Τηλεόραση στην Ελλάδα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Η τηλεόραση στην Ελλάδα ξεκίνησε για πρώτη φορά τη λειτουργία της το 1960,[1] με κάποιες πειραματικές εκπομπές που δεν μονιμοποιήθηκαν, ενώ ξεκίνησε να εκπέμπει τακτικά από τις 23 Φεβρουαρίου 1966, από έναν δημόσιο τηλεοπτικό σταθμό και από δεύτερο σταθμό που λειτούργησε από τις Ένοπλες Δυνάμεις. Κατά τη διάρκεια της Χούντας των Συνταγματαρχών παγιώθηκε η δομή του προγράμματος με μείγμα ψυχαγωγίας και ενημέρωσης, η οποία ήταν τότε λογοκριμένη. Ο κρατικός έλεγχος στην τηλεόραση διατηρήθηκε και στη μεταπολίτευση, οπότε η ενημέρωση ήταν περισσότερο ελεύθερη, αλλά όχι πάντα αντικειμενική.[2]

Το 1989, ενώ ήδη είχαν αρχίσει να εκπέμπουν ιδιωτικοί ραδιοφωνικοί και τηλεοπτικοί σταθμοί, επιτράπηκε η λειτουργία ιδιωτικών τηλεοπτικών σταθμών, οι οποίοι σταδιακά επικράτησαν σε τηλεθέαση και επιρροή και επιδόθηκαν σε έντονο ανταγωνισμό στον ενημερωτικό και στον ψυχαγωγικό τομέα. Το τηλεοπτικό τοπίο, όπου κατά καιρούς λειτουργούσαν γύρω στα 150 κανάλια σε όλη τη χώρα, το οποίο παραμένει όμως άναρχο[3] λόγω των καθυστερήσεων του κράτους να χορηγήσει μόνιμες άδειες.

Μέχρι τις 11 Ιουνίου του 2013 υπήρχαν τρία δημόσια κανάλια, η ΕΤ1 και η ΝΕΤ σαν εξέλιξη των δύο αρχικών, και η ΕΤ3 που εξέπεμπε από το 1988, και τα οποία σταμάτησαν να εκπέμπουν, όταν με μία αμφιλεγόμενη απόφαση της κυβέρνησης Σαμαρά, έκλεισε αιφνίδια η ΕΡΤ για να δημιουργηθεί εκ νέου μια νέα εταιρεία, η ΝΕΡΙΤ, αλλά μέχρι να ξεκινήσει τη λειτουργία της, τον ρόλο του δημόσιου ραδιοτηλεοπτικού φορέα επιτελούσε η μεταβατική Δημόσια Τηλεόραση, η οποία λειτούργησε από τις 10 Ιουλίου 2013 μέχρι τις 4 Μαΐου 2014, όπου αντικαταστάθηκε από τη ΝΕΡΙΤ, η οποία λειτούργησε έως τις 11 Ιουνίου 2015, όπου αντικαταστάθηκε από την ΕΡΤ, η οποία επανασυστάθηκε και λειτουργεί εκ νέου μέχρι σήμερα. Υπάρχουν ακόμα δεκάδες ιδιωτικά κανάλια, πανελλαδικής και τα περισσότερα περιφερειακής εμβέλειας.[4]

Λόγω της οικονομικής κρίσης πολλά κανάλια έκλεισαν ή περιόρισαν σημαντικά τις δραστηριότητές τους. Ακόμη υπάρχουν επίγεια συνδρομητικά δίκτυα, ενώ για ένα διάστημα αναμεταδίδονταν και κάποια ξένα δορυφορικά. Στην Ελλάδα δεν υπάρχουν καλωδιακά δίκτυα,[5] όμως κάποια ιδιωτικά δίκτυα και η ΕΡΤ εξέπεμπαν δορυφορικό πρόγραμμα, κυρίως για τους απόδημους Έλληνες. Περιορισμένες είναι οι προσπάθειες για αποκλειστικά διαδικτυακό περιεχόμενο ή για διαδικτυακά τηλεοπτικά κανάλια.

Στον τομέα του προγράμματος, τα ιδιωτικά τηλεοπτικά δίκτυα ακολουθούν την καθιερωμένη διάκριση μεταξύ ενημέρωσης και ψυχαγωγίας, αν και η αναλογία μεταξύ των τομέων δεν είναι σταθερή, ενώ τα δημόσια δίκτυα δίνουν έμφαση στον πολιτισμό και στην εκπαίδευση. Στην ιστορία της ελληνικής τηλεόρασης παρήχθησαν εκατοντάδες σίριαλ, τηλεταινίες και θεατρικά έργα όπως και πολλά ενημερωτικά και ψυχαγωγικά προγράμματα με σημαντική επίδραση στο κοινό. Πάντως, λόγω της οικονομικής κρίσης, η παραγωγή πρωτότυπου προγράμματος σημειώνει κάμψη και κυριαρχούν οι ξένες σειρές και οι επαναλήψεις παλαιών ελληνικών σίριαλ.[6]

Η ελληνική τηλεόραση κατά καιρούς έχει κατηγορηθεί για έλλειψη αντικειμενικότητας στον ενημερωτικό τομέα εξαιτίας της χειραγώγησης των δημόσιων δικτύων από τις μεταπολιτευτικές κυβερνήσεις[7] και εξαιτίας του ότι τα ιδιωτικά δίκτυα προβάλλουν τα επιχειρηματικά ή πολιτικά συμφέροντα των ιδιοκτητών τους. Τα ιδιωτικά κανάλια έχουν ακόμη επικριθεί, πολλές φορές, για το χαμηλής ποιότητας πρόγραμμα στον ψυχαγωγικό και τον ενημερωτικό τομέα. Σε ότι αφορά το νομικό πλαίσιο, αυτό είναι σαφέστερο για τα δημόσια τηλεοπτικά δίκτυα, αλλά τα ιδιωτικά (ιδίως τα επαρχιακά) εξακολουθούν να μην έχουν όλα άδειες εκπομπής όπως σε άλλες χώρες. Το κράτος ρυθμίζει τα ραδιοτηλεοπτικά ζητήματα μέσα από ανεξάρτητη, συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή, το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης, που ιδρύθηκε το 1989.

Ιστορία της τηλεόρασης στην Ελλάδα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πρώτες πειραματικές προσπάθειες (ως το 1966)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο η χρήση της τηλεόρασης σαν μέσο ψυχαγωγίας και ενημέρωσης γενικεύτηκε στον δυτικό κόσμο, είτε κάτω από την κρατική επίβλεψη, όπως στη Βρετανία με το BBC, είτε κάτω από την ιδιωτική πρωτοβουλία και λειτουργία, όπως στις ΗΠΑ με το NBC.[8] Στην Ελλάδα, αντίθετα, το πολιτικό κλίμα με το τέλος του πολέμου και αργότερα του εμφυλίου αλλά και η κακή οικονομική κατάσταση, εμπόδισαν την ανάπτυξη της τηλεόρασης, την οποία οι πολιτικοί (κυβέρνηση και αντιπολίτευση) δεν ήθελαν, για δικούς τους λόγους. Ακόμη, τα νοικοκυριά δεν μπορούσαν να αντέξουν το κόστος αγοράς των συσκευών, ενώ δεν την έβλεπαν θετικά ούτε οι εκδότες, ούτε και οι κινηματογραφικές επιχειρήσεις.[9]

Πάντως η βελτίωση των συνθηκών προς το τέλος της δεκαετίας του 1950 και η σταδιακή εξοικείωση των Ελλήνων με το νέο μέσο[10] έφεραν ξανά το θέμα στο προσκήνιο, αλλά οι προσπάθειες να συσταθεί ένα τηλεοπτικό δίκτυο δεν είχαν αποτέλεσμα. Στο χρονικό αυτό διάστημα, έγιναν πέντε διαγωνισμοί για την ανάπτυξη της τηλεόρασης, τα έτη 1949, 1952, 1955, 1958 και 1959, που τελικά ακυρώθηκαν, ενώ η Πολεμική Αεροπορία, ο Ελληνικός Στρατός, το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο και ιδιώτες είχαν πειραματιστεί με μικρής κλίμακας εκπομπές χωρίς συνέχεια.[11]

Ο πρώτος πειραματικός τηλεοπτικός σταθμός λειτούργησε από τη ΔΕΗ με αρκετές τεχνικές δυσκολίες τον Σεπτέμβριο του 1960 στη Θεσσαλονίκη κατά τη διάρκεια της ΔΕΘ.[12] Οι εκπομπές άρχισαν το Σάββατο 3 Σεπτεμβρίου και κράτησαν 22 ημέρες. Διαρκούσαν λίγες ώρες κάθε απόγευμα και περιλάμβαναν κυρίως ξένα ντοκιμαντέρ, παιχνίδια και ζωντανό ψυχαγωγικό πρόγραμμα. Στην πρώτη εκπομπή, την πρώτη ημέρα, με παρουσιάστρια την Έλσα Παπαστεργίου, εμφανίστηκε ζωντανά ο τότε πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Καραμανλής.

Παρά τη μεγάλη απήχηση στο κοινό το εγχείρημα δεν είχε συνέχεια και τα σχέδια για μονιμότερη τηλεοπτική παρουσία δεν υλοποιήθηκαν, αλλά δεν εγκαταλείφθηκαν και εντελώς.[13] Έγιναν και νέοι διαγωνισμοί για την οργάνωση τηλεοπτικού δικτύου που και αυτοί δεν ολοκληρώθηκαν, ενώ δεν είχαν αποτέλεσμα και οι συζητήσεις με ξένα μέσα· καταγράφονται και πειραματικές αλλά βραχύβιες προσπάθειες, όπως ο τηλεοπτικός σταθμός της ΔΕΗ το 1962[14] και άλλες προτάσεις που έμειναν στα χαρτιά, όπως μια αμερικανική πρόταση να οργανωθεί από Αμερικανούς ένα πλήρες τηλεοπτικό δίκτυο για την Ελλάδα.[15]

Παρά το έντονο ενδιαφέρον των τότε κυβερνήσεων, η ολοκλήρωση των σχετικών σχεδίων εξακολούθησε να παρεμποδίζεται από το, κατά διαστήματα, τεταμένο πολιτικό κλίμα της περιόδου 1960-1965 και τις αντιδράσεις από τους εκδότες, αν και το τελευταίο έχει αμφισβητηθεί ιστορικά.[16]

Εμφάνιση και καθιέρωση της τηλεόρασης (1966-1974)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1965 το ζήτημα ίδρυσης τηλεοπτικού σταθμού επανήλθε στο προσκήνιο. Το ΕΙΡ οργάνωσε "Πειραματικό Σταθμό Τηλεόρασης" με επικεφαλής τον διευθυντή Μιχάλη Γιαννακάκο και τον συντονιστή προγράμματος Γιώργο Κάρτερ, και οι δοκιμαστικές εκπομπές άρχισαν το φθινόπωρο της ίδιας χρονιάς.[17] Η πρώτη επίσημη τηλεοπτική εκπομπή, στο Κανάλι 5, άρχισε στις 18:30 το βράδυ της Τετάρτης 23ης Φεβρουαρίου 1966, με πρόγραμμα λίγων ωρών που μεταδόθηκε στην Αθήνα και πραγματοποιήθηκε από τον πέμπτο όροφο του νέου υπεραστικού μεγάρου Αθηνών του ΟΤΕ που στεγαζόταν στην οδό 3ης Σεπτεμβρίου. Η Ελένη Κυπραίου ήταν η πρώτη παρουσιάστρια της ελληνικής τηλεόρασης.

Πάντως η προσπάθεια έγινε δεκτή, με επιφύλαξη από τον τύπο εκείνης της εποχής.[18] Σχεδόν ταυτόχρονα με το ΕΙΡ, άρχισε να οργανώνεται και δεύτερο κανάλι από τον στρατό, ονόματι ΤΕΔ, το οποίο άρχισε να εκπέμπει τέσσερις μέρες μετά (27 του μηνός), από το κτήριο της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού στο Κανάλι 10 με τακτικό πρόγραμμα.[19] Σαφή στοιχεία για τον αριθμό των θεατών δεν υπάρχουν, αλλά φαίνεται ότι τις πρώτες ημέρες λειτουργίας των καναλιών ήταν περίπου 2.000, σύντομα όμως οι αριθμοί τους άρχισαν να αυξάνονται.[20]

Το πρόγραμμα της πρώτης ημέρας του ΕΙΡ Το πρόγραμμα της πρώτης ημέρας της ΤΕΔ[21]
18:30 Διεθνή επίκαιρα 19:00 Έναρξη
18:45 Για σας, κυρία μου (ζωντανή εκπομπή) 19:03 Κέρκυρα (ντοκιμαντέρ)
19:00 Αυστραλία (ταξιδιωτικό ντοκιμαντέρ) 19:15 Εσοδεία γνώσεων
19:25 Ο Άγγλος γλύπτης Χένρι Μουρ 19:45 Διάλειμμα
19:55 Παίζει η ορχήστρα Ανρί Λεκά 19:55 Η ανακάλυψη της πενικιλίνης
20:15 Ο κλέφτης (ταινία μικρού μήκους από τη Βραζιλία) 20:10 Για να γνωρίσετε τον Καναδά
20:30 Λήξη προγράμματος 21:10 Λήξη προγράμματος

Στις 11 Απριλίου του ίδιου έτους άρχισε να μεταδίδεται από την τηλεόραση του ΕΙΡ το πρώτο δελτίο ειδήσεων. Αρχικά τα δελτία επικεντρώνονταν σε ξένα θέματα, ενώ στα δύο κανάλια υπήρχε ελάχιστο ζωντανό πρόγραμμα, χωρίς ελληνικά έργα μυθοπλασίας. Επίσης δεν υπήρχε δυνατότητα βίντεο εγγραφής, οπότε τα ντοκιμαντέρ μεταδίδονταν μέσω λήψης με τηλεοπτική κάμερα της εικόνας που προβαλλόταν σε τοίχο από φιλμ 35 ή 16 χιλιοστών.

Γρήγορα πάντως άρχισαν οι μεταδόσεις των πρώτων αθλητικών εκπομπών, όπως η Αθλητική Κυριακή, η οποία προβάλλεται μέχρι σήμερα και αποτελεί την μακροβιότερη εκπομπή. Παρά την προσπάθεια των υπευθύνων δεν μεταδίδονταν ελληνικές ταινίες, λόγω της άρνησης των παραγωγών, όπως του Φιλοποίμενα Φίνου, να δώσουν άδεια μετάδοσης.[22] Γενικότερα όμως για τα δύο κανάλια οι πόροι και το προσωπικό ήταν πολύ περιορισμένα τα πρώτα χρόνια λειτουργίας. Έναν μήνα αργότερα (Μάιος 1966) μεταδόθηκε από την τηλεόραση του ΕΙΡ η πρώτη θεατρική εκπομπή Αυτός και το παντελόνι του, βασισμένη σε μονόπρακτο του συγγραφέα Ιάκωβου Καμπανέλλη με οικοδεσπότη τον ηθοποιό Βασίλη Διαμαντόπουλο.

Στις 20 Ιουνίου 1966 άρχισε να λειτουργεί τηλεοπτικό στούντιο στα Τουρκοβούνια, από όπου ξεκίνησε τη μετάδοσή της η ΤΕΔ, καλύπτοντας όλο το Λεκανοπέδιο και την Αίγινα. Η Χούντα των Συνταγματαρχών διατήρησε αμετάβλητους τους τότε πειραματικούς τηλεοπτικούς σταθμούς (παρότι δεν μετέδωσαν πρόγραμμα τις πρώτες ημέρες του πραξικοπήματος[23]), επειδή εξυπηρετούσαν τα σχέδιά της.[24] Έδωσε μάλιστα προπαγανδιστικό ρόλο στα κανάλια σε ότι αφορούσε τον ενημερωτικό τομέα με την συνεχή προβολή του καθεστώτος και τα χρησιμοποίησε σαν μέσο για να προωθήσει την ιδεολογία της.[25]

Τα δημόσια δίκτυα αφού ξεπέρασαν το στάδιο του πειραματισμού, ξεκίνησαν από το 1968 και 1969 αντίστοιχα, οπότε άρχισαν να εκπέμπουν πλήρες πρόγραμμα, να ακολουθούν την τυπική στη Δύση δομή με ψυχαγωγία και ενημέρωση. Το πρόγραμμα διαρκούσε 6-8 ώρες τη μέρα, ξεκινώντας το μεσημέρι και συνεχίζοντας, μετά από ένα απογευματινό διάλειμμα, το βράδυ.

Σταδιακά το πρόγραμμα και στα δύο κανάλια, αλλά πολύ περισσότερο στην ΤΕΔ, που το 1968 μετονομάστηκε σε Υπηρεσία Ενημερώσεως των Ενόπλων Δυνάμεων (ΥΕΝΕΔ) και ως στρατιωτικό κανάλι είχε την εύνοια του καθεστώτος,[26] εμπλουτίστηκε με ενημερωτικά προγράμματα, προπαγανδιστικές εκπομπές, αθλητικές μεταδόσεις, τοκ σόου (όπως το Αλάτι και Πιπέρι με τον Φρέντυ Γερμανό),[27] ζωντανό πρόγραμμα, θέατρο, μουσική και παιχνίδια. Τα δελτία ειδήσεων είχαν ωστόσο πολύ λόγο και σχετικά λίγη εικόνα.

Την επόμενη χρονιά η ΥΕΝΕΔ μετακόμισε στις νέες εγκαταστάσεις της Λεωφόρου Μεσογείων 136 και Κατεχάκη γωνία, απέκτησε τον πρώτο της αναμεταδότη στη Θεσσαλονίκη για κάλυψη της ευρύτερης περιοχής, ενώ εγκατέστησε τηλεοπτικό πομπό ισχύος 30 KW στον Υμηττό.

Στις 2 Απριλίου 1970 μεταδόθηκε από την ΥΕΝΕΔ το πρώτο ελληνικό σίριαλ, Το σπίτι με τον φοίνικα, σε σενάριο της Κικής Σεγδίτσα. Ένα μήνα αργότερα (2 Μαΐου) ακολούθησε το σίριαλ Ο κύριος συνήγορος του Κώστα Πρετεντέρη, ενώ γρήγορα εμφανίστηκαν δεκάδες άλλα, με αρκετή απήχηση στο κοινό, το οποίο μεγάλωνε συνεχώς, χάρη στις αθλητικές μεταδόσεις (με παράδειγμα το Μουντιάλ του 1970) και στις ενέργειες του καθεστώτος να διανέμει στην επαρχία τηλεοράσεις.[28] Ιστορική στιγμή εκείνης της περιόδου ήταν η ζωντανή μετάδοση της προσσελήνωσης του Απόλλων 11 την Κυριακή 20 Ιουλίου 1969 από το ΕΙΡ μέσω του διεθνούς συστήματος της EBU (Eurovision), σε περιγραφή στα Ελληνικά του δημοσιογράφου Ιάσονα Μοσχοβίτη, που κράτησε μέχρι τις 5 το πρωί (ώρα Ελλάδος) και εκτιμάται πως την παρακολούθησε σχεδόν το σύνολο όσων διέθεταν τηλεοπτικό δέκτη, που έφταναν τους 200.000.[29]

Στις 16-21 Σεπτεμβρίου 1969 η Eurovision πραγματοποίησε την πρώτη ζωντανή μετάδοση από την Ελλάδα, μεταδίδοντας τους αγώνες του 9ου Πανευρωπαϊκού Πρωταθλήματος Στίβου. Για την κάλυψη των αγώνων αποκτήθηκαν από τον ΣΕΓΑΣ αυτοκίνητα εξωτερικών μεταδόσεων καθώς και δύο συσκευές καταγραφής βίντεο της αμερικανικής Ampex 2 ιντσών, τα οποία παραδόθηκαν μετά τους αγώνες στο ΕΙΡ. Ένα μήνα μετά (26 Οκτωβρίου) πραγματοποιήθηκε η πρώτη επίσημη εξωτερική μετάδοση από το ΕΙΡ, της δοξολογίας για την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης από τον Ιερό Ναό του Αγίου Δημητρίου. Το 1970 το ΕΙΡ μετονομάστηκε σε Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας Τηλεοράσεως (ΕΙΡΤ).

Στις 12 Οκτωβρίου 1971 άρχισε η μετάδοση της σειράς Άγνωστος Πόλεμος του Νίκου Φώσκολου, η οποία κατέγραψε ρεκόρ τηλεθέασης μέχρι την ολοκλήρωσή της το 1974, ενώ στις 3 Ιανουαρίου 1972 έκανε πρεμιέρα στο ΕΙΡΤ η εκπομπή Το θέατρο της Δευτέρας, με πρώτη θεατρική παράσταση Το Εξπρές για το Σαντιάγκο της Ισιντόρα Αγκουΐρε. Με μαγνητοσκοπήσεις παραστάσεων από την Επίδαυρο, το Ηρώδειο, αλλά και με πρωτότυπες παραγωγές, που αριθμούν πάνω από 450 θεατρικά έργα, η εκπομπή συνέβαλε ουσιαστικά στη διαμόρφωση της θεατρικής παιδείας στην Ελλάδα.

Στις 3 Οκτωβρίου 1973 άρχισε να μεταδίδεται από το ΕΙΡΤ το πρώτο βασισμένο στην ελληνική λογοτεχνία σίριαλ, Οι Έμποροι των Εθνών του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, σε σκηνοθεσία Δημήτρη Ποντίκα και Κώστα Φέρρη και πρωτότυπη μουσική του Σταύρου Ξαρχάκου με ερμηνευτή το Νίκο Ξυλούρη.

Υπήρξε και μια προσπάθεια για ιδιωτικό κανάλι με έδρα τη βόρεια Ελλάδα, οργανωμένη κυρίως από διαφημιστές της περιοχής. Το Κανάλι 3 εξέπεμπε από τον Μάρτιο του 1964 ως τον Σεπτέμβριο του 1970 ψυχαγωγικό και ενημερωτικό πρόγραμμα χωρίς άδεια, ώσπου υποχρεώθηκε από το χουντικό καθεστώς σε κλείσιμο.[30] Άλλη μια βραχύβια δημόσια προσπάθεια καταγράφηκε το 1971 και το 1972 με εκπομπές που μεταδόθηκαν μέσα από τη ΔΕΘ με ευθύνη του ΟΤΕ.[31]

Τον Δεκέμβριο του 1972 ο αριθμός των τηλεοπτικών συσκευών ανερχόταν σε 823.000 σε όλη τη χώρα. Από αυτές υπήρχαν 479.000 στην Αθήνα και 92.000 στη Θεσσαλονίκη, Συγκριτικά, το 1968 οι τηλεοράσεις σε όλη τη χώρα ήταν περίπου 100.000.[32]

Η τηλεόραση στην μεταπολίτευση (1974-1989)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τον Ιανουάριο του 1974 εγκαινιάστηκε το Ραδιομέγαρο της Αγίας Παρασκευής, όπου μετεγκαταστάθηκε σταδιακά ο ραδιοτηλεοπτικός εξοπλισμός του ΕΙΡΤ από τα παλιά κτίρια του Ζαππείου και του ΟΤΕ. Η πτώση της χούντας τον Ιούλιο του 1974 συνοδεύτηκε από προσδοκίες για εκδημοκρατισμό της τηλεόρασης. Στο ΕΙΡΤ τοποθετήθηκε διευθυντής ο Δημήτρης Χορν, στενός φίλος του Κωνσταντίνου Καραμανλή, υποδιευθυντής έγινε ο δημοσιογράφος Παύλος Μπακογιάννης, ενώ περιλήφθηκαν επιφανή ονόματα στο ΔΣ του οργανισμού, όπως ο Οδυσσέας Ελύτης.[33] Παρέλαβαν όμως μια δομή, που δεν άλλαξε πολύ μετά την πτώση της χούντας, παρουσίαζε συμπτώματα κακοδιοίκησης και είχε πληθώρα προσωπικού. Η έκθεση του επί πολλά χρόνια διοικητή του BBC Χιου Γκριν (Hugh Greene) το 1975, αφού περιέγραφε την κατάσταση στο ΕΙΡΤ, έκανε ριζοσπαστικές προτάσεις αναδιοργάνωσης, όπως μετατροπή σε νομικό πρόσωπο, αποστρατικοποίηση της ΥΕΝΕΔ και συγχώνευση με την ΕΡΤ, αλλαγή νοοτροπίας και καλύτερη χρηματοδότηση, προτάσεις οι οποίες για διάφορους λόγους δεν ελήφθησαν όλες υπόψη.[34]

O Γιώργος Κάρτερ ήταν μεταπολεμικά ένας από τους πρωτεργάτες της ραδιοφωνίας και της τηλεόρασης στην Ελλάδα, με παρουσία και στην μεταπολίτευση.

Στις 29 Μαΐου του 1975 άρχισε η προβολή της τηλεοπτικής μεταφοράς του μυθιστορήματος του Νίκου Καζαντζάκη, Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται σε σκηνοθεσία του Βασίλη Γεωργιάδη, ενώ ακολούθησαν και άλλες σημαντικές βασισμένες στην ελληνική λογοτεχνία σειρές, όπως η Τερέζα Βάρμα-Διακόστα του Γρηγορίου Ξενόπουλου και Η μενεξεδένια πολιτεία του Άγγελου Τερζάκη το 1975, ο Γιούγκερμαν του Μ. Καραγάτση και η Γαλήνη του Ηλία Βενέζη το 1976, Οι Πανθέοι του Τάσου Αθανασιάδη το 1977, το Λεμονοδάσος του Κοσμά Πολίτη το 1978 και Ο συμβολαιογράφος του Αλεξάνδρου Ρίζου Ραγκαβή το 1979.

Στις 13 Δεκεμβρίου 1975 (βάσει του νόμου 230[35]) το ΕΙΡΤ μετατράπηκε σε Ελληνική Ραδιοφωνία Τηλεόραση (ΕΡΤ), ενώ προμηθεύτηκε τα πρώτα φορητά βίντεο U-matic, κατασκευής της Sony. Στις 24 Φεβρουαρίου 1976 άρχισε η ριζοσπαστική σειρά πολιτιστικών ντοκιμαντέρ Παρασκήνιο από την εταιρεία Cinetic που ανέλαβε την εκτέλεση της παραγωγής και το 1977 η σειρά εκπομπών Εικόνες με θέμα τις εικαστικές τέχνες, σε σκηνοθεσία Γιώργου Εμιρζά με παρουσιάστρια την Μαρία Καραβία. Η εκπομπή μετεξελίχθηκε το 1983 σε Εικαστικά.

Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1970 τα δύο κανάλια συνέχισαν χωρίς σημαντικές αλλαγές, παράγοντας ενημερωτικό πρόγραμμα και αρκετά επιτυχημένα σίριαλ, πολλά με πρωταγωνιστές ηθοποιούς του κινηματογράφου, ο οποίος είχε αρχίσει να φθίνει λόγω και της τηλεόρασης.[36] Οι ζωντανές εκπομπές περιορίζονταν στα δελτία ειδήσεων, σε ενημερωτικά προγράμματα και σε αθλητικές μεταδόσεις, ενώ άρχισαν σταδιακά και κάποιες εκπομπές πολιτικού λόγου. Γενικά πολλές από τις εκπομπές της εποχής μιμούνταν ξένα πρότυπα.

Η πρώτη φορά που μεταδόθηκε έγχρωμο πρόγραμμα στην χώρα, ήταν τον Ιούνιο του 1978 με την προβολή του Παγκόσμιου Κυπέλλου Ποδοσφαίρου στην Αργεντινή. Η ΕΡΤ, που προετοιμαζόταν εκείνη την εποχή, έδειξε πειραματικά τους αγώνες σε έγχρωμο, καλώντας όσους ελάχιστους ακόμα είχαν ήδη έγχρωμους δέκτες, σε μεγάλες πόλεις, να συντονιστούν στις κατάλληλες συχνότητες.

Από τις 6 Ιανουαρίου του 1979 η ελληνική τηλεόραση πέρασε σταδιακά από την ασπρόμαυρη στην έγχρωμη μετάδοση με το γαλλικό σύστημα SECAM και την αγορά έγχρωμων βίντεο 1 ίντσας (1 inch Type C) και 2 ιντσών (2 inch Quadruplex). Η χρήση του γαλλικού συστήματος έναντι του γερμανικού PAL έφτασε να γίνει πολιτικό ζήτημα, αφού ήταν προσωπική επιλογή του πρωθυπουργού Κωνσταντίνου Καραμανλή.[37]

Η πρώτη εγχώρια έγχρωμη παραγωγή τηλεοπτικής σειράς ήταν η τηλεοπτική διασκευή του ομώνυμου μυθιστορήματος του Κοσμά Πολίτη Εκάτη, ενώ το 1979 ακολούθησε η σειρά Η δασκάλα με τα χρυσά μάτια, βασισμένη στο ομώνυμο έργο του Στρατή Μυριβήλη. Στις 28 Μαΐου του ίδιου έτους πραγματοποιήθηκε από το Ζάππειο η ζωντανή μετάδοση της τελετής ένταξης της Ελλάδας στην ΕΟΚ, ενώ στις 10 Δεκεμβρίου η ΕΡΤ μετέδωσε σε μαγνητοσκόπηση την τελετή απονομής του Νόμπελ Λογοτεχνίας στον Οδυσσέα Ελύτη από την αίθουσα συναυλιών της Στοκχόλμης.

Στις 19 Ιανουαρίου του 1980 έκανε πρεμιέρα η σειρά Λωξάντρα, βασισμένη στο ομώνυμο μυθιστόρημα της Μαρίας Ιορδανίδου σε σκηνοθεσία του Γρηγόρη Γρηγορίου, ενώ ακολούθησαν κι άλλες τηλεοπτικές διασκευές διαφόρων λογοτεχνικών έργων, όπως η Αστροφεγγιά του Ι.Μ. Παναγιωτόπουλου, Για την τιμή και το χρήμα του Κωνσταντίνου Θεοτόκη, Μεθυσμένη πολιτεία του Σωτήρη Πατατζή, Αργώ του Γιώργου Θεοτοκά και οι Άθλιοι των Αθηνών του Ιωάννη Κονδυλάκη.

Στις 10 Ιανουαρίου 1981 άρχισε να μεταδίδεται το πρώτο παιδικό σήριαλ Ο κήπος με τα αγάλματα, βασισμένο στο ομότιτλο βιβλίο της Ελένης Σαραντίτη-Παναγιώτου, σε σενάριο και σκηνοθεσία του Παντελή Βούλγαρη, ενώ στην πορεία ακολούθησαν και άλλα, όπως ο Θησαυρός της Βαγίας της Ζωρζ Σαρή το 1984, το Παραμύθι χωρίς όνομα της Πηνελόπης Δέλτα το 1989 και τέλος Το καπλάνι της βιτρίνας της Άλκης Ζέη το 1990.

Στις αρχές Μαρτίου του 1982 ξεκίνησε η εκπομπή Κινηματογραφική Λέσχη, την οποία προλόγιζε ο κριτικός κινηματογράφου Γιάννης Μπακογιαννόπουλος, με προβολές ταινιών από διεθνούς φήμης σκηνοθέτες. Στις 9 Μαρτίου 1982 έκανε πρεμιέρα η σειρά αυτοβιογραφικών ντοκιμαντέρ Μονόγραμμα του Γιώργου και της Ηρώς Σγουράκη, ενώ ακολούθησαν οι πολιτιστικές εκπομπές Κοχλίας (1982), Τέχνη και πολιτισμός (1982), Οι ποιητές μας (1983) και Περισκόπιο (1984).

Στις 26 Ιουλίου 1982 προβλήθηκε η σειρά Φονιάς, βασισμένη στην κοινωνική νουβέλα του Γεώργιου Βιζυηνού σε σκηνοθεσία του Κώστα Λυχναρά και του Δήμου Θέου, ενώ ακολούθησαν Ο ζητιάνος του Ανδρέα Καρκαβίτσα και οι Δεσμώτες του Άγγελου Τερζάκη. Στις 6 Σεπτεμβρίου 1982 πραγματοποιήθηκε η πρώτη έγχρωμη ζωντανή μετάδοση, των Πανευρωπαϊκών Αγώνων Στίβου από το νεόχτιστο Ολυμπιακό Στάδιο της Καλογρέζας σε όλη την Ελλάδα και μέσω του δικτύου της Eurovision σε Ευρώπη και Αμερική. Η μετάδοση ολοκληρώθηκε τρεις μέρες μετά (9 Σεπτεμβρίου) με το πέρας των αγώνων.

Η νίκη του ΠΑΣΟΚ στις εκλογές του 1981 συνοδεύτηκε και αυτή από προσδοκίες για μεγάλες αλλαγές στην τηλεόραση, που τελικά δεν υλοποιήθηκαν. Αντίθετα η περίοδος που ακολούθησε χαρακτηρίστηκε από παρεμβατικότητα και λαϊκισμό.[38] Την Παρασκευή 1 Οκτωβρίου 1982,[39] με διάταξη ενσωματωμένη σε άσχετο νομοσχέδιο, αποστρατικοποιήθηκε εν τέλει η ΥΕΝΕΔ (ένα στρατιωτικό κανάλι αποτελούσε περίεργη εικόνα σε μια χώρα της ΕΟΚ, όπου μόλις είχε ενταχτεί η Ελλάδα), υπαγόμενη στο Υπουργείο Προεδρίας και μετονομαζόμενη σε ΕΡΤ2,[40] με την ΕΡΤ να μετονομάζεται αντίστοιχα σε ΕΡΤ1.

Με την δημιουργία της ενιαίας ΕΡΤ πέρασαν σε στενότερο κρατικό έλεγχο τόσο η διοίκηση, όσο και το ενημερωτικό πρόγραμμα, με αποτέλεσμα -μεταξύ άλλων- την υπερπροβολή των κυβερνητικών δραστηριοτήτων και τις συχνές αλλαγές διοικητών για πολιτικούς λόγους.[41] Στο πρόγραμμα υπήρξε στροφή σε κοινωνικού τύπου έργα μυθοπλασίας, τηλεταινίες και ντοκιμαντέρ που ταίριαζαν και με την ιδεολογική γραμμή της νέας κυβέρνησης, αλλά και σε νέους δημιουργούς.

Στις 13 Μαΐου 1983 άρχισε να προβάλλεται η διασκευή του ομώνυμου διηγήματος του Κωνσταντίνου Θεοτόκη Ο κατάδικος σε σκηνοθεσία Κώστα Κουτσομύτη, ενώ ακολούθησαν Η Κυρία Ντορεμί της Λιλίκας Νάκου και η Αρχαία Σκουριά της Μάρως Δούκα. Τα επόμενα χρόνια ακολουθούν κι άλλες βασισμένες στην ελληνική λογοτεχνία σειρές, όπως ο Πατούχας του Ιωάννη Κονδυλάκη το 1984, ο Καπνισμένος ουρανός του Κωστή Κοτζιά και οι Ακυβέρνητες πολιτείες του Στρατή Τσίρκα το 1985 και τέλος η Μαντάμ Σουσού του Δημήτρη Ψαθά το 1986.

Στις 11 Αυγούστου 1987 η ΕΡΤ Α.Ε. αναδιαρθρώθηκε. Η ΕΡΤ1 και η ΕΡΤ2 συγχωνεύτηκαν σε έναν ενιαίο φορέα, που διατήρησε την υπάρχουσα ονομασία[42], ενώ τα δύο κανάλια μετονομάστηκαν σε ΕΤ1 και ΕΤ2. Την 1η Σεπτεμβρίου 1987 ξεκίνησε να εκπέμπει από τη Θεσσαλονίκη η ΕΤ3, το τρίτο κανάλι της ΕΡΤ, αρχικά με δοκιμαστικό πρόγραμμα 90 λεπτών κάθε Τετάρτη και από τον Ιανουάριο του 1989 με τακτικό πλέον πρόγραμμα, λόγω και της πίεσης από τα ιδιωτικά κανάλια. Το πρόγραμμα της ΕΤ3 εστιαζόταν κυρίως στη Μακεδονία και την Βόρεια Ελλάδα, ενώ για χρόνια είχε χαμηλές τηλεθεάσεις και μεγάλη εξάρτηση από την Αθήνα.[43]

Στα μέσα του 1987 άρχισαν να προβάλλονται σειρές μυθοπλασίας, όπως Το μπουρίνι του Μ. Καραγάτση, Σαν τα τρελά πουλιά της Μαρίας Ιορδανίδου, καθώς και το Βιβλιόραμα το οποίο ήταν δεκαπενθήμερο περιοδικό με θέμα το βιβλίο, σε σκηνοθεσία του Δημήτρη Βερνίκου, ενώ στις 3 Απριλίου 1988 άρχισε να προβάλλεται η σειρά Κλειστοί δρόμοι, βασισμένη στο μυθιστόρημα Αγριολούλουδο του Παύλου Νιρβάνα και σε σκηνοθεσία του Γιώργου Μιχαηλίδη. Από τον Οκτώβριο του 1988 εγκαταστάθηκαν κεραίες για εκπομπή των καναλιών από τα UHF, που πλεονεκτούσαν λόγω μικρότερου μεγέθους από τις κεραίες VHF, από τις οποίες εξέπεμπαν τα κανάλια μέχρι τη χρονιά εκείνη.

Επικράτηση της ιδιωτικής τηλεόρασης (1989-2010)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Προς το τέλος της δεκαετίας του 1980, μετά την απελευθέρωση της ραδιοφωνίας που έγινε το 1987, λόγω του κρατικού ελέγχου που εξακολουθούσε να είναι στενός και των τάσεων αποκρατικοποίησης των ΜΜΕ στην Ευρώπη, ενισχύθηκε το αίτημα για ιδιωτική τηλεόραση. Μετά τις εκλογές του 1985 η αντιπολίτευση υπό την Νέα Δημοκρατία άρχισε να θέτει επιτακτικά το ζήτημα της ανεξαρτητοποίησης της δημόσιας τηλεόρασης ενώ και η ΕΟΚ άρχισε να προετοιμάζει πανευρωπαϊκά το έδαφος με το άνοιγμα της σχετικής αγοράς.[44] Δήμαρχοι που πρωτοστάτησαν στην πίεση προς την κυβέρνηση για ιδιωτική ραδιοφωνία, όπως ο Μιλτιάδης Έβερτ στην Αθήνα, ο Σωτήρης Κούβελας στη Θεσσαλονίκη και ο Ανδρέας Ανδριανόπουλος στον Πειραιά, όλοι από τη ΝΔ, άρχιζαν να πιέζουν και για ιδιωτική τηλεόραση, ενώ, την ίδια ώρα, και οι μεγάλοι εκδότες άρχιζαν να προετοιμάζονται στο παρασκήνιο για την οργάνωση καναλιών.[45]

Η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ αντιδρούσε στην προοπτική της ιδιωτικής τηλεόρασης και με διάφορες δικαιολογίες ανέβαλλε την έκδοση αδειών, αν και είχε συστήσει κοινοβουλευτική επιτροπή που θα διερευνούσε το θέμα.[46] Παρά ταύτα έδωσε την άδεια για την αναμετάδοση από τον Σεπτέμβριο του 1988 έξι ξένων δορυφορικών καναλιών σε δέκα μεγάλες πόλεις, σε ένα είδος αντίβαρου στην διαφαινόμενη απελευθέρωση της τηλεόρασης.[47] Τον Οκτώβριο του 1988, είχε αρχίσει να λειτουργεί στον Πειραιά, το συνδρομητικό κανάλι TV Plus, που μετέδιδε μόνο ταινίες, ενώ στο τέλος του 1988 άρχισε να εκπέμπει στη Θεσσαλονίκη και η αντιπολιτευόμενη TV 100, η λειτουργία του οποίου συνοδεύτηκε από επεισόδια και δικαστικές διαμάχες.[48] Τελικά η κυβέρνηση μετέθεσε τις αποφάσεις περί αδειών για μετά τις εκλογές Ιουνίου του 1989, τις οποίες όμως έχασε, οπότε το ζήτημα διευθετήθηκε από την κυβέρνηση Τζαννετάκη που πέρασε τη σχετική νομοθεσία (νόμος 1866/1989) με την ίδρυση του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης (ΕΣΡ) για την εποπτεία των ραδιοτηλεοπτικών σταθμών οι οποίοι αρχίζουν σταδιακά τη λειτουργία τους.[49]

Στις 9 Μαρτίου 1989 ξαναμεταφέρεται στην Ελληνική τηλεόραση η κοινωνική σειρά «Εκείνος κι εκείνος» του Κώστα Μουρσελά, η οποία είχε προβληθεί την περίοδο 1972-1974. Το 1990 μετά τη διακρατική συμφωνία των κυβερνήσεων Ελλάδας και Κύπρου δημιουργείται ο δορυφορικός δίαυλος του προγράμματος μεταξύ της ΕΡΤ και του ΡΙΚ με την έναρξη του Cyprus Sat από τον δεύτερο ενώ η ΕΡΤ προμηθεύεται τα πρώτα επαγγελματικά βίντεο BetaSP (Betacam) κατασκευής της Sony και ανανεώνει την έγχρωμη τηλεοπτική μετάδοσή της με το σύστημα PAL.

Οι προσωρινές άδειες διάρκειας επτά ετών δόθηκαν τη Δευτέρα 24 Ιουλίου 1989 για δύο τηλεοπτικούς σταθμούς πανελλαδικής εμβέλειας, την Τηλέτυπος Α.Ε. Τηλεοπτικών Προγραμμάτων, που άρχισε να εκπέμπει στις 20 Νοεμβρίου, το Mega Channel, και την Νέα Τηλεόραση Α.Ε. που δεν εξέπεμψε ποτέ, δίνοντας ωστόσο την άδεια της, μετά από τέσσερα χρόνια, τέσσερις μήνες, μία εβδομάδα και τρεις ημέρες (4 Δεκεμβρίου 1993) στο Star Channel.[50] Αντίθετα στις 31 Δεκεμβρίου 1989 άρχισε να εκπέμπει ο ΑΝΤ1 ενώ, αργότερα στις αρχές της νέας χρονιάς, είχε αρχίσει να εκπέμπει και το Κανάλι 29 των εκδοτών της Αυριανής, Γιώργου και Μάκη Κουρή. Το Mega Channel και η Νέα Τηλεόραση ήταν επιχειρήσεις που στηρίζονταν από μεγάλους εκδότες των εφημερίδων, ενώ ο Antenna βασιζόταν στα κεφάλαια του εφοπλιστή Μίνωα Κυριακού.

Στο Mega Channel μετείχαν με 20% έκαστος οι εκδότες των εφημερίδων Βήμα και Νέα (Χρ. Λαμπράκης), Έθνος (Γ. Μπόμπολας), Ελευθεροτυπία (Χρ. Τεγόπουλος), Καθημερινή (Αρ. Αλαφούζος) και Μεσημβρινή (οικογένεια Βαρδινογιάννη).[51] Στη Νέα Τηλεόραση μετείχαν οι εκδότες του Ελεύθερου Τύπου, της Απογευματινής και ο Μίνως Κυριακού. Αυτή η άδεια όμως δεν προχώρησε ποτέ, και δεν άνοιξε σταθμό. Μέχρι και σήμερα τα μεγάλα ιδιωτικά δίκτυα στηρίζονται σε μεγάλο βαθμό σε εκδοτικά και επιχειρηματικά συμφέροντα, χωρίς πολύ μεγάλη συμμετοχή ξένων κεφαλαίων.

Την Παρασκευή 31 Ιουλίου 1992 ιδρύεται η Εθνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών η οποία αναλαμβάνει αρχικά την εποπτεία για τις τηλεπικοινωνιακές αγορές.[52] Το καλοκαίρι του 1995 μετονομάζεται σε Εθνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων ξεκινώντας και επίσημα τη λειτουργία της, αναλαμβάνοντας την εποπτεία για το φάσμα συχνοτήτων, τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες και την ταχυδρομική αγορά.

Στις 13 Φεβρουαρίου 1996 προβάλλεται η σειρά μυθοπλασίας Ο πρίγκιπας του Μήτσου Κασόλα σε σκηνοθεσία του Τάσου Ψαρρά, ενώ εφτά μήνες μετά (13 Σεπτεμβρίου) πραγματοποιείται η ζωντανή μετάδοση από το στούντιο της ΕΡΤ της πρώτης για την ελληνική τηλεόραση δημόσιας συζήτησης (debate) μεταξύ των αρχηγών των δύο μεγάλων κομμάτων, του Κώστα Σημίτη από το ΠΑΣΟΚ και του Μιλτιάδη Έβερτ από τη Νέα Δημοκρατία, σε συντονισμό του δημοσιογράφου Πέτρου Ευθυμίου και σχολιασμό των Θεόδωρου Ρουσόπουλου, Παύλου Τσίμα και Γιώργου Παπουτσάνη, στο πλαίσιο των εκλογών που έγιναν τον μήνα εκείνο.

Θεαματικότητες το διάστημα 1989-1993. Η έλευση της ιδιωτικής τηλεόρασης μείωσε κατά πολύ τις θεαματικότητες της ΕΤ1 και της ΕΤ2, την ώρα που τα δύο μεγάλα ιδιωτικά, Mega και Ant1, σταθεροποιήθηκαν πάνω από το 30%[53]

Η έλευση της ιδιωτικής τηλεόρασης είχε καταλυτική επίδραση στην παραγωγή του τηλεοπτικού προγράμματος και στις συνήθειες των Ελλήνων[54] και συρρίκνωσε κατά πολύ την επιρροή της δημόσιας, που έχασε σε θεαματικότητα,[55] σε έσοδα από διαφημίσεις,[56] ακόμα και σε προσωπικό, που μετακινήθηκε σε ιδιωτικά δίκτυα, λόγω καλύτερων αμοιβών και συνθηκών εργασίας. Αποτελεσματική στάθηκε πάντως, μια προσπάθεια βελτίωσης και αναμόρφωσης της θέσης των κρατικών καναλιών που έγινε προς τα τέλη της δεκαετίας του 1990. Στις 20 Οκτωβρίου 1997 η ΕΤ2 μετονομάστηκε σε ΝΕΤ μετατρέποντάς το σε ενημερωτικό κανάλι.[57] Ωστόσο, την ίδια περίοδο, το δορυφορικό πρόγραμμα της ΕΡΤ, ονόματι ERT Sat, μετά την Ευρώπη και την Αφρική, επεκτείνεται στην Αμερική και την Αυστραλία ενώ στις 3 Νοεμβρίου ξεκινάει να μεταδίδεται η σειρά Η αγάπη άργησε μια μέρα, βασισμένη στο ομώνυμο έργο της Λιλής Ζωγράφου.

Το σύστημα των καναλιών πανελλαδικής εμβέλειας τελικά παγιώθηκε γύρω από τα τρία δημόσια δίκτυα και από τα ιδιωτικά με το MEGA και τον ΑΝΤ1 να είναι τα μεγαλύτερα, μαζί με τα κάπως μικρότερα (ALPHA, STAR, ALTER, ΣΚΑΪ), αρκετά μικρότερης επιρροής και τοπικής εμβέλειας (ΑΡΤ, 902, NICKELODEON, KONTRA, Μακεδονία TV και άλλα) και πολλές δεκάδες περιφερειακής και τοπικής εμβέλειας ανά περιοχή. Με την πάροδο των ετών, ο ALPHA μπήκε ανάμεσα στα δυο κανάλια και αποτέλεσαν μαζί με τα άλλοτε δυο μεγάλα ιδιωτικά αντίπαλα κανάλια MEGA και ANT1, τα τρία μεγαλύτερα ελληνικά δίκτυα.

Τα μεγάλα ιδιωτικά δίκτυα επένδυσαν πολλά στην ενημέρωση και την ψυχαγωγία, και πολύ λιγότερο στον παιδικό και τον επιμορφωτικό τομέα. Το MEGA επέλεξε κωμικά και δραματικά σίριαλ, κάποια από τα οποία είχαν μεγάλη απήχηση στο κοινό («Δύο Ξένοι», «Αίθουσα του θρόνου», «Ένοχη Αγάπη») και ο ANT1 είχε μεγαλύτερη επιτυχία, ειδικά με τις καθημερινές σειρές του Νίκου ΦώσκολουΛάμψη», «Καλημέρα Ζωή»). Τα μικρότερα ιδιωτικά δίκτυα προτίμησαν να δώσουν βάρος στην ψυχαγωγία, κυρίως με ταινίες και ξένες σειρές, κατά καιρούς και στην ενημέρωση, με ερευνητικές και ειδησεογραφικές εκπομπές. Τα τοκ σόου ήταν η βασική μορφή μιας ενημερωτικής εκπομπής και σταδιακά επικράτησαν έναντι των εκπομπών ερευνητικής δημοσιογραφίας.

Η ιδιωτική τηλεόραση δημιούργησε μια μεγάλη αγορά φέρνοντας πολλούς παίκτες και νέες υπηρεσίες. Στις 15 Οκτωβρίου του 1994 άρχισε να εκπέμπει το πρώτο συνδρομητικό δίκτυο, το Filmnet σε συχνότητες που ενοικίασε από την ΕΡΤ[58] με πρόγραμμα που επικεντρώνονταν στις ταινίες πρώτης προβολής και τα αθλητικά. Προς το τέλος της δεκαετίας έγιναν κινήσεις και για ψηφιακή δορυφορική πλατφόρμα: στις 16 Νοεμβρίου 1999 άρχισε να εκπέμπει η NOVA, ενώ στις 29 Οκτωβρίου 2001 άρχισε να εκπέμπει η Alpha Digital, η ψηφιακή δορυφορική πλατφόρμα του τηλεοπτικού σταθμού ALPHA που φιλοδοξούσε να ξεπεράσει σε αριθμό συνδρομητών την NOVA. Έδινε αρκετά μεγάλο βάρος στις αθλητικές μεταδόσεις, προσφέροντας υπέρογκα ποσά σε ομάδες προκειμένου να τις κάνει να αποχωρήσουν από την NOVA και να αποκτήσει τα δικαιώματα προβολής των αγώνων τους. Όμως το όλο εγχείρημα δεν αργεί να ναυαγήσει αφού η Alpha Digital θα χρεοκοπήσει και θα κλείσει έναν χρόνο αργότερα.[59] Δορυφορικά προγράμματα για τους απόδημους εξέπεμπαν κατά καιρούς η ΕΡΤ, το MEGA, ο ANT1 και το ALTER.[60]

Την δεκαετία του 2000 δεν υπήρξαν σημαντικές αλλαγές στο σκηνικό με τα ιδιωτικά κανάλια να κυριαρχούν αλλά να χάνουν σταδιακά θεατές, κυρίως προς τα νέα ψηφιακά μέσα και τα δημόσια να ανταγωνίζονται σε κάποιες περιπτώσεις τα ιδιωτικά.

Στις 13 Αυγούστου του 2004 η ΕΡΤ πραγματοποιεί τη μεγαλύτερη τηλεοπτική μετάδοση των Θερινών Ολυμπιακών Αγώνων που διεξήχθησαν στην Αθήνα, με 1000 συνολικά ώρες προγράμματος και ανανεωμένο τεχνολογικό εξοπλισμό, ενώ αντίστοιχα η δημόσια ραδιοτηλεόραση λανσάρει μέσα από την πλατφόρμα της NOVA, έξι νέα δορυφορικά κανάλια που μεταδίδουν συνεχώς αγωνίσματα των ολυμπιακών αγώνων της Αθήνας. Η μετάδοση αυτών των καναλιών σταματάει μετά το πέρας των ολυμπιακών αγώνων. Μετά από ένα έτος, πέντε μήνες και 3 ημέρες (16 Ιανουαρίου 2006) ξεκινάει τη μετάδοση σήματος της επίγειας ψηφιακής τηλεόρασης, λανσάροντας στην αγορά την ΕΡΤ Ψηφιακή και παράλληλα εγκαινιάζοντας την εκπομπή των θεματικών καναλιών πρίσμα+ στις 20 Μαρτίου προσφέροντας υπηρεσίες πρόσβασης για κωφούς και τυφλούς, σινέ+ στις 25 Απριλίου με προβολές κινηματογραφικών ταινιών και σπορ+ στις 29 Μαΐου με αθλητικές εκπομπές.

Στις 29 Ιουλίου 2005, ο ANT1 μεταδίδει μετά από 14 χρόνια αδιάκοπης προβολής το 3457ο και τελευταίο επεισόδιο της απογευματινής μακροβιότερης καθημερινής τηλεοπτικής σειράς, Η Λάμψη, ενώ στις 31 Μαρτίου 2006 μεταδίδει μετά από 13 χρόνια προβολής το τελευταίο επεισόδιο της δεύτερης μακροβιότερης καθημερινής σειράς Καλημέρα Ζωή.

Στις 7 Ιουνίου 2008, τα τρία κρατικά κανάλια της ΕΡΤ, τόσο και η ίδια η εταιρεία, αποκτούν νέα λογότυπα, τα οποία εμφανίζονται για πρώτη φορά την ημέρα έναρξης του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος Ποδοσφαίρου Euro 2008. Στις 12 Αυγούστου του ίδιου έτους, ψηφίζεται ο μεταβατικός χάρτης ψηφιακών συχνοτήτων που ορίζει τις συχνότητες ψηφιακής εκπομπής των καναλιών, ανοίγοντας τον δρόμο για την μετάβαση των καναλιών σε ψηφιακή εκπομπή, ενώ τον Σεπτέμβριο επίσης του ίδιου έτους, ξεκινάει την λειτουργία της η νέα συνδρομητική πλατφόρμα του ΟΤΕ, η Conn-x TV αρχικά καλωδιακά μέσω της τεχνολογίας IPTV.

Την Παρασκευή 12 Ιουνίου του 2009, ιδρύεται από τους τότε επτά ιδιωτικούς σταθμούς εθνικής εμβέλειας η επίγεια ψηφιακή πλατφόρμα της Digea, η οποία ανέλαβε την ψηφιακή εκπομπή τηλεοπτικού σήματος εκπομπής τόσο των ιδιωτικών καναλιών εθνικής εμβέλειας, αλλά και των περιφερειακής εμβέλειας. Μετά από τρεις μήνες, μία εβδομάδα και πέντε ημέρες (Πέμπτη 24 Σεπτεμβρίου) ξεκινάνε οι πρώτες δοκιμαστικές ψηφιακές εκπομπές των ιδιωτικών καναλιών στην περιοχή του Κορινθιακού κόλπου, από το κέντρο εκπομπής Ξυλόκαστρο Κορινθίας από τις συχνότητες 37 και 43 UHF. Παράλληλα αρχίζει η προβολή των πρώτων τηλεοπτικών σποτ της Digea που ενημερώνουν τους τηλεθεατές για την επικείμενη μετάβαση στην ψηφιακή τηλεόραση. Ως σύστημα συμπίεσης και μετάδοσης επιλέγεται το DVB-T/MPEG-4, καθιστώντας άχρηστους τους MPEG-2 δέκτες που είχαν προμηθευτεί αρκετοί καταναλωτές τα προηγούμενα χρόνια για τα 3 πιλοτικά ψηφιακά κανάλια της ΕΡΤ Ψηφιακή.

Από το 2006 άρχισαν οι προετοιμασίες για την μετάβαση στην επίγεια ψηφιακή τηλεόραση (switchover), τόσο οι νομοθετικές (νόμος 3592/2007) όσο και οι τεχνικές από τα κανάλια και τους τηλεθεατές, με προγραμματισμένη ημερομηνία το 2012,[61] αν και δεν ολοκληρώθηκαν σε όλη τη χώρα παρά μόνο στις 6 Φεβρουαρίου 2015, καθυστερημένα σε σχέση με άλλες χώρες της ΕΕ.[62] Το 2016 βάσει ευρωπαϊκής οδηγίας ξεκίνησε αντίστοιχα πιλοτικά η μετάβαση στην επίγεια ψηφιακή τηλεόραση, δεύτερης γενιάς (DVB-T2) η οποία αναμένεται να ολοκληρωθεί το αργότερο, το 2022, κάτι που ωστόσο καθυστερεί, λόγω αδειοδότησης όλων των τηλεοπτικών σταθμών.

Οικονομική κρίση, κλείσιμο και επαναλειτουργία της ΕΡΤ (2010-σήμερα)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η κακή οικονομική κατάσταση των περισσότερων καναλιών άρχισε να γίνεται εμφανής μετά το 2008 και περισσότερο μετά το 2010, με το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης.[63] Έκλεισαν ένας πανελλαδικής εμβέλειας τηλεοπτικός σταθμός, το ALTER, και δεκάδες τηλεοπτικοί σταθμοί περιφερειακής και τοπικής εμβέλειας, τα οποία δεν μπορούσαν να ανταπεξέλθουν οικονομικά.

Από την άλλη ο προϋπολογισμός των υπόλοιπων ιδιωτικών καναλιών περιορίστηκε δραματικά (διαφημιστικά έσοδα) και συρρικνώθηκε το εγχώριο ψυχαγωγικό και ενημερωτικό πρόγραμμα υπέρ ξένων σειρών, πολλές από τις οποίες στην πλειοψηφία είναι δραματικές σειρές τουρκικής παραγωγής.[64] Συχνό είναι ακόμη το φαινόμενο των επαναλήψεων και της σύμπτωσης του περιεχομένου από το ένα κανάλι στο άλλο που συμβαίνει κυρίως στους σταθμούς που βρίσκονται σε κοινή ιδιοκτησία όπως για παράδειγμα ο ΑΝΤ1 με το Μακεδονία TV.[65]

Στις 27 Απριλίου 2011 πραγματοποιείται η πρώτη ζωντανή μετάδοση ελεύθερου σήματος υψηλής ευκρίνειας (high definition) από το πιλοτικό πρόγραμμα της ΕΡΤ HD (νυν ΕΡΤ Sports HD) μέσω της επίγειας ψηφιακής τηλεόρασης, με τον ποδοσφαιρικό αγώνα για τα ημιτελικά του ΟΥΕΦΑ Τσάμπιονς Λιγκ (Ρεάλ Μαδρίτης - Μπαρτσελόνα), το οποίο κανάλι στις 11/6/2015 με την επαναλειτουργία της ΕΡΤ απέκτησε πρόγραμμα σε εικοσιτετράωρη βάση, αναμεταδίδοντας πρόγραμμα σε υψηλή ευκρίνεια κυρίως από τις ΕΡΤ1 και ΕΡΤ2. Ταυτόχρονα γίνονται κάποιες ανακατατάξεις στα ψηφιακά μπουκέτα της ΕΡΤ. Το κανάλι της Βουλής μετακομίζει στο πρώτο πακέτο της συχνότητας, αφού στην θέση του εκπέμπει πλέον το ΕΡΤ HD. Η συμπίεση του δεύτερου πακέτου της συχνότητας γυρίζει από MPEG-2 σε MPEG-4 για να επιτρέψει την μετάδοση του νέου δημόσιου υψηλής ευκρίνειας καναλιού. Τα κανάλια Σινέ+ και Σπορ+ συγχωνεύονται σε ένα ενιαίο κανάλι.

Στις 16 Δεκεμβρίου 2011, η μέχρι τότε ξεχασμένη επίγεια αναλογική συνδρομητική υπηρεσία των καναλιών Novacinema και Novasports μεταβαίνει σε ψηφιακό σήμα μέσα από τον πολυπλέκτη της συχνότητας UHF 22 και επαναλανσάρεται ως Nova επίγεια. Ταυτόχρονα από τον ίδιο πολυπλέκτη ξεκινάνε να εκπέμπουν ελεύθερα τα δορυφορικά κανάλια Euronews και TV5 Monde Europe μέσω επίγειας αναμετάδοσης της ΕΡΤ.

Στις 19 Μαρτίου 2012, λόγω πενιχρών περικοπών στην δημόσια ραδιοτηλεόραση, καταργούνται τα δυο θεματικά ψηφιακά κανάλια της ΕΡΤ Ψηφιακή Σινέ/Σπορ+ και πρίσμα+ και στην θέση τους ξεκινούν να αναμεταδίδονται επίγεια τα δορυφορικά κανάλια BBC World News και Deutsche Welle.

Στις 20 Ιουλίου του 2012 διακόπτονται οι αναλογικές εκπομπές των ιδιωτικών και περιφερειακών καναλιών από τα κέντρα εκπομπής Υμηττού και Αίγινας, ενώ παράλληλα στις 17 Αυγούστου 2012 διακόπτονται και οι αναλογικές εκπομπές της ΕΡΤ. Στις 18 Δεκεμβρίου, του ίδιου έτους, με εντολή της κυβέρνησης Σαμαρά και χωρίς προφανή λόγο διακόπτεται αιφνίδια η επίγεια αναμετάδοση του Euronews. Στις αρχές της νέας χρονιάς, συγκεκριμένα στις 29 Ιανουαρίου 2013, το σήμα του ANT1 διακόπτεται λόγω σοβαρής βλάβης και το κανάλι μένει εκτός αέρα για πάνω από δύο ώρες. Είναι η πρώτη φορά στα χρονικά που "πέφτει" το σήμα ιδιωτικού καναλιού για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα.

Στις 2 Μαρτίου 2013, ο 902 TV, το τελευταίο κανάλι εθνικής εμβέλειας που είχε παραμείνει σε αναλογική εκπομπή, εντάσσεται στο πακέτο της Digea και αρχίζει να εκπέμπει ψηφιακά, σε περιοχές που διέθεταν ήδη μόνο ψηφιακό σήμα. Μετά από τέσσερις μήνες, τέσσερις εβδομάδες και μία μέρα (31 Ιουλίου) ο ίδιος σταθμός πουλήθηκε από το ΚΚΕ στην κυπριακή offshore A-Orizon Media Ltd. με έδρα την Λεμεσό, με τον όρο ότι ο αγοραστής δεν θα μεταβίβαζε με κανέναν τρόπο την εταιρεία σε οποιοδήποτε πολιτικό κόμμα. Αντίστοιχα, μετά από ένα μήνα, μία εβδομάδα και τέσσερις μέρες (11 Σεπτεμβρίου), ο 902 TV αντικαθίστανται και στην θέση του αρχίζει να εκπέμπει το νεοσύστατο κανάλι Εpsilon TV με μουσικό κυρίως πρόγραμμα, ενώ τους επόμενους μήνες αρχίζει σταδιακά να εμπλουτίζεται με ζωντανό πρόγραμμα. Τρία χρόνια και έντεκα μήνες αργότερα (11 Αυγούστου 2017) το Epsilon TV πουλήθηκε στην εταιρία Dimera Media Investments Limited του επιχειρηματία Ιβάν Σαββίδη, και σταδιακά από τις αρχές του 2018, αναβαθμίστηκε ο τηλεοπτικός σταθμός, ο οποίος και μετονομάστηκε, στις 24 Οκτωβρίου 2018 σε OPEN BEYOND.

Την Τρίτη 11 Ιουνίου του 2013 η συγκυβέρνηση ΝΔ-ΠΑΣΟΚ-ΔΗΜΑΡ αποφάσισε αιφνιδιαστικά την επ' αόριστον κατάργηση της ΕΡΤ με αποτέλεσμα την απόλυση περίπου 2.700 εργαζομένων της. Σκοπός ήταν η δημιουργία μιας νέας εξυγιασμένης εταιρείας στην οποία θα απορροφούνταν μεγάλο μέρος του προσωπικού της ΕΡΤ, κλείνοντας παράλληλα τις ραδιοτηλεοπτικές συχνότητες στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Η απόφαση προκάλεσε πολύ έντονες αντιδράσεις εντός και εκτός Ελλάδας, αλλά και μέσα στην κυβέρνηση, καθώς έγινε αφορμή για την αποχώρηση από το κυβερνητικό σχήμα της ΔΗΜΑΡ. Ακόμη οδήγησε στην άμεση δημιουργία και αυτοδιαχείριση των ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών προγραμμάτων από τους πρώην εργαζόμενους της ΕΡΤ που βρισκόντουσαν στο ραδιομέγαρο, στην ΕΡΤ3 και σε όλα σχεδόν τα περιφερειακά παραρτήματα, όπου συνέχιζαν. Ωστόσο, το Ραδιομέγαρο της ΕΡΤ στην Αγία Παρασκευή εκκενώθηκε από τα ΜΑΤ στις 7 Νοεμβρίου του 2013. Μετά την εκκένωση του κτιρίου, μεταδόθηκε το πρώτο ιστορικό και υπαίθριο δελτίο ειδήσεων στη ΝΕΤ. Από εκείνη την ημέρα η ονομασία ΝΕΤ γίνεται παρελθόν.

Ένα μήνα, δύο εβδομάδες και μία μέρα ύστερα από τη διακοπή λειτουργίας της ΕΡΤ ιδρύθηκε ένας νέος δημόσιος ραδιοτηλεοπτικός φορέας, η ΝΕΡΙΤ.[66] Μέχρι να προετοιμαστεί ο νέος φορέας και ύστερα από απαίτηση του Συμβουλίου της Επικρατείας[67] δημιουργήθηκε τον Αύγουστο η Δημόσια Τηλεόραση, ένας μεταβατικός φορέας υπό την αιγίδα και εποπτεία του Υπουργείου Οικονομικών. Σταδιακά αρκετοί εργαζόμενοι άρχισαν να εργάζονται στο νέο φορέα, αν και οι ιντερνετικοί σταθμοί συνέχισαν να εκπέμπουν κάτω από το αυτοδιαχειριζόμενο εγχείρημα της ΕΡΤ Open. Η διευθέτηση των ζητημάτων της, όπως η κανονική λειτουργία της ΝΕΡΙΤ και οι αποζημιώσεις των απολυμένων της ΕΡΤ συνεχίστηκε μέσα στο 2014.[68] Η ΝΕΡΙΤ ξεκίνησε τη λειτουργία της στις 5 Μαΐου του 2014 και διακόπηκε στις 11 Ιουνίου του 2015 με την επαναλειτουργία της ΕΡΤ.[69]

Ο ΣΥΡΙΖΑ εξαρχής είχε εντάξει στο πρόγραμμά του την επαναλειτουργία της ΕΡΤ και μετά τη νίκη του στις εκλογές Ιανουαρίου του 2015 το πολιτικό κόμμα κατέθεσε νομοσχέδιο για την επανασύσταση της ΕΡΤ, το οποίο βασίζεται στο νόμο της λειτουργίας της ΝΕΡΙΤ και την επαναπρόσληψη μεγάλου μέρους των υπαλλήλων της. Το νομοσχέδιο ψηφίστηκε στις 29 Απριλίου[70][71][72] και ο φορέας εξέπεμψε ξανά στις 11 Ιουνίου, δύο χρόνια μετά το κλείσιμο, επαναλανσάροντας παράλληλα τις παλιές ονομασίες των δύο καναλιών που είχαν τεθεί σε ισχύ την περίοδο 1982-1987 (ΕΡΤ1 και ΕΡΤ2) ενώ στην Θεσσαλονίκη η ΕΤ3 18 ημέρες μετά την επαναλειτουργία της ΕΡΤ στις 29 Ιουνίου μετονομάστηκε σε ΕΡΤ3.

Τον Νοέμβριο του 2015 η ΕΙΤΗΣΕΕ (Ένωση Ιδιωτικών Τηλεοπτικών Σταθμών Εθνικής Εμβέλειας) προβάλλει τηλεοπτικά σποτ για την συμπλήρωση 25 χρόνων από την έναρξη της ιδιωτικής τηλεόρασης στην Ελλάδα. Στην πραγματικότητα όμως συμπληρώνονται 26 χρόνια, και όχι 25 (1989-2015). Αντίστοιχα στις 27 Ιανουαρίου του 2016 πραγματοποιήθηκαν πιλοτικές εκπομπές υψηλής ευκρίνειας μέσω της Digea με τους σταθμούς ΣΚΑΪ και STAR, ενώ στις αρχές Μαρτίου ξεκίνησαν και οι σταθμοί ΑΝΤ1, Μακεδονία TV, καθώς και το Epsilon TV. Λίγες εβδομάδες αργότερα, στις 11 Φεβρουαρίου 2016, ψηφίζεται από την βουλή το νομοσχέδιο που επιτρέπει την ύπαρξη τεσσάρων και μόνο ιδιωτικών καναλιών εθνικής εμβέλειας και απειλεί να γυρίσει την ελληνική τηλεόραση δεκάδες χρόνια πίσω. Παράλληλα διαλύεται το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης ενώ τον Ιούλιο της ίδιας χρονιάς ξεκίνησε εκπομπές σε HD και ο ALPHA.

Την Κυριακή 28 Οκτωβρίου του 2018, ο τηλεοπτικός σταθμός MEGA κατόπιν εντολής του ΕΣΡ, σταμάτησε να εκπέμπει λόγω οικονομικών προβλημάτων της ιδιοκτήτριας εταιρίας του Τηλέτυπος, επίγεια ψηφιακά μέσω της Digea, ενώ μετά από τρεις εβδομάδες και δύο μέρες (20 Νοεμβρίου), σταμάτησε να μεταδίδεται και από τις συνδρομητικές πλατφόρμες NOVA και COSMOTE TV. Την Παρασκευή 1η Νοεμβρίου του 2019 η ταινιοθήκη και το σήμα του σταθμού έπειτα από πλειστηριασμό που έγινε στα γραφεία του καναλιού, πέρασαν τελικά στην "Alter Ego Επιχείρηση Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης Α.Ε." του εφοπλιστή Βαγγέλη Μαρινάκη με προσφορά 33.999.999 ευρώ και ο σταθμός επαναλειτούργησε μετά από ένα έτος, τρεις μήνες, δύο εβδομάδες και έξι μέρες απουσίας, την Δευτέρα 17 Φεβρουαρίου 2020, ενώ παράλληλα ξεκίνησε εκπομπές και σε HD.

Στις 30 Οκτωβρίου, ανακοινώθηκε από την Επιτροπή Ανταγωνισμού η αγορά του 50,1% των μετοχών του τηλεοπτικού σταθμού ALPHA από τον Όμιλο Βαρδινογιάννη (MOTOR OIL), ο οποίος έναν χρόνο αργότερα, στις 2 Δεκεμβρίου 2019, αποκτήθηκε εξ ολοκλήρου από τον Όμιλο Βαρδινογιάννη, με τον Δημήτρη Κοντομηνά, να τίθεται εκτός.

Στις 31 Ιανουαρίου 2019, η ΕΡΤ επέστρεψε ξανά στην μυθοπλασία, μετά από δέκα χρόνια αποχής, με την δραματική σειρά εποχής «Η ζωή εν τάφω». Την επόμενη μέρα (1η Φεβρουαρίου), η ΕΡΤ εκπέμπει αυτόνομα τα κανάλια της, σε όλη την Ελλάδα, εγκαταλείποντας την Digea, που μέχρι εκείνη την μέρα εξέπεμπε το πρόγραμμά της μέσα από την συγκεκριμένη πλατφόρμα. Μετά από μία εβδομάδα και μία μέρα (9 Φεβρουαρίου), το ΕΡΤ HD αναβαθμίζεται και μετατρέπεται σε αθλητικό κανάλι υψηλής ευκρίνειας, και μετονομάζεται σε ΕΡΤ Sports HD.

Περιφερειακοί και τοπικοί σταθμοί[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το τέλος του αποκλειστικά κρατικού ελέγχου και η έκρηξη των τοπικών δικτύων ήρθε παράλληλα και με άλλες ευρωπαϊκές χώρες (τέλη της δεκαετίας του 1980), αλλά εκεί η διαδικασία ήταν περισσότερο συγκροτημένη και η κρατική εποπτεία αποτελεσματικότερη. Στην Ελλάδα, σχεδόν ταυτόχρονα με τα ιδιωτικά δίκτυα στην Αθήνα εμφανίστηκαν και οι πρώτοι σταθμοί στην περιφέρεια, με πρώτο το TRT στον Βόλο στο τέλος του 1989,[73] ενώ σύντομα εμφανίστηκαν πολλές δεκάδες σταθμοί, στο τηλεοπτικό τοπίο όλης της χώρας, παραμένοντας μέχρι και σήμερα χωρίς άδειες. Το 1993, όλοι οι περιφερειακοί και τοπικοί σε όλη την χώρα, ήταν ήδη 153 και το 1998, σε μια πρώτη προσπάθεια αδειοδότησης, καταγράφηκαν 10 λιγότεροι (143).[74] Ο αριθμός τους εξακολουθούσε για πολλά χρόνια, να είναι υπερβολικά μεγάλος και την επόμενη δεκαετία, παρότι στο ενδιάμεσο υπήρξαν εξαγορές, συγχωνεύσεις και διακοπές λειτουργίας. Αυτή η κινητικότητα κάνει τον ακριβή αριθμό τους «μόνιμο αίνιγμα».[75]

Οι περιφερειακοί και τοπικοί σταθμοί εντοπίζονται στις έδρες των νομών και μεγάλα αστικά κέντρα και ανταγωνίζονται σκληρά σε μια μικρή αγορά. Προς το 2000 άρχιζαν να κερδίζουν σε θεαματικότητα έναντι των εθνικής εμβέλειας, που πάντως εξακολουθούν να κυριαρχούν. Το πρόγραμμά τους χαρακτηρίζεται από εκπομπές λόγου για την τοπική επικαιρότητα, αθλητικά, τηλεπωλήσεις, τηλεοπτικές συνομιλίες (tv chat), τηλεπαιχνίδια, και ξένες ταινίες (που συνήθως παίζονται παράνομα), και είναι πολύ συχνά χαμηλού κόστους, ποιότητας και αισθητικής. Οι συνεργασίες με εθνικής εμβέλειας κανάλια είναι σπάνιες, εκτός από ρεπορτάζ για έκτακτα σοβαρά γεγονότα, ενώ δυστυχώς υπάρχουν και ενδείξεις για χρήση τους από τοπικούς παράγοντες για αθέμιτη πολιτική προβολή και άσκηση πιέσεων. Τα τεχνικά μέσα είναι πολλές φορές ανεπαρκή και παρωχημένα ενώ οι συνθήκες εργασίας για το προσωπικό δύσκολες είναι «ημινόμιμες ή ημιπαράνομες».[76]

Παραγωγή τηλεοπτικού προγράμματος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ενημερωτικό πρόγραμμα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα δημόσια δίκτυα προσπάθησαν από νωρίς να οργανώσουν ενημερωτικό τμήμα, αλλά αρχικά οι ειδήσεις καταλάμβαναν μικρό μέρος του προγράμματος και περιορίζονταν στα βασικά ελληνικά ή ξένα γεγονότα. Στην περίοδο της χούντας τα δελτία ήταν λογοκριμένα,[77] εκθείαζαν συστηματικά το καθεστώς και ασκούσαν έντονη ελληνοχριστιανική, αντικομμουνιστική και φιλοστρατιωτική προπαγάνδα.[78] Το 1970 άρχισαν να προβάλλονται ζωντανές ενημερωτικές εκπομπές, με πρώτη το «Σήμερα» όπου εμφανίστηκαν για πρώτη φορά πολλοί νέοι τότε δημοσιογράφοι που αργότερα είχαν μακρά τηλεοπτική παρουσία, όπως ο Νάσος Αθανασίου, ο Τέρενς Κουίκ και η Φωτεινή Πιπιλή.[79] Μια γενικά θεωρούμενη σαν μαύρη σελίδα για την ελληνική τηλεόραση είναι η εκπομπή του δημοφιλούς εκείνη την εποχή δημοσιογράφου και παρουσιαστή Νίκου Μαστοράκη, λίγες ημέρες μετά την καταστολή της εξέγερσης του Πολυτεχνείου, με καλεσμένους κρατούμενους φοιτητές που είχαν πάρει μέρος στα γεγονότα. Ο ίδιος είχε παραδεχτεί ότι ήταν λάθος του να κάνει την εκπομπή, αλλά είπε ότι πιέστηκε από πολιτικούς παράγοντες.[80]

Με την αποκατάσταση της δημοκρατίας το κλίμα άλλαξε και έτσι οι εκλογές του Νοεμβρίου του 1974 και το δημοψήφισμα για το πολιτειακό διεξήχθησαν με δίκαιη εκπροσώπιση των κομμάτων στην τηλεόραση, ακόμα και του έκπτωτου βασιλιά Κωνσταντίνου.[81] Αργότερα πάντως μέσα στη δεκαετία τα δημόσια δίκτυα δεν ήταν πάντα ανοιχτά στον εκτός κυβέρνησης πολιτικό χώρο. Οι ενημερωτικές εκπομπές συνεχίστηκαν, κυρίως τα μεσημέρια, ενώ άρχισαν και εκπομπές πολιτικού διαλόγου.[82] Χαρακτηριστικό της εποχής η τάση για προγράμματα που αναφέρονταν με θετικό τρόπο στην ΕΟΚ, σε μια προσπάθεια να βελτιωθεί η εντύπωση της κοινής γνώμης για την Κοινότητα ενόψει της ένταξης της χώρας σε αυτήν το 1981.[83]

Η άνοδος του ΠΑΣΟΚ το 1981, παρά τα ανοίγματα που γίνονταν κατά διαστήματα,[84] δεν μετέβαλλε τα πράγματα σε ό,τι αφορά την υπερπροβολή της κυβέρνησης σε σχέση με τα άλλα κόμματα. Αντίθετα, ο στενός κυβερνητικός έλεγχος στο δελτίο ειδήσεων σήμαινε ότι ήταν ένα είδος ημιεπίσημου κυβερνητικού ανακοινωθέντος, ενώ έγινε και αφορμή για την απομάκρυνση διευθυντών ενημέρωσης, που ήταν διορισμένοι από την κυβέρνηση. Πολλά ρεπορτάζ κάλυπταν την κυβέρνηση και το ΠΑΣΟΚ παίρνοντας ανοιχτά θέση υπέρ τους[85] ενώ κάλυπταν, κατά προτεραιότητα, θέματα που την ενδιέφεραν, όπως τα συνδικαλιστικά. Ο λόγος ήταν ξύλινος και υπερτερούσε σε σχέση με την εικόνα με μακρόσυρτες αναγνώσεις κειμένων.[86] Εμφανίστηκαν πάντως μέσα στη δεκαετία ζωντανές πολιτικές εκπομπές, όπως τα «Ανοιχτά Χαρτιά»[87] και εκπομπές ερευνητικού ρεπορτάζ όπως οι «Ρεπόρτερς» από τον Γιάννη Δημαρά, τον Γιώργο Λιάνη και τον Κώστα Χαρδαβέλλα, τρεις δημοσιογράφους που είχαν παρουσία στις εφημερίδες.[88]

Η εμφάνιση των ιδιωτικών καναλιών άλλαξε σημαντικά την εικόνα στον ειδησεογραφικό τομέα. Τα δύο μεγαλύτερα, το Mega και ο Antenna, επιδόθηκαν σε έντονο ανταγωνισμό, δίνοντας βάρος σε κοινωνικά ζητήματα καθώς μετά το 1989-1990 άρχισε γενικά να ατονεί το ενδιαφέρον για την πολιτική και τα κόμματα. Τα κανάλια θεωρούνταν ότι στηρίζουν τα μεγάλα κόμματα, με το Mega, λόγω των γενικά κεντρώων εκδοτών που το κατείχαν, να θεωρείται φιλικό προς το ΠΑΣΟΚ και γενικότερα τον προοδευτικό χώρο, και ο Antenna φιλικός με τη Νέα Δημοκρατία και τη συντηρητική/φιλοβασιλική παράταξη.[89] Αργότερα όμως, στη δεκαετία του 2010 και έπειτα, το Mega άρχισε να θεωρείται λιγότερο αντικειμενικό κανάλι.[90] Στην περίοδο της κρίσης, αυτά τα δύο κανάλια και η τηλεόραση του ΣΚΑΪ έδιναν στην κοινή γνώμη την εντύπωση ότι στηρίζουν σε διάφορους βαθμούς την πολιτική των μνημονίων,[91] αν και κατά καιρούς ασκούσαν κριτική σε επιμέρους πτυχές του προγράμματος ή συνολικά σε αυτό.

Η Μαρία Χούκλη, επί πολλά χρόνια παρουσιάστρια κεντρικών δελτίων ειδήσεων ήταν συντονίστρια του ντιμπέιτ στις εκλογές του 2009.
Ο Νίκος Ευαγγελάτος, εδώ το 2009, είναι από τους πιο γνωστούς παρουσιαστές ειδήσεων στα ιδιωτικά τηλεοπτικά κανάλια.

Το 1993 ο ΣΚΑΪ εισήγαγε τα τηλεπαράθυρα, φέρνοντας διαφορετική δομή στα δελτία ειδήσεων, τα οποία έγιναν και στα άλλα κανάλια μεγαλύτερα σε μήκος (μία ώρα ή και περισσότερο) ενώ άρχισαν να αντικαθιστούν τα ρεπορτάζ με διάλογο ανάμεσα στον παρουσιαστή και δημοσιογράφους ή τους καλεσμένους. Προς τα μέσα της δεκαετίας του 1990 τα ιδιωτικά κανάλια άρχισαν να στρέφονται περισσότερο στην σκανδαλοθηρία και σε κοινωνικά θέματα, περιορίζοντας την κάλυψη σε άλλα ζητήματα, όπως τα διεθνή. Το ίδιο διάστημα ο κυβερνητικός έλεγχος πάνω στα δελτία της δημόσιας τηλεόρασης έγινε λιγότερο στενός, η οποία, επειδή απέφυγε τις ακρότητες της ιδιωτικής, σταδιακά κέρδισε σε δημοτικότητα και κύρος στον ενημερωτικό τομέα.

Το φαινόμενο των τηλεπαραθύρων επεκτάθηκε ακόμα περισσότερο την δεκαετία του 2000, όταν άρχισαν να καλύπτουν όλο και περισσότερο χρόνο των δελτίων.[92] Η δομή του δελτίου των ιδιωτικών καναλιών με διάλογο ανάμεσα στον παρουσιαστή και στους συμπαρουσιαστές ή τους καλεσμένους και σχετικά λίγα ρεπορτάζ δεν άλλαξε σημαντικά ως και σήμερα.[93] Ο βασικός παρουσιαστής, ο άνκορμαν (anchorman, δηλαδή ανακοινωτής των ειδήσεων), έγινε το κεντρικό πρόσωπο του δελτίου και έφτασε να ταυτίζεται με το δελτίο και το κανάλι.[94] Από τους πλέον αναγνωρίσιμους και αναγνωρίσιμες με μακριά παρουσία στην τηλεόραση (κυρίως την ιδιωτική) είναι ο Νίκος Ευαγγελάτος, η Λιάνα Κανέλλη, ο Τέρενς Κουίκ, η Έλλη Στάη, η Όλγα Τρέμη, ο Νίκος Χατζηνικολάου και η Μαρία Χούκλη. Μεγάλο βάρος δόθηκε από τα ιδιωτικά δίκτυα στις ενημερωτικές εκπομπές και κυρίως στις πολιτικές, που συχνά είναι βασισμένες σε ξένα πρότυπα. Εκεί ο παρουσιαστής είχε διάλογο με ένα-δύο πρόσωπα, αργότερα όμως έτεινε να γίνεται συντονιστής σε πολυπρόσωπες συζητήσεις.

Μέσα στην οικονομική κρίση πάντως, το κοινό των ειδησεογραφικών δελτίων άρχισε να μειώνεται και οι τηλεθεατές τα εμπιστεύονταν όλο και λιγότερο. Ακόμη, η ερευνητική δημοσιογραφία, που έχει δώσει στην δημόσια και την ιδιωτική τηλεόραση αρκετά αξιόλογα δείγματα, άρχισε να περιορίζεται συνήθως λόγω κόστους.

Μυθοπλασία, ψυχαγωγία και εκπαίδευση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι τηλεοπτικές σειρές μυθοπλασίας[95] έχουν κεντρική θέση στα προγράμματα της ελληνικής τηλεόρασης από την ίδρυσή της.[96] Κατά τα πρώτα χρόνια πειραματικής λειτουργίας τα τηλεοπτικά δίκτυα βασίστηκαν σε ξένη παραγωγή, κυρίως κωμικές ή δραματικές αμερικάνικες σειρές, ντοκιμαντέρ και ταινίες. Το πρώτο σίριαλ, που μεταδόθηκε από την ΥΕΝΕΔ τον Απρίλιο του 1970, ήταν «Το σπίτι με τον φοίνικα». Παρότι δεν ήταν πολύ επιτυχημένο,[97] γρήγορα ακολούθησαν και άλλες σειρές που βοήθησαν στη διαμόρφωση μιας, αρχικά μικρής αλλά συνεχώς αυξανόμενης σε μέγεθος, τηλεοπτικής βιομηχανίας.

Ως το 1974 κυριαρχούσαν οι δραματικές σειρές, πολύ συχνά με θεματολογία που αφορούσε αστυνομικά ή στρατιωτικά ζητήματα, απηχώντας την ιδεολογική γραμμή του «Πατρίς-Θρησκεία-Οικογένεια» του στρατιωτικού καθεστώτος.[98] Τεράστια ήταν η επιτυχία του «Άγνωστου Πόλεμου», της δραματικής σειράς του Νίκου Φώσκολου που εκτυλίσσονταν την εποχή του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και παρουσίαζε έναν «υφέρποντα κομμουνιστικό κίνδυνο».[99] Όπως αναφέρεται ανεκδοτολογικά (γιατί δεν υπήρχαν τότε ακριβείς μετρήσεις τηλεθέασης) κατά την προβολή της άδειαζαν οι δρόμοι, ενώ λέγεται ότι άρεσε και στον δικτάτορα Παπαδόπουλο.[100]

Οι κωμωδίες αφορούσαν κυρίως τύπους χαρακτήρων, όπως η «Κοκορόμυαλη» και μικροπροβλήματα της καθημερινότητας και δεν προχωρούσαν παρά μόνο έμμεσα σε πολιτική ή κοινωνική κριτική,[101] αφού τα σενάρια και η διαδικασία παραγωγής περνούσαν από λογοκρισία. Οι σεναριογράφοι, όταν δεν αυτολογοκρίνονταν, έβρισκαν πάντως διάφορους τρόπους να την παρακάμπτουν.[102] Πολλές σειρές χαρακτηρίζονταν γενικά από μέτρια ή κακή ποιότητα παραγωγής, λίγες όμως ξεχώριζαν για τα σενάρια και τις ερμηνείες, όπως η δημοφιλής κωμική σειρά «Εκείνος κι εκείνος» με τον Βασίλη Διαμαντόπουλο και τον Γιώργο Μιχαλακόπουλο.[103]

Μεγάλο μέρος του προγράμματος εκείνης της περιόδου, ήδη από τις πρώτες εκπομπές του 1960 ως και το 1973, ήταν προσφερόμενο από εταιρείες που διαφημίζονταν στο νέο μέσο.[104] Το μοντέλο παραγωγής των σειρών ήταν ένα είδος εργολαβίας για τα κανάλια. Οι εταιρείες αναλάμβαναν την παραγωγή της σειράς που κατά κανόνα ολοκληρώνονταν σε 10-15 ολιγόλεπτα επεισόδια (ως 30 λεπτά) και την πωλούσαν στα κανάλια με αντάλλαγμα τηλεοπτικό χρόνο.[105] Λίγες σειρές ήταν εσωτερικές παραγωγές του ΕΙΡΤ ή της ΥΕΝΕΔ.

Με την πτώση της χούντας, υπήρξε στροφή από τις αυτοτελείς σειρές σε σειρές που εκτείνονταν σε μεγαλύτερους κύκλους επεισοδίων, με πολλούς ηθοποιούς και πιο σύνθετους χαρακτήρες. Ανάμεσα σε αυτές ήταν το «Λούνα Παρκ» (1974-1981) του Γιάννη Δαλιανίδη που έδωσε πληθώρα αγαπητών στο κοινό ρόλων και «Οι Πανθέοι» (1977-1979), διασκευή από το ομώνυμο μυθιστόρημα του Τάσου Αθανασιάδη. Παράλληλα, άρχισαν να προβάλλονται ξένες σειρές, όπως το πολύ δημοφιλές «Ντάλας». Από την άλλη πλευρά, η δημόσια τηλεόραση στην Ελλάδα, αλλά και διεθνώς, πάντα έδειχνε μεγαλύτερο ενδιαφέρον για τις πολιτιστικές εκπομπές από τα ιδιωτικά δίκτυα.[106] Έτσι την ίδια περίοδο άρχισε να μεταδίδεται το «Παρασκήνιο», μία από τις ποιοτικότερες πολιτιστικές εκπομπές στην ελληνική τηλεόραση, και η παραγωγή του «Θεάτρου της Δευτέρας» που έδωσε πάνω από 1.000 παραστάσεις στην επόμενη εικοσαετία.

Με την άνοδο του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία, το 1981, το πρόγραμμα επανεξετάστηκε και διευρύνθηκε η θεματολογία πάνω στο τρίπτυχο «σοσιαλισμός-επαρχία-γυναίκες» ενώ κάλυψε κοινωνικά ακόμα και πολιτικά ζητήματα της πρόσφατης ιστορίας, όπως τα Λαυρεωτικά.[107] Ακόμη, κάποιες νέες σειρές γυρίζονταν με κινηματογραφική αισθητική και έγιναν περισσότερο ρεαλιστικές, αγγίζοντας ζητήματα που ως τότε απέφευγαν, όπως τα ναρκωτικά και τη βία (π.χ. στο αμφιλεγόμενο σίριαλ «Η κάθοδος» το 1983). Στην ίδια περίοδο παρήχθησαν περισσότερες από 20 τηλεταινίες, κυρίως δραματικές.[108] Ωστόσο το πρόγραμμα επικρίθηκε από τον τύπο της εποχής, μεταξύ άλλων, για την κακή ποιότητα και την ιδεολογία του, ενώ φαίνεται ότι υπήρχε μια προτίμηση σε καλλιτέχνες και ηθοποιούς που εξέφραζαν καλύτερα την γραμμή του ΠΑΣΟΚ.[109] Υπήρξαν ακόμη και περιστατικά λογοκρισίας, όπως η ξαφνική διακοπή της σειράς «Κυρία Αρσενία σ' αγαπώ» μετά από κυβερνητική παρέμβαση και η εσπευσμένη διακοπή μετάδοσης ενός ντοκιμαντέρ για τα καμάκια και της ταινίας «Πέφτουν οι σφαίρες σαν το χαλάζι».

Πολλά από τα προγράμματα (σίριαλ και εκπομπές) των πρώτων 15-20 ετών της δημόσιας τηλεόρασης έχουν χαθεί, γιατί οι μαγνητοταινίες όπου ήταν αποθηκευμένα χρησιμοποιήθηκαν αργότερα, για λόγους κόστους, για την εγγραφή άλλων προγραμμάτων ή ενίοτε σβήστηκαν σκόπιμα.[110] Τα μεγάλα ιδιωτικά κανάλια διαθέτουν μέρος του προγράμματός τους στο διαδίκτυο από τις ιστοσελίδες τους ή και από το YouTube. Μεγάλος αριθμός προγραμμάτων διακινείται και σε δίκτυα p2p.[111] Γενικά όμως υπάρχει έλλειμμα οργανωμένων και διαθέσιμων αρχείων που δυσχεραίνει την έρευνα.[112]

Στην περίοδο της ιδιωτικής τηλεόρασης, τα δύο πάλαι ποτέ μεγάλα κανάλια, Mega και ΑΝΤ1, βασίστηκαν για το ψυχαγωγικό τους πρόγραμμα στα σίριαλ, τα οποία ως τα τέλη της δεκαετίας του 2000 ήταν το βασικό πεδίο ανταγωνισμού στην κύρια ζώνη προγράμματος (prime time). Σε κάποιες σεζόν της δεκαετίας του 1990 είχαν 10 ή και περισσότερα σίριαλ το καθένα, κάτι που χαρακτηρίζεται σπάνιο φαινόμενο σε σχέση με άλλες χώρες,[113] αλλά ο όγκος της παραγωγής δεν συμβάδιζε πάντα με την ποιότητα. Σχεδόν σε κάθε σεζόν ξεχώριζαν μόλις 2 με 3 σίριαλ, πολλές φορές στο ίδιο κανάλι. Κυριαρχούσαν τα δραματικά και τα κωμικά σίριαλ, ενώ μεταδόθηκαν και σαπουνόπερες, δηλαδή δραματικές σειρές σε μεγάλους κύκλους επεισοδίων κατά τα ξένα πρότυπα.[114] Σε αυτό το είδος επικράτησε ο Νίκος Φώσκολος, που έγραφε και επιμελούνταν στον Antenna τη «Λάμψη» και το «Καλημέρα Ζωή», δύο από τις μακροβιότερες σειρές της ελληνικής τηλεόρασης. Την ίδια περίοδο, καθώς τα νέα κανάλια έδιναν περισσότερο βάρος στα σενάρια παρά στους άλλους συντελεστές της σειράς,[115] αναδείχτηκε και μια νεότερη γενιά σεναριογράφων και σκηνοθετών μέσα από κωμικές σειρές όπως «Οι τρεις Χάριτες», «Οι Απαράδεκτοι», «Οι Μεν Και Οι Δεν», το «Κωνσταντίνου και Ελένης», τα «Εγκλήματα» και το «Στο Παρά 5», και δραματικές όπως το «Τμήμα Ηθών» και η «Ανατομία ενός εγκλήματος». Αντίθετα όμως με το παρελθόν, πολλά από τα σύγχρονα σίριαλ είναι πολιτικά άχρωμα.[116]

Οι διασκευές από ξένα σίριαλ δεν ήταν πολλές αρχικά, αλλά έγιναν περισσότερες μετά το 2007, όταν μεταφέρθηκαν στην Ελλάδα αρκετά ισπανόφωνα σίριαλ, με διασκευή κυρίως από χώρες της Λατινικής Αμερικής. Επίσης, πολλά σίριαλ φαίνεται να βασίζονται σε ξένα πρότυπα, χωρίς αυτό να δηλώνεται με σαφήνεια.[117]

Η ιδιωτική τηλεόραση διεύρυνε τις ζώνες προγράμματος με τα πρωινά ενημερωτικά, τα πρωινά ψυχαγωγικά, όπως ο «Πρωινός Καφές» και τα μεσημεριανά ψυχαγωγικά προγράμματα, τα σώου και στη δεκαετία του 2000, τα ριάλιτι και οι εκπομπές ταλέντων. Αυτό σταδιακά πίεσε τα δημόσια κανάλια να καθιερώσουν και αυτά παρόμοιες ζώνες, εκτός από τα ριάλιτι και τα σώου. Τα τηλεπαιχνίδια, που συνηθισμένα στη δημόσια τηλεόραση, ήταν περισσότερα στα πρώτα χρόνια της ιδιωτικής τηλεόρασης, αλλά σταδιακά και αυτό το είδος ατόνησε.

Μικρότερο ήταν γενικά το μέρος του προγράμματος που καλύπτεται από προγράμματα εκπαιδευτικού ή μορφωτικού περιεχομένου,[118] και αυτό γενικά μόνο από τα δημόσια δίκτυα. Η εκπαιδευτική τηλεόραση άρχισε να εκπέμπει στις 12 Αυγούστου 1977 με στόχο να περιορίσει γενικά τα ποσοστά του αναλφαβητισμού που τότε ήταν γύρω στο 20%, δηλαδή αρκετά υψηλό για τα δεδομένα της τότε ΕΟΚ, και συνεχίστηκε για αρκετά χρόνια.[119]

Νομικό πλαίσιο για την τηλεόραση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πρώτη αναφορά στην τηλεόραση έγινε στον αναγκαστικό νόμο 1663/1951 («Περί εγκαταστάσεως και λειτουργίας Ραδιοφωνικών πομπών των Ενόπλων Δυνάμεων»),[120] όπου δινόταν η δυνατότητα ίδρυσης από τις ένοπλες δυνάμεις τηλεοπτικού σταθμού με «παιδαγωγικό και ψυχαγωγικό χαρακτήρα».[121] Δυο χρόνια αργότερα ο νόμος 2312/1953 «περί οργανώσεως και λειτουργίας της Εθνικής Ραδιοφωνίας της Ελλάδος» έδινε στο ΕΙΡ το αποκλειστικό δικαίωμα τηλεοπτικής εκπομπής,[122] ενώ το νομοθετικό διάταγμα 3778/1957 έδινε στην κυβέρνηση το δικαίωμα προληπτικής λογοκρισίας στο περιεχόμενο (άρθρο 5§2).[123] Έτσι οι πρώτες τηλεοπτικές προσπάθειες, που έγιναν το 1960 και το 1962 υπό την αιγίδα της ΔΕΗ, διακόπηκαν γιατί μόνο το ΕΙΡ και ο στρατός είχαν από το νόμο τη δυνατότητα τηλεοπτικών εκπομπών.

Επιπλέον το Σύνταγμα του 1952 όριζε ότι οι προστατευτικές διατάξεις για την ελευθερία του τύπου, που εισήγαγε το άρθρο 14§1, «δεν εφαρμόζονται επί των κινηματογράφων, δημοσίων θεαμάτων, φωνογραφίας, ραδιοφωνίας και άλλων παρεμφερών μέσων μετάδοσης λόγου ή παραστάσεων (14§9)». Η διάταξη διατηρήθηκε με μικρές αλλαγές και στο Σύνταγμα του 1975 ως εξής: «Οι προστατευτικές για τον τύπο διατάξεις του προηγούμενου άρθρου δεν εφαρμόζονται στον κινηματογράφο, τη φωνογραφία, τη ραδιοφωνία, την τηλεόραση και κάθε άλλο παρεμφερές μέσο μετάδοσης λόγου ή παράστασης» (15§1).

Η χούντα των συνταγματαρχών εκμεταλλεύτηκε το περιοριστικό καθεστώς της δεκαετίας του 1950 για να καθυποτάξει πλήρως την τηλεόραση στήνοντας ένα «ανατολικοευρωπαϊκού τύπου» καθεστώς λειτουργίας.[124] Με το χουντικό νομοθετικό διάταγμα 722/1970 η ΤΕΔ μετονομάστηκε σε ΥΕΝΕΔ και περιγραφόταν σαν μια πολιτικοστρατιωτική υπηρεσία με ρητό σκοπό λειτουργίας, πέρα από την ψυχαγωγία και την ενημέρωση, τη «διενέργεια ψυχολογικών επιχειρήσεων βάσει των εκάστοτε οδηγιών και κατευθύνσεων του Αρχηγείου Ενόπλων Δυνάμεων».[125][126] Ακόμη, το νομοθετικό διάταγμα 745/1970 μετονόμασε το ΕΙΡ σε ΕΙΡΤ.[127]

Το Σύνταγμα του 1975 περιλάμβανε προβλέψεις για τη ραδιοτηλεόραση καθιερώνοντας την κρατική εποπτεία της λειτουργίας της. Το άρθρο 15§2 στην αρχική εκδοχή του 1975/1986 αναφέρει ότι:

Η ραδιοφωνία και η τηλεόραση υπάγονται στον άμεσο έλεγχο του Κράτους και έχουν σκοπό την αντικειμενική και με ίσους όρους μετάδοση πληροφοριών και ειδήσεων, καθώς και προϊόντων του λόγου και της τέχνης. Πρέπει πάντως να εξασφαλίζεται η ποιοτική στάθμη των εκπομπών που επιβάλλει η κοινωνική αποστολή τους και η πολιτιστική ανάπτυξη της Χώρας.

Στην αναθεώρηση του 2001 (και χωρίς να αλλάξει το 2008) το άρθρο αναφέρει:

Η ραδιοφωνία και η τηλεόραση υπάγονται στον άμεσο έλεγχο του Κράτους. O έλεγχος και η επιβολή των διοικητικών κυρώσεων υπάγονται στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης που είναι ανεξάρτητη αρχή, όπως νόμος ορίζει. O άμεσος έλεγχος του Κράτους, που λαμβάνει και τη μορφή του καθεστώτος της προηγούμενης άδειας, έχει ως σκοπό την αντικειμενική και με ίσους όρους μετάδοση πληροφοριών και ειδήσεων, καθώς και προϊόντων του λόγου και της τέχνης, την εξασφάλιση της ποιοτικής στάθμης των προγραμμάτων που επιβάλλει η κοινωνική αποστολή της ραδιοφωνίας και της τηλεόρασης και η πολιτιστική ανάπτυξη της Χώρας, καθώς και το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και την προστασία της παιδικής ηλικίας και της νεότητας. Ο νόμος ορίζει τα σχετικά με την υποχρεωτική και δωρεάν μετάδοση των εργασιών της Βουλής και των επιτροπών της, καθώς και προεκλογικών μηνυμάτων των κομμάτων από τα ραδιοτηλεοπτικά μέσα.

Πάντως, σύμφωνα με νομικούς, ο «άμεσος έλεγχος» που ορίζει το Σύνταγμα δεν απέκλειε την ύπαρξη ιδιωτικών σταθμών.[128]

Στη μεταπολίτευση εκδόθηκαν και άλλοι ρυθμιστικοί νόμοι για τα ραδιοτηλεοπτικά, όπως ο 230/1975 για την ΕΡΤ («Περί ιδρύσεως της υπό την επωνυμίαν "Ελληνική Ραδιοφωνία - Τηλεόρασις" Ανωνύμου Εταιρείας»), ο οποίος ενσωμάτωνε μέρος μόνο των προβλέψεων της έκθεσης Γκριν.[129] Ο νόμος όριζε και την αποστρατικοποίηση της ΥΕΝΕΔ μέσα σε 2-3 χρόνια (περίπου ως το 1978), αλλά αυτό δεν συνέβη. Μετά την αποστρατικοποίηση της ΥΕΝΕΔ, που έγινε τελικά το 1982, ο νόμος 1730/1987 ενοποιούσε σε ενιαίο φορέα την ΕΡΤ1 και την ΕΡΤ2. Τη δυνατότητα ίδρυσης μη κρατικών καναλιών έδινε τελικά ο 1866/1989, που προέβλεπε και ίδρυση του ΕΣΡ. Καθώς το τηλεοπτικό τοπίο αναπτύχθηκε άναρχα τα επόμενα χρόνια, εκδόθηκε ο νόμος 2328/1995 για το πλαίσιο λειτουργίας της ιδιωτικής τηλεόρασης, που πάντως δεν έλυνε όλα τα προβλήματα και τα μετέθετε για το μέλλον.[130]

Εκτός από τα ζητήματα αδειοδότησης η πολιτεία έχει προσπαθήσει να ρυθμίσει ζητήματα της συγκέντρωσης και ιδιοκτησιακού καθεστώτος στα μέσα ενημέρωσης και ειδικότερα στην τηλεόραση. Ο νόμος 2328 προσπαθούσε να περιορίσει την οριζόντια και την κάθετη συγκέντρωση στα μέσα, δηλαδή την κατοχή μέσων διαφορετικών τύπων (εφημερίδα, ραδιοφωνικός/τηλεοπτικός σταθμός) ή πολλών του ίδιου τύπου, σε ένα από κάθε είδος. Η υλοποίηση του νόμου γνώρισε καθυστερήσεις.[131]

Βασικός μέτοχος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η συνταγματική αναθεώρηση του 2001, με το άρθρο 14§9, καθιέρωσε το ασυμβίβαστο μεταξύ του ιδιοκτήτη ΜΜΕ και του προμηθευτή του Δημοσίου και εισήγαγε την έννοια του βασικού μετόχου. Η διάταξη έχει ως εξής:

Το ιδιοκτησιακό καθεστώς, η οικονομική κατάσταση και τα μέσα χρηματοδότησης των μέσων ενημέρωσης πρέπει να γίνονται γνωστά, όπως νόμος ορίζει. Ο νόμος προβλέπει τα μέτρα και τους περιορισμούς που είναι αναγκαίοι για την πλήρη διασφάλιση της διαφάνειας και της πολυφωνίας στην ενημέρωση. Απαγορεύεται η συγκέντρωση του ελέγχου περισσότερων μέσων ενημέρωσης της αυτής ή άλλης μορφής. Απαγορεύεται ειδικότερα η συγκέντρωση περισσότερων του ενός ηλεκτρονικών μέσων ενημέρωσης της αυτής μορφής, όπως ο νόμος ορίζει. Η ιδιότητα του ιδιοκτήτη, του εταίρου, του βασικού μετόχου ή του διευθυντικού στελέχους επιχείρησης μέσων ενημέρωσης είναι ασυμβίβαστη με την ιδιότητα του ιδιοκτήτη, του εταίρου, του βασικού μετόχου ή του διευθυντικού στελέχους επιχείρησης που αναλαμβάνει έναντι του Δημοσίου ή νομικού προσώπου του ευρύτερου δημόσιου τομέα την εκτέλεση έργων ή προμηθειών ή την παροχή υπηρεσιών. Η απαγόρευση του προηγούμενου εδαφίου καταλαμβάνει και κάθε είδους παρένθετα πρόσωπα, όπως συζύγους, συγγενείς, οικονομικά εξαρτημένα άτομα ή εταιρείες. Ο νόμος ορίζει τις ειδικότερες ρυθμίσεις, τις κυρώσεις που μπορεί να φθάνουν μέχρι την ανάκληση της άδειας ραδιοφωνικού ή τηλεοπτικού σταθμού και μέχρι την απαγόρευση σύναψης ή την ακύρωση της σχετικής σύμβασης, καθώς και τους τρόπους ελέγχου και τις εγγυήσεις αποτροπής των καταστρατηγήσεων των προηγούμενων εδαφίων.

Ο σχετικός νόμος 3021/2002 θεωρούσε βασικό μέτοχο το φυσικό πρόσωπο ή την εταιρεία που κατέχει τουλάχιστον το 5% του μέσου,[132] ενώ καθιέρωνε και την έκδοση πιστοποιητικού διαφάνειας από το ΕΣΡ που βεβαίωνε ότι δεν υπάρχει σχέση με έργα του Δημοσίου. Αργότερα, ο νόμος 3310/2005 εισήγαγε άλλες σχετικά με το ποια πρόσωπα θεωρούνται εξαρτώμενα από τον βασικό μέτοχο ενώ το όριο για τον χαρακτηρισμό μετόχου σαν βασικού κατέβηκε στο 1%.[133] Ωστόσο αυτός ο νόμος συνάντησε την αντίδραση της Ευρωπαϊκής Ένωσης για πιθανή παραβίαση του ελεύθερου ανταγωνισμού και τελικά, μετά από πιέσεις της ΕΕ, αναθεωρήθηκε.[134]

Άδειες λειτουργίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το θέμα των αδειών για τα ιδιωτικά κανάλια ουσιαστικά δεν έχει επιλυθεί από το 1989, ένα καθεστώς που θεωρείται μοναδικό στην Ευρώπη. Οι δύο προσωρινές άδειες που δόθηκαν το 1989 (Τηλέτυπος και Νέα Τηλεόραση) σύντομα αναθεωρήθηκαν, ενώ μια άλλη περίπλοκη προσπάθεια για χορήγηση αδειών έγινε την περίοδο 1993-1994, αλλά και πάλι σημειώθηκαν καθυστερήσεις.[135] Τελικά οι πρώτες οριστικές τηλεοπτικές άδειες στην Ελλάδα χορηγήθηκαν επί κυβερνήσεως Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, διάρκειας επτά χρόνων (1993-2000) χωρίς οικονομικό αντάλλαγμα για τα παρακάτω δώδεκα τηλεοπτικά κανάλια. Συγκεκριμένα:

Επί Κυβέρνησης Σημίτη, ένας νέος διαγωνισμός για τις τηλεοπτικές άδειες, έγινε το 1997, ο οποίος όριζε 117 τηλεοπτικές άδειες (εκ των οποίων 6 εθνικής εμβέλειας, 53 περιφερειακής και 58 τοπικής),[141] που θα δίνονταν με διαγωνισμό, αλλά το 2002 κηρύχτηκε άγονος και έκτοτε τα ιδιωτικά δίκτυα, τοπικής και εθνικής εμβέλειας λειτουργούν χωρίς άδεια. Πρόθεση πάντως της κυβέρνησης Τσίπρα ήταν να επιλυθεί το θέμα με την δημοπρασία των τηλεοπτικών αδειών.[142] Η κυβέρνηση Τσίπρα πάντως, έφερε σε διαβούλευση, η οποία ολοκληρώθηκε στις 24 Αυγούστου 2016, στη Βουλή το νομοσχέδιο σχετικά με τις 4 τηλεοπτικές άδειες και με την λειτουργία των ιδιωτικών καναλιών, τις τηλεοπτικές συχνότητες, το ΕΣΡ και τη ρύθμιση θεμάτων της ΕΕΤΤ. Ο διαγωνισμός έχει ήδη διεξαχθεί έξι μέρες μετά (30 Αυγούστου), με 8 τελικά, υποψήφιους[143] και ολοκληρώθηκε με επιτυχία την Παρασκευή 2 Σεπτεμβρίου, στις 3 τα ξημερώματα[144], και με οικονομικό αντάλλαγμα, από τις οποίες οι εξής τέσσερις κέρδισαν τον διαγωνισμό:

Βέβαια, οι τρεις από τις τέσσερις εταιρείες κατέθεσαν τις πρώτες δόσεις του τιμήματος με την εταιρεία του Καλογρίτσα να καθίσταται έκπτωτη και τη θέση της να παίρνει η κυπριακή εταιρεία Dimera Media Investments Limited του Ιβάν Σαββίδη με το ποσό των 61.500.000 €.[145][146] Ωστόσο, όλα αυτά ακυρώθηκαν εφόσον το επίμαχο άρθρο 2Α του νόμου Παππά (νόμος 4339/2015) κρίθηκε αντισυνταγματικό από το ΣτΕ κατά πλειοψηφία 14 έναντι 11, ένα μήνα αργότερα (26 Οκτωβρίου).

Η ολομέλεια του Ανωτάτου Ακυρωτικού Δικαστηρίου στην πέμπτη κατά σειρά διάσκεψη, μετά από έντονες αντιπαραθέσεις αποφάνθηκε μετά από διάσκεψη πεντέμισι ωρών ότι το άρθρο του νόμου Παππά προσκρούει στις επιταγές του άρθρου 15 του Συντάγματος που καθορίζει ως μόνο αρμόδιο όργανο για τη χορήγηση των τηλεοπτικών αδειών το ΕΣΡ. Μέσα στο 2018 ξανάγινε νέος διαγωνισμός για εφτά τηλεοπτικές άδειες καθώς έχει συγκροτηθεί το ΕΣΡ.[147]

Η προκήρυξη για την υποβολή των αιτήσεων ξεκίνησε στις 24 Νοεμβρίου 2017 και ολοκληρώθηκε μετά από ένα μήνα, δύο εβδομάδες και τέσσερις μέρες (11 Ιανουαρίου 2018). Ωστόσο έξι εταιρείες κατέθεσαν τις αιτήσεις τους, εκ των οποίων οι πέντε εγκρίθηκαν και είναι σε ισχύ για δέκα χρόνια, καθώς η Τηλεοπτική Ελληνική Α.Ε., του Φίλιππου Βρυώνη, που συμμετείχε, δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις της προκήρυξης.[148][149][150] Συγκεκριμένα στις 27 Σεπτεμβρίου 2018 είχαν αποκτήσει άδεια εθνικής εμβέλειας πέντε κανάλια, με το οικονομικό αντάλλαγμα των 35.000.000 €: η Antenna TV Α.Ε. (ΑΝΤ1), η Alpha Δορυφορική Τηλεόραση Α.Ε. (Alpha TV), η Νέα Τηλεόραση Α.Ε. (Star Channel), η Ειδήσεις Dot Com Ανώνυμη Ραδιοτηλεοπτική και Εμπορική Εταιρία Παροχής Πληροφοριών και Ενημέρωσης (ΣΚΑΪ Τηλεόραση) και η Ραδιοτηλεοπτική Α.Ε. (Epsilon TV).

Μετά από πέντε ημέρες, στις 1 Οκτωβρίου, και αφότου ολοκληρώθηκε ο διαγωνισμός, για τις τηλεοπτικές άδειες, το Epsilon TV, σταματάει το πρόγραμμα του για τρεις εβδομάδες και έξι ημέρες (το οποίο ήταν ήδη εξαγορασμένο από τις 11 Αυγούστου 2017, από την Dimera Media Investments Limited), μέχρις ότου να αναβαθμιστεί και το κανάλι να μετονομαστεί στις 24 Οκτωβρίου στο Open TV.

Μετέπειτα διεξήχθη δεύτερη προκήρυξη για τις εναπομείναντες δύο άδειες η οποία ξεκίνησε στις 14 Ιανουαρίου 2019 και ολοκληρώθηκε μετά από ένα μήνα και δύο εβδομάδες (28 Φεβρουαρίου). Ωστόσο, μία μόνο εταιρεία κατέθεσε αίτηση η οποία επίσης εγκρίθηκε και είναι σε ισχύ για 10 χρόνια.[151][152] Συγκεκριμένα μόνο η Alter Ego Επιχείρηση Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης Α.Ε., έλαβε άδεια εκπομπής εθνικής εμβέλειας, και η οποία την Πέμπτη 2 Μαΐου 2019, ξεκίνησε την λειτουργία του One Channel, διαδικτυακά και δορυφορικά, και την Δευτέρα 17 Φεβρουαρίου 2020, επανέφερε σε λειτουργία το Mega Channel, επίγεια.

Όσον αφορά την έβδομη άδεια, θα επαναδημοπρατηθεί και στην περίπτωση που δεν διεκδικηθεί θα μετατραπεί σε θεματική. Μετά την αδειοδότηση των ιδιωτικών καναλιών ακολουθεί ο έλεγχος του προγράμματος, κάτι που προβλέπεται υποχρεωτικά από το νόμο και θα εφαρμόζεται ανά τακτά χρονικά διαστήματα. Έτσι, λοιπόν, έχουν ήδη αρχίσει να φθάνουν στο ΕΣΡ τα στοιχεία προγράμματος που ζητήθηκαν από τους πέντε ενημερωτικούς τηλεοπτικούς σταθμούς, εθνικής εμβέλειας, στο πλαίσιο του νόμου για την πλήρη αδειοδότησή τους.

Η επιστολή εστάλη στα κανάλια στις 6 Νοεμβρίου 2019 από το ΕΣΡ συνοδευόμενη από πίνακα excel με τις κατηγοριοποιήσεις του προγράμματος ακριβώς όπως τις ορίζει ο νόμος 4339/2015 προκειμένου να διευκολυνθούν οι ενιαίες απαντήσεις και η αξιολόγησή τους κατόπιν. Η εξέταση των στοιχείων θα ξεκινήσει από τους νομικούς του ΕΣΡ μετά την παραλαβή του υλικού και από τους πέντε αδειοδοτημένους σταθμούς. Όσον αφορά στην 6η άδεια της Alter Ego Επιχείρηση Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης Α.Ε., θα υπαχθεί στην ίδια διαδικασία ελέγχου μετά την πάροδο εξαμήνου από την έναρξη λειτουργίας του καναλιού, όπως ορίζει ο νόμος.[153]

Περιφερειακές και θεματικές άδειες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι ανακοινώσεις της κυβέρνησης της ΝΔ, διά του υφυπουργού παρά τω πρωθυπουργώ Στέλιου Πέτσα, για χρονοδιάγραμμα 18 μηνών στην αδειοδότηση των περιφερειακών τηλεοπτικών σταθμών και των ραδιοφωνικών σταθμών ανοίγουν το παιχνίδι της τηλεοπτικής αγοράς στην Αττική. Οι τηλεοπτικές άδειες στην Αττική είναι και οι πρώτες που θα δοθούν, σύμφωνα με τον υφυπουργό, χωρίς διαγωνιστική διαδικασία, αλλά με μοριοδότηση. Για να συμβεί βέβαια αυτό θα πρέπει να αλλάξει ο νόμος 4339/2015 για την τηλεοπτική αδειοδότηση και να εκδοθεί υπουργική απόφαση για τον αριθμό των αδειών που θα εκχωρηθούν με ειδικά κριτήρια από το ΕΣΡ.

Με τις υφιστάμενες συνθήκες, οι περιφερειακές άδειες για την Αττική είχαν υπολογισθεί σε έξι, κάτι που ωστόσο ενδέχεται να ανατραπεί εξαιτίας του νέου τηλεοπτικού χάρτη συχνοτήτων και της εκχώρησης φάσματος των 700 MHz (συχνότητες 50ή ως 59η στα UHF) στην κινητή τηλεφωνία. Αυτό είναι ένα από τα μείζονα προβλήματα που θα προκύψουν ήδη από το 2020, χρονιά που οι δύο πάροχοι δικτύου (ΕΡΤ και Digea) θα πρέπει να αρχίσουν τη μετακίνησή τους στις συχνότητες ώστε να απελευθερωθεί το φάσμα που θα δοθεί στην κινητή τηλεφωνία έως το τέλος του 2020, κάτι που δυστυχώς ανεμένεται να καθυστερήσει, και θα γίνει για τα επόμενα χρόνια.

Επίσης, στην Αττική, εκπέμπουν συνολικά δεκατέσσερις σταθμοί, εκ των οποίων ορισμένοι, μπορεί να μην διεκδικήσουν καθόλου άδεια περιφερειακής εμβέλειας, αλλά θεματική πανελλαδική άδεια (πρόκειται για τα κανάλια MAD TV, Nickelodeon Greece και Smile TV), τα οποία είναι στο πρόγραμμά τους, θεματικά (ψυχαγωγικά, μουσικά, παιδικά και άλλες κατηγορίες). Το ίδιο συμβαίνει και σε άλλες περιφέρειες της Ελλάδας, οι οποίες και αυτές διαθέτουν τέτοιου είδους ορισμένους τηλεοπτικούς σταθμούς. Επίσης θεματική πανελλαδική άδεια, διεκδικεί από το 2016 και το Μακεδονία TV, το οποίο εκπέμπει πανελλαδικά.

Οικονομική οργάνωση της τηλεόρασης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πηγές εσόδων και διαφήμιση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα δημόσια τηλεοπτικά δίκτυα βασίζονταν σχεδόν εξαρχής για τα έσοδά τους στο ανταποδοτικό τέλος που καταβάλεται με τον λογαριασμό του ηλεκτρικού ρεύματος και στις διαφημίσεις. Το τέλος καθιερώθηκε το 1968[154] και επισημοποιήθηκε με το νόμο 230/1975, ενώ πριν το κλείσιμο της ΕΡΤ, ανερχόταν σε περίπου τέσσερα ευρώ το μήνα, αποφέροντας γύρω στα 30-35 εκατ. ευρώ το χρόνο, γύρω στο ένα δέκατο των εσόδων της ΕΡΤ.[155] Μετά το κλείσιμο της ΕΡΤ το τέλος καταργήθηκε, αν και μετά επανήλθε στο ύψος των τριών ευρώ υπέρ της ΝΕΡΙΤ·[156] στο ανταποδοτικό τέλος θα βασίζεται και η λειτουργία της επανασυσταθείσας ΕΡΤ.[70] Το ΤΕΔ/ΥΕΝΕΔ, σαν στρατιωτικό κανάλι που ήταν, την περίοδο της χούντας φαίνεται ότι χρηματοδοτούνταν από κονδύλια του υπουργείου Άμυνας,[157] ενώ είχε και τεράστια έσοδα από τα προσφερόμενα προγράμματα που υπολογίζεται ότι έφτασαν το ένα δισ. δραχμές μέσα στην επταετία,[158] το οποίο για την εποχή ήταν ένα πολύ μεγάλο ποσό. Μεγάλο μέρος των εσόδων του καναλιού χρηματοδοτούσε το ενημερωτικό πρόγραμμα.[159]

Τηλεοπτικές διαφημίσεις άρχισαν να μεταδίδονται από τα πρώτα χρόνια του μέσου (υπήρχαν πάντως ακόμη και στον πειραματικό σταθμό του 1960), ενώ διαδεδομένες ήταν και οι χορηγίες, που το 1972 έφτασαν να είναι στο 95% των εκπομπών.[160] Από τα τέλη του 1973 oι χορηγίες περιορίστηκαν δραστικά, το μέσο όμως γινόταν όλο και πιο δημοφιλές και άρα γινόταν ελκυστική πλατφόρμα για τη διαφήμιση.

Τα ιδιωτικά κανάλια διεύρυναν κατά πολύ τη διαφημιστική αγορά και έφεραν την τηλεόραση στην πρώτη θέση ανάμεσα στα άλλα μέσα ως προς τη δαπάνη. Αν και καθιερώθηκαν κανόνες για τον αριθμό και τη συχνότητα των διαφημίσεων (για παράδειγμα δεν μπορούν να διακοπούν τα δελτία ειδήσεων), τα ιδιωτικά κανάλια συχνά τους καταστρατηγούσαν με αποτέλεσμα να πληρώνουν πρόστιμα για υπέρβαση χρόνου και για γκρίζα διαφήμιση. Λόγω της κρίσης η δαπάνη των διαφημιζόμενων στην τηλεόραση και γενικότερα σε όλα τα μέσα ενημέρωσης έχει μειωθεί σημαντικά.

Απήχηση και επιρροή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αλλαγή στις συνήθειες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η τηλεόραση έφερε αλλαγές στις συνήθειες των Ελλήνων σε ό,τι αφορά την ενημέρωση και την ψυχαγωγία τους, ήδη από τα πρώτα χρόνια της λειτουργίας της. Η διείσδυση της τηλεόρασης σαν συσκευή ξεκίνησε μεν πιο αργά από άλλες χώρες, όπου είχε εισαχθεί νωρίτερα, αλλά στην Ελλάδα κάλυψε γρήγορα την απόσταση και έφτασε στη δεκαετία του 1990 σχεδόν στο 100%.[161] Μερικά χρόνια αργότερα πολλά νοικοκυριά είχαν τουλάχιστον από μία συσκευή, συνήθως στο σαλόνι ή στην κρεβατοκάμαρα, ή και στα δύο δωμάτια.

Ο μέσος χρόνος τηλεθέασης αυξήθηκε από 2 ώρες και 25 λεπτά την εβδομάδα το 1990, σε 3 ώρες και 33 λεπτά το 1991[162] και ξεπέρασε τις τέσσερις ώρες το 2006-2007 (4 ώρες και 8 λεπτά και 4 ώρες και 21 λεπτά, αντίστοιχα),[163] ένα από τα μεγαλυτερα ποσοστά στην Ευρώπη. Ωστόσο οι περισσότεροι χρησιμοποιούν την τηλεόραση στο πλαίσιο άλλων δραστηριοτήτων και δεν παρακολουθούν συστηματικά για όλο αυτό το διάστημα[164] ή δεν δείχνουν να εμπιστεύονται το ενημερωτικό πρόγραμμα.[165] Ακόμη, γενικεύτηκε και το ζάπινγκ (zapping), δηλαδή το γρήγορο πέρασμα από το ένα κανάλι στο άλλο.[166]

Σε ό,τι αφορά την ψυχαγωγία, το πρόγραμμα των πρώτων ετών, οπότε αφθονούσαν τα σίριαλ, απομάκρυνε το κοινό από τους κινηματογράφους, συρρίκνωσε την κινηματογραφική βιομηχανία που ήταν από τις βασικές μορφές λαϊκής διασκέδασης και έστρεψε, αντίθετα, κάποιους νεότερους ανθρώπους στην ξένη κουλτούρα.[167] Η ιδιωτική τηλεόραση εκτόπισε και το βίντεο που κυριαρχούσε το δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1980. Εκείνη τη δεκαετία είχε δημιουργηθεί μια μεγάλη αγορά ταινιών που παράγονταν και διακινούνταν σε εξειδικευμένο εμπορικό κύκλωμα, αλλά η ιδιωτική τηλεόραση περιόρισε δραστικά αυτή τη μικρή βιομηχανία και τελικά η παραγωγή ταινιών σταμάτησε.

Τηλεθεάσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το κανάλι του ΕΙΡ και η ΤΕΔ/ΥΕΝΕΔ ακολούθησαν διαφορετικό πρόγραμμα, αλλά καθώς η ΤΕΔ/ΥΕΝΕΔ ήταν περισσότερο ψυχαγωγική, κατάφερε να έχει περίπου τα δύο τρίτα της τηλεθέασης. Την πρωτιά διατήρησε ως τα μέσα τη δεκαετίας του 1970, οπότε το ποιοτικότερο πρόγραμμα έφερε στην πρώτη θέση δημοφιλίας το κανάλι του ΕΙΡΤ[168] Λίγο πριν την εισαγωγή της ιδιωτικής τηλεόρασης, τον Οκτώβριο του 1989, η ΕΡΤ-1 είχε 37,7% και η ΕΡΤ-2 24,3% ενώ ένα χρόνο αργότερα τα ποσοστά τους είχαν μειωθεί σημαντικά (βλ. σχετικά το γράφημα σε προηγούμενη ενότητα).[169]

Μετά την απελευθέρωση της τηλεόρασης, τα ιδιωτικά δίκτυα έδειξαν πολύ μεγάλο ενδιαφέρον για τις μετρήσεις βασίζοντας την διαμόρφωση του προγράμματος στα αποτελέσματά τους. Το Mega και ο Antenna ανταγωνίζονταν σκληρά για την πρωτιά σε καθημερινό επίπεδο και στους μέσους όρους του μήνα και της σεζόν, ενώ τα άλλα δίκτυα ανταγωνίζονταν για τις επόμενες θέσεις και είχαν κάπως μικρότερα ποσοστά (5% με 15% ή και λίγο περισσότερο). Ωστόσο, μετά το 2010 και την αλλαγή στην δομή του προγράμματος πολλών σταθμών λόγω της κρίσης, οι αυξομειώσεις στις τηλεθεάσεις είναι πολλές και οι εναλλαγές στην πρωτιά συχνές, παίζοντας σημαντικό ρόλο ακόμη και το προσωρινό κλείσιμο των καναλιών της ΕΡΤ, το διάστημα 2013-2015 και του Mega, το διάστημα 2018-2020, οι οποίοι απείχαν, τα μικρά αυτά διαστήματα από τις τηλεθεάσεις.

Οι μετρήσεις τηλεθέασης με σύγχρονη μεθοδολογία άρχισαν το 1988 από την AGB και συνεχίζονται ως σήμερα από την ίδια εταιρεία.[170] Ενδιάμεσα μετρήσεις έκανε και η Taylor-Nelson Sofres Metrisis, η οποία σταμάτησε στο τέλος του 2002. Κατά καιρούς υπήρξαν και επικρίσεις ή σχόλια για την ποιότητα και την αξιοπιστία των αποτελεσμάτων. Οι πρώτες αμφισβητήσεις καταγράφονται στις αρχές της δεκαετίας του 1990,[171] αλλά οι έρευνες για την αξιοπιστία των στοιχείων δεν έδειξαν στοιχεία αλλοίωσης.[172]

Πολιτική και πολιτική ζωή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η τηλεόραση, και περισσότερο η ιδιωτική τηλεόραση, είχε σημαντική επίδραση και στη διαμόρφωση του πολιτικού σκηνικού και των πολιτικών αντιπαραθέσεων.[173]

Οι βουλευτικές εκλογές του 1977 ήταν οι πρώτες κατά τις οποίες «οι πολιτικοί άρχισαν να συνειδητοποιούν την προπαγανδιστική δύναμη της τηλεόρασης».[174] Το ΠΑΣΟΚ μάλιστα είχε από τότε και δικό του τηλεσκηνοθέτη, τακτική που εκμεταλλεύτηκε και στη δεκαετία του 1980 όταν ο Τάσος Μπιρσίμ σκηνοθετούσε κατ' αποκλειστικότητα τις προεκλογικές συγκεντρώσεις του κόμματος.[175] Γενικότερα μετά το 1981 η τηλεόραση απέκτησε σταδιακά όλο και μεγαλύτερο ρόλο στην πολιτική διαμεσολάβηση[176] και έγινε ένα οργανικό κομμάτι της πολιτικής ζωής.[177]

Ως το 1989 στα κόμματα δίνονταν αναλογικά χρόνος στην δημόσια τηλεόραση κατά την προεκλογική περίοδο για να αναπτύξουν τις απόψεις τους, ενώ τα κανάλια της ΕΡΤ μετέδιδαν τις προεκλογικές συγκεντρώσεις τους. Η έλευση της ιδιωτικής τηλεόρασης πολλαπλασίασε τις τηλεοπτικές διαφημίσεις, ενώ τα τηλεπαράθυρα και τα ντιμπέιτ έγιναν μορφές έμμεσης πολιτικής διαφήμισης. Το πρώτο ντιμπέιτ διοργανώθηκε τις εκλογές του 1996 μεταξύ του Κώστα Σημίτη και του Μιλτιάδη Έβερτ και είχε μέτρια επιτυχία.[178] Σε κάποιες από τις επόμενες αναμετρήσεις επεκτάθηκε και στους άλλους κοινοβουλευτικούς αρχηγούς χωρίς να αλλάξει πολύ σε μορφή, σύμφωνα με το πρώιμο αμερικανικό πρότυπο: οι δημοσιογράφοι βάζουν ερωτήματα σε κάθε αρχηγό χωριστά και αυτοί απαντούν μέσα σε προκαθορισμένο χρόνο, χωρίς να γίνεται διάλογος μεταξύ τους.

Παραπομπές και σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Βαλούκος 2008, σελ. 25-26
  2. Vovou 2006, σελ. 261
  3. Παναγιωτοπούλου 2010, σελίδες 12-13
  4. Παναγιωτοπούλου 2004
  5. Papathanassopoulos 2007
  6. Βώβου 2013
  7. Papathanassopoulos 1990
  8. Βαλούκος 2008, σελ. 14
  9. Βαλούκος 2008, σελ. 22-23 · Μοσχονάς 1996a, σελ. 3
  10. Οι τηλεοράσεις στην Ελλάδα στο τέλος του 1966 ήταν γύρω στις 13.000 ενώ πλησίαζαν τις 100.000 το 1969 (Πασχαλίδης 2005, σελ. 175). Οι κάτοχοί τους μπορούσαν να δουν προγράμματα από πομπούς σε αμερικανικές βάσεις ή από ξένες χώρες (Γιουγκοσλαβία, Βουλγαρία ή Ιταλία). Ενδεικτικά, η τηλεόραση στην Κύπρο λειτουργεί από το 1957, πριν δηλαδή την ανεξαρτησία από τη Βρετανία και σχεδόν μια δεκαετία πριν από την Ελλάδα.
  11. Βαλούκος 2008, σελ. 22 · Κάρτερ 2004, σελ. 13 · Μοσχονάς 1996a, σελ. 4
  12. Βαλούκος 2008, σελ. 25-26 · Δάμπασης 2002, σελ. 22-27 · Κάρτερ 2004, σελ. 14-17
  13. Βαλούκος 2008, σελ. 26-35
  14. Πασχαλίδης 2005, σελ. 174
  15. Κάρτερ 2004, σελ. 17-22
  16. Δάμπασης 2002, σελ. 27. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με άλλη αναφορά, δύο ισχυροί εκδότες της εποχής, ο Χρήστος Λαμπράκης και η Ελένη Βλάχου, είχαν έρθει σε επαφή με ξένους σταθμούς για οργάνωση καναλιού (Μοσχονάς 1996a, σελ. 4). Ακόμη, τα ανάκτορα και ο στρατός πίεσαν την κυβέρνηση του Γεωργίου Παπανδρέου να οργανωθεί στρατιωτικό κανάλι, αλλά το αίτημα δεν έγινε δεκτό. (Πασχαλίδης 2005, σελ. 174)
  17. Δάμπασης 2002, σελ. 32-36. Πολλούς από τους πρωτεργάτες του σταθμού καταγράφει ο Κάρτερ 2004, σελ. 28.
  18. Δάμπασης 2002, σελ. 43-45
  19. Δάμπασης 2002, σελ. 48 Στην ΤΕΔ εργάζονταν μεταξύ άλλων, ως στρατιώτες τότε, ο Νίκος Περάκης και ο Γιώργος Πανουσόπουλος που μετέφεραν τις εμπειρίες τους από την εποχή στην ταινία Λούφα και παραλλαγή (Μοσχονάς 1996b, σελ. 14).
  20. Δάμπασης 2002, σελ. 45
  21. Μοσχονάς 1996b, σελ. 14
  22. Δάμπασης 2002, σελ. 40
  23. Δάμπασης 2002, σελ. 75
  24. Βαλούκος 2008, σελ. 52
  25. Βώβου 2010, σελ. 99 και 108-109
  26. Δάμπασης 2002, σελ. 77
  27. Η εκπομπή άρχισε να μεταδίδεται στις 28 Απριλίου 1968 (Βαλούκος 2008, σελ. 62) από την ΤΕΔ και κράτησε μέχρι και μετά την πτώση της χούντας.
  28. Βώβου 2010, σελ. 103
  29. Βαλούκος 2008, σελ. 59
  30. Βαλούκος 2008, σελ. 38 · «O πρώτος ιδιωτικός τηλεοπτικός σταθμός». ert.gr. Ανακτήθηκε στις 23 Φεβρουαρίου 2016. 
  31. Κάρτερ 2004, σελ. 34
  32. "479 χιλιάδες συσκευές τηλεοράσεως στην Αθήνα", εφημερίδα Απογευματινή, 21 Δεκεμβρίου 1972, σ. 4
  33. Βαλούκος 2008, σελ. 81
  34. Βαλούκος 2008, σελ. 84 · Δάμπασης 2002, σελ. 150 · Katsoudas 1985, σελ. 143-144 · Πασχαλίδης 2005, σελ. 177-8
  35. «Νόμος υπ' αριθ. 230 (ΦΕΚ A 272/1975)». Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. 3 Δεκεμβρίου 1975. 
  36. Το 1966 κόπηκαν 131,7 εκατ. εισιτήρια σε κινηματογράφους πρώτης και δεύτερης προβολής σε όλη την Ελλάδα και το 1968 έφτασαν τα 137,4 εκατ. Από το 1970, όταν κόπηκαν 128,6 εκατ., ο αριθμός τους μειώθηκε κάθετα και το 1974 κόπηκαν 57,1 εκατ. εισιτήρια (Κομνηνού 2001, σελ. 142). Τα τηλεοπτικά σίριαλ των πρώτων ετών θεωρούνται ένας από τους παράγοντες της κάμψης (Πασχαλίδης 2005, σελ. 176).
  37. Βαλούκος 2008, σελ. 97
  38. Βαλούκος 2008, σελ. 101 · Βώβου 2010, σελ. 116 · Κομνηνού 2001, σελ. 177 · Papathanassopoulos 1990, σελ. 390 · Παπαθανασόπουλος 1993, σελ. 242-3
  39. «Νόμος υπ' αριθ. 1288 (ΦΕΚ A 120/1982)». Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. 1 Οκτωβρίου 1982. 
  40. Βαλούκος 2008, σελ. 101 · Δάμπασης 2002, σελ. 183 · Παπαθανασόπουλος 1993, σελ. 261
  41. Στο διάστημα 1981-1989 άλλαξαν 13 πρόεδροι και γενικοί διευθυντές και 16 διευθυντές ειδήσεων στην ΕΡΤ (Papathanassopoulos 1990, σελ. 391).
  42. «Νόμος υπ' αριθ. 1730 (ΦΕΚ A 145/1987)». Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. 18 Αυγούστου 1987. 
  43. Παναγιωτοπούλου 2004, σελ. 112 · Πασχαλίδης 2005, σελ. 180
  44. Δάμπασης 2002, σελ. 201 · Βαλούκος 2008, σελ. 122 · Παναγιωτοπούλου 2004, σελ. 38 · Papathanassopoulos 1990, σελ. 392
  45. Δάμπασης 2002, σελ. 213 · Κομνηνού 2001, σελ. 181κε · Παπαθανασόπουλος 1994, σελίδες 250-251
  46. Papathanassopoulos 1990, σελ. 393
  47. Επρόκειτο για το αμερικανικό CNN, το βρετανικό Super Channel, το γαλλικό TV5 Europe, το γερμανικό Sat.1, το ιταλικό RAIDUE και το σοβιετικό Horizon. Σύντομα προστέθηκαν το MTV και το Eurosport. Τα κανάλια, εκτός από το CNN και το MTV, απείλησαν με νομικά μέτρα για παράνομη αναμετάδοση του σήματός τους από το ελληνικό κράτος (Papathanassopoulos 1990, σελ. 395)
  48. Βαλούκος 2008, σελ. 128 και 136 · Papathanassopoulos 1990, σελ. 393 · Πασχαλίδης 2005, σελ. 179
  49. «Νόμος υπ' αριθ. 1866 (ΦΕΚ A 222/1989)». Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. 6 Οκτωβρίου 1989. 
  50. Βαλούκος 2008, σελ. 135
  51. Βαλούκος 2008, σελ. 136
  52. «Νόμος υπ' αριθ. 2075 (ΦΕΚ A 129/1992)». Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. 31 Ιουλίου 1992. 
  53. Παπαθανασόπουλος 1994, σελ. 270
  54. Παναγιωτοπούλου 2010
  55. Για παράδειγμα στα τέλη του 1995 οι θεαματικότητες είχαν περίπου ως εξής: ΑΝΤ1 26% (εκείνη την εποχή ο σταθμός ήταν για αρκετά χρόνια στην κορυφή της τηλεθέασης), MEGA 24%, STAR 16% (εκείνη την εποχή ο σταθμός ήταν ο τρίτος σε τηλεθέαση, επί εποχής Μαστοράκη), ΣΚΑΪ (ο σημερινός Alpha) 12%, τα τρία δημόσια κανάλια περίπου 10% συνολικά (Βαλούκος 2008, σελ. 164).
  56. Πασχαλίδης 2005, σελ. 195
  57. Βαλούκος 2008, σελ. 175 · Πασχαλίδης 2005, σελ. 190
  58. Papathanassopoulos 2007, σελ. 96
  59. Βαλούκος 2008, σελ. 177 · Papathanassopoulos 2007, σελ. 100
  60. Σμυρναίος 2010b, σελ. 589
  61. Papathanassopoulos 2007, σελ. 103
  62. «Το χρονοδιάγραμμα ολοκλήρωσης της επίγειας ψηφιακής τηλεόρασης». Το Βήμα. 2014-10-29. https://www.tovima.gr/2014/10/29/media/to-xronodiagramma-oloklirwsis-tis-epigeias-psifiakis-tileorasis/. Ανακτήθηκε στις 2014-11-08. 
  63. Λέανδρος 2013
  64. Yörük 2013
  65. Βώβου 2013
  66. «Ψηφίστηκε το νομοσχέδιο για τη ΝΕΡΙΤ - Αντιπαράθεση Τσίπρα-Καψή». Έθνος. 19 Ιουλίου 2013. 
  67. «ΣτΕ: «Ναι» στο κλείσιμο της ΕΡΤ, «όχι» στην παύση λειτουργίας». Η Καθημερινή. 17 Ιουνίου 2013. 
  68. ΕΣΗΕΑ (27 Μαρτίου 2014). «Να καταβληθούν τώρα οι οφειλόμενες αποδοχές των εργαζομένων της ΕΡΤ». esiea.gr. Ανακτήθηκε στις 6 Απριλίου 2014. 
  69. ««Κάτι νέο» ξεκίνησε την Κυριακή το απόγευμα στην κρατική τηλεόραση». Τα Νέα. 2014-05-03. https://www.tanea.gr/2014/05/03/greece/kati-neo-ksekinise-tin-kyriaki-to-apogeyma-stin-kratiki-tileorasi/. Ανακτήθηκε στις 16 Μαΐου 2014. 
  70. 70,0 70,1 «Σε δημόσια διαβούλευση το νομοσχέδιο για την ΕΡΤ». Εφημερίδα των Συντακτών. 10 Μαρτίου 2015. Ανακτήθηκε στις 15 Μαρτίου 2015.  Στο άρθρο υπάρχει το νομοσχέδιο και η εισηγητική έκθεση.
  71. «Υπερψηφίστηκε το νομοσχέδιο για την επαναλειτουργία της ΕΡΤ». news247.gr. 29 Απριλίου 2015. Ανακτήθηκε στις 1 Μαΐου 2015. 
  72. «Νόμος υπ' αριθ. 4324 (ΦΕΚ A 44/2015)». Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. 29 Απριλίου 2015. 
  73. Παναγιωτοπούλου 2004, σελ. 74
  74. Παναγιωτοπούλου 2004, σελ. 105 και 124
  75. Παναγιωτοπούλου 2004, σελ. 124
  76. Παναγιωτοπούλου 2004, σελ. 136
  77. Χαρακτηριστικά η κατάληψη και εξέγερση στο Πολυτεχνείο από τους φοιτητές (14-16 Νοεμβρίου 1973) δεν αναφέρθηκε καθόλου από τα δελτία της εποχής και η κάλυψη της αιματηρής εισβολής του στρατού στο ίδρυμα στις 17 Νοεμβρίου ήταν πολύ στενά ελεγχόμενη και προπαγανδιστική υπέρ του καθεστώτος. Λίγους μήνες αργότερα το πραξικόπημα κατά του Μακαρίου, στις 15 Ιουλίου 1974, ήταν μόλις τέταρτη είδηση. Πάντως η άφιξη του Κωνσταντίνου Καραμανλή και η μεταμεσονύκτια ορκωμοσία του, στις 24 Ιουλίου, μεταδόθηκαν ζωντανά (Βαλούκος 2008, σελ. 74 και 80).
  78. Βαλούκος 2008, σελ. 55 και 70
  79. Βαλούκος 2008, σελ. 72
  80. Βαλούκος 2008, σελ. 74-75
  81. Βαλούκος 2008, σελ. 82-83
  82. Βαλούκος 2008, σελ. 89 και 96 · Βώβου 2010, σελ. 114 · Δάμπασης 2002, σελ. 153κε και 161. Κατά την Κομνηνού 2001, σελ. 160 οι εκπομπές ζωντανού διαλόγου άρχισαν μετά το 1976 για να μην θιγεί η κυβέρνηση από όσα θα ακούγονταν από αντιπολιτευόμενα πρόσωπα.
  83. Vovou 2006, σελ. 262 · Βώβου 2010, σελ. 112
  84. Βαλούκος 2008, σελ. 120
  85. Katsoudas 1985, σελ. 148
  86. Βαλούκος 2008, σελ. 110
  87. Βώβου 2010, σελ. 119
  88. Τυπικά ο τίτλος της εκπομπής είναι λανθασμένος γιατί δεν μεταφέρεται στα ελληνικά ο πληθυντικός των ξένων λέξεων. Οι δημοσιογράφοι εξήγησαν ότι το γλωσσικό λάθος ήταν δικό τους.
  89. Βαλούκος 2008, σελ. 140-141
  90. «Μικρή η αξιοπιστία των ειδήσεων. Τελευταίο το Mega». tvxs.gr. TVXS. 12 Ιανουαρίου 2013. Ανακτήθηκε στις 20 Ιουνίου 2015. 
  91. «Ποια Μέσα στηρίζουν το μνημόνιο;». tvxs.gr. TVXS. 25 Μαΐου 2012. Ανακτήθηκε στις 7 Μαρτίου 2014. 
  92. Παπαθανασόπουλος 2008, σελ. 31
  93. Patrona 2009
  94. Βαλούκος 2008, σελ. 149
  95. Οι όροι «(τηλεοπτική) σειρά» και «σίριαλ» έχουν την ίδια σημασία για το κοινό, για τους επαγγελματίες όμως οι σειρές έχουν μια κεντρική ιστορία που εξελίσσεται από επεισόδιο σε επεισόδιο, ενώ το σίριαλ έχει αυτοτελή επεισόδια (Κουκουτσάκη-Monnier 2010, σελ. 418)· δεν αποκλείεται και το σίριαλ να έχει και αυτό μια κεντρική ιστορία.
  96. Κουκουτσάκη-Monnier 2010, σελ. 417
  97. Πασχαλίδης 2005, σελ. 191
  98. Βαλούκος 2008, σελ. 53. Εταιρεία παραγωγής είχε και το τμήμα Δημοσίων Σχέσεων της Ελληνικής Αστυνομίας (Κουκουτσάκη-Monnier 2010, σελ. 432).
  99. Κομνηνού 2001, σελ. 140
  100. Βαλούκος 2008, σελ. 53 · Δάμπασης 2002, σελ. 116
  101. Κουκουτσάκη-Monnier 2010, σελ. 428-9
  102. Βαλούκος 2008, σελ. 67
  103. Βαλούκος 2008, σελ. 67
  104. Βώβου 2010, σελ. 96 · Δάμπασης 2002, σελ. 109
  105. Κουκουτσάκη-Monnier 2010, σελ. 425
  106. Πασχαλίδης 2005, σελίδες 191-193
  107. Βαλούκος 2008, σελ. 105 · Δάμπασης 2002, σελ. 179
  108. Βαλούκος 2008, σελ. 124
  109. Βαλούκος 2008, σελ. 112 · Δάμπασης 2002, σελ. 179-180 και 187
  110. Δάμπασης 2002, σελ. 177
  111. Σμυρναίος 2010
  112. Βώβου 2010, σελ. 97 · Κουκουτσάκη-Monnier 2010, σελ. 419
  113. Πασχαλίδης 2005, σελ. 187
  114. Κουκουτσάκη-Monnier 2010, σελ. 445
  115. Βαλούκος 2008, σελ. 154
  116. Κουκουτσάκη-Monnier 2010, σελ. 442
  117. Κουκουτσάκη-Monnier 2010, σελ. 442
  118. Τα δύο είδη διαφέρουν ως προς το περιεχόμενο. Το εκπαιδευτικό παρέχει γνώσεις με προοδευτικό τρόπο και στοχεύει στην ενεργητική συμμετοχή του ατόμου με έντυπο συνοδευτικό υλικό ή ακόμα και εξετάσεις. Το επιμορφωτικό πλουτίζει απλώς τις γνώσεις του ατόμου.
  119. Vovou 2006, σελ. 262 · Κάρτερ 2004, σελ. 47
  120. «ΦΕΚ A 32/1951». Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. 27 Ιανουαρίου 1951. 
  121. Βαλούκος 2008, σελ. 21
  122. «ΦΕΚ A 57/1953». Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. 11 Μαρτίου 1953. 
  123. «ΦΕΚ A 205/1957». Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. 12 Οκτωβρίου 1957. 
  124. Κομνηνού 2001, σελίδες 136-7
  125. Βαλούκος 2008, σελ. 63 · Βώβου 2010, σελ. 102
  126. «Ν.Δ. 722 (ΦΕΚ A 252/1970)». Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. 24 Νοεμβρίου 1970. 
  127. «Ν.Δ. 745 (ΦΕΚ A 265/1970)». Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. 10 Δεκεμβρίου 1970. 
  128. Παναγιωτοπούλου 2004, σελ. 71
  129. Δάμπασης 2002, σελ. 150
  130. Βαλούκος 2008, σελ. 164
  131. Κομνηνού 2001, σελίδες 193-4
  132. Σμυρναίος 2010a, σελ. 163 · Πασχαλίδης 2005, σελ. 182
  133. Σμυρναίος 2010a, σελ. 163
  134. Σμυρναίος 2010a, σελ. 163
  135. Παπαθανασόπουλος 1994, σελίδες 254-256
  136. 136,0 136,1 «ΦΕΚ B 713/1993». Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. 10 Σεπτεμβρίου 1993. 
  137. 137,0 137,1 «ΦΕΚ B 732/1993». Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. 21 Σεπτεμβρίου 1993. 
  138. «ΦΕΚ B 843/1993». Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. 5 Νοεμβρίου 1993. 
  139. «ΦΕΚ B 954/1993». Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. 31 Δεκεμβρίου 1993. 
  140. «ΦΕΚ B 444/1994». Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. 13 Ιουνίου 1994. 
  141. «ΦΕΚ B 785/1997». Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. 1 Σεπτεμβρίου 1997. 
  142. «H αμαρτωλή ιστορία των τηλεοπτικών αδειών». tvxs.gr. 29 Απριλίου 2015. Ανακτήθηκε στις 1 Μαΐου 2015. 
  143. «Απόφαση Γ.Γ.Ε.Ε. 228-2016» (PDF). media.gov.gr. 29 Αυγούστου 2016. 
  144. «Απόφαση Γ.Γ.Ε.Ε. 239-2016» (PDF). media.gov.gr. 9 Σεπτεμβρίου 2016. 
  145. «Απόφαση Γ.Γ.Ε.Ε. 259-2016» (PDF). media.gov.gr. 26 Σεπτεμβρίου 2016. 
  146. «Απόφαση Γ.Γ.Ε.Ε. 267-2016» (PDF). media.gov.gr. 30 Σεπτεμβρίου 2016. 
  147. «ΕΣΡ: Το 2018 ο διαγωνισμός για τις τηλεοπτικές άδειες με τίμημα 35 εκατομμύρια ευρώ». dikaiologitika.gr. 4 Οκτωβρίου 2016. https://www.dikaiologitika.gr/eidhseis/business-news/176268/esr-to-2018-o-diagonismos-gia-tis-tileoptikes-adeies-me-timima-35-ekat-evro. Ανακτήθηκε στις 4 Οκτωβρίου 2016. 
  148. «Προκήρυξη 1/2017 για τη χορήγηση αδειών παρόχων ενημερωτικού γενικού περιεχομένου εθνικής εμβέλειας». esr.gr. https://www.esr.gr/%CF%80%CF%81%CE%BF%CE%BA%CE%AE%CF%81%CF%85%CE%BE%CE%B7-%CE%B1%CE%B4%CE%B5%CE%B9%CF%8E%CE%BD/. Ανακτήθηκε στις 24 Νοεμβρίου 2017. 
  149. «Δελτίο τύπου της 11/1/2018. Έληξε στις 15:00 σήμερα, 11 Ιανουαρίου 2018, η προθεσμία υποβολής αιτήσεων για συμμετοχή στην διαγωνιστική διαδικασία για τη χορήγηση 7 αδειών παρόχων ενημερωτικού προγράμματος γενικού περιεχομένου εθνικής εμβέλειας.». esr.gr. https://www.esr.gr/%ce%b4%ce%b5%ce%bb%cf%84%ce%af%ce%bf-%cf%84%cf%8d%cf%80%ce%bf%cf%85-%cf%84%ce%b7%cf%82-1112018/. Ανακτήθηκε στις 11 Ιανουαρίου 2018. 
  150. Η αίτηση για τηλεοπτική άδεια γενικού περιεχομένου απορρίφθηκε βάσει των 61/2018 και 65/2018 αποφάσεων του ΕΣΡ (2704/2018 και 3600/2018 στο Πρόγραμμα Διαύγεια).
  151. «Προκήρυξη 1/2019 για τη χορήγηση δυο (2) αδειών παρόχων ενημερωτικού γενικού περιεχομένου εθνικής εμβέλειας». esr.gr. https://www.esr.gr/%cf%80%cf%81%ce%bf%ce%ba%ce%ae%cf%81%cf%85%ce%be%ce%b7-%ce%b1%ce%b4%ce%b5%ce%b9%cf%8e%ce%bd-1-2019/. Ανακτήθηκε στις 14 Ιανουαρίου 2019. 
  152. «Δελτίο τύπου της 28/2/2019. Έληξε στις 15:00 σήμερα, 28 Φεβρουαρίου 2019, η προθεσμία υποβολής αιτήσεων για συμμετοχή στην διαγωνιστική διαδικασία για τη χορήγηση 2 αδειών παρόχων ενημερωτικού προγράμματος γενικού περιεχομένου εθνικής εμβέλειας.». esr.gr. https://www.esr.gr/%ce%b4%ce%b5%ce%bb%cf%84%ce%af%ce%bf-%cf%84%cf%8d%cf%80%ce%bf%cf%85-%cf%84%ce%b7%cf%82-28-2-2019-%ce%ad%ce%bb%ce%b7%ce%be%ce%b5-%cf%83%cf%84%ce%b9%cf%82-1500-%cf%83%ce%ae%ce%bc%ce%b5%cf%81%ce%b1-28/. Ανακτήθηκε στις 28 Φεβρουαρίου 2019. 
  153. «ΦΕΚ A 133/2015». Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. 29 Οκτωβρίου 2015. 
  154. Βαλούκος 2008, σελ. 45 και 57
  155. Papathanassopoulos 2007, σελ. 95
  156. «Στα 3 ευρώ μηνιαίως το ανταποδοτικό τέλος για τη ΝΕΡΙΤ». Καθημερινή. 2014-01-01. https://www.kathimerini.gr/64076/article/oikonomia/ellhnikh-oikonomia/sta-3-eyrw-mhniaiws-to-antapodotiko-telos-gia-th-nerit. Ανακτήθηκε στις 6 Απριλίου 2014. 
  157. Βαλούκος 2008, σελ. 57
  158. Δάμπασης 2002, σελ. 98
  159. Κομνηνού 2001, σελίδες 138-9
  160. Βαλούκος 2008, σελ. 72
  161. Βαλούκος 2008, σελ. 175
  162. Πασχαλίδης 2005, σελ. 186
  163. Παναγιωτοπούλου 2010, σελ. 24
  164. Παπαθανασόπουλος 2008, σελ. 23
  165. Παναγιωτοπούλου 2010, σελ. 25
  166. Βαλούκος 2008, σελ. 146
  167. Κομνηνού 2001, σελ. 140
  168. Πασχαλίδης 2005, σελίδες 176 και 178
  169. Πασχαλίδης 2005, σελ. 180
  170. Κάβουρα 2010, σελ. 58
  171. Βαλούκος 2008, σελίδες 147 και 178
  172. Παναγιωτοπούλου 2010, σελ. 24
  173. Παναγιωτοπούλου 2010, σελ. 9
  174. Βαλούκος 2008, σελ. 96
  175. Βαλούκος 2008, σελίδες 96 και 119. Τσίτσας, Νίκος Β. (2007-09-10). «Άλλες προεκλογικές εποχές». Έθνος. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 2016-03-14. https://web.archive.org/web/20160314093827/http://www.ethnos.gr/arxiki_selida/arthro/alles_proeklogikes_epoxes-131473/. Ανακτήθηκε στις 2014-11-08. 
  176. Βώβου 2010, σελ. 117
  177. Vovou 2006, σελ. 263
  178. Βαλούκος 2008, σελ. 173. Το 1993 είχε γίνει πρόταση αλλά ο Ανδρέας Παπανδρέου είχε αρνηθεί.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]