Βουκουρέστι

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Συντεταγμένες: 44°25′00″N 26°06′00″E / 44.4167°N 26.1°E / 44.4167; 26.1

Βουκουρέστι
Bucharest-Calea-Victoriei-Aerial-View.jpg
ROU Bucharest CoA.png
Τοποθεσία στον χάρτη της χώρας
Τοποθεσία στον χάρτη της χώρας
χάρτης
Χώρα Ρουμανία
Περιφέρεια Βουκουρεστίου-Ίλφοβ
Επαρχία Βουκουρεστίου
Δήμαρχος Σορίν Οπρέσκου
Πληθυσμός 2.151.880
Έκταση ( km²) 228
Τηλεφωνικός κωδικός
Πινακίδες κυκλοφορίας
Επίσημη ιστοσελίδα
Bucharest in Europe.png
Commons page Κοινά

Το Βουκουρέστι (Bucureşti) είναι η πρωτεύουσα και το πολιτστικό, εμπορικό και βιομηχανικό κέντρο της Ρουμανίας. Είναι η μεγαλύτερη πόλη της χώρας και βρίσκεται στα νοτιοανατολικά της, με γεωγραφικές συντεταγμένες 44°25′57″Β και 26°06′14″Α, στις όχθες του Ποταμού Ντιμπόβιτσα, λίγότερο από 70 χλμ. βόρεια του Ποταμού Δούναβη.

Το Βουκουρέστι αναφέρεται για πρώτη φορά σε έγγραφα το 1459. Εγινε πρωτεύουσα της Ρουμανίας το 1862 και είναι το κέντρο τωξ μέσων ενημέρωσης, του πολιτισμού και της τέχνης της Ρουμανίας. Η αρχιτεκτονική της είναι ένα μείγμα νεοκλασικής, μεσοπολεμικής (Μπάουχαους και αρ ντεκό), κομμουνιστικής περιόδου και σύγχρονης. Στην περίοδο μεταξύ των δύο Παγκοσμίων Πολέμων η κομψή αρχιτεκτονική της πόλης και η εκλεπτυσμένη ελίτ της της χάρισαν το προσωνύμιο "Μικρό Παρίσι" (Micul Paris). Αν και κτίρια και συνοικίες στο ιστορικό κέντρο της πόλης υπάστησαν σοβαρές ζημιές ή καταστράφηκαν από τον πόλεμο, τους σεισμούς και προ πάντων από το πρόγραμμα "συστηματικοποίησης" του Νικολάε Τσαουσέσκου, πολλά διασώθηκαν. Τα τελευταία χρόνια η πόλη βιώνει οικονομική και πολιτιστική άνθηση.

Σύμφωνα με την απογραφή του 2011 1.883.425 ζουν μέσα στα όρια της πόλης, αριθμός μειωμένος από το μέγιστο της απογραφής του 2002. Η αστική περιοχή εκτείνεται πέρα από τα όρια του κυρίως Βουκουρεστίου κα ιέχει πληθυσμό περίπου 1.931.000. Προσθέτοντας τις δορυφόρους πόλεις γύρω από την αστική περιοχή, η υπό νομοθέτηση μητροπολιτική περιοχή του Βουκουρεστίου θα έχει πληθυσμό 2,27 εκατομυρίων ανθρώπων. Σύμφωνα με τη Eurostat το Βουκουρέστι έχει μια ευρύτερη αστική περιοχή 2.183.091 κατοίκων. Σύμφωνα με ανεπίσημα στοιχεία ο πληθυσμός υπερβαίνει τα 3.000.000. Το Βουκουρέστι είναι η 6η μεγαλύτερη πόλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε πληθυσμό εντός των ορίων της πόλης, μετά το Λονδίνο, το Βερολίνο, τη Μαδρίτη, τη Ρώμη και το Παρίσι.

Οικονομικά το Βουκουρέστι είναι η πιο ευημερούσα πόλη της Ρουμανίας και ένα από τα κύρια βιομηχανικά κέντρα και συγκοινωνιακούς κόμβους της Ανατολικής Ευρώπης. η πόλη έχει μεγάλες συνεδριακές εγκαταστάσεις, εκπαιδευτικά ιδρύματα, πολιτιστικά κέντρα, παραδοσιακά εμπορικά κέντρα και χώρους αναψυχής.

Η κυρίως πόλη είναι διοικητικά γνωστή ως "Δήμος του Βουκουρεστίου" (Municipiul București) και έχει το ίδιο διοικητικό επίπεδο με εκείνο του νομού, υποδιαιρούμενος περαιτέρω σε έξι τομείς, που διοικούνται ο καθένας από τοπικό δήμαρχο.

Πίνακας περιεχομένων

Ετυμολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το όνομα Bucureşti έχει ασαφή προέλευση. Η παράδοση συνδέει την ίδρυση του Βουκουρεστίου με το όνομα του Bucur, που ήταν πρίγκιπας, παράνομος, ψαράς, βοσκός ή κυνηγός, σύμφωνα με διάφορους θρύλους. Στα Ρουμανικά η λέξη-ρίζα bucurie σημαίνει 'χαρά', ("ευτυχία") και πιστεύεται ότι είναι Δακικής προέλευσης.

Υπάρχουν άλλες ετυμολογίες που δόθηκαν από παλιούς λόγιους, όπως εκείνη του Οθωμανού περιηγητή Εβλιγιά Τσελεμπή, που ανέφερε ότι το Βουκουρέστι πήρε το όνομά του από κάποιον "Αμπού-Καρίς", από τη φυλή των "Μπανί-Κουρέις". Το 1781 ο Φραντς Σούλτσερ υποστήριξε ότι είχε σχέση με τα bucurie (χαρά), bucuros (χαρούμενος) ή a se bucura (χαίρομαι), ενώ ένα βιβλίο των αρχών του 19ου αιώνα, που εκδόθηκε στη Βιέννη, θεωρούσε ότι το όνομά του προέρχεται από το "Bukovie", δάσος οξιάς.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αρχαία εποχή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Καλλιτεχνήματα του Πολιτισμού Τέι

Στην αρχαιότητα το μεγαλύτερο μέρος της περιοχής του Βουκουρεστίου και του σημερινού νομού Ιλφοβ, που το περιβάλλει, καλυπτόταν από πυκνά δάση. Στη δασωμένη περιοχή, ιδιαίτερα στις κοιλάδες Κολεντίνα και Ντιμπόβιτσα, μικροί, διάσπαρτοι οικισμοί, ήδη από την Παλαιολιθική περίοδος. Στη Νεολιθική περίοδο στο Βουκουρέστι εμφανίσθηκε ο Πολιτισμός Γκλίνα και, πριν το 19ο αιώνα π.Χ., περιλαμβανόταν στις περιοχές του Πολιτισμού Γκουλμενίτα. Την Εποχή του Ορείχαλκου στα εδάφη του Βουκουρεστίου αναπτύχθηκε μια τρίτη φάση του Πολιτισμού Γκλίνα (επικεντρωμένη στη νομαδική κτηνοτροφία, εν μέρει παράλληλη με τον Πολιτισμο Γκουλμενίτα) και, αργότερα, τον Πολιτισμό Τέι. Την Εποχή του Σιδήρου η περιοχή κατοικήθηκε από ένα πληθυσμό ταυτιζόμενο με τους Γέτες και τους Δάκες, που μιλούσαν μια Ινδοευρωπαϊκή γλώσσα. Η άποψη ότι οι δύο αυτές ομάδες ταυτίζονταν αμφισβητείται, ενώ η ύστερη φάση του πολιτισμού πρέπει να αποδοθεί στους Δάκες. Γύρω από το Βουκουρέστι βρέθηκαν μικροί Δακικοί οικισμοί - όπως οι Χεραστράου, Ράντου Βοντά, Νταμαροάια, Λακούλ Τέι, Παντελίμον και Ποπέστι-Λεορντένι). Οι πληθυσμοί αυτοί είχαν εμπορικές σχέσεις με τις Ελληνικές πόλεις και τους Ρωμαίους -- [[ Αρχαιοελληνικά νομίσματα βρέθηκαν στο Λακούλ Τέι και στο Χεραστράου (μαζί με μεγάλη ποσότητα τοπικών πλαστών απομιμήσεών τους) και κοσμήματα και νομίσματα Ρωμαϊκής προέλευσης στο Τζιουλέστι και στο Λακούλ Τέι.

To Boυκουρέστι δεν ήταν ποτέ υπό Ρωμαϊκή κυριαρχία, με την εξαίρεση της σύντομης κατάκτησης της Μουντένιας (ανατολική Βλαχία) από τα στρατεύματα του Κωνσταντίνου τη δεκαετία του 330. Μέσα και γύρω από το Boυκουρέστι αποκαλύφθηκαν σε διάφορα σημεία νομίσματα από την εποχή του Κωνσταντίνου, του Ουάλη, του Ουαλεντινιανού Α΄, κ.α. Θεωρείται ότι ο τοπικός πληθυσμός εκρωμαίσθηκε μετά την αρχική υποχώρηση των ρωμαϊκών στρατευμάτων από την περιοχή κατά την Εποχή των Μεταναστεύσεων.

Ιδρυση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αρχές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Curtea Veche, η παλιά πριγκιπική αυλή

Οι Σλάβοι ίδρυσαν αρκετούς οικισμούς στην περιοχή του Βουκουρεστίου, όπως επισημαίνεται από τα Σλαβικά ονόματα Ιλφόβ, Κολέντινα, Σναγκόφ, Γκλίνα, Τσιάινα, κ.α. Σύμφωνα με ορισμένες έρευνες ο Σλαβικός πληθυσμός είχε ήδη αφομοειωθεί πριν το τέλος του Πρώιμου Μεσαίωνα. Σύμφωνα με ορισμένες μελέτες η περιοχή ήταν τμήμα της Πρώτης Βουλγαρικής Αυτοκρατορίας μεταξύ 681 και 1.000 περίπου. Ενώ διατηρούσε εμπορικές σχέσεις με τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία (όπως βεβαιώνεται από τις ανασκαφές Βυζαντινών νομισμάτων σε διάφορες θέσεις) η περιοχή υπέστη διαδοχικές επιδρομές Πετσενέγων και Κουμάνων και καταλήφθηκε από τους Μογγόλους κατά την εισβολή τους στην Ευρώπη το 1241. Πιθανότατα στη συνέχεια διεκδικήθηκε από τους Μαγυάρους και τη Δεύτερη Βουλγαρική Αυτοκρατορία.

Σύμφωνα με ένα θρύλο που πρωτοεμφανίσθηκε το 19ο αιώνα η πόλη ιδρύθηκε από ένα βοσκό ονόματι Μπουκούρ (ή, κατ' άλλους, από ένα βογιάρο με το ίδιο όνομα). Οπως οι περισσότερες παλιόετρες πόλεις της Μουντένιας, η ίδρυσή της έχει επίσης αποδοθεί στον θρυλικό πρίγκιπα της Βλαχίας Ράντου Νέγκρου (σε ιστορίες το πρώτον καταγεγραμμένες το 16ο αιώνα). Η θεωρία που ταυτίζει το Βουκουρέστι με την "ακρόπολη Ντιμπόβιτσα" και το Πάρτσαλαμπ, που αναφέρονται σε σχέση με το Βλάντισλαβ Α΄ της Βλαχίας (τη δεκαετία του 1370) αντικρούεται από την αρχαιολογία, που έχει αποδείξει ότι η περιοχή ήταν ουσιαστικά ακατοίκητη το 14ο αιώνα.

Πρώιμη ανάπτυξη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Διαταγή εκδοθείσα από τον Πρίγκιπα της Βλαχίας Ράντου τσελ Φρούμος από την κατοικία του στο Βουκουρέστι.

Το Βουκουρέστι αναφέρεται για πρώτη φορά στις 20 Σεπτεμβρίου 1459 ως μία από τις κατοικίες του Πρίγκιπα Βλαντ Γ΄ Δράκουλα. Γρήγορα έγινε η προτιμώμενη θερινή κατοικία της πριγκιπικής αυλής -μαζί με το Τιργκόβιστε, μία από τις δύο πρωτεύουσες της Βλαχίας- και θεωρείτο από τους συγχρόνους του ως το ισχυρότερο κάστρο στη χώρα. Το 1476 λεηλατήθηκε από το Μολδαβό Πρίγκιπα Στέφανο το Μέγα, ωστόσο ευνοήθηκε ως κατοικία από τους περισσότερους ηγεμόνες της αμέσως επόμενης περιόδου και υπέστη σημαντικέρς πολεοδομικές αλλαγές υπό το Μιρτσέα Τσιομπανούλ, που κατασκεύασε ανάκτορο και εκκλησία στην Κουρτέα Βέκιε (την αυλή της περιοχής), εξόπλισε την πόλη με ξύλονη περίφραξη και έλαβε μέτρα για τον εφοδιασμό του Βουκουρεστίου με πόσιμο νερό και τρόφιμα (αρχές της δεκαετίας του 1550).

Οταν ο Μιρτσέα Τσιομπανούλ ανατράπηκε από την Οθωμανική Αυτοκρατορία (επικυρίαρχο της Βλαχίας) την άνοιξη του 1554, το Βουκουρέστι λεηλατήθηκε από στρατεύματα Γενιτσάρων. Βία ξέσπασε πάλι όταν ο Μιρτσέα επέστρεψε στο θρόνο και επιτέθηκε εναντίον όσων ήταν πιστοί στον Πατράσκου τσελ Μπουν (Φεβρουάριος 1558), κατά τη σύγκρουση το 1574 του Βιντίλα με τον Αλεξάντρου Β΄ Μιρτσέα και επί του Αλεξάντρου τσελ Ράου (αρχές της δεκαετίας του 1590).

17ος αιώνας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ακμή και παρακμή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σε συνδυασμό με τις αυξανόμενες απαιτήσεις των Οθωμανών και της αύξησης της σημασίας του εμπορίου με τα Βαλκάνια, το πολιτικό και εμπορικό κέντρο της Βλαχίας άρχισε να κλίνει προς το νότο. Πριν το τέλος του 17ου αιώνα το Βουκουρέστι έγινε η πολυπληθέστερη πόλη της Βλαχίας και μία από τις μεγαλύτερες της περιοχής, ενώ απέκτησε κοσμοπολίτικη ατμόσφαιρα. Αυτό όμως συνοδεύτηκε από το δραστικό περιορισμό των εξουσιών των πριγκίπων και τη μείωση των κρατικών εσόδων.

Στις 13 Νοεμβρίου 1594 η πόλη γνώρισε εκτεταμένη βία, με την έναρξη της επανάστασης του Μιχαήλ του Γενναίου κατά των Οθωμανών και τη σφαγή των Οθωμανών φοροεισπρακτόρων, που έλεγχαν τους πόρους της Βλαχίας, μετά από μια σύγκρουση με τα Οθωμανικά στρατεύματα που έδρευαν στο Βουκουρέστι. Σε αντίποινα το Βουκουρέστι δέχθηκε την επίθεση και καταστράφηκε σχεδόν ολοσχερώς από τις δυνάμεις του Σινάν Πασά. Ανοικοδομήθηκε σταδιακά τις επόμενες δύο δεκαετίες και εμφανίσθηκε πάλι ως επίσημος ανταγωνιστής του Τιργκόβιστε υπό το Ράντου Μινέα (στις αρχές της δεκαετίας του 1620). Ο Ματέι Βασάραβα, που μοίραζε τη βασιλεία του μεταξύ Βουκουρεστίου και Τιργκόβιστε, ανακαίνισε τα ερειπωμένα κτίρια των ανακτόρων (1640).

Το Βουκουρέστι λεηλατήθηκε πάλι, μετά 15 μόνο χρόνια, με την επανάσταση του 1655 των μισθοφόρων κατά της εξουσίας του Κονσταντίν Σερμπάν - τα εξεγερμένα στρατεύματα συνέλαβαν και εκτέλεσαν ορισμένους ανώτερους βογιάρους, πριν συντριβούν από στρατεύματα της Τρανσυλβανίας τον Ιούνιο του 1655. Ο Κονσταντίν Σερμπάν πρόσθεσε στην πόλη σημαντικά κτίρια, αλλά ήταν επίσης υπεύθυνος για μια καταστροφική πυρκαγιά, που είχε σκοπό να εμποδίσει το Μινέα Γ΄ και τους Οθωμανούς συμμάχους του να καταλάβουν ένα άθικτο φρούριο.Σύμφωνα με τον περιηγητή Εβλιγιά Τσελεμπί η πόλη ανοικοδομήθηκε το ίδιο γρήγορα όσο καταστράφηκε : "σπίτια από πέτρα ή τούβλο [...] είναι λίγα και άτυχα, δεομένου ότι οι γκιαούρηδες (άπιστοι) ιδιοκτήτες τους επαναστατούν κάθε επτά ή οκτώ χρόνια και έτσι οι Τούρκοι και οι Τάταροι σύμμαχοί τους βάζουν φωτιά στην πόλη, αλλά οι κάτοικοι την ίδια χρονιά ξαναφτιάχνουν τα μικρά μονώροφα αλλά ανθεκτικά σπίτια τους". Το Βουκουρέστι επλήγη από λιμό και βουβωνική πανώλη στις αρχές της δεκαετίας του 1660 (η πανώλη επανήλθε το 1675).

Τέλη του 17ου αιώνα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μεταξύ της κυβέρνησης του Γεώργιου Γκίκα (1659–1660) και του τέλους εκείνης του Στέφανου Καντακουζηνού (1715/1716), το Βουκουρέστι γνώρισε μια περίοδο σχετικής ειρήνης και ευημερίας, παρά τον παρατεταμένο ανταγωνισμό μεταξύ των οικογενειών Καντακουζηνών και Μπαλένι, που τον ακολούθησε επιδείνωση των σχέσεων μεταξύ των προηγουμένων και των Κραϊοβέστι.

Η κορύφωση επιτεύχθηκε υπό το Σερμπάν Καντακουζηνό και τον Κονσταντίν Μπρινκοβεάνου, οπότε η πόλη αγκάλιασε την Αναγέννηση υπό την αρχική της μορφή, γνωστή ως ρυθμό Μπρινκοβενέζε και επεκτάθηκε (αναπτυσσόμενη ώστε να συμπεριλάβει την περιοχή Κοτροτσένι), περιλαμβάνοντας πανδοχεία που συντηρούσαν οι πρίγκιπες και τις πρώτες εκπαιδευτικές εγκαταστάσεις (την πριγκιπική Σχολή του Αγίου Σάββα, 1694). Ο Μπρινκοβεάνου ανέπτυξε την Curtea Veche (που πιθανότατα στέγαζε το συμβούλιο των βογιάρων στη νέα του μορφή) και πρόσθεσε δύο ακόμη ανάκτορα, ένα από αυτά στη Μογκοσοάια (χτισμένο σε Ενετικό ρυθμό και περίφημο για τη λότζια του). Την ίδια εποχή διανοίχθηκε η μελλοντική Calea Victoriei (Λεωφόρος της Νίκης).

Εποχή των Φαναριωτών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πρώτοι Φαναριώτες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Βουκουρέστι σε ξυλογραφία του 1717

Το 1716, μετά την αντιοθωμανική εξέγερση του Στέφανου Καντακουζηνού στο πλαίσιο του Ρωσορουρκιού Πολέμου (1686–1700) η Βλαχία τέθηκε υπό την πιο συνεργάσιμη διοίκηση των Φαναριωτών, που εγκαινιάσθηκε από το Νικόλαο Μαυροκορδάτο, που προηγουμένως ήταν ηγεμόνας στη Μολδαβία. Αυτοί σημάδεψαν καθοριστικά την ανάπτυξη του Βουκουρεστίου ποικιλοτρόπως - η πόλη ήταν η αδιαμφισβήτητη πρωτεύουσα, ενοούμενη από τη μείωση της σημασίας της φεουδαρχίας και των αγροτικών κέντρων, μαζί με την πρόοδο της νομισματικής οικονομίας (την περίοδο αυτή η θέση των βογιάρων άρχισε να περιορίζεται στο διορισμό σε διοικητικά αξιώματα, που τα περισσότερα εστιάζονταν στην πριγκιπική κατοικία, περιλαμβανομένου, μετά το 1761, του βανάτου της Ολτένιας (Δυτική Βλαχία)).

Η διοίκηση του Πρίγκιπα συνέπεσε με μια σειρά συμφορές - μια μεγάλη πυρκαγιά, την πρώτη κατοχή από τους Αψβούργους κατά τον Αυστροτουρκικό Πόλεμο του 1716-18 (1716) και άλλη μία επιδημία πανώλης - αλλά γνώρισε μεγάλα πολιτιστικά επιτευγματα εμπνευσμένα από το Διαφωτισμό, όπως η δημιουργία μιας βραχύβιας πριγκιπικής βιβλιοθήκης. Ο Γρηγόριος Β΄ Γκίκας και ο Κωνσταντίνος Μαυροκορδάτος διατήρησαν τις εμπορικές υποδομές και η πόλη διέθετε μεγάλη αγορά και τελωνεία. Το 1737, κατά το Ρωσοτουρκικό Πόλεμο (1735-1739), η πόλη δέχθηκε πάλι επιθέσεις από στρατεύματα των Αψβούργων και λεηλατήθηκε από τους Νογκάι (Τουρκική φυλή), πριν υποφέρει από άλλη μία μεγάλη έξαρση πανώλης (που την ακολούθησαν νέες εξάρσεις τη δεκαετία του 1750), συνοδευόμενη από σχετική οικονομική παρακμή, που επέφερε ο ανταγωνισμός Ελλήνων, Λεβαντίνων και ντόπιων για τους επίσημους διορισμούς.

Ρωσοτουρκικοί πόλεμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Νικόλαος Μαυρογένης, Φαναριώτης Πρίγκιπας της Βλαχίας, στο Βουκουρέστι, εποχούμενος άμαξας με ελάφια (τέλη της δεκαετίας του 1780)

Το Βουκουρέστι καταλήφθηκε δύο φορές από Ρωσικά στρατεύματα κατά τον [[Ρωσοτουρκικός πόλεμος (1768-1774)|Πόλεμο του 1768-1774 (που αρχικά βοηθήθηκαν από την αντιοθωμανική εξέγερση των βογιάρων του Παρβ Καντακουζηνού και στη συνέχεια εισέβαλαν υπό το Νίκολας Ρέπνιν) και στην πόλη έγινε εν μέρει η διαπραγμάτευση για τη Συνθήκη του Κιουτσούκ-Καϊναρτζή, που ακολούθησε.

Υπό τον Αλέξανδρο Υψηλάντη διεκπεραιώθηκαν μεγάλης κλίμακας έργα για τον εφοδιασμό της πόλης με πόσιμο νερό και η Curtea Veche, που είχε καταστραφεί από τις προηγούμενες συγκρούσεις, αντικαταστάθηκε από νέα κατοικία στο Ντεαλούλ Σπίρίι (Curtea Nouă, 1776). Τον διαδέχθηκε ο Νικόλαος Μαυρογένης. Το 1787 ξέσπασε ο Ρωσοτουρκοαυστριακός Πόλεμος και ο Μαυρογένης υποχώρησε μετά από νέα εισβολή των Αψβούργων υπό τον Πρίγκιπα Γιόσιους του Κόμπουργκ (1789). Παρά τις επιδημίες, σε συνδυασμό με τους υπέρογκους φόρους του Κονσταντίν Χατζέρι και το μεγάλο σεισμό της 4 Οκτωβρίου 1802 (και επόμενους το 1804 και 1812), ο πληθυσμός της πόλης συνέχισε να αυξάνεται. Κατά το Ρωσοτουρκικό Πόλεμο του 1806–1812, Ρωσικά στρατεύματα υπό το Μιχαήλ Αντρέγιεβιτς Μιλοράντοβιτς μπήκαν στην πόλη για να επαναφέρουν τον Κωνσταντίνο Υψηλάντη το Δεκέμβριο του 1806. Επί της κυβέρνησής του κατασκευάσθηκε από τον Εμανουέλ Μαρζαγιάν το Πανδοχείο του Μανούκ.

Εξωτερική άποψη του Πανδοχείου του Μανούκ
Σφαγή από τους Οθωμανούς Ελλήνων ατάκτων στο Βουκουρέστι (Aύγουστος 1821)
Η αυλή του Πανδοχείου του Μανούκ το 1841
Η αυλή του Πανδοχείου του Μανούκ το 2006

Μετά την ειρήνη που υπογράφτηκε στο Βουκουρέστι, η κυβέρνηση του Ιωάννη Καρατζά έφερε μια σειρά από σημαντικές πολιτιστικές και κοινωνικές καινοτομίες (το μεταρρυθμιστικό Νόμο Καρατζά, την πρώτη βόλτα με αερόστατο ζεστού αέρα στη χώρα, την πρώτη θεατρική παράσταση, την πρώτη βιομηχανία υφασμάτων, το πρώτο τυπογραφείο και τις εκπαιδευτικές δραστηριότητες του Γκεόργκε Λαζάρ), αλλά γνώρισε επίσης την καταστροφική πανώλη του Καρατζά το 1813-1814 - που προκάλεσε 25.000 ως 40.000 θύματα. Πηγές της εποχής αναφέρουν ότι στην πόλη εναλλάσονταν πυκνοδομημένοι οικισμοί με μεγάλους ιδιόκτητους κήπους και οπωρώνες, γεγονός που καθιστούσε αδύνατο τον υπολογισμό της πραγματικής έκτασής της.

Η Ελληνική Επανάσταση και η σύγχρονή της εξέγερση της Βλαχίας έφεραν το Βουκουρέστι υπό τη σύντομη εξουσία του Τούντορ Βλαντιμιρέσκου (21 Μαρτίου 1821) και στη συνέχεια το κατέλαβαν οι δυνάμεις της Φιλικής Εταιρείας του Αρχιστράτηγου Υψηλάντη, πριν τα βίαια αντίποινα των Οθωμανών (που κατέληξαν τον Αύγουστο στη σφαγή πάνω από 800 θυμάτων).

Κισέλιοφ και Αλέξανδρος Β΄ Γκίκας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά την ηγεμονία που ακολούθησε του μη Φαναριώτη Γρηγόριου Δ΄ Γκίκα, που επευφημήθηκε από τους κατοίκους του Βουκουρεστίου κατά την ενθρόνισή του, έγιναν η κατασκευή μιας νεοκλασικής πριγκιπικής κατοικίας στην Κολέντινα, η εκδίωξη ξένων (κυρίως Ελλήνων) κληρικών, που είχαν ανταγωνιστεί τους ντόπιους για τα θρησκευτικά αξιώματα, η αποκατάσταση γεφυρών του Ποταμού Ντιμποβίτσα, αλλά επίσης υψηλοί φόροι και αρκετές πυρκαγιές.

Ο Γκίκας απομακρύνθηκε από τη θέση του με το νέο Ρωσοτουρκικό Πόλεμο και τη Ρωσική κατοχή στις 16 Μαίου 1828. Στη συνέχεια η Συνθήκη της Αδριανούπολης έθεσε το σύνολο των εδαφών των Παραδιυνάβιων Ηγεμονιών υπό Ρωσική στρατιωτική διοίκηση (υπό την επικυριαρχία ακόμη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας), όσο εκκρεμούσε η πληρωμή πολεμικών αποζημιώσεων από τους Οθωμανούς.

Μετά τη σύντομη διακυβέρνηση του Πιότρ Ζελτούκιν, ακολούθησε η μακρά και πολύ σημαντική θητεία του Πάβελ Κισέλιοφ (24 Νοεμβρίου 1829 - 1843) επί του οποίου στα δύο Πριγκιπάτα παραχωρήθηκε το πρώτο τους κείμενο, που έμοιαζε με σύνταγμα, το Οργανικό Καταστατικό (του οποίου η διαπραγμάτευση έγινε στο Βουκουρέστι). Κατοικώντας στο Βουκουρέστι ο Κισέλιοφ φρόντισε ιδιαίτερα για την πόλη. Δραστηριοποιήθηκε κατά των επιδημιών πανώλης και χολέρας του 1829 και του 1831, σύστησε μια "επιτροπή εξωραίσμού της πόλης", αποτελούμενη από γιατρούς και αρχιτέκτονες, έστρωσε πολλούς κεντρικούς δρόμους με λιθόστρωτο (αντικαθιστώντας ξύλινα μαδέρια), αποστράγγισε τα έλη γύρω από το Ντιμποβίτσα και ανήγειρε δημόσιες κρήνες, καθόρισε τα μέχρι τότε κυμαινόμενα όρια της πόλης (η περίμετρός της ήταν τώρα 19 χλμ. και φυλασσόταν από περιπολίες και φράγματα, διάνοιξε την Calea Dorobanţilor και τη Șoseaua Kiseleff (μείζονες δρόμους από βορρά προς νότο), χαρτογράφησε την πόλη και καταμέτρησε τον πληυσμό της, έδωσε στο Βουκουρέστι μια φρουρά για το νεοϊδρυμένο στρατό της Βλαχίας και βελτίωσε την πυροσβεστική του υπηρεσία. Η πόλη που άλλαζε περιγράφηκε ως ασυνήθιστα κοσμοπολιτική και τόπος ακραίων αντιθέσεων από το Γάλλο επισκέπτη Μαρκ Ζιραρντέν.

Γέφυρα στο Βουκουρέστι, με το λόφο Σπιρίι στο βάθος, 1837

Η παραχώρηση εμπορικών δικαιωμάτων στα Πριγκιπάτα και η ανάκτηση της Βραΐλας από τη Βλαχία διασφάλισε μια οικονομική αναγέννηση υπό τη διοίκηση του Πρίγκιπα Αλέξανδρου Β΄ Γκίκα, που επεξέτεινε τον αριθμό των λιθοστρωμένων δρόμων και πρόσθεσε το νέο Πριγκιπικό Ανάκτορο (που αργότερα αντικαταστάθηκε από το πολύ μεγαλύτερο Βασιλικό Ανάκτορο).

Την εποχή αυτή έγινε επίσης αισθητή η πρώτη εναντίωση στη Ρωσική εξουσία, όπως η αντιπαράθεση στη Συνέλευση του Βουκουρεστίου μεταξύ του Πρίγκιπα Γκίκα και του ριζοσπάστη Ιον Τσιμπινεάνου. Η πόλη επλήγη από ένα μικρό σεισμό τον Ιανουάριο του 1838 και από μεγάλη πλημμύρα το Μάρτιο του 1839.

Δεκαετίες του 1840 και του 1850[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Μεγάλη Πυρκαγιά του 1847
Πυροσβέστες υπερασπιζόμενοι το λόφο Σπίριι το 1848

Ο νέος πρίγκιπας Γκεόργκε Μπιμπέσκου ολοκλήρωσε ένα δίκτυο ύδρευσης και έργα σε δημόσιους κήπους, άρχισε την κατασκευή του κτιρίου του Εθνικού Θεάτρου της Ρουμανίας (1846, τελείωσε το 1852) και βελτίωσε το οδικό δίκτυο, συνδέοντας το Βουκουρέστι με άλλα κέντρα της Βλαχίας. Στις 23 Μαρτίου 1847 η Η Μεγάλη Πυρκαγιά του Βουκουρεστίου κατέκαψε γύρω στα 2000 κτίρια (περίπου το ένα τρίτο της πόλης).

Πιεζόμενος από τους φιλελεύθερους επαναστάτες, που είχαν εκδόσει τη Διακήρυξη του Ισλαζ, που καταφερόταν κατά του συντηρητικού και όλο και περισσότερο καταχρηστικού συστήματος του Οργανικού Καταστατικού, δεχόμενος επίθεση στο δρόμο από ομάδα νεαρών και αντιμέτωπος με το στρατό, ο Πρίγκιπας Μπιμπέσκου δέχθηκε τη συγκατοίκηση με μια Προσωρινή Κυβέρνηση, εμπνεόμενος από τις Ευρωπαϊκές Επαναστάσεις, στις 12 Ιουνίου 1848 και, την αμέσως επόμενη μέρα, παραιτήθηκε από το θρόνο. Το νέο εκτελεστικό, υποστηριζόμενο από λαϊκές συγκεντρώσεις, που επανένωσαν τη μεσαία τάξη του Βουκουρεστίου με αγρότες από τη γύρω περιοχή (27 Ιουνίου, 25 Αυγούστου), πέρασε μια σειρά ριζικών μεταρρυθμιστικών νόμων που προκάλεσαν την εχθρότητα του Τσάρου Νικόλαου Α΄, που πίεσε την Πύλη να συντρίψει το κίνημα της Βλαχίας. Η προτεινόμενη αγροτική μεταρρύθμιση έκανε επίσης μια ομάδα βογιάρων υπό τον Ιοάν Σόλομον να επιυεθεί και να συλλάβει την κυβέρνηση την 1 Ιουλίου, αλλά οι συνέπειες της κίνησης αυτής ακυρώθηκαν την ίδια μέρα από την αντίδραση των κατοίκων και την επίθεση, υπό τον Ανα Ιπιτέσκου, στο κτίριο που είχαν καταλάβοι οι συνωμότες.

Ο Σουλτάνος Αμπντούλ Μετζίτ, διακείμενος θετικά στον αντιρωσικό χαρακτήρα της επανάστασης, πίεσε τους επαναστάτες να δεχθουν μια σχετικά μικρότερη αλλαγή στη δομή του εκτελεστικού - η Προσωρινή Κυβέρνηση έδωσε τη θέση της σε μια μετριοπαθέστερη αντιβασιλεία (Locotenenţa Domnească), που, παρόλα αυτά, δεν αναγνωρίσθηκε από τη Ρωσία.

Η διαγραφόμενη απειλή πολέμου μεταξύ των δύο δυνάμεων έκανε τον Αμπντούλ Μετζίτ να αναθεωρήσει τη θέση του και να στείλει το Φουάτ Πασά ως παρατηρητή του στο Βουκουρέστι. Η πόλη πανικοβλήθηκε με την απειλή μιας Ρωσικής εισβολής και ο Μητροπολίτης Νεόφυτος έκανε επιτυχημένο πραξικόπημα κατά της Επανάστασης. Στις 18 Σεπτεμβρίου τα εξεγερμένα πλήθη όρμησαν στο Υπουργείο Εσωτερικών, κατέστρεψαν τους καταλόγους με τα αξιώματα και προνόμια των βογιάρων και ανάγκασαν το Νεόφυτο να αναθεματίσει το Οργανικό Καταστατικό. Τα μέτρα αυτά έκαναν το Φουάτ Πασά να οδηγήσει τα Οθωμανικά στρατεύματα μέσα στο Βουκουρέστι, κίνηση που συνάντησε την αντίσταση μόνο μιας ομάδας πυροσβεστών, σταθμευμένων στο Λόφο Σπιρίι (που ενεπλάκησαν σε ανταλλαγή πυροβολισμών μετά από ένα επεισόδιο που θεώρησαν προβοκάτσια).

Η Εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνα το 1860

Το Βουκουρέστι παρέμεινε υπό ξένη κατοχή μέχρι τα τέλη του Απριλίου του 1851 και καταλήφθηκε πάλι από τα Ρωσικά στρατεύματα του Μιχαήλ Ντμίτριεβιτς Γκορσακόφ κατά τον Κριμαϊκό Πόλεμο (μεταξύ 15 Ιουλίου 1853 και 31 Ιουλίου 1854), για να παραχωρηθεί σε Αυστριακή διοίκηση που κράτησε μέχρι τη Συνθήκη των Παρισίων του 1856. Οι τρεις διαδοχικές ξένες διοικήσεις επέφεραν στην πόλη αρκετές βελτιώσεις (το Νεκροταφείο Μπέλου, το Πάρκο Τσισμιτζίου, τον τηλέγραφο και το φωτισμό με λάμπες πετρελαίου, την ίδρυση νέων σχολείων και ακαδημιών, το Ανάκτορο Στίρμπεη του Πρίγκιπα Μπάρμπου Ντιμίτρεϊ Στίρμπεη και τον ολοκληρωμένο χάρτη της πόλης από τον Αρτουρ Μποροσζίν).

Πρωτεύουσα των Ενωμένων Πριγκιπάτων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Υδατογραφία-πανόραμα της πόλης, όπως φαίνεται από τον Πύργο Τουρνούλ, του Αμαντέο Πρετσιόζι (Μαλτέζου ζωγράφου,1868)

Η Συνθήκη των Παρισίων προέβλεπε την ίδρυση ειδικών (ad hoc) Διβανίων στη Μολδαβία και τη Βλαχία, το πρώτο βήμα υπέρ της ένωσης των δύο χωρών. Το Βουκουρέστι απέστειλε αντιπροσώπους μόνο από το ενωτικό Partida Naţională, αλλά η γενική πλειοψηφία στη Βλαχία αποτελείτο απο ανθενωτικούς συντηρητικους. Στις 22 Ιανουαρίου 1859 τα μέλη του Partida Naţională αποφάσισαν να υπερψηφίσουν για Πρίγκιπα το Μολδαβό υποψήφιο, συνταγματάρχη Αλέξανδρο Ιωάννη Α' Κούζα, που είχε ήδη εκλεγεί στο Ιάσιο - η ψηφοφορία έγινε στις 24 Ιανουαρίου, αφού η πίεση των διαδηλωτών υποχρέωσε τους άλλους αντιπροσώπους να αλλάξουν την ψήφο τους, οδηγώντας τελικα στην ίδρυση των Ενωμένων Πριγκιπάτων Βλαχίας και Μολδαβίας, κράτος με πρωτεύουσα και έδρα του Κοινοβουλίου του το Βουκουρέστι. Ο Κούζας. που κυβέρνησε ως Domnitor, έστρωσε τους δρόμους του Βουκουρεστίου με καλύτερης ποιότητας λιθόστρωτο, ίδρυσε γυμνάσια και αρκετές ακαδημαϊκά ιδρύματα (μεταξύ αυτών το Πανεπιστήμιο του Βουκουρεστίου) και αποφάσισε την κατασκευή σιδηροδρόμου μεταξύ της πρωψτεύουσας και του λιμανιού Τζιούρτζιου στο Δούναβη, μαζί με πολλά εργοστάσια μεταλλουργίας στην περιοχή του Νομού Ιλφοβ. Επί των ημέρων έγιναν κανόνας τα κτίρια από τούβλα και πέτρα.

Στις 22 Φεβρουαρίου 1866 η πόλη έζησε το πραξικόπημα κατά του Domnitor Κούζα, από ένα συνασπισμό Φιλελεύθερων και Συντηρητικών, δυσαρεστημένων από την επιχειρούμενη αγροτική μεταρρύθμιση και το ολοένα και αυταρχικότερο καθεστώς - κατέλαβαν την κατοικία του ηγεμόνα και συνέλαβαν τον Κούζα και την ερωμένη του Μαρία Ομπρένοβιτς, εγκαθιστώντας μια Αντιβασιλεία.

Ο, σε μεγάλο βαθμό γαλλόφιλος, πληθυσμός του Βουκουρεστίου λίγο έλειψε να προκαλέσει την πτώση του Κάρολου Α΄, διαδόχου του Κούζα, κατά τη διάρκεια του Γαλλοπρωσικού Πολέμου, μετά από σύγκρουση με Γερμανούς κατοίκους του Βουκουρεστίου το Μάρτιο του 1871 - αποτράπηκε με το διορισμό ως πρωθυπουργού του Συντηρητικού Λάσκαρ Καταρτζίου. Το καλωσόρισμα της Ρωσικής επέμβασης από τους κατοίκους του Βουκουρεστίου στην έναρξη του Ρωσοτουρκικού Πολέμου του 1877-1878 συνέβαλε στην απόφαση των Οθωμανών να βομβαρδίσουν την αριστερή όχθη του Δούναβη, επειδή το Κοινοβούλιο ανακήρυξε την ανεξαρτησία της Ρουμανίας.

Πρωτεύουσα του Βασιλείου της Ρουμανίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

1878-1919[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ανάκτορο Κρετσουλέσκου

Τα πρώτα χρόνια της βασιλείας του Κάρολου το Βουκουρέστι απέκτησε φωτισμό με αέριο, σιδηροδρομικούς σταθμούς (Φιλάρετου και Γκάρα ντε Νορντ), σύστημα ιππήλατου τραμ και τηλεφώνου, αρκετά εργοστάσια, διοικητικά κτίρια καθώς και μεγάλες ιδιωτικές κατοικίες (μεταξύ αυτών το Ανάκτορο Κρετσουλέσκου). Η Εθνική Τράπεζα της Ρουμανίας άνοιξε το 1880, το πρώτο και σημαντικότερο από σειρά νέων τραπεζικών ιδρυμάτων.

Ρουμανικό Αθήναιο

Μετά την ανακήρυξη του Βασιλείου της Ρουμανίας το 1881, η ανοικοδόμηση έργων στην πόλη επιταχύνθηκε. Το 1883 οι πλημμύρες του Νταμποβίτσα, όπως εκείνη του 1865, συνηθισμένες επί Κούζα, τερματίσθηκαν μετά την εκτροπή του ποταμού (η αλλαγή της κοίτης μεταμόρφωσε τις συνοικίες στις όχθες του). Προστέθηκαν νέα κτίρια, όπως το Ρουμανικό Αθήναιο, και το ύψος τους αυξήθηκε - το Ατενέ Παλάς, το πρώτο στην πόλη, στο οποίο χρησιμοποιήθηκε οπλισμένο σκυρόδεμα, είχε πέντε πατώματα. Το 1885-1887, οπότε η Ρουμανία διέρρηξε τους οικονομικούς δεσμούς της με την Αυστροουγγαρία η εμπορική και βιομηχανική ανάπτυξη του Βουκουρεστίου ήταν απρόσκοπτες : πάνω από 760 επιχειρήσεις ιδρύθηκαν στην πόλη πριν από το 1912 και εκατοντάδες ακόμη μέχρι τη δεκαετία του 1940. Περιορισμένη χρήση του ηλεκτρισμού εισήχθη το 1882.

Με την κλιμάκωση του Ρουμανικού Μετώπου κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, το Βουκουρέστι τέθηκε υπό τη στρατιωτική κατοχή των Κεντρικών Δυνάμεων (ενώ η κυβέρνηση κατέφυγε στο Ιάσιο). Από τα 215 εκατομμύρια λέου, που απαίτησε η νέα διοίκηση για να καλύψει τις δαπάνες της, τα 86 χρεώθηκαν στην πρωτεύουσα. Μετά την Ανακωχή της Κομπιέν, τα Γερμανικά στρατεύματα εκκένωσαν το Βουκουρέστι και στα τέλη του Νοεμβρίου του 1918 εγκαταστάθηκε μια Ρουμανική διοίκηση. Ενώ η χώρα ξεκινούσε την πορεία για τη δημιουργία μιας Μείζονος Ρουμανίας (που επικυρώθηκε με τις συνθήκες του Αγίου Γερμανού, του Νεϊγύ και του Τριανόν), η πρωτεύουσά της βίωνε μια σχετικά εκτεταμένη κοινωνική κρίση - στις 26 Δεκεμβρίου 1918 στρατεύματα πυροβόλησαν τυπογράφους που συμμετείχαν σε απεργία, που είχε υποκινηθεί από το νεοϊδρυμένο Σοσιαλιστικό Κόμμα της Ρουμανίας.

Μεσοπόλεμος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βασιλικά Ανάκτορα, η Αίθουσα του Θρόνου
Αψίδα του Θριάμβου
Αποψη του Μουσείου Χωριού

Η κόμψη αρχιτεκτονική και ο ρόλος της πόλης ως κοσμοπολιτικού πολιτιστικού κέντρου χάρισε στο Βουκουρέστι το προσωνύμιο "Παρίσι της Ανατολής" (η Micul Paris - "Μικρό Παρίσι"). Η ανάπτυξη συνεχίστηκε τη δεκαετία του 1930 - μια από τις εποχές μεγαλύτερης ευημερίας στη Ρουμανική ιστορία " μετά το 1928 ο πληθυσμός αυξανόταν κατά 30.000 το χρόνο, έκταση έφθασε τα 78 τ.χ. το 1939 και προστέθηκαν πολλά περιφερειακά αστικά κέντρα (Απαρατόρι Πατριέι, Μπανέασα, Νταμαροάια, Φλορέασκα, Τζιουλέστι, το χωριό Μιλιτάρι και οι πρώτοι δρόμοι στην περιοχή Μπάλτα Αλμπα). Το 1929 το παλιό σύστημα τραμ αντικαταστάθηκε από αντίστοιχο τρόλεϊ.

Κατά την απεργία σιδηροδρομικών της Γκρίβιτσα το 1933 ξέσπασαν εργατικές ταραχές που κατέληξαν σε βίαιη καταστολή.


Επί του Βασιλιά Κάρολου Β΄ (1930-1940) η εικόνα της πόλης άρχισε να μεταβάλλεται και προστέθηκαν πολλά κτίρια και μνημεία αρ ντεκό και νεορουμανικού ρυθμού, μεταξύ αυτών τα Βασιλικά Ανάκτορα, η Στρατιωτική Ακαδημία, η Αψίδα του Θριάμβου, η Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου του Βουκουρεστίου, η νέα πτέρυγα του Γκάρα ντε Νορντ, το Στάδιο ONEF, το Ανάκτορο Βικτόρια, το Μέγαρο της Τηλεφωνίας, το Μουσείο Χωριού του Ντιμίτριε Γκούστι. Ανοίχθηκαν βαθειές γεωτρήσεις για να εφοδιάσουν το Βουκουρέστι με καθαρότερο νερό, μαζί με την εκτροπή της νότιας κοίτης του Ποταμού Αρτζες και την εξυγίανση των βόρειων λιμνών (Κολέντινα, Φλορέασκα, Χεραστράου, Τέι), καταλήγοντας στη δημιουργία του σημερινού δικτυίου περιχωμένων λιμνών και των γύρω πάρκων, που περιβάλλουν την πόλη.

Δεκαετία του 1940[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ρουμανικά στρατεύματα στην Πλατεία Μιχαήλ Κογκιλνιτσεάνου το 1941

Το Βουκουρέστι έζησε τη γέννηση τριών διαδοχικών φασιστικών καθεστώτων : μετά από εκείνο που εγκαθιδρύθηκε από τον Κάρολο Β΄ και το Μέτωπο του Εθνικής Αναγέννησης, η έκρηξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου έφερε τη δικτατορία της ανοιχτά φασιστικής Σιδηράς Φρουράς και, μετά την αιματηρή Εξέγερση της Σιδηράς Φρουράς στις 21-23 Ιανουαρίου 1941 (που συνοδεύτηκε από μαζικό πογκρόμ στην πρωτεύουσα), την κυβέρνηση του Ιον Αντονέσκου. Την άνοιξη του 1944 έγινε στόχος σφοδρών βομβαρδισμών από τη RAF και την Αμερικανική Πολεμική Αεροπορία. Ηταν επίσης το κέντρο του πραξικοπήματος της 23 Αυγούστου 1944 του Βασιλιά Μιχαήλ Α΄, που μετέφερε τη χώρα από τον Άξονα στις τάξεις των Συμμάχων. Ετσι έγινε στόχος Γερμανικών αντιποίνων - στις 23-24 Αυγούστου ευρείας κλίμακας βομβαρδισμός από τη Λουφτβάφε κατέστρεψε το Εθνικό Θέατρο και άλλα κτίρια, ενώ η Βέρμαχτ ενεπλάκη σε οδομαχίες με το Ρουμανικό Στρατό. Στις 31 Αυγούστου μπήκε στο Βουκουρέστι ο Σοβιετικός [[Κόκκινος Στρατός].

Το Φεβρουάριο του 1945 το Κομμουνιστικό Κόμμα Ρουμανίας οργάνωσε μια διαδήλωση μπροστά από τα Βασιλικά Ανάκτορα, που εξελίχθηκε βίαια και κατέληξε στην πτώση της κυβέρνησης του Νικολάε Ριντέσκου και την άνοδο στην εξουσία του υποστηριζόμενου απο τους Κομμουνιστές Πέτρου Γκρόζα. Στις 8 Νοεμβρίου, Ημέρα του Βασιλιά, η νέα κυβέρνηση κατέστειλε φιλομοναρχικές διαδηλώσεις - η αρχή της πολιτικής καταστολής σε όλη τη χώρα.

Κομμουνιστική περίοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Κομμουνιστικό καθεστώς παγιώθηκε μετά την ανακήρυξη της Λαϊκής Δημοκρατίας στις 30 Σεπτεμβρίου 1947. Μία από τις πρώτες σημαντικές πολεοδομικές παρεμβάσεις των πρώτων Κομμουνιστών ηγετών ήταν η προσθήκη κτιρίων Σοσιαλιστικού ρεαλισμού, όπως η μεγάλη Casa Scînteii (1956) και η Εθνική Οπερα. Σε όλη την περίοδο της κομμουνιστικής διακυβέρνησης, η πόλη υπέστη τεράστια γεωγραφική και πληθυσμιακή ανάπτυξη. Αρχισε να επεκτείνεται δυτικά, ανατολικά και νότια, με νέες συνοικίες γεμάτες πολυκατοικίες, όπως οι Τιτάν, Μιλιτάρι, Παντελίμον, Ντρίστορ και Ντρούμουλ Ταμπερέι.

Παλάτι της Βουλής
Ξενοδοχείο Ιντερκοντινένταλ
Ημιτελής "αρένα της πείνας", 2006

Επί της ηγεσίας του Νικολάε Τσαουσέσκου το μεγαλύτερο μέρος του ιστορικού τμήματος της πόλης, περιλαμβανομένων παλιών εκκλησιών, καταστράφηκε για να αντικατασταθεί από τα τεράστια κτίρια του "Centrul Civic" (Αστικό Κέντρο) - ιδίως το Παλάτι της Βουλής, που αντικατέστησε περίπου 1,8 τ.χ. παλαιών κτιρίων. Μαζί με κτίρια που χαρακτηρίζονταν από την τήρηση του Σοσιαλιστικού ρεαλισμού, το Βουκουρέστι απέκτησε πολλά άλλα μεγάλης κλίμακας γενικότερα μοντέρνου ρυθμού ( (Sala Palatului, Globus Circus και Ξενοδοχείο Ιντερκοντινένταλ). Μέχρι τη στιγμή που ανατράπηκε το καθεστώς είχε αρχίσει να κατασκευάζει μια σειρά πανομοιότυπες αγορές, γνωστές ως "αρένες της πείνας" και άρχισε και την εκσκαφή της ουδέποτε ολοκληρωθείσας Διώρυγας Δούναβη-Βουκουρεστίου. Ο Ποταμός Ντιμπόβιτσα εξετράπη για δεύτερη φορά και το Μετρό του Βουκουρεστίου, χαρακτηριζόμενο από την ταύτισή του με την επίσημη αισθητική, άνοιξε το 1979.

Το 1977 ένας ισχυρός σεισμός μεγέθους 7,4 της Κλίμακας Ρίχτερ στο Βουκουρέστι στοίχισε 1.500 ζωές και κατέστρεψε πολλές παλιές κατοικίες και γραφεία. Στις 21 Αυγούστου 1968 η ομιλία του Τσαουσέσκου στο Βουκουρέστι, που κατήγγειλε τη Σοβιετική εισβολή στην Τσεχοσλοβακία, οδήγησε για λίγο πολλούς κατοίκους να συμμετάσχουν στις παραστρατιωτικές Πατριωτικές Φρουρές, που δημιουργήθηκαν επί τόπου ως άμυνα έναντι πιθανής Σοβιετικής στρατιωτικής αντίδρασης στη νέα στάση της Ρουμανίας.

1989 μέχρι σήμερα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά τη Ρουμανική Επανάσταση του 1989, που άρχισε στην Τιμισοάρα, το Βουκουρέστι ήταν ο τόπος γρήγορης εναλλαγής σημαντικών γεγονότων από 20 ως 22 Δεκεμβρίου, με κατάληξη την ανατροπή του Κομμουνιστικού καθεστώτος του Τσαουσέσκου. Δυσαρεστημένοι με κάποια από τα αποτελέσματα της επανάστασης, φοιτητικές ενώσεις και άλλες οργανώσεις, περιλαμβανομένης της Συμμαχίας των Πολιτών, οργάνωσαν το 1990 μαζικές διαδηλώσεις κατά της κυβέρνησης του Μετώπου Εθνικής Σωτηρίας, που κατεστάλησαν βίαια από τους ανθρακωρύχους της Βαλέα Τζιούλουι - "Mineriadă" στις 14-15 Ιουνίου. Ακολούθησαν αρκετές άλλες "Mineriade" - μόνο μία από αυτές (Σεπτέμβριος 1991) πέτυχε να φθάσει στο Βουκουρέστι και ήταν υπεύθυνη για την πτώση της κυβέρνησης του Πέτρε Ρομάν.

Μετά το 2000, λόγω της έναρξης της οικονομικής άνθησης της Ρουμανίας, η πόλη έχει εκσυγχρονισθεί και πολλές ιστορικές περιοχές έχουν αποκατασταθεί. Το 1992 έγινε η πρώτη σύνδεση στο Διαδίκτυο στο Πολυτεχνείο του Βουκουρεστίου.

Θρησκευτική και κοινοτική ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Εκκλησία του Πατριαρχείου

Το Βουκουρέστι φιλοξενεί το Ρουμανικό Ορθόδοξο Πατριαρχείο και την έδρα του Μητροπολίτη Βλαχίας, τη Ρωμαιοκαθολική Αρχιεπισκοπή και Αποστολικό Νούντσιο, την Αρχιεπισκοπή και το Επαρχιακό Συμβούλιο της Αρμενικής Αποστολικής Εκκλησίας, την ηγεσία της Ομοσπονδίας Εβραϊκών Κοινοτήτων της Ρουμανίας, καθώς και άλλες θρησκείες και εκκλησίες.

Την εποχή του Τσαουσέσκου μεγάλος αριθμός θρησκευτικών κτισμάτων κατεδαφίσθηκε για να δημιουργηθεί χώρος για πολυκατοικίες και άλλα τοπόσημα, όπως το Μοναστήρι Βικιρέστι, που ισοπεδώθηκε κατά τις εργασίες διεύρυνσης της ομώνυμης λίμνης.

Ρουμανική ορθοδοξία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εκκλησία Κρετσουλέσκου

Στο μεγαλύτερο μέρος του Βουκουρεστίου οι συνοικίες του ονομάζονταν με τα ονόματα των σημαντικότερων Ορθόδοξων εκκλησιών στις αντίστοιχες περιοχές. Το πρώτο μεγάλο θρησκευτικό μνημείο στην πόλη ήταν η εκκλησία της Curtea Veche (Παλιά Πριγκιπική Αυλή), χτισμένη από το Μίρτσεα Τσιομπανούλ (Βοσκό) τη δεκαετία του 1550, και κατόπιν η Plumbuita (που εγκαινιάσθηκε από τον Πέτρο το Νεότερο (1559–1568)).

Ο Κονσταντίν Σερμπάν ανήγειρε τη Μητροπολιτική Εκκλησία (σημερινό Πατριαρχικό Καθεδρικό) το 1658, μεταφέροντας την έδρα της επισκοπής από το Τιργκόβιστε το 1668. Το 1678, επί του Σερμπάν Καντακουζηνού, η Επιτροπή εξοπλίσθηκε με τυπογραφείο, που τον επόμενο χρόνο εξέδωσε την πρώτη έκδοση της Αγίας Γραφής στη Ρουμανική γλώσσα (Βίβλο του Καντακουζηνού).

Η μεγάλης κλίμακας αστική ανάπτυξη επί των πριγκίπων Σερμπάν και Κονσταντίν Μπρανκοβεάνου περιέλαβε την ανέγερση πολλών θρησκευτικών κτισμάτων , όπως το Μοναστήρι Αντίμ του Ιβηρίου, ενώ τo 1722 o βογιάρος Ιορντάκε Κρετσουλέσκου πρόσθεσε στην πόλη την ομώνυμη εκκλησία, σε μια περίοδο που οι περισσότεροι νέοι χώροι λατρείας αφιερώνονταν από συντεχνίες εμπόρων.

Οι Φαναριώτες ηγεμόνες εγκαινίασαν πολλούς μεγάλους χώρους λατρείας, όπως, μεταξύ άλλων, το Μοναστήρι Βικιρέστι (1720), μνημειώδες υστεροβυζαντινό έργο, το Ναό Σταυροπόλεως (1724) - και τα δύο ανεγερθέντα από το Νικόλαο Μαυροκορδάτο -, την Πόπα Ναν (1719), τη Ντομνίτσα Μπαλάσα (1751), εκείνο στο Παντελίμον (1752), τη Σίτου Μιγκουρεάνου (1756), την Ικοανέι (1786) και την Αμζέι (1808). Επόμενη περίοδος ακμής της ανέγερσης Ορθόδοξων θρησκευτικών χώρων ήταν εκείνη του μεσοπολέμου, προστέθηκαν 23 νέες εκκλησίες μέχρι το 1944.

Εβραϊκή ιστορία του Βουκουρεστίου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Συναγωγή του Βουκουρεστίου
Κρατικό Εβραϊκό Θέατρο

Η Εβραϊκή κοινότητα του Βουκουρεστίου, ήταν, αρχικά τουλάχιστον, στη συντριπτική της πλειοψηφία Σεφαρδίτες (μέχρις ότου Ασκεναζίτες άρχισαν να φθάνουν από τη Μολδαβία στις αρχές του 19ου αιώνα). Οι Εβραίοι αναφέρονται για πρώτη φορά ως ιδιοκτήτες καταστημάτων επί του Μίρτσεα Τσιομπανούλ (περίπου 1550) και, παρά τους συχνούς διωγμούς και τα πογκρόμ, αποτελούσαν μεγάλο τμήμα των επαγγελματικών ελίτ κατά το μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας του Βουκουρεστίου και το μεγαλύτερο μέρος του συνολικού πληθυσμού μετά τους Ρουμάνους (περίπου 11%). Οι κύριες περιοχές κατοικίας των Εβραίων επικεντρώνονταν στη σημερινή Πλατεία Ουνίριι και τη συνοικία Βικιρέστι.

Kατά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο οι Εβραίοι έγιναν στόχος εκτεταμένης βίας από το καθεστώς της Σιδηράς Φρουράς και πολλοί δέχθηκαν επιθέσεις και οι περιουσίες τους λεηλατήθηκαν, ενω άλλοι τελικά θανατώθηκαν. Κατά την Εξέγερση της Σιδηράς Φρουράς τον Ιανουάριο του 1941 περίπου 130 Εβραίοι βασανίσθηκαν άγρια και δολοφονήθηκαν. Αριθμός ντόπιων Εβραίων εκτοπίστηκαν στην Υπερδνειστερία από το καθεστώς του Ιον Αντονέσκου, αλλά οι περισσότεροι παρέμειναν και υποχρεώθηκαν σε καταναγκαστικές εργασίες όπως ο εκχιονισμός, η διαλογή των συντριμιών των Συμμαχικών βομβαρδισμών, κλπ. Το Ολοκαύτωμα του Β΄Π.Π. και η μετανάστευση τόσο στο Ισραήλ όσο και σε άλλες χώρες είχαν ως αποτέλεσμα τη δραστική μείωση του Εβραϊκού πληθυσμού. Σήμερα σημαντικά ιδρύματα της κοινότητας είναι η Συναγωγή και το Κρατικό Εβραϊκό Θέατρο.

Αλλες κοινότητες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Καθεδρικός του Αγίου Ιωσήφ

Ομάδες Ορθόδοξες στην πλειοψηφία τους, πέραν των Ρουμάνων, ήταν σημαντικές κοινότητες Ελλήνων (με μεγάλη επιρροή και πανταχού παρούσα στο μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας της πόλης, αναφέρεται στο Βουκουρέστι ήδη από το 1561 και, αφού έφθασε στο αποκορύφωμά της το 18ο αιώνα, άρχισε να παρακμάζει), Αρμάνων (που πρωτοαναφέρονται το 1623 αλλά συγκαταλέγονταν μεταξύ των Ελλήνων από προηγούμενες μαρτυρίες), Σέρβων και Βουλγάρων, μαζί με άλλους Νότιους Σλάβους (Βούλγαροι και Σέρβοι συγχέονταν κοινά αναφερόμενοι μέχρι το 19ο αιώνα, ενω την ίδια στιγμή πηγές έκαναν περισσότερο διάκριση μεταξύ εμπόρων από το Γκάμπροβο, το Τσίπροβτσι ή το Ράζγκραντ και σημαντική ομάδα αποχώρησε με τους Ρώσους με το τέλος του [[Ρωσοτουρκικός Πόλεμος (1828-1829)|πολέμου του 1828-1829 και εγκαταστάθηκαν στο Βουκουρέστι ως κηπουροί και γαλατάδες), καθώς και Άραβες ενορίτες της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Αντιόχειας, Ρώσοι και οι περισσότεροι από τους σημερινούς Αλβανούς. Προστατευόμενοι από την Εκκλησία μάλλον παράθεωρούμενοι πραγματικά ενορίτες της, οι Ρομά ήταν δούλοι των βογιάρων και της ίδιας της Εκκλησίας. Το 1860 υπολογίζεται ότι υπήρχαν στο Βουκουρέστι 9.000 Ρομά.

Λουθηρανική Εκκλησία

Σήμερα υπάρχουν 18 Ρωμαιοκαθολικοί χώροι λατρείας στο Βουκουρέστι, μεταξύ αυτών η Μπιρίτια (χτίστηκε το 1741, ανακαινίσθηκε το 1861), ο Καθεδρικός του Αγίου Ιωσήφ (1884) και η Ιταλική Εκκλησία (1916). Η Ρωμαιοκαθολική κοινότητα (που περιλαμβάνει πιστούς της Ελληνόρρυθμης Καθολικής Εκκλησίας) έχει παραδοσιακά συνοδευτεί από την παρουσία εθνικών ομάδων Καθολικών στην πλειοψηφία τους : έμποροι από τη Ραγούζα πρωτοαναφέρονται το 16ο αιώνα, Ιταλοί καταγεγραμμένοι περί το 1630 απασχολούνταν παραδοσιακά ως χτίστες, μία πολωνική μειονότητα έγινε αξιόλογη μετά την Εξέγερση του Ιανουαρίου του 1863, που ανάγκασε πολλούς να βρουν καταφύγιο στη Ρουμανία, οι Γάλλοι, με μεγάλη επιρροή από τα τέλη του 18ου και τις αρχές του 19ου αιώνα, ήταν περίπου 700 τη δεκαετία του 1890, ενώ μεταξύ των δύο Παγκοσμίων Πολέμων το Βουκουρέστι φιλοξενούσε μια μεγάλη μειονότητα (Ούγγρων) Σέκελι (πιθανόν δεκάδων χιλιάδων).

Αρμένιοι, κυρίως Γρηγοριανοί, που ήρθαν αρχικά από το Κάμιανετς-Ποντίλσκι (Ουκρανία) και το Ρούσε, πρωτοαναφέρονται το 17ο αιώνα και άφησαν τα ίχνη τους σε όλη την πόλη με το έργο του Μανούκ-μπέη και του Κρικόρ Ζαμπατσιάν. Εχτισαν την πρώτη τους εκκλησία το 1638 και το πρώτο Αρμενόγλωσσο σχολείο τους το 1817. Το 1911 εγκαινιάσθηκε μια νέα εκκλησία, χτισμένη με πρότυπο εκείνη στο Ετσιμιατζίν της Αρμενίας.

Οι περισσότεροι Προτεστάντες στο Βουκουρέστι ήταν παραδοσιακά Ούγγροι Καλβινιστές και Γερμανοί Λουθηρανοί και ήταν αρκετές χιλιάδες από τους κατοίκους της πόλης. Αναφερόμενοι από το 1574 οι Λουθηρανοί έχουν μια εκκλησία βόρεια του Σάλα Παλατουλούι, στη Strada Luterană (Οδός Λουθηρανών).

Το Ισλάμ ήταν αρχικά παρόν με τη σχετικά μικρή Τουρκική κοινότητα και μικρές ομάδες Μουσουλμάνων Ρομά και Αράβων. Τώρα αντιπροσωπεύεται από μια αυξανόμενη, κυρίως Μεσανατολική, μειονότητα μεταναστών. Το 1923 κατασκευάστηκε ένα τζαμί στο Πάρκο Καρόλου.

Συνθήκες υπογεγραμμένες στο Βουκουρέστι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γεωγραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γενικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Aλέα στο Πάρκο Χεραστράου κοντά στη λίμνη

Το Βουκουρέστι βρίσκεται στις όχθες του Ποταμού Ντιμποβίτσα, που χύνεται στον Ποταμό Αρτζες, παραπόταμο του Δούναβη. Αρκετές λίμνες - σημαντικότερες οι Χεραστράου, Φλορέασκα Τέι και Κολέντινα - απλώνονται στα βόρεια τμήματα της πόλης, κατά μήκος του Ποταμού Κολέντινα, παραπόταμο του Ποταμού Ντιμποβίτσα. Ακόμη, στο κέντρο της πόλης, υπάρχει μια μικρή τεχνητή λίμνη, η Λίμνη Τσισμιτζίου, που περιβάλλεται από τους ομώνυμους κήπους. Οι Κήποι Τσισμιτζίου έχουν πλούσια ιστορία, σύχναζαν εκεί ποιητοί και συγγραφείς. Οι κήποι άνοιξαν το 1847, βάσει των σχεδίων του Γερμανού αρχιτέκτονα Καρλ Φ.Β. Μάγιερ και είναι ο κυριότερος χώρος αναψυχής στο κέντρο της πόλης.

Εκτός από το Τσισμιτζίου, το Βουκουρέστι έχει το Πάρκο Χεραστράου και το Βοτανικό Κήπο. Το Πάρκο Χεραστράου βρίσκεται στο βόρειο τμήμα της πόλης, γύρω από την ομώνυμη λίμνη, και περιλαμβάνει το Μουσείο Χωριού. Ο Βοτανικός Κήπος, στη συνοικία Κοτροτσένι, λίγο δυτικά του κέντρου της πόλης, είναι ο μεγαλύτερος του είδους του στη Ρουμανία και περιέχει πάνω από 10.000 είδη φυτών (πολλά από αυτά εξωτικά). Ξεκίνησε ως πάρκο αναψυχής της βασιλικής οικογένειας.

Μαύροι κύκνοι στη Λίμνη Τσισμιτζίου στους ομώνυμους κήπους
Αποψη της Πλατείας του Πανεπιστημίου από το Ξενοδοχείο Ιντερκοντινένταλ

Το Βουκουρέστι βρίσκεται στη νοτιοανατολική γωνία της Ρουμανικής Πεδιάδας, σε μια περιοχή που κάποτε καλύπτονταν από τα Δάση Βλισιέι, που αφού αποψιλώθηκαν έδωσαν τη θέση τους σε μια εύφορη πεδιάδα. Οπως πολλές πόλεις, το Βουκουρέστι θεωρείται παραδοσιακά ότι έχει χτιστεί πάνω σε επτά λόφους, παρόμοιους με τους επτά λόφους της Ρώμης. Οι επτά λόφοι του Βουκουρεστίου είναι οι : Μιχάι Βόντα, Ντεαλούλ Μιτροπολιέι, Ράντου Βόντα, Κοτροτσένι, Σπιρέι, Βικιρέστι και Σφ. Γκεόργκε Νου.


Η πόλη έχει έκταση 226 τετ. χιλ. Το υψόμετρο ποικίλλει από 55,8 μ. στη γέφυρα του Ντιμπόβιτσα στο Τσίτελου, στο νοτιοανατολικό Βουκουρέστι, μέχρι 91,5 μ. στην εκκλησία στο Μιλιτάρι. Η πόλη έχει σχήμα περίπου κυκλικό με το κέντρο της στο σταυροδρόμι των κύριων αξόνων βορρά-νότου και ανατολής-δύσης στην Πλατεία του Πανεπιστημίου. Το ορόσημο για το Χιλιόμετρο Μηδέν βρίσκεται στα νότια της Πλατείας του Πανεπιστημίου, μπροστά από τη Νέα Εκκλησία του Αγίου Γεωργίου (Sfântul Gheorghe Nou), στην Πλατεία Αγίου Γεωργίου (Piața Sfântul Gheorghe). Η ακτίνα του Βουκουρεστίου, από την Πλατεία του Πανεπιστημίου μέχρι τα όρια της πόλης σε όλες τις κατευθύνσεις ποικίλλει περίπου από 10 ως 12 χιλιόμετρα.

Μέχρι πρόσφατα οι περιοχές γύρω από το Βουκουρέστι ήταν κυρίως αγροτικές, αλλά μετά το 1989 άρχισαν να χτίζονται προάστια γύρω από την πόλη, στο Νομό Ιλφοβ που το περιβάλλει. Περαιτέρω αστική ενοποίηση αναμένεται στα τέλη της δεκαετίας του 2010, ΄ταν θα αρχίσει να λειτουργεί το σχέδιο της "Μητροπολιτικής Περιοχής του Βουκουρεστίου", ενσωματώνοντας πρόσθετες κοινότητες και πόλεις από τον Ιλφοβ και άλλους γειτονικούς νομούς.

Κλίμα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Βουκουρέστι έχει υγρό ηπειρωτικό κλίμα. Λόγω της θέσης του στη Ρουμανική Πεδιάδα οι χειμώνες στην πόλη μπορεί να γίνουν θυελλώδεις, αν και μερικές φορές μετριάζονται λόγω της αστικοποίησης. Οι χειμερινές θερμοκρασίες είναι συχνά κάτω από 0°C, μερικές φορές ακόμη και στους -20°C. Το καλοκαίρι η μέση θερμοκρασία είναι 23°C (ο μέσος όρος για τον Ιούλιο και τον Αύγουστο), παρά το γεγονός ότι οι θερμοκρασίες φθάνουν συχνά τους 35-40°C στο κέντρο της πόλης τα μέσα του καλοκαιριού. Αν και η μέση βροχόπτωση και υγρασία το καλοκαίρι είναι χαμηλές υπάρχουν σποραδικές έντονες καταιγίδες.Την άνοιξη και το φθινόπωρο, οι θερμοκρασίες την ημέρα ποικίλλουν μεταξύ 17 και 22°C και η βροχόπτωση την άνοιξη τείνει να είναι περισσότερη από ότι το καλοκαίριμε διαστήματα βροχής συχνότερα αν και ηπιότερα.

Κλιματικά δεδομένα Bucharest
Μήνας Ιαν Φεβ Μαρ Απρ Μαι Ιουν Ιουλ Αυγ Σεπ Οκτ Νοε Δεκ Έτος
Μέγιστη Υψηλότερη °C (°F) 16.8 20.6 27.4 31.4 35.1 36.4 39.6 40.0 36.8 33.6 24.7 18.4 40,0
Μέση Υψηλότερη° C (°F) 1.5 4.1 10.5 18.0 23.3 26.8 28.8 28.5 24.6 18.0 10.0 3.8 16,5
Μέση Ημερήσια °C (°F) −2.4 −0.1 4.8 11.3 16.7 20.2 22.0 21.2 16.9 10.8 5.2 0.2 10,6
Μέση Χαμηλότερη °C (°F) −5.5 −3.3 0.3 5.6 10.5 14.0 15.6 15.0 11.1 5.7 1.6 −2.6 5,7
Ελάχιστη Χαμηλότερη °C (°F) −23.7 −23.9 −16.6 −2.7 0.0 5.2 8.7 5.2 −3.1 −7.3 −18.8 −19.5 −23,9
Κατακρημνίσεις mm (ίντσες) 40
(1.57)
36
(1.42)
38
(1.5)
46
(1.81)
70
(2.76)
77
(3.03)
64
(2.52)
58
(2.28)
42
(1.65)
32
(1.26)
49
(1.93)
43
(1.69)
595
(23,43)
Χιονόπτωση cm (ίντσες) 13.7
(5.39)
11.0
(4.33)
10.5
(4.13)
1.5
(0.59)
0.0
(0)
0.0
(0)
0.0
(0)
0.0
(0)
0.0
(0)
0.0
(0)
8.8
(3.46)
10.5
(4.13)
56
(22,05)
Μέσες ημέρες κατακρημνίσεων (≥ 1.0 mm) 6 6 6 7 6 6 7 6 5 5 6 6 72
Μέσες μηνιαίες ώρες ηλιοφάνειας 70.6 84.5 138.0 184.8 246.3 265.8 289.2 281.4 224.1 177.4 87.5 62.8 2.112,4
Πηγή: NOAA[1]

Ποιότητα ζωής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εμπορικό Κέντρο Unirea, 2012

Οπως αναφέρεται στις διεθνείς έρευνες Mercer για την ποιότητα ζωής στις πόλεις του κόσμου, το Βουκουρέστι είχε την 94η θέση το 2001 και έπεσε στην 108η το 2009 και την 107η το 2010. Συγκριτικά το 2010 η Βιέννη ήταν 1η, η Βουδαπέστη 73η και η Σόφια 114η. Οι Σύμβουλοι Mercer Human Resource δημοσιεύουν κάθε χρόνο μια παγκόσμια κατάταξη των πιο βιώσιμων πόλεων του κόσμου βασιζόμενοι σε 39 βασικά κριτήρια ποιότητας ζωής. Μεταξύ αυτών είναι η πολιτική σταθερότητα, οι κανονισμοί ανταλλαγής συναλλάγματος, η λογοκρισία στην πολιτική και στα μέσα μαζικής ενημέρωσης, η κατοικία, το περιβάλλον και η δημόσια ασφάλεια. Η Mercer συλλέγει παγκοσμίως στοιχεία για 215 πόλεις.

Δημογραφικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Historical populations
Έτος Πληθυσμός   ±%  
1595 10.000 —    
1650 20.000 +100.0%
1789 30.030 +50.2%
1831 60.587 +101.8%
1851 60.000 −1.0%
1859 121.734 +102.9%
1877 177.646 +45.9%
1889 282.071 +58.8%
1912 341.321 +21.0%
1930 639.040 +87.2%
1948 1.025.180 +60.4%
1956 1.177.661 +14.9%
1966 1.366.684 +16.1%
1977 1.807.239 +32.2%
1992 2.064.474 +14.2%
2002 1.926.334 −6.7%
2011 1.883.425 −2.2%

Σύμφωνα με την απογραφή του 2011 1.883.425 ζουν στα όρια της πόλης, λιγότεροι από την απογραφή του 2002. Η μείωση αυτή οφείλεται στη μικρή φυσική αύξηση, αλλά επίσης σεστροφή του πληθυσμού από την ίδια την πόλη σε γειτονικές μικρές πόλεις, όπως οι Βολουντάρι, Μπούφτεα, ή Οτοπένι. Σε μελέτη των Ηνωμένων Εθνών το Βουκουρέστι κατατάσσεται 19ο μεταξύ 28 πόλεων που κατέγραψαν απότομη μείωση πληθυσμού μεταξύ 1990 και 2015.

Ο πληθυσμός της πόλης σύμφωνα με την απογραφή του 2002 ήταν 1.926.334 κάτοικοι, ή 8,9% του συνολικού πληθυσμού της Ρουμανίας. Σημαντικός αριθμός ανθρώπων συναλλάσσεται στην πολη καθημερινά, κυρίως από το γύρω Νομό Ιλφοβ, όμως δεν υπάρχουν επίσημα στατιστικά στοιχεία σχετικά με τον αριθμό τους.

O πληθυσμός του Βουκουρεστίου γνώρισε δύο περιόδους ταχείας αύξησης, η πρώτη άρχισε στα τέλη του 19ου αιώνα, όταν η πόλη παγιώθηκε ως αρχική πρωτεύουσα, και διήρκεσε μέχρι το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και η δεύτερη την περίοδο του Τσαουσέσκου (1965–1989), όταν ξεκίνησε μια μαζική καμπάνια αστικοποίησης και πολλοί άνθρωποι μετανάστευσαν από τις αγροτικές περιοχές στην πρωτεύουσα. Την εποχή αυτή, λόγω της απόφασης του Τσαουσέσκου να απαγορεύσει την άμβλωση και την αντισύλληψη, ήταν επίσης σημαντική η φυσική αύξηση του πληθυσμού.

Περίπου ποσοστό 96,6 % του πληθυσμού του Βουκουρεστίου είναι Ρουμάνοι. Αλλες σημαντικές εθνικές ομάδες είναι Ρομά, Ούγγροι, Εβραίοι, Τούρκοι, Kινέζοι και Γερμανοί. Σχετικά μικρός αριθμός κατοίκων του Βουκουρεστίου είναι Ελληνικής, Βορειοαμερικανικής, Γαλλικής, Αρμενικής, Ρωσικής (Παλαιοί Πιστοί) και Ιταλικής καταγωγής. Μια από τις κατά κύριο λόγο Ελληνικές συνοικίες ήταν το Βιτάν - όπου επίσης ζούσε Εβραϊκός πληθυσμός, που πάντως είχε εντονότερη παρουσία στο Βικιρέστι και σε περιοχές γύρω από την Πλατεία του Πανεπιστημίου.

Οσον αφορά το θρήσκευμα, 96,1% του πληθυσμού είναι Ρουμάνοι Ορθόδοξοι, 1,2 % είναι Ρωμαιοκαθολικοί, 0,5 % είναι Μουσουλμάνοι και 0,4 % είναι Ρουμάνοι Ελληνοκαθολικοί. Παρόλα αυτά μόνο 18 % του πληθυσμού οποιασδήποτε θρησκείας εκκλησιάζεται μια τουλάχιστον φορά την εβδομάδα. Το προσδόκιμο ζωής των κατοίκων του Βουκουρεστίου το 2003–2005 ήταν 74,14 έτη, περίπου 2 έτη μεγαλύτερο από το μέσο όρο της Ρουμανίας. Ειδικότερα για τις γυναίκες ήταν 77,41 και για τους άνδρες 70,57 έτη.

Oικονομία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο του Βουκουρεστίου (2007)

Το Βουκουρέστι αποτελεί το κέντρο της Ρουμανικής οικονομίας και βιομηχανίας, αντιπροσωπεύοντας περίπου τ0 22.7 % (2010) του ΑΕΠ της χώρας και το ένα τέταρτο της βιομηχανικής παραγωγής της, ενώ κατοικείται από το 9 % του πληθυσμού της. Σχεδόν το ένα τρίτο των εθνικών φόρων πληρώνεται από τους πολίτες και τις επιχειρήσεις του Βουκουρεστίου. Το 2011, με βάση την ισοτιμία αγοραστικής δύναμης, το Βουκουρέστι είχε ένα κατά κεφαλή ΑΕΠ €30,700, ή 122% του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και υπερδιπλάσιο του μέσου όρο της Ρουμανίας. Μετά από σχετική στασιμότητα τη δεκαετία του 1990, η ισχυρή οικονομική ανάπτυξη της πόλης έχει αναζωογονήσει τις υποδομές και έχει οδηγήσει στη δημιουργία εμπορικών κέντρων, συγκροτημάτων κατοικιών και πολυόροφων κτιρίων γραφείων. Τον Ιανουάριο του 2013 το Βουκουρέστι είχε δείκτη ανεργίας 2,1 %, σημαντικά χαμηλότερο από τον εθνικό 5,8 %.

Ουρανοξύστης (137 μ.), τμήμα του Κέντρου Φλορεάσκα

Η οικονομία του Βουκουρεστίου επικεντρώνεται στη βιομηχανία και τις υπηρεσίες, με τις δεύτερες με αυξανόμενη σημασία την τελευταία δεκαετία. Οι έδρες 186.000 επιχειρήσεων, περιλαμβανομένων όλων σχεδόν των μεγάλων Ρουμανικών εταιρειών, βρίσκονται στο Βουκουρέστι. Σημαντική πηγή ανάπτυξης έχει αποτελέσει μετά το 2000 ο ταχέως επεκτεινόμενος τομέας ακινήτων και κατασκευών. Το Βουκουρέστι είναι επίσης το μεγαλύτερο κέντρο τεχνολογίας πληροφορικής και επικοινωνιών της Ρουμανίας και φιλοξενεί αρκετές εταιρείες λογισμικού που παρέχουν τις υπηρεσίες τους σε υπερπόντια κέντρα. ΤΟ Χρηματιστήριο του Βουκουρεστίου, το μεγαλύτερο της Ρουμανίας, που συγχωνεύθηκε το 2005 με το ηλεκτρονικό χρηματιστήριο με έδρα το Βουκουρέστι Rasdaq, παίζει βασικό ρόλο στην οικονομία της χώρας.

Υπάρχουν στο Βουκουρέστι διεθνείς αλυσίδες σουπερμάρκετ, όπως Carrefour, Cora και Metro. Η πόλη διανύει μια περίοδο άνθησης του λιανικού εμπορίου, με σουπερμάρκετ και υπερμάρκετ να ανοίγουν κάθε χρόνο. Το Βουκουρέστι διαθέτει πολλές μάρκες πολυτελείας, όπως Louis Vuitton, Hermes, Gucci, Armani, Hugo Boss, Prada, Calvin Klein, Rolex, Burberry και πολλές άλλες. Από τα τέλη της δεκαετίας του 1990 έχουν κατασκευασθεί μολ και μεγάλα εμπορικά κέντρα όπως τα AFI Palace Cotroceni, Sun Plaza, Băneasa Shopping City, Plaza Romania, Unirea Shopping Center και Liberty Center. Υπάρχουν παραδοσιακές εμπορικές στοές και αγορές, όπως εκείνη στο Ομπορ.

Μεταφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το εκτενές σύστημα δημόσιων συγκοινωνιών του Βουκουρεστίου είναι το μεγαλύτερο στη Ρουμανία και ένα από τα μεγαλύτερα στην Ευρώπη. Αποτελείται από το μετρό του Βουκουρεστίου, που το λειτουργεί η Metrorex καθώς επίσης από ένα σύστημα μεταφορών επιφάνειας που οργανώνεται από RATB (Regia Autonoma de Transport Bucuresti) και αποτελείται από λεωφορεία, τραμ, τρόλεϊ και τραινα. Επιπλέον, υπάρχει ένα ιδιωτικό σύστημα ταξί και μικρών λεωφορείων.

Η πόλη έχει δύο διεθνή αεροδρόμια. Βασικός σιδηροδρομικός σταθμός είναι ο Γκάρα ντε Νορντ, αλλά υπάρχουν άλλοι πέντε μικρότεροι.

Πολιτισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εθνική Βιβλιοθήκη

Το Βουκουρέστι έχει μια αναπτυσσόμενη πολιτιστική ζωή, σε τομείς όπως οι εικαστικές, οι παραστατικές τέχνες του θεάματος και η νυχτερινή ζωή. Σε αντίθεση με άλλα μέρη της Ρουμανίας, όπως η Μαύρη Θάλασσα και η Τρανσυλβανία, η πολιτιστική ζωή του Βουκουρεστίου δεν έχει συγκεκριμένο στυλ αλλά περιλαμβάνει στοιχεία της Ρουμανικής και της παγκόσμιας κουλτούρας.

Αξιοθέατα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Arcul de Triumf (Αψίδα του Θριάμβου)
Tο άγαλμα του Ίωνα Λούκα Καρατζιάλε κοντά στο Ξενοδοχείο Ιντερκοντινένταλ

Το Βουκουρέστι έχει αξιοθέατα κτίρια και μνημεία. Το επιφανέστερο ίσως από αυτά είναι το Παλάτι της Βουλής, χτισμένο τη δεκαετία του 1980, επί της ηγεσίας του Κομμουνιστή δικτάτορα Νικολάε Τσαουσέσκου. Το μεγαλύτερο κτίριο Βουλής στον κόσμο, στεγάζει το Ρουμανικό Κοινοβούλιο (τη Βουλή των Αντιπροσώπων και τη Γερουσία) καθώς και το Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης και διαθέτει ένα από τα μεγαλύτερα συνεδριακά κέντρα στον κόσμο.

Tο Μνημείο της Αναγέννησης

Αλλο αξιοθέατο στο Βουκουρέστι είναι η Arcul de Triumf (Αψίδα του Θριάμβου), χτισμένη στη σημερινή μορφή της το 1935 με πρότυπο την Αψίδα του Θριάμβου στο Παρίσι. Νεότερο αξιοθέατο της πόλης είναι το Μνημείο της Αναγέννησης, μια στυλιζαρισμένη μαρμάρινη στήλη, που αποκαλύφθηκε το 2005 για να τιμήσει τη μνήμη των θυμάτων της Ρουμανικής Επανάστασης του 1989, που ανέτρεψε τον Κομμουνισμό. Το αφηρημένο μνημείο προκάλεσε αντιπαραθέσεις, όταν έγιναν τα αποκαλυπτήριά του και βαφτίστηκε με ονόματα όπως "η ελιά στην οδοντογλυφίδα", ("măslina-n scobitoare"), καθώς πολλοί υποστήριξαν ότι δεν ταίρειαζε με τον περιβάλλοντα χώρο του και πίστευαν ότι η επιλογή του βασιζόταν σε πολιτικούς λόγους.

Το κτίριο του Ρουμανικού Αθήναιου θεωρείται σύμβολο του Ρουμανικού πολιτισμού και από το 2007 είναι στον κατάλογο των τόπων Ευρωπαϊκής Κληρονομιάς.

Το Ξενοδοχείο Ιντερκοντινένταλ είναι πολυόροφο ξενοδοχείο πέντε αστέρων κοντά στην Πλατεία του Πανεπιστημίου και είναι επίσης αξιοθέατο της πόλης. Είναι έτσι σχεδιασμένο ώστε κάθε δωμάτιό του έχει μοναδική πανοραμική θέα της πόλης. Αλλοι πολιτιστικοί χώροι είναι το Εθνικό Μουσείο Τέχνης, το Μουσείο Φυσικής Ιστορίας "Grigore Antipa", το Αγροτικό Μουσείο της Ρουμανίας (Muzeul țăranului Român), το Εθνικό Ιστορικό Μουσείο και το Στρατιωτικό Μουσείο.

Εικαστικές τέχνες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εθνικό Μουσείο Τέχνης

Όσον αφορά τις εικαστικές τέχνες, η πόλη έχει μουσεία τόσο για την κλασική, όσο και για τη σύγχρονη Ρουμανική τέχνη, καθώς και επιλεγμένα διεθνή έργα. Το Εθνικό Μουσείο Τέχνης είναι ίσως το πιο γνωστό από τα μουσεία του Βουκουρεστίου. Στεγάζεται στα βασιλικά ανάκτορα και διαθέτει συλλογές μεσαιωνικής και νεότερης Ρουμανικής τέχνης, μεταξύ αυτών έργα του γλύπτη Κονσταντίν Μπρανκούζι, καθώς και μια διεθνή συλλογή δημιουργημένη από τη Ρουμανική βασιλική οικογένεια.

Αλλα, μικρότερα μουσεία, περιέχουν εξειδικευμένες συλλογές. Το Μουσείο Ζαμπακιάν, που στεγάζεται στην πρώην κατοικία του Κρικόρ Χ. Ζαμπακιάν, περιέχει έργα διάσημων Ρουμάνων καθώς και ξένων καλλιτεχνών, όπως οι Πωλ Σεζάν, Ευγένιος Ντελακρουά, Ανρί Ματίς, Καμίλ Πισαρό και Πάμπλο Πικάσο.

Το Μουσείο Γκεόργκε Ταταρέσκου περιέχει προσωπογραφίες εξόριστων Ρουμάνων επαναστατών, όπως οι Γκεόργκε Μαγκέρου, Στέφαν Γκολέσκου, Νικολάε Μπαλτσέσκου και αλληγορικές συνθέσεις με επαναστατικά (Αναγέννηση της Ρουμανίας, 1849) και πατριωτικά Ενωση των Πριγκιπάτων, 1857) θέματα.

Το Μουσείο Τεοντόρ Παλάντι στεγάζεται σε μία από τις παλιότερες σωζώμενες εμπορικές κατοικίες του Βουκουρεστίου και περιλαμβάνει έργα του Ρουμάνου ζωγράφου Τεοντόρ Παλάντι καθώς και έπιπλα Ευρωπαϊκά και από την Ανατολή.

Αίθουσα του θρόνου στα βασιλικά ανάκτορα , που στεγάζουν σήμερα το Εθνικό Μουσείο Τέχνης

To Μουσείο Συλλογών Τέχνης περιέχει τις συλλογές Ρουμάνων συλλεκτών όπως ο Κρικόρ Ζαμπακιάν και ο Τεοντόρ Παλάντι.

Πέραν από τις πινακοθήκες και τα μουσεία κλασικής τέχνης της πόλης, για τη σύγχρονη τέχνη υπάρχει επίσης το Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης (MNAC), που στεγάζεται σε πτέρυγα στο Παλάτι της Βουλής, άνοιξε το 2004 και περιέχει Ρουμανική και ξένη σύγχρονη τέχνη. Το MNAC διευθύνει επίσης το Kalinderu MediaLab, σχετικό με τα πολυμέσα και την πειραματική τέχνη. Υπάρχουν επίσης ιδιωτικές αίθουσες τέχνης σε όλο το κέντρο της πόλης.

Το μέγαρο της Εθνικής Τράπεζας της Ρουμανίας στεγάζει την εθνική νομισματική συλλογή. Τα εκθέματα περιλαμβάνουν χαρτονομίσματα, νομίσματα, έγγραφα, φωτογραφίες, χάρτες, ράβδους αργύρου και χρυσού, χρυσά νομίσματα, σφραγίδες και μήτρες. Το κτίριο κατασκευάσθηκε μεταξύ 1884 και 1890. Το θησαυροφυλάκειο περιέχει αξιόλογες μαρμάρινες διακοσμήσεις.

Παραστατικές τέχνες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Tο Εθνικό Θέατρο υπό ευρεία αποκατάσταση

Οι παραστατικές τέχνες είναι ένα από τα ισχυρότερα πολιτιστικά στοιχεία του Βουκουρεστίου. Η πιο διάσημη συμφωνική ορχήστρα είναι η Εθνική Ραδιοφωνική Ορχήστρα της Ρουμανίας. Ενα από τα σημαντικότερα κτίρια είναι το νεοκλασικό Ρουμανικό Αθήναιο (1852), που φιλοξενεί συναυλίες κλασσικής μουσικής, το Φεστιβάλ Γκεόργκε Ενέσκου και στεγάζει τη Φιλαρμονική Ορχήστρα Γκεόργκε Ενέσκου.

Το Βουκουρέστι έχει τη Ρουμανική Εθνική Οπερα καθώς και το Θέατρο Ί. Λ. Καρατζιάλε. Αλλο ονομαστό θέατρο στο Βουκουρέστι είναι το Κρατικό Εβραϊκό Θέατρο, που ανεβάζει θεατρικές παραστάσεις με πρωταγωνίστρια την παγκοσμίου φήμης Ρουμανοεβραία ηθοποιό Μάγια Μόργκενστερν. Μικρότερα θέατρα σε όλη την πόλη ασχολούνται με συγκεκριμένα είδη, όπως το Θέατρο Κωμωδίας, το Θέατρο Νοτάρα, το Θέατρο Μπουλάντρα, το Θέατρο Οντεόν και το θέατρο επιθεώρησης του Κονσταντίν Τανάσε.

Μουσική και νυχτερινή ζωή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οδός Κοβάτσι στο Λιπτσάνι

Το Βουκουρέστι έχει τις μεγαλύτερες δισκογραφικές εταιρείες της Ρουμανίας και είναι η κατοικία των περισσότερων Ρουμάνων μουσικών. Ρουμανικά ροκ συγκροτήματα των δεκαετιών του 1970 και του 1980, όπως τα Iris και Holograf, εξακολουθούν να είναι δημοφιλή, ιδιαίτερα μεταξύ των μεσηλίκων, ενώ από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 αναπτύχθηκε η χιπ-χοπ και η ραπ. Συγκροτήματα και καλλιτέχνες της χιπ-χοπ από το Βουκουρέστι, όπως οι B.U.G. Mafia, Paraziții, La Familia, απολαμβάνουν εθνική και διεθνή αναγνώριση.

Το ποπ-ροκ συγκρότημα Taxi χαίρει διεθνούς εκτίμησης, όπως και η ροκ διασκευή της παραδοσιακής Ρουμανικής μουσικής από τους Spitalul de Urgență. Ενώ πολλές συνοικιακές ντίσκο παίζουν manele, ένα είδος μουσικής με Ανατολικές και Τσιγγάνικες επιρροές, που είναι ιδιαίτερα δημοφιλές στις εργατικές συνοικίες του Βουκουρεστίου, η πόλη έχει μια πλούσια τζαζ και μπλουζ σκηνή και, σε ακόμη μεγαλύτερο βαθμό, σκηνές house music/trance και χέβι μέταλ/πανκ. Η εικόνα της τζαζ του Βουκουρεστίου έχει ιδιαίτερα αναβαθμιστεί από το 2002, με την παρουσία δύο χώρων εκδηλώσεων, των Green Hours και Art Jazz, καθώς και με Αμερικανική παρουσία μαζί με τους εκεί Ρουμάνους.

Δεν υπάρχει κεντρική ζώνη νυχτερινής ζωής, με τα κέντρα διασκέδασης διεσπαρμένα σε όλη την πόλη, με πυρήνες στο Λίπτσανι και στο Ρέτζιε. Η πόλη διαθέτει μερικά από τα καλύτερα κλαμπ ηλεκτρονικής μουσικής στην Ευρώπη, όπως τα Kristal Glam Club και Studio Martin. Αλλοι αξιόλογοι χώροι είναι οι Gaia, Bamboo, Fratelli, Kulturhaus και Fabrica.

Πολιτιστικές εκδηλώσεις και φεστιβάλ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ρουμανικό Αθήναιο

Υπάρχουν αρκετά πολιστικά φεστιβάλ στο Βουκουρέστι όλο το χρόνο, αλλά τα περισσότερα τους καλοκαιρινούς μήνες Ιούνιο, Ιούλιο και Αύγουστο. Η Εθνική Οπερα διοργανώνει το Διεθνές Φεστιβάλ Οπερας κάθε χρόνο το Μάιο και τον Ιούνιο, όπου συμμετέχουν σύνολα και ορχήστρες από όλο τον κόσμο.

Η Εταιρεία του Ρουμανικού Αθήναιου διοργανώνει το Φεστιβάλ Γκεόργκε Ενέσκου σε διάφορα σημεία της πόλης το Σεπτέμβριο κάθε δύο χρόνια (μονά). Το Αγροτικό Ρουμανικό Μουσείο και το Μουσείο Χωριού διοργανώνουν όλο το χρόνο εκδηλώσεις που προβάλλουν τη Ρουμανική λαϊκή τέχνη.

Μετά το 2000, λόγω της εντεινόμενης ανάδειξης της Κινέζικης κοινότητας του Βουκουρεστίου, έλαβαν χώρα Κινέζικες πολιτιστικές εκδηλώσεις. Το πρώτο επίσημα οργανωμένο Κινέζικο ήταν το Φεστιβάλ Παραμονής της Κινέζικης Πρωτοχρονιάς το Βεβρουάριο του 2005, που έλαβε χώρα στο Πάρκο Νικίτα Στινέσκου και διοργανώθηκε από το Δημαρχείο του Βουκουρεστίου.

Το 2005 το Βουκουρέστι ήταν η πρώτη πόλη στη Νοτιοανατολική Ευρώπη, που φιλοξένησε τη διεθνή CowParade, με αποτέλεσμα δεκάδες διακοσμημένα γλυπτά-αγελάδες να τοποθετηθούν σε όλη την πόλη.

Συναυλία της Φιλαρμονικής Γκεόργκε Ενέσκου

Το 2004 το Βουκουρέστι επιβλήθηκε στον κύκλο των σημαντικών φεστιβάλ της Ανατολικής Ευρώπης με το Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Βουκουρεστίου, ευρέως αναγνωρισμένο στην Ευρώπη, με τιμητικούς προσκεκλημένους μεγάλα ονόματα του διεθνούς κινηματογράφου : Αντρέι Κοντσαλόφσκι, Ντάνις Τάνοβιτς, Νικήτα Μιχαλκόφ, Ρούτγκερ Χάουερ, Γέρζι Σκολιμόφσκι, Γιαν Χάρλαν, Ράντου Μιχιλεάνου και πολλοί άλλοι.

Από το 2005 το Βουκουρέστι έχει τη δική του σύγχρονη Μπιενάλε.

Παραδοσιακός πολιτισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ξύλινη εκκλησία του Τιμισένι στο Μουσείο Χωριού

Ο παραδοσιακός Ρουμανικός πολιτισμός εξακολουθεί να έχει σημαντική επιρροή σε τέχνες όπως το θέατρο, ο κινηματογράφος και η μουσική. Το Βουκουρέστι έχει δύο διεθνώς γνωστά εθνογραφικά μουσεία, το Ρουμανικό Αγροτικό Μουσείο και το υπαίθριο Μουσείο Χωριού.

Το Εθνικό Μουσείο Χωριού Ντιμίτριε Γκούστι, στο Πάρκο Χεραστράου, περιλαμβάνει 272 αυθεντικά κτίσματα και αγροκτήματα από όλη τη Ρουμανία.

Το Ρουμανικό Αγροτικό Μουσείο ανακηρύχτηκε Ευρωπαϊκό Μουσείο της Χρονιάς το 1996. Υπό την αιγίδα του Υπουργείου Πολιτισμού, το μουσείο έχει και εκθέτει πολλές συλλογές αντικειμένων και μνημείων υλικού και πνευματικού πολιτισμού. Το Ρουμανικό Αγροτικό Μουσείο διαθέτει μια από τις πλουσιότερες συλλογές αγροτικών αντικειμένων στη Ρουμανία, με την κληρονομιά του να αριθμεί περίπου 90.000 εκθέματα, κατανεμημένα σε διάφορες συλλογές : κεραμικά, ενδυμασίες, υφάσματα

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τον 14ο αιώνα στη περιοχή υπήρχε φρούριο Οθωμανών, γύρω από το οποίο αναπτύχθηκε σιγά σιγά η πόλη του Βουκουρεστίου. Το 1462 έγινε πρωτεύουσα των ηγεμόνων της Βλαχίας. Η Ελληνική Ακαδημία του Βουκουρεστίου όπου δίδαξαν δάσκαλοι του Γένους αποτέλεσε το πνευματικό φυτώριο της Βλαχίας και του υπόδουλου Ελληνισμού. Εδώ, πριν την επανάσταση του 1821 ζούσαν πολλοί Έλληνες. Πρωτεύουσα της ανεξάρτητης Ρουμανίας έγινε το 1880. Κατά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο το κατέλαβαν οι Γερμανοί από το 1940 ως το 1944, οπότε απελευθερώθηκε. Τα Χριστούγεννα του 1989 το Βουκουρέστι δοκιμάστηκε από την εξέγερση του ρουμανικού λαού κατά του κομμουνιστικού καθεστώτος.

Αξιοθέατα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Παλάτι της Βουλής παλιότερα γνωστό και σαν Παλάτι του Λαού

Αδελφοποιημένες πόλεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εικόνες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Wiktionary logo
Το Βικιλεξικό έχει λήμμα που έχει σχέση με το λήμμα:
Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα