που είχε γίνει το μήλο της έριδας ανάμεσα στους Βυζαντινούς και τους Άραβες. Το καλοκαίρι του 965 ο Νικηφόρος Φωκάς και ο Τσιμισκής ξεκίνησαν την κατάκτηση της Κιλικίας, κατέλαβαν τη Μοψουεστία (13 Ιουλίου 965), ο Λέων Φωκάς έφτασε την Ταρσό ενώ ο Νικηφόρος και ο Τσιμισκής ακολούθησαν αμέσως μετά. Ο Νικηφόρος Φωκάς με τους σιδηρόφρακτους ιππότες του συνέτριψε τους Ταρσιώτες ύστερα από σύντομη μάχη. Η Ταρσός παραδόθηκε οριστικά (16 Αυγούστου 965), ο Νικηφόρος Φωκάς επέτρεψε στους κατοίκους να δραπετεύσουν αλλά λεηλάτησε την πόλη τους, με την πτώση της Ταρσού ολόκληρη η Κιλικία πέρασε στα χέρια των Βυζαντινών.[21][22] Τον Ιούνιο του 966 ακολούθησε ανταλλαγή αιχμαλώτων ανάμεσα στον Σαΐφ αλ-Ντάουλα και τους Βυζαντινούς.[23] Τον Οκτώβριο του 966 ο Νικηφόρος Φωκάς ξεκίνησε εκστρατεία στην Άμιδα, τη Δάρα και τη Νίσιβις, στη συνέχεια βάδισε στη Μανμπίτζ όπου πήρε ένα κειμήλιο του Ιησού και το τοποθέτησε στη Θεοτόκο του Φάρου στην Κωνσταντινούπολη.[24] Αργότερα έστειλε απόσπασμα στη Βαρβαλισσό και επέστρεψε με 300 αιχμαλώτους, προσπάθησε να καταλάβει μερικά φρούρια στον δρόμο για την Αντιόχεια αλλά οπισθοχώρησε σε οκτώ μέρες λόγω έλλειψης προμηθειών.[25]

Τη διετία 967/968 ο Νικηφόρος Φωκάς προσάρτησε το Αρμενικό κράτος του Ταρόν με διπλωματία, ακολούθησαν το Αρζέν και το Σιλβάν.[26][27] Τον Οκτώβριο του 968 ξεκίνησε νέα πολιορκία στην Αντιόχεια που κράτησε 13 μέρες.[28] Στη συνέχεια κατέλαβε και λεηλάτησε πολλά κάστρα στην κοιλάδα του ποταμού Ορόντη όπως τη Σαϊζάρ, τη Χάμα και τη Χομς, έφτασε στην Τρίπολη και δέχτηκε την υποταγή πολλών πόλεων όπως η Λαττάκεια.[29] Ο στόχος του Νικηφόρου Φωκά ήταν να αποκλείσει και να διακόψει την τροφοδοσία της Αντιόχειας από τις συμμάχους της, η πόλη πολιορκήθηκε ανεπιτυχώς δύο φορές (966, 968), τότε ο αυτοκράτορας αποφάσισε να αφήσει τους κατοίκους της να παραδοθούν μόνοι τους από πείνα. Στο φρούριο του Μπαγκράς άφησε μια ταξιαρχία 1500 ανδρών που είχαν αποκλείσει την επικοινωνία της Αντιόχειας με την Αλεξανδρέττα. Ο διοικητής της ταξιαρχίας Μιχαήλ Βούρτζης με την υποστήριξη του στρατοπεδάρχη Πέτρου ευνούχου της οικογένειας Φωκά ανέλαβε την πρωτοβουλία και κατέκτησε επιτυχώς την Αντιόχεια. Ο Νικηφόρος Φωκάς ωστόσο τον απέλυσε παρά τη μεγάλη επιτυχία επειδή έδειξε ανυπακοή στις αυτοκρατορικές εντολές, ο Μιχαήλ Βούρτζης ένοιωσε προσβολή και μίσος στον αυτοκράτορα κάτι που θα εκδηλωθεί αργότερα με τη συμμετοχή στη δολοφονία του.

Δολοφονία του Νικηφόρου Φωκά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χειρόγραφο που παρουσιάζει τον Νικηφόρο Φωκά να δέχεται τους απεσταλμένους της Ταρσού

Ωστόσο, η συνεχής πολεμική δραστηριότητα των Βυζαντινών για μια ολόκληρη εξαετία (963-969) είχε κουράσει το βυζαντινό στρατό και είχε προκαλέσει τη δυσφορία του λαού από τις επαχθείς φορολογικές επιβαρύνσεις. Ο ανιψιός του Φωκά Ιωάννης Τσιμισκής εκμεταλλεύτηκε τη δυσφορία αυτή, συνεργάστηκε με την αυτοκράτειρα Θεοφανώ και οργάνωσε συνωμοσία για την εκθρόνιση του, η οποία και συντελέστηκε με τη δολοφονία του αυτοκράτορα τη νύχτα της 10ης Δεκεμβρίου του 969. Δολοφονήθηκε με απεχθή τρόπο, την ώρα που κοιμόταν (σαν στρατιωτικός κοιμόταν στο δάπεδο του δωματίου, μια συνήθεια που παρ' ολίγο να του έσωζε τη ζωή) από συνεργάτες του Ιωάννη.

Τα μέλη της συνωμοσίας είχαν ορίσει την 10η Δεκεμβρίου ως την ημέρα εκτέλεσης του σχεδίου τους για τη δολοφονία του αυτοκράτορα. Νωρίς το απόγευμα της ίδιας ημέρας η Θεοφανώ (από τους πρωτεργάτες της συνωμοσίας) είχε βοηθήσει στην είσοδο των υπολοίπων μελών κρυφά στο παλάτι ντύνοντας τους με γυναικεία ρούχα, κάτω από τα όποια έκρυβαν τα φονικά τους όπλα. Ο Ιωάννης Τσιμισκής, ο όποιος είχε ηγετικό ρολό σε αυτήν τη συνωμοσία, για να μην κινήσει υποψίες βρισκόταν στο Πέραν. Ωστόσο οι ενέργειες αυτές δεν πέρασαν απαρατήρητες και έφτασαν στα αυτιά του Νικηφόρου. Αυτός ανήσυχος έστειλε τον Μιχαήλ, έναν από τους πιο έμπιστους ευνούχους του, όπως πίστευε, για να ερευνήσει το παλάτι. Αυτός όμως απ ότι φαίνεται είχε ταχθεί με το μέρος της Θεοφανούς και έτσι δεν ανέφερε τίποτα το ασυνήθιστο στον αυτοκράτορα. Τη νύχτα αυτή, όπως αναφέρεται από τον Λέοντα τον Διάκονο, μια τρομερή χιονοθύελλα είχε ξεσπάσει στην Πόλη. Οι συνεργάτες του Τσιμισκή φοβόντουσαν μήπως δεν κατάφερνε να διασχίσει εγκαίρως τον φουρτουνιασμένο Κεράτιο κόλπο καθώς επέβαινε σε μικρή βάρκα και δεν είχε δάδα αναμμένη, ώστε να μην γίνει αντιληπτός από τους φρουρούς των τειχών. Τελικά λίγο πριν τα μεσάνυχτα βρέθηκε και αυτός στο παλάτι, έτοιμος για δράση.

Ο αυτοκράτορας, ανυποψίαστος για τα γεγονότα που διαδραματίζονταν δίπλα του, είχε ξαπλώσει στο πάτωμα, συνήθεια που είχε αποκτήσει όσο καιρό ήταν στρατιωτικός, σε μια γωνία του αυτοκρατορικού δωματίου. Την προκαθορισμένη ώρα οι συνωμότες οδηγημένοι από κάποιον έμπιστο του αυτοκράτορα βρέθηκαν στην κάμαρά του. Όταν είδαν το αυτοκρατορικό κρεβάτι άδειο τους κυρίευσε τρόμος και πανικός γιατί πίστευαν ότι η συνωμοσία τους είχε αποκαλυφθεί και οι αυτοκρατορικοί σωματοφύλακες τους είχαν στήσει παγίδα για να τους συλλάβουν την ώρα που θα εκτελούσαν την αποτρόπαια ενέργειά τους. Τελικά τη λύση την έδωσε πάλι ο έμπιστος του Φωκά που τους είχε οδηγήσει ως εδώ, δείχνοντας τους τη σκοτεινή γωνία του δωματίου που κοιμόταν ο Νικηφόρος. Τότε ο ταξίαρχος Λέων Βαλάντης τράβηξε το ξίφος του και κατάφερε ένα δυνατό κτύπημα στον αυτοκράτορα με σκοπό να τον αποκεφαλίσει. Τη στιγμή αυτή φαίνεται να ξύπνησε ο Νικηφόρος και στην απεγνωσμένη του προσπάθεια να ξεφύγει, χτυπήθηκε στο πρόσωπο από το σπαθί του ταξίαρχου αλλά δεν σκοτώθηκε. Στην τραγική κατάσταση που βρισκόταν, τυφλωμένος απ τα αίματα, ανήμπορος να αντιδράσει και εγκαταλελειμμένος από όλους, έστρεψε τις τελευταίες του ελπίδες στην Παναγία που τόσο ευλαβούταν. Τελικά άφησε την τελευταία του πνοή με το όνομα της Παναγίας στα χείλη του. Οι αυτοκρατορικοί φρουροί θορυβημένοι από τον φασαρία μπήκαν στην καμάρα. Όταν αντίκρισαν το ακέφαλο σώμα του Νικηφόρου μέσα σε μια λίμνη αίματος κατάλαβαν ότι είχαν φτάσει πολύ αργά.

Στο μεταξύ λίγες στιγμές μετά τη δολοφονία, άνθρωποι του Ιωάννη Τσιμισκή ξεχύθηκαν στους δρόμους της βασιλεύουσας φωνάζοντας «Ιωάννης, Αύγουστος και Βασιλεύς των Ρωμαίων». Η παγωμένη ατμόσφαιρα που επικρατούσε στην Πόλη από τη στυγερή δολοφονία του αυτοκράτορα συνέβαλε στην αδράνεια των πολιτών να αντισταθούν στην ενθρόνιση του πρωτεργάτη της συνωμοσίας Ιωάννη Τσιμισκή. Το σώμα του Νικηφόρου πετάχτηκε από το παράθυρο του δωματίου και έμεινε εκεί παραπεταμένο για την υπόλοιπη ημέρα. Μόλις βράδιασε, κάποιοι από τους υπηρέτες που είχαν παραμείνει πιστοί, πήραν το σώμα του και το μετέφεραν μέσα από τους άδειους δρόμους της Πόλης στο νεκροταφείο των βασιλέων στην εκκλησία των Αγίων Απόστολων και το έβαλαν σε μαρμάρινη σαρκοφάγο. Χαρακτηριστικό γεγονός είναι, όπως φαίνεται από τα λεγόμενα του Λέοντος του Διακόνου, ότι επίσημα δεν έγινε κηδεία του πρώην αυτοκράτορα. Αυτό το φρικιαστικό τέλος επιφύλαξε η μοίρα για τον Νικηφόρο Β΄ Φωκά, τον γενναίο στρατηγό, τον ευσεβή χριστιανό αλλά και τον προδομένο αυτοκράτορα. Πάνω στον τάφο του ήταν χαραγμένη η εξής επιγραφή: «Τους νίκησε όλους εκτός από μια γυναίκα».

Κριτική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Νικηφόρος Φωκάς ήταν φύση δυναμική και ιδιόρρυθμη και αισθανόταν ιδιαίτερη ικανοποίηση τόσο στο πεδίο των μαχών όσο και στην εμπειρία της ασκητικής ησυχίας. Υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους αυτοκράτορες του Βυζαντίου και μεγαλόπνοος οραματιστής της παγκόσμιας ακτινοβολίας της αυτοκρατορίας.

Πριν γίνει αυτοκράτορας, ο Νικηφόρος Φωκάς αναδείχθηκε μεγάλος στρατηγός σε όλα τα μέτωπα της εποχής του. Χαρακτηρίζονταν από μεγάλη ευσέβεια και αγαπούσε τον μοναχισμό. Ο Νικηφόρος ήταν πάντως γεννημένος στρατιώτης. Είχε τη σωματική αντοχή και διανοητική ικανότητα ενός μεγάλου στρατιωτικού ηγέτη, ήταν βραχύσωμος, αλλά εξαιρετικά ρωμαλέος. Η ζωή του ήταν αφιερωμένη στα στρατεύματά του, τα οποία αγαπούσε και προστάτευε πάση θυσία, και τα οποία του ήταν πιστά μέχρι θανάτου. Πέρα από τη βαθιά του πίστη προς το χριστιανισμό, δεν είχε άλλα ενδιαφέροντα. Πριν παντρευτεί τη Θεοφανώ, ήταν χήρος και είχε ορκιστεί αποχή.

Έδειξε ιδιαίτερη πολιτική ευελιξία, και, αφού εξουδετέρωσε τους εχθρούς του και υποψήφιους αυτοκράτορες, στέφθηκε ο ίδιος. Λίγο αργότερα, με ιδιαίτερη διακριτικότητα παντρεύτηκε τη Θεοφανώ, αντιμετωπίζοντας όμως εκκλησιαστικές αντιδράσεις, κυρίως του πατριάρχη Πολύευκτου, διότι ήταν νονός κάποιου από τα παιδιά της Θεοφανούς. Η στρατιωτική του πολιτική ήταν απόλυτα επιτυχής, ήταν όμως μάλλον κακός διπλωμάτης, προκαλώντας αναταραχή στις σχέσεις του Βυζαντίου με τους Δυτικούς, τους Βούλγαρους και τους Ρως. Γνωστό είναι το περιστατικό με το Λιουτπράνδο, απεσταλμένο του Γερμανού αυτοκράτορα Όθωνα Α'. Ατυχώς δε, έλαβε μέτρα ευνοϊκά για τη μεγάλη γαιοκτησία, με αποτέλεσμα να γίνει αντιπαθής στο λαό.

Βοήθησε τον Όσιο Αθανάσιο τον Αθωνίτη να χτίσει την πρώτη μονή του Αγίου Όρους, τη σημερινή Μεγίστη Λαύρα, θέτοντας ένα επίσημο πλαίσιο λειτουργίας της μονής και όλης της περιοχής. Λέγεται ότι κάτω από το αυτοκρατορικό ένδυμα φορούσε ράσα και είχε εκδηλώσει την επιθυμία να εγκαταλείψει το θρόνο και να γίνει μοναχός. Αξίζει να σημειωθεί η προσπάθειά του να τιμήσει ως μάρτυρες όλους τους στρατιώτες που έπεσαν κατά τη διάρκεια των αγώνων του με τους μουσουλμάνους. Η προσπάθεια αυτή όμως βρήκε αντίθετους την Εκκλησία και ως εκ τούτου ο αυτοκράτορας αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το σχέδιό του.

Σήμερα, μία Φρεγάτα του Πολεμικού Ναυτικού φέρει το όνομά του, και πιο συγκεκριμένα η Φ/Γ ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΦΩΚΑΣ (F-466).

Οικογένεια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Νυμφεύτηκε την (Αναστασώ) Θεοφανώ από τη Λακωνία, κόρη του Κρατερού. Δεν απέκτησε απογόνους.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Whittow, Mark (2007). Making of Orthodox Byzantium,600-1025
  2. Krsmanović 2003, Κεφ. 2
  3. Kazhdan 1991, σ. 1276
  4. Treadgold 1997, σ. 495
  5. Norwich 1991, σσ. 175–178
  6. McMahon 2021, σ. 65
  7. Treadgold 1997, σσ. 493–495
  8. Norwich 1991, σ. 961
  9. Kaldellis 2017, σ. 39
  10. Kaldellis 2017, σ. 49
  11. Kaldellis 2017, σ. 39
  12. Kaldellis 2017, σ. 41
  13. Treadgold 1997, σσ. 498–499
  14. Whittow 1996, σσ. 348–349
  15. Leo the Deacon (c. 971). History. Dumbarton Oaks. σσ. 98
  16. Kaldellis 2017, σ. 56
  17. PmbZ, al-Ḥasan b. ‘Ammār al-Kalbī (#22562)
  18. Brett 2001, σ. 242
  19. Keller & Althoff 2008, σσ. 221–224
  20. Treadgold 1997, σ. 948
  21. Kennedy 2004, σσ. 278–279
  22. Treadgold 1997, σσ. 500–501
  23. Fattori 2013, σ. 117
  24. Fattori 2013, σ. 117
  25. Fattori 2013, σσ. 117–118
  26. Kaldellis 2017, σ. 50
  27. Fattori 2013, σ. 119
  28. Fattori 2013, σ. 119
  29. Fattori 2013, σσ. 120–121

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Λέοντος του Διακόνου, Ιστορίαι
  • Norwich, J.J. "Byzantium", Vol. ΙΙ-The Apogee
  • Vasiliev, A. "History of the Byzantine Empire, 324–1453"
  • Ostrogorsky, G. "History of the Byzantine State"
  • ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΦΩΚΑΣ (ΕΛ) ΝΙΚΦΟΥΡ, Ιστορική Μελέτη: Ιωάννης Α. Μελισσείδης & Πουλχερία Ζαβολέα Μελισσείδη,Τομ1&2,εκδ.3η,Εκδ.Βεργίνα Αθήνα 2009. ISBN 9789608280472 τομ.1 & ISBN 9789608280489 Τομ.2. (ΒΙΒΛΙΟΝΕΤ, Ελληνική Εθνική Βιβλιογραφία 2001/2007/2009)
  • Νικηφόρος Β΄Φωκάς 963-969,Ο στρατηγός αυτοκράτωρ και το μεταρρυθμιστικό του έργο, συγγραφέας: Κόλλιας Ταξιάρχης, Εκδόσεις Βασιλόπουλος Στέφανος Δ., 1993. (Ελληνική Εθνική Βιβλιογραφία 1993)
  • Ο Νικηφόρος Φωκάς και η απελευθέρωση της Κρήτης απ τους ΄Αραβες (961 μ.Χ.), Γεωργίου Τ. Τσερεβελάκη, Εκδόσεις Σταμούλη Αντ. 2009, ISBN 9789606887079 (ΒΙΒΛΙΟΝΕΤ, Βικελαία Βιβλιοθήκη)
  • Kazhdan, Alexander, ed. (1991). "Nikephoros II Phocas". The Oxford Dictionary of Byzantium. Oxford and New York: Oxford University Press.
  • This article incorporates text from a publication now in the public domain: Chisholm, Hugh, ed. (1911). "Nicephorus". Encyclopædia Britannica. Vol. 19 (11th ed.). Cambridge University Press. pp. 647–648.
  • Norwich, John Julius (1991). Byzantium: The Apogee. New York: Alfred A. Knopf.
  • Dennis, George T. (2008). Three Byzantine Military Treatises. Washington, DC: Dumbarton Oaks.
  • Garrood, William (2008). "The Byzantine Conquest of Cilicia and the Hamdanids of Aleppo, 959–965". Anatolian Studies. British Institute at Ankara. 58: 127–140.
  • Kaldellis, Anthony (2017). Streams of Gold, Rivers of Blood: The Rise and Fall of Byzantium, 955 A.D. to the First Crusade. Oxford University Press.
  • Taxiarchis Kolias, " Nicephorus II Focas 963–969, The Military Leader Emperor and his reforms ", Vasilopoulos Stefanos D. Athens 1993.
  • McMahon, Lucas (2016). "De Velitatione Bellica and Byzantine Guerrilla Warfare". Annual of Medieval Studies at CEU. 22: 22–33.
  • McMahon, Lucas (2021). "Logistical modelling of a sea-borne expedition in the Mediterranean: the case of the Byzantine invasion of Crete in AD 960". Mediterranean Historical Review. 36 (1): 65.
  • Ioannes A. Melisseides & Poulcheria Zavolea Melisseidou, "Nikefhoros Phokas (El) Nikfur", ek ton Leontos tou Diakonou, Kedrenou, Aboul Mahasen, Zonara, Ibn El Athir, Glyka, Aboulfeda k.a. Historike Melete, Vol.1–2, Vergina, Athens 2001.
  • Romane, Julian (2015). Byzantium Triumphant. Pen and Sword Books. p. 6.
  • Lilie, Ralph-Johannes; Ludwig, Claudia; Pratsch, Thomas; Zielke, Beate (2013). Prosopographie der mittelbyzantinischen Zeit Online. Berlin-Brandenburgische Akademie der Wissenschaften. Nach Vorarbeiten F. Winkelmanns erstellt (in German). Berlin and Boston: De Gruyter.
  • Fattori, Niccolò (June 2013). "The Policies of Nikephoros II Phokas in the context of the Byzantine economic recovery" (PDF). Middle East Technical University.
  • Treadgold, W. (1997). A History of the Byzantine State and Society. Stanford: Stanford University Press.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Προηγούμενος
Ρωμανός Β'
Αυτοκράτορας του Βυζαντίου
Επόμενος
Ιωάννης Τσιμισκής