Ρουμανία

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Συντεταγμένες: 45°52′00″N 25°18′00″E / 45.8667°N 25.3°E / 45.8667; 25.3

Ρουμανία
România

Σημαία

Εθνόσημο
Η θέση της Ρουμανίας (σκούρο πράσινο)
-στην Ευρωπαϊκή ήπειρο (πράσινο και σκούρο γκρι)
-στην Ευρωπαϊκή Ένωση (πράσινο)
και μεγαλύτερη πόλη Βουκουρέστι
44°25′00″N 26°06′00″E / 44.4167°N 26.1°E / 44.4167; 26.1 (Βουκουρέστι)
Ρουμανικά
Ημιπροεδρική Δημοκρατία
Κλάους Γιοχάνις
Βίκτορ Πόντα
Ανεξαρτησία
Από την Οθωμανική αυτοκρατορία
Iσχύον Σύνταγμα

9 Μαΐου 1877

8 Δεκεμβρίου 1991 (αναθεωρήθηκε στις 29 Οκτωβρίου του 2003)
 • Σύνολο
 • % Νερό
 • Σύνορα
Ακτογραμμή

238.391 km2 (82η)
3
2.508 km
225 km
Πληθυσμός
 • Εκτίμηση 2009 
 • Απογραφή 2011 
 • Πυκνότητα 

22.215.421[1] (52η) 
20.121.641[2]  
84 κατ./km2 (106η) 
Α.Ε.Π. (PPP)
 • Ολικό  (2009)
 • Κατά κεφαλή 

251,741 δισ. $[3] (44η)  
11.755 $[3] (69η) 
Α.Ε.Π. (Ονομαστικό)
 • Ολικό  (2009)
 • Κατά κεφαλή 

160,674 δισ. $[3] (47η)  
7.503 $[3] (64η) 
ΔΑΑ (2014) Green Arrow Up Darker.svg 0,785 (54η) – υψηλή
Νόμισμα Λέου (πληθ. Λέι) (RON)
 • Θερινή ώρα (UTC +2)
(UTC +3)
Internet TLD .ro και .eu ως μέλος της ΕΕ
Κωδικός κλήσης +40

Η Ρουμανία (ρουμανικά: România / Ρομάνια) είναι ενιαία ημιπροεδρική δημοκρατία στη Νοτιοανατολική-Κεντρική Ευρώπη, που συνορεύει με τη Μαύρη Θάλασσα, μεταξύ Βουλγαρίας και Ουκρανίας. Συνορεύει επίσης με την Ουγγαρία, τη Σερβία και τη Μολδαβία. Εχει έκταση 238.391 τετ. χλμ. και εύκρατο-ηπειρωτικό κλίμα. Με τα 19,9 εκατομμύρια κατοίκους της είναι η έβδομη πολυπληθέστερη χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η πρωτεύουσα και μεγαλύτερη πόλη της, Βουκουρέστι, είναι η έκτη μεγαλύτερη πόλη της ΕΕ.

Ο Ποταμός Δούναβης, που είναι ο δεύτερος μεγαλύτερος ποταμός της Ευρώπης μετά το Βόλγα, πηγάζει στη Γερμανία και ρέει προς τα νοτιοανατολικά σε μήκος 2.857 χλμ. μέσα από δέκα χώρες, πριν εκβάλει με το Δέλτα του της Ρουμανίας. Μέρος των 1.075 χλμ. του μήκους του, που αποτελεί σύνορο της χώρας, αποχετεύει το σύνολό της. Τα Καρπάθια Όρη, που διασχίζουν τη Ρουμανία από βόρεια προς νοτιοδυτικά (ψηλότερη κορυφή Μολντοβεάνου, 2.544 μ.).

Η σύγχρονη Ρουμανία προέκυψε μέσα στα εδάφη της Ρωμαϊκής επαρχίας της Δακίας και δημιουργήθηκε το 1859 μέσω μιας προσωπικής ένωσης των πριγκιπάτων Μολδαβίας και Βλαχίας. Το νέο κράτος, ονομαζόμενο επίσημα Romania από το 1866, κέρδισε την ανεξαρτησία του από την Οθωμανική Αυτοκρατορία το 1877. Με το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου η Τρανσυλβανία, η Βουκοβίνα και η Βεσσαραβία ενώθηκαν με το κυρίαρχο Βασίλειο της Ρουμανίας. Με το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου τα εδάφη που αντιστοιχούν σήμερα χονδρικά στη Δημοκρατία της Μολδαβίας καταλήφθηκαν από τη Σοβιετική Ενωση και λίγα χρόνια αργότερα η Ρουμανία έγινε σοσιαλιστική δημοκρατία και μέλος του Συμφώνου της Βαρσοβίας. Μετά την Επανάσταση του 1989 η Ρουμανία ξεκίνησε την επάνοδο στη δημοκρατία και την καπιταλιστική οικονομία της αγοράς.

Μετά από γρήγορη οικονομική ανάπτυξη της δεκαετίας του 2000, η Ρουμανία έχει οικονομία που βασίζεται κυρίως στις υπηρεσίες και είναι παραγωγός και εξαγωγέας μηχανών και ηλεκτρικής ενέργειας διαθέτοντας επιχειρήσεις όπως η Dacia και η Petrom. Το βιοτικό επίπεδο έχει βελτιωθεί και σήμερα η Ρουμανία είναι χώρα εισοδήματος άνω του μέσου με υψηλό Δείκτη Ανθρώπινης Ανάπτυξης. Είναι μέλος του ΝΑΤΟ από το 2004 και της Ευρωπαϊκής Ένωσης από το 2007. Περίπου 90% του πληθυσμού αυτοπροσδιορίζονται ως Ορθόδοξοι Χριστιανοί και έχουν μητρική γλώσσα τη Ρουμανική, που είναι Ρομανική γλώσσα. Με πλούσια πολιτιστική ιστορία η Ρουμανία υπήρξε η πατρίδα σημαινόντων καλλιτεχνών, μουσικών, εφευρετών και αθλητών και διαθέτει ποικιλία τουριστικών αξιοθέατων.

Ετυμολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Romania προέρχεται από το Λατινικό romanus, που σημαίνει "πολίτης της Ρώμης". Η πρώτη γνωστή χρήση της ονομασίας βεβαιώνεται το 16ο αιώνα από Ιταλούς ανθρωπιστές που ταξίδευαν στην Τρανσυλβανία, τη Μολδαβία και τη Βλαχία.

Η επιστολή του Νεάκσου είναι το παλαιότερο σωζόμενο έγγραφο στη Ρουμανική γλώσσα

Tο παλαιότερο σωζόμενο έγγραφο γραμμένο στη Ρουμανική γλώσσα, επιστολή του 1521 γνωστή ως "Επιστολή του Νεάκσου από το Κάμπουλουγκ", είναι επίσης σημαντικό γιατί περιέχει την πρώτη τεκμηριωμένη εμφάνιση του ονόματος της χώρας : η Βλαχία αναφέρεται ως Țeara Rumânească ("Ρουμανική Γη", țeara από το Λατινικό terra, "γη", σημερινή γραφή Țara Românească).

Δύο μορφές γραφής χρησιμοποιούντο αδιακρίτως, român και rumân, μέχρι το τέλος του 17ου αιώνα, οπότε κοινωνιογλωσσικές εξελίξεις οδήγησαν σε σημαντική διαφοροποίησή τους: το rumân κατέληξε να σημαίνει "δουλοπάροικος", ενώ το român διατήρησε την αρχική εθνογλωσσική σημασία του. Μετά την κατάργηση της δουλείας το 1746 η λέξη rumân έπαψε σταδιακά να χρησιμοποιείται και παγιώθηκε η μορφή român. Ο Τούντορ Βλαντιμιρέσκου, επαναστατικός ηγέτης των αρχών του 19ου αιώνα, χρησιμοποιούσε τον όρο Rumânia, αναφερόμενος αποκλειστικά στο πριγκιπάτο της Βλαχίας.

Η χρήση του ονόματος Romania για την αναφορά στην κοινή πατρίδα όλων των Ρουμάνων- με τη σημερινή της σημασία- εμφανίζεται για πρώτη φορά στις αρχές του 19ου αιώνα. Το όνομα είναι επίσημα σε χρήση από τις 11 Δεκεμβρίου 1861. Αγγλόφωνες πηγές χρησιμοποιούσαν τους όρους Rumania ή Roumania, προερχόμενους από τη Γαλλική γραφή Roumanie και/ή την Ελληνική "Ρουμανία", μέχρι το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο αλλά από τότε το όνομα έχει αντικατασταθεί από το επίσημο Romania. Εντούτοις το περιοδικό Τάιμ χρησιμοποίησε το Rumania σε άρθρο μέχρι και τις 2 Απριλίου 1973.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αρχαία ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Ρωμαϊκή Δακία το 2ο αιώνα μ.Χ., που σήμερα αποτελεί τη Ρουμανία

Τα ανθρώπινα λείψανα, που βρέθηκαν στην Πεστέρα κου Οάσε ("Σπηλιά των Οστών"), χρονολογημένα με ραδιοάνθρακα ως περίπου πριν από 40.000 χρόνια, αντιπροσωπεύουν τον αρχαιότερο γνωστό Homo sapiens στην Ευρώπη. Η περιοχή της Νεολιθικής Εποχής Κουκουτένι στη βορειοανατολική Ρουμανία ήταν η δυτική περιοχή του αρχαιότερου Ευρωπαϊκού πολιτισμού, γνωστού ως Πολιτισμού Κουκουτένι-Τρυπίλλια. Επίσης τα αρχαιότερα αλατωρυχεία στον κόσμο είναι στην Πογιάνα Σλατινέι, κοντά στο χωριό Λούντσα της Ρουμανίας. Χρησιμοποιήθηκαν για πρώτη φορά κατά την πρώιμη Νεολιθική εποχή, γύρω στα 6050 π.Χ., από τον πολιτισμό του Στάρτσεβο και αργότερα από τον Πολιτισμό Κουκουτένι-Τρυπίλλια, στην Προκουκουτένι περίοδο. Στοιχεία από αυτή και άλλες θέσεις δείχνουν ότι ο Πολιτισμός Κουκουτένι-Τρυπίλλια εξόρυσσε αλάτι από πηγές θαλασσινού νερού.

Πριν από τη Ρωμαϊκή κατάκτηση της Δακίας τα εδάφη μεταξύ των ποταμών Δούναβη και Δνείστερου κατοικούντο από διάφορες Θρακικές φυλές, όπως οι Δάκες και οι Γέτες. Ο Ηρόδοτος στο έργο του "Ιστορίαι" επισημαίνει τη θρησκευτική διαφορά μεταξύ των Γετών και των άλλων Θρακών, αλλά, σύμφωνα με το Στράβωνα, οι Δάκες και οι Γέτες μιλούσαν την ίδια γλώσσα. Ο Δίων Κάσσιος επισημαίνει τις πολιτιστικές ομοιότητες μεταξύ των δύο λαών. Υπάρχει η επιστημονική άποψη ότι Δάκες και Γέτες ήταν ο ίδιος λαός.

Ρωμαϊκές εισβολές υπό τον Αυτοκράτορα Τραϊανό μεταξύ 101–102 μ.Χ. and 105–106 μ.Χ. είχαν ως αποτέλεσμα το μισό του Δακικού βασιλείου να γίνει επαρχία της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, ονομαζόμενη "Dacia Felix". Η Ρωμαϊκή κυριαρχία διήρκεσε 165 χρόνια. Κατά την περίοδο αυτή η περιοχή ενσωματώθηκε πλήρως στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και μεγάλο μέρος του πληθυσμού ήταν νεοφερμένοι από άλλες επαρχίες. Οι Ρωμαίοι άποικοι εισήγαγαν τη Λατινική γλώσσα. Σύμφωνα με τους οπαδούς της θεωρίας της συνέχειας ο έντονος εκρωμαϊσμός γέννησε την Πρωτορουμανική γλώσσα. Η επαρχία ήταν πλούσια σε μεταλλεύματα (ιδιαίτερα χρυσό και ασήμι σε μέρη όπως η Αλμπούρνους Μάγιορ). Τα Ρωμαϊκά στρατεύματα αποσύρθηκαν από τη Δακία γύρω στα 271 μ.Χ. Η περιοχή δέχθηκε αργότερα εισβολές από διάφορους λαούς που μετανάστευαν.

Οι Βυρεβίστας, Δεκέβαλος και Τραϊανός θεωρούνται συχνά προπάτορες των Ρουμάνων στη Ρουμανική ιστοριογραφία.

Mεσαίωνας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα τρία Ρουμανικά πριγκιπάτα Βλαχίας, Μολδαβίας και Τρανσυλβανίας το 1600
Ο Μιχαήλ ο Γενναίος, που ένωσε τα τρία πριγκιπάτα για μια σύντομη περίοδο
Διαταγή γραμμένη στις 14 Oκτωβρίου 1465 από το Ράντου τσελ Φρούμος, από την κατοικία του στο Βουκουρέστι, που αναφέρει νίκη των Οθωμανών

Η λατινικότητα διατηρήθηκε ανέπαφη σε όλο το Μεσαίωνα, αν και από τη Ρουμανία πέρασε πλήθος λαών, όπως ήταν οι Ούννοι, οι Γότθοι, οι Άβαροι, οι Βούλγαροι και οι Μαγυάροι. Οι επιδρομές των Σλάβων και των Πετσενέγων ήταν οι τελευταίες από χρονική άποψη, πριν τους Μογγόλους, που πραγματοποίησαν μια σύντομη επιδρομή, αλλά γρήγορα ξαναγύρισαν στις εστίες τους (13ος αι.).

Κατά το Μεσαίωνα οι Ρουμάνοι ζούσαν σε τρία Ρουμανικά πριγκιπάτα : τη Βλαχία (Ρουμανικά Țara Românească ("Ρουμανική Χώρα"), τη Μολδαβία (Ρουμανικά Moldova) και την Τρανσυλβανία. Η ύπαρξη ανεξάρτητων Ρουμάνων βοεβόδων στην Τρανσυλβανία ήδη από τον 9ο αιώνα μνημονεύεται στο Gesta Hungarorum (το πρώτο σωζώμενο Ουγγρικό χρονικό), αλλά τον 11ο αιώνα η Τρανσυλβανία είχε γίνει ένα αρκετά αυτόνομο τμήμα του Βασιλείου της Ουγγαρίας. Στις άλλες περιοχές δημιουργήθηκαν πολλά μικρά τοπικά κράτη, με ποικίλους βαθμούς ανεξαρτησίας, αλλά μόνο υπό το Βασάραβα Α΄ και το Μπογκντάν Α΄ τα μεγαλύτερα πριγκιπάτα Βλαχίας και Μολδαβίας θα αναδύονταν κατά τον 14ο αιώνα για να καταπολεμήσουν την απειλή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η περίοδος αυτή ανέδειξε αρκετούς εξέχοντες ηγεμόνες όπως ο Στέφανος ο Μέγας και ο Αλέξανδρος ο Καλός στη Μολδαβία, ο Βλαντ Γ΄ Τσέπες, ο Μιρτσέα ο Πρεσβύτερος και ο Νεάγκοε Μπασάραμπ στη Βλαχία και τέλος ο Ιωάννης Ουνιάδης και ο Ματίας Κορβίνους στην Τρανσυλβανία (τότε τμήμα του βασιλείου της Ουγγαρίας).

Μετά το 1541, μαζί με όλη τη Βαλκανική χερσόνησο και το μεγαλύτερο μέρος της Ουγγαρίας, η Μολδαβία, η Βλαχία και η Τρανσυλβανία ήταν υπό την Οθωμανική κυριαρχία, διατηρώντας μερική ή πλήρη εσωτερική αυτονομία μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα (η Τρανσυλβανία μέχρι το 1711). Στην κορυφή των πριγκιπάτων αυτών βρίσκονταν οσποδάροι, τοπικοί ηγεμόνες που τους διόριζε ο σουλτάνος, συνήθως επί πληρωμή. Στη διάρκεια της υποτέλειας στους Τούρκους σημειώθηκαν επαναστατικά κινήματα, όπως του Δημητρίου Καντεμίρ (1711), ηγεμόνα της Μολδαβίας, με την υποστήριξη της Ρωσίας, και του μητροπολίτη Ουγγροβλαχίας Άνθιμου (1716), με την υποστήριξη της Αυστρίας. Η αποτυχία των κινημάτων οδήγησε στην αλλαγή του καθεστώτος με την πλήρη και ολοκληρωτική υποταγή των αποκαλούμενων παραδουνάβιων ηγεμονιών στους Τούρκους και την επιλογή των οσποδάρων από τους κόλπους των ελληνικών οικογενειών του Φαναρίου. Σχεδόν όλοι οι οσποδάροι από τις αρχές του 18ου αι. μέχρι την επανάσταση του 1821 ήταν ελληνικής καταγωγής (κυρίως Μαυροκορδάτοι και Υψηλάντηδες). Στις παραδουνάβιες ηγεμονίες το ελληνικό στοιχείο κυριάρχησε πολιτιστικά και οικονομικά. Σε πολλές πόλεις κατά μήκος του Δούναβη αναπτύχθηκαν πλούσιες ελληνικές παροικίες και αυτή η ελληνική υπεροχή διατηρήθηκε ως την εποχή που η Ρουμανία κέρδισε την ανεξαρτησία της. Σε αντίθεση όμως με λίγους πλούσιους γαιοκτήμονες, ο υπόλοιπος ρουμανικός λαός ζούσε σε συνθήκες οικονομικής εξαθλίωσης και πλήρους ανέχειας. Η περίοδος αυτή ανέδειξε αρκετούς εξέχοντες ηγεμόνες όπως ο Βασίλε Λούπου και ο Δημήτριος Καντιμήρης στη Μολδαβία, ο Ματέι Μπασαράμπ και ο Κονσταντίν Μπρινκοβεάνου στη Βλαχία και ο Γκάμπριελ Μπέτλεν στο Πριγκιπάτο της Τρανσυλβανίας. Το 1600 τα τρία πριγκιπάτα κυβερνήθηκαν ταυτόχρονα από τον πρίγκιπα της Βλαχίας Μιχαήλ το Γενναίο (Mihai Viteazul), που σε επόμενες εποχές θεωρήθηκε ο πρόδρομος της νεότερης Ρουμανίας και αποτέλεσε σημείο αναφοράς των εθνικιστών καθώς και καταλύτη για την πραγμάτωση ενός ενιαίου Ρουμανικού κράτους.

"Γεωγραφικόν της Ρωμουνίας" (Λειψία, 1816)

Ανεξαρτησία και μοναρχία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Aλλαγές στην έκταση της Ρουμανίας από το 1859

Κατά την περίοδο της Αυστριακής κυριαρχίας στην Τρανσυλβανία και της Οθωμανικής στη Βλαχία και Μολδαβία οι περισσότεροι Ρουμάνοι απέκτησαν ορισμένα δικαιώματα σε μια περιοχή όπου αποτελούσαν την πλειοψηφία του πληθυσμού. Όταν η δράση της Φιλικής Εταιρείας εξαπλώθηκε στις ηγεμονίες, πολλοί Ρουμάνοι των ανώτερων κοινωνικών τάξεων έγιναν μέλη της, όπως ο ρουμανικής καταγωγής μητροπολίτης Βενιαμίν Κοστάκι, ο βογιάρος (γαιοκτήμονας) Ιορδάνης Ροζνοβάνου, ο Γρηγόρης Μπρανκοβεάνου, ο Μπάρμπαν Βακαρέσκου, ο Γραδιστεάνου, ο Φιλιπέσκου κ.ά. Επιφανές μέλος της Φιλικής ήταν ο Ρουμάνος Θεόδωρος Βλαντιμιρέσκου, ο οποίος ανέλαβε τη στρατιωτική ηγεσία των Ρουμάνων και στην ορκωμοσία του οποίου παραβρέθηκαν οι δύο στρατιωτικοί αρχηγοί της Φιλικής Εταιρείας, ο Γεωργάκης Ολύμπιος και ο Ιωάννης Φαρμάκης. Ο Βλαντιμιρέσκου υποσχέθηκε να ξεσηκώσει το ρουμανικό λαό, αλλά όταν ο Υψηλάντης πέρασε τον Προύθο ποταμό κηρύσσοντας την επανάσταση, αθέτησε τις υποσχέσεις του. Χρησιμοποιώντας ως πρόσχημα το γεγονός της επικήρυξής του από τη ρωσική κυβέρνηση και την Ιερή Συμμαχία (κάτι που είχε συμβεί με όλους σχεδόν τους άλλους αρχηγούς της επανάστασης), άλλαξε την πολιτική του θέση και άρχισε να εργάζεται για λογαριασμό του. Το αποτέλεσμα ήταν να συλληφθεί από τη Φιλική Εταιρεία και να εκτελεστεί στο Τουργκόβιστε μετά από φρικτά βασανιστήρια (8-9 Ιουνίου 1821). Οι Ρουμάνοι όμως τον θεωρούν αρχηγό και εθνικό ήρωα. Αν και ο αγώνας των Ελλήνων για ελευθερία το 1821 ξεκίνησε από τη Μολδοβλαχία, ο απλός ρουμανικός λαός δεν ακολούθησε και μάλιστα στο μεγαλύτερο μέρος του συντάχθηκε με τους Τούρκους, ίσως γιατί η κυβέρνησή του από τους Φαναριώτες τού είχε αφήσει πικρή γεύση. Κάποιοι Ρουμάνοι ποιητές της εποχής εκείνης, συνεπαρμένοι από το ρομαντικό κλίμα της εθνικής αφύπνισης, συγκινήθηκαν από το ολοκαύτωμα των Ελλήνων στο Δραγατσάνι και αφιέρωσαν σελίδες τους στον ηρωικό αγώνα και το θάνατό τους. Το 1847 ο ποιητής Αλεξαντρέσκου έγραφε το «Πένθιμο τραγούδι του Δραγατσανίου».

Οι Τούρκοι πάντως είχαν συμφωνήσει να ορίζουν οσποδάρους Ρουμάνους στην καταγωγή, αλλά δεν μπορούσαν να αποφύγουν τις βλέψεις Ρώσων και Αυστριακών στη χώρα. Μετά τον ρωσοτουρκικό πόλεμο (1828-1829), οι Ρώσοι κατέλαβαν τη Βλαχία και τη Μολδαβία, αλλά μετά αποχώρησαν. Οι οσποδάροι έγιναν ισόβιοι άρχοντες και στο διορισμό τους είχαν πλέον ουσιαστική και βαρύνουσα γνώμη και οι Ρώσοι. Η χώρα ήταν ακόμα χωρισμένη σε δύο ηγεμονίες, βρισκόταν στο οθωμανικό έδαφος, αλλά υπό ρωσική προστασία.

Την περίοδο αυτή οι βογιάροι απέκτησαν σημαντικό μερίδιο στη νομή της εξουσίας, αλλά ταυτόχρονα η εθνική συνείδηση των Ρουμάνων που είχε αφυπνιστεί ζητούσε την ανεξαρτητοποίηση της χώρας, από τους Ρώσους και από τους Τούρκους. Το 1848 σημειώθηκαν ταραχές όπως και σε ολόκληρη την Ευρώπη. Η σημαία που υιοθετήθηκε για τη Βλαχία από τους επαναστάτες ήταν μια μπλε-κίτρινη-κόκκινη οριζόντια τρίχρωμη, ενώ οι Ρουμάνοι φοιτητές στο Παρίσι χαιρέτισαν τη νέα κυβέρνηση με την ίδια σημαία ως "σύμβολο της ένωσης Μολδαβίας και Βλαχίας". Η ίδια σημαία , με την τριχρωμία τοποθετημένη κάθετα θα υιοθετείτο αργότερα επίσημαια ως σημαία της Ρουμανίας. Οι ταραχές κατεστάλησαν με συνδυασμένη στρατιωτική δράση Ρώσων και Τούρκων, αλλά ο ρόλος των Ρώσων τερματίστηκε με τον Κριμαϊκό πόλεμο (1856), όταν τα στρατεύματά τους στη χώρα αντικαταστάθηκαν από αυστριακό στρατό. Στο Συνέδριο των Παρισίων (1856) η Βλαχία και η Μολδαβία (στην οποία προσαρτήθηκε η περιοχή της Βεσσαραβίας) αναγνωρίστηκαν ως αυτόνομα πριγκιπάτα, υπό την υψηλή κηδεμονία της Τουρκίας.

Τα εθνικά συμβούλια των ηγεμονιών είχαν όμως διαφορετική άποψη και αποφάσισαν να προχωρήσουν στην ένωση των ηγεμονιών. Έτσι, το 1859 εκλέχτηκε ηγεμόνας της Βλαχίας και της Μολδαβίας ο Αλέξανδρος Ιωάννης Κούζας, υπό το όνομα Ιωάννης Α', και τα δύο πριγκιπάτα αποτέλεσαν προσωπική ένωση, τυπικά υπό την επικυριαρχία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας , ενώ το 1862 τα δύο πριγκιπάτα ενώθηκαν σε ένα κράτος με το όνομα Ρουμανία.

Μετά από πραξικόπημα ο 1866 ο Ιωάννης Α’ εκθρονίστηκε και αντικαταστάθηκε από τον πρίγκιπα Κάρολο Α΄ της Ρουμανίας του Οίκου Χοεντσόλερν-Ζιγκμαρίγκεν. Κατά το Ρωσοτουρκικό Πόλεμο (1877-1878) η Ρουμανία πολέμησε στο πλευρό της Ρωσίας και, μετά το τέλος του, αναγνωρίσθηκε ως ανεξάρτητο κράτος, τόσο από την Οθωμανική Αυτοκρατορία όσο και από τις Μεγάλες Δυνάμεις, με τη Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου και τη Συνθήκη του Βερολίνου. Μοναδικός όρος υπήρξε η παραχώρηση της νότιας Βεσσαραβίας στη Ρωσία, αλλά σε αντάλλαγμα η Ρουμανία πήρε τη βόρεια Δοβρουτσά από τη Βουλγαρία. Το νέο Βασίλειο της Ρουμανίας γνώρισε μια περίοδο σταθερότητας και προόδου μέχρι το 1914. Η Ρουμανία παρέμεινε ουδέτερη στον Α΄ Βαλκανικό Πόλεμο, ενώ κήρυξε τελευταία τον πόλεμο εναντίον της Βουλγαρίας στο Β’ Βαλκανικό Πόλεμο και προσάρτησε τη νότια Δοβρουτσά.

Παγκόσμιοι Πόλεμοι και Μεγάλη Ρουμανία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Ρουμανία παρέμεινε ουδέτερη τα δύο πρώτα χρόνια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Μετά τη μυστική Συνθήκη του Βουκουρεστίου (1916), σύμφωνα με την οποία η Ρουμανία θα αποκτούσε εδάφη με πλειοψηφία Ρουμανικού πληθυσμού από την Αυστροουγγαρία, προσχώρησε στις Δυνάμεις της Αντάντ και κήρυξε τον πόλεμο κατά της Αυστροουγγαρίας και της Γερμανίας στις 27 Αυγούστου 1916. Το [[Ρουμανική εκστρατεία (Α' Παγκόσμιος Πόλεμος)|Ρουμανική εκστρατεία}} άρχισε με πανωλεθρία για τη Ρουμανία, καθώς οι Κεντρικές Δυνάμεις κατέλαβαν τα δύο τρίτα της χώρας σε λίγους μήνες πριν σταθεροποιηθεί το μέτωπο το 1917. Οι συνολικές στρατιωτικές και μη απώλειες από το 1916 ως το 1918, εντός των σύγχρονων συνόρων υπολογίστηκαν σε 748.000. Το Φεβρουάριο του 1918 η Ρουμανία υποχρεώθηκε να συνυπογράψει τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου με τη Γερμανία και την Αυστροουγγαρία, οι όροι της οποίας ήταν ταπεινωτικοί για τη Ρουμανία. Όμως, τον Οκτώβριο της ίδιας χρονιάς, η Ρουμανία κήρυξε ξανά τον πόλεμο εναντίον της Γερμανίας και της Αυστροουγγαρίας και η Συνθήκη του Βουκουρεστίου ακυρώθηκε. Μετά τον πόλεμο η προσάρτηση της Βουκοβίνας από την Αυστρία αναγνωρίστηκε με τη Συνθήκη του Αγίου Γερμανού του 1919, του Βανάτου και της Τρανσυλβανίας από την Ουγγαρία με τη Συνθήκη του Τριανόν του 1920 και της Βεσσαραβία από τη Ρωσική κυριαρχία με τη Συνθήκη των Παρισίων του 1920, αλλά η Ρωσία δεν αναγνώρισε την ενσωμάτωση της Βεσσαραβίας στη Ρουμανία. Η Ρουμανία είχε γίνει σημαντικός παράγοντας των γεωπολιτικών ισορροπιών στην κεντρική Ευρώπη και το 1919 εισέβαλε στην Ουγγαρία για να ανατρέψει το κομουνιστικό καθεστώς του Μπέλα Κουν.

Η περίοδος του μεσοπολέμου που ακολούθησε μνημονεύεται ως "Μεγάλη Ρουμανία", επειδή τότε η χώρα πέτυχε τη μεγαλύτερη εδαφική της επέκταση (300.000 τετ. χλμ.). Η εφαρμογή ριζικών γεωργικών μεταρρυθμίσεων και η ψήφιση ενός νέου συντάγματος δημιούργησε ένα δημοκρατικό πλαίσιο και επέτρεψε τη γρήγορη οικονομική ανάπτυξη, ενώ με παραγωγή πετρελαίου 7,2 εκατομ. τόννων το 1937, η Ρουμανία κατατασσόταν δεύτερη στην Ευρώπη και έβδομη στον κόσμο και ήταν ο δεύτερος μεγαλύτερος παραγωγός τροφίμων στην Ευρώπη.

Οι αγροτικές μεταρρυθμίσεις ομαλοποίησαν κάπως τις εσωτερικές ταραχές, αλλά η ισχυρή ουγγρική μειονότητα προκαλούσε συνεχείς τριβές στις σχέσεις της Ρουμανίας με την Ουγγαρία. Στο εσωτερικό μέτωπο οι πολιτικές δολοφονίες ήταν το συνηθέστερο μέσο για την επίλυση των πολιτικών διαφωνιών, ενώ ο θάνατος του Φερδινάνδου (1927) όξυνε ακόμα περισσότερο την πολιτική σύγχυση. Ο Κάρολος, γιος του Φερδινάνδου, αρνήθηκε το θρόνο και έτσι ο Μιχαήλ, εγγονός του Φερδινάνδου, ανέβηκε στο θρόνο. Όμως, το 1930, ο Κάρολος μετάνιωσε και επανήλθε στη χώρα, ανέτρεψε το γιο του και ανέβηκε ο ίδιος στο θρόνο υπό το όνομα Κάρολος Β΄. Ο Κάρολος και η ερωμένη του Μάγδα Λουπέσκου δεν ήταν καθόλου αγαπητοί στο λαό και η αντιπολίτευση προς το πρόσωπό του ήταν βαθιά διχασμένη. Οι αρχές της δεκαετίας του ’30 σημαδεύτηκαν από κοινωνική αναταραχή, μεγάλη ανεργία και απεργίες, καθώς υπήρξαν πάνω από 25 κυβερνήσεις σε όλη τν δεκαετία. Στο διάστημα αυτό σημειώθηκε επίσης αύξηση της επιρροής των φασιστικών ιδεών. Το Εθνικό Χριστιανικό Κόμμα βρισκόταν σε μυστική σύνδεση με την οργάνωση Σιδηρά Φρουρά, μια τρομοκρατική οργάνωση που εμπνεόταν από τις ναζιστικές ιδέες και δολοφονούσε τους αντιπάλους της. Μοναδικός αντίπαλος των φασιστών ήταν ο υπουργός Εξωτερικών την περίοδο 1927-1936 Νικολάε Τιτουλέσκου, που αναγκάστηκε να παραιτηθεί μετά από επανειλημμένες συστάσεις της Σιδηράς Φρουράς. Το 1938 ο Κάρολος αποφάσισε να αναλάβει δράση: αφού κάλεσε σε δημοψήφισμα το λαό για να υπερψηφίσει το Σύνταγμά του, οργάνωσε τη δολοφονία του αρχηγού της Σιδηράς Φρουράς Κορνίλιου Κοντρεάνου και άλλων 13 ηγετικών στελεχών της και αναγνώρισε ως μοναδικό νόμιμο κόμμα το Μέτωπο Εθνικής Αναγέννησης. Ο Κάρολος Β’ φαινόταν λοιπόν να κυριαρχεί στο εσωτερικό πολιτικό σκηνικό.

Οι ξένες δυνάμεις άσκησαν μεγάλη πίεση επί της Ρουμανίας μέσω του Γερμανοσοβιετικού Συμφώνου μη επίθεσης Ρίμπεντροπ-Μολότοφ της 23 Αυγούστου 1939.. Κατά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο η Ρουμανία προσπάθησε να παραμείνει ουδέτερη αλλά στις 28 Ιουνίου 1940 δέχθηκε ένα Σοβιετικό τελεσίγραφο με υπαινισσόμενη απειλή εισβολής σε περίπτωση μη συμμόρφωσης. Αποτέλεσμα αυτού ήταν η Ρουμανική κυβέρνηση και ο στρατός να υποχρεωθούν να αποχωρήσουν από τη Βεσαραβία και τη βόρεια Μπουκοβίνα, για να αποφύγουν τον πόλεμο με τη Σοβιετική Ένωση. Οι συνεχείς υποχωρήσεις προκάλεσαν την εξέγερση της Σιδηράς Φρουράς, που υποστήριξε το πραξικόπημα του στρατηγού Ίον Αντονέσκου (1940), που έγινε δικτάτορας, εκθρόνισε το βασιλιά Κάρολο Β' και επανέφερε το γιο του Μιχαήλ. Ο Αντονέσκου οδήγησε τη χώρα στο στρατόπεδο του Αξονα. Ετσι, η νότια Δοβρουτσά παραχωρήθηκε στη Βουλγαρία και η βόρεια Τρανσυλβανία στην Ουγγαρία στο πλαίσιο διαιτησίας των δυνάμεων του Αξονα.

Ρουμανία, 1939
Η Ρουμανία το 1941

Η Ρουμανική συμβολή στην Επιχείρηση Μπαρμπαρόσα (Ναζιστική εισβολή στη Σοβιετική Ενωση) ήταν τεράστια, με το Ρουμανικό Στρατό το καλοκαίρι του 1944 να ξεπερνά τους 1,2 εκατομ. άνδρες, δεύτερο σε δύναμη μετά τη Ναζιστική Γερμανία. Η Ρουμανία ήταν η κύρια πηγή καυσίμων για το Τρίτο Ράιχ και έτσι έγινε στόχος έντονων βομβαρδισμών από τους Συμμάχους. Η αυξανόμενη δυσαρέσκεια μεταξύ του πληθυσμού κορυφώθηκε τελικά τον Αύγουστο του 1944 με το Πραξικόπημα του Βασιλιά Μιχαήλ και η χώρα άλλαξε στρατόπεδο προσχωρώντας στους Συμμάχους. Θεωρείται ότι το πραξικόπημα συντόμευσε τον πόλεμο για περίπου έξι μήνες. Αν και ο Ρουμανικός στρατός υπέστη απώλειες 170.000 ανδρών μετά την αλλαγή στρατοπέδου, ο ρόλος της Ρουμανίας στην ήττα της Ναζιστικής Γερμανίας δεν αναγνωρίστηκε από τη Συνδιάσκεψη Ειρήνης των Παρισίων του 1947, καθώς η Σοβιετική Ενωση κατέλαβε τη Βεσαραβία και άλλα εδάφη που χονδρικά αντιστοιχούν στη σημερινή Δημοκρατία της Μολδαβίας.

Κομμουνισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Νικολάε Τσαουσέσκου κυβέρνησε τη Ρουμανία ως δικτάτορας από το 1965 ως το 1989

Πρώτος μεταπολεμικός πρωθυπουργός της Ρουμανίας ήταν ο Πέτρου Γκρόζα, επικεφαλής ενός συνασπισμού με το κομμουνιστικό κόμμα ως σημαντικότερο. Το κόμμα αυτό σταδιακά κυριάρχησε στην πολιτική ζωή της χώρας, επωφελούμενο και από την ολοκληρωτική εξάρτηση της Ρουμανίας από τη Σοβιετική Ένωση. Τον Δεκέμβριο του 1947 ο Μιχαήλ εξαναγκάστηκε σε παραίτηση και η μοναρχία καταλύθηκε. Το πολίτευμα της χώρας έγινε Λαϊκή Δημοκρατία. Το Σύνταγμα του 1945 ανεστάλη και το Σύνταγμα που ψηφίστηκε το 1952 προέβλεπε το σοβιετικό πρότυπο στην οργάνωση του κράτους. Η Ρουμανία έγινε μέλος της ΚΟΜΕΚΟΝ (1949), του Συμφώνου της Βαρσοβίας και του ΟΗΕ (1955).

Ουσιαστικός κυβερνήτης της Ρουμανίας την περίοδο 1945-1965 υπήρξε ο γενικός γραμματέας του Κομμουνιστικού Κόμματος Γκεόργκε Γκεοργκίου Ντεζ. Το 1965 ο Νικολάε Τσαουσέσκου διαδέχτηκε τον Γκεοργκίου Ντεζ και μετονόμασε τη χώρα σε Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Ρουμανίας, θέλοντας να δείξει ότι η Ρουμανία εισήλθε σε μια ανώτερη φάση υλοποίησης του σοσιαλισμού. Η διακυβέρνηση της Ρουμανίας από τον Τσαουσέσκου υπήρξε προβληματική. Τελικά, η αγανάκτηση του λαού, αλλά και η δυσαρέσκεια των ανώτερων στελεχών του κόμματος και του στρατού προκάλεσαν την ανατροπή του.

1989 -[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τον Δεκέμβριο του 1989 από την Τιμισοάρα ξεκίνησαν μαζικές αντικυβερνητικές διαδηλώσεις, που εξαπλώθηκαν σε όλη τη χώρα. Ο Τσαουσέσκου διέταξε το στρατό να χτυπήσει τους διαδηλωτές, αλλά οι στρατηγοί αρνήθηκαν και ο Τσαουσέσκου στηρίχθηκε στη μυστική αστυνομία, τη διαβόητη Σεκουριτάτε. Όμως, όταν και η αστυνομία αντιλήφθηκε το μάταιο της αντίστασης, παρέδωσε τα όπλα και το αποτέλεσμα των μυστικών διαβουλεύσεων ήταν η σύλληψη του Τσαουσέσκου και της συζύγου του Έλενας και η άμεση εκτέλεσή τους. Προσωρινός πρόεδρος ανέλαβε ο παλαιός συνεργάτης του Τσαουσέσκου Ίον Ιλιέσκου, που επανέφερε το πολυκομματικό, δημοκρατικό σύστημα, αναδείχτηκε νικητής στις πρώτες εκλογές το Μάιο του 1990 και ξεκίνησε μαζικές οικονομικές μεταρρυθμίσεις φέρνοντας τη χώρα πιο κοντά στο δυτικό καπιταλιστικό σύστημα.

Στις εκλογές του 1992 ο πρόεδρος Ιλιέσκου επανεξελέγη στο αξίωμά του. Στις αρχές του επόμενου χρόνου (1993) χιλιάδες άνθρωποι διαδήλωσαν στο Βουκουρέστι για την άσχημη οικονομική κατάσταση της χώρας, την υψηλή ανεργία και τους χαμηλούς μισθούς. Το 1993 ξεκίνησαν οι διαπραγματεύσεις για την ένταξη της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η αποτυχία των οικονομικών μεταρρυθμίσεων και το κλείσιμο πολλών ορυχείων οδήγησε και πάλι τους εργάτες και άλλα λαϊκά στρώματα σε γενική απεργία το 1994. Το 1995 ανακοινώθηκε η ιδιωτικοποίηση χιλιάδων κρατικών επιχειρήσεων. Στις εκλογές του 1996 νικητής αναδείχτηκε ο φιλελεύθερος Εμίλ Κονσταντινέσκου. Το 1997 η χώρα έθεσε υποψηφιότητα για την είσοδό της στο ΝΑΤΟ. Το 1998, ύστερα από μαζικές λαϊκές διαμαρτυρίες για την αδυναμία της κυβέρνησης να υλοποιήσει τις προεκλογικές υποσχέσεις της, παραιτείται ο πρωθυπουργός Βίκτορ Τσόρμπεα. Πρωθυπουργός αναλαμβάνει ο Ράντου Βασίλε. Η οικονομική κρίση στη χώρα συνεχίζεται. Το 1999 ανακοινώνει την υποψηφιότητά της για την ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αν και αυτή τοποθετείται χρονικά το 2007. Στις εκλογές του 2000 πρόεδρος εκλέχτηκε και πάλι ο Ίον Ιλιέσκου, ο οποίος έτσι επανήλθε στην εξουσία. Τον Μάρτιο του 2004, στη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ, η Ρουμανία γίνεται δεκτή ως πλήρες μέλος και ο Ρουμάνος υπουργός Άμυνας δηλώνει ότι η χώρα του είναι έτοιμη να συμμετάσχει σε νατοϊκές επιχειρήσεις. Τον Δεκέμβριο του 2004 στις προεδρικές εκλογές νικητής αναδείχτηκε ο Τραϊάν Μπασέσκου, υποψήφιος της κεντροδεξιάς παράταξης, που υπερίσχυσε του αντιπάλου του Αντριάν Ναστάσε. Στις αρχές του 2005 το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ενέκρινε την αίτηση ένταξης της χώρας στην ΕΕ το 2007. Την 1η Ιανουαρίου 2007 η Ρουμανία έγινε κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ελληνες στη Ρουμανία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ελληνες στη Ρουμανία (2002)

Ελληνική παρουσία στη Ρουμανία υπάρχει επί τουλάχιστον 27 αιώνες. Αλλοτε, όπως κατά την εποχή των Φαναριωτών, η παρουσία αυτή έφθασε στην ηγεμονία, άλλοτε (όπως σήμερα) οι Ελληνες ήταν απλώς μια από τις πολλές εθνικές μειονότητες της Ρουμανίας.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αρχαία και Μεσαιωνική Περίοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Ελληνική παρουσία στη σημερινή Ρουμανία χρονολογείται από τις αποικίες και τα εμπόρεια (εμπορικούς σταθμούς) που ιδρύθηκαν στη Δοβρουτσά και τη γύρω περιοχή (δες Δεύτερος ελληνικός αποικισμός και Πόντιοι), αρχίζοντας τον 7ο αιώνα π.Χ. Ξεκινώντας με την αποικία της Μιλήτου στην Ιστρίη, η διαδικασία αυτή κορυφώθηκε με την ίδρυση της πόλης Τόμις τον 5ο αιώνα π.Χ. Αν και πάντα υποκείμενες στις παρεμβάσεις των Δακών και εύκολα διαταρασσόμενες από τις πολιτικές μεταβολές των γειτονικών φυλάρχων, οι απικίες ευημερούσαν μέχρις ότου υποτάχθηκαν για λίγο υπό διάφορες μορφές στο Βασιλιά Βυρεβίστα (1ος αιώνας π.Χ.). Αμέσως μετά, και για τους επόμενους αιώνες, αποστερήθηκαν των προνομίων τους από τους νέους Ρωμαίους κυρίους τους και ακολούθησαν την Αυτοκρατορία στις διάφορες κρίσεις της.

Το μεσαίωνα η Ελληνόφωνη Βυζαντινή Αυτοκρατορία αποτελούσε μια ζωντανή παρουσία βόρεια του Δούναβη διατηρώντας επί των χωρών την πολιτιστική ηγεμονία ουσιαστικά μέχρι την κατάλυσή της και για μακρές περιόδους ασκούσε πραγματική πολιτική κυριαρχία στην περιοχή της σημερινής Δοβρουτσάς (γνωστής στους Βυζαντινούς ως Μικρά Σκυθία.

Αρχές των Νεότερων Χρόνων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά την κατάλυση της Βυζαντινής από την Οθωμανική Αυτοκρατορία οι Οσποδάροι της Μολδαβίας και της Βλαχίας (των Παραδουνάβιων Ηγεμονιών) αναλάμβαναν συχνά την προστασία πολλών Ελληνόκτητων πολιτιστικών ιδρυμάτων, όπως αρκετά μοναστήρια στο Άγιο Όρος, κινήσεις που εγγυούνταν την εξασφάλιση κύρους στο πλαίσιο της Ελληνικής Ορθοδοξίας. Σε αυτό προστέθηκε η φυγή Βυζαντινών αξιωματούχων και κοινών πολιτών στις δύο αυτές χώρες, που την εποχή εκείνη βρίσκονταν υπό μάλλον χαλαρή Οθωμανική κηδεμονία. Βρήκαν την ευκαιρία να αναρριχηθούν σε αξιώματα και από νωρίς συμπεριελήφθηκαν στο στενό κύκλο της εξουσίας. Αυτό δεν σήμαινε μόνο την εξάρτηση των πριγκίπων από μια νέα ελίτ (κυρίως για να τους παρέχει τα κεφάλαια που απαιτούσε η διακυβέρνηση) αλλά τη σταδιακή άνοδο των Ελλήνων στον ίδιο το θρόνο.

Οι γρήγορες αλλαγές προκάλεσαν την εχθρότητα προς αυτούς των παραδοσιακών βογιάρων. Γαιοκτήμονες σε μια στοιχειώδη οικονομία, συνηθισμένοι να έχουν σημαντικό λόγο στς πολιτικές εξελίξεις, βρέθηκαν απογυμνωμέμοι από εξουσία στη νέα δομή και έγιναν ιδιαίτερα εχθρικοί προς τους μετανάστες. Ωστόσο σημαντική τάση δεν ήταν μόνο αυτή. Υπήρχαν πολλές περιπτώσεις επιγαμίας στην κορυφή της κοινωνικής κλίμακας (και όχι μόνο), αναμφισβήτητα διασημότερες εκείνες στην πανίσχυρη Οικογένεια των Καντακουζηνών.

H περίοδος των Φαναριωτών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύριο λήμμα: Φαναριώτες
Μάχες μεταξύ της Φιλικής Εταιρείας και Oθωμανών στο Βουκουρέστι, 1821.

Με την εμφάνιση, στις αρχές του 18ου αιώνα, της εξουσίας των Φαναριωτών στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες, Η Ελληνική κουλτούρα έγινε κανόνας. Αυτό αφ' ενός σήμαινε σημαντική παραμέληση των ιδρυμάτων μέσα στη χώρα και αφ' ετέρου τη διοχέτευση της ενεργητικότητας των πριγκίπων προς τη χειραφέτηση από την Οθωμανική εξουσία, μέσω σχεδίων που αποσκοπούσαν στην εξάλειψη των εσωτερικών συνόρων της αυτοκρατορίας, με στόχο τη δημιουργία ενός πανβαλακανικού, νεοβυζαντινού κράτους (θεωρούμενου ως διευρυμένης ταυτότητας του Ελληνισμού). Σε αυτό προστέθηκε η πανταχού παρουσία και παντοδυναμία των Ελληνικής εθνικότητας κληρικών σε όλα τα επίπεδα της θρησκευτικής ιεραρχίας, με πολλά μοναστήρια να υπάγονται απ' ευθείας σε παρόμοια ιδρύματα της Ελλάδας, αφού με την πάροδο του χρόνου είχαν αναγνωρισθεί από διαδοχικούς πρίγκιπες.

Ετσι η εμφάνιση του Ελληνικού εθνικισμού οδήγησε στην επανάσταση στις δυό χώρες, καθώς ήταν οι κύριοι πόλοι πολιτικής εξουσίας που διέθετε εκείνη την εποχή και συνόρευαν με τον προδοκώμενο υποστηρικτή της υπόθεσης - τη Ρωσική Αυτοκρατορία. Η Παραδουνάβια φάση της Ελληνικής Επανάστασης του 1821 αναλώθηκε σε μια σύγκρουση μεταξύ της αρχικά υποστηρικτικής Αντιοθωμανικής Επανάστασης υπό τον Τούντορ Βλαντιμιρέσκου και της Φιλικής Εταιρείας, ενώ η Μολδαβία παρέμεινε, για περιορισμένο διάστημα, υπό Ελληνική κατοχή. Μοναδικό αποτέλεσμα ήταν η εχθρότητα των ντόπιων και οι Οθωμανοί, αποδεχόμενοι τις απαιτήσεις τους, έθεσαν τέρμα στην εξουσία των Φαναριωτών το 1822.

Eλληνας πωλητής πίτας και Εβραίος πελάτης του στο Βουκουρέστι, 1880

19ος και 20ός αιώνας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με τον καιρό οι Περισσότεροι Ελληνες έχασαν την ιδιαιτερότητά τους και ενσωματώθηκαν πλήρως (για παράδειγμα σημαντικό τμήμα των οικογενειών ευγενών που θεωρούντο "Φαναριώτες" συνέβαλαν στην κουλτούρα που υιοθετήθηκε περισσότερο από τους ντόπιους).

Με τις νέες μεταναστευτικές τάσεις η Ρουμανία έγινε λιγότερο σημαντικός προορισμός για τους εξόριστους Ελληνες και ως τέτοιος περιορίστηκε σε ανθρώπους χαμηλότερης κοινωνικής θέσης - με τους Ελληνες ομογενείς να είναι κυρίως επιχειρηματίες, μεταπράτες-έμποροι και ιδιαίτερα ναυτικοί (τόσο στο Δούναβη όσο και στη Μαύρη Θάλασσα - στην τελευταία μετά την ενσωμάτωση της Δοβρουτσάς το 1878, που επίσης πρόσθεσε στη Ρουμανία νέο Ελληνικό πληθυσμό, που ήταν ήδη εκεί).

Οι κοινότητες ευημερούσαν πολύ και διατηρούσαν ιδιαίτερα πολιτιστικά ιδρύματα. Προσέλκυσαν νέο κύμα αφίξεων, όταν η Ελλάδα επλήγη από τον Εμφύλιο Πόλεμο, στα τέλη της δεκαετίας του 1940. Η κατάσταση αυτή δεν έγινε αποδεκτή από την Κομμουνιστική Ρουμανία, οι περιουσίες των περισσότερων ιδρυμάτων και πολλών ιδιωτών κατασχέθηκαν και εκατοντάδες Ελληνες ομογενείς φυλακίστηκαν σε μέρη όπως το Κανάλι Δούναβη-Μαύρης Θάλασσας (στρατόπεδα εργασίας).

Σημερινή κατάσταση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ορθόδοξη Εκκλησία Mεταμόρφωση στην Κωνστάντζα, όπου η λειτουργία μερικές φορές γίνεται στα Ελληνικά.

Σύμφωνα με τη Ρουμανική απογραφή του 2002 η Ελληνική κοινότητα αριθμούσε 6.472 άτομα, τα περισσότερα στο Βουκουρέστι και στη γύρω περιοχή. Στη σειρά ακολουθούν οι νομοί Τούλτσεα και Κωνστάντζας και οι επί του Δούναβη Βραΐλας και Γκαλάτσι. Η απογραφή όμως του 1992 είχε καταμετρήσει 19.594 Ελληνες [4] , γεγονός που δείχνει την τάση των Ελλήνων της διασποράς να αποκτήσουν την ελληνική ιθαγένεια και να μεταναστεύουν στην Ελλάδα ως ομογενείς. Σύμφωνα με τη Γενική Γραμματεία Αποδήμου Ελληνισμού (υπηρεσία του Ελληνικού Υπουργείου Εξωτερικών) η Ελληνική κοινότητα στη Ρουμανία αριθμεί 14.000 [5].

Ελληνική Ενωση της Ρουμανίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Ελληνική Ενωση της Ρουμανίας (στα Ρουμανικά Uniunea Elena din Romania, UER), ιδρυθείσα το 1990, είναι εθνικό μειονοτικό πολιτικό κόμμα, που εκπροσωπεί την Ελληνική κοινότητα. Συμμετείχε για πρώτη φορά στις εκλογές του 1990 και παρότι πήρε το 0,04% των ψήφων, κέρδισε μια έδρα στη Βουλή των Αντιπροσώπων, σύμφωνα με τον εκλογικό νόμο, που επιτρέπει στα πολιτικά κόμματα, που εκπροσωπούν ομάδες εθνικών μειονοτήτων να εξαιρούνται από το όριο εκλογής. Ετσι κερδίζει από τότε μια έδρα σε κάθε εκλογή.

Εκλογές Βουλή των Αντιπροσώπων Γερουσία
Ψήφοι % Εδρες Ψήφοι % Εδρες
1990 4,932 0.04 1
1992 9,134 0.08 1
1996 8,463 0.07 1
2000 15,007 0.13 1
2004 7,161 0.07 1
2008 8,875 0.12 1
2012 9,863 0.13 1

Σημαντικοί Ρουμάνοι Ελληνικής καταγωγής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Φαναριώτες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μη Φαναριώτες ηγεμόνες των Παραδουνάβιων Ηγεμονιών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μεταγενέστερα άτομα Ελληνικής καταγωγής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Κονσταντίν φον Εκονόμο (Οικονόμου από την Έδεσσα, 1876-1931), ψυχίατρος και νευρολόγος
  • Ράντου Μπελιγκάν (1918- ), Ρουμάνος ηθοποιός
  • Τσέζαρ Μπόλιακ (1813-1881), συγγραφέας και πολιτικός
  • Ελιε Καραφόλι (γεν. 1901 στη Βέροια, μηχανικός, πρωτοπόρος στην αεροδυναμική
  • Ίων Λούκα Καρατζιάλε- θεατρικός συγγραφέας, οι θείοι του Κοστάτσε Καρατζιάλε και Γιόργκου Καρατζιάλε - ηθοποιοί και ο γιος τοτ Ματέιου Καρατζιάλε - μυθιστοριογράφος και ποιητής
  • Γκεόργκε Τσιπριάν (1883-1968) - ηθοποιός και θεατρικός συγγραφέας
  • Χρήστος Τσαγανέας - ηθοποιός
  • Ζαν Κονσταντίν (1927-2010) - ηθοποιός
  • Ελένη της Ελλάδας - Βασιλομήτωρ της Ρουμανίας
  • Ανδρέας Εμπειρίκος - ποιητής
  • Οικογένεια Φιλότι - καταγόμενη από τη Νάξο
  • Παναΐτ Ιστράτι - συγγραφέας και πολιτικός
  • Αντιγόνη Κεφαλά (1935- ) - ποιήτρια
  • Νικολάε Μαλάξα (1884-1965) - βιομήχανος
  • Ζαν Μοσκοπόλ (1903 — 1980) - τραγουδιστής
  • Αλεξάντρου Παλεολόγκου (1919-2005) - συγγραφέας, διπλωμάτης, πολιτικός
  • Ντιμίτριε Παναϊτέσκου Περπεσίτσιους ( 1891 – 1971) - κριτικός λογοτεχνίας
  • Καλίν Ποπέσκου-Ταριτσεάνου - Πρωθυπουργός της Ρουμανίας
  • Ιάννης Ξενάκης

Φυσική Εξέταση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γεωγραφικά όρια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Ρουμανία βρίσκεται στο βορειοανατολικό άκρο της Βαλκανικής χερσονήσου και ανήκει στις παραδουνάβιες χώρες. Συνορεύει βόρεια με την Ουγγαρία και την Ουκρανία, νότια με τη Βουλγαρία, δυτικά με την Ουγγαρία και τη Σερβία και ανατολικά με τη Μολδαβία και την Ουκρανία, ενώ νοτιοανατολικά βρέχεται από τον Εύξεινο Πόντο.

Γεωφυσικός χάρτης της Ρουμανίας

Μορφολογία εδάφους[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μορφολογικά η Ρουμανία χωρίζεται σε τρεις περιοχές: στην ορεινή Τρανσυλβανία, στις πεδιάδες του Κάτω Δούναβη και της Μολδαβίας και την ενδιάμεση περιοχή των Καρπαθίων. Η Τρανσυλβανία, που καταλαμβάνει το δυτικό τμήμα της Ρουμανίας, αποτελείται από σειρά οροπεδίων και βουνών, που σχηματίστηκαν από αρχαϊκούς γρανίτες και υπερβαίνουν το ύψος των 2.500 μ. Οι Τρανσυλβανικές Άλπεις με τις κορυφές Νεγκόιου (2.535 μ.) και Μολντοβεάνου (2.544 μ.) ενώνονται στο κέντρο της χώρας με τα Καρπάθια. Στα δυτικά φτάνουν ως τις Σιδηρές πύλες του Δούναβη, στα σύνορα με τη Σερβία. Βόρεια του οροπεδίου βρίσκεται η λοφώδης περιοχή των αριστερών παραποτάμων του Δούναβη, χαρακτηριστικό της οποίας είναι οι πολλές κοιλάδες. Το τόξο των Καρπαθίων αποτελεί τη σπονδυλική στήλη της Ρουμανίας. Είναι συνέχεια των Άλπεων, διαφέρει όμως από τις οροσειρές της κεντρικής Ευρώπης και ως προς το ύψος και από άποψη εδαφολογικής διαμόρφωσης. Τα Καρπάθια της Μολδαβίας είναι συνέχεια των Καρπαθίων της Ουκρανικής Γαλικίας και από βορειοδυτική διεύθυνση καταλήγουν νοτιοανατολικά. Οι σπουδαιότερες κορυφές είναι οι Πιετρόσου (2.305 μ.) και Πιετρόσουλ (2.103 μ.). Στο κέντρο περίπου της βορειοδυτικής Ρουμανίας υψώνεται ο ορεινός όγκος Μπιχόρ (1.840 μ.), που πλαισιώνεται από πεδιάδες και κοιλάδες.

Το δυτικό τμήμα της χώρας, στα σύνορα με τη Σερβία και την Ουγγαρία, καταλαμβάνεται από την πεδιάδα του Τίσα. Στα ανατολικά και στα νότια των Καρπαθίων απλώνονται οι ρουμανικές πεδινές εκτάσεις που αποτελούν συνέχεια της νότιας ρωσικής στέπας. Η πεδιάδα της Βλαχίας, που βρίσκεται ανάμεσα στις Τρανσυλβανικές Άλπεις και τον Αίμο, διαρρέεται από το Δούναβη και είναι άδενδρη. Στην περιοχή της Δοβρουτσάς, ανάμεσα στα βουλγαρικά και τα μολδαβικά σύνορα, στο Δούναβη και τον Εύξεινο Πόντο, απλώνεται ένα χαμηλό οροπέδιο με γρανιτώδες έδαφος και λιμνάζοντα νερά. Με διάφορα τεχνικά έργα έχει αποξηρανθεί και παραδοθεί στην καλλιέργεια. Στα βορειοανατολικά της πεδιάδας της Δοβρουτσάς απλώνεται το δέλτα του Δούναβη με συνολική έκταση 4.300.000 στρεμμάτων, που σχηματίστηκε από τις προσχώσεις του ποταμού. Στη Βεσαραβία οι πεδιάδες διακόπτονται από χαμηλούς λοφίσκους και αρδεύονται από τους παραποτάμους του Δούναβη Προύθο και Σιρέτ.

Η υδρογραφία της Ρουμανίας κυριαρχείται από τον ποταμό Δούναβη (οι Ρουμάνοι τον ονομάζουν «Ντούναρεα») και τους παραποτάμους του. Ο ποταμός σχηματίζει μέρος των συνόρων με τη Σερβία και τη Βουλγαρία και μέσα στη χώρα διανύει σχετικά λίγα χιλιόμετρα. Μετά τη βουλγαρική Σιλίστρα στρέφεται βόρεια, μπαίνει στη Ρουμανία, στο ύψος του Γαλατσίου, στρέφεται πάλι ανατολικά και χύνεται, με πλατύ δέλτα, στον Εύξεινο Πόντο. Τα νερά των Καρπαθίων συλλέγονται από τον Τίσα ή Σόμες, που μπαίνει σε Ουγγαρία και Σερβία, όπου και χύνεται στο Δούναβη. Ο Τίμις και ο Μούρες, παραπόταμοι του Τίσα, συγκεντρώνουν τα νερά του τρανσυλβανικού οροπεδίου. Άλλος μεγάλος ποταμός της περιοχής είναι ο Ολτ (700 χλμ. μήκος), που χύνεται επίσης στο Δούναβη. Κοντά στο Γαλάτσι χύνονται ο Προύθος (704 χλμ.), φυσικό σύνορο της Ρουμανίας με τη Μολδαβία, και ο Σιρέτ (592 χλμ.), που ρέουν από το βόρεια προς τα νότια. Λίμνες υπάρχουν πολλές στις όχθες και στο δέλτα του Δούναβη, αλλά δεν είναι μεγάλες ούτε αξιόλογες από φυσική ή οικονομική άποψη. Πολλές, μάλιστα, έχουν αποξηρανθεί, ώστε οι λεκάνες τους να αποδοθούν στην καλλιέργεια.

Κλίμα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το κλίμα της Ρουμανίας γενικά είναι ηπειρωτικό. Στα βουνά και τα οροπέδια είναι ψυχρό ορεινό. Στα δυτικά είναι ηπειρωτικό. Στις πεδιάδες ο χειμώνας είναι ψυχρότατος και το καλοκαίρι θερμό και υγρό. Η μέση ετήσια θερμοκρασία είναι 11 °C στα νότια και 7 °C στα βόρεια μέρη, αν και υπάρχουν μεγάλες διακυμάνσεις λόγω του υψομέτρου. Ακραίες θερμοκρασίες που έχουν σημειωθεί στη χώρα είναι 44 °C στη περιοχή Μπαραγκάν και μέχρι -39 °C στη περιοχή της Μπρασόβ. Οι μέσες ετήσιες βροχοπτώσεις φθάνουν τα 660 χιλιοστά, ενώ ειδικά στα Καρπάθια φθάνουν και τα 1400 χιλιοστά.

Χλωρίδα - Πανίδα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η βλάστηση παρουσιάζει μεγάλη ποικιλία και εξαρτάται από τις κλιματικές συνθήκες κάθε περιοχής. Οι δυτικές και νότιες πεδιάδες καλύπτονται με χορτάρια και αποτελούν χειμερινούς βοσκότοπους για τα κοπάδια, που το καλοκαίρι ανεβαίνουν στα Καρπάθια. Τα βουνά καλύπτονται με δάση βελανιδιάς, οξιάς και κωνοφόρων, ενώ στα μεγαλύτερα υψόμετρα η βλάστηση είναι αλπική. Κοντά στους ποταμούς αναπτύσσονται λεύκες, ιτιές και άλλα δέντρα από μαλακό ξύλο. Πολλά είδη άγριων ζώων ζουν στα δάση και στα Καρπάθια συναντώνται αρκούδες, λύγκες, λύκοι, αλεπούδες. Στο δέλτα του Δούναβη, που είναι σημαντικός υδροβιότοπος, παρατηρούνται εκατοντάδες είδη πουλιών. Εδώ σταματούν για λίγο πολλά είδη μεταναστευτικών πουλιών.

Οικονομία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αξιόλογη είναι η ανάπτυξη της χημικής βιομηχανίας. Μεγάλα εργοστασιακά συγκροτήματα δημιουργήθηκαν στην Κραϊόβα στο Τίργκου Μούρες στο Γκαλάτσι όπου το Κομπινάτ, πέρνει την πρώτη θέση ώς το μεγαλύτερο εργοστάσιο μετάλλου στην Ευρώπη. Επίσης η χαλυβουργία, με κεντρικό κορμό το συγκρότημα της Χουνεντοάρα, κατέχει σημαντική θέση στη βιομηχανική παραγωγή. Λειτουργούν ακόμα βιομηχανίες ηλεκτρονικών, μηχανοκατασκευών, ναυπηγεία, αυτοκινητοβιομηχανίες, ναυπηγεία κ.ά.

Στις εξαγωγές της χώρας συμπεριλαμβάνονται μηχανήματα και εργαλεία, χημικά προϊόντα, βιομηχανικά προϊόντα άμεσης κατανάλωσης, βιομηχανικά προϊόντα διατροφής και προϊόντα από πετρέλαιο, πλαστικά και ελαστικά. Εισάγονται βιομηχανικά προϊόντα, τρόφιμα, βαμβάκι κ.ά.

Στη χώρα καλλιεργούνται κυρίως δημητριακά, αλλά και καλαμπόκι, ζαχαροκάλαμο, πατάτες. Το σιτάρι καλλιεργείται στη δυτική πεδιάδα του Τίσα και στις πεδιάδες της Βλαχίας και της Μολδαβίας. Το καλαμπόκι ευδοκιμεί σε πιο ορεινά μέρη. Το κριθάρι καλλιεργείται στη στέπα του Μαραγκάνουλ, στη δυτική Μολδαβία, στη Δοβρουτσά. Στη Μολδαβία υπάρχουν αμπέλια. Η κτηνοτροφία είναι ανεπτυγμένη κυρίως στην Τρανσυλβανία, όπου υπάρχουν απέραντα λιβάδια. Εκτρέφονται βοοειδή, χοίροι και αιγοπρόβατα.

Τα υπέροχα βουνά της Ρουμανίας, που καλύπτονται από διάφορα δέντρα, αποτελούν έναν από τους σημαντικότερους φυσικούς πόρους της χώρας. Η άφθονη ξυλεία επιτρέπει τη λειτουργία βιομηχανιών επίπλων.

Το κτίριο της εθνικής τράπεζας της Ρουμανίας

Το ρουμανικό υπέδαφος δεν είναι πλούσιο σε ορυκτά. Οι διαθέσιμες ορυκτές πρώτες ύλες είναι λίγες και έτσι οι ανάγκες καλύπτονται με εισαγωγές. Όμως η χώρα έχει σημαντικά αποθέματα πετρελαίου. Αποθέματα υπάρχουν στη λοφώδη εξωτερική προκαρπαθιακή ζώνη και σε όλο το μήκος του τόξου. Ιδιαίτερα πετρελαιοφόρες περιοχές είναι αυτές του Πλοέστι, της Ολτένια και του Νταρμανέστι. Υπάρχουν επίσης λιθανθρακοφόρα στρώματα σε όλη τη χώρα και εξάγεται λιγνίτης στα νότια Καρπάθια και σιδηρομεταλλεύματα στο Βανάτο και πιο βόρεια.

Δημογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Ρουμάνοι αποτελούν την πλειοψηφία των κατοίκων της χώρας και είναι απόγονοι των αρχαίων κατοίκων της Δακίας, της περιοχής που αποτέλεσε ρωμαϊκή επαρχία μετά την κατάκτησή της το 2ο μ.Χ. αι. Εδώ εκτός από τους Δάκες ζούσαν Σαρμάτες και Σκύθες, που διασταυρώθηκαν με τους Ρωμαίους και αργότερα με τους Σλάβους. Στη χώρα και κυρίως στην Τρανσυλβανία ζει μια σημαντική ουγγρική μειονότητα. Ο υπόλοιπος πληθυσμός αποτελείται από Τσιγγάνους, Γερμανούς, Εβραίους, και ολιγάριθμες κοινότητες όλων σχεδόν των γειτονικών κρατών.

Χάρτης της Ρουμανίας

Επίσημη γλώσσα είναι η ρουμανική, νεολατινική γλώσσα με λίγα σλαβικά στοιχεία και με ελληνικές, γερμανικές και γαλλικές επιρροές στο λεξικό της. Οι μειονότητες ομιλούν τις δικές τους γλώσσες.

Το μεγαλύτερο ποσοστό των Ρουμάνων είναι χριστιανοί ορθόδοξοι, με επικεφαλής το Ρουμάνο πατριάρχη. Η ελληνοκαθολική Εκκλησία (ουνίτες), που αναγνωρίζει ως αρχηγό της τον Πάπα, υποχρεώθηκε το 1968 να αναγνωρίσει τον Πατριάρχη. Επίσης, υπάρχουν 40.394 Μάρτυρες του Ιεχωβά[6] και 41.917 Μορμόνοι της Εκκλησίας του Ιησού Χριστού των Αγίων των Τελευταίων Ημερών[7].

Πρωτεύουσα της Ρουμανίας είναι το Βουκουρέστι, ιστορική πόλη, παλιά πρωτεύουσα της Βλαχίας. Άλλες μεγάλες πόλεις είναι το Ιάσιο (349.000 κάτ.), ιστορική πρωτεύουσα της Μολδαβίας και σημαντικό ιστορικό κέντρο, η Κονστάντσα (344.876 κάτ.), το λιμάνι της Ρουμανίας στις ακτές του Εύξεινου Πόντου, το Κλουζ-Ναπόκα (332.350 κάτ.), ιστορική πόλη με ωραία κτίρια που παλιότερα ανήκε στην Αυστροουγγρική αυτοκρατορία, η Κραϊόβα (306.825 κάτ.), υφαντουργικό και πετροχημικό κέντρο, το Μπρασόβ (319.908 κάτ.), βιομηχανικό κέντρο, η Τιμισοάρα (334.098 κάτ.), η Βράιλα (242.000 κάτ.), το Πλοέστι (253.600 κάτ.), το Σιμπίου (170.000 κάτ.) κ.ά.

Σύμφωνα με εκτιμήσεις για το 2013, το προσδόκιμο ζωής στους άνδρες είναι 70,99 χρόνια, στις γυναίκες 78,13 χρόνια και στο σύνολο του πληθυσμού τα 74,45 χρόνια[1].

Διακυβέρνηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πρόεδρος της χώρας είναι ο Κλάους Γιοχάνις.

Εκλογές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δικαίωμα ψήφου έχουν όσες και όσοι είναι ηλικίας 18 ετών και άνω.

Μεταφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η οδήγηση γίνεται στα δεξιά.

Πολιτισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο ρουμανικό πολιτισμό ανιχνεύονται αρκετές και σημαντικές επιρροές από γειτονικούς πληθυσμούς και από άλλους πολιτισμούς που, ευρισκόμενοι σε υψηλότερο βαθμό ανάπτυξης, άσκησαν έλξη και γοητεία στους Ρουμάνους. Οι Έλληνες, οι Γερμανοί και οι Γάλλοι είναι αυτοί που επηρέασαν τους Ρουμάνους χάρη στη δύναμη του πολιτισμού τους, ενώ στη μακροχρόνια συμβίωση και στις επιμειξίες με τους Σλάβους και τους Ούγγρους οφείλονται οι επιδράσεις του σλαβικού και του μαγυάρικου πολιτισμού. Τέλος, η υποταγή στον τουρκικό ζυγό επέδρασε και στον πολιτισμικό τομέα.

Εξέχουσα θέση κατέχουν στη λαϊκή ρουμανική παράδοση οι λαϊκοί μύθοι και δοξασίες, τα παραμύθια και τα τραγούδια που αναφέρονται σε σημαντικά γεγονότα της ιστορίας, που διαμόρφωσαν την εθνική συνείδηση και την πολιτιστική ταυτότητα των Ρουμάνων. Σε πολλές από αυτές τις φολκλοριστικές εκδηλώσεις εντοπίζονται στοιχεία που είναι κοινά σε όλους σχεδόν τους βαλκανικούς λαούς, απόδειξη του ενιαίου πολιτισμικού χώρου της Βαλκανικής χερσονήσου, στον οποίο διαμορφώθηκαν οι επιμέρους ιστορικές συνειδήσεις. Σημαντικό ρόλο στη λαϊκή ψυχή κατέχει η μουσική, που ως κύριο όργανο έχει το βιολί και τους αυλούς.

Οι απαρχές της γραπτής ρουμανικής παράδοσης και λογοτεχνίας βρίσκονται στους βίους αγίων, στους οποίους οι σκλαβωμένοι Ρουμάνοι ανακάλυπταν την ιδιαιτερότητά τους και ένα λόγο ελπίδας για ένα καλύτερο μέλλον. Με τις ιδέες του διαφωτισμού και την ανακάλυψη της εθνικής συνείδησης, οι Ρουμάνοι αγωνίστηκαν να διαφυλάξουν την ιδέα της αρχαίας καταγωγής τους από τους Δάκες και της νεολατινικής προέλευσης της γλώσσας τους. Με τα δύο αυτά στοιχεία ήθελαν να αποδείξουν ότι αποτελούσαν αναπόσπαστο τμήμα μιας ευρύτερης ευρωπαϊκής οικογένειας, στους κόλπους της οποίας θα έπρεπε να επιστρέψουν. Βαθμιαία οι ιδέες αυτές απόκτησαν όλο και μεγαλύτερη ωριμότητα, με ποιητές όπως ο Βασίλε Αλεξαντρί, στο έργο του οποίου αντανακλάται ο πόθος για την εθνική χειραφέτηση των Ρουμάνων. Εξίσου σημαντικός είναι και ο Μιχάι Εμινέσκου, ρομαντικός ποιητής που αναγνωρίζεται ως ο εθνικός ποιητής των Ρουμάνων. Ο Μιχάι Σαντοβεάνου είναι ο σημαντικότερος εκπρόσωπος του μεσοπολέμου, ενώ τη μεταπολεμική περίοδο ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός και ο κρατικός έλεγχος κυριάρχησαν στη ρουμανική λογοτεχνία. Ο μεγαλύτερος συγγραφέας της περιόδου αυτής είναι ο Ευγένιος Ιονέσκο, ο οποίος βέβαια είναι Ρουμάνος μόνο στην καταγωγή, αφού το έργο του είναι γραμμένο στα γαλλικά και έζησε στο Παρίσι. Το ίδιο είχε γίνει και στο μεσοπόλεμο, με τον Τριστάν Τζαρά, από τους μεγαλύτερους εκπροσώπους του γαλλικού σουρεαλισμού και του νταντά, που ήταν ρουμανικής καταγωγής.

Η μεσαιωνική ζωγραφική της Ρουμανίας έχει θρησκευτικό περιεχόμενο και είναι επηρεασμένη από τη βυζαντινή τέχνη. Απόδειξη του γεγονότος αυτού είναι οι εκκλησίες και τα μοναστήρια της Ρουμανίας, ενώ στα κάστρα και στα ανάκτορα αντανακλάται η πολυτάραχη ιστορία της χώρας. Στις μονές της Μπουκοβίνα οι τοιχογραφίες και οι αγιογραφίες αντανακλούν έντονες βυζαντινές επιρροές. Τα μοναστήρια αυτά είναι τα πρώτα που φέρουν ζωγραφιές και στις εξωτερικές τους προσόψεις. Όπως και η λογοτεχνία, έτσι και οι εικαστικές τέχνες έφτασαν στο απόγειό τους το 19ο αι. και ωρίμασαν τον 20ό αι., με ζωγράφους όπως ο Τεοντόρ Αμάν, ο Νικολάε Γκριγκορέσκου και ο Γκαμπριέλ Πόπα. Οι Ρουμάνοι συμβάδισαν με τις τάσεις του 20ού αιώνα και ο γλύπτης Κονσταντίν Μπρανκούσι είναι αυθεντικός εκπρόσωπος της σύγχρονης τέχνης. Στο Τίργκου Ζίου, το χωριό που γεννήθηκε, σε ένα καλλιτεχνικό πάρκο εκτίθενται διάφορα έργα του.

Όμως η τέχνη που κυρίως χαρακτηρίζει τους Ρουμάνους είναι η μουσική, η οποία καλλιεργείται ιδιαίτερα στη χώρα, τόσο η λαϊκή όσο και η κλασική και η σύγχρονη. Ο βιολονίστας Τζόρτζε Ενέσκου, οι πιανίστες Ράντου Λούπου και Ντίνου Λιπάτι, αλλά και ο διάσημος Γκεόργκε Ζαμφίρ με τους αυλούς του Πανός είναι γνωστοί εκπρόσωποι της ρουμανικής μουσικής.

Στη Ρουμανία υπάρχουν πολλά μουσεία, τα οποία εκθέτουν κάθε μορφή ρουμανικής τέχνης. Εκτός από τα μεγαλύτερα μουσεία, όπως το Εθνικό Μουσείο Τέχνης, το Μουσείο Συλλογών Τέχνης, το Μουσείο του Χωριού (Μουζέου Σάτουλουι) (στη μεγάλη ανοικτή έκταση του οποίου παρουσιάζονται περισσότερα από 300 σπίτια με τα αρχιτεκτονικά χαρακτηριστικά τους), το Μουσείο του Ρουμάνου Αγρότη και το Μουσείο Μπρούκενταλ στο Σιμπίου, υπάρχουν και πολλά μικρότερα.

Διεθνείς σχέσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στη Ρουμανία υπάρχουν πολλές πρεσβείες και προξενεία από χώρες που εκπροσωπούνται άμεσα σε αυτήν.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 CIA World Fact Book
  2. Census Results (geohive)
  3. 3,0 3,1 3,2 3,3 «World Economic Outlook Database». ΔΝΤ. Οκτώβριος 2009. http://www.imf.org/external/pubs/ft/weo/2009/02/weodata/weorept.aspx?sy=2009&ey=2009&scsm=1&ssd=1&sort=country&ds=%2C&br=1&pr1.x=35&pr1.y=10&c=968&s=NGDPD%2CNGDPDPC%2CPPPGDP%2CPPPPC%2CLP&grp=0&a=. Ανακτήθηκε στις 18-10-2009. 
  4. Greeks in Romania, eurominority.org. Accessed 15 December 2006.
  5. Πρότυπο:El icon ΓΕΝΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΔΙΑΣΠΟΡΑΣ, ggae.gr. Accessed 15 December 2006.
  6. Βιβλίο Έτους των Μαρτύρων του Ιεχωβά 2014, Watch Tower Bible And Tract Society of Pennsylvania, σελ. 184
  7. "Facts and Statistics", mormonnewsroom.org

Προτεινόμενη Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Μαριλένα Κοππά, Η συγκρότηση των κρατών στα Βαλκάνια (19ος αιώνας) Τρεις και μία περιπέτειες,εκδ.Α.Α.Λιβάνης, Αθήνα, 2002, σελ.327-370

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Wiktionary logo
Το Βικιλεξικό έχει λήμμα που έχει σχέση με το λήμμα:
Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα
Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα