Τηλεόραση στην Ελλάδα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Η τηλεόραση στην Ελλάδα ξεκίνησε για πρώτη φορά τη λειτουργία της το 1960[1] με πειραματικές εκπομπές που δεν μονιμοποιήθηκαν, ενώ το τακτικό πρόγραμμα ξεκίνησε από δημόσιο σταθμό του ΕΙΡ και από σταθμό των Ενόπλων Δυνάμεων το 1966. Κατά τη διάρκεια της Χούντας των Συνταγματαρχών παγιώθηκε η δομή του προγράμματος με ένα μείγμα ψυχαγωγίας και ενημέρωσης, η οποία ήταν λογοκριμένη. Ο κρατικός έλεγχος στην τηλεόραση διατηρήθηκε και στη μεταπολίτευση, οπότε η ενημέρωση ήταν περισσότερο ελεύθερη, αλλά όχι πάντα αντικειμενική.[2]

Το 1989, ενώ είχαν ήδη αρχίσει να εκπέμπουν ιδιωτικοί ραδιοφωνικοί και τηλεοπτικοί σταθμοί, επιτράπηκε η λειτουργία των δεύτερων σταθμών, οι οποίοι σταδιακά επικράτησαν σε τηλεθέαση και επιρροή και επιδόθηκαν σε έντονο ανταγωνισμό στον ενημερωτικό και στον ψυχαγωγικό τομέα. Το τηλεοπτικό τοπίο, στο οποίο κατά καιρούς λειτουργούσαν γύρω στα 150 κανάλια σε όλη τη χώρα, το οποίο παραμένει όμως άναρχο[3] λόγω των καθυστερήσεων του κράτους να χορηγήσει μόνιμες άδειες.

Μέχρι το 2013 υπήρχαν τρία δημόσια δίκτυα, τα οποία σταμάτησαν να εκπέμπουν, όταν με απόφαση της κυβέρνησης Σαμαρά, έκλεισε η ΕΡΤ για να δημιουργηθεί εκ νέου μια νέα δημόσια εταιρεία, η ΝΕΡΙΤ· μέχρι να ξεκινήσει η τελευταία τη λειτουργία της, τον ρόλο του δημόσιου ραδιοτηλεοπτικού φορέα επιτελούσε η μεταβατική Δημόσια Τηλεόραση. Η ΕΡΤ επανασυστάθηκε το 2015 και λειτουργεί εκ νέου μέχρι σήμερα. Υπάρχουν ακόμα δεκάδες ιδιωτικά κανάλια, πανελλαδικής και τα περισσότερα περιφερειακής εμβέλειας.[4] Στην Ελλάδα δεν υπάρχουν καλωδιακά δίκτυα, όμως κάποια ιδιωτικά και η ΕΡΤ εξέπεμπαν δορυφορικό πρόγραμμα, κυρίως για τους Έλληνες της διασποράς. Υπάρχουν ακόμη προσπάθειες για αποκλειστικά ιντερνετικό περιεχόμενο ή για ιντερνετικά κανάλια. Λόγω της οικονομικής κρίσης πολλά κανάλια έκλεισαν ή περιόρισαν σημαντικά τις δραστηριότητές τους.

Στον τομέα του προγράμματος, τα ιδιωτικά δίκτυα ακολουθούν την καθιερωμένη διάκριση μεταξύ ενημέρωσης και ψυχαγωγίας, αν και η αναλογία δεν είναι σταθερή, ενώ τα δημόσια δίκτυα δίνουν έμφαση στον πολιτισμό και στην εκπαίδευση. Στην ιστορία της ελληνικής τηλεόρασης παρήχθησαν εκατοντάδες σίριαλ, τηλεταινίες και θεατρικά έργα όπως και πολλά ενημερωτικά και ψυχαγωγικά προγράμματα με σημαντική επίδραση στο κοινό. Λόγω της οικονομικής κρίσης κυριαρχούν οι ξένες σειρές και οι επαναλήψεις παλαιών ελληνικών σίριαλ.[5]

Η ελληνική τηλεόραση γενικότερα κατά καιρούς έχει κατηγορηθεί για έλλειψη αντικειμενικότητας στον ενημερωτικό τομέα εξαιτίας της χειραγώγησης των δημόσιων δικτύων από τις μεταπολιτευτικές κυβερνήσεις[6] και εξαιτίας του ότι τα ιδιωτικά δίκτυα προβάλλουν τα επιχειρηματικά ή πολιτικά συμφέροντα των ιδιοκτητών τους. Τα ιδιωτικά κανάλια έχουν ακόμη επικριθεί, πολλές φορές, για το χαμηλής ποιότητας πρόγραμμα στον ψυχαγωγικό και τον ενημερωτικό τομέα.

Σε ότι αφορά το νομικό πλαίσιο, αυτό είναι σαφέστερο για τα δημόσια τηλεοπτικά δίκτυα, αλλά τα ιδιωτικά (ιδίως τα επαρχιακά) εξακολουθούν να μην έχουν όλα άδειες εκπομπής όπως σε άλλες χώρες. Το κράτος ρυθμίζει τα ραδιοτηλεοπτικά ζητήματα μέσα από ανεξάρτητη, συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή, το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης, που ιδρύθηκε το 1989.

Ιστορία της τηλεόρασης στην Ελλάδα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πρώτες πειραματικές προσπάθειες (ως το 1966)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο η χρήση της τηλεόρασης σαν μέσο ψυχαγωγίας και ενημέρωσης γενικεύτηκε στον δυτικό κόσμο, είτε κάτω από την κρατική επίβλεψη, όπως στη Βρετανία με το BBC, είτε κάτω από την ιδιωτική πρωτοβουλία και λειτουργία, όπως στις ΗΠΑ με το NBC.[7] Στην Ελλάδα, αντίθετα, το πολιτικό κλίμα με το τέλος του πολέμου και αργότερα του εμφυλίου αλλά και η κακή οικονομική κατάσταση, εμπόδισαν την ανάπτυξη της τηλεόρασης, την οποία οι πολιτικοί (κυβέρνηση και αντιπολίτευση) δεν ήθελαν, για δικούς τους λόγους. Τα νοικοκυριά δεν μπορούσαν να αντέξουν το κόστος αγοράς των συσκευών, ενώ δεν την έβλεπαν θετικά ούτε οι εκδότες, ούτε και οι κινηματογραφικές επιχειρήσεις.[8] Πάντως η βελτίωση των συνθηκών προς το τέλος της δεκαετίας του 1950 και η σταδιακή εξοικείωση των Ελλήνων με το νέο μέσο[9] έφεραν ξανά το θέμα στο προσκήνιο αλλά οι προσπάθειες να συσταθεί ένα τηλεοπτικό δίκτυο δεν είχαν αποτέλεσμα. Στη δεκαετία του 1950 έγιναν τέσσερις διαγωνισμοί για την ανάπτυξη τηλεόρασης (1952, 1955, 1958, 1959), που τελικά ακυρώθηκαν, ενώ και η Αεροπορία είχε πειραματιστεί με μικρής κλίμακας εκπομπές χωρίς συνέχεια.[10]

Ο πρώτος πειραματικός τηλεοπτικός σταθμός λειτούργησε από τη ΔΕΗ με αρκετές τεχνικές δυσκολίες τον Σεπτέμβριο του 1960 στη Θεσσαλονίκη κατά τη διάρκεια της Διεθνούς Έκθεσης.[11] Οι εκπομπές άρχισαν στις 3 Σεπτεμβρίου και κράτησαν 22 ημέρες. Διαρκούσαν λίγες ώρες κάθε απόγευμα και περιλάμβαναν κυρίως ξένα ντοκιμαντέρ, παιχνίδια και ζωντανό ψυχαγωγικό πρόγραμμα. Στην πρώτη εκπομπή, την πρώτη ημέρα, με παρουσιάστρια την Έλσα Παπαστεργίου, εμφανίστηκε ζωντανά ο τότε πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Καραμανλής.

Παρά τη μεγάλη απήχηση στο κοινό το εγχείρημα δεν είχε συνέχεια και τα σχέδια για μονιμότερη τηλεοπτική παρουσία δεν υλοποιήθηκαν, αλλά δεν εγκαταλείφθηκαν και εντελώς.[12] Έγιναν και νέοι διαγωνισμοί για την οργάνωση τηλεοπτικού δικτύου που και αυτοί δεν ολοκληρώθηκαν, ενώ δεν είχαν αποτέλεσμα και οι συζητήσεις με ξένα μέσα· καταγράφονται και πειραματικές αλλά βραχύβιες προσπάθειες, όπως ο τηλεοπτικός σταθμός της ΔΕΗ το 1962[13] και άλλες προτάσεις, όπως μια αμερικανική πρόταση να οργανωθεί από Αμερικανούς ένα πλήρες τηλεοπτικό δίκτυο για την Ελλάδα.[14] Το, κατά διαστήματα, τεταμένο πολιτικό κλίμα της περιόδου 1960-1965 και τις αντιδράσεις από τους εκδότες[15] εμπόδιζαν την ολοκλήρωση των σχεδίων.

Εμφάνιση και καθιέρωση της τηλεόρασης (1966-1974)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1965 το ζήτημα ίδρυσης τηλεοπτικού σταθμού επανήλθε στο προσκήνιο. Το ΕΙΡ οργάνωσε σταθμό με επικεφαλής τον Μιχάλη Γιαννακάκο, διευθυντή μελετών του Ιδρύματος, και οι δοκιμαστικές εκπομπές άρχισαν το φθινόπωρο της ίδιας χρονιάς.[16] Η πρώτη επίσημη τηλεοπτική εκπομπή άρχισε στις 18:30 της 23ης Φεβρουαρίου 1966, με πρόγραμμα λίγων ωρών που μεταδόθηκε στην Αθήνα. Η Ελένη Κυπραίου ήταν η πρώτη παρουσιάστρια της ελληνικής τηλεόρασης. Η προσπάθεια έγινε δεκτή, με επιφύλαξη από τον τύπο εκείνης της εποχής.[17] Σχεδόν ταυτόχρονα με το ΕΙΡ, άρχισε να οργανώνεται και δεύτερο κανάλι από τον στρατό, η Τηλεόραση Ενόπλων Δυνάμεων (ΤΕΔ), το οποίο άρχισε να εκπέμπει τέσσερις μέρες αργότερα στο Κανάλι 10 με τακτικό πρόγραμμα.[18] Σαφή στοιχεία για τον αριθμό των θεατών δεν υπάρχουν, αλλά φαίνεται ότι τις πρώτες ημέρες λειτουργίας των καναλιών ήταν περίπου 2.000, σύντομα όμως οι αριθμοί τους άρχισαν να αυξάνονται.[19]

Το πρόγραμμα της πρώτης ημέρας του ΕΙΡ Το πρόγραμμα της πρώτης ημέρας της ΤΕΔ[20]
18:30 Διεθνή επίκαιρα 19:00 Έναρξη
18:45 Για σας, κυρία μου (ζωντανή εκπομπή) 19:03 Κέρκυρα (ντοκιμαντέρ)
19:00 Αυστραλία (ταξιδιωτικό ντοκιμαντέρ) 19:15 Εσοδεία γνώσεων
19:25 Ο Άγγλος γλύπτης Χένρι Μουρ 19:45 Διάλειμμα
19:55 Παίζει η ορχήστρα Ανρί Λεκά 19:55 Η ανακάλυψη της πενικιλίνης
20:15 Ο κλέφτης (ταινία μικρού μήκους από τη Βραζιλία) 20:10 Για να γνωρίσετε τον Καναδά
20:30 Λήξη προγράμματος 21:10 Λήξη προγράμματος

Εκτός από τα δελτία ειδήσεων, που άρχισαν να μεταδίδονται από τον Απρίλιο σχεδόν αποκλειστικά με ξένα θέματα, στους σταθμούς υπήρχε ελάχιστο ζωντανό πρόγραμμα και καθόλου ελληνικά έργα μυθοπλασίας. Γρήγορα, πάντως, άρχισαν να μεταδίδονται και αθλητικές εκπομπές όπως η «Αθλητική Κυριακή» με τον Γιάννη Διακογιάννη. Παρά την προσπάθεια των υπευθύνων δεν μεταδίδονταν ελληνικές ταινίες, λόγω της άρνησης των παραγωγών, όπως του Φιλοποίμενα Φίνου, να δώσουν άδεια μετάδοσης.[21] Γενικότερα όμως και για τα δύο κανάλια οι πόροι και το προσωπικό ήταν πολύ περιορισμένα τα πρώτα χρόνια.

Η Χούντα των Συνταγματαρχών διατήρησε τους τηλεοπτικούς σταθμούς (παρότι δεν μετέδωσαν πρόγραμμα τις πρώτες ημέρες του πραξικοπήματος[22]), επειδή εξυπηρετούσαν τα σχέδιά της.[23] Έδωσε μάλιστα προπαγανδιστικό ρόλο στα κανάλια σε ότι αφορούσε τον ενημερωτικό τομέα με την συνεχή προβολή του καθεστώτος και τα χρησιμοποίησε σαν μέσο για να προωθήσει την ιδεολογία της.[24]

Τα δημόσια δίκτυα αφού ξεπέρασαν το στάδιο του πειραματισμού, ξεκίνησαν από το 1968 και 1969 αντίστοιχα, οπότε άρχισαν να εκπέμπουν πλήρες πρόγραμμα, να ακολουθούν την τυπική στη Δύση δομή με ψυχαγωγία και ενημέρωση. Το πρόγραμμα διαρκούσε 6-8 ώρες τη μέρα, ξεκινώντας το μεσημέρι και συνεχίζοντας, μετά από ένα απογευματινό διάλειμμα, το βράδυ.

Σταδιακά το πρόγραμμα και στα δύο κανάλια, αλλά πολύ περισσότερο στην ΤΕΔ, που το 1970 μετονομάστηκε σε Υπηρεσία Ενημερώσεως Ενόπλων Δυνάμεων (ΥΕΝΕΔ)[25] και είχε την εύνοια του καθεστώτος σαν στρατιωτικό κανάλι,[26] εμπλουτίστηκε με ενημερωτικά προγράμματα, προπαγανδιστικές εκπομπές, αθλητικές μεταδόσεις, τοκ σόου (όπως το Αλάτι και Πιπέρι με τον Φρέντυ Γερμανό),[27] ζωντανό πρόγραμμα, θέατρο, μουσική και παιχνίδια. Τα δελτία ειδήσεων είχαν ωστόσο πολύ λόγο και σχετικά λίγη εικόνα.

Τον Απρίλιο του 1970 μεταδόθηκε το πρώτο ελληνικό σίριαλ, Το σπίτι με τον φοίνικα, σε σενάριο της Κικής Σεγδίτσα, ενώ γρήγορα εμφανίστηκαν δεκάδες άλλα, με αρκετή απήχηση στο κοινό, το οποίο μεγάλωνε συνεχώς, χάρη στις αθλητικές μεταδόσεις (όπως το Μουντιάλ του 1970) και στις ενέργειες του καθεστώτος να διανέμει στην επαρχία τηλεοράσεις.[28] Ιστορική στιγμή εκείνης της περιόδου ήταν η ζωντανή μετάδοση της προσσελήνωσης του Απόλλων 11 από το ΕΙΡ, σε περιγραφή του δημοσιογράφου Ιάσονα Μοσχοβίτη· εκτιμάται πως την παρακολούθησε σχεδόν το σύνολο όσων διέθεταν τηλεοπτικό δέκτη, που έφταναν τους 200.000.[29]

Υπήρξε και μια προσπάθεια για ιδιωτικό κανάλι με έδρα τη βόρεια Ελλάδα, οργανωμένη κυρίως από διαφημιστές της περιοχής. Το Κανάλι 3 εξέπεμπε από τον Μάρτιο του 1964 ως τον Σεπτέμβριο του 1970 ψυχαγωγικό και ενημερωτικό πρόγραμμα χωρίς άδεια, ώσπου υποχρεώθηκε από το χουντικό καθεστώς σε κλείσιμο.[30] Άλλη μια βραχύβια δημόσια προσπάθεια καταγράφηκε το 1971 και το 1972 με εκπομπές που μεταδόθηκαν μέσα από τη ΔΕΘ με ευθύνη του ΟΤΕ.[31]

Η τηλεόραση στην μεταπολίτευση (1974-1989)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πτώση της χούντας τον Ιούλιο του 1974 συνοδεύτηκε από προσδοκίες για τον εκδημοκρατισμό της τηλεόρασης. Στο ΕΙΡΤ, όπως είχε μετονομαστεί ο φορέας από τα τέλη του 1970, τοποθετήθηκε διευθυντής ο Δημήτρης Χορν, στενός φίλος του Κωνσταντίνου Καραμανλή, και υποδιευθυντής ο δημοσιογράφος Παύλος Μπακογιάννης, ενώ περιλήφθηκαν επιφανή ονόματα στο διοικητικό συμβούλιο του οργανισμού, όπως ο Οδυσσέας Ελύτης.[32] Παρέλαβαν όμως μια δομή, που δεν άλλαξε πολύ μετά την πτώση της χούντας, καθώς παρουσίαζε συμπτώματα κακοδιοίκησης και είχε πληθώρα προσωπικού. Η έκθεση του επί πολλά χρόνια διοικητή του BBC Χιου Γκριν το 1975, αφού περιέγραφε την κατάσταση στο ΕΙΡΤ, έκανε ριζοσπαστικές προτάσεις αναδιοργάνωσης, όπως μετατροπή σε νομικό πρόσωπο, αποστρατικοποίηση της ΥΕΝΕΔ και συγχώνευση με την ΕΡΤ, αλλαγή νοοτροπίας και καλύτερη χρηματοδότηση, προτάσεις οι οποίες για διάφορους λόγους δεν ελήφθησαν όλες υπόψη.[33]

Ο Γιώργος Κάρτερ ήταν μεταπολεμικά ένας από τους πρωτεργάτες της ραδιοφωνίας και της τηλεόρασης στην Ελλάδα, με παρουσία και στην μεταπολίτευση.

Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1970 τα δύο κανάλια συνέχισαν χωρίς σημαντικές αλλαγές, παράγοντας ενημερωτικό πρόγραμμα και αρκετά επιτυχημένα σίριαλ, πολλά με πρωταγωνιστές ηθοποιούς του κινηματογράφου, ο οποίος είχε αρχίσει να φθίνει λόγω και της τηλεόρασης.[34] Οι ζωντανές εκπομπές περιορίζονταν στα δελτία ειδήσεων, σε ενημερωτικά προγράμματα και σε αθλητικές μεταδόσεις, ενώ άρχισαν σταδιακά και κάποιες εκπομπές πολιτικού λόγου. Γενικά πολλές από τις εκπομπές της εποχής μιμούνταν ξένα πρότυπα.

Η πρώτη φορά που μεταδόθηκε έγχρωμο πρόγραμμα στην χώρα, ήταν τον Ιούνιο του 1978 με την προβολή του Παγκόσμιου Κυπέλλου Ποδοσφαίρου στην Αργεντινή. Η ΕΡΤ, που προετοιμαζόταν εκείνη την εποχή, έδειξε πειραματικά τους αγώνες σε έγχρωμο, καλώντας όσους ελάχιστους ακόμα είχαν ήδη έγχρωμους δέκτες, σε μεγάλες πόλεις, να συντονιστούν στις κατάλληλες συχνότητες.

Από τον Ιανουάριο του 1979 η ελληνική τηλεόραση πέρασε σταδιακά από την ασπρόμαυρη στην έγχρωμη μετάδοση με το SECAM, του οποίου η χρήση έναντι του PAL έφτασε να γίνει πολιτικό ζήτημα, καθώς ήταν προσωπική επιλογή του πρωθυπουργού Κωνσταντίνου Καραμανλή.[35]

Η νίκη του ΠΑΣΟΚ στις εκλογές του 1981 συνοδεύτηκε και αυτή από προσδοκίες για μεγάλες αλλαγές στην τηλεόραση, αντίθετα η περίοδος που ακολούθησε χαρακτηρίστηκε από παρεμβατικότητα και λαϊκισμό.[36] Στα τέλη του 1982 αποστρατικοποιήθηκε η ΥΕΝΕΔ (ένα στρατιωτικό κανάλι αποτελούσε περίεργη εικόνα σε μια χώρα της ΕΟΚ, όπου μόλις είχε ενταχτεί η Ελλάδα) και μετονομάστηκε σε ΕΡΤ2.[37]

Με την δημιουργία της ενιαίας ΕΡΤ πέρασαν σε στενότερο κρατικό έλεγχο τόσο η διοίκηση, όσο και το ενημερωτικό πρόγραμμα, με αποτέλεσμα -μεταξύ άλλων- την υπερπροβολή των κυβερνητικών δραστηριοτήτων και τις συχνές αλλαγές των διοικητών για πολιτικούς λόγους.[38] Στο πρόγραμμα υπήρξε στροφή σε κοινωνικού τύπου έργα μυθοπλασίας, τηλεταινίες και ντοκιμαντέρ που ταίριαζαν και με την ιδεολογική γραμμή της νέας κυβέρνησης, αλλά και σε νέους δημιουργούς. Το 1987 ενοποιήθηκαν η ΕΡΤ1 και η ΕΡΤ2 σε ενιαίο φορέα ο οποίος μετονομάστηκε σε ΕΡΤ ενώ τον Φεβρουάριο του 1989, λόγω και της πίεσης για ιδιωτικά κανάλια, ιδρύθηκε στη Θεσσαλονίκη η ΕΤ3, που για χρόνια είχε χαμηλές τηλεθέασεις και μεγάλη εξάρτηση από την Αθήνα.[39]

Επικράτηση της ιδιωτικής τηλεόρασης (1989-2010)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Προς το τέλος της δεκαετίας του 1980, μετά την απελευθέρωση της ραδιοφωνίας που έγινε το 1987, λόγω του κρατικού ελέγχου που εξακολουθούσε να είναι στενός και των τάσεων αποκρατικοποίησης των μέσων ενημέρωσης στην Ευρώπη, ενισχύθηκε στην Ελλάδα το αίτημα για ιδιωτική τηλεόραση. Μετά τις εκλογές του 1985, η αντιπολίτευση υπό την Νέα Δημοκρατία άρχισε να θέτει επιτακτικά το ζήτημα της ανεξαρτητοποίησης της δημόσιας τηλεόρασης ενώ και η ΕΟΚ άρχισε να προετοιμάζει πανευρωπαϊκά το έδαφος με το άνοιγμα της σχετικής αγοράς.[40] Δήμαρχοι που πρωτοστάτησαν στην πίεση προς την κυβέρνηση για ιδιωτική και δημοτική ραδιοφωνία, όπως ο Μιλτιάδης Έβερτ στην Αθήνα, ο Σωτήρης Κούβελας στη Θεσσαλονίκη και ο Ανδρέας Ανδριανόπουλος στον Πειραιά, όλοι από τη ΝΔ, άρχιζαν να πιέζουν και για ιδιωτική τηλεόραση, ενώ, την ίδια ώρα, και οι μεγάλοι εκδότες άρχιζαν να προετοιμάζονται στο παρασκήνιο για την οργάνωση καναλιών.[41]

Η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ αντιδρούσε στην προοπτική της ιδιωτικής τηλεόρασης και με διάφορες δικαιολογίες ανέβαλλε την έκδοση αδειών, αν και είχε συστήσει κοινοβουλευτική επιτροπή που θα διερευνούσε το θέμα.[42] Παρά ταύτα έδωσε την άδεια για την αναμετάδοση από τον Σεπτέμβριο του 1988 έξι ξένων δορυφορικών καναλιών σε δέκα μεγάλες πόλεις.[43] Τον Οκτώβριο του 1988, είχε αρχίσει να λειτουργεί στον Πειραιά, το συνδρομητικό κανάλι TV Plus, που μετέδιδε μόνο ταινίες, ενώ στο τέλος του 1988 άρχισε να εκπέμπει στη Θεσσαλονίκη και το αντιπολιτευόμενο TV 100, η λειτουργία του οποίου συνοδεύτηκε από επεισόδια και δικαστικές διαμάχες.[44] Τελικά η κυβέρνηση μετέθεσε τις αποφάσεις περί αδειών για μετά τις εκλογές Ιουνίου του 1989, τις οποίες όμως έχασε, οπότε το ζήτημα διευθετήθηκε από την κυβέρνηση Τζαννετάκη που πέρασε τη σχετική νομοθεσία (νόμος 1866/1989).[45]

Οι προσωρινές άδειες διάρκειας επτά ετών δόθηκαν στις 24 Ιουλίου 1989 για δύο τηλεοπτικούς σταθμούς πανελλαδικής εμβέλειας, την Τηλέτυπος Α.Ε. Τηλεοπτικών Προγραμμάτων, που άρχισε να εκπέμπει το Mega Channel στις 20 Νοεμβρίου, και την Νέα Τηλεόραση Α.Ε. που δεν εξέπεμψε ποτέ.[46] Στις 31 Δεκεμβρίου 1989 άρχισε να εκπέμπει ο ΑΝΤ1, ενώ, νωρίτερα, αλλά προς το τέλος της χρονιάς, είχε αρχίσει να εκπέμπει και το Κανάλι 29 των εκδοτών της Αυριανής, Γιώργου και Μάκη Κουρή. Tη δεκαετία που ακολούθησε, άρχισαν να εκπέμπουν και άλλοι ιδιωτικοί τηλεοπτικοί σταθμοί πανελλαδικής εμβέλειας.

Το Mega Channel και η Νέα Τηλεόραση ήταν επιχειρήσεις που στηρίζονταν από μεγάλους εκδότες των εφημερίδων, ενώ ο Antenna βασιζόταν στα κεφάλαια του εφοπλιστή Μίνωα Κυριακού. Στο Mega Channel μετείχαν με 20% έκαστος οι εκδότες των εφημερίδων Βήμα και Νέα (Λαμπράκης), Έθνος (Μπόμπολας), Ελευθεροτυπία (Τεγόπουλος), Καθημερινή (Αλαφούζος) και Μεσημβρινή (οικογένεια Βαρδινογιάννη).[47] Στη Νέα Τηλεόραση μετείχαν οι εκδότες του Ελεύθερου Τύπου, της Απογευματινής και ο Μίνως Κυριακού. Μέχρι και σήμερα τα μεγάλα ιδιωτικά δίκτυα στηρίζονται σε μεγάλο βαθμό σε εκδοτικά και επιχειρηματικά συμφέροντα, χωρίς πολύ μεγάλη συμμετοχή ξένων κεφαλαίων.

Θεαματικότητες το διάστημα 1989-1993. Η έλευση της ιδιωτικής τηλεόρασης μείωσε κατά πολύ τις θεαματικότητες της ΕΤ1 και της ΕΤ2, την ώρα που τα δύο μεγάλα ιδιωτικά, Mega και Ant1, σταθεροποιήθηκαν πάνω από το 30%[48]

Η έλευση της ιδιωτικής τηλεόρασης είχε καταλυτική επίδραση στην παραγωγή του τηλεοπτικού προγράμματος και στις συνήθειες των Ελλήνων[49] και συρρίκνωσε κατά πολύ την επιρροή της δημόσιας, που έχασε σε θεαματικότητα,[50] σε έσοδα από διαφημίσεις,[51] ακόμα και σε προσωπικό, που μετακινήθηκε σε ιδιωτικά δίκτυα, λόγω καλύτερων αμοιβών και συνθηκών εργασίας. Αποτελεσματική στάθηκε πάντως, μια προσπάθεια βελτίωσης και αναμόρφωσης της θέσης των κρατικών καναλιών που έγινε προς τα τέλη της δεκαετίας του 1990. Στις 20 Οκτωβρίου 1997 η ΕΤ2 μετονομάστηκε σε ΝΕΤ μετατρέποντάς το σε ενημερωτικό κανάλι.[52]

Το σύστημα των καναλιών πανελλαδικής εμβέλειας τελικά παγιώθηκε γύρω από τα τρία δημόσια δίκτυα και από τα ιδιωτικά με το Mega και τον ΑΝΤ1 να είναι τα μεγαλύτερα, αρκετά μικρότερης επιρροής και τοπικής εμβέλειας και πολλές δεκάδες περιφερειακής και τοπικής εμβέλειας.

Τα μεγάλα ιδιωτικά δίκτυα επένδυσαν πολλά στην ενημέρωση και την ψυχαγωγία, και πολύ λιγότερο στον παιδικό και τον επιμορφωτικό τομέα. Το MEGA επέλεξε κωμικά και δραματικά σίριαλ, κάποια από τα οποία είχαν μεγάλη απήχηση στο κοινό («Δύο Ξένοι», «Η αίθουσα του θρόνου», «Ένοχη Αγάπη») και ο ANT1 είχε μεγαλύτερη επιτυχία, ειδικά με τις καθημερινές σειρές του Νίκου ΦώσκολουΗ Λάμψη», «Καλημέρα Ζωή»). Τα μικρότερα ιδιωτικά δίκτυα προτίμησαν να δώσουν βάρος στην ψυχαγωγία, κυρίως με ταινίες και ξένες σειρές, κατά καιρούς και στην ενημέρωση, με ερευνητικές και ειδησεογραφικές εκπομπές. Τα τοκ σόου ήταν η βασική μορφή μιας ενημερωτικής εκπομπής και σταδιακά επικράτησαν έναντι των εκπομπών ερευνητικής δημοσιογραφίας.

Η ιδιωτική τηλεόραση δημιούργησε μια μεγάλη αγορά φέρνοντας πολλούς παίκτες και νέες υπηρεσίες. Στις 15 Οκτωβρίου του 1994 άρχισε να εκπέμπει το πρώτο συνδρομητικό δίκτυο, το Filmnet σε συχνότητες που ενοικίασε από την ΕΡΤ[53] με πρόγραμμα που επικεντρώνονταν στις ταινίες πρώτης προβολής και τα αθλητικά. Προς το τέλος της δεκαετίας έγιναν κινήσεις και για ψηφιακή δορυφορική πλατφόρμα: στις 16 Νοεμβρίου 1999 άρχισε να εκπέμπει η NOVA, ενώ στις 29 Οκτωβρίου 2001 άρχισε να εκπέμπει η Alpha Digital που χρεοκόπησε έναν χρόνο αργότερα.[54] Δορυφορικά προγράμματα για τους απόδημους εξέπεμπαν κατά καιρούς η ΕΡΤ, το Mega, ο ANT1 και το Alter.[55]

Την δεκαετία του 2000 τα ιδιωτικά κανάλια κυριαρχούσαν αλλά έχαναν σταδιακά θεατές, κυρίως προς τα νέα ψηφιακά μέσα· παράλληλα, τα δημόσια ανταγωνίζονταν σε κάποιες περιπτώσεις τα ιδιωτικά.

Από το 2006 άρχισαν οι προετοιμασίες για την μετάβαση στην επίγεια ψηφιακή τηλεόραση (switchover), τόσο οι νομοθετικές (νόμος 3592/2007) όσο και οι τεχνικές από τα κανάλια και τους τηλεθεατές, με προγραμματισμένη ημερομηνία το 2012,[56] αν και δεν ολοκληρώθηκαν σε όλη τη χώρα παρά μόνο τον Φεβρουάριο του 2015, καθυστερημένα σε σχέση με άλλες χώρες της ΕΕ.[57]

Οικονομική κρίση, κλείσιμο και επαναλειτουργία της ΕΡΤ (2010-σήμερα)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η κακή οικονομική κατάσταση των περισσότερων καναλιών άρχισε να γίνεται εμφανής μετά το 2008 και περισσότερο μετά το 2010, με το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης.[58] Έκλεισαν οριστικά ένας πανελλαδικής εμβέλειας τηλεοπτικός σταθμός, το Alter, και δεκάδες άλλοι περιφερειακής και τοπικής εμβέλειας. Ο προϋπολογισμός των υπόλοιπων ιδιωτικών καναλιών περιορίστηκε και συρρικνώθηκε το εγχώριο ψυχαγωγικό και ενημερωτικό πρόγραμμα υπέρ ξένων σειρών, πολλές από τις οποίες στην πλειοψηφία είναι δραματικές σειρές τουρκικής παραγωγής.[59] Συχνό είναι ακόμη το φαινόμενο των επαναλήψεων και της σύμπτωσης του περιεχομένου από το ένα κανάλι στο άλλο.[5]

Το καλοκαίρι του 2013 η συγκυβέρνηση ΝΔ-ΠΑΣΟΚ-ΔΗΜΑΡ αποφάσισε αιφνιδιαστικά τη διακοπή λειτουργίας της ΕΡΤ με αποτέλεσμα την απόλυση περίπου 2.700 υπαλλήλων και εργαζομένων της. Σκοπός ήταν η δημιουργία μιας νέας εξυγιασμένης εταιρείας στην οποία θα απορροφούνταν μεγάλο μέρος του προσωπικού της ΕΡΤ. Η απόφαση προκάλεσε πολύ έντονες αντιδράσεις εντός και εκτός Ελλάδας, αλλά και μέσα στην κυβέρνηση, καθώς έγινε αφορμή για την αποχώρηση από το κυβερνητικό σχήμα της ΔΗΜΑΡ. Ακόμη οδήγησε στην άμεση δημιουργία ιντερνετικών ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών καναλιών από τους πρώην εργαζόμενους της ΕΡΤ. Το Ραδιομέγαρο της ΕΡΤ στην Αγία Παρασκευή καταλήφθηκε από τους εργαζόμενους, εκκενώθηκε όμως από τα ΜΑΤ τον Νοέμβριο του 2013.

Μετά το κλείσιμο της ΕΡΤ ιδρύθηκε ένας νέος δημόσιος ραδιοτηλεοπτικός φορέας, η ΝΕΡΙΤ.[60] Μέχρι να προετοιμαστεί ο νέος φορέας και ύστερα από απαίτηση του Συμβουλίου της Επικρατείας[61] δημιουργήθηκε τον Αύγουστο η Δημόσια Τηλεόραση, ένας μεταβατικός φορέας υπό την αιγίδα και εποπτεία του Υπουργείου Οικονομικών. Σταδιακά αρκετοί εργαζόμενοι άρχισαν να εργάζονται στο νέο φορέα, αν και οι ιντερνετικοί σταθμοί συνέχισαν να εκπέμπουν κάτω από το αυτοδιαχειριζόμενο εγχείρημα της ΕΡΤ Open. Η διευθέτηση των ζητημάτων της, όπως η κανονική λειτουργία της ΝΕΡΙΤ και οι αποζημιώσεις των απολυμένων της ΕΡΤ συνεχίστηκε μέσα στο 2014.[62] Η ΝΕΡΙΤ ξεκίνησε τη λειτουργία της στις 4 Μαΐου του 2014 και διακόπηκε στις 11 Ιουνίου του 2015 με την επαναλειτουργία της ΕΡΤ.[63]

Ο ΣΥΡΙΖΑ εξαρχής είχε εντάξει στο πρόγραμμά του την επαναλειτουργία της ΕΡΤ και μετά τη νίκη του στις εκλογές Ιανουαρίου του 2015 το κόμμα κατέθεσε νομοσχέδιο για την επανασύσταση της ΕΡΤ, το οποίο βασίζεται στο νόμο λειτουργίας της ΝΕΡΙΤ και την επαναπρόσληψη μεγάλου μέρους των υπαλλήλων της. Το νομοσχέδιο ψηφίστηκε στις 28 Απριλίου[64] και ο φορέας εξέπεμψε ξανά στις 11 Ιουνίου, δύο χρόνια μετά το κλείσιμο.

Τα οικονομικά προβλήματα που παρουσίαζε το Mega άρχισαν από το 2016 να επηρεάζουν το πρόγραμμά του, το οποίο έγινε αποκλειστικά ψυχαγωγικό. Τελικά σταμάτησε να εκπέμπει στις 28 Οκτωβρίου 2018 από την επίγεια ψηφιακή πλατφόρμα της Digea. Αργότερα άλλαξε ιδιοκτησία και άρχισε να εκπέμπει εκ νέου από το 2020.

Περιφερειακοί και τοπικοί σταθμοί[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το τέλος του αποκλειστικά κρατικού ελέγχου και η έκρηξη των τοπικών δικτύων ήρθε παράλληλα και με άλλες ευρωπαϊκές χώρες (τέλη της δεκαετίας του 1980), αλλά εκεί η διαδικασία ήταν περισσότερο συγκροτημένη και η κρατική εποπτεία αποτελεσματικότερη. Στην Ελλάδα, σχεδόν ταυτόχρονα με τα ιδιωτικά δίκτυα στην Αθήνα εμφανίστηκαν και οι πρώτοι σταθμοί στην περιφέρεια, με πρώτο το TRT στον Βόλο στο τέλος του 1989,[65] ενώ σύντομα εμφανίστηκαν πολλές δεκάδες σταθμοί, στο τηλεοπτικό τοπίο όλης της χώρας, παραμένοντας μέχρι και σήμερα χωρίς άδειες. Το 1993, όλοι οι περιφερειακοί και τοπικοί σε όλη την χώρα, ήταν ήδη 153 και το 1998, σε μια πρώτη προσπάθεια αδειοδότησης, καταγράφηκαν 143.[66] Ο αριθμός τους εξακολουθούσε για πολλά χρόνια να είναι υπερβολικά μεγάλος και την επόμενη δεκαετία, παρότι στο ενδιάμεσο υπήρξαν εξαγορές, συγχωνεύσεις και διακοπές λειτουργίας. Αυτή η κινητικότητα κάνει τον ακριβή αριθμό τους «μόνιμο αίνιγμα».[67]

Οι περιφερειακοί και τοπικοί σταθμοί εντοπίζονται στις έδρες των νομών και μεγάλα αστικά κέντρα και ανταγωνίζονται σκληρά σε μια μικρή αγορά. Προς το 2000 άρχιζαν να κερδίζουν σε θεαματικότητα έναντι των εθνικής εμβέλειας, που πάντως εξακολουθούν να κυριαρχούν. Το πρόγραμμά τους χαρακτηρίζεται από εκπομπές λόγου για την τοπική επικαιρότητα, αθλητικά, τηλεπωλήσεις, τηλεοπτικές συνομιλίες (tv chat), τηλεπαιχνίδια, και ξένες ταινίες (που συνήθως παίζονται παράνομα), και είναι πολύ συχνά χαμηλού κόστους, ποιότητας και αισθητικής. Οι συνεργασίες με εθνικής εμβέλειας κανάλια είναι σπάνιες, εκτός από ρεπορτάζ για έκτακτα σοβαρά γεγονότα, ενώ υπάρχουν και ενδείξεις για χρήση τους από τοπικούς παράγοντες για αθέμιτη πολιτική προβολή και άσκηση πιέσεων. Τα τεχνικά μέσα είναι πολλές φορές ανεπαρκή και παρωχημένα ενώ οι συνθήκες εργασίας για το προσωπικό δύσκολες είναι «ημινόμιμες ή ημιπαράνομες».[68]

Παραγωγή τηλεοπτικού προγράμματος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ενημερωτικό πρόγραμμα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα δημόσια δίκτυα προσπάθησαν από νωρίς να οργανώσουν ενημερωτικό τμήμα, αλλά αρχικά οι ειδήσεις καταλάμβαναν μικρό μέρος του προγράμματος και περιορίζονταν στα βασικά ελληνικά ή ξένα γεγονότα. Στην περίοδο της χούντας τα δελτία ήταν λογοκριμένα,[69] εκθείαζαν συστηματικά το καθεστώς και ασκούσαν έντονη ελληνοχριστιανική, αντικομμουνιστική και φιλοστρατιωτική προπαγάνδα.[70] Το 1970 άρχισαν να προβάλλονται ζωντανές ενημερωτικές εκπομπές, με πρώτη το «Σήμερα» όπου εμφανίστηκαν για πρώτη φορά πολλοί νέοι τότε δημοσιογράφοι που αργότερα είχαν μακρά τηλεοπτική παρουσία, όπως ο Νάσος Αθανασίου, ο Τέρενς Κουίκ και η Φωτεινή Πιπιλή.[71] Μια γενικά θεωρούμενη σαν μαύρη σελίδα για την ελληνική τηλεόραση είναι η εκπομπή του δημοφιλούς εκείνη την εποχή δημοσιογράφου και παρουσιαστή Νίκου Μαστοράκη, λίγες ημέρες μετά την καταστολή της εξέγερσης του Πολυτεχνείου, με καλεσμένους κρατούμενους φοιτητές που είχαν πάρει μέρος στα γεγονότα. Ο ίδιος είχε παραδεχτεί ότι ήταν λάθος του να κάνει την εκπομπή, αλλά είπε ότι πιέστηκε από πολιτικούς παράγοντες.[72]

Με την αποκατάσταση της δημοκρατίας το κλίμα άλλαξε και έτσι οι εκλογές του Νοεμβρίου του 1974 και το δημοψήφισμα για το πολιτειακό διεξήχθησαν με δίκαιη εκπροσώπιση των κομμάτων στην τηλεόραση, ακόμα και του έκπτωτου βασιλιά Κωνσταντίνου.[73] Αργότερα πάντως μέσα στη δεκαετία τα δημόσια δίκτυα δεν ήταν πάντα ανοιχτά στον εκτός κυβέρνησης πολιτικό χώρο. Οι ενημερωτικές εκπομπές συνεχίστηκαν, κυρίως τα μεσημέρια, ενώ άρχισαν και εκπομπές πολιτικού διαλόγου.[74] Χαρακτηριστικό της εποχής η τάση για προγράμματα που αναφέρονταν με θετικό τρόπο στην ΕΟΚ, σε μια προσπάθεια να βελτιωθεί η εντύπωση της κοινής γνώμης για την Κοινότητα ενόψει της ένταξης της χώρας σε αυτήν το 1981.[75]

Η άνοδος του ΠΑΣΟΚ το 1981, παρά τα ανοίγματα που γίνονταν κατά διαστήματα,[76] δεν μετέβαλλε τα πράγματα σε ό,τι αφορά την υπερπροβολή της κυβέρνησης σε σχέση με τα άλλα κόμματα. Αντίθετα, ο στενός κυβερνητικός έλεγχος στο δελτίο ειδήσεων σήμαινε ότι ήταν ένα είδος ημιεπίσημου κυβερνητικού ανακοινωθέντος, ενώ έγινε και αφορμή για την απομάκρυνση διευθυντών ενημέρωσης, που ήταν διορισμένοι από την κυβέρνηση. Πολλά ρεπορτάζ κάλυπταν την κυβέρνηση και το ΠΑΣΟΚ παίρνοντας ανοιχτά θέση υπέρ τους[77] ενώ κάλυπταν, κατά προτεραιότητα, θέματα που την ενδιέφεραν, όπως τα συνδικαλιστικά. Ο λόγος ήταν ξύλινος και υπερτερούσε σε σχέση με την εικόνα με μακρόσυρτες αναγνώσεις κειμένων.[78] Εμφανίστηκαν πάντως μέσα στη δεκαετία ζωντανές πολιτικές εκπομπές, όπως τα «Ανοιχτά Χαρτιά»[79] και εκπομπές ερευνητικού ρεπορτάζ όπως οι «Ρεπόρτερς» από τον Γιάννη Δημαρά, τον Γιώργο Λιάνη και τον Κώστα Χαρδαβέλλα, τρεις δημοσιογράφους που είχαν παρουσία στις εφημερίδες.

Η εμφάνιση των ιδιωτικών καναλιών άλλαξε την εικόνα στον ειδησεογραφικό τομέα. Το Mega και ο Antenna επιδόθηκαν σε έντονο ανταγωνισμό, δίνοντας βάρος σε κοινωνικά ζητήματα καθώς μετά το 1989-1990 άρχισε γενικά να ατονεί το ενδιαφέρον για την πολιτική και τα κόμματα. Τα κανάλια θεωρούνταν ότι στηρίζουν τα μεγάλα κόμματα, με το Mega, λόγω των γενικά κεντρώων εκδοτών που το κατείχαν, να θεωρείται φιλικό προς το ΠΑΣΟΚ και γενικότερα τον προοδευτικό χώρο, και ο Antenna φιλικός με τη Νέα Δημοκρατία και τη συντηρητική παράταξη.[80] Αργότερα όμως, στη δεκαετία του 2010 και έπειτα, το Mega άρχισε να θεωρείται λιγότερο αντικειμενικό κανάλι.[81] Στην περίοδο της κρίσης, αυτά τα δύο κανάλια και η τηλεόραση του ΣΚΑΪ έδιναν στην κοινή γνώμη την εντύπωση ότι στηρίζουν σε διάφορους βαθμούς την πολιτική των μνημονίων,[82] αν και κατά καιρούς ασκούσαν κριτική σε επιμέρους πτυχές του προγράμματος ή συνολικά σε αυτό.

Η Μαρία Χούκλη, επί πολλά χρόνια παρουσιάστρια κεντρικών δελτίων ειδήσεων ήταν συντονίστρια του ντιμπέιτ στις εκλογές του 2009
Ο Νίκος Ευαγγελάτος, εδώ το 2009, είναι από τους πιο γνωστούς παρουσιαστές ειδήσεων στα ιδιωτικά τηλεοπτικά κανάλια

Το 1993 ο ΣΚΑΪ εισήγαγε τα τηλεπαράθυρα, φέρνοντας διαφορετική δομή στα δελτία ειδήσεων, τα οποία έγιναν και στα άλλα κανάλια μεγαλύτερα σε μήκος (μία ώρα ή και περισσότερο) ενώ άρχισαν να αντικαθιστούν τα ρεπορτάζ με διάλογο ανάμεσα στον παρουσιαστή και δημοσιογράφους ή τους καλεσμένους. Προς τα μέσα της δεκαετίας του 1990 τα ιδιωτικά κανάλια άρχισαν να στρέφονται περισσότερο στην σκανδαλοθηρία και σε κοινωνικά θέματα, περιορίζοντας την κάλυψη σε άλλα ζητήματα, όπως τα διεθνή. Το ίδιο διάστημα ο κυβερνητικός έλεγχος πάνω στα δελτία της δημόσιας τηλεόρασης έγινε λιγότερο στενός, η οποία, επειδή απέφυγε τις ακρότητες της ιδιωτικής, σταδιακά κέρδισε σε δημοτικότητα και κύρος στον ενημερωτικό τομέα.

Το φαινόμενο των τηλεπαραθύρων επεκτάθηκε ακόμα περισσότερο την δεκαετία του 2000, όταν άρχισαν να καλύπτουν όλο και περισσότερο χρόνο των δελτίων.[83] Η δομή του δελτίου των ιδιωτικών καναλιών με διάλογο ανάμεσα στον παρουσιαστή και στους συμπαρουσιαστές ή τους καλεσμένους και σχετικά λίγα ρεπορτάζ δεν άλλαξε σημαντικά ως και σήμερα.[84] Ο βασικός παρουσιαστής, ο άνκορμαν (anchorman), έγινε το κεντρικό πρόσωπο του δελτίου και έφτασε να ταυτίζεται με το δελτίο και το κανάλι.[85] Από τους πλέον αναγνωρίσιμους και αναγνωρίσιμες με μακριά παρουσία στην τηλεόραση (κυρίως την ιδιωτική) είναι ο Νίκος Ευαγγελάτος, η Λιάνα Κανέλλη, ο Τέρενς Κουίκ, η Έλλη Στάη, η Όλγα Τρέμη, ο Νίκος Χατζηνικολάου και η Μαρία Χούκλη. Μεγάλο βάρος δόθηκε από τα ιδιωτικά δίκτυα στις ενημερωτικές εκπομπές και κυρίως στις πολιτικές, που συχνά είναι βασισμένες σε ξένα πρότυπα. Εκεί ο παρουσιαστής είχε διάλογο με ένα-δύο πρόσωπα, αργότερα όμως έτεινε να γίνεται συντονιστής σε πολυπρόσωπες συζητήσεις.

Μέσα στην οικονομική κρίση πάντως, το κοινό των ειδησεογραφικών δελτίων άρχισε να μειώνεται και οι τηλεθεατές τα εμπιστεύονταν όλο και λιγότερο. Ακόμη, η ερευνητική δημοσιογραφία, που έχει δώσει στην δημόσια και την ιδιωτική τηλεόραση αρκετά αξιόλογα δείγματα, άρχισε να περιορίζεται συνήθως λόγω κόστους.

Μυθοπλασία, ψυχαγωγία και εκπαίδευση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι τηλεοπτικές σειρές μυθοπλασίας[86] έχουν κεντρική θέση στα προγράμματα της ελληνικής τηλεόρασης από την ίδρυσή της.[87] Κατά τα πρώτα χρόνια πειραματικής λειτουργίας τα τηλεοπτικά δίκτυα βασίστηκαν σε ξένη παραγωγή, κυρίως κωμικές ή δραματικές αμερικάνικες σειρές, ντοκιμαντέρ και ταινίες. Το πρώτο σίριαλ, που μεταδόθηκε από την ΥΕΝΕΔ τον Απρίλιο του 1970, ήταν «Το σπίτι με τον φοίνικα». Παρότι δεν ήταν πολύ επιτυχημένο,[88] γρήγορα ακολούθησαν και άλλες σειρές που βοήθησαν στη διαμόρφωση μιας, αρχικά μικρής αλλά συνεχώς αυξανόμενης σε μέγεθος, τηλεοπτικής βιομηχανίας.

Ως το 1974 κυριαρχούσαν οι δραματικές σειρές, πολύ συχνά με θεματολογία που αφορούσε αστυνομικά ή στρατιωτικά ζητήματα, απηχώντας την ιδεολογική γραμμή του «Πατρίς-Θρησκεία-Οικογένεια» του στρατιωτικού καθεστώτος.[89] Τεράστια ήταν η επιτυχία του «Άγνωστου Πόλεμου», της δραματικής σειράς του Νίκου Φώσκολου που εκτυλίσσονταν την εποχή του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και παρουσίαζε έναν «υφέρποντα κομμουνιστικό κίνδυνο».[90]

Οι κωμωδίες αφορούσαν κυρίως τύπους χαρακτήρων, όπως η «Κοκορόμυαλη» και μικροπροβλήματα της καθημερινότητας και δεν προχωρούσαν παρά μόνο έμμεσα σε πολιτική ή κοινωνική κριτική,[91] αφού τα σενάρια και η διαδικασία παραγωγής περνούσαν από λογοκρισία. Οι σεναριογράφοι, όταν δεν αυτολογοκρίνονταν, έβρισκαν πάντως διάφορους τρόπους να την παρακάμπτουν.[92] Πολλές σειρές χαρακτηρίζονταν γενικά από μέτρια ή κακή ποιότητα παραγωγής, λίγες όμως ξεχώριζαν για τα σενάρια και τις ερμηνείες, όπως η δημοφιλής κωμική σειρά «Εκείνος κι εκείνος» με τον Βασίλη Διαμαντόπουλο και τον Γιώργο Μιχαλακόπουλο.[92]

Μεγάλο μέρος του προγράμματος εκείνης της περιόδου, ήδη από τις πρώτες εκπομπές του 1960 ως και το 1973, ήταν προσφερόμενο από εταιρείες που διαφημίζονταν στο νέο μέσο.[93] Το μοντέλο παραγωγής των σειρών ήταν ένα είδος εργολαβίας για τα κανάλια. Οι εταιρείες αναλάμβαναν την παραγωγή της σειράς που κατά κανόνα ολοκληρώνονταν σε 10-15 ολιγόλεπτα επεισόδια (ως 30 λεπτά) και την πωλούσαν στα κανάλια με αντάλλαγμα τηλεοπτικό χρόνο.[94] Λίγες σειρές ήταν εσωτερικές παραγωγές του ΕΙΡΤ ή της ΥΕΝΕΔ.

Με την πτώση της χούντας, υπήρξε στροφή από τις αυτοτελείς σειρές σε σειρές που εκτείνονταν σε μεγαλύτερους κύκλους επεισοδίων, με πολλούς ηθοποιούς και πιο σύνθετους χαρακτήρες. Ανάμεσα σε αυτές ήταν το «Λούνα Παρκ» (1974-1981) του Γιάννη Δαλιανίδη που έδωσε πληθώρα αγαπητών στο κοινό ρόλων και «Οι Πανθέοι» (1977-1979), διασκευή από το ομώνυμο μυθιστόρημα του Τάσου Αθανασιάδη. Παράλληλα, άρχισαν να προβάλλονται ξένες σειρές, όπως το πολύ δημοφιλές «Ντάλας». Από την άλλη πλευρά, η δημόσια τηλεόραση στην Ελλάδα, αλλά και διεθνώς, πάντα έδειχνε μεγαλύτερο ενδιαφέρον για τις πολιτιστικές εκπομπές από τα ιδιωτικά δίκτυα.[95] Έτσι την ίδια περίοδο άρχισε να μεταδίδεται το «Παρασκήνιο», μία από τις ποιοτικότερες πολιτιστικές εκπομπές στην ελληνική τηλεόραση, και η παραγωγή του «Θεάτρου της Δευτέρας» που έδωσε πάνω από 1.000 παραστάσεις στην επόμενη εικοσαετία.

Με την άνοδο του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία, το 1981, το πρόγραμμα επανεξετάστηκε και διευρύνθηκε η θεματολογία με ζητήματα όπως ο σοσιαλισμός, η επαρχία και οι γυναίκες ενώ κάλυψε κοινωνικά ακόμα και πολιτικά ζητήματα της πρόσφατης ιστορίας, όπως τα Λαυρεωτικά.[96] Ακόμη, κάποιες νέες σειρές γυρίζονταν με κινηματογραφική αισθητική και έγιναν περισσότερο ρεαλιστικές, αγγίζοντας ζητήματα που ως τότε απέφευγαν, όπως τα ναρκωτικά και τη βία (π.χ. στο αμφιλεγόμενο σίριαλ «Η κάθοδος» το 1983). Στην ίδια περίοδο παρήχθησαν περισσότερες από 20 τηλεταινίες, κυρίως δραματικές.[97] Ωστόσο το πρόγραμμα επικρίθηκε από τον τύπο της εποχής, μεταξύ άλλων, για την κακή ποιότητα και την ιδεολογία του, ενώ φαίνεται ότι υπήρχε μια προτίμηση σε καλλιτέχνες και ηθοποιούς που εξέφραζαν καλύτερα την γραμμή του ΠΑΣΟΚ.[98] Υπήρξαν ακόμη και περιστατικά λογοκρισίας, όπως και η εσπευσμένη διακοπή μετάδοσης ενός ντοκιμαντέρ για τα καμάκια και της ταινίας «Πέφτουν οι σφαίρες σαν το χαλάζι».

Πολλά από τα προγράμματα (σίριαλ και εκπομπές) των πρώτων 15-20 ετών της δημόσιας τηλεόρασης έχουν χαθεί, γιατί οι μαγνητοταινίες όπου ήταν αποθηκευμένα χρησιμοποιήθηκαν αργότερα, για λόγους κόστους, για την εγγραφή άλλων προγραμμάτων.[99] Τα μεγάλα ιδιωτικά κανάλια διαθέτουν μέρος του προγράμματός τους στο διαδίκτυο από τις ιστοσελίδες τους ή και από το YouTube. Μεγάλος αριθμός προγραμμάτων διακινείται και σε δίκτυα p2p.[100] Γενικά όμως υπάρχει έλλειμμα οργανωμένων και διαθέσιμων αρχείων που δυσχεραίνει την έρευνα.[101]

Στην περίοδο της ιδιωτικής τηλεόρασης, το Mega και ο ΑΝΤ1 βασίστηκαν για το ψυχαγωγικό τους πρόγραμμα στα σίριαλ, τα οποία ως τα τέλη της δεκαετίας του 2000 ήταν το βασικό πεδίο ανταγωνισμού στην κύρια ζώνη προγράμματος (prime time). Σε κάποιες σεζόν της δεκαετίας του 1990 είχαν 10 ή και περισσότερα σίριαλ το καθένα, κάτι που χαρακτηρίζεται σπάνιο φαινόμενο σε σχέση με άλλες χώρες,[102] αλλά ο όγκος της παραγωγής δεν συμβάδιζε πάντα με την ποιότητα. Σχεδόν σε κάθε σεζόν ξεχώριζαν μόλις δύο-τρία σίριαλ, πολλές φορές στο ίδιο κανάλι. Κυριαρχούσαν τα δραματικά και τα κωμικά σίριαλ, ενώ μεταδόθηκαν και σαπουνόπερες, δηλαδή δραματικές σειρές σε μεγάλους κύκλους επεισοδίων κατά τα ξένα πρότυπα.[103] Σε αυτό το είδος επικράτησε ο Νίκος Φώσκολος, που έγραφε και επιμελούνταν στον Antenna τη «Λάμψη» και το «Καλημέρα Ζωή», δύο από τις μακροβιότερες σειρές της ελληνικής τηλεόρασης. Την ίδια περίοδο, καθώς τα νέα κανάλια έδιναν περισσότερο βάρος στα σενάρια παρά στους άλλους συντελεστές της σειράς,[104] αναδείχτηκε και μια νεότερη γενιά σεναριογράφων και σκηνοθετών μέσα από κωμικές σειρές όπως «Οι τρεις Χάριτες», «Οι Απαράδεκτοι», «Οι Μεν Και Οι Δεν», το «Κωνσταντίνου και Ελένης», τα «Εγκλήματα» και το «Στο Παρά 5», και δραματικές όπως το «Τμήμα Ηθών» και η «Ανατομία ενός εγκλήματος». Αντίθετα όμως με το παρελθόν, πολλά από τα σύγχρονα σίριαλ είναι πολιτικά άχρωμα.[105]

Οι διασκευές από ξένα σίριαλ δεν ήταν πολλές αρχικά, αλλά έγιναν περισσότερες μετά το 2007, όταν μεταφέρθηκαν στην Ελλάδα αρκετά ισπανόφωνα σίριαλ, με διασκευή κυρίως από χώρες της Λατινικής Αμερικής. Επίσης, πολλά σίριαλ φαίνεται να βασίζονται σε ξένα πρότυπα, χωρίς αυτό να δηλώνεται με σαφήνεια.[105]

Η ιδιωτική τηλεόραση διεύρυνε τις ζώνες προγράμματος με τα πρωινά ενημερωτικά, τα πρωινά ψυχαγωγικά, όπως ο «Πρωινός Καφές» και τα μεσημεριανά ψυχαγωγικά προγράμματα, τα σόου και στη δεκαετία του 2000, τα ριάλιτι και οι εκπομπές ταλέντων. Αυτό σταδιακά πίεσε τα δημόσια κανάλια να καθιερώσουν και αυτά παρόμοιες ζώνες, εκτός από τα ριάλιτι και τα σώου. Τα τηλεπαιχνίδια, που συνηθισμένα στη δημόσια τηλεόραση, ήταν περισσότερα στα πρώτα χρόνια της ιδιωτικής τηλεόρασης, αλλά σταδιακά και αυτό το είδος ατόνησε.

Μικρότερο ήταν γενικά το μέρος του προγράμματος που καλύπτεται από προγράμματα εκπαιδευτικού ή μορφωτικού περιεχομένου,[106] και αυτό γενικά μόνο από τα δημόσια δίκτυα. Η εκπαιδευτική τηλεόραση άρχισε να εκπέμπει στις 12 Αυγούστου 1977 με στόχο να περιορίσει γενικά τα ποσοστά του αναλφαβητισμού που τότε ήταν γύρω στο 20%, δηλαδή αρκετά υψηλό για τα δεδομένα της τότε ΕΟΚ, και συνεχίστηκε για αρκετά χρόνια.[107]

Νομικό πλαίσιο για την τηλεόραση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πρώτη αναφορά στην τηλεόραση έγινε στον αναγκαστικό νόμο 1663/1951 όπου δινόταν η δυνατότητα ίδρυσης από τις ένοπλες δυνάμεις τηλεοπτικού σταθμού με «παιδαγωγικό και ψυχαγωγικό χαρακτήρα».[108] Δυο χρόνια αργότερα, ο νόμος 2312/1953 «περί οργανώσεως και λειτουργίας της Εθνικής Ραδιοφωνίας της Ελλάδος» έδινε στο ΕΙΡ το αποκλειστικό δικαίωμα τηλεοπτικής εκπομπής, ενώ το νομοθετικό διάταγμα 3778/1957 έδινε στην κυβέρνηση το δικαίωμα προληπτικής λογοκρισίας στο περιεχόμενο (άρθρο 5§2). Έτσι οι πρώτες τηλεοπτικές προσπάθειες, που έγιναν το 1960 και το 1962 υπό την αιγίδα της ΔΕΗ, διακόπηκαν γιατί μόνο το ΕΙΡ και ο στρατός είχαν από το νόμο τη δυνατότητα τηλεοπτικών εκπομπών.

Επιπλέον το Σύνταγμα του 1952 όριζε ότι οι προστατευτικές διατάξεις για την ελευθερία του τύπου, που εισήγαγε το άρθρο 14§1, «δεν εφαρμόζονται επί των κινηματογράφων, δημοσίων θεαμάτων, φωνογραφίας, ραδιοφωνίας και άλλων παρεμφερών μέσων μετάδοσης λόγου ή παραστάσεων (14§9)». Η διάταξη διατηρήθηκε με μικρές αλλαγές και στο Σύνταγμα του 1975 ως εξής: «Οι προστατευτικές για τον τύπο διατάξεις του προηγούμενου άρθρου δεν εφαρμόζονται στον κινηματογράφο, τη φωνογραφία, τη ραδιοφωνία, την τηλεόραση και κάθε άλλο παρεμφερές μέσο μετάδοσης λόγου ή παράστασης» (15§1).

Η χούντα των συνταγματαρχών εκμεταλλεύτηκε το περιοριστικό καθεστώς της δεκαετίας του 1950 για να καθυποτάξει πλήρως την τηλεόραση στήνοντας ένα «ανατολικοευρωπαϊκού τύπου» καθεστώς λειτουργίας.[109] Με το χουντικό νομοθετικό διάταγμα 722/1970 η ΤΕΔ μετονομάστηκε σε ΥΕΝΕΔ και περιγραφόταν σαν μια πολιτικοστρατιωτική υπηρεσία με ρητό σκοπό λειτουργίας, πέρα από την ψυχαγωγία και την ενημέρωση, τη «διενέργεια ψυχολογικών επιχειρήσεων βάσει των εκάστοτε οδηγιών και κατευθύνσεων του Αρχηγείου Ενόπλων Δυνάμεων».[110] Ακόμη, το νομοθετικό διάταγμα 745/1970 μετονόμασε το ΕΙΡ σε ΕΙΡΤ.

Το Σύνταγμα του 1975 περιλάμβανε προβλέψεις για τη ραδιοτηλεόραση καθιερώνοντας την κρατική εποπτεία της λειτουργίας της. Το άρθρο 15§2 στην αρχική εκδοχή του 1975/1986 αναφέρει ότι:

Η ραδιοφωνία και η τηλεόραση υπάγονται στον άμεσο έλεγχο του Κράτους και έχουν σκοπό την αντικειμενική και με ίσους όρους μετάδοση πληροφοριών και ειδήσεων, καθώς και προϊόντων του λόγου και της τέχνης. Πρέπει πάντως να εξασφαλίζεται η ποιοτική στάθμη των εκπομπών που επιβάλλει η κοινωνική αποστολή τους και η πολιτιστική ανάπτυξη της Χώρας.

Στην αναθεώρηση του 2001 (και χωρίς να αλλάξει το 2008 και το 2019) το άρθρο αναφέρει:

Η ραδιοφωνία και η τηλεόραση υπάγονται στον άμεσο έλεγχο του Κράτους. Ο έλεγχος και η επιβολή των διοικητικών κυρώσεων υπάγονται στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης που είναι ανεξάρτητη αρχή, όπως νόμος ορίζει. Ο άμεσος έλεγχος του Κράτους, που λαμβάνει και τη μορφή του καθεστώτος της προηγούμενης άδειας, έχει ως σκοπό την αντικειμενική και με ίσους όρους μετάδοση πληροφοριών και ειδήσεων, καθώς και προϊόντων του λόγου και της τέχνης, την εξασφάλιση της ποιοτικής στάθμης των προγραμμάτων που επιβάλλει η κοινωνική αποστολή της ραδιοφωνίας και της τηλεόρασης και η πολιτιστική ανάπτυξη της Χώρας, καθώς και το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και την προστασία της παιδικής ηλικίας και της νεότητας. Ο νόμος ορίζει τα σχετικά με την υποχρεωτική και δωρεάν μετάδοση των εργασιών της Βουλής και των επιτροπών της, καθώς και προεκλογικών μηνυμάτων των κομμάτων από τα ραδιοτηλεοπτικά μέσα.

Πάντως, σύμφωνα με νομικούς, ο «άμεσος έλεγχος» που ορίζει το Σύνταγμα δεν απέκλειε την ύπαρξη ιδιωτικών σταθμών.[111]

Στη μεταπολίτευση εκδόθηκαν και άλλοι ρυθμιστικοί νόμοι για τα ραδιοτηλεοπτικά, όπως ο 230/1975 για την ΕΡΤ, ο οποίος ενσωμάτωνε μέρος μόνο των προβλέψεων της έκθεσης Γκριν.[112] Ο νόμος όριζε και την αποστρατικοποίηση της ΥΕΝΕΔ μέσα σε 2-3 χρόνια (περίπου ως το 1978), αλλά αυτό δεν συνέβη. Μετά την αποστρατικοποίηση της ΥΕΝΕΔ, που έγινε τελικά το 1982, ο νόμος 1730/1987 ενοποιούσε σε ενιαίο φορέα την ΕΡΤ1 και την ΕΡΤ2. Τη δυνατότητα ίδρυσης μη κρατικών καναλιών έδινε τελικά ο 1866/1989, που προέβλεπε και ίδρυση του ΕΣΡ. Καθώς το τηλεοπτικό τοπίο αναπτύχθηκε άναρχα τα επόμενα χρόνια, εκδόθηκε ο νόμος 2328/1995 για το πλαίσιο λειτουργίας της ιδιωτικής τηλεόρασης, που πάντως δεν έλυνε όλα τα προβλήματα και τα μετέθετε για το μέλλον.[113]

Εκτός από τα ζητήματα αδειοδότησης η πολιτεία έχει προσπαθήσει να ρυθμίσει ζητήματα της συγκέντρωσης και ιδιοκτησιακού καθεστώτος στα μέσα ενημέρωσης και ειδικότερα στην τηλεόραση. Ο νόμος 2328 προσπαθούσε να περιορίσει την οριζόντια και την κάθετη συγκέντρωση στα μέσα, δηλαδή την κατοχή μέσων διαφορετικών τύπων (εφημερίδα, ραδιοφωνικός/τηλεοπτικός σταθμός) ή πολλών του ίδιου τύπου, σε ένα από κάθε είδος. Η υλοποίηση του νόμου γνώρισε καθυστερήσεις.[114]

Βασικός μέτοχος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η συνταγματική αναθεώρηση του 2001, με το άρθρο 14§9, καθιέρωσε το ασυμβίβαστο μεταξύ του ιδιοκτήτη ΜΜΕ και του προμηθευτή του Δημοσίου και εισήγαγε την έννοια του βασικού μετόχου. Η διάταξη έχει ως εξής:

Το ιδιοκτησιακό καθεστώς, η οικονομική κατάσταση και τα μέσα χρηματοδότησης των μέσων ενημέρωσης πρέπει να γίνονται γνωστά, όπως νόμος ορίζει. Ο νόμος προβλέπει τα μέτρα και τους περιορισμούς που είναι αναγκαίοι για την πλήρη διασφάλιση της διαφάνειας και της πολυφωνίας στην ενημέρωση. Απαγορεύεται η συγκέντρωση του ελέγχου περισσότερων μέσων ενημέρωσης της αυτής ή άλλης μορφής. Απαγορεύεται ειδικότερα η συγκέντρωση περισσότερων του ενός ηλεκτρονικών μέσων ενημέρωσης της αυτής μορφής, όπως ο νόμος ορίζει. Η ιδιότητα του ιδιοκτήτη, του εταίρου, του βασικού μετόχου ή του διευθυντικού στελέχους επιχείρησης μέσων ενημέρωσης είναι ασυμβίβαστη με την ιδιότητα του ιδιοκτήτη, του εταίρου, του βασικού μετόχου ή του διευθυντικού στελέχους επιχείρησης που αναλαμβάνει έναντι του Δημοσίου ή νομικού προσώπου του ευρύτερου δημόσιου τομέα την εκτέλεση έργων ή προμηθειών ή την παροχή υπηρεσιών. Η απαγόρευση του προηγούμενου εδαφίου καταλαμβάνει και κάθε είδους παρένθετα πρόσωπα, όπως συζύγους, συγγενείς, οικονομικά εξαρτημένα άτομα ή εταιρείες. Ο νόμος ορίζει τις ειδικότερες ρυθμίσεις, τις κυρώσεις που μπορεί να φθάνουν μέχρι την ανάκληση της άδειας ραδιοφωνικού ή τηλεοπτικού σταθμού και μέχρι την απαγόρευση σύναψης ή την ακύρωση της σχετικής σύμβασης, καθώς και τους τρόπους ελέγχου και τις εγγυήσεις αποτροπής των καταστρατηγήσεων των προηγούμενων εδαφίων.

Ο σχετικός νόμος 3021/2002 θεωρούσε βασικό μέτοχο το φυσικό πρόσωπο ή την εταιρεία που κατέχει τουλάχιστον το 5% του μέσου,[115] ενώ καθιέρωνε και την έκδοση πιστοποιητικού διαφάνειας από το ΕΣΡ που βεβαίωνε ότι δεν υπάρχει σχέση με έργα του Δημοσίου. Αργότερα, ο νόμος 3310/2005 εισήγαγε άλλες σχετικά με το ποια πρόσωπα θεωρούνται εξαρτώμενα από τον βασικό μέτοχο ενώ το όριο για τον χαρακτηρισμό μετόχου σαν βασικού κατέβηκε στο 1%.[116] Ωστόσο αυτός ο νόμος συνάντησε την αντίδραση της Ευρωπαϊκής Ένωσης για πιθανή παραβίαση του ελεύθερου ανταγωνισμού και τελικά, μετά από πιέσεις της ΕΕ, αναθεωρήθηκε.[116]

Άδειες λειτουργίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 24 Ιουλίου 1989 δόθηκαν οι δύο πρώτες τηλεοπτικές άδειες ιδιωτικών τηλεοπτικών σταθμών στην Ελλάδα, για δύο σταθμούς πανελλαδικής εμβέλειας, για την Τηλέτυπος Α.Ε. Τηλεοπτικών Προγραμμάτων και την Νέα Τηλεόραση Α.Ε., η οποία δεν λειτούργησε ποτέ. Τα υπόλοιπα νεοσύστατα τηλεοπτικά κανάλια και τα δημοτικά τηλεοπτικά κανάλια έλαβαν άδεια το 1993.

Οι δύο προσωρινές άδειες που δόθηκαν το 1989 σύντομα αναθεωρήθηκαν. Μια άλλη περίπλοκη προσπάθεια για χορήγηση αδειών έγινε την περίοδο 1993-1994, αλλά και πάλι σημειώθηκαν καθυστερήσεις.[117] Τελικά οι πρώτες οριστικές τηλεοπτικές άδειες στην Ελλάδα χορηγήθηκαν το 1993 και ήταν διάρκειας επτά ετών (1993-2000) χωρίς οικονομικό αντάλλαγμα.

Άδεια πήραν οι εταιρείες: Antenna TV Α.Ε. (ΑΝΤ1), Νέο Κανάλι Ραδιοτηλεοπτική Α.Ε. (New Channel), Ελεύθερη Τηλεόραση Α.Ε. (Κανάλι 29), Ξενία Ραδιοφωνική και Τηλεοπτική Α.Ε. (Channel Seven-X νυν ΣΚΑΪ Τηλεόραση), Νέα Τηλεόραση Α.Ε. (δεν εξέπεμψε), Τηλέτυπος Α.Ε. (Mega), Ερμής-ΣΚΑΪ Ραδιοτηλεοπτικά Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας Α.Ε. (ΣΚΑΪ Τηλεόραση νυν Alpha TV) και Ραδιοτηλεοπτική Α.Ε. (902 Τηλεόραση νυν Open Beyond).

Δόθηκαν επίσης άδειες, και για τέσσερα περιφερειακής εμβέλειας κανάλια: Ραδιοτηλεοπτικές Επιχειρήσεις Αφοί Καραβασίλη & Σία Α.Ε. (Μακεδονία TV - η οποία κατέθεσε αίτηση για μετατροπή της άδειας σε εθνικής εμβέλειας, που εγκρίθηκε το 1994), Δημοτική Εταιρεία Πληροφόρησης, Θεάματος και Επικοινωνίας του Δήμου Θεσσαλονίκης (TV 100), City News Α.Ε. (Telecity) και Τηλετώρα Ανώνυμη Ραδιοτηλεοπτική Εταιρεία (Τηλετώρα).[118][119]

Επί κυβέρνησης Σημίτη, έγινε νέος διαγωνισμός το 1997, ο οποίος όριζε 117 τηλεοπτικές άδειες (εκ των οποίων 6 εθνικής εμβέλειας, 53 περιφερειακής και 58 τοπικής), αλλά το 2002 κηρύχτηκε άγονος και έκτοτε τα δίκτυα λειτουργούν χωρίς άδεια.

Πρόθεση της κυβέρνησης Τσίπρα ήταν να επιλυθεί το θέμα με την δημοπρασία, όλων των τηλεοπτικών αδειών.[120] Ο σχετικός διαγωνισμός ολοκληρώθηκε στις 2 Σεπτεμβρίου με τέσσερις νικητές: Ειδήσεις Dot Com Ανώνυμη Ραδιοτηλεοπτική και Εμπορική Εταιρία Παροχής Πληροφοριών και Ενημέρωσης (ΣΚΑΪ Τηλεόραση), με το ποσό των 43.600.000 ευρώ, Ιωάννης-Βλαδίμηρος Χ. Καλογρίτσας Τηλεόραση Πανελλαδικής Κάλυψης Μονοπρόσωπη Α.Ε. (χωρίς τηλεσταθμό), με το ποσό των 52.600.000 ευρώ, Antenna TV Α.Ε. (ANT1), με το ποσό των 75.900.000 ευρώ και Alter Ego Επιχείρηση Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης Α.Ε. (χωρίς τηλεσταθμό), με το ποσό των 73.900.000 ευρώ. Ωστόσο, τις 26 Οκτωβρίου 2016, ο διαγωνισμός ακυρώθηκε γιατί ο σχετικός νόμος κρίθηκε αντισυνταγματικός από το Συμβούλιο της Επικρατείας.

Στην εκ νέου διαδικασία αδειοδότησης, άδεια εθνικής εμβέλειας απέκτησαν πέντε κανάλια, με το οικονομικό αντάλλαγμα των 35.000.000 ευρώ: η Antenna TV Α.Ε. (ΑΝΤ1), η Alpha Δορυφορική Τηλεόραση Α.Ε. (Alpha TV), η Νέα Τηλεόραση Α.Ε. (Star Channel), η Ειδήσεις Dot Com Ανώνυμη Ραδιοτηλεοπτική και Εμπορική Εταιρία Παροχής Πληροφοριών και Ενημέρωσης (ΣΚΑΪ Τηλεόραση) και η Ραδιοτηλεοπτική Α.Ε. (Epsilon/Open TV). Μετέπειτα διεξήχθη δεύτερη προκήρυξη για άλλες δύο άδειες, με την Alter Ego Επιχείρηση Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης Α.Ε., να λαμβάνει άδεια εκπομπής εθνικής εμβέλειας.

Οικονομική οργάνωση της τηλεόρασης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πηγές εσόδων και διαφήμιση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα δημόσια τηλεοπτικά δίκτυα βασίζονταν σχεδόν εξαρχής για τα έσοδά τους στο ανταποδοτικό τέλος που καταβάλλεται με τον λογαριασμό του ηλεκτρικού ρεύματος και στις διαφημίσεις. Το τέλος καθιερώθηκε το 1968[121] και επισημοποιήθηκε με το νόμο 230/1975, ενώ πριν το κλείσιμο της ΕΡΤ, ανερχόταν σε περίπου τέσσερα ευρώ το μήνα, αποφέροντας γύρω στα 30-35 εκατ. ευρώ το χρόνο, γύρω στο ένα δέκατο των εσόδων της ΕΡΤ.[122] Μετά το κλείσιμο της ΕΡΤ το τέλος καταργήθηκε, αν και μετά επανήλθε στο ύψος των τριών ευρώ υπέρ της ΝΕΡΙΤ·[123] στο ανταποδοτικό τέλος θα βασίζεται και η λειτουργία της επανασυσταθείσας ΕΡΤ.[124] Το ΤΕΔ/ΥΕΝΕΔ, σαν στρατιωτικό κανάλι που ήταν, την περίοδο της χούντας φαίνεται ότι χρηματοδοτούνταν από κονδύλια του υπουργείου Άμυνας,[125] ενώ είχε και τεράστια έσοδα από τα προσφερόμενα προγράμματα που υπολογίζεται ότι έφτασαν το ένα δισ. δραχμές μέσα στην επταετία,[126] το οποίο για την εποχή ήταν ένα πολύ μεγάλο ποσό. Μεγάλο μέρος των εσόδων του καναλιού χρηματοδοτούσε το ενημερωτικό πρόγραμμα.[127]

Τηλεοπτικές διαφημίσεις άρχισαν να μεταδίδονται από τα πρώτα χρόνια του μέσου (υπήρχαν πάντως ακόμη και στον πειραματικό σταθμό του 1960), ενώ διαδεδομένες ήταν και οι χορηγίες, που το 1972 έφτασαν να είναι στο 95% των εκπομπών.[128] Από τα τέλη του 1973 oι χορηγίες περιορίστηκαν δραστικά, το μέσο όμως γινόταν όλο και πιο δημοφιλές και άρα γινόταν ελκυστική πλατφόρμα για τη διαφήμιση.

Τα ιδιωτικά κανάλια διεύρυναν κατά πολύ τη διαφημιστική αγορά και έφεραν την τηλεόραση στην πρώτη θέση ανάμεσα στα άλλα μέσα ως προς τη δαπάνη. Αν και καθιερώθηκαν κανόνες για τον αριθμό και τη συχνότητα των διαφημίσεων (για παράδειγμα δεν μπορούν να διακοπούν τα δελτία ειδήσεων), τα ιδιωτικά κανάλια συχνά τους καταστρατηγούσαν με αποτέλεσμα να πληρώνουν πρόστιμα για υπέρβαση χρόνου και για γκρίζα διαφήμιση. Λόγω της κρίσης η δαπάνη των διαφημιζόμενων στην τηλεόραση και γενικότερα σε όλα τα μέσα ενημέρωσης έχει μειωθεί σημαντικά.

Απήχηση και επιρροή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αλλαγή στις συνήθειες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η τηλεόραση έφερε αλλαγές στις συνήθειες των Ελλήνων σε ό,τι αφορά την ενημέρωση και την ψυχαγωγία τους, ήδη από τα πρώτα χρόνια της λειτουργίας της. Η διείσδυση της τηλεόρασης σαν συσκευή ξεκίνησε μεν πιο αργά από άλλες χώρες, όπου είχε εισαχθεί νωρίτερα, αλλά στην Ελλάδα κάλυψε γρήγορα την απόσταση και έφτασε στη δεκαετία του 1990 σχεδόν στο 100%.[129] Μερικά χρόνια αργότερα πολλά νοικοκυριά είχαν τουλάχιστον από μία συσκευή, συνήθως στο σαλόνι ή στην κρεβατοκάμαρα, ή και στα δύο δωμάτια.

Ο μέσος χρόνος τηλεθέασης αυξήθηκε από 2 ώρες και 25 λεπτά την εβδομάδα το 1990, σε 3 ώρες και 33 λεπτά το 1991[130] και ξεπέρασε τις τέσσερις ώρες το 2006-2007 (4 ώρες και 8 λεπτά και 4 ώρες και 21 λεπτά, αντίστοιχα),[131] ένα από τα μεγαλύτερα ποσοστά στην Ευρώπη. Ωστόσο οι περισσότεροι χρησιμοποιούν την τηλεόραση στο πλαίσιο άλλων δραστηριοτήτων και δεν παρακολουθούν συστηματικά για όλο αυτό το διάστημα[132] ή δεν δείχνουν να εμπιστεύονται το ενημερωτικό πρόγραμμα.[133] Ακόμη, γενικεύτηκε και το ζάπινγκ (zapping), δηλαδή το γρήγορο πέρασμα από το ένα κανάλι στο άλλο.[134]

Σε ό,τι αφορά την ψυχαγωγία, το πρόγραμμα των πρώτων ετών, οπότε αφθονούσαν τα σίριαλ, απομάκρυνε το κοινό από τους κινηματογράφους, συρρίκνωσε την κινηματογραφική βιομηχανία που ήταν από τις βασικές μορφές λαϊκής διασκέδασης και έστρεψε, αντίθετα, κάποιους νεότερους ανθρώπους στην ξένη κουλτούρα.[90] Η ιδιωτική τηλεόραση εκτόπισε και το βίντεο που κυριαρχούσε το δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1980. Εκείνη τη δεκαετία είχε δημιουργηθεί μια μεγάλη αγορά ταινιών που παράγονταν και διακινούνταν σε εξειδικευμένο εμπορικό κύκλωμα, αλλά η ιδιωτική τηλεόραση περιόρισε δραστικά αυτή τη μικρή βιομηχανία και τελικά η παραγωγή ταινιών σταμάτησε.

Τηλεθεάσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το κανάλι του ΕΙΡ και η ΤΕΔ/ΥΕΝΕΔ ακολούθησαν διαφορετικό πρόγραμμα, αλλά καθώς η ΤΕΔ/ΥΕΝΕΔ ήταν περισσότερο ψυχαγωγική, κατάφερε να έχει περίπου τα δύο τρίτα της τηλεθέασης. Την πρωτιά διατήρησε ως τα μέσα τη δεκαετίας του 1970, οπότε το ποιοτικότερο πρόγραμμα έφερε στην πρώτη θέση δημοφιλίας το κανάλι του ΕΙΡΤ.[135] Λίγο πριν την εισαγωγή της ιδιωτικής τηλεόρασης, τον Οκτώβριο του 1989, η ΕΡΤ-1 είχε 37,7% και η ΕΡΤ-2 24,3% ενώ ένα χρόνο αργότερα τα ποσοστά τους είχαν μειωθεί σημαντικά (βλέπε σχετικά το γράφημα σε προηγούμενη ενότητα).[136]

Μετά την απελευθέρωση της τηλεόρασης, τα ιδιωτικά δίκτυα έδειξαν πολύ μεγάλο ενδιαφέρον για τις μετρήσεις βασίζοντας την διαμόρφωση του προγράμματος στα αποτελέσματά τους. Το Mega και ο Antenna ανταγωνίζονταν σκληρά για την πρωτιά σε καθημερινό επίπεδο και στους μέσους όρους του μήνα και της σεζόν, ενώ τα άλλα δίκτυα ανταγωνίζονταν για τις επόμενες θέσεις και είχαν κάπως μικρότερα ποσοστά (5% με 15% ή και λίγο περισσότερο). Ωστόσο, μετά το 2010 και την αλλαγή στην δομή του προγράμματος πολλών σταθμών λόγω της κρίσης, οι αυξομειώσεις στις τηλεθεάσεις είναι πολλές και οι εναλλαγές στην πρωτιά συχνές, παίζοντας σημαντικό ρόλο ακόμη και το προσωρινό κλείσιμο των καναλιών της ΕΡΤ, το διάστημα 2013-2015 και του Mega, το διάστημα 2018-2020, οι οποίοι απείχαν, τα μικρά αυτά διαστήματα από τις τηλεθεάσεις.

Οι μετρήσεις τηλεθέασης με σύγχρονη μεθοδολογία άρχισαν το 1988 από την AGB και συνεχίζονται ως σήμερα από την ίδια εταιρεία.[137] Ενδιάμεσα μετρήσεις έκανε και η Taylor-Nelson Sofres Metrisis, η οποία σταμάτησε στο τέλος του 2002. Κατά καιρούς υπήρξαν και επικρίσεις ή σχόλια για την ποιότητα και την αξιοπιστία των αποτελεσμάτων. Οι πρώτες αμφισβητήσεις καταγράφονται στις αρχές της δεκαετίας του 1990,[138] αλλά οι έρευνες για την αξιοπιστία των στοιχείων δεν έδειξαν στοιχεία αλλοίωσης.[131]

Πολιτική και πολιτική ζωή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η τηλεόραση, και περισσότερο η ιδιωτική τηλεόραση, είχε σημαντική επίδραση και στη διαμόρφωση του πολιτικού σκηνικού και των πολιτικών αντιπαραθέσεων.[139]

Οι βουλευτικές εκλογές του 1977 ήταν οι πρώτες κατά τις οποίες «οι πολιτικοί άρχισαν να συνειδητοποιούν την προπαγανδιστική δύναμη της τηλεόρασης».[140] Το ΠΑΣΟΚ μάλιστα είχε από τότε και δικό του τηλεσκηνοθέτη, τακτική που εκμεταλλεύτηκε και στη δεκαετία του 1980 όταν ο Τάσος Μπιρσίμ σκηνοθετούσε κατ' αποκλειστικότητα τις προεκλογικές συγκεντρώσεις του κόμματος.[141] Γενικότερα μετά το 1981 η τηλεόραση απέκτησε σταδιακά όλο και μεγαλύτερο ρόλο στην πολιτική διαμεσολάβηση[142] και έγινε ένα οργανικό κομμάτι της πολιτικής ζωής.[143]

Ως το 1989 στα κόμματα δίνονταν αναλογικά χρόνος στην δημόσια τηλεόραση κατά την προεκλογική περίοδο για να αναπτύξουν τις απόψεις τους, ενώ τα κανάλια της ΕΡΤ μετέδιδαν τις προεκλογικές συγκεντρώσεις τους. Η έλευση της ιδιωτικής τηλεόρασης πολλαπλασίασε τις τηλεοπτικές διαφημίσεις, ενώ τα τηλεπαράθυρα και τα ντιμπέιτ έγιναν μορφές έμμεσης πολιτικής διαφήμισης. Το πρώτο ντιμπέιτ διοργανώθηκε τις εκλογές του 1996 μεταξύ του Κώστα Σημίτη και του Μιλτιάδη Έβερτ και είχε μέτρια επιτυχία.[144] Σε κάποιες από τις επόμενες αναμετρήσεις επεκτάθηκε και στους άλλους κοινοβουλευτικούς αρχηγούς χωρίς να αλλάξει πολύ σε μορφή, σύμφωνα με το πρώιμο αμερικανικό πρότυπο: οι δημοσιογράφοι βάζουν ερωτήματα σε κάθε αρχηγό χωριστά και αυτοί απαντούν μέσα σε προκαθορισμένο χρόνο, χωρίς να γίνεται διάλογος μεταξύ τους.

Παραπομπές και σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Βαλούκος 2008, σελ. 25-26
  2. Vovou 2006, σελ. 261
  3. Παναγιωτοπούλου 2010, σελίδες 12-13
  4. Παναγιωτοπούλου 2004
  5. 5,0 5,1 Βώβου 2013
  6. Papathanassopoulos 1990
  7. Βαλούκος 2008, σελ. 14
  8. Βαλούκος 2008, σελ. 22-23 · Μοσχονάς 1996a, σελ. 3
  9. Οι τηλεοράσεις στην Ελλάδα στο τέλος του 1966 ήταν γύρω στις 13.000 ενώ πλησίαζαν τις 100.000 το 1969 (Πασχαλίδης 2005, σελ. 175). Οι κάτοχοί τους μπορούσαν να δουν προγράμματα από πομπούς σε αμερικανικές βάσεις ή από ξένες χώρες (Γιουγκοσλαβία, Βουλγαρία ή Ιταλία).
  10. Βαλούκος 2008, σελ. 22 · Κάρτερ 2004, σελ. 13 · Μοσχονάς 1996a, σελ. 4
  11. Βαλούκος 2008, σελ. 25-26 · Δάμπασης 2002, σελ. 22-27 · Κάρτερ 2004, σελ. 14-17
  12. Βαλούκος 2008, σελ. 26-35
  13. Πασχαλίδης 2005, σελ. 174
  14. Κάρτερ 2004, σελ. 17-22
  15. Δάμπασης 2002, σελ. 27. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με άλλη αναφορά, δύο ισχυροί εκδότες της εποχής, ο Χρήστος Λαμπράκης και η Ελένη Βλάχου, είχαν έρθει σε επαφή με ξένους σταθμούς για οργάνωση καναλιού (Μοσχονάς 1996a, σελ. 4). Ακόμη, τα ανάκτορα και ο στρατός πίεσαν την κυβέρνηση του Γεωργίου Παπανδρέου να οργανωθεί στρατιωτικό κανάλι, αλλά το αίτημα δεν έγινε δεκτό. (Πασχαλίδης 2005, σελ. 174)
  16. Δάμπασης 2002, σελ. 32-36. Πολλούς από τους πρωτεργάτες του σταθμού καταγράφει ο Κάρτερ 2004, σελ. 28.
  17. Δάμπασης 2002, σελ. 43-45
  18. Δάμπασης 2002, σελ. 48 Στην ΤΕΔ εργάζονταν μεταξύ άλλων, ως στρατιώτες τότε, ο Νίκος Περάκης και ο Γιώργος Πανουσόπουλος που μετέφεραν τις εμπειρίες τους από την εποχή στην ταινία Λούφα και παραλλαγή (Μοσχονάς 1996b, σελ. 14).
  19. Δάμπασης 2002, σελ. 45
  20. Μοσχονάς 1996b, σελ. 14
  21. Δάμπασης 2002, σελ. 40
  22. Δάμπασης 2002, σελ. 75
  23. Βαλούκος 2008, σελ. 52
  24. Βώβου 2010, σελ. 99 και 108-109
  25. Δάμπασης 2002, σελ. 77
  26. Δάμπασης 2002, σελ. 77
  27. Η εκπομπή άρχισε να μεταδίδεται στις 28 Απριλίου 1968 (Βαλούκος 2008, σελ. 62) από την ΤΕΔ και κράτησε μέχρι και μετά την πτώση της χούντας.
  28. Βώβου 2010, σελ. 103
  29. Βαλούκος 2008, σελ. 59
  30. Βαλούκος 2008, σελ. 38 · «Ο πρώτος ιδιωτικός τηλεοπτικός σταθμός». ert.gr. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 2 Σεπτεμβρίου 2019. Ανακτήθηκε στις 23 Φεβρουαρίου 2016. 
  31. Κάρτερ 2004, σελ. 34
  32. Βαλούκος 2008, σελ. 81
  33. Βαλούκος 2008, σελ. 84 · Δάμπασης 2002, σελ. 150 · Katsoudas 1985, σελ. 143-144 · Πασχαλίδης 2005, σελ. 177-8
  34. Το 1966 κόπηκαν 131,7 εκατ. εισιτήρια σε κινηματογράφους πρώτης και δεύτερης προβολής σε όλη την Ελλάδα και το 1968 έφτασαν τα 137,4 εκατ. Από το 1970, όταν κόπηκαν 128,6 εκατ., ο αριθμός τους μειώθηκε κάθετα και το 1974 κόπηκαν 57,1 εκατ. εισιτήρια (Κομνηνού 2001, σελ. 142). Τα τηλεοπτικά σίριαλ των πρώτων ετών θεωρούνται ένας από τους παράγοντες της κάμψης (Πασχαλίδης 2005, σελ. 176).
  35. Βαλούκος 2008, σελ. 97
  36. Βαλούκος 2008, σελ. 101 · Βώβου 2010, σελ. 116 · Κομνηνού 2001, σελ. 177 · Papathanassopoulos 1990, σελ. 390 · Παπαθανασόπουλος 1993, σελ. 242-3
  37. Βαλούκος 2008, σελ. 101 · Δάμπασης 2002, σελ. 183 · Παπαθανασόπουλος 1993, σελ. 261
  38. Στο διάστημα 1981-1989 άλλαξαν 13 πρόεδροι και γενικοί διευθυντές και 16 διευθυντές ειδήσεων στην ΕΡΤ (Papathanassopoulos 1990, σελ. 391).
  39. Παναγιωτοπούλου 2004, σελ. 112 · Πασχαλίδης 2005, σελ. 180
  40. Δάμπασης 2002, σελ. 201 · Βαλούκος 2008, σελ. 122 · Παναγιωτοπούλου 2004, σελ. 38 · Papathanassopoulos 1990, σελ. 392
  41. Δάμπασης 2002, σελ. 213 · Κομνηνού 2001, σελ. 181κε · Παπαθανασόπουλος 1994, σελίδες 250-251
  42. Papathanassopoulos 1990, σελ. 393
  43. Επρόκειτο για το αμερικανικό CNN, το βρετανικό Super Channel, το γαλλόφωνο TV5 Europe, το γερμανικό Sat.1, το ιταλικό RAIDUE και το σοβιετικό Horizon. Σύντομα προστέθηκαν και τα Ευρωπαϊκά κανάλια MTV και Eurosport. Τα κανάλια, εκτός από το CNN και το MTV, απείλησαν με νομικά μέτρα για παράνομη αναμετάδοση του σήματός τους από το ελληνικό κράτος. Αργότερα το 1993, άρχισε να εκπέμπει σε πολλές περιοχές της χώρας και το Euronews. (Papathanassopoulos 1990, σελ. 395)
  44. Βαλούκος 2008, σελ. 128 και 136 · Papathanassopoulos 1990, σελ. 393 · Πασχαλίδης 2005, σελ. 179
  45. «Νόμος υπ' αριθ. 1866 (ΦΕΚ A 222/1989)». Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. 6 Οκτωβρίου 1989. 
  46. Βαλούκος 2008, σελ. 135
  47. Βαλούκος 2008, σελ. 136
  48. Παπαθανασόπουλος 1994, σελ. 270
  49. Παναγιωτοπούλου 2010
  50. Για παράδειγμα στα τέλη του 1995 οι θεαματικότητες είχαν περίπου ως εξής: ΑΝΤ1 26% (εκείνη την εποχή ο σταθμός ήταν για αρκετά χρόνια στην κορυφή της τηλεθέασης), MEGA 24%, STAR 16% (εκείνη την εποχή ο σταθμός ήταν ο τρίτος σε τηλεθέαση, επί εποχής Μαστοράκη), ΣΚΑΪ 12%, τα τρία δημόσια κανάλια περίπου 10% συνολικά (Βαλούκος 2008, σελ. 164).
  51. Πασχαλίδης 2005, σελ. 195
  52. Βαλούκος 2008, σελ. 175 · Πασχαλίδης 2005, σελ. 190
  53. Papathanassopoulos 2007, σελ. 96
  54. Βαλούκος 2008, σελ. 177 · Papathanassopoulos 2007, σελ. 100
  55. Σμυρναίος 2010b, σελ. 589
  56. Papathanassopoulos 2007, σελ. 103
  57. «Το χρονοδιάγραμμα ολοκλήρωσης της επίγειας ψηφιακής τηλεόρασης». Το Βήμα. 2014-10-29. https://www.tovima.gr/2014/10/29/media/to-xronodiagramma-oloklirwsis-tis-epigeias-psifiakis-tileorasis/. Ανακτήθηκε στις 2014-11-08. 
  58. Λέανδρος 2013
  59. Yörük 2013
  60. «Ψηφίστηκε το νομοσχέδιο για τη ΝΕΡΙΤ - Αντιπαράθεση Τσίπρα-Καψή». Έθνος. 19 Ιουλίου 2013. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 25 Αυγούστου 2014. Ανακτήθηκε στις 27 Μαΐου 2022. 
  61. «ΣτΕ: «Ναι» στο κλείσιμο της ΕΡΤ, «όχι» στην παύση λειτουργίας». Η Καθημερινή. 17 Ιουνίου 2013. 
  62. ΕΣΗΕΑ (27 Μαρτίου 2014). «Να καταβληθούν τώρα οι οφειλόμενες αποδοχές των εργαζομένων της ΕΡΤ». esiea.gr. Ανακτήθηκε στις 6 Απριλίου 2014. 
  63. ««Κάτι νέο» ξεκίνησε την Κυριακή το απόγευμα στην κρατική τηλεόραση». Τα Νέα. 2014-05-03. https://www.tanea.gr/2014/05/03/greece/kati-neo-ksekinise-tin-kyriaki-to-apogeyma-stin-kratiki-tileorasi/. Ανακτήθηκε στις 16 Μαΐου 2014. 
  64. «Υπερψηφίστηκε το νομοσχέδιο για την επαναλειτουργία της ΕΡΤ». news247.gr. 29 Απριλίου 2015. Ανακτήθηκε στις 1 Μαΐου 2015. 
  65. Παναγιωτοπούλου 2004, σελ. 74
  66. Παναγιωτοπούλου 2004, σελ. 105 και 124
  67. Παναγιωτοπούλου 2004, σελ. 124
  68. Παναγιωτοπούλου 2004, σελ. 136
  69. Χαρακτηριστικά η κατάληψη και εξέγερση στο Πολυτεχνείο από τους φοιτητές (14-16 Νοεμβρίου 1973) δεν αναφέρθηκε καθόλου από τα δελτία της εποχής και η κάλυψη της αιματηρής εισβολής του στρατού στο ίδρυμα στις 17 Νοεμβρίου ήταν πολύ στενά ελεγχόμενη και προπαγανδιστική υπέρ του καθεστώτος. Λίγους μήνες αργότερα το πραξικόπημα κατά του Μακαρίου, στις 15 Ιουλίου 1974, ήταν μόλις τέταρτη είδηση. Πάντως η άφιξη του Κωνσταντίνου Καραμανλή και η μεταμεσονύκτια ορκωμοσία του, στις 24 Ιουλίου, μεταδόθηκαν ζωντανά (Βαλούκος 2008, σελ. 74 και 80).
  70. Βαλούκος 2008, σελ. 55 και 70
  71. Βαλούκος 2008, σελ. 72
  72. Βαλούκος 2008, σελ. 74-75
  73. Βαλούκος 2008, σελ. 82-83
  74. Βαλούκος 2008, σελ. 89 και 96· Βώβου 2010, σελ. 114 · Δάμπασης 2002, σελ. 153κε και 161. Κατά την Κομνηνού 2001, σελ. 160 οι εκπομπές ζωντανού διαλόγου άρχισαν μετά το 1976 για να μην θιγεί η κυβέρνηση από όσα θα ακούγονταν από αντιπολιτευόμενα πρόσωπα.
  75. Vovou 2006, σελ. 262· Βώβου 2010, σελ. 112
  76. Βαλούκος 2008, σελ. 120
  77. Katsoudas 1985, σελ. 148
  78. Βαλούκος 2008, σελ. 110
  79. Βώβου 2010, σελ. 119
  80. Βαλούκος 2008, σελ. 140-141
  81. «Μικρή η αξιοπιστία των ειδήσεων. Τελευταίο το Mega». tvxs.gr. TVXS. 12 Ιανουαρίου 2013. Ανακτήθηκε στις 20 Ιουνίου 2015. 
  82. «Ποια Μέσα στηρίζουν το μνημόνιο;». tvxs.gr. TVXS. 25 Μαΐου 2012. Ανακτήθηκε στις 7 Μαρτίου 2014. 
  83. Παπαθανασόπουλος 2008, σελ. 31
  84. Patrona 2009
  85. Βαλούκος 2008, σελ. 149
  86. Οι όροι «(τηλεοπτική) σειρά» και «σίριαλ» έχουν την ίδια σημασία για το κοινό, για τους επαγγελματίες όμως οι σειρές έχουν μια κεντρική ιστορία που εξελίσσεται από επεισόδιο σε επεισόδιο, ενώ το σίριαλ έχει αυτοτελή επεισόδια (Κουκουτσάκη-Monnier 2010, σελ. 418)· δεν αποκλείεται και το σίριαλ να έχει και αυτό μια κεντρική ιστορία.
  87. Κουκουτσάκη-Monnier 2010, σελ. 417
  88. Πασχαλίδης 2005, σελ. 191
  89. Βαλούκος 2008, σελ. 53. Εταιρεία παραγωγής είχε και το τμήμα Δημοσίων Σχέσεων της Ελληνικής Αστυνομίας (Κουκουτσάκη-Monnier 2010, σελ. 432).
  90. 90,0 90,1 Κομνηνού 2001, σελ. 140
  91. Κουκουτσάκη-Monnier 2010, σελ. 428-9
  92. 92,0 92,1 Βαλούκος 2008, σελ. 67
  93. Βώβου 2010, σελ. 96 · Δάμπασης 2002, σελ. 109
  94. Κουκουτσάκη-Monnier 2010, σελ. 425
  95. Πασχαλίδης 2005, σελίδες 191-193
  96. Βαλούκος 2008, σελ. 105 · Δάμπασης 2002, σελ. 179
  97. Βαλούκος 2008, σελ. 124
  98. Βαλούκος 2008, σελ. 112 · Δάμπασης 2002, σελ. 179-180 και 187
  99. Δάμπασης 2002, σελ. 177
  100. Σμυρναίος 2010
  101. Βώβου 2010, σελ. 97 · Κουκουτσάκη-Monnier 2010, σελ. 419
  102. Πασχαλίδης 2005, σελ. 187
  103. Κουκουτσάκη-Monnier 2010, σελ. 445
  104. Βαλούκος 2008, σελ. 154
  105. 105,0 105,1 Κουκουτσάκη-Monnier 2010, σελ. 442
  106. Τα δύο είδη διαφέρουν ως προς το περιεχόμενο. Το εκπαιδευτικό παρέχει γνώσεις με προοδευτικό τρόπο και στοχεύει στην ενεργητική συμμετοχή του ατόμου με έντυπο συνοδευτικό υλικό ή ακόμα και εξετάσεις. Το επιμορφωτικό πλουτίζει απλώς τις γνώσεις του ατόμου.
  107. Vovou 2006, σελ. 262 · Κάρτερ 2004, σελ. 47
  108. Βαλούκος 2008, σελ. 21
  109. Κομνηνού 2001, σελίδες 136-7
  110. Βαλούκος 2008, σελ. 63 · Βώβου 2010, σελ. 102
  111. Παναγιωτοπούλου 2004, σελ. 71
  112. Δάμπασης 2002, σελ. 150
  113. Βαλούκος 2008, σελ. 164
  114. Κομνηνού 2001, σελίδες 193-4
  115. Σμυρναίος 2010a, σελ. 163 · Πασχαλίδης 2005, σελ. 182
  116. 116,0 116,1 Σμυρναίος 2010a, σελ. 163
  117. Παπαθανασόπουλος 1994, σελίδες 254-256
  118. «ΦΕΚ B 713/1993». Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. 10 Σεπτεμβρίου 1993. 
  119. «ΦΕΚ B 732/1993». Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. 21 Σεπτεμβρίου 1993. 
  120. «Η αμαρτωλή ιστορία των τηλεοπτικών αδειών». tvxs.gr. 29 Απριλίου 2015. Ανακτήθηκε στις 1 Μαΐου 2015. 
  121. Βαλούκος 2008, σελ. 45 και 57
  122. Papathanassopoulos 2007, σελ. 95
  123. «Στα 3 ευρώ μηνιαίως το ανταποδοτικό τέλος για τη ΝΕΡΙΤ». Καθημερινή. 2014-01-01. https://www.kathimerini.gr/economy/local/64076/sta-3-eyro-miniaios-to-antapodotiko-telos-gia-ti-nerit/. Ανακτήθηκε στις 6 Απριλίου 2014. 
  124. «Σε δημόσια διαβούλευση το νομοσχέδιο για την ΕΡΤ». Εφημερίδα των Συντακτών. 10 Μαρτίου 2015. Ανακτήθηκε στις 15 Μαρτίου 2015.  Στο άρθρο υπάρχει το νομοσχέδιο και η εισηγητική έκθεση.
  125. Βαλούκος 2008, σελ. 57
  126. Δάμπασης 2002, σελ. 98
  127. Κομνηνού 2001, σελίδες 138-9
  128. Βαλούκος 2008, σελ. 72
  129. Βαλούκος 2008, σελ. 175
  130. Πασχαλίδης 2005, σελ. 186
  131. 131,0 131,1 Παναγιωτοπούλου 2010, σελ. 24
  132. Παπαθανασόπουλος 2008, σελ. 23
  133. Παναγιωτοπούλου 2010, σελ. 25
  134. Βαλούκος 2008, σελ. 146
  135. Πασχαλίδης 2005, σελίδες 176 και 178
  136. Πασχαλίδης 2005, σελ. 180
  137. Κάβουρα 2010, σελ. 58
  138. Βαλούκος 2008, σελίδες 147 και 178
  139. Παναγιωτοπούλου 2010, σελ. 9
  140. Βαλούκος 2008, σελ. 96
  141. Βαλούκος 2008, σελίδες 96 και 119. Τσίτσας, Νίκος Β. (2007-09-10). «Άλλες προεκλογικές εποχές». Έθνος. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 2016-03-14. https://web.archive.org/web/20160314093827/http://www.ethnos.gr/arxiki_selida/arthro/alles_proeklogikes_epoxes-131473/. Ανακτήθηκε στις 2014-11-08. 
  142. Βώβου 2010, σελ. 117
  143. Vovou 2006, σελ. 263
  144. Βαλούκος 2008, σελ. 173. Το 1993 είχε γίνει πρόταση αλλά ο Ανδρέας Παπανδρέου είχε αρνηθεί.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]