Αντικομμουνισμός

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Αντικομμουνισμός ονομάζεται η πολιτική ιδεολογία που στηρίζεται στην αντιπαράθεση με τον κομμουνισμό. Η ιδεολογία αυτή αναπτύχθηκε κυρίως στις χώρες του ΝΑΤΟ, στο πλαίσιο της ψυχροπολεμικής ρητορικής της Δύσης εναντίον του ανατολικού μπλοκ (του αποκαλούμενου «υπαρκτού σοσιαλισμού»). Αυτού του τύπου ο αντικομμουνισμός, ένα γεωστρατηγικό ιδεολογικό εργαλείο, κατέληγε συνήθως στον πολιτικό συντηρητισμό και στόχευε στην ανάσχεση της επιρροής των καθεστώτων του υπαρκτού σοσιαλισμού. Όπου επικράτησε ο αντικομμουνισμός (π.χ. στη μετεμφυλιακή και χουντική Ελλάδα, στις ΗΠΑ της μακαρθικής περιόδου και στην Ισπανία του Φράνκο), πολλοί σοσιαλιστές υπέστησαν σοβαρές διώξεις από το επίσημο κράτος λόγω των πολιτικών τους φρονημάτων και οι συνδικαλιστικές ελευθερίες περιορίστηκαν. Όσοι ήταν ύποπτοι για φιλοαριστερές συμπάθειες, κινδύνευαν επίσης να διωχθούν ως συνοδοιπόροι του κομμουνισμού.

Ο αντικομμουνισμός έχει συνήθως εθνικιστική ή φιλελεύθερη χροιά. Αυτό που υφίσταται κριτική είναι (από τους εθνικιστές) ο εγγενής διεθνισμός και υλισμός του σοσιαλισμού και η αντίθεσή του στα εθνικά κράτη και στις οργανωμένες θρησκείες, ή (από τους φιλελεύθερους) η απόρριψη του καπιταλισμού και της αγοράς. Συνηθισμένη αντίληψη τόσο των συντηρητικών όσο και των φιλελεύθερων είναι ότι η κομμουνιστική κοινωνία αποτελεί μία ανέφικτη ουτοπία, καθώς προϋποθέτει εγγενώς την αρμονική συνύπαρξη και διαρκή συνεργασία όλων των μελών της κοινωνίας.

Ποικίλες τάσεις του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος (τροτσκιστική, μαοϊκή, ευρωκομμουνιστική, κομμουνιστική επαναθεμελίωση) άσκησαν κριτική στα σοσιαλιστικά καθεστώτα του ανατολικού μπλοκ, κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα. Η εν λόγω κριτική αφορά τον χαρακτήρα του κράτους που οικοδομήθηκε (γιγαντιαίο αστυνομικό κράτος), την ταξική/εκμεταλλευτική φύση αυτών των καθεστώτων που μιλούσαν στο όνομα του κομμουνισμού, την ταξική κοινωνική τους διάρθρωση, την καταστολή της εκεί εργατικής τάξης, την έλλειψη εργατικής δημοκρατίας κλπ. Τα κυβερνητικά κομμουνιστικά κόμματα των κρατών αυτών, από κοινού με ορισμένα αντίστοιχα κόμματα της Δύσης, αντιμετώπισαν την προαναφερθείσα κριτική ως αντικομμουνισμό, κατηγορία την οποία συνήθως απορρίπτουν οι σοσιαλιστές που δεν υποστηρίζουν τον υπαρκτό σοσιαλισμό.

Στην Ελλάδα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην Ελλάδα η πρώτη σκλήρυνση της πολιτικής του κράτους έναντι του κομμουνισμού διαπιστώνεται στα τέλη της δεκαετίας του 1920 υπό την πρωθυπουργία του Ελ. Βενιζέλου. Ο Βενιζέλος, επηρεασμένος από την προπαγάνδα του ΚΚΕ για "ανεξάρτητη Μακεδονία και Θράκη" καθώς και από άλλους παράγοντες, προχώρησε στην ψήφιση του νόμου 4229/1929 "Περὶ τῶν μέτρων ἀσφαλείας τοῦ κοινωνικοῦ καθεστῶτος καὶ προστασίας τῶν ἐλευθεριῶν τῶν πολιτῶν", γνωστού και ως "ιδιώνυμο" (βλ. Βικιθήκη [1]). Ο νόμος αυτός οδήγησε την αυστηρότερη αντιμετώπιση των κομμουνιστών και των συνδικάτων. Αυξήθηκαν οι συλλήψεις των θεωρούμενων ως κομμουνιστών και συνδικαλιστών, ακόμα για απλή συμμετοχή σε απεργίες. Χιλιάδες άτομα εκτοπίστηκα σε νησιά και μάλιστα χωρίς δικαστική εντολή. Κατά τον Βενιζέλο, ο εκτοπισμός "είναι χρησιμότατος διά τους συστηματικώς προπαγανδίζοντας και τους γενομένους αιτίους να έχωμεν θύματα εις την εργατικήν τάξιν.". Το ΚΚΕ από το 1929 χαρακτηρίζει την κυβέρνηση Βενιζέλου ως "κοινοβουλευτική φασιστική δικτατορία" συνεργαζόμενη με τον ιταλικό φασισμό.[1]

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]