Θεοδόσιος Β´

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Αυτό το λήμμα αφορά τον Αυτοκράτορα του Βυζαντίου. Για τον πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, δείτε: Θεοδόσιος Β΄ (πατριάρχης).
Θεοδόσιος Β´
Theodosius II Louvre Ma1036.jpg
Γενικές πληροφορίες
Όνομα στη
μητρική γλώσσα
Flavius Theodosius Iunior Augustus (Λατινικά)
Γέννηση10  Απριλίου 401
Κωνσταντινούπολη
Θάνατος28  Ιουλίου 450
Κωνσταντινούπολη
Αιτία θανάτουπτώση από άλογο
Συνθήκες θανάτουατύχημα
Χώρα πολιτογράφησηςΒυζαντινή Αυτοκρατορία
Eορτασμός αγίουΠύλη:Ορθοδοξία/Εορτολόγιο/29 Ιουλίου
Εκπαίδευση και γλώσσες
Ομιλούμενες γλώσσεςαρχαία ελληνικά
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότηταπολιτικός
Οικογένεια
ΣύζυγοςΑιλία Ευδοκία (από 421)[1]
ΤέκναΛικινία Ευδοξία
ΓονείςΑρκάδιος και Ευδοξία
ΑδέλφιαΑρκαδία Πορφυρογέννητη
Πουλχερία
ΟικογένειαΘεοδοσιανή Δυναστεία
Αξιώματα και βραβεύσεις
ΑξίωμαΡωμαίος αυτοκράτορας (402–450)
Ρωμαίος συγκλητικός
Βυζαντινός Αυτοκράτορας (408–450)
Commons page Σχετικά πολυμέσα

Ο Θεοδόσιος Β΄ (10 Απριλίου 401 - 28 Ιουλίου 450), γνωστός και ως Θεοδόσιος ο Νεώτερος[2] ή Θεοδόσιος ο Καλλιγράφος, ήταν Βυζαντινός αυτοκράτορας το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του. Ανακηρύχθηκε Αύγουστος ως νήπιο το 402 και κυβέρνησε ως μοναδικός Αυτοκράτορα της Ανατολικής Αυτοκρατορίας μετά το θάνατο του πατέρα του, Αρκαδίου, το 408 έως το 450. Είναι περισσότερο γνωστός για την εξαγγελία του Θεοδοσιανού κώδικα, καθώς και για την κατασκευή των Θεοδοσιανών Τειχών της Κωνσταντινούπολης. Επί των ημερών του ξέσπασαν επίσης δύο μεγάλων Χριστολογικές έριδες, ο Νεστοριανισμός και ο Ευτυχιανισμός.

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πρώτα χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ήταν εγγονός του Θεοδοσίου Α΄ και γιος του Αρκαδίου και της συζύγου του, Ευδοξίας. Γεννήθηκε το 401 και ανακηρύχθηκε συν-Αυτοκράτορας από τον πατέρα του στις 10 Ιανουαρίου 402[3], γινόμενος έτσι το νεότερο πρόσωπο με αυτό τον τίτλο στην ρωμαϊκή ιστορία[4][5].

Η ανάρρησή του στο θρόνο και η επιτροπεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 408 πέθανε ο πατέρας του και ο επτάχρονος Θεοδόσιος έγινε μοναδικός Αυτοκράτορας του ανατολικού μισού της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Ως επίτροποί του ορίστηκαν, σύμφωνα με τη διαθήκη του πατρός του, ο ύπατος Ανθέμιος, η αδελφή του και μετέπειτα αυτοκράτειρα Πουλχερία, και ο βασιλιάς των Περσών Ισδιγέρδης Α΄. Σύμφωνα με τον Θεοφάνη τον Ομολογητή και τον Προκόπιο, ο Ισδιγέρδης δεν ήταν ένας οιονεί αντιβασιλεύς, εστε να διεκπεραιώνει κρατικές υποθέσεις του ρωμαϊκού (βυζαντινού) κράτους, αλλά ήταν συνυπεύθυνος για την περιφρούρηση της ζωής του μικρού παιδιού και για τη φροντίδα παραμονής του στο θρόνο. Έτσι, τον αντιμετώπισε σαν δικό του παιδί, στέλνοντας δάσκαλο για να τον μεγαλώσει και προειδοποιώντας ότι τυχόν εχθρότητα απέναντί του θα θεωρηθεί εχθρότητα προς την Περσία[6]. Αν και αυτό δεν έχει διασταυρωθεί, φαίνεται πως δάσκαλός του έγινε ο Αντίοχος, ευνούχος περσικής καταγωγής, ο οποίος άσκησε επιρροή στον Θεοδόσιο και πήρε αργότερα τον τίτλο του «πραιπόσιτου τοῦ εὐσεβεστάτου κοιτῶνος». Ο Θεοδόσιος τον απέλυσε όταν ενηλικιώθηκε.

Αρχικώς η διοίκηση της αυτοκρατορίας ασκείτο από τον συνετό ύπατο (έπαρχο) Ανθέμιο, ωστόσο, προοδευτικά περιήλθε στα χέρια της Πουλχερίας, η οποία το 414 ορκίστηκε ισόβια παρθενία μαζί με τις αδελφές της και έθεσε ουσιαστικώς εκποδών τον Ανθέμιο αναγορευόμενη σε Αυγούστα. Η Πουλχερία ήταν πολύ μορφωμένη και δεν στερείτο και πολιτικών ικανοτήτων. Επειδή ο κατά δύο χρόνια μικρότερος αδελφός της ήταν άβουλος και ασθενούς χαρακτήρα, φαίνεται πως άσκησε, καθ’ όλη τη διάρκεια της μακράς του βασιλείας, σημαντική επιρροή στις αποφάσεις του. Σημαντική επιρροή στις αποφάσεις του Θεοδοσίου άσκησαν επίσης ο ευνούχος Χρυσάφιος καθώς και η σύζυγός του Αιλία Ευδοκία.

Η Αιλία Ευδοκία (αρχικά Αθηναΐς) επελέγη από την Πουλχερία ως σύζυγος του νεαρού αυτοκράτορα. Κόρη του καθηγητή της ρητορικής στη Φιλοσοφική Σχολή των Αθηνών Λεοντίου, ήταν εθνική στην αρχή. Καταγόταν από την Αθήνα[α][β][γ][δ][ε] και ήταν εξαιρετικά μορφωμένη. Αφού πρώτα βαπτίστηκε χριστιανή και πήρε το όνομα Αιλία Ευδοκία, παντρεύτηκε τον εικοσαετή Θεοδόσιο τον Ιούνιο του 421. Το ζευγάρι απέκτησε δύο κόρες, την Λικινία Ευδοξία και την Φλακίλα, και πιθανώς έναν, τον Αρκάδιο. Τελικά το αυτοκρατορικό ζεύγος χώρισε γύρω στο 443, με την εγκατάσταση της Ευδοκίας στα Ιεροσόλυμα, όπου προσχώρησε στον μοναστικό μονοφυσιτισμό.

Οι σύμβουλοι του Θεοδοσίου έστρεψαν το ενδιαφέρον του σε πράγματα που δεν είχαν να κάνουν με την εκπαίδευση ενός αυτοκράτορα σε θέματα διοικητικά, στρατιωτικά ή οικονομικά. Εκμεταλλευόμενοι και τη φυσική του νωθρότητα, φρόντισαν απλώς να του δώσουν πνευματική - θρησκευτική ανατροφή. Έτσι, ο Θεοδόσιος φρόντιζε μεν να είναι ένας καλός Χριστιανός, να εκκλησιάζεται και να νηστεύει, να μελετά και να αντιγράφει εκκλησιαστικά βιβλία, αλλά σχεδόν καθόλου δεν αναμειγνυόταν στα διοικητικά της αυτοκρατορίας. Δεν μάθαινε για τα εκτός της Αυλής γινόμενα, εκτός από αυτά που ήθελαν οι σύμβουλοί του και με τον τρόπο που τους συνέφερε, υπέγραφε δε χωρίς να εξετάσει τα διάφορα θεσπίσματα και διατάγματα των συμβούλων του.

Ο Θεοδόσιος υποδέχεται τα λείψανα του Ιωάννη του Χρυσοστόμου. Μινιατούρα από το Μηνολόγιο του Βασιλείου Β΄, 11ος αιώνας

Εσωτερικά και εξωτερικά προβλήματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Επί βασιλείας του Θεοδοσίου προέκυψαν σημαντικά προβλήματα, τόσο εσωτερικά όσο και εξωτερικά. Στο εσωτερικό ο λαός βρισκόταν σε κατάσταση εξαιρετικής φτώχειας, ενώ οι μικρογαιοκτήμονες ήταν καταχρεωμένοι. Ακόμη υπήρχαν οι θρησκευτικές έριδες, οι οποίες ταλάνισαν την Εκκλησία αλλά και την κοινωνία, αφού ο λαός διαιρέθηκε σε αντιμαχόμενες παρατάξεις. Η θρησκευτική πολιτική του Θεοδοσίου υπήρξε ασταθής και ανακόλουθη. Παρέσχε προστασία σε αιρεσιάρχες όπως ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Νεστόριος (βλ. Νεστοριανισμός), ο οποίος είχε καταδικασθεί από τη Γ΄ Οικουμενική Σύνοδο της Εφέσου (431) και ο Αρχιμανδρίτης Ευτυχής (βλ. Μονοφυσιτισμός), ο οποίος είχε καταδικασθεί από ενδημούσα σύνοδο στην Κωνσταντινούπολη (448). Η έκρυθμη εκκλησιαστική κατάσταση που δημιουργήθηκε κληροδοτήθηκε στον διάδοχο του Πατριαρχικού θρόνου Φλαβιανό.

Στην εξωτερική πολιτική η βυζαντινοπερσική σύγκρουση έληξε με νίκη των Βυζαντινών και τη συνομολόγηση ειρήνης, που εξασφάλισε προσωρινή ηρεμία στα ανατολικά σύνορα της αυτοκρατορίας. Οι επιδρομές των Βανδάλων αντιμετωπίστηκαν επιτυχώς με την στρατιωτική επέμβαση των αυτοκρατορικών δυνάμεων στη Βόρεια Αφρική. Ο ουννικός κίνδυνος αντιμετωπίστηκε –όχι όμως οριστικά – με την εξαγορά ειρήνης και της παροχής δώρων, ενώ αργότερα ο αρχηγός των Ούννων Αττίλας στράφηκε προς τη Δύση. Γενικά, η αυτοκρατορία απέφυγε να εμπλακεί σε μεγάλες περιπέτειες, ενώ έδειξε έτοιμη είτε διά της διπλωματίας είτε διά των όπλων να εξουδετερώσει κάθε εχθρική απειλή.

Τα έργα του[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά την περίοδο της βασιλείας του Θεοδοσίου κατασκευάστηκαν τα περίφημα Θεοδοσιανά Τείχη της Κωνσταντινουπόλεως σε τρεις φάσεις: επί των επάρχων Ανθεμίου το 413, Κύρου το 439 και Κωνσταντίνου το 447. Τμήμα των τειχών αυτών σώζεται μέχρι σήμερα. Ακόμη, με ενέργειες του επάρχου Ανθεμίου καθιερώθηκαν ναυτικές περιπολίες στον Δούναβη, για την παρεμπόδιση του διάπλου του ποταμού από τους βαρβάρους που κατοικούσαν πέραν αυτού.

Θετικό έργο επί της βασιλείας του Θεοδοσίου Β΄ συντελέσθηκε στους τομείς της παιδείας και της νομοθεσίας. Ο Θεοδόσιος Β΄ υποστήριξε τα ελληνικά γράμματα και εμφύσησε στο Βυζάντιο ελληνική νοοτροπία. Υπό την επιρροή της αυτοκράτειρας Αιλίας Ευδοκίας αναδιοργανώθηκε η παιδεία, ιδρύθηκε το Πανδιδακτήριο (Πανεπιστήμιο) της Κωνσταντινουπόλεως και ευνοήθηκε έναντι της λατινικής η ελληνική γλώσσα, γεγονός που συνετέλεσε στον βαθμιαίο εξελληνισμό της Αυτοκρατορίας. Η απονομή της δικαιοσύνης επιταχύνθηκε μετά τη σύνταξη του Θεοδοσιανού Κώδικα, μιας νομοθετικής συλλογής η οποία περατώθηκε το 438, και που δημιούργησε τις προϋποθέσεις για την περαιτέρω εξέλιξη του Δικαίου. Ο Θεοδοσιανός Κώδικας περιείχε όλα τα αυτοκρατορικά διατάγματα από το 312 μ.Χ. μέχρι το 438 μ.Χ.

Γενικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Νομίσματα του Θεοδοσίου Β΄. Βρέθηκαν σε ανασκαφές σε υπόσκαφα μοναστήρια στην Ινδία. Eπιγρ.: D N THEODOSIUS P F AVG / VOT XXX MULT XXXX CON OB.

Σε γενικές γραμμές ο Θεοδόσιος ο Β΄, παρά τη θετική του συμβολή στους τομείς της παιδείας και της νομοθεσίας, θεωρείτο άβουλος αυτοκράτορας και κατηγορήθηκε για έλλειψη πρωτοβουλίας. Μετά το θάνατό του το 450 μ.Χ. τον διαδέχθηκε ο Μαρκιανός.

Η Ορθόδοξη Εκκλησία τιμά τη μνήμη του στις 29 Ιουλίου.

Οικογένεια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Νυμφεύτηκε την Αθηναία Αιλία Ευδοκία, κόρη του Λεόντιου, φιλοσόφου και διδασκάλου της Ρητορικής στην Ακαδημία των Αθηνών και είχε τέκνα:

Υποσημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Το 438 η Αυτοκράτειρα Ευδοκία, σύζυγος του Θεοδοσίου Β΄, επισκέφτηκε την Ιερουσαλήμ. Κατά την επιστροφή της στην Κωνσταντινούπολη, και αφού έκανε δωρεές για την ανοικοδόμηση νέων εκκλησιών, εκτοπίστηκε στους αυλικούς κύκλους από την κουνιάδα της, λόγω της ελληνικής της καταγωγής. (In 438 the Empress Eudocia, wife of Theodosius II, visited Jerusalem. On her return to Constantinople, after donating towards the building of new churches, she was displaced in court circles by her sister-in-law because of her Greek origin.[7]).
  2. Υπήρχαν και Ελληνίδες που ξεχώρισαν κατά την βυζαντινή περίοδο. Το 421, ο Αυτοκράτορας Θεοδόσιος Β΄ παντρεύτηκε μια Αθηναία ειδολολάτρισσα, την Αθηναΐδα. Μετά το βάπτισμα πήρε το όνομα Ευδοκία. (Greek women also were visible during the Byzantine period. In 421, Emperor Theodosius II married a pagan Athenian woman, Athenais; after baptism she became Eudocia[8]).
  3. Η Αθηναΐς, κόρη του Αθηναίου δασκάλου Λεοντίου. Πριν τον γάμο θα ελάμβανε με το βάπτισμα το όνομα της μητέρας του, Ευδοξίας, αλλά λόγω της ελληνικής καταγωγής της Αθηναΐδας προφέρθηκε Ευδοκία (Athenais, daughter of the Athenian scholar, Leontius. Before the wedding she would receive in holy baptism the name of his mother, the exalted Empress Eudoxia but because of Athenais' Greek origin the name would be pronounced Eudocia[9]).
  4. Εξαιρετικά περήφανη για την ελληνική της καταγωγή και κουλτούρα, η Ευδοκία κυριάρχησε... (Immensely proud of her Hellenic ancestry and culture, Eudocia dominated her…[10]).
  5. Η ίδια η Ευδοκία, κόρη ειδολολάτρη Αθηναίου φιλοσόφου, υιοθέτησε τη νέα πίστη με διάθεση πλήρους αποδοχής. Έχοντας συνείδηση της ελληνικής της κληρονομιάς, όπως έδειξε ο περίφημος λόγος της προς τους πολίτες της Αντιόχειας... (Eudocia herself, the daughter of a pagan Athenian philosopher, embraced the new faith in a mood of total acceptance. Very conscious of her Hellenic heritage, as her famous address to the citizens of Antioch showed...[11]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. «Eudoxia» (Ρωσικά)
  2. Alexander A. Vasiliev (1980). History of the Byzantine Empire, 324–1453, Vol. I. University of Wisconsin Press. σελ. 66.
  3. Πασχάλιο χρονικό, 402
  4. Prosopography of the Later Roman Empire 2, σελ. 1100
  5. «Theodosius II». Romanempire. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 7 Νοεμβρίου 2017. 
  6. Alireza Shapour Shahbazi, "Byzantine-Iranian relations", Encyclopædia Iranica, 15 Δεκεμβρίου 1990.
  7. Duncan, Alistair (1974). The noble heritage: Jerusalem and Christianity, a portrait of the Church of the Resurrection. Longman. σελ. 28. ISBN 0-582-78039-X. 
  8. Morgan, Robin (1996). Sisterhood is global: the international women's movement anthology. Feminist Press. σελ. 270. ISBN 1-55861-160-6. 
  9. Mahler, Helen A. (1952). Empress of Byzantium. Coward-McCann. σελ. 106. OCLC 331435. 
  10. Cheetham, Nicolas (1981). Mediaeval GreeceFree registration required. Yale University Press. σελ. 12. ISBN 0-300-10539-8. 
  11. Cuming, G. J.· Baker, Derek· Ecclesiastical History Society (1972). Popular belief and practice: Volume 8 of Studies in church history. CUP Archive. σελ. 13. ISBN 0-521-08220-X. ).

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Καραγιαννόπουλος, Ιωάννης, Το Βυζαντινό κράτος, εκδόσεις Βάνιας, Θεσσαλονίκη 1996
  • Παπαρρηγόπουλος, Κωνσταντίνος, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. Β΄, εκδόσεις Ελευθερουδάκης, Αθήναι 1930
  • Χριστοφιλοπούλου, Αικατερίνη, Βυζαντινή Ιστορία, τ. Α΄, εκδόσεις Βάνιας, Θεσσαλονίκη 1996
  • Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος-Λαρούς-Μπριτάννικα, τόμ. 27, Αθήνα 1996
  • Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαιδεία, τόμ. 6, εκδόσεις Μαρτίνος, Αθήναι 1965
  • Kelly, Christopher (2013). Theodosius II: Rethinking the Roman Empire in Late Antiquity. Cambridge: Cambridge University Press.
  • Miller, Fergus (2006). A Greek Roman Empire: Power and Belief Under Theodosius II. Berkeley: University of California Press.
  • Elton, Hugh (2009). "Imperial politics at the court of Theodosius II," in Andrew Cain (ed), The Power of Religion in Late Antiquity: The Power of Religion in Late Antiquity (Aldershot, Ashgate, 2009), 133–142.
  • Ostrogorsky, George (1956). History of the Byzantine State. Oxford, England: Basil Blackwell. 
  • Meyendorff, John (1989). Imperial unity and Christian divisions: The Church 450-680 A.D. The Church in history. 2. Crestwood, NY: St. Vladimir's Seminary Press. ISBN 978-0-88-141056-3. 
  • S. Crogiez-Pétrequin, P. Jaillette, J.-M. Poinsotte (eds.), Codex Theodosianus V. Texte latin d'après l'édition de Mommsen. Traduction, introduction et notes, Brepols Publishers, 2009, (ISBN 978-2-503-51722-3)
  • Vasiliki Limberis, Divine Heiress: The Virgin Mary and the Creation of Christian Constantinople (London: Routledge, 1994) has a significant section about Theodosius II and his sister Pulcheria.
  •  Caspari, Maximilian Otto Bismarck (1911) «Theodosius (emperors)» στο: Chisholm, Hugh, επιμ. Εγκυκλοπαίδεια Μπριτάννικα 26 (11η έκδοση) Cambridge University Press 
  • George Thomas, Stokes; Henry Wace, William C. Piercy (1911). «Theodosius II., emperor». Dictionary of Christian Biography and Literature to the End of the Sixth Century (Λονδίνο: John Murray). https://en.wikisource.org/wiki/Dictionary_of_Christian_Biography_and_Literature_to_the_End_of_the_Sixth_Century/Theodosius_II.,_emperor. Ανακτήθηκε στις 22 Ιουλίου 2021. 
  • "Theodosius II" in The Oxford Dictionary of Byzantium, Oxford University Press, New York & Oxford, 1991, p. 2051. (ISBN 0195046528)
Βασιλικοί τίτλοι
Προκάτοχος
Αρκάδιος
Αυτοκράτορας του Βυζαντίου
408-450
Διάδοχος
Μαρκιανός