Τηλεόραση στην Ελλάδα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Η τηλεόραση στην Ελλάδα ξεκίνησε για πρώτη φορά τη λειτουργία της το 1960,[1] με κάποιες πειραματικές εκπομπές που δεν μονιμοποιήθηκαν, ενώ ξεκίνησε να εκπέμπει τακτικά από τον Φεβρουάριο του 1966, από έναν δημόσιο τηλεοπτικό σταθμό και από δεύτερο σταθμό που λειτούργησε από τις Ένοπλες Δυνάμεις. Κατά τη διάρκεια της Χούντας των Συνταγματαρχών παγιώθηκε η δομή του προγράμματος με μείγμα ψυχαγωγίας και ενημέρωσης, η οποία ήταν τότε λογοκριμένη. Ο κρατικός έλεγχος στην τηλεόραση διατηρήθηκε και στη μεταπολίτευση, οπότε η ενημέρωση ήταν περισσότερο ελεύθερη, αλλά όχι πάντα αντικειμενική.[2]

Το 1989, ενώ ήδη είχαν αρχίσει να εκπέμπουν ιδιωτικοί ραδιοφωνικοί και τηλεοπτικοί σταθμοί, επιτράπηκε η λειτουργία ιδιωτικών τηλεοπτικών σταθμών, οι οποίοι σταδιακά επικράτησαν σε τηλεθέαση και επιρροή και επιδόθηκαν σε έντονο ανταγωνισμό στον ενημερωτικό και στον ψυχαγωγικό τομέα. Το τηλεοπτικό τοπίο, όπου κατά καιρούς λειτουργούσαν γύρω στα 150 κανάλια σε όλη τη χώρα, παρέμενε όμως άναρχο[3] λόγω των καθυστερήσεων του κράτους να χορηγήσει μόνιμες άδειες.

Μέχρι και το καλοκαίρι του 2013 υπήρχαν τρία δημόσια κανάλια, η ΕΤ1 και η ΝΕΤ σαν εξέλιξη των δύο αρχικών, και η ΕΤ3 που εξέπεμπε από το 1988, και τα οποία σταμάτησαν να εκπέμπουν όταν έκλεισε η ΕΡΤ για να δημιουργηθεί νέα εταιρεία, η Νέα Ελληνική Ραδιοφωνία, Ίντερνετ και Τηλεόραση (ΝΕΡΙΤ)· μέχρι να ξεκινήσει το πρόγραμμα της η τελευταία, τον ρόλο του δημόσιου ραδιοτηλεοπτικού φορέα επιτελούσε η μεταβατική Δημόσια Τηλεόραση. Η ΕΡΤ επανασυστάθηκε και λειτουργεί εκ νέου από τα μέσα του 2015. Υπάρχουν ακόμα δεκάδες ιδιωτικά κανάλια, πανελλαδικής και τα περισσότερα τοπικής και περιφερειακής εμβέλειας.[4] Λόγω της οικονομικής κρίσης πολλά κανάλια έκλεισαν ή περιόρισαν σημαντικά τις δραστηριότητές τους. Ακόμη υπάρχουν επίγεια συνδρομητικά δίκτυα, ενώ για ένα διάστημα αναμεταδίδονταν και κάποια ξένα δορυφορικά. Στην Ελλάδα δεν υπάρχουν καλωδιακά δίκτυα,[5] όμως κάποια ιδιωτικά και η ΕΡΤ εξέπεμπαν δορυφορικό πρόγραμμα, κυρίως για τους απόδημους Έλληνες. Περιορισμένες είναι οι προσπάθειες για αποκλειστικά ιντερνετικό περιεχόμενο ή για ιντερνετικά κανάλια.

Στον τομέα του προγράμματος, τα ιδιωτικά δίκτυα ακολουθούν την καθιερωμένη διάκριση μεταξύ ενημέρωσης και ψυχαγωγίας, αν και η αναλογία μεταξύ των τομέων δεν είναι σταθερή, ενώ τα δημόσια δίκτυα δίνουν έμφαση στον πολιτισμό και στην εκπαίδευση. Στην ιστορία της ελληνικής τηλεόρασης παρήχθησαν εκατοντάδες σίριαλ, τηλεταινίες και θεατρικά έργα όπως και πολλά ενημερωτικά και ψυχαγωγικά προγράμματα με σημαντική επίδραση στο κοινό. Πάντως, λόγω της οικονομικής κρίσης, η παραγωγή πρωτότυπου προγράμματος σημειώνει κάμψη και κυριαρχούν οι ξένες σειρές και οι επαναλήψεις παλαιών ελληνικών.[6]

Η ελληνική τηλεόραση κατά καιρούς έχει κατηγορηθεί για έλλειψη αντικειμενικότητας στον ενημερωτικό τομέα εξαιτίας της χειραγώγησης των δημόσιων δικτύων από τις μεταπολιτευτικές κυβερνήσεις[7] και εξαιτίας του ότι τα ιδιωτικά δίκτυα προβάλλουν τα επιχειρηματικά ή πολιτικά συμφέροντα των ιδιοκτητών τους. Τα ιδιωτικά κανάλια έχουν ακόμη επικριθεί για το χαμηλής ποιότητας πρόγραμμα στον ψυχαγωγικό και τον ενημερωτικό τομέα.

Σε ό,τι αφορά το νομικό πλαίσιο, αυτό είναι σαφέστερο για τα δημόσια τηλεοπτικά δίκτυα, αλλά τα ιδιωτικά (ιδίως τα επαρχιακά) εξακολουθούν να μην έχουν όλα άδειες εκπομπής όπως σε άλλες χώρες. Το κράτος ρυθμίζει τα ραδιοτηλεοπτικά ζητήματα μέσα από ανεξάρτητη, συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή, το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης, που ιδρύθηκε το 1989.

Ιστορία της τηλεόρασης στην Ελλάδα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πρώτες πειραματικές προσπάθειες (ως το 1966)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο η χρήση της τηλεόρασης σαν μέσο ψυχαγωγίας και ενημέρωσης γενικεύτηκε στον δυτικό κόσμο, είτε κάτω από την κρατική επίβλεψη, όπως στη Βρετανία με το BBC, είτε κάτω από την ιδιωτική πρωτοβουλία και λειτουργία, όπως στις ΗΠΑ με το NBC.[8] Στην Ελλάδα, αντίθετα, το πολιτικό κλίμα με το τέλος του πολέμου και αργότερα του εμφυλίου, αλλά και η κακή οικονομική κατάσταση, εμπόδισαν την ανάπτυξη της τηλεόρασης, την οποία οι πολιτικοί (κυβέρνηση και αντιπολίτευση) δεν ήθελαν, για δικούς τους λόγους. Ακόμη, τα νοικοκυριά δεν μπορούσαν να αντέξουν το κόστος αγοράς των συσκευών, ενώ δεν την έβλεπαν θετικά ούτε οι εκδότες, ούτε και οι κινηματογραφικές επιχειρήσεις.[9] Πάντως η βελτίωση των συνθηκών προς το τέλος της δεκαετίας του 1950 και η σταδιακή εξοικείωση των Ελλήνων με το νέο μέσο[10] έφεραν ξανά το θέμα στο προσκήνιο, αλλά οι προσπάθειες να συσταθεί τηλεοπτικό δίκτυο δεν είχαν αποτέλεσμα. Στο χρονικό αυτό διάστημα, έγιναν πέντε διαγωνισμοί για την ανάπτυξη της τηλεόρασης, τα έτη 1949, 1952, 1955, 1958 και 1959, που τελικά ακυρώθηκαν, ενώ και η Αεροπορία είχε πειραματιστεί με μικρής κλίμακας εκπομπές χωρίς συνέχεια.[11]

Ο πρώτος πειραματικός τηλεοπτικός σταθμός λειτούργησε από τη ΔΕΗ με αρκετές τεχνικές δυσκολίες τον Σεπτέμβριο του 1960 στη Θεσσαλονίκη κατά τη διάρκεια της ΔΕΘ.[12] Οι εκπομπές άρχισαν στις 3 Σεπτεμβρίου και κράτησαν 22 ημέρες. Διαρκούσαν λίγες ώρες κάθε απόγευμα και περιλάμβαναν κυρίως ξένα ντοκιμαντέρ, παιχνίδια και ζωντανό ψυχαγωγικό πρόγραμμα. Στην πρώτη εκπομπή, την πρώτη ημέρα, με παρουσιάστρια την Έλσα Παπαστεργίου, εμφανίστηκε ζωντανά ο τότε πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Καραμανλής.

Παρά τη μεγάλη απήχηση στο κοινό, το εγχείρημα δεν είχε συνέχεια και τα σχέδια για μονιμότερη τηλεοπτική παρουσία δεν υλοποιήθηκαν, αλλά δεν εγκαταλείφθηκαν και εντελώς.[13] Έγιναν και νέοι διαγωνισμοί για την οργάνωση τηλεοπτικού δικτύου, που και αυτοί δεν ολοκληρώθηκαν, ενώ δεν είχαν αποτέλεσμα και οι συζητήσεις με ξένα μέσα· καταγράφονται και πειραματικές αλλά βραχύβιες προσπάθειες, όπως ο τηλεσταθμός της ΔΕΗ το 1962[14] και άλλες προτάσεις που έμειναν στα χαρτιά, όπως μια αμερικανική πρόταση να οργανωθεί από Αμερικανούς ένα πλήρες τηλεοπτικό δίκτυο για την Ελλάδα.[15] Παρά το έντονο ενδιαφέρον των τότε κυβερνήσεων, η ολοκλήρωση των σχετικών σχεδίων εξακολούθησε να παρεμποδίζεται από το, κατά διαστήματα, τεταμένο πολιτικό κλίμα της περιόδου 1960-1965 και τις αντιδράσεις από τους εκδότες, αν και το τελευταίο έχει αμφισβητηθεί ιστορικά.[16]

Εμφάνιση και καθιέρωση της τηλεόρασης (1966-1974)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1965 το ζήτημα ίδρυσης τηλεοπτικού σταθμού επανήλθε στο προσκήνιο. Το Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας (ΕΙΡ) οργάνωσε σταθμό με επικεφαλείς τους Μιχάλη Γιαννακάκο, διευθυντή μελετών του Ιδρύματος, και Γιώργο Κάρτερ, συντονιστή των προγραμμάτων, και οι δοκιμαστικές εκπομπές άρχισαν το φθινόπωρο της ίδιας χρονιάς.[17] Η πρώτη επίσημη τηλεοπτική εκπομπή, στο Κανάλι 5, άρχισε στις 18:30 το βράδυ της Τετάρτης 23ης Φεβρουαρίου 1966, με πρόγραμμα λίγων ωρών που μεταδόθηκε στην Αθήνα και πραγματοποιήθηκε από τον πέμπτο όροφο του νέου τότε υπεραστικού μεγάρου του ΟΤΕ (ΝΥΜΑ) που βρισκόταν στην οδό 3ης Σεπτεμβρίου. Η Ελένη Κυπραίου ήταν η πρώτη παρουσιάστρια της ελληνικής τηλεόρασης. Πάντως, η προσπάθεια έγινε δεκτή, με επιφύλαξη από τον τύπο της εποχής.[18] Σχεδόν ταυτόχρονα με το ΕΙΡ, άρχισε να οργανώνεται από τον στρατό και δεύτερο κανάλι, την Τηλεόραση των Ενόπλων Δυνάμεων (ΤΕΔ), που άρχισε να εκπέμπει στις 27 Φεβρουαρίου στο Κανάλι 10 με τακτικό πρόγραμμα.[19] Σαφή στοιχεία για τον αριθμό των θεατών δεν υπάρχουν, αλλά φαίνεται ότι τις πρώτες ημέρες λειτουργίας των καναλιών ήταν περίπου 2.000, σύντομα όμως οι αριθμοί τους άρχισαν να αυξάνονται.[20]

Το πρόγραμμα της πρώτης ημέρας του ΕΙΡ Το πρόγραμμα της πρώτης ημέρας της ΤΕΔ[21]
18:30 Διεθνή επίκαιρα 19:00 Έναρξη
18:45 Για σας, κυρία μου (ζωντανή εκπομπή) 19:03 Κέρκυρα (ντοκιμαντέρ)
19:00 Αυστραλία (ντοκιμαντέρ) 19:15 Εσοδεία γνώσεων
19:25 Ο Άγγλος γλύπτης Χένρι Μουρ 19:45 Διάλειμμα
19:55 Παίζει η ορχήστρα 19:55 Η ανακάλυψη της πενικιλίνης
20:15 Ο κλέφτης (ταινία μικρού μήκους από τη Βραζιλία) 20:10 Για να γνωρίσετε τον Καναδά
20:30 Λήξη προγράμματος 21:10 Λήξη προγράμματος

Στις 11 Απριλίου ξεκινάει να μεταδίδεται από την τηλεόραση του ΕΙΡ το πρώτο δελτίο ειδήσεων. Αρχικά, τα δελτία μετέδιδαν αποκλειστικά, ξένα θέματα, ενώ στους σταθμούς υπήρχε ελάχιστο ζωντανό πρόγραμμα και καθόλου ελληνικά έργα μυθοπλασίας. Γρήγορα, πάντως, άρχισαν να μεταδίδονται και αθλητικές εκπομπές όπως η «Αθλητική Κυριακή» με τον Γιάννη Διακογιάννη, η οποία από τις 27 Φεβρουαρίου του 1972 που ξεκίνησε, θεωρείται η μακροβιότερη τηλεοπτική εκπομπή. Παρά την προσπάθεια των υπευθύνων δεν μεταδίδονταν ελληνικές ταινίες, λόγω της άρνησης των παραγωγών, όπως του Φιλοποίμενα Φίνου, να δώσουν άδεια μετάδοσης.[22] Γενικότερα όμως και για τα δύο κανάλια οι πόροι και το προσωπικό ήταν πολύ περιορισμένα τα πρώτα χρόνια.

Τον Μάιο του 1966 μεταδίδεται από την τηλεόραση του ΕΙΡ η πρώτη θεατρική εκπομπή Αυτός και το παντελόνι του η οποία αποτελεί ένα μονόπρακτο του συγγραφέα Ιάκωβου Καμπανέλλη, και στην οποία πρωταγωνιστεί ο Βασίλης Διαμαντόπουλος. Στις 20 Ιουνίου 1966 πραγματοποιείται η μετάδοση της ΤΕΔ από τα Τουρκοβούνια, καλύπτοντας όλο το Λεκανοπέδιο Αττικής και την Αίγινα.

Η Χούντα των Συνταγματαρχών διατήρησε αμετάβλητους τους τότε πειραματικούς τηλεοπτικούς σταθμούς (παρότι δεν μετέδωσαν πρόγραμμα τις πρώτες ημέρες του πραξικοπήματος[23]) γιατί εξυπηρετούσαν τα σχέδιά της.[24] Έδωσε μάλιστα προπαγανδιστικό ρόλο στα κανάλια σε ό,τι αφορά τον ενημερωτικό τομέα με την συνεχή προβολή του καθεστώτος και τα χρησιμοποίησε σαν μέσο για να προωθήσει την ιδεολογία της.[25]

Τα δημόσια δίκτυα, αφού περάσαν το στάδιο του πειραματισμού, ακολουθούσαν από το 1968-1969, όταν άρχισαν να εκπέμπουν πλήρες πρόγραμμα, την τυπική στη Δύση δομή με ψυχαγωγία και ενημέρωση. Οι εκπομπές διαρκούσαν 6-8 ώρες την ημέρα, το μεσημέρι και, μετά από ένα απογευματινό διάλειμμα, το βράδυ. Σταδιακά το πρόγραμμα και στα δύο κανάλια, αλλά πολύ περισσότερο στην ΤΕΔ, που το 1968 μετονομάστηκε σε Υπηρεσία Ενημερώσεως των Ενόπλων Δυνάμεων (ΥΕΝΕΔ) και είχε την εύνοια του καθεστώτος σαν στρατιωτικό κανάλι,[26] εμπλουτίστηκε με ενημερωτικές, προπαγανδιστικές εκπομπές, αθλητικές μεταδόσεις, τοκ σόου (όπως το «Αλάτι και Πιπέρι» με τον Φρέντυ Γερμανό)[27] ζωντανό πρόγραμμα, θέατρο, μουσική και παιχνίδια. Τα δελτία ειδήσεων είχαν ωστόσο πολύ λόγο και σχετικά λίγη εικόνα. Η νεοσύστατη ΥΕΝΕΔ μεταφέρεται στις νέες εγκαταστάσεις, στη Λεωφόρο Μεσογείων 136 και εγκαθιστά τηλεοπτικό πομπό ισχύος 30 KW στον Υμηττό.

Στις 2 Απριλίου του 1970 μεταδόθηκε από την ΥΕΝΕΔ το πρώτο ελληνικό σίριαλ, «Το σπίτι με τον φοίνικα», σε σενάριο της Κικής Σεγδίτσα. Στις 2 Μαΐου ακολουθεί το σίριαλ Ο κύριος συνήγορος του Κώστα Πρετεντέρη, ενώ γρήγορα εμφανίστηκαν δεκάδες, άλλα με αρκετή απήχηση στο κοινό, το οποίο μεγάλωνε συνεχώς, χάρη στις αθλητικές μεταδόσεις (παράδειγμα το Μουντιάλ του 1970) και στις ενέργειες της χούντας να διανέμει στην επαρχία τηλεοράσεις.[28] Ιστορική στιγμή εκείνης της περιόδου ήταν η αναμετάδοση της προσελήνωσης του Απόλλων 11 την Κυριακή 20 Ιουλίου του 1969 από το ΕΙΡ μέσω τους διεθνούς ραδιοτηλεοπτικού συστήματος της EBU (Eurovision), σε περιγραφή του δημοσιογράφου Ιάσων Μοσχοβίτη, που κράτησε έως τις 5 μετά τα μεσάνυχτα (ώρα Ελλάδος) και μάλλον την παρακολούθησαν όλοι οι τότε τηλεθεατές, οι οποίοι πρέπει να έφταναν έως και τους 200.000.[29]

Στις 16 Σεπτεμβρίου 1969, η Eurovision μεταδίδει για πρώτη φορά απευθείας εκπομπή από την Ελλάδα με τους αγώνες του 9ου Πανευρωπαϊκού Πρωταθλήματος Στίβου. Για την κάλυψη των αγώνων, αγοράζονται από τον ΣΕΓΑΣ αυτοκίνητα εξωτερικών μεταδόσεων και βίντεο 2 ιντσών, τα οποία παραδίδονται μετά τους αγώνες στο ΕΙΡ. Στις 26 Οκτωβρίου, πραγματοποιείται η πρώτη εξωτερική μετάδοση από το ΕΙΡ, και η οποία είναι η δοξολογία από τον Ιερό Ναό Αγίου Δημητρίου Θεσσαλονίκης. Το 1970 το ΕΙΡ μετονομάζεται σε Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας Τηλεοράσεως (ΕΙΡΤ).

Στις 12 Οκτωβρίου 1971 ξεκινάει να μεταδίδεται η σειρά «Άγνωστος Πόλεμος» του Νίκου Φώσκολου, η οποία καταγράφει ρεκόρ τηλεθέασης, μέχρι την ολοκλήρωσή της το 1974. Στις 3 Ιανουαρίου 1972 κάνει πρεμιέρα στο ΕΙΡΤ η εκπομπή Το θέατρο της Δευτέρας, με πρώτη θεατρική παράσταση Το Εξπρές για το Σαντιάγκο της Ισιντόρα Αγκουΐρε. Με μαγνητοσκοπήσεις παραστάσεων από την Επίδαυρο, το Ηρώδειο, αλλά και με πρωτότυπες παραγωγές, που αριθμούν πάνω από 450 θεατρικά έργα, η εκπομπή θα συμβάλει ουσιαστικά στην διαμόρφωση της θεατρικής παιδείας στην Ελλάδα.

Στις 3 Οκτωβρίου 1973 ξεκινάει να μεταδίδεται από το ΕΙΡΤ το πρώτο σήριαλ που είναι βασισμένο στην ελληνική λογοτεχνία, «Οι Έμποροι των Εθνών» του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, σε σκηνοθεσία Δημήτρη Ποντίκα και Κώστα Φέρρη και πρωτότυπη μουσική του Σταύρου Ξαρχάκου με ερμηνευτή το Νίκο Ξυλούρη.

Υπήρξε ακόμη και μια προσπάθεια για ιδιωτικό κανάλι με έδρα τη βόρεια Ελλάδα, οργανωμένο κυρίως από διαφημιστές της περιοχής. Το Κανάλι 3 εξέπεμπε από τον Μάρτιο του 1964 ως τον Σεπτέμβριο του 1970 ψυχαγωγικό και ενημερωτικό πρόγραμμα χωρίς άδεια, ώσπου έκλεισε από το χουντικό καθεστώς.[30] Άλλη μια βραχύβια δημόσια προσπάθεια καταγράφεται το 1971 και 1972 με εκπομπές που μεταδόθηκαν στη ΔΕΘ με ευθύνη του ΟΤΕ.[31]

Η τηλεόραση στην μεταπολίτευση (1974-1989)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τον Ιανουάριο του 1974 εγκαινιάζεται το Ραδιομέγαρο της Αγίας Παρασκευής όπου μετεγκαθίσταται σταδιακά ο ραδιοτηλεοπτικός εξοπλισμός του ΕΙΡΤ από τα κτίρια του Ζαππείου και του ΟΤΕ. Ωστόσο, η πτώση της χούντας, τον Ιούλιο του 1974 συνοδεύτηκε από προσδοκίες για εκδημοκρατισμό της τηλεόρασης. Στο ΕΙΡΤ τοποθετήθηκε διευθυντής ο Δημήτρης Χορν, στενός φίλος του Κωνσταντίνου Καραμανλή, και υποδιευθυντής ο δημοσιογράφος Παύλος Μπακογιάννης, ενώ περιλήφθηκαν επιφανή ονόματα στο ΔΣ του οργανισμού, όπως ο Οδυσσέας Ελύτης.[32] Παρέλαβαν όμως μια δομή που δεν άλλαξε πολύ μετά την πτώση της χούντας, παρουσίαζε συμπτώματα κακοδιοίκησης και είχε πληθώρα προσωπικού. Η έκθεση του επί πολλά χρόνια διοικητή του BBC Χιου Γκριν (Hugh Greene) το 1975, αφού περιέγραφε την κατάσταση στο ΕΙΡΤ, έκανε ριζοσπαστικές προτάσεις αναδιοργάνωσης, όπως μετατροπή σε νομικό πρόσωπο, αποστρατικοποίηση της ΥΕΝΕΔ και συγχώνευση με την ΕΡΤ, αλλαγή νοοτροπίας και καλύτερη χρηματοδότηση, οι οποίες για διάφορους λόγους δεν ελήφθησαν όλες υπόψη.[33]

O Γιώργος Κάρτερ ήταν μεταπολεμικά ένας από τους πρωτεργάτες της ραδιοφωνίας και της τηλεόρασης στην Ελλάδα, με παρουσία και στην μεταπολίτευση.

Στις 29 Μαΐου 1975 μεταδίδεται η τηλεοπτική μεταφορά του Νίκου Καζαντζάκη, «Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται» σε σκηνοθεσία του Βασίλη Γεωργιάδη, ενώ ακολουθούν και άλλες σημαντικές και βασισμένες στην ελληνική λογοτεχνία τηλεοπτικές σειρές, όπως το 1975 με την «Τερέζα Βάρμα-Διακόστα» του Γρηγόρη Ξενόπουλου και την «Μενεξεδένια πολιτεία» του Άγγελου Τερζάκη, το 1976 με τον Γιούγκερμαν του Μ. Καραγάτση και την «Γαλήνη» του Ηλία Βενέζη, το 1977 με τους Πάνθεους του Τάσου Αθανασιάδη, το 1978 με το «Λεμονοδάσος» του Κοσμά Πολίτη και τέλος το 1979 με τον «Συμβολαιογράφο» του Αλεξάνδρου Ρίζου Ραγκαβή.

Στις 13 Δεκεμβρίου 1975 και με το νόμο 230/1975[34] το ΕΙΡΤ μετατρέπεται σε Ελληνική Ραδιοφωνία Τηλεόραση (ΕΡΤ). Στις 24 Φεβρουαρίου του 1976, ξεκινάει να μεταδίδεται, η ριζοσπαστική σειρά πολιτιστικών ντοκιμαντέρ Παρασκήνιο, από την εταιρεία Cinetic η οποία αναλαμβάνει την εκτέλεση της παραγωγής. To 1977 αρχίζει η σειρά εκπομπών Εικόνες με θέμα τις εικαστικές τέχνες, σε σκηνοθεσία Γιώργου Εμιρζά και παρουσίαση της Μαρίας Καραβία. Η εκπομπή μετεξελίχθηκε το 1983 σε Εικαστικά.

Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1970 τα δύο κανάλια συνέχισαν χωρίς σημαντικές αλλαγές, παράγοντας ενημερωτικό πρόγραμμα και αρκετά επιτυχημένα σίριαλ, πολλά με πρωταγωνιστές ηθοποιούς του κινηματογράφου, ο οποίος είχε αρχίσει να φθίνει λόγω και της τηλεόρασης.[35] Οι ζωντανές εκπομπές περιορίζονταν στα δελτία ειδήσεων, σε ενημερωτικά προγράμματα και σε αθλητικές μεταδόσεις, ενώ άρχισαν σταδιακά και κάποιες εκπομπές πολιτικού λόγου. Γενικά πολλές από τις εκπομπές της εποχής μιμούνταν ξένα πρότυπα.

Από τον Ιανουάριο του 1979 η ελληνική τηλεόραση πέρασε σταδιακά σε έγχρωμη μετάδοση με το γαλλικό σύστημα SECAM, του οποίου η χρήση έναντι του γερμανικού PAL έφτασε να γίνει πολιτικό ζήτημα, αφού ήταν προσωπική επιλογή του πρωθυπουργού Κωνσταντίνου Καραμανλή.[36] Την περίοδο αυτή, αγοράζονται έγχρωμα βίντεο 1 και 2 ιντσών.

Η πρώτη εγχώρια έγχρωμη παραγωγή τηλεοπτικής σειράς, ήταν η διασκευή του ομώνυμου μυθιστορήματος του Κοσμά Πολίτη «Εκάτη». Το 1979 ακολουθεί η σειρά «Η δασκάλα με τα χρυσά μάτια», βασισμένη στο ομώνυμο έργο του Στρατή Μυριβήλη. Στις 28 Μαΐου του ίδιου έτους πραγματοποιείται από το Ζάππειο η απευθείας μετάδοση της τελετής ένταξης της Ελλάδας στην ΕΟΚ, ενώ στις 10 Δεκεμβρίου η ΕΡΤ μεταδίδει τη μαγνητοσκόπηση της τελετής απονομής του βραβείου Νόμπελ στον Οδυσσέα Ελύτη από την αίθουσα συναυλιών της Στοκχόλμης.

Στις 19 Ιανουαρίου 1980 κάνει πρεμιέρα η σειρά «Λωξάντρα» βασισμένη στο μυθιστόρημα της Μαρίας Ιορδανίδου σε σκηνοθεσία του Γρηγόρη Γρηγορίου, ενώ ακολουθούν και άλλες τηλεοπτικές διασκευές διαφόρων λογοτεχνικών έργων όπως η «Αστροφεγγιά» του Ι.Μ. Παναγιωτόπουλου, Για την τιμή και το χρήμα του Κωνσταντίνου Θεοτόκη, η Μεθυσμένη πολιτεία του Σωτήρη Πατατζή, η «Αργώ» του Γιώργου Θεοτοκά και οι Άθλιοι των Αθηνών του Ιωάννη Κονδυλάκη.

Στις 10 Ιανουαρίου 1981 ξεκινάει να μεταδίδεται το πρώτο παιδικό σήριαλ Ο κήπος με τα αγάλματα βασισμένο στο ομότιτλο βιβλίο της Ελένης Σαραντίτη-Παναγιώτου, σε σενάριο και σκηνοθεσία του Παντελή Βούλγαρη, ενώ ακολουθούν και άλλα, όπως το 1984 με το Θησαυρό της Βαγίας της Ζωρζ Σαρή, το 1989 με το «Παραμύθι χωρίς όνομα» της Πηνελόπης Δέλτα και τέλος το 1990 με το «Καπλάνι της βιτρίνας» της Άλκης Ζέη.

Αρχές Μαρτίου του 1982 ξεκινάει η εκπομπή Κινηματογραφική Λέσχη την οποία προλογίζει ο κριτικός κινηματογράφου Γιάννης Μπακογιαννόπουλος, με προβολές ταινιών από γνωστούς στην υφήλιο σκηνοθέτες. Στις 9 Μαρτίου κάνει πρεμιέρα η σειρά αυτοβιογραφικών ντοκιμαντέρ Μονόγραμμα από τον Γιώργο και την Ηρώ Σγουράκη, ενώ ακολουθούν και πολιτιστικές εκπομπές: Κοχλίας (1982), Οι ποιητές μας (1983), Περισκόπιο, Τέχνη και πολιτισμός.

Στις 26 Ιουλίου του 1982 προβάλλεται η σειρά Φονιάς, βασισμένη στην κοινωνική νουβέλα του Γεώργιου Βιζυηνού σε σκηνοθεσία του Κώστα Λυχναρά και του Δήμου Θέου, ενώ ακολουθούν ο «Ζητιάνος» του Ανδρέα Καρκαβίτσα και οι Δεσμώτες του Άγγελου Τερζάκη. Στις 6 Σεπτεμβρίου πραγματοποιείται η πρώτη έγχρωμη ζωντανή μετάδοση των Πανευρωπαϊκών Αγώνων Στίβου από το νέο Ολυμπιακό Στάδιο της Καλογρέζας, σε όλη την Ελλάδα και μέσω του δικτύου της Eurovision σε Ευρώπη και Αμερική. Η μετάδοση διακόπτεται στις 9 Σεπτεμβρίου.

Η νίκη του ΠΑΣΟΚ στις εκλογές του 1981 συνοδεύτηκε και αυτή από προσδοκίες για μεγάλες αλλαγές στην τηλεόραση που τελικά δεν υλοποιήθηκαν. Αντίθετα, η περίοδος που ακολούθησε χαρακτηρίστηκε από παρεμβατικότητα και λαϊκισμό.[37] Την Παρασκευή 1 Οκτωβρίου 1982,[38] με διάταξη σε άσχετο μάλιστα νομοσχέδιο, αποστρατικοποιήθηκε τελικά η ΥΕΝΕΔ (ένα στρατιωτικό κανάλι φαινόταν περίεργη κατάσταση σε μια χώρα της ΕΟΚ, στην οποία μόλις είχε ενταχτεί η Ελλάδα) και μετονομάστηκε σε ΕΡΤ2,[39] ενώ αντίστοιχα η ΕΡΤ μετονομάστηκε σε ΕΡΤ1.

Μαζί με την ΕΡΤ πέρασαν σε στενότερο κρατικό έλεγχο σε ό,τι αφορά τη διοίκηση και το ενημερωτικό πρόγραμμα, με αποτέλεσμα, μεταξύ άλλων, την υπερπροβολή των κυβερνητικών δραστηριοτήτων και τις συχνές αλλαγές διοικητών για πολιτικούς λόγους.[40] Στο πρόγραμμα υπήρξε στροφή σε κοινωνικού τύπου έργα μυθοπλασίας, τηλεταινίες και ντοκιμαντέρ που ταίριαζαν και με την ιδεολογική γραμμή της νέας κυβέρνησης, αλλά και σε νέους δημιουργούς.

Στις 13 Μαΐου 1983 ξεκινάει να προβάλλεται η διασκευή του ομώνυμου διηγήματος του Κωνσταντίνου Θεοτόκη Ο κατάδικος σε σκηνοθεσία Κώστα Κουτσομύτη, ενώ ακολουθούν «Η Κυρία Ντορεμί» της Λιλίκας Νάκου και η Αρχαία Σκουριά της Μάρως Δούκα. Στα επόμενα χρόνια, ακολουθούν και άλλες βασισμένες στην ελληνική λογοτεχνία σειρές, όπως το 1984 με τον Πατούχα του Ιωάννη Κονδυλάκη, το 1985 με τον Καπνισμένο ουρανό του Κωστή Κοτζιά και τις Ακυβέρνητες πολιτείες του Στρατή Τσίρκα και τέλος το 1986 με τη Μαντάμ Σουσού του Δημήτρη Ψαθά.

Στις 11 Αυγούστου του 1987 η ΕΡΤ Α.Ε. αναδιαρθρώθηκε. Η ΕΡΤ1 και η ΕΡΤ2 συγχωνεύονται στο νέο ενιαίο φορέα[41] μετονομάζοντας τα κανάλια σε ΕΤ1 και ΕΤ2. Στις 1 Σεπτεμβρίου 1988 ξεκινάει να εκπέμπει η ΕΤ3, το τρίτο κανάλι της ΕΡΤ από τη Θεσσαλονίκη, αρχικά με δοκιμαστικό πρόγραμμα 90 λεπτών κάθε Τετάρτη και από τον Ιανουάριο του 1989 με τακτικό πλέον πρόγραμμα, λόγω και της πίεσης για τα ιδιωτικά κανάλια. Το πρόγραμμά της εστιάζεται κυρίως στη Μακεδονία και την Βόρεια Ελλάδα, ενώ για χρόνια είχε χαμηλές τηλεθέασεις και μεγάλη εξάρτηση από την Αθήνα.[42]

Στα μέσα του 1987 άρχισαν να προβάλλονται σειρές μυθοπλασίας, όπως Το μπουρίνι του Μ. Καραγάτση, Σαν τα τρελά πουλιά της Μαρίας Ιορδανίδου καθώς και το Βιβλιόραμα το οποίο ήταν δεκαπενθήμερο περιοδικό με θέμα το βιβλίο, σε σκηνοθεσία του Δημήτρη Βερνίκου. Στις 3 Απριλίου 1988 προβάλλεται η σειρά Κλειστοί δρόμοι που είναι βασισμένη στο μυθιστόρημα Αγριολούλουδο του Παύλου Νιρβάνα σε σκηνοθεσία του Γιώργου Μιχαηλίδη.

Επικράτηση της ιδιωτικής τηλεόρασης (1989-2010)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Προς το τέλος της δεκαετίας του 1980, μετά την απελευθέρωση της ραδιοφωνίας το 1987, λόγω του κρατικού ελέγχου που εξακολουθούσε να είναι στενός και των τάσεων αποκρατικοποίησης των ΜΜΕ στην Ευρώπη, ενισχύθηκε το αίτημα για ιδιωτική τηλεόραση. Μετά τις εκλογές του 1985 η αντιπολίτευση υπό την Νέα Δημοκρατία άρχισε να θέτει επιτακτικά το ζήτημα της ανεξαρτητοποίησης της δημόσιας τηλεόρασης ενώ και η ΕΟΚ άρχισε να προετοιμάζει πανευρωπαϊκά το έδαφος με το άνοιγμα της σχετικής αγοράς.[43] Δήμαρχοι που πρωτοστάτησαν στην πίεση προς την κυβέρνηση για ιδιωτική ραδιοφωνία, όπως ο Μιλτιάδης Έβερτ στην Αθήνα, ο Σωτήρης Κούβελας στη Θεσσαλονίκη και ο Ανδρέας Ανδριανόπουλος στον Πειραιά, όλοι από τη ΝΔ, άρχιζαν να πιέζουν και για ιδιωτική τηλεόραση, ενώ, την ίδια ώρα, και οι μεγάλοι εκδότες άρχιζαν να προετοιμάζονται στο παρασκήνιο για την οργάνωση καναλιών.[44]

Η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ αντιδρούσε στην προοπτική της ιδιωτικής τηλεόρασης και με διάφορες δικαιολογίες ανέβαλλε την έκδοση αδειών, αν και είχε συστήσει κοινοβουλευτική επιτροπή που θα διερευνούσε το θέμα.[45] Παρά ταύτα έδωσε την άδεια για την αναμετάδοση από τον Σεπτέμβριο του 1988 έξι ξένων δορυφορικών καναλιών σε δέκα μεγάλες πόλεις, σε ένα είδος αντίβαρου στην διαφαινόμενη απελευθέρωση της τηλεόρασης.[46] Τον Οκτώβριο του 1988, είχε αρχίσει να λειτουργεί στον Πειραιά, το συνδρομητικό κανάλι TV Plus, που μετέδιδε μόνο ταινίες, ενώ στο τέλος του 1988 άρχισε να εκπέμπει στη Θεσσαλονίκη και η αντιπολιτευόμενη TV 100, η λειτουργία του οποίου συνοδεύτηκε από επεισόδια και δικαστικές διαμάχες.[47] Τελικά η κυβέρνηση μετέθεσε τις αποφάσεις περί αδειών για μετά τις εκλογές του Ιουνίου του 1989, τις οποίες όμως έχασε, οπότε το ζήτημα διευθετήθηκε από την κυβέρνηση Τζαννετάκη που πέρασε τη σχετική νομοθεσία (νόμος 1866/1989) με την ίδρυση του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης (ΕΣΡ) το οποίο μέχρι και σήμερα αναλαμβάνει την εποπτεία του ραδιοφωνικού και τηλεοπτικού τοπίου[48].

Στις 9 Μαρτίου 1989 ξαναμεταφέρεται στην Ελληνική τηλεόραση η κοινωνική σειρά «Εκείνος κι εκείνος» του Κώστα Μουρσελά, η οποία είχε προβληφθεί την περίοδο 1972-1974. Το 1990 μετά τη διακρατική συμφωνία των κυβερνήσεων Ελλάδας και Κύπρου δημιουργείται ο δορυφορικός δίαυλος του προγράμματος μεταξύ της ΕΡΤ και του ΡΙΚ ενώ η ΕΡΤ ανανεώνει την έγχρωμη μετάδοσή της με το σύστημα PAL.

Στις 24 Σεπτεμβρίου 1990 ξεκινάει να μεταδίδεται η τηλεοπτική μεταφορά του ομότιτλου μυθιστορήματος του Γρηγόρη Ξενόπουλου Το Φάντασμα, ενώ την ίδια χρονιά κάνουν πρεμιέρα τα σήριαλ Η πόλη του Σπύρου Πλασκοβίτη και Η φανέλα με το νούμερο εννιά του Μένη Κουμανταρέα. Στις 3 Ιανουαρίου 1993 ξεκινάει να μεταδίδεται το βιογραφικό σήριαλ εποχής «Κωστής Παλαμάς», με την ευκαιρία της συμπλήρωσης των 50 χρόνων από το θάνατό του, ενώ την ίδια χρονιά, ακολουθούν η παιδική σειρά Ο αργοναύτης που είναι διασκευή του ομώνυμου μυθιστορήματος του Στρατή Μυριβήλη και η σειρά ντοκιμαντέρ Τα λόγια της πόλης του Γιάννη Σμαραγδή που αποτελεί τη συνέχεια του κύκλου ποιητικών ντοκιμαντέρ Η δε πόλις ελάλησεν που προβλήθηκε το 1990.

Οι σχετικές προσωρινές άδειες διάρκειας επτά ετών δόθηκαν στις 24 Ιουλίου 1989 για δύο σταθμούς, το Mega Channel που άρχισε να εκπέμπει στις 20 Νοεμβρίου και τη Νέα Τηλεόραση που δεν εξέπεμψε ποτέ.[49] Αντίθετα, στις 31 Δεκεμβρίου άρχισε να εκπέμπει ο ΑΝΤ1 ενώ, νωρίτερα, αλλά προς το τέλος της χρονιάς, είχε αρχίσει να εκπέμπει και το Κανάλι 29 των εκδοτών της Αυριανής, Γιώργου και Μάκη Κουρή. Το Mega Channel και η Νέα Τηλεόραση ήταν επιχειρήσεις που στηρίζονταν από μεγάλους εκδότες των εφημερίδων, ενώ ο Antenna βασιζόταν στα κεφάλαια του εφοπλιστή Μίνωα Κυριακού.

Στο Mega Channel μετείχαν με 20% έκαστος οι εκδότες των εφημερίδων Βήμα και Νέα (Χρ. Λαμπράκης), Έθνος (Γ. Μπόμπολας), Ελευθεροτυπία (Χρ. Τεγόπουλος), Καθημερινή (Αρ. Αλαφούζος), και Μεσημβρινή (οικογένεια Βαρδινογιάννη).[50] Στη Νέα Τηλεόραση μετείχαν οι εκδότες του Ελεύθερου Τύπου, της Απογευματινής και ο Μίνως Κυριακού. Μέχρι και σήμερα τα μεγάλα ιδιωτικά δίκτυα στηρίζονται σε μεγάλο βαθμό σε εκδοτικά και επιχειρηματικά συμφέροντα, χωρίς πολύ μεγάλη συμμετοχή ξένων κεφαλαίων.

Στις 31 Ιουλίου 1992 ιδρύεται η Εθνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών (ΕΕΤ) η οποία αναλαμβάνει αρχικά την εποπτεία για τις τηλεπικοινωνιακές αγορές.[51] Το καλοκαίρι του 1995 μετονομάζεται σε Εθνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων (ΕΕΤΤ) ξεκινώντας και επίσημα τη λειτουργία της αναλαμβάνοντας μέχρι και σήμερα τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες και την ταχυδρομική αγορά. Στις 24 Φεβρουαρίου 1995 ξεκινάει η μετάδοση της σειράς Η Λυγερή που είναι βασισμένη στο ομώνυμο βιβλίο του Ανδρέα Καρκαβίτσα σε σκηνοθεσία Μιχάλη Παπανικολάου. Στις 21 Μαρτίου ακολουθεί η σειρά Χαμένη άνοιξη του Στρατή Τσίρκα, σε σενάριο Μάριου Ποντίκα και σκηνοθεσία Χριστόφορου Χριστοφή.

Στις 13 Φεβρουαρίου του 1996 προβάλλεται η σειρά μυθοπλασίας Ο πρίγκιπας του Μήτσου Κασόλα σε σκηνοθεσία του Τάσου Ψαρρά, ενώ στις 13 Σεπτεμβρίου πραγματοποιείται η ζωντανή μετάδοση από το στούντιο της ΕΡΤ του πρώτης για την ελληνική τηλεόραση δημόσιας συζήτησης (debate) μεταξύ των αρχηγών των δύο μεγάλων κομμάτων, του Κωνσταντίνου Σημίτη από το ΠΑΣΟΚ και του Μιλτιάδη Έβερτ από τη Νέα Δημοκρατία, σε συντονισμό του δημοσιογράφου Πέτρου Ευθυμίου και σχολιασμό των Θεόδωρου Ρουσόπουλου, Παύλου Τσίμα και Γιώργου Παπουτσάνη, στο πλαίσιο των Ελληνικών βουλευτικών εκλογών που έγιναν τότε.

Θεαματικότητες το διάστημα 1989-1993. Η έλευση της ιδιωτικής τηλεόρασης μείωσε κατά πολύ τις θεαματικότητες της ΕΤ1 και της ΕΤ2, την ώρα που τα δύο μεγάλα ιδιωτικά, Mega και Ant1, σταθεροποιήθηκαν πάνω από το 30%.[52]

Η έλευση της ιδιωτικής τηλεόρασης είχε καταλυτική επίδραση στην παραγωγή του τηλεοπτικού προγράμματος και στις συνήθειες των Ελλήνων[53] και συρρίκνωσε κατά πολύ την επιρροή της δημόσιας, που έχασε σε θεαματικότητα,[54] σε έσοδα από διαφημίσεις,[55] ακόμα και σε προσωπικό, που μετακινήθηκε σε ιδιωτικά δίκτυα, λόγω καλύτερων αμοιβών και συνθηκών εργασίας. Αποτελεσματική στάθηκε πάντως μια προσπάθεια βελτίωσης και αναμόρφωσης της θέσης των κρατικών καναλιών που έγινε προς τα τέλη της δεκαετίας του 1990. Στις 20 Οκτωβρίου 1997 η ΕΤ1 μετονομάστηκε σε ΝΕΤ μετατρέποντάς το σε ενημερωτικό κανάλι ενώ η ΕΤ2 μετονομάστηκε σε ΕΤ1 μετατρέποντάς το σε ψυχαγωγικό και πολιτιστικό κανάλι, κινήσεις που είχαν θετική επίπτωση στο κοινό, τα επόμενα χρόνια.[56] Ωστόσο, την ίδια περίοδο, το δορυφορικό πρόγραμμα της ΕΡΤ, μετά την Ευρώπη και την Αφρική, ξεκινάει να μεταδίδεται στην Αμερική και τον Καναδά, ενώ στις 3 Νοεμβρίου ξεκινάει η σειρά Η αγάπη άργησε μια μέρα, βασισμένη στο ομώνυμο έργο της Λιλής Ζωγράφου.

Το σύστημα των καναλιών πανελλαδικής εμβέλειας τελικά παγιώθηκε γύρω από τα τρία δημόσια δίκτυα και από τα ιδιωτικά με το Mega και τον ΑΝΤ1 να είναι τα μεγαλύτερα, μαζί με τα κάπως μικρότερα (Star Channel, Alpha, Alter, ΣΚΑΪ), αρκετά μικρότερης επιρροής και τοπικής εμβέλειας (ΑΡΤ, 902, Nickelodeon, Kontra, Μακεδονία TV και άλλα) και πολλές δεκάδες περιφερειακής και τοπικής εμβέλειας (TV 100, Δίκτυο και ούτω καθεξής). Με την πάροδο των ετών, ο Alpha μπήκε ανάμεσα στα δυο κανάλια και πλέον αποτελούν μαζί με τα άλλα δυο τα τρία πλέον μεγαλύτερα ελληνικά δίκτυα.

Τα μεγάλα ιδιωτικά δίκτυα επένδυσαν πολλά στην ενημέρωση και την ψυχαγωγία, και πολύ λιγότερο στον παιδικό και τον επιμορφωτικό τομέα. Το Mega επέλεξε κωμικά και δραματικά σίριαλ, κάποια από τα οποία είχαν μεγάλη απήχηση στο κοινό («Δύο Ξένοι», «Αίθουσα του θρόνου») και ο ANT1 είχε μεγαλύτερη επιτυχία ειδικά με τις καθημερινές σειρές του Νίκου Φώσκολου. Τα μικρότερα ιδιωτικά δίκτυα προτίμησαν να δώσουν βάρος στην ψυχαγωγία, κυρίως με ταινίες και ξένες σειρές, κατά καιρούς και στην ενημέρωση, με ερευνητικές και ειδησεογραφικές εκπομπές. Τα τοκ σόου ήταν η βασική μορφή μιας ενημερωτικής εκπομπής και σταδιακά επικράτησαν έναντι των εκπομπών ερευνητικής δημοσιογραφίας.

Η ιδιωτική τηλεόραση δημιούργησε μια μεγάλη αγορά φέρνοντας πολλούς παίκτες και νέες υπηρεσίες. Στις 15 Οκτωβρίου του 1994 άρχισε να εκπέμπει το πρώτο συνδρομητικό δίκτυο, το Filmnet, σε συχνότητες που ενοικίασε από την ΕΡΤ,[57] με πρόγραμμα που επικεντρώνονταν στις ταινίες πρώτης προβολής και τα αθλητικά. Προς το τέλος της δεκαετίας έγιναν κινήσεις και για ψηφιακή δορυφορική πλατφόρμα: στις 16 Νοεμβρίου 1999 άρχισε να εκπέμπει η Nova, ενώ στις 29 Οκτωβρίου 2001 άρχισε να εκπέμπει η επίσης Alpha Digital Services που χρεωκόπησε ένα χρόνο αργότερα·[58] σήμερα σε λειτουργία παραμένει η Nova και η COSMOTE TV. Δορυφορικά προγράμματα για τους απόδημους εξέπεμπαν κατά καιρούς η ΕΡΤ, το Mega, ο ANT1 και το Alter.[59]

Τη δεκαετία του 2000 δεν υπήρξαν σημαντικές αλλαγές στο σκηνικό, με τα ιδιωτικά κανάλια να κυριαρχούν, αλλά να χάνουν σταδιακά θεατές, κυρίως προς τα νέα ψηφιακά μέσα και τα δημόσια να ανταγωνίζονται σε κάποιες περιπτώσεις τα ιδιωτικά. Ωστόσο, στις αρχές του 2000 η ΕΡΤ αγοράζει τα πρώτα επαγγελματικά ψηφιακά βίντεο Digital Betacam και DVCpro. Στις 24 Ιανουαρίου 2000 ξεκινάει να μεταδίδεται η σειρά Ύστερα ήρθαν οι μέλισσες βασισμένη στο ομότιτλο μυθιστόρημα του Γιάννη Ξανθούλη σε σκηνοθεσία Κώστα Κουτσομύτη, ενώ στις 6 Νοεμβρίου 2002 ξεκινάει η σειρά Ασθενείς και οδοιπόροι του Γιώργου Θεοτοκά σε σκηνοθεσία του Χρήστου Παληγιαννόπουλου.

Στις 13 Αυγούστου 2004 η ΕΡΤ πραγματοποιεί τη μεγαλύτερη τηλεοπτική μετάδοση των Θερινών Ολυμπιακών Αγώνων που διεξήχθησαν στην Αθήνα, με 1000 συνολικά ώρες προγράμματος και ανανεωμένο τεχνολογικό εξοπλισμό. Στις 16 Ιανουαρίου 2006 η ΕΡΤ ξεκινάει τη μετάδοση σήματος της επίγειας ψηφιακής τηλεόρασης, εγκαινιάζοντας την εκπομπή των καναλιών πρίσμα+ στις 20 Μαρτίου προσφέροντας υπηρεσίες πρόσβασης για κωφούς και τυφλούς, σινέ+ στις 25 Απριλίου με κινηματογραφικές ταινίες και σπορ+ στις 29 Μαΐου με αθλητικές εκπομπές.

Στις 15 Ιανουαρίου 2009 προβάλλεται η βιογραφική σειρά «Καρυωτάκης» η οποία αφορά τη ζωή του Κώστα Καρυωτάκη, σε σενάριο και σκηνοθεσία του Τάσου Ψαρρά. Την ίδια περίοδο, ιδρύεται η Digea - Ψηφιακός Πάροχος Α.Ε. μέσω της οποίας ξεκινάει στις 25 Σεπτεμβρίου η πρώτη ψηφιακή εκπομπή των ιδιωτικών τηλεοπτικών σταθμών στον Κορινθιακό κόλπο.

Από το 2006 άρχισαν οι προετοιμασίες για την μετάβαση στην επίγεια ψηφιακή τηλεόραση (switchover), τόσο οι νομοθετικές (νόμος 3592/2007) όσο και οι τεχνικές από τα κανάλια και τους τηλεθεατές, με προγραμματισμένη ημερομηνία το 2012,[60] αν και δεν ολοκληρώθηκαν σε όλη τη χώρα παρά μόνο τον Φεβρουάριο του 2015, καθυστερημένα σε σχέση με άλλες χώρες της ΕΕ.[61]

Κρίση, κλείσιμο και επαναλειτουργία της ΕΡΤ (2010-σήμερα)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η κακή οικονομική κατάσταση των περισσότερων καναλιών άρχισε να γίνεται εμφανής μετά το 2008 και περισσότερο μετά το 2010, με το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης.[62] Εξαιτίας της έκλεισε ένα πανελλαδικής εμβέλειας κανάλι, το Alter Channel, και πολλά τοπικής εμβέλειας. Ο προϋπολογισμός των υπόλοιπων περιορίστηκε δραματικά, όπως και τα έσοδα από τη διαφήμιση, και συρρικνώθηκε το εγχώριο ψυχαγωγικό και ενημερωτικό πρόγραμμα υπέρ ξένων σειρών, πολλές από τις οποίες είναι τούρκικες.[63] Συχνό είναι ακόμη το φαινόμενο των επαναλήψεων και της σύμπτωσης του περιχομένου από το ένα κανάλι στο άλλο.[64]

Στις 27 Απριλίου 2011 πραγματοποιείται η πρώτη ζωντανή μετάδοση ελεύθερου σήματος υψηλής ευκρίνειας (high definition) από το πιλοτικό πρόγραμμα της ΕΡΤ HD, μέσω της επίγειας ψηφιακής τηλεόρασης, με τον ποδοσφαιρικό αγώνα για τα ημιτελικά του ΟΥΕΦΑ Τσάμπιονς Λιγκ (Ρεάλ Μαδρίτης - Μπαρτσελόνα).

Στις 11 Ιουνίου του 2013 η συγκυβέρνηση ΝΔ-ΠΑΣΟΚ-ΔΗΜΑΡ αποφάσισε αιφνιδιαστικά τη διακοπή λειτουργίας της ΕΡΤ με αποτέλεσμα την απόλυση περίπου 2.700 υπαλλήλων και εργαζομένων της. Σκοπός ήταν η δημιουργία μιας νέας εξυγιασμένης εταιρείας στην οποία θα απορροφούνταν μεγάλο μέρος του προσωπικού της ΕΡΤ, κλείνοντας παράλληλα τις ραδιοτηλεοπτικές συχνότητες στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Η απόφαση προκάλεσε πολύ έντονες αντιδράσεις εντός και εκτός Ελλάδας, αλλά και μέσα στην κυβέρνηση, καθώς έγινε αφορμή για την αποχώρηση από το κυβερνητικό σχήμα της ΔΗΜΑΡ. Ακόμη οδήγησε στην άμεση δημιουργία και αυτοδιαχείριση των ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών προγραμμάτων από τους πρώην εργαζόμενους της ΕΡΤ που βρισκόντουσαν στο ραδιομέγαρο, στην ΕΡΤ3 και σε όλα σχεδόν τα περιφερειακά παραρτήματα, όπου συνέχιζαν. Ωστόσο, το Ραδιομέγαρο της ΕΡΤ στην Αγία Παρασκευή εκκενώθηκε από τα ΜΑΤ στις 7 Νοεμβρίου του 2013. Μετά την εκκένωση του κτιρίου, μεταδόθηκε το πρώτο ιστορικό και υπαίθριο δελτίο ειδήσεων.

Λίγες μέρες ύστερα από τη διακοπή λειτουργίας της ΕΡΤ ιδρύθηκε ένας νέος δημόσιος ραδιοτηλεοπτικός φορέας, η Νέα Ελληνική Ραδιοφωνία, Ίντερνετ και Τηλεόραση.[65] Μέχρι να προετοιμασθεί ο νέος φορέας και ύστερα από απαίτηση του Συμβουλίου της Επικρατείας[66] δημιουργήθηκε τον Αύγουστο η Δημόσια Τηλεόραση (ΔΤ), ένας μεταβατικός φορέας υπό την αιγίδα και εποπτεία του Υπουργείου Οικονομικών. Σταδιακά αρκετοί εργαζόμενοι άρχισαν να εργάζονται στο νέο φορέα, αν και οι ιντερνετικοί σταθμοί συνέχισαν να εκπέμπουν κάτω από το αυτοδιαχειριζόμενο εγχείρημα της ΕΡΤ Open. Η διευθέτηση των ζητημάτων της, όπως η κανονική λειτουργία της ΝΕΡΙΤ και οι αποζημιώσεις των απολυμένων της ΕΡΤ συνεχίστηκε μέσα στο 2014.[67] Η ΝΕΡΙΤ ξεκίνησε τη λειτουργία της στις 5 Μαΐου του 2014 και διακόπηκε στις 11 Ιουνίου του 2015 με την επαναλειτουργία της ΕΡΤ.[68]

Ο ΣΥΡΙΖΑ εξαρχής είχε εντάξει στο πρόγραμμά του την επαναλειτουργία της ΕΡΤ. Μετά τη νίκη του στις εκλογές του Ιανουαρίου του 2015 το πολιτικό κόμμα κατέθεσε νομοσχέδιο για την επανασύσταση της ΕΡΤ, το οποίο βασίζεται στο νόμο της λειτουργίας της ΝΕΡΙΤ και την επαναπρόσληψη μεγάλου μέρους των υπαλλήλων της. Το νομοσχέδιο ψηφίστηκε στις 29 Απριλίου[69][70][71] και ο φορέας εξέπεμψε ξανά στις 11 Ιουνίου, δύο χρόνια μετά το κλείσιμο, επαναφέροντας παράλληλα τις παλιές ονομασίες των δύο καναλιών που είχαν τεθεί σε ισχύ την περίοδο 1982-1987, την ΕΡΤ1 και την ΕΡΤ2, ενώ αντίστοιχα η ΕΤ3 μετονομάστηκε σε ΕΡΤ3.

Περιφερειακοί και τοπικοί σταθμοί[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το τέλος του αποκλειστικά κρατικού ελέγχου και η έκρηξη των τοπικών δικτύων ήρθε παράλληλα και με άλλες ευρωπαϊκές χώρες (τέλη της δεκαετίας του 1980), αλλά εκεί η διαδικασία ήταν περισσότερο συγκροτημένη και η κρατική εποπτεία αποτελεσματικότερη. Στην Ελλάδα, σχεδόν ταυτόχρονα με τα ιδιωτικά δίκτυα στην Αθήνα εμφανίστηκαν και οι πρώτοι σταθμοί στην περιφέρεια, με πρώτο το TRT στον Βόλο στο τέλος του 1989,[72] ενώ σύντομα εμφανίστηκαν πολλές δεκάδες άλλοι. Το 1993 ήταν ήδη 153 και το 1998, σε μια πρώτη προσπάθεια αδειοδότησης, καταγράφηκαν 143.[73] Ο αριθμός τους εξακολουθούσε να είναι μεγάλος και την επόμενη δεκαετία, παρότι στο ενδιάμεσο υπήρξαν εξαγορές, συγχωνεύσεις και διακοπές λειτουργίας. Αυτή η κινητικότητα έκανε τον ακριβή αριθμό τους «μόνιμο αίνιγμα».[74]

Οι περιφερειακοί και τοπικοί σταθμοί εντοπίζονται στις έδρες των νομών και μεγάλα αστικά κέντρα και ανταγωνίζονται σκληρά σε μια μικρή αγορά. Προς το 2000 άρχιζαν να κερδίζουν σε θεαματικότητα έναντι των εθνικής εμβέλειας, που πάντως εξακολουθούν να κυριαρχούν. Το πρόγραμμά τους χαρακτηρίζεται από εκπομπές λόγου για την τοπική επικαιρότητα, αθλητικά, τηλεπωλήσεις, tv chat και ξένες ταινίες (που συνήθως παίζονται παράνομα), και είναι πολύ συχνά χαμηλού κόστους, ποιότητας και αισθητικής. Οι συνεργασίες με εθνικής εμβέλειας κανάλια είναι σπάνιες, εκτός από ρεπορτάζ για έκτακτα σοβαρά γεγονότα, ενώ υπάρχουν και ενδείξεις για χρήση τους από τοπικούς παράγοντες για αθέμιτη πολιτική προβολή και άσκηση πιέσεων. Τα τεχνικά μέσα είναι πολλές φορές ανεπαρκή και παρωχημένα ενώ οι συνθήκες εργασίας για το προσωπικό δύσκολες είναι «ημινόμιμες ή ημιπαράνομες».[75]

Παραγωγή τηλεοπτικού προγράμματος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ενημερωτικό πρόγραμμα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα δημόσια δίκτυα προσπάθησαν από νωρίς να οργανώσουν ενημερωτικό τμήμα, αλλά αρχικά οι ειδήσεις καταλάμβαναν μικρό μέρος του προγράμματος και περιορίζονταν στα βασικά ελληνικά ή ξένα γεγονότα. Στην περίοδο της χούντας τα δελτία ήταν λογοκριμένα,[76] εκθείαζαν συστηματικά το καθεστώς και ασκούσαν έντονη ελληνοχριστιανική, αντικομμουνιστική και φιλοστρατιωτική προπαγάνδα.[77] Το 1970 άρχισαν να προβάλλονται ζωντανές ενημερωτικές εκπομπές, με πρώτη το «Σήμερα» όπου εμφανίστηκαν για πρώτη φορά πολλοί νέοι τότε δημοσιογράφοι που αργότερα είχαν μακρά τηλεοπτική παρουσία, όπως ο Νάσος Αθανασίου, ο Τέρενς Κουίκ και η Φωτεινή Πιπιλή.[78] Μια γενικά θεωρούμενη σαν μαύρη σελίδα για την ελληνική τηλεόραση είναι η εκπομπή του δημοφιλούς εκείνη την εποχή δημοσιογράφου και παρουσιαστή Νίκου Μαστοράκη, λίγες ημέρες μετά την καταστολή της εξέγερσης του Πολυτεχνείου, με καλεσμένους κρατούμενους φοιτητές που είχαν πάρει μέρος στα γεγονότα. Ο ίδιος είχε παραδεχτει ότι ήταν λάθος του να κάνει την εκπομή, αλλά είπε ότι πιέστηκε από πολιτικούς παράγοντες.[79]

Με την αποκατάσταση της δημοκρατίας το κλίμα άλλαξε και έτσι οι εκλογές του Νοεμβρίου του 1974 και το δημοψήφισμα για το πολιτειακό διεξήχθησαν με δίκαιη εκπροσώπιση των κομμάτων στην τηλεόραση, ακόμα και του έκπτωτου βασιλιά Κωνσταντίνου.[80] Αργότερα πάντως μέσα στη δεκαετία τα δημόσια δίκτυα δεν ήταν πάντα ανοιχτά στον εκτός κυβέρνησης πολιτικό χώρο. Οι ενημερωτικές εκπομπές συνεχίστηκαν, κυρίως τα μεσημέρια, ενώ άρχισαν και εκπομπές πολιτικού διαλόγου.[81] Χαρακτηριστικό της εποχής η τάση για προγράμματα που αναφέρονταν με θετικό τρόπο στην ΕΟΚ, σε μια προσπάθεια να βελτιωθεί η εντύπωση της κοινής γνώμης για την Κοινότητα ενόψει της ένταξης της χώρας σε αυτήν το 1981.[82]

Η άνοδος του ΠΑΣΟΚ το 1981, παρά τα ανοίγματα που γίνονταν κατά διαστήματα,[83] δεν μετέβαλλε τα πράγματα σε ό,τι αφορά την υπερπροβολή της κυβέρνησης σε σχέση με τα άλλα κόμματα. Αντίθετα, ο στενός κυβερνητικός έλεγχος στο δελτίο ειδήσεων σήμαινε ότι ήταν ένα είδος ημιεπίσημου κυβερνητικού ανακοινωθέντος, ενώ έγινε και αφορμή για την απομάκρυνση διευθυντών ενημέρωσης, που ήταν διορισμένοι από την κυβέρνηση. Πολλά ρεπορτάζ κάλυπταν την κυβέρνηση και το ΠΑΣΟΚ παίρνοντας ανοιχτά θέση υπέρ τους[84] ενώ κάλυπταν, κατά προτεραιότητα, θέματα που την ενδιέφεραν, όπως τα συνδικαλιστικά. Ο λόγος ήταν ξύλινος και υπερτερούσε σε σχέση με την εικόνα με μακρόσυρτες αναγνώσεις κειμένων.[85] Εμφανίστηκαν πάντως μέσα στη δεκαετία ζωντανές πολιτικές εκπομπές, όπως τα «Ανοιχτά Χαρτιά»[86] και εκπομπές ερευνητικού ρεπορτάζ όπως οι «Ρεπόρτερς» από τον Γιάννη Δημαρά, τον Γιώργο Λιάνη και τον Κώστα Χαρδαβέλλα, τρεις δημοσιογράφους που είχαν παρουσία στις εφημερίδες.[87]

Η εμφάνιση των ιδιωτικών καναλιών άλλαξε σημαντικά την εικόνα στον ειδησεογραφικό τομέα. Τα δύο μεγαλύτερα, το Mega και ο Antenna, επιδόθηκαν σε έντονο ανταγωνισμό, δίνοντας βάρος σε κοινωνικά ζητήματα καθώς μετά το 1989-1990 άρχισε γενικά να ατονεί το ενδιαφέρον για την πολιτική και τα κόμματα. Τα κανάλια θεωρούνταν ότι στηρίζουν τα μεγάλα κόμματα, με το Mega, λόγω των γενικά κεντρώων εκδοτών που το κατείχαν, να θεωρείται φιλικό προς το ΠΑΣΟΚ και γενικότερα τον προοδευτικό χώρο, και ο Antenna φιλικός με τη Νέα Δημοκρατία και τη συντηρητική/φιλοβασιλική παράταξη.[88] Αργότερα όμως, στη δεκαετία του 2010 και έπειτα, το Mega άρχισε να θεωρείται λιγότερο αντικειμενικό κανάλι.[89] Στην περίοδο της κρίσης, αυτά τα δύο κανάλια και ο Σκάι έδιναν στην κοινή γνώμη την εντύπωση ότι στηρίζουν σε διάφορους βαθμούς την πολιτική των μνημονίων,[90] αν και κατά καιρούς ασκούσαν κριτική σε επιμέρους πτυχές του προγράμματος ή συνολικά σε αυτό.

Η Μαρία Χούκλη, επί πολλά χρόνια παρουσιάστρια κεντρικών δελτίων ειδήσεων ήταν συντονίστρια του ντιμπέιτ στις εκλογές του 2009.
Ο Νίκος Ευαγγελάτος, εδώ το 2009, είναι από τους πιο γνωστούς παρουσιαστές ειδήσεων στα ιδιωτικά κανάλια.

Το 1993 ο Σκάι (ο σημερινός Alpha) εισήγαγε τα τηλεπαράθυρα, φέρνοντας διαφορετική δομή στα δελτία ειδήσεων, τα οποία έγιναν και στα άλλα κανάλια μεγαλύτερα σε μήκος (μία ώρα ή και περισσότερο) ενώ άρχισαν να αντικαθιστούν τα ρεπορτάζ με διάλογο ανάμεσα στον παρουσιαστή και δημοσιογράφους ή τους καλεσμένους. Προς τα μέσα της δεκαετίας του 1990 τα ιδιωτικά κανάλια άρχισαν να στρέφονται περισσότερο στην σκανδαλοθηρία και σε κοινωνικά θέματα, περιορίζοντας την κάλυψη σε άλλα ζητήματα, όπως τα διεθνή. Το ίδιο διάστημα ο κυβερνητικός έλεγχος πάνω στα δελτία της δημόσιας τηλεόρασης έγινε λιγότερο στενός, η οποία, επειδή απέφυγε τις ακρότητες της ιδιωτικής, σταδιακά κέρδισε σε δημοφιλία και κύρος στον ενημερωτικό τομέα.

Το φαινόμενο των τηλεπαραθύρων επεκτάθηκε ακόμα περισσότερο την δεκαετία του 2000, όταν άρχισαν να καλύπτουν όλο και περισσότερο χρόνο των δελτίων.[91] Η δομή του δελτίου των ιδιωτικών καναλιών με διάλογο ανάμεσα στον παρουσιαστή και στους συμπαρουσιαστές ή τους καλεσμένους και σχετικά λίγα ρεπορτάζ δεν άλλαξε σημαντικά ως και σήμερα.[92] Ο βασικός παρουσιαστής, ο anchorman, έγινε το κεντρικό πρόσωπο του δελτίου και έφτασε να ταυτίζεται με το δελτίο και το κανάλι.[93] Από τους πλέον αναγνωρίσιμους και αναγνωρίσιμες με μακριά παρουσία στην τηλεόραση (κυρίως την ιδιωτική) είναι ο Νίκος Ευαγγελάτος, η Λιάνα Κανέλλη, ο Τέρενς Κουίκ, η Έλλη Στάη, η Όλγα Τρέμη, ο Νίκος Χατζηνικολάου και η Μαρία Χούκλη. Μεγάλο βάρος δόθηκε από τα ιδιωτικά δίκτυα στις ενημερωτικές εκπομπές και κυρίως στις πολιτικές, που συχνά είναι βασισμένες σε ξένα πρότυπα. Εκεί ο παρουσιαστής είχε διάλογο με ένα-δύο πρόσωπα, αργότερα όμως έτεινε να γίνεται συντονιστής σε πολυπρόσωπες συζητήσεις.

Μέσα στην οικονομική κρίση πάντως, το κοινό των ειδησεογραφικών δελτίων άρχισε να μειώνεται και οι τηλεθεατές τα εμπιστεύονταν όλο και λιγότερο. Ακόμη, η ερευνητική δημοσιογραφία, που έχει δώσει στην δημόσια και την ιδιωτική τηλεόραση αρκετά αξιόλογα δείγματα, άρχισε να περιορίζεται συνήθως λόγω κόστους.

Μυθοπλασία, ψυχαγωγία και εκπαίδευση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι τηλεοπτικές σειρές μυθοπλασίας[94] έχουν κεντρική θέση στα προγράμματα της ελληνικής τηλεόρασης από την ίδρυσή της.[95] Κατά τα πρώτα χρόνια πειραματικής λειτουργίας τα τηλεοπτικά δίκτυα βασίστηκαν σε ξένη παραγωγή, κυρίως κωμικές ή δραματικές αμερικάνικες σειρές, ντοκιμαντέρ και ταινίες. Το πρώτο σίριαλ, που μεταδόθηκε από την ΥΕΝΕΔ τον Απρίλιο του 1970, ήταν «Το σπίτι με τον φοίνικα». Παρότι δεν ήταν πολύ επιτυχημένο,[96] γρήγορα ακολούθησαν και άλλες σειρές που βοήθησαν στη διαμόρφωση μιας, αρχικά μικρής αλλά συνεχώς αυξανόμενης σε μέγεθος, τηλεοπτικής βιομηχανίας.

Ως το 1974 κυριαρχούσαν οι δραματικές σειρές, πολύ συχνά με θεματολογία που αφορούσε αστυνομικά ή στρατιωτικά ζητήματα, απηχώντας την ιδεολογική γραμμή του «Πατρίς-Θρησκεία-Οικογένεια» του στρατιωτικού καθεστώτος.[97] Τεράστια ήταν η επιτυχία του «Άγνωστου Πόλεμου», της δραματικής σειράς του Νίκου Φώσκολου που εκτυλίσσονταν την εποχή του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και παρουσίαζε έναν «υφέρποντα κομμουνιστικό κίνδυνο».[98] Όπως αναφέρεται ανεκδοτολογικά (γιατί δεν υπήρχαν τότε ακριβείς μετρήσεις τηλεθέασης) κατά την προβολή της άδειαζαν οι δρόμοι, ενώ λέγεται ότι άρεσε και στον δικτάτορα Παπαδόπουλο.[99]

Οι κωμωδίες αφορούσαν κυρίως τύπους χαρακτήρων, όπως η «Κοκορόμυαλη», και μικροπροβλήματα της καθημερινότητας και δεν προχωρούσαν, παρά μόνο έμμεσα, σε πολιτική ή κοινωνική κριτική,[100] αφού τα σενάρια και η διαδικασία παραγωγής περνούσαν από λογοκρισία. Οι σεναριογράφοι, όταν δεν αυτολογοκρίνονταν, έβρισκαν πάντως διάφορους τρόπους να την παρακάμπτουν.[101] Πολλές σειρές χαρακτηρίζονταν γενικά από μέτρια ή κακή ποιότητα παραγωγής, λίγες όμως ξεχώριζαν για τα σενάρια και τις ερμηνείες, όπως η δημοφιλής κωμική σειρά «Εκείνος κι εκείνος» με τον Βασίλη Διαμαντόπουλο και τον Γιώργο Μιχαλακόπουλο.[102]

Μεγάλο μέρος του προγράμματος εκείνης της περιόδου, ήδη από τις πρώτες εκπομπές του 1960 ως και το 1973, ήταν προσφερόμενο από εταιρείες που διαφημίζονταν στο νέο μέσο.[103] Το μοντέλο παραγωγής των σειρών ήταν ένα είδος εργολαβίας για τα κανάλια. Οι εταιρείες αναλάμβαναν την παραγωγή της σειράς που κατά κανόνα ολοκληρώνονταν σε 10-15 ολιγόλεπτα επεισόδια (ως 30 λεπτά) και την πωλούσαν στα κανάλια με αντάλλαγμα τηλεοπτικό χρόνο.[104] Λίγες σειρές ήταν εσωτερικές παραγωγές του ΕΙΡΤ ή της ΥΕΝΕΔ.

Με την πτώση της χούντας, υπήρξε στροφή από τις αυτοτελείς σειρές σε σειρές που εκτείνονταν σε μεγαλύτερους κύκλους επεισοδίων, με πολλούς ηθοποιούς και πιο σύνθετους χαρακτήρες. Ανάμεσα σε αυτές ήταν το «Λούνα παρκ» (1974-1981) του Γιάννη Δαλιανίδη που έδωσε πληθώρα αγαπητών στο κοινό ρόλων και οι «Πάνθεοι» (1977-1979), διασκευή από το ομώνυμο μυθιστόρημα του Τάσου Αθανασιάδη. Παράλληλα, άρχισαν να προβάλλονται ξένες σειρές, όπως το πολύ δημοφιλές «Ντάλας». Από την άλλη πλευρά, η δημόσια τηλεόραση στην Ελλάδα, αλλά και διεθνώς, πάντα έδειχνε μεγαλύτερο ενδιαφέρον για τις πολιτιστικές εκπομπές από τα ιδιωτικά δίκτυα.[105] Έτσι την ίδια περίοδο άρχισε να μεταδίδεται το «Παρασκήνιο», μία από τις ποιοτικότερες πολιτιστικές εκπομπές στην ελληνική τηλεόραση, και η παραγωγή του «Θεάτρου της Δευτέρας» που έδωσε πάνω από 1.000 παραστάσεις στην επόμενη εικοσαετία.

Με την άνοδο του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία, το 1981, το πρόγραμμα επανεξετάστηκε και διευρύνθηκε η θεματολογία πάνω στο τρίπτυχο «σοσιαλισμός-επαρχία-γυναίκες» ενώ κάλυψε κοινωνικά ακόμα και πολιτικά ζητήματα της πρόσφατης ιστορίας, όπως τα Λαυρεωτικά.[106] Ακόμη, κάποιες νέες σειρές γυρίζονταν με κινηματογραφική αισθητική και έγιναν περισσότερο ρεαλιστικές, αγγίζοντας ζητήματα που ως τότε απέφευγαν, όπως τα ναρκωτικά και τη βία (π.χ. στο αμφιλεγόμενο σίριαλ «Η κάθοδος» το 1983). Στην ίδια περίοδο παρήχθησαν περισσότερες από 20 τηλεταινίες, κυρίως δραματικές.[107] Ωστόσο το πρόγραμμα επικρίθηκε από τον τύπο της εποχής, μεταξύ άλλων, για την κακή ποιότητα και την ιδεολογία του, ενώ φαίνεται ότι υπήρχε μια προτίμηση σε καλλιτέχνες και ηθοποιούς που εξέφραζαν καλύτερα την γραμμή του ΠΑΣΟΚ.[108] Υπήρξαν ακόμη και περιστατικά λογοκρισίας, όπως η ξαφνική διακοπή της σειράς «Κυρία Αρσενία σ' αγαπώ» μετά από κυβερνητική παρέμβαση και η εσπευσμένη διακοπή μετάδοσης ενός ντοκιμαντέρ για τα καμάκια και της ταινίας «Πέφτουν οι σφαίρες σαν το χαλάζι».

Πολλά από τα προγράμματα (σίριαλ και εκπομπές) των πρώτων 15-20 ετών της δημόσιας τηλεόρασης έχουν χαθεί, γιατί οι μαγνητοταινίες όπου ήταν αποθηκευμένα χρησιμοποιήθηκαν αργότερα, για λόγους κόστους, για την εγγραφή άλλων προγραμμάτων ή ενίοτε σβήστηκαν σκόπιμα.[109] Τα μεγάλα ιδιωτικά κανάλια διαθέτουν μέρος του προγράμματός τους στο Ίντερνετ από τους ιστοσελίδες τους ή και από το YouTube. Μεγάλος αριθμός προγραμμάτων διακινείται και σε δίκτυα p2p.[110] Γενικά όμως υπάρχει έλλειμμα οργανωμένων και διαθέσιμων αρχείων, που δυσχεραίνει την έρευνα.[111]

Στην περίοδο της ιδιωτικής τηλεόρασης, τα δύο πάλαι ποτέ μεγάλα κανάλια, Mega και Antenna, βασίστηκαν για το ψυχαγωγικό τους πρόγραμμα στα σίριαλ, τα οποία ως τα τέλη της δεκαετίας του 2000 ήταν το βασικό πεδίο ανταγωνισμού στην κύρια ζώνη προγράμματος (prime time). Σε κάποιες σεζόν της δεκαετίας του 1990 είχαν 10 ή και περισσότερα σίριαλ το καθένα, κάτι που χαρακτηρίζεται σπάνιο φαινόμενο σε σχέση με άλλες χώρες,[112] αλλά ο όγκος της παραγωγής δεν συμβάδιζε πάντα με την ποιότητα. Σχεδόν σε κάθε σεζόν ξεχώριζαν μόλις 2 με 3 σίριαλ, πολλές φορές στο ίδιο κανάλι. Κυριαρχούσαν τα δραματικά και τα κωμικά σίριαλ, ενώ μεταδόθηκαν και σαπουνόπερες, δηλαδή δραματικές σειρές σε μεγάλους κύκλους επεισοδίων κατά τα ξένα πρότυπα.[113] Σε αυτό το είδος επικράτησε ο Νίκος Φώσκολος, που έγραφε και επιμελούνταν στον Antenna τη «Λάμψη» και το «Καλημέρα Ζωή», δύο από τις μακροβιότερες σειρές της ελληνικής τηλεόρασης. Την ίδια περίοδο, καθώς τα νέα κανάλια έδιναν περισσότερο βάρος στα σενάρια παρά στους άλλους συντελεστές της σειράς,[114] αναδείχτηκε και μια νεότερη γενιά σεναριογράφων και σκηνοθετών μέσα από κωμικές σειρές όπως «Οι τρεις Χάριτες», «Οι Απαράδεκτοι», «Οι Μεν Και Οι Δεν», τα «Εγκλήματα» και το «Στο Παρά 5», και δραματικές όπως το «Τμήμα Ηθών» και η «Ανατομία ενός εγκλήματος». Αντίθετα όμως με το παρελθόν, πολλά από τα σύγχρονα σίριαλ είναι πολιτικά άχρωμα.[115]

Οι διασκευές από ξένα σίριαλ δεν ήταν πολλές αρχικά, αλλά έγιναν περισσότερες μετά το 2007, όταν μεταφέρθηκαν στην Ελλάδα αρκετά ισπανόφωνα σίριαλ. Επίσης, πολλά σίριαλ φαίνεται να βασίζονται σε ξένα, χωρίς αυτό να δηλώνεται με σαφήνεια.[116]

Η ιδιωτική τηλεόραση διεύρυνε τις ζώνες προγράμματος με τα πρωινά ενημερωτικά, τα πρωινά ψυχαγωγικά, όπως ο «Πρωινός Καφές» και τα μεσημεριανά ψυχαγωγικά προγράμματα, τα σώου και στη δεκαετία του 2000, τα ριάλιτι και τα talent show. Αυτό σταδιακά πίεσε τα δημόσια κανάλια να καθιερώσουν και αυτά παρόμοιες ζώνες, εκτός από τα ριάλιτι και τα σώου. Τα τηλεπαιχνίδια, που συνηθισμένα στη δημόσια τηλεόραση, ήταν περισσότερα στα πρώτα χρόνια της ιδιωτικής τηλεόρασης, αλλά σταδιακά και αυτό το είδος ατόνησε.

Μικρότερο ήταν γενικά το μέρος του προγράμματος που καλύπτεται από προγράμματα εκπαιδευτικού ή μορφωτικού περιεχομένου,[117] και αυτό γενικά μόνο από τα δημόσια δίκτυα. Η εκπαιδευτική τηλεόραση άρχισε να εκπέμπει στις 12 Αυγούστου 1977 με στόχο να περιορίσει γενικά τα ποσοστά του αναλφαβητισμού που τότε ήταν γύρω στο 20%, δηλαδή αρκετά υψηλό για τα δεδομένα της τότε ΕΟΚ, και συνεχίστηκε για αρκετά χρόνια.[118]

Νομικό πλαίσιο για την τηλεόραση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πρώτη αναφορά στην τηλεόραση έγινε στον αναγκαστικό νόμο 1663/1951 («Περί εγκαταστάσεως και λειτουργίας Ραδιοφωνικών πομπών των Ενόπλων Δυνάμεων»), όπου δινόταν η δυνατότητα ίδρυσης από τις ένοπλες δυνάμεις τηλεοπτικού σταθμού με «παιδαγωγικό και ψυχαγωγικό χαρακτήρα».[119] Δυό χρόνια αργότερα ο νόμος 2312/1953 «περί οργανώσεως και λειτουργίας της Εθνικής Ραδιοφωνίας της Ελλάδος» έδινε στο Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας το αποκλειστικό δικαίωμα τηλεοπτικής εκπομπής, ενώ το νομοθετικό διάταγμα 3778/1957 έδινε στην κυβέρνηση το δικαίωμα προληπτικής λογοκρισίας στο περιεχόμενο (άρθρο 5§2). Έτσι οι πρώτες τηλεοπτικές προσπάθειες, που έγιναν το 1960 και το 1962 υπό την αιγίδα της ΔΕΗ, διακόπηκαν γιατί μόνο το ΕΙΡ και ο στρατός είχαν από το νόμο τη δυνατότητα τηλεοπτικών εκπομπών.

Επιπλέον το Σύνταγμα του 1952 όριζε ότι οι προστατευτικές διατάξεις για την ελευθερία του τύπου, που εισήγαγε το άρθρο 14§1, «δεν εφαρμόζονται επί των κινηματογράφων, δημοσίων θεαμάτων, φωνογραφίας, ραδιοφωνίας και άλλων παρεμφερών μέσων μετάδοσης λόγου ή παραστάσεων (14§9)». Η διάταξη διατηρήθηκε με μικρές αλλαγές και στο Σύνταγμα του 1975 ως εξής: «Οι προστατευτικές για τον τύπο διατάξεις του προηγούμενου άρθρου δεν εφαρμόζονται στον κινηματογράφο, τη φωνογραφία, τη ραδιοφωνία, την τηλεόραση και κάθε άλλο παρεμφερές μέσο μετάδοσης λόγου ή παράστασης» (15§1).

Η χούντα των συνταγματαρχών εκμεταλλεύτηκε το περιοριστικό καθεστώς της δεκαετίας του 1950 για να καθυποτάξει πλήρως την τηλεόραση στήνοντας ένα «ανατολικοευρωπαϊκού τύπου» καθεστώς λειτουργίας.[120] Με το χουντικό νομοθετικό διάταγμα 722/1970 η ΤΕΔ μετονομάστηκε σε ΥΕΝΕΔ και περιγραφόταν σαν μια πολιτικοστρατιωτική υπηρεσία με ρητό σκοπό λειτουργίας, πέρα από την ψυχαγωγία και την ενημέρωση, τη «διενέργεια ψυχολογικών επιχειρήσεων βάσει των εκάστοτε οδηγιών και κατευθύνσεων του Αρχηγείου Ενόπλων Δυνάμεων».[121] Ακόμη, το νομοθετικό διάταγμα 745/1970 μετονόμασε το ΕΙΡ σε ΕΙΡΤ.

Το Σύνταγμα του 1975 περιλάμβανε προβλέψεις για τη ραδιοτηλεόραση καθιερώνοντας την κρατική εποπτεία της λειτουργίας της. Το άρθρο 15§2 στην αρχική εκδοχή του 1975/1986 αναφέρει ότι:

Η ραδιοφωνία και η τηλεόραση υπάγονται στον άμεσο έλεγχο του Κράτους και έχουν σκοπό την αντικειμενική και με ίσους όρους μετάδοση πληροφοριών και ειδήσεων, καθώς και προϊόντων του λόγου και της τέχνης. Πρέπει πάντως να εξασφαλίζεται η ποιοτική στάθμη των εκπομπών που επιβάλλει η κοινωνική αποστολή τους και η πολιτιστική ανάπτυξη της Χώρας.

Στην αναθεώρηση του 2001 (και χωρίς να αλλάξει το 2008) το άρθρο αναφέρει:

Η ραδιοφωνία και η τηλεόραση υπάγονται στον άμεσο έλεγχο του Κράτους. O έλεγχος και η επιβολή των διοικητικών κυρώσεων υπάγονται στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης που είναι ανεξάρτητη αρχή, όπως νόμος ορίζει. O άμεσος έλεγχος του Κράτους, που λαμβάνει και τη μορφή του καθεστώτος της προηγούμενης άδειας, έχει ως σκοπό την αντικειμενική και με ίσους όρους μετάδοση πληροφοριών και ειδήσεων, καθώς και προϊόντων του λόγου και της τέχνης, την εξασφάλιση της ποιοτικής στάθμης των προγραμμάτων που επιβάλλει η κοινωνική αποστολή της ραδιοφωνίας και της τηλεόρασης και η πολιτιστική ανάπτυξη της Χώρας, καθώς και το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και την προστασία της παιδικής ηλικίας και της νεότητας. Νόμος ορίζει τα σχετικά με την υποχρεωτική και δωρεάν μετάδοση των εργασιών της Βουλής και των επιτροπών της, καθώς και προεκλογικών μηνυμάτων των κομμάτων από τα ραδιοτηλεοπτικά μέσα.

Πάντως, σύμφωνα με νομικούς, ο «άμεσος έλεγχος» που ορίζει το Σύνταγμα δεν απέκλειε την ύπαρξη ιδιωτικών σταθμών.[122]

Στη μεταπολίτευση εκδόθηκαν και άλλοι ρυθμιστικοί νόμοι για τα ραδιοτηλεοπτικά, όπως ο 230/1975 για την ΕΡΤ («Περί ιδρύσεως της υπό την επωνυμίαν "Ελληνική Ραδιοφωνία - Τηλεόρασις" Ανωνύμου Εταιρείας»), ο οποίος ενσωμάτωνε μέρος μόνο των προβλέψεων της έκθεσης Γκριν.[123] Ο νόμος όριζε και την αποστρατικοποίηση της ΥΕΝΕΔ μέσα σε 2-3 χρόνια (περίπου ως το 1978), αλλά αυτό δεν συνέβη. Μετά την αποστρατικοποίηση της ΥΕΝΕΔ, που έγινε τελικά το 1982, ο νόμος 1730/1987 ενοποιούσε σε ενιαίο φορέα την ΕΡΤ1 και την ΕΡΤ2. Τη δυνατότητα ίδρυσης μη κρατικών καναλιών έδινε τελικά ο 1866/1989, που προέβλεπε και ίδρυση του ΕΣΡ. Καθώς το τηλεοπτικό τοπίο αναπτύχθηκε άναρχα τα επόμενα χρόνια, εκδοθηκε ο νόμος 2328/1995 για το πλαίσιο λειτουργίας της ιδιωτικής τηλεόρασης, που πάντως δεν έλυνε όλα τα προβλήματα και τα μετέθετε για το μέλλον.[124]

Εκτός από τα ζητήματα αδειοδότησης η πολιτεία έχει προσπαθήσει να ρυθμίσει ζητήματα της συγκέντρωσης και ιδιοκτησιακού καθεστώτος στα μέσα ενημέρωσης και ειδικότερα στην τηλεόραση. Ο νόμος 2328 προσπαθούσε να περιορίσει την οριζόντια και την κάθετη συγκέντρωση στα μέσα, δηλαδή την κατοχή μέσων διαφορετικών τύπων (εφημερίδα, ραδιοφωνικός/τηλεοπτικός σταθμός) ή πολλών του ίδιου τύπου, σε ένα από κάθε είδος. Η υλοποίηση του νόμου γνώρισε καθυστερήσεις.[125]

Βασικός μέτοχος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η συνταγματική αναθεώρηση του 2001, με το άρθρο 14§9, καθιέρωσε το ασυμβίβαστο μεταξύ του ιδιοκτήτη ΜΜΕ και του προμηθευτή του Δημοσίου και εισήγαγε την έννοια του βασικού μετόχου. Η διάταξη έχει ως εξής:

Το ιδιοκτησιακό καθεστώς, η οικονομική κατάσταση και τα μέσα χρηματοδότησης των μέσων ενημέρωσης πρέπει να γίνονται γνωστά, όπως νόμος ορίζει. Νόμος προβλέπει τα μέτρα και τους περιορισμούς που είναι αναγκαίοι για την πλήρη διασφάλιση της διαφάνειας και της πολυφωνίας στην ενημέρωση. Απαγορεύεται η συγκέντρωση του ελέγχου περισσότερων μέσων ενημέρωσης της αυτής ή άλλης μορφής. Απαγορεύεται ειδικότερα η συγκέντρωση περισσότερων του ενός ηλεκτρονικών μέσων ενημέρωσης της αυτής μορφής, όπως νόμος ορίζει. Η ιδιότητα του ιδιοκτήτη, του εταίρου, του βασικού μετόχου ή του διευθυντικού στελέχους επιχείρησης μέσων ενημέρωσης είναι ασυμβίβαστη με την ιδιότητα του ιδιοκτήτη, του εταίρου, του βασικού μετόχου ή του διευθυντικού στελέχους επιχείρησης που αναλαμβάνει έναντι του Δημοσίου ή νομικού προσώπου του ευρύτερου δημόσιου τομέα την εκτέλεση έργων ή προμηθειών ή την παροχή υπηρεσιών. Η απαγόρευση του προηγούμενου εδαφίου καταλαμβάνει και κάθε είδους παρένθετα πρόσωπα, όπως συζύγους, συγγενείς, οικονομικά εξαρτημένα άτομα ή εταιρείες. Νόμος ορίζει τις ειδικότερες ρυθμίσεις, τις κυρώσεις που μπορεί να φθάνουν μέχρι την ανάκληση της άδειας ραδιοφωνικού ή τηλεοπτικού σταθμού και μέχρι την απαγόρευση σύναψης ή την ακύρωση της σχετικής σύμβασης, καθώς και τους τρόπους ελέγχου και τις εγγυήσεις αποτροπής των καταστρατηγήσεων των προηγούμενων εδαφίων.

Ο σχετικός νόμος 3021/2002 θεωρούσε βασικό μέτοχο το φυσικό πρόσωπο ή την εταιρεία που κατέχει τουλάχιστον το 5% του μέσου,[126] ενώ καθιέρωνε και την έκδοση πιστοποιητικού διαφάνειας από το ΕΣΡ που βεβαίωνε ότι δεν υπάρχει σχέση με έργα του Δημοσίου. Αργότερα, ο νόμος 3310/2005 εισήγαγε άλλες σχετικά με το ποια πρόσωπα θεωρούνται εξαρτώμενα από τον βασικό μέτοχο ενώ το όριο για τον χαρακτηρισμό μετόχου σαν βασικού κατέβηκε στο 1%.[127] Ωστόσο αυτός ο νόμος συνάντησε την αντίδραση της Ευρωπαϊκής Ένωσης για πιθανή παραβίαση του ελεύθερου ανταγωνισμού και τελικά, μετά από πιέσεις της ΕΕ, αναθεωρήθηκε.[128]

Άδειες λειτουργίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το θέμα των αδειών για τα ιδιωτικά κανάλια ουσιαστικά δεν έχει επιλυθεί από το 1989, ένα καθεστώς που θεωρείται μοναδικό στην Ευρώπη. Οι προσωρινές άδειες που δόθηκαν το 1989 σύντομα αναθεωρήθηκαν ενώ μια άλλη περίπλοκη προσπάθεια για χορήγηση αδειών έγινε το 1993-4, αλλά και πάλι σημειώθηκαν καθυστερήσεις.[129] Τελικά οι άδειες δόθηκαν για επτά χρόνια (1993-2000) για εννέα πανελλαδικής και τρία τοπικής εμβέλειας κανάλια. Ένας νέος διαγωνισμός έγινε το 1997 αλλά το 2002 κηρύχτηκε άγονος και έκτοτε τα ιδιωτικά δίκτυα, τοπικά και εθνικής εμβέλειας λειτουργούν χωρίς άδεια. Πρόθεση πάντως της κυβέρνησης Τσίπρα είναι να επιλυθεί το θέμα με την δημοπρασία των τηλεοπτικών αδειών.[130] Η κυβέρνηση Τσίπρα πάντως, έφερε σε διαβούλευση, η οποία θα ολοκληρωθεί στις 24 Αυγούστου, στη Βουλή το νομοσχέδιο σχετικά με τις 4 τηλεοπτικές άδειες και με την λειτουργία των ιδιωτικών καναλιών, με τις τηλεοπτικές συχνότητες, του Εθνικού Ραδιοτηλεοπτικού Συμβουλίου και με την λειτουργία της Εθνικής Επιτροπής Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων.

Ο διαγωνισμός για τις 4 τηλεοπτικές άδειες έχει ήδη διεξαχθεί στις 30 Αυγούστου, με 8 τελικά, υποψήφιους, επειδή το Epsilon TV αποκλείστηκε από τον διαγωνισμό.

Ο διαγωνισμός ολοκληρώθηκε με επιτυχία στις 2 Σεπτεμβρίου, στις 3 τα ξημερώματα. Οι 4 εταιρείες που πήραν τις άδειες είναι οι:

  1. ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΝΤΟΤ ΚΟΜ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ
  2. ΙΩΑΝΝΗΣ ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ ΚΑΛΟΓΡΙΤΣΑΣ
  3. ΑΝΤΕΝΝΑ TV Α.Ε.
  4. ALTER EGO

Οικονομική οργάνωση της τηλεόρασης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πηγές εσόδων και διαφήμιση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα δημόσια τηλεοπτικά δίκτυα βασίζονταν σχεδόν εξαρχής για τα έσοδά τους στο ανταποδοτικό τέλος που καταβάλεται με τον λογαριασμό του ηλεκτρικού ρεύματος και στις διαφημίσεις. Το τέλος καθιερώθηκε το 1968[131] και επισημοποιήθηκε με το νόμο 230/1975, ενώ πριν το κλείσιμο της ΕΡΤ, ανερχόταν σε περίπου τέσσερα ευρώ το μήνα, αποφέροντας γύρω στα 30-35 εκατ. ευρώ το χρόνο, γύρω στο ένα δέκατο των εσόδων της ΕΡΤ.[132] Μετά το κλείσιμο της ΕΡΤ το τέλος καταργήθηκε, αν και μετά επανήλθε στο ύψος των τριών ευρώ υπέρ της ΝΕΡΙΤ·[133] στο ανταποδοτικό τέλος θα βασίζεται και η λειτουργία της επανασυσταθείσας ΕΡΤ.[69] Το ΤΕΔ/ΥΕΝΕΔ, σαν στρατιωτικό κανάλι που ήταν, την περίοδο της χούντας φαίνεται ότι χρηματοδοτούνταν από κονδύλια του υπουργείου Άμυνας,[134] ενώ είχε και τεράστια έσοδα από τα προσφερόμενα προγράμματα που υπολογίζεται ότι έφτασαν το ένα δισ. δραχμές μέσα στην επταετία,[135] το οποίο για την εποχή ήταν ένα πολύ μεγάλο ποσό. Μεγάλο μέρος των εσόδων του καναλιού χρηματοδοτούσε το ενημερωτικό πρόγραμμα.[136]

Τηλεοπτικές διαφημίσεις άρχισαν να μεταδίδονται από τα πρώτα χρόνια του μέσου (υπήρχαν πάντως ακόμη και στον πειραματικό σταθμό του 1960), ενώ διαδεδομένες ήταν και οι χορηγίες, που το 1972 έφτασαν να είναι στο 95% των εκπομπών.[137] Από τα τέλη του 1973 oι χορηγίες περιορίστηκαν δραστικά, το μέσο όμως γινόταν όλο και πιο δημοφιλές και άρα γινόταν ελκυστική πλατφόρμα για τη διαφήμιση.

Τα ιδιωτικά κανάλια διεύρυναν κατά πολύ τη διαφημιστική αγορά και έφεραν την τηλεόραση στην πρώτη θέση ανάμεσα στα άλλα μέσα ως προς τη δαπάνη. Αν και καθιερώθηκαν κανόνες για τον αριθμό και τη συχνότητα των διαφημίσεων (για παράδειγμα δεν μπορούν να διακοπούν τα δελτία ειδήσεων), τα ιδιωτικά κανάλια συχνά τους καταστρατηγούσαν με αποτέλεσμα να πληρώνουν πρόστιμα για υπέρβαση χρόνου και για γκρίζα διαφήμιση. Λόγω της κρίσης η δαπάνη των διαφημιζόμενων στην τηλεόραση και γενικότερα σε όλα τα μέσα ενημέρωσης έχει μειωθεί σημαντικά.

Απήχηση και επιρροή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αλλαγή στις συνήθειες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η τηλεόραση έφερε αλλαγές στις συνήθειες των Ελλήνων σε ό,τι αφορά την ενημέρωση και την ψυχαγωγία τους, ήδη από τα πρώτα χρόνια της λειτουργίας της. Η διείσδυση της τηλεόρασης σαν συσκευή ξεκίνησε μεν πιο αργά από άλλες χώρες, όπου είχε εισαχθεί νωρίτερα, αλλά στην Ελλάδα κάλυψε γρήγορα την απόσταση και έφτασε στη δεκαετία του 1990 σχεδόν στο 100%.[138] Μερικά χρόνια αργότερα πολλά νοικοκυριά είχαν τουλάχιστον από μία συσκευή, συνήθως στο σαλόνι ή στην κρεβατοκάμαρα, ή και στα δύο δωμάτια.

Ο μέσος χρόνος τηλεθέασης αυξήθηκε από 2 ώρες και 25 λεπτά την εβδομάδα το 1990, σε 3 ώρες και 33 λεπτά το 1991[139] και ξεπέρασε τις τέσσερις ώρες το 2006-2007 (4 ώρες και 8 λεπτά και 4 ώρες και 21 λεπτά, αντίστοιχα),[140] ένα από τα μεγαλυτερα ποσοστά στην Ευρώπη. Ωστόσο οι περισσότεροι χρησιμοποιούν την τηλεόραση στο πλαίσιο άλλων δραστηριοτήτων και δεν παρακολουθούν συστηματικά για όλο αυτό το διάστημα[141] ή δεν δείχνουν να εμπιστεύονται το ενημερωτικό πρόγραμμα.[142] Ακόμη, γενικεύτηκε και το ζάπινγκ (zapping), δηλαδή το γρήγορο πέρασμα από το ένα κανάλι στο άλλο.[143]

Σε ό,τι αφορά την ψυχαγωγία, το πρόγραμμα των πρώτων ετών, οπότε αφθονούσαν τα σίριαλ, απομάκρυνε το κοινό από τους κινηματογράφους, συρρίκνωσε την κινηματογραφική βιομηχανία που ήταν από τις βασικές μορφές λαϊκής διασκέδασης και έστρεψε, αντίθετα, κάποιους νεότερους ανθρώπους στην ξένη κουλτούρα.[144] Η ιδιωτική τηλεόραση εκτόπισε και το βίντεο που κυριαρχούσε το δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1980. Εκείνη τη δεκαετία είχε δημιουργηθεί μια μεγάλη αγορά ταινιών που παράγονταν και διακινούνταν σε εξειδικευμένο εμπορικό κύκλωμα, αλλά η ιδιωτική τηλεόραση περιόρισε δραστικά αυτή τη μικρή βιομηχανία και τελικά η παραγωγή ταινιών σταμάτησε.

Τηλεθεάσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το κανάλι του ΕΙΡ και η ΤΕΔ/ΥΕΝΕΔ ακολούθησαν διαφορετικό πρόγραμμα, αλλά καθώς η ΤΕΔ/ΥΕΝΕΔ ήταν περισσότερο ψυχαγωγική, κατάφερε να έχει περίπου τα δύο τρίτα της τηλεθέασης. Την πρωτιά διατήρησε ως τα μέσα τη δεκαετίας του 1970, οπότε το ποιοτικότερο πρόγραμμα έφερε στην πρώτη θέση δημοφιλίας το κανάλι του ΕΙΡΤ[145] Λίγο πριν την εισαγωγή της ιδιωτικής τηλεόρασης, τον Οκτώβριο του 1989, η ΕΡΤ-1 είχε 37,7% και η ΕΡΤ-2 24,3% ενώ ένα χρόνο αργότερα τα ποσοστά τους είχαν μειωθεί σημαντικά (βλ. σχετικά το γράφημα σε προηγούμενη ενότητα).[146]

Μετά την απελευθέρωση της τηλεόρασης, τα ιδιωτικά δίκτυα έδειξαν πολύ μεγάλο ενδιαφέρον για τις μετρήσεις βασίζοντας τα διαμόρφωση του προγράμματος στα αποτελέσματά τους. Το Mega και ο Antenna ανταγωνίζονταν σκληρά για την πρωτιά σε καθημερινό επίπεδο και στους μέσους όρους του μήνα και της σεζόν, ενώ τα άλλα δίκτυα ανταγωνίζονταν για τις επόμενες θέσεις και είχαν κάπως μικρότερα ποσοστά (5%-15% ή και λίγο περισσότερο). Ωστόσο, μετά το 2010 και τη αλλαγή στην δομή του προγράμματος πολλών σταθμων λόγω της κρίσης, οι αυξομειώσεις στις τηλεθεαεις είναι πολλές και οι εναλλαγές στην πρωτιά συχνές.

Οι μετρήσεις τηλεθέασης με σύγχρονη μεθοδολογία άρχισαν το 1988 από την AGB και συνεχίζονται ως σήμερα από την ίδια εταιρεία.[147] Ενδιάμεσα μετρήσεις έκανε και η Taylor-Nielsen Sofres Metrisis, η οποία σταμάτησε στο τέλος του 2002. Κατά καιρούς υπήρξαν και επικρίσεις ή σχόλια για την ποιότητα και την αξιοπιστία των αποτελεσμάτων. Οι πρώτες αμφισβητήσεις καταγράφονται στις αρχές της δεκαετίας του 1990,[148] αλλά οι έρευνες για την αξιοπιστία των στοιχείων δεν έδειξαν στοιχεία αλλοίωσης.[149]

Πολιτική και πολιτική ζωή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η τηλεόραση, και περισσότερο η ιδιωτική τηλεόραση, είχε σημαντική επίδραση και στη διαμόρφωση του πολιτικού σκηνικού και των πολιτικών αντιπαραθέσεων.[150]

Οι βουλευτικές εκλογές του 1977 ήταν οι πρώτες κατά τις οποίες «οι πολιτικοί άρχισαν να συνειδητοποιούν την προπαγανδιστική δύναμη της τηλεόρασης».[151] Το ΠΑΣΟΚ μάλιστα είχε από τότε και δικό του τηλεσκηνοθέτη, τακτική που εκμεταλλεύτηκε και στη δεκαετία του 1980 όταν ο Τάσος Μπιρσίμ σκηνοθετούσε κατ'αποκλειστικότητα τις προεκλογικές συγκεντρώσεις του κόμματος.[152] Γενικότερα μετά το 1981 η τηλεόραση απέκτησε σταδιακά όλο και μεγαλύτερο ρόλο στην πολιτική διαμεσολάβηση[153] και έγινε ένα οργανικό κομμάτι της πολιτικής ζωής.[154]

Ως το 1989 στα κόμματα δίνονταν αναλογικά χρόνος στην δημόσια τηλεόραση κατά την προεκλογική περίοδο για να αναπτύξουν τις απόψεις τους, ενώ τα κανάλια της ΕΡΤ μετέδιδαν τις προεκλογικές συγκεντρώσεις τους. Η έλευση της ιδιωτικής τηλεόρασης πολλαπλασίασε τις τηλεοπτικές διαφημίσεις, ενώ τα τηλεπαράθυρα και τα ντιμπέιτ έγιναν μορφές έμμεσης πολιτικής διαφήμισης. Το πρώτο ντιμπέιτ διοργανώθηκε τις εκλογές του 1996 μεταξύ του Κώστα Σημίτη και του Μιλτιάδη Έβερτ και είχε μέτρια επιτυχία.[155] Σε κάποιες από τις επόμενες αναμετρήσεις επεκτάθηκε και στους άλλους κοινοβουλευτικούς αρχηγούς χωρίς να αλλάξει πολύ σε μορφή, σύμφωνα με το πρώιμο αμερικανικό πρότυπο: οι δημοσιογράφοι βάζουν ερωτήματα σε κάθε αρχηγό χωριστά και αυτοί απαντούν μέσα σε προκαθορισμένο χρόνο, χωρίς να γίνεται διάλογος μεταξύ τους.

Παραπομπές και σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Βαλούκος 2008, σελ. 25-26
  2. Vovou 2006, σελ. 261
  3. Παναγιωτοπούλου 2010, σελίδες 12-13
  4. Παναγιωτοπούλου 2004
  5. Papathanassopoulos 2007
  6. Βώβου 2013
  7. Papathanassopoulos 1990
  8. Βαλούκος 2008, σελ. 14
  9. Βαλούκος 2008, σελ. 22-23 · Μοσχονάς 1996a, σελ. 3
  10. Οι τηλεοράσεις στην Ελλάδα στο τέλος του 1966 ήταν γύρω στις 13.000 ενώ πλησίαζαν τις 100.000 το 1969 (Πασχαλίδης 2005, σελ. 175). Οι κάτοχοί τους μπορούσαν να δουν προγράμματα από πομπούς σε αμερικανικές βάσεις ή από ξένες χώρες (Γιουγκοσλαβία, Βουλγαρία ή Ιταλία). Ενδεικτικά, η τηλεόραση στην Κύπρο λειτουργεί από το 1957, πριν δηλαδή την ανεξαρτησία από τη Βρετανία και σχεδόν μια δεκαετία πριν από την Ελλάδα.
  11. Βαλούκος 2008, σελ. 22 · Κάρτερ 2004, σελ. 13 · Μοσχονάς 1996a, σελ. 4
  12. Βαλούκος 2008, σελ. 25-26 · Δάμπασης 2002, σελ. 22-27 · Κάρτερ 2004, σελ. 14-17
  13. Βαλούκος 2008, σελ. 26-35
  14. Πασχαλίδης 2005, σελ. 174
  15. Κάρτερ 2004, σελ. 17-22
  16. Δάμπασης 2002, σελ. 27. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με άλλη αναφορά, δύο ισχυροί εκδότες της εποχής, ο Χρήστος Λαμπράκης και η Ελένη Βλάχου, είχαν έρθει σε επαφή με ξένους σταθμούς για οργάνωση καναλιού (Μοσχονάς 1996a, σελ. 4). Ακόμη, τα ανάκτορα και ο στρατός πίεσαν την κυβέρνηση του Γεωργίου Παπανδρέου να οργανωθεί στρατιωτικό κανάλι, αλλά το αίτημα δεν έγινε δεκτό. (Πασχαλίδης 2005, σελ. 174)
  17. Δάμπασης 2002, σελ. 32-36. Πολλούς από τους πρωτεργάτες του σταθμού καταγράφει ο Κάρτερ 2004, σελ. 28.
  18. Δάμπασης 2002, σελ. 43-45
  19. Δάμπασης 2002, σελ. 48. Στην ΤΕΔ εργάζονταν μεταξύ άλλων, ως στρατιώτες τότε, ο Νίκος Περάκης και ο Γιώργος Πανουσόπουλος που μετέφεραν τις εμπειρίες τους από την εποχή στην ταινία Λούφα και Παραλλαγή (Μοσχονάς 1996b, σελ. 14).
  20. Δάμπασης 2002, σελ. 45
  21. Μοσχονάς 1996b, σελ. 14
  22. Δάμπασης 2002, σελ. 40
  23. Δάμπασης 2002, σελ. 75
  24. Βαλούκος 2008, σελ. 52
  25. Βώβου 2010, σελ. 99 και 108-109
  26. Δάμπασης 2002, σελ. 77
  27. Η εκπομπή άρχισε να μεταδίδεται στις 28 Απριλίου 1968 (Βαλούκος 2008, σελ. 62) από την ΤΕΔ και κράτησε μέχρι και μετά την πτώση της χούντας.
  28. Βώβου 2010, σελ. 103
  29. Βαλούκος 2008, σελ. 59
  30. Βαλούκος 2008, σελ. 38 · «O πρώτος ιδιωτικός τηλεοπτικός σταθμός». ert.gr. http://50xronia.ert.gr/o-protos-idiotikos-tileoptikos-stathmos/. Ανακτήθηκε στις 2016-02-23. 
  31. Κάρτερ 2004, σελ. 34
  32. Βαλούκος 2008, σελ. 81
  33. Βαλούκος 2008, σελ. 84 · Δάμπασης 2002, σελ. 150 · Katsoudas 1985, σελ. 143-144 · Πασχαλίδης 2005, σελ. 177-8
  34. «Νόμος υπ' αριθ. 230 (ΦΕΚ A 272/1975)». Εφημερίς της Κυβερνήσεως. 3 Δεκεμβρίου 1975. http://www.et.gr/idocs-nph/search/pdfViewerForm.html?args=5C7QrtC22wGIc9CeQB02P3dtvSoClrL8oc_Y0zxAXyV5MXD0LzQTLWPU9yLzB8V68knBzLCmTXKaO6fpVZ6Lx3UnKl3nP8NxdnJ5r9cmWyJWelDvWS_18kAEhATUkJb0x1LIdQ163nV9K--td6SIueaRrGvMpXFwEwknk8nbvkoICQdKaARhiwrxkcHUN5Lc. 
  35. Το 1966 κόπηκαν 131,7 εκατ. εισιτήρια σε κινηματογράφους πρώτης και δεύτερης προβολής σε όλη την Ελλάδα και το 1968 έφτασαν τα 137,4 εκατ. Από το 1970, όταν κόπηκαν 128,6 εκατ., ο αριθμός τους μειώθηκε κάθετα και το 1974 κόπηκαν 57,1 εκατ. εισιτήρια (Κομνηνού 2001, σελ. 142). Τα τηλεοπτικά σίριαλ των πρώτων ετών θεωρούνται ένας από τους παράγοντες της κάμψης (Πασχαλίδης 2005, σελ. 176).
  36. Βαλούκος 2008, σελ. 97
  37. Βαλούκος 2008, σελ. 101 · Βώβου 2010, σελ. 116 · Κομνηνού 2001, σελ. 177 · Papathanassopoulos 1990, σελ. 390 · Παπαθανασόπουλος 1993, σελ. 242-3
  38. «Νόμος υπ' αριθ. 1288 (ΦΕΚ A 120/1982)». Εφημερίς της Κυβερνήσεως. 1 Οκτωβρίου 1982. http://www.et.gr/idocs-nph/search/pdfViewerForm.html?args=5C7QrtC22wED8PRhve6aLndtvSoClrL8Z8EAZX8QMQ95MXD0LzQTLWPU9yLzB8V68knBzLCmTXKaO6fpVZ6Lx3UnKl3nP8NxdnJ5r9cmWyJWelDvWS_18kAEhATUkJb0x1LIdQ163nV9K--td6SIuTWVg5otBWPP3smbYgj2qVx5z5qAmhGHb1pkazSh_3S3. 
  39. Βαλούκος 2008, σελ. 101 · Δάμπασης 2002, σελ. 183 · Παπαθανασόπουλος 1993, σελ. 261
  40. Στο διάστημα 1981-1989 άλλαξαν 13 πρόεδροι και γενικοί διευθυντές και 16 διευθυντές ειδήσεων στην ΕΡΤ (Papathanassopoulos 1990, σελ. 391).
  41. «Νόμος υπ' αριθ. 1730 (ΦΕΚ A 145/1987)». Εφημερίς της Κυβερνήσεως. 18 Αυγούστου 1987. http://www.et.gr/idocs-nph/search/pdfViewerForm.html?args=5C7QrtC22wG9qCtp8PTUbndtvSoClrL8-zFLpBf_Zex5MXD0LzQTLWPU9yLzB8V68knBzLCmTXKaO6fpVZ6Lx3UnKl3nP8NxdnJ5r9cmWyJWelDvWS_18kAEhATUkJb0x1LIdQ163nV9K--td6SIuROtCMk_5dLmG9dekyzU9iHOINW7rrvJSrd_ff3Mn6nm. 
  42. Παναγιωτοπούλου 2004, σελ. 112 · Πασχαλίδης 2005, σελ. 180
  43. Δάμπασης 2002, σελ. 201 · Βαλούκος 2008, σελ. 122 · Παναγιωτοπούλου 2004, σελ. 38 · Papathanassopoulos 1990, σελ. 392
  44. Δάμπασης 2002, σελ. 213 · Κομνηνού 2001, σελ. 181κε · Παπαθανασόπουλος 1994, σελίδες 250-251
  45. Papathanassopoulos 1990, σελ. 393
  46. Επρόκειτο για το αμερικανικό CNN, το βρετανικό Super Channel, το γαλλικό TV5 Europe, το γερμανικό Sat.1, το ιταλικό RAIDUE και το σοβιετικό Horizon. Σύντομα προστέθηκαν το MTV και το Eurosport. Τα κανάλια, εκτός από το CNN και το MTV, απείλησαν με νομικά μέτρα για παράνομη αναμετάδοση του σήματός τους από το ελληνικό κράτος (Papathanassopoulos 1990, σελ. 395)
  47. Βαλούκος 2008, σελ. 128 και 136 · Papathanassopoulos 1990, σελ. 393 · Πασχαλίδης 2005, σελ. 179
  48. «Νόμος υπ' αριθ. 1866 (ΦΕΚ A 222/1989)». Εφημερίς της Κυβερνήσεως. 6 Οκτωβρίου 1989. http://www.et.gr/idocs-nph/search/pdfViewerForm.html?args=5C7QrtC22wFZVaaeTcpr-3dtvSoClrL8VcYaROL9Gu95MXD0LzQTLWPU9yLzB8V68knBzLCmTXKaO6fpVZ6Lx3UnKl3nP8NxdnJ5r9cmWyJWelDvWS_18kAEhATUkJb0x1LIdQ163nV9K--td6SIuUKHVQoG-Cwm-GO3YCRSIc-BFkFFJST_odBL3GLywTjk. 
  49. Βαλούκος 2008, σελ. 135
  50. Βαλούκος 2008, σελ. 136
  51. «Νόμος υπ' αριθ. 2075 (ΦΕΚ A 129/1992)». Εφημερίς της Κυβερνήσεως. 31 Ιουλίου 1992. http://www.et.gr/idocs-nph/search/pdfViewerForm.html?args=5C7QrtC22wF7YkbUtryc43dtvSoClrL81-32jgAMSfZ5MXD0LzQTLWPU9yLzB8V68knBzLCmTXKaO6fpVZ6Lx3UnKl3nP8NxdnJ5r9cmWyJWelDvWS_18kAEhATUkJb0x1LIdQ163nV9K--td6SIubn20Da0U2X03jlt2GhdC-EvOfkiJcVIe0eftJc4ikcK. 
  52. Παπαθανασόπουλος 1994, σελ. 270
  53. Παναγιωτοπούλου 2010
  54. Για παράδειγμα στα τέλη του 1995 οι θεαματικότητες είχαν περίπου ως εξής: ΑΝΤ1 26%, MEGA 24%, STAR 16%, ΣΚΑΪ (ο σημερινός Alpha) 12%, τα τρία δημόσια κανάλια περίπου 10% συνολικά (Βαλούκος 2008, σελ. 164).
  55. Πασχαλίδης 2005, σελ. 195
  56. Βαλούκος 2008, σελ. 175 · Πασχαλίδης 2005, σελ. 190
  57. Papathanassopoulos 2007, σελ. 96
  58. Βαλούκος 2008, σελ. 177 · Papathanassopoulos 2007, σελ. 100
  59. Σμυρναίος 2010b, σελ. 589
  60. Papathanassopoulos 2007, σελ. 103
  61. «Το χρονοδιάγραμμα ολοκλήρωσης της επίγειας ψηφιακής τηλεόρασης». Το Βήμα. 2014-10-29. http://www.tovima.gr/media/article/?aid=645540. Ανακτήθηκε στις 2014-11-08. 
  62. Λέανδρος 2013
  63. Yörük 2013
  64. Βώβου 2013
  65. «Ψηφίστηκε το νομοσχέδιο για τη ΝΕΡΙΤ - Αντιπαράθεση Τσίπρα-Καψή». Έθνος. 19 Ιουλίου 2013. http://www.ethnos.gr/politiki/arthro/psifistike_to_nomosxedio_gia_ti_nerit_antiparathesi_tsipra_kapsi-63861144/. 
  66. «ΣτΕ: «Ναι» στο κλείσιμο της ΕΡΤ, «όχι» στην παύση λειτουργίας». Η Καθημερινή. 17 Ιουνίου 2013. http://www.kathimerini.gr/43009/article/epikairothta/politikh/ste-nai-sto-kleisimo-ths-ert-oxi-sthn-paysh-leitoyrgias. 
  67. ΕΣΗΕΑ (2014-03-27). «Να καταβληθούν τώρα οι οφειλόμενες αποδοχές των εργαζομένων της ΕΡΤ». esiea.gr. https://www.esiea.gr/na-katavlithoyn-tora-oi-ofeilomenes-apodoxes-ton-apolymenon-tis-ert/. Ανακτήθηκε στις 6 Απριλίου 2014. 
  68. ««Κάτι νέο» ξεκίνησε την Κυριακή το απόγευμα στην κρατική τηλεόραση». Τα Νέα. 2014-05-03. http://www.tanea.gr/news/greece/article/5115585/me-mia-semnh-teleth-ksekina-thn-kyriakh-to-apogeyma-h-nerit/. Ανακτήθηκε στις 16 Μαΐου 2014. 
  69. 69,0 69,1 «Σε δημόσια διαβούλευση το νομοσχέδιο για την ΕΡΤ». Εφημερίδα των Συντακτών. 2015-03-10. http://www.efsyn.gr/arthro/pros-diavoyleysi-nomoshedio-gia-tin-ert. Ανακτήθηκε στις 2015-03-15.  Στο άρθρο υπάρχει το νομοσχέδιο και η εισηγητική έκθεση.
  70. «Υπερψηφίστηκε το νομοσχέδιο για την επαναλειτουργία της ΕΡΤ». news247.gr. 2015-04-29. http://news247.gr/eidiseis/politiki/yperpshfisthke-to-nomosxedio-gia-thn-epanaleitoyrgia-ths-ert.3439158.html. Ανακτήθηκε στις 2015-05-01. 
  71. «Νόμος υπ' αριθ. 4324 (ΦΕΚ A 44/2015)». Εφημερίς της Κυβερνήσεως. 29 Απριλίου 2015. http://www.et.gr/idocs-nph/search/pdfViewerForm.html?args=5C7QrtC22wE4q6ggiv8WTXdtvSoClrL8ES5crdlkS9btIl9LGdkF53UIxsx942CdyqxSQYNuqAGCF0IfB9HI6qSYtMQEkEHLwnFqmgJSA5WIsluV-nRwO1oKqSe4BlOTSpEWYhszF8P8UqWb_zFijHCUhNIBkwhmjnvu2PwIU-k_vOJD1QvONGpM3cfa_49t. 
  72. Παναγιωτοπούλου 2004, σελ. 74
  73. Παναγιωτοπούλου 2004, σελ. 105 και 124
  74. Παναγιωτοπούλου 2004, σελ. 124
  75. Παναγιωτοπούλου 2004, σελ. 136
  76. Χαρακτηριστικά η κατάληψη και εξέγερση στο Πολυτεχνείο από τους φοιτητές (14-16 Νοεμβρίου 1973) δεν αναφέρθηκε καθόλου από τα δελτία της εποχής και η κάλυψη της αιματηρής εισβολής του στρατού στο ίδρυμα στις 17 Νοεμβρίου ήταν πολύ στενά ελεγχόμενη και προπαγανδιστική υπέρ του καθεστώτος. Λίγους μήνες αργότερα το πραξικόπημα κατά του Μακαρίου, στις 15 Ιουλίου 1974, ήταν μόλις τέταρτη είδηση. Πάντως η άφιξη του Κωνσταντίνου Καραμανλή και η μεταμεσονύκτια ορκωμοσία του, στις 24 Ιουλίου, μεταδόθηκαν ζωντανά (Βαλούκος 2008, σελ. 74 και 80).
  77. Βαλούκος 2008, σελ. 55 και 70
  78. Βαλούκος 2008, σελ. 72
  79. Βαλούκος 2008, σελ. 74-75
  80. Βαλούκος 2008, σελ. 82-83
  81. Βαλούκος 2008, σελ. 89 και 96 · Βώβου 2010, σελ. 114 · Δάμπασης 2002, σελ. 153κε και 161. Κατά την Κομνηνού 2001, σελ. 160 οι εκπομπές ζωντανού διαλόγου άρχισαν μετά το 1976 για να μην θιγεί η κυβέρνηση από όσα θα ακούγονταν από αντιπολιτευόμενα πρόσωπα.
  82. Vovou 2006, σελ. 262 · Βώβου 2010, σελ. 112
  83. Βαλούκος 2008, σελ. 120
  84. Katsoudas 1985, σελ. 148
  85. Βαλούκος 2008, σελ. 110
  86. Βώβου 2010, σελ. 119
  87. Τυπικά ο τίτλος της εκπομπής είναι λανθασμένος γιατί δεν μεταφέρεται στα ελληνικά ο πληθυντικός των ξένων λέξεων. Οι δημοσιογράφοι εξήγησαν ότι το γλωσσικό λάθος ήταν δικό τους.
  88. Βαλούκος 2008, σελ. 140-141
  89. «Μικρή η αξιοπιστία των ειδήσεων. Τελευταίο το Mega». tvxs.gr. TVXS. 2013-01-12. http://tvxs.gr/news/internet-mme/mikri-i-aksiopistia-ton-eidiseon-teleytaio-mega. Ανακτήθηκε στις 20 Ιουνίου 2015. 
  90. «Ποια Μέσα στηρίζουν το μνημόνιο;». tvxs.gr. TVXS. 2012-05-25. http://tvxs.gr/news/internet-mme/poia-mesa-stirizoyn-mnimonio. Ανακτήθηκε στις 7 Μαρτίου 2014. 
  91. Παπαθανασόπουλος 2008, σελ. 31
  92. Patrona 2009
  93. Βαλούκος 2008, σελ. 149
  94. Οι όροι «(τηλεοπτική) σειρά» και «σίριαλ» έχουν την ίδια σημασία για το κοινό, για τους επαγγελματίες όμως οι σειρές έχουν μια κεντρική ιστορία που εξελίσσεται από επεισόδιο σε επεισόδιο, ενώ το σίριαλ έχει αυτοτελή επεισόδια (Κουκουτσάκη-Monnier 2010, σελ. 418)· δεν αποκλείεται και το σίριαλ να έχει και αυτό μια κεντρική ιστορία.
  95. Κουκουτσάκη-Monnier 2010, σελ. 417
  96. Πασχαλίδης 2005, σελ. 191
  97. Βαλούκος 2008, σελ. 53. Εταιρεία παραγωγής είχε και το τμήμα Δημοσίων Σχέσεων της Ελληνικής Αστυνομίας (Κουκουτσάκη-Monnier 2010, σελ. 432).
  98. Κομνηνού 2001, σελ. 140
  99. Βαλούκος 2008, σελ. 53 · Δάμπασης 2002, σελ. 116
  100. Κουκουτσάκη-Monnier 2010, σελ. 428-9
  101. Βαλούκος 2008, σελ. 67
  102. Βαλούκος 2008, σελ. 67
  103. Βώβου 2010, σελ. 96 · Δάμπασης 2002, σελ. 109
  104. Κουκουτσάκη-Monnier 2010, σελ. 425
  105. Πασχαλίδης 2005, σελίδες 191-193
  106. Βαλούκος 2008, σελ. 105 · Δάμπασης 2002, σελ. 179
  107. Βαλούκος 2008, σελ. 124
  108. Βαλούκος 2008, σελ. 112 · Δάμπασης 2002, σελ. 179-180 και 187
  109. Δάμπασης 2002, σελ. 177
  110. Σμυρναίος 2010
  111. Βώβου 2010, σελ. 97 · Κουκουτσάκη-Monnier 2010, σελ. 419
  112. Πασχαλίδης 2005, σελ. 187
  113. Κουκουτσάκη-Monnier 2010, σελ. 445
  114. Βαλούκος 2008, σελ. 154
  115. Κουκουτσάκη-Monnier 2010, σελ. 442
  116. Κουκουτσάκη-Monnier 2010, σελ. 442
  117. Τα δύο είδη διαφέρουν ως προς το περιεχόμενο. Το εκπαιδευτικό παρέχει γνώσεις με προοδευτικό τρόπο και στοχεύει στην ενεργητική συμμετοχή του ατόμου με έντυπο συνοδευτικό υλικό ή ακόμα και εξετάσεις. Το επιμορφωτικό πλουτίζει απλώς τις γνώσεις του ατόμου.
  118. Vovou 2006, σελ. 262 · Κάρτερ 2004, σελ. 47
  119. Βαλούκος 2008, σελ. 21
  120. Κομνηνού 2001, σελίδες 136-7
  121. Βαλούκος 2008, σελ. 63 · Βώβου 2010, σελ. 102
  122. Παναγιωτοπούλου 2004, σελ. 71
  123. Δάμπασης 2002, σελ. 150
  124. Βαλούκος 2008, σελ. 164
  125. Κομνηνού 2001, σελίδες 193-4
  126. Σμυρναίος 2010a, σελ. 163 · Πασχαλίδης 2005, σελ. 182
  127. Σμυρναίος 2010a, σελ. 163
  128. Σμυρναίος 2010a, σελ. 163
  129. Παπαθανασόπουλος 1994, σελίδες 254-256
  130. «H αμαρτωλή ιστορία των τηλεοπτικών αδειών». tvxs.gr. 2015-04-29. http://tvxs.gr/news/internet-mme/h-amartoli-istoria-ton-tileoptikon-adeion. Ανακτήθηκε στις 2015-05-01. 
  131. Βαλούκος 2008, σελ. 45 και 57
  132. Papathanassopoulos 2007, σελ. 95
  133. «Στα 3 ευρώ μηνιαίως το ανταποδοτικό τέλος για τη ΝΕΡΙΤ». Καθημερινή. 2014-01-01. http://www.kathimerini.gr/64076/article/oikonomia/ellhnikh-oikonomia/sta-3-eyrw-mhniaiws-to-antapodotiko-telos-gia-th-nerit. Ανακτήθηκε στις 6 Απριλίου 2014. 
  134. Βαλούκος 2008, σελ. 57
  135. Δάμπασης 2002, σελ. 98
  136. Κομνηνού 2001, σελίδες 138-9
  137. Βαλούκος 2008, σελ. 72
  138. Βαλούκος 2008, σελ. 175
  139. Πασχαλίδης 2005, σελ. 186
  140. Παναγιωτοπούλου 2010, σελ. 24
  141. Παπαθανασόπουλος 2008, σελ. 23
  142. Παναγιωτοπούλου 2010, σελ. 25
  143. Βαλούκος 2008, σελ. 146
  144. Κομνηνού 2001, σελ. 140
  145. Πασχαλίδης 2005, σελίδες 176 και 178
  146. Πασχαλίδης 2005, σελ. 180
  147. Κάβουρα 2010, σελ. 58
  148. Βαλούκος 2008, σελίδες 147 και 178
  149. Παναγιωτοπούλου 2010, σελ. 24
  150. Παναγιωτοπούλου 2010, σελ. 9
  151. Βαλούκος 2008, σελ. 96
  152. Βαλούκος 2008, σελίδες 96 και 119. Τσίτσας, Νίκος Β. (2007-09-10). «Αλλες προεκλογικές εποχές». Έθνος. http://www.ethnos.gr/arxiki_selida/arthro/alles_proeklogikes_epoxes-131473/. Ανακτήθηκε στις 2014-11-08. 
  153. Βώβου 2010, σελ. 117
  154. Vovou 2006, σελ. 263
  155. Βαλούκος 2008, σελ. 173. Το 1993 είχε γίνει πρόταση αλλά ο Ανδρέας Παπανδρέου είχε αρνηθεί.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα
  • Αρχείο της ΕΡΤ: Αποσπάσματα από σειρές και εκπομπές
  • Ινστιτούτο Οπτικοακουστικών Μέσων (ΙΟΜ): Οργανισμός που εκπόνησε σειρά μελετών για την τηλεόραση και το ραδιόφωνο στην Ελλάδα. Καταργήθηκε το 2011 και συγχωνεύτηκε με την ΕΡΤ (πριν αυτή κλείσει το 2013). Η ιστοσελίδα με το αρχείο του ΙΟΜ είναι προσβάσιμα από το Web Archive.