Ιωάννης Ουνιάδης

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ιωάννης Ουνιάδης
JeanHuniade.jpg
Γέννηση
Χουνεντοάρα
Θάνατος
Σεμλίνο
Αιτία θανάτου Πανώλη
Ιδιότητα κοντοτιέρος και πολιτικός
Σύζυγος Ερζεβέτ Σζιλέγι ()
Τέκνα Ματθίας Κορβίνος και Λαδίσλαος Ουνιάδης
Υπογραφή
Signature of János Hunyadi.jpg
Commons page Πολυμέσα
Ο Ιωάννης Ουνιάδης

Ο Ιωάννης Ουνιάδης (ουγγρικά: Hunyadi János, ρουμανικά: Ioan de Hunedoara, περ. 1406 - 11 Αυγούστου 1456) υπήρξε ηγετική στρατιωτική και πολιτική μορφή της Ουγγαρίας στην Κεντρική και Νοτιοανατολική Ευρώπη κατά το 15ο αιώνα. Σύμφωνα με τις περισσότερες πηγές της εποχής του ήταν γιος οικογένειας ευγενών Ρουμανικής καταγωγής. Απέκτησε τη στρατιωτική του κατάρτιση στις νότιες παραμεθόριες περιοχές του Βασιλείου της Ουγγαρίας που ήταν εκτεθειμένες σε Οθωμανικές επιθέσεις. Οταν διορίσθηκε βοεβόδας της Τρανσυλβανίας και επικεφαλής πολλών νότιων επαρχιών, ανέλαβε την ευθύνη για την υπεράσπιση των συνόρων το 1441.

Ο Ουνιάδης υιοθέτησε τη Χουσιτική μέθοδο της χρήσης κάρων για στρατιωτικούς σκοπούς. Απασχολούσε επαγγελματίες στρατιώτες, αλλά κινητοποιούσε επίσης τους ντόπιους αγρότες εναντίον εισβολέων. Αυτές οι καινοτομίες συνέβαλαν στις πρώιμες επιτυχίες του ενάντια στα Οθωμανικά στρατεύματα που λεηλατούσαν τις νότιες παραμεθόριες επαρχίες στις αρχές της δεκαετίας του 1440. Αν και νικήθηκε στη Μάχη της Βάρνας το 1444 και στη δεύτερη μάχη του Κοσσυφοπεδίου το 1448, η επιτυχημένη του «Μακρά εκστρατεία» στον Αίμο το 1443-44 και η υπεράσπιση του Βελιγραδίου/Nándorfehérvár το 1456 κατά των στρατευμάτων που οδηγούσε προσωπικά Σουλτάνος καθιέρωσε τη φήμη του ως μεγάλου στρατηγού. Οι καμπάνες των Καθολικών και των παλαιότερων Προτεσταντικών εκκλησιών χτυπούν καθημερινά το μεσημέρι για να τιμήσουν τη μνήμη της νίκης του Βελιγραδίου, αν και ο πάπας το είχε διατάξει εκ των προτέρων, μια εβδομάδα πριν από την πολιορκία, προκειμένου να ενθαρρύνει τους στρατιώτες που αγωνίζονταν για τη Χριστιανοσύνη.

Ο Ιωάννης Ουνιάδης ήταν επίσης επιφανής πολιτικός. Συμμετείχε ενεργά στον εμφύλιο πόλεμο μεταξύ των οπαδών του Βλάντισλαβ Α΄ και του ανήλικου Λαδίσλαου Ε΄, των δύο διεκδικητών του θρόνου της Ουγγαρίας στις αρχές της δεκαετίας του 1440, υπέρ του πρώτου. Ως δημοφιλή μεταξύ των κατώτερων ευγενών, η Δίαιτα της Ουγγαρίας τον διόρισε, το 1445, ως ένας από τους επτά «Άρχοντες» που ήταν υπεύθυνοι για τη διοίκηση των κρατικών υποθέσεων μέχρι την ενηληκίωση του Λαδίσλαου Ε΄ (τότε ομόφωνα αποδεκτού ως βασιλιά). Η επόμενη Δίαιτα προχώρησε ακόμη περισσότερο, εκλέγοντας τον Ουνιάδη ως μοναδικό αντιβασιλέα με τον τίτλο του κυβερνήτη. Όταν παραιτήθηκε από αυτό το αξίωμα το 1452, ο βασιλιάς του απένειμε τον πρώτο κληρονομικό τίτλο (ισόβιος κόμης του Μπέστερτσε / Μπίστριτσα) στο Βασίλειο της Ουγγαρίας. Τη στιγμή εκείνη είχε γίνει ένας από τους πλουσιότερους γαιοκτήμονες στο βασίλειο και διατήρησε την επιρροή του στη Δίαιτα μέχρι το θάνατό του.

Αυτός ο Athleta Christi, όπως τον αποκαλούσε ο Πάπας Πίος Β΄, πέθανε τρεις εβδομάδες μετά το θρίαμβό του στο Nándorfehérvár / Βελιγράδι, θύμα επιδημίας που είχε ξεσπάσει στο στρατόπεδο των σταυροφόρων. Ωστόσο οι νίκες του επί των Τούρκων τους εμπόδισαν να εισβάλουν στο Βασίλειο της Ουγγαρίας για περισσότερα από 60 χρόνια. Η φήμη του ήταν αποφασιστικός παράγοντας για την εκλογή του γιου του, Ματθαίου Κορβίνου, ως βασιλιά από τη Δίαιτα του 1457. Ο Ουνιάδης είνα δημοφιλής ιστορική μορφή μεταξύ των Ούγγρων, των Ρουμάνων, των Σέρβων, των Βουλγάρων και άλλων εθνών της περιοχής.

Παιδική ηλικία (π. 1406 - π. 1420)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ένα βασιλικό παραχωρητήριο που εκδόθηκε στις 18 Οκτωβρίου 1409 περιέχει την πρώτη αναφορά στον Ιωάννη Ουνιάδη. Με το έγγραφο ο Βασιλιάς Σιγισμόνδος της Ουγγαρίας παραχώρησε το Κάστρο του Ουνιάδη (στη σημερινή Χουνεντοάρα της Ρουμανίας) και τα προσαρτημένα σε αυτό εδάφη στον πατέρα του Ιωάννη, Βόικ, και σε τέσσερις συγγενείς του, συμπεριλαμβανομένου του ίδιου του Ιωάννη. Σύμφωνα με το έγγραφο ο πατέρας του Ιωάννη υπηρετούσε στο βασιλικό οίκο ως «ιππότης της αυλής» εκείνη την εποχή, υποδηλώνοντας ότι καταγόταν από σεβαστή οικογένεια. Δύο χρονικογράφοι του 15ου αιώνα - ο Ιωάννης του Τούροτς και ο Aντόνιο Μπονφίνι - γράφουν ότι ο Βόικ είχε μετακομίσει από τη Βλαχία στην Ουγγαρία με πρωτοβουλία του βασιλιά Σιγισμόνδου. Ο Λάζλο Μακάι, ο Mάλκολμ Χέμπρον, ο Παλ Εγκελ και άλλοι μελετητές αποδέχονται την αναφορά των δύο χρονικογράφων για τη Βλαχική προέλευση του πατέρα του Ιωάννης Ουνιάδη. Σε αντίθεση με αυτούς, ο Ioαν-Aουρελ Ποπ λέει ότι ο Βόικ ήταν ντόπιος της ευρύτερης περιοχής του Κάστρου του Ουνιάδη.

Ο Aντόνιο Μπονφίνι ήταν ο πρώτος χρονικογράφος που έκανε μια μικρή παρατήρηση για μια εναλλακτική ιστορία καταγωγής του Ιωάννη Ουνιάδη, δηλώνοντας σύντομα ότι ήταν απλώς μια «άνοστη ιστορία» που κατασκευάστηκε από τον αντίπαλο του Ουνιάδη, Ούλριχ Β΄, Κόμη του Τσέλιε. Σύμφωνα με αυτή την ιστορία ο Ιωάννης δεν ήταν στην πραγματικότητα παιδί του Βόικ, αλλά εξώγαμος γιος του βασιλιά Σιγισμόνδου. Η ιστορία έγινε ιδιαίτερα δημοφιλής κατά τη βασιλεία του γιου του Ιωάννη Ουνιάδη, Ματθαίου Κορβίνου, που ανέγειρε ένα άγαλμα του Βασιλιά Σιγισμόνδου στη Βούδα. Ο χρονικογράφος του 16ου αιώνα Γκασπάρ Χελτάι επανέλαβε και ανέπτυξε περαιτέρω την ιστορία, αλλά οι σύγχρονοι λόγιοι - για παράδειγμα ο Κάρτλετζ και ο Kούμπινι - το θεωρούν μη επαληθεύσιμο κουτσομπολιό. Αυτός ο θρύλος του χρησίμευσε στο να ισχυροποιήσει τη θέση των απογόνων του για τη άνοδο στο θρόνο, στον οποίο δεν μπόρεσε ο ίδιος ποτέ να ανέλθει, παρά τις υπηρεσίες προς την πατρίδα του, γιατί δεν είχε βασιλικό αίμα ούτε ήταν oυγγρικής καταγωγής. Σεβαστός σε όλη την Ευρώπη και αντικείμενο μίσους των Οθωμανών, απέκτησε αντιπάλους και αντίζηλους κατά τη διάρκεια του βίου του. Αν και η βλάχικη καταγωγή ήταν σύνηθες φαινόμενο μεταξύ των Ούγγρων ευγενών της Τρανσυλβανίας, η κουμανική καταγωγή θεωρείτο κηλίδα για τη φήμη καθενός (Μια άποψη κατά την οποία ο Ουνιάδης ήταν Κουμάνος θεωρείται προσπάθεια σπίλωσης από τους εχθρούς του.). Ο Ουνιάδης μερικές φορές συγχέεται με τον μεγαλύτερο αδελφό του Γιάνος. Κατά την κομμουνιστική-εθνική αφήγηση της ρουμανικής ιστορίας (εποχή Τσαουσέσκου) ο Ουνιάδης (όπως και άλλοι μη-Ρουμάνοι ήρωες) εθεωρείτο Ρουμάνος και αναφερόταν με το όνομα Iancu de Hunedoara.[1] Η δημοτικότητα του Ουνιάδη μεταξύ των λαών της Βαλκανικής Χερσονήσου έχει οδηγήσει σε περαιτέρω θρύλους για τη βασιλική του καταγωγή.

Η ταυτοποίηση της μητέρας του Ιωάννη Ουνιάδη είναι ακόμη πιο αβέβαιη. Σε σχέση με την υποτιθέμενη πατρότητα του Βασιλιά Σιγισμόνδου και οι δύο, Μπονφίνι και Χελτάι λένε ότι ήταν κόρη ενός πλούσιου βογιάρου, ή ευγενούς, του οποίου τα κτήματα βρίσκονταν στη Moρζίνα (σημερινή Μαρτζίνα της Ρουμανίας). Ο Ποπ υποστηρίζει ότι ονομαζόταν Ελισάβετ. Σύμφωνα με τον ιστορικό Λάζλο Μακάι η μητέρα του Ιωάννη Ουνιάδη ήταν μέλος της βασιλικής οικογένειας Moρζίνα (ή Mουσίνα) από το Ντέμσους (Ντένσους της Ρουμανίας), αλλά ο Ποπ αρνείται την ταυτοποίηση των οικογενειών Moρζίνα και Moρζίνα.

Όσον αφορά τη μητέρα του Ιωάννη Ουνιάδη ο Μπονφίνι παρέχει επίσης μια εναλλακτική εκδοχή, δηλώνοντας ότι ήταν διακεκριμένη Ελληνίδα αρχόντισα, αλλά δεν την κατονομάζει. Σύμφωνα με τον Kούμπινι η εικαζόμενη Ελληνική της προέλευση μπορεί απλώς να αναφέρεται στην Ορθόδοξη πίστη της. Σε επιστολή του 1489 ο Ματθαίος Κορβίνος έγραφε ότι η αδελφή της γιαγιάς του, την οποία οι Οθωμανοί Τούρκοι είχαν συλλάβει και αναγκάσει να ενταχθεί στο χαρέμι ​​ενός μη κατονομαζόμενου Σουλτάνου, ήταν πρόγονη του Τζεμ, του στασιαστή γιου του σουλτάνου Μωάμεθ Β΄. Με βάση αυτή την επιστολή ο ιστορικός Kούμπινι λέει ότι «η ελληνική συγγένεια δεν μπορεί να αποκλειστεί πλήρως». Αν η αναφορά του Ματθαίου Κορβίνου είναι έγκυρη, ο Ιωάννης Ουνιάδης - ο ήρωας των αντιοθωμανικών πολέμων - και ο Οθωμανός Σουλτάνος Μωάμεθ Β΄ ήταν πρώτοι ξάδελφοι. Από την άλλη ο ιστορικός Πέτερ E. Kόβατς γράφει ότι η ιστορία του Ματθαίου Κορβίνου για την οικογενειακή του σχέση με τους Οθωμανούς σουλτάνους δεν ήταν παρά ένα σωρό ψέματα.

Το έτος γέννησης του Ουνιάδη είναι αβέβαιο. Αν και ο Γκασπάρ Χελτάι γράφει ότι ο Ουνιάδης γεννήθηκε το 1390, πρέπει να γεννήθηκε μεταξύ του 1405 και του 1407, επειδή ο μικρότερος αδελφός του γεννήθηκε μετά το 1409 και η διαφορά σχεδόν δύο δεκαετιών μεταξύ των ηλικιών των δύο αδελφών δεν είναι εύλογη. Ο τόπος γέννησής του είναι επίσης άγνωστος. Ο Αντουν Βράντσιτς, μελετητής του 16ου αιώνα, έγραψε ότι ο Ιωάννης Ουνιάδης ήταν «ντόπιος» της περιοχής Χάτσζεγκ (σήμερα Τσάρα Χατσεγκουλούι στη Ρουμανία). Ο πατέρας του Ουνιάδη πέθανε πριν από τις 12 Φεβρουαρίου 1419. Ενα βασιλικό έγγραφο που εκδόθηκε αυτή την ημέρα αναφέρει τον Ουνιάδη, τους δύο αδελφούς του (τον Ιωάννη το νεότερο και το Βόϊκ) και τον θείο τους Ράντολ, αλλά δεν αναφέρεται στον πατέρα τους.

Το επώνυμο «Κορβίνος» {αποδόθηκε πρώτα στον γιο του Ματθία, αλλά χρησιμοποιείται και για τον Ιωάννη), οφείλεται στο κοράκι του οικόσημού του (corvus στα λατινικά).

Άνοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ενώ ήταν ακόμη νέος, ο Ουνιάδης μπήκε στην ακολουθία του Σιγισμούνδου, ο οποίος εκτίμησε τις ικανότητές του, υπήρξε και δανειστής του βασιλιά σε ορισμένες περιπτώσεις. Τον συνόδεψε στη Φρανκφούρτη, στη διεκδίκηση του στέμματος. Πήρε μέρος στους πολέμους των Χουσιτών το 1420 και το 1437 έδιωξε τους Οθωμανούς από την Σεμενδρία. Γι' αυτές τις υπηρεσίες του δόθηκαν πολλά κτήματα και μια θέση στο βασιλικό συμβούλιο. Το 1438 ο βασιλιάς Αλβέρτος Β' τον έχρισε Βάνο του Σεβερίν, μια επαρχία υποκείμενη σε συνεχείς οθωμανικές επιδρομές.

Μετά τον αιφνίδιο θάνατο του Αλβέρτου το 1439, ο Ουνιάδης, πιστεύοντας ότι η Ουγγαρία είχε ανάγκη από ένα πολεμιστή-βασιλιά, υποστήριξε τον νεαρό βασιλιά της Πολωνίας Βλάντισλαβ Γ΄ της Βάρνας και έτσι ήρθε σε σύγκρουση με τον Ούλριχ Β΄ του Τσέλιε, ο οποίος υποστήριζε τη χήρα και τον ανήλικο γιο του Αλβέρτου, Λαδισλαύο Ε'. Στον εμφύλιο που ακολούθησε, ο Ουνιάδης είχε εξέχοντα ρόλο. Ο Βλάντισλαβ τον αντάμειψε με τη διοίκηση του οχυρού της πόλης του Βελιγραδίου και της Τρανσυλβανίας.

Πρώτες μάχες στα Βαλκάνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το βάρος της αντιμετώπισης του οθωμανικού κινδύνου έπεφτε πλέον πάνω του. Το 1441 ανακούφισε τη Σερβία με τη νίκη του στη Σεμενδρία. Το 1442, κοντά στο Σιμπίου, εξολόθρευσε μια ογκώδη Οθωμανική δύναμη και επανέφερε τις επαρχίες της Βλαχίας και της Μολδαβίας ως υποτελείς της Ουγγαρίας. Τον Ιούλιο διέλυσε μια τρίτη τουρκική στρατιά κοντά στις Σιδηρές πύλες.

Αυτές οι επιτυχίες κατέστησαν τον Ουνιάδη έναν από τους πιο μισητούς εχθρούς των Οθωμανών και πασίγνωστο σε όλο το χριστιανικό κόσμο. Το τελευταίο ήταν που τον ώθησε να βάλει μπρος μαζί με τον βασιλιά Βλάντισλαβ την διάσημη «μεγάλη εκστρατεία». Ο Ουνιάδης, επικεφαλής της εμπροσθοφυλακής, διέσχισε τα Βαλκάνια από την Πύλη του Τραϊανού, κατέλαβε τη Ναϊσσό, νίκησε τρεις Τούρκους Πασάδες και αφού κατέλαβε τη Σόφια, ένωσε τη δύναμή του με αυτή του βασιλιά και νίκησε το Σουλτάνο Μουράτ Β'. Η ανυπομονησία του βασιλιά καθώς και η σφοδρότητα του χειμώνα τον ανάγκασαν να επιστρέψει στη βάση του, έχοντας όμως εκμηδενίσει την ισχύ του Σουλτάνου στις επαρχίες Βοσνία, Ερζεγοβίνη, Σερβία, Βουλγαρία και Αλβανία.

Σύντομα δέχθηκε δελεαστικές προτάσεις από τον Πάπα Ευγένιο Δ', μέσω του παπικού λεγάτου, του δεσπότη της Σερβίας Ντουράντ Βράνκοβιτς και του Γεωργίου Καστριώτη για επανέναρξη των επιχειρήσεων ώστε να επιτευχθεί ο απώτερος σκοπός, η εκδίωξη των Οθωμανών από την Ευρώπη. Όλες οι προετοιμασίες είχαν γίνει όταν έφθασαν, στο βασιλικό στρατόπεδο, απεσταλμένοι του Σουλτάνου με πρόταση δεκαετούς ανακωχής με ευνοϊκούς όρους. Με την προτροπή των Ουνιάδη και Βράνκοβιτς, ο Βλάντισλαβ έκανε δεκτούς τους όρους της ανακωχής.

Μάχη της Βάρνας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δύο μέρες αργότερα ο παπικός λεγάτος έμαθε τα νέα πως ένας Βενετικός στόλος είχε σαλπάρει για το Βόσπορο με σκοπό να εμποδίσει τον Μουράτ να περάσει στην Ευρώπη, αφού συντετριμμένος από τις καταστροφές που είχε υποστεί, εἰχε αποτραβηχτεί στην Ανατολία. Ο λεγάτος υπενθύμισε στο βασιλιά ότι είχε δώσει όρκο να συνδράμει από ξηράς σε περίπτωση που μια δυτική δύναμη επιτιθόταν στους Οθωμανούς από τη θάλασσα και έτσι τον απάλλαξε από τα δεσμά του όρκου προς τον Σουλτάνο. Τον Ιούλιο ο Ουγγρικός στρατός βάδισε προς τη Μαύρη θάλασσα με σκοπό να κινηθεί προς την Κωνσταντινούπολη, συνοδευόμενος από το Βενετικό στόλο.

Ο Βράνκοβιτς όμως, φοβούμενος το μένος του Σουλτάνου σε περίπτωση αποτυχίας, ενημέρωσε το Σουλτάνο για την πρόοδο της χριστιανικής στρατιάς και επίσης εμπόδισε τον Καστριώτη να ενώσει τις δυνάμεις του με τις Ουγγρικές. Φθάνοντας στη Βάρνα οι Ούγγροι ανακάλυψαν πως οι Βενετοί δεν κατάφεραν να περιορίσουν το Μουράτ στην Ασία, ο οποίος είχε έρθει να τους αντιμετωπίσει με τετραπλάσιο στρατό. Στις 10 Νοεμβρίου 1444 έλαβε χώρα η Μάχη της Βάρνας όπου οι οθωμανικές δυνάμεις νίκησαν κατά κράτος τους Ούγγρους, με τον Βλάντισλαβ πέφτει στο πεδίο της μάχης και τον Ουνιάδη μόλις να καταφέρνει να διαφύγει.

Κύριος του βασιλείου της Ουγγαρίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύντομη μοναρχία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 5 Ιουνίου 1445 ο Ουνιάδης εκλέχθηκε κυβερνήτης της Ουγγαρίας, ύστερα από μια αποτυχημένη απόπειρα να μοιρασθεί το κράτος στους Ούγγρους στρατηγούς. Η πρώτη του ενέργεια ήταν να στραφεί κατά του γερμανού βασιλιά Φρειδερίκου Γ', ο οποίος κρατούσε σε ομηρία τον Λαδισλαύου Ε'. Αφού ερήμωσε τη Στυρία, την Καρινθία, την Καρνιόλα και απείλησε τη Βιέννη, ο Ουνιάδης σύναψε ανακωχή δύο ετών και αποσύρθηκε για να αντιμετωπίσει προβλήματα που είχαν εμφανιστεί αλλού.

Το 1448 έλαβε μια χρυσή αλυσίδα και τον τίτλο του πρίγκηπα από τον πάπα Νικόλαο Ε' και αμέσως μετά ξανάρχισε τον πόλεμο κατά των Οθωμανών. Ηττήθηκε στη διήμερη δεύτερη Μάχη του Κοσόβου, λόγω προδοσίας του ηγεμόνα της Βλαχίας, Νταν, και του Βράνκοβιτς που για άλλη μια φορά απέτρεψε τον Καστριώτη από το να τον ενισχύσει. Επίσης ο Βράνκοβιτς φυλάκισε τον Ουνιάδη στα υπόγεια του κάστρου του Σμεντέροβο, αλλά τον λύτρωσαν οι συμπατριώτες του. Αυτός τακτοποίησε πρώτα κάτι αντιρρήσεις προς το άτομό του από πολιτικούς του αντίπαλους οι οποίοι είχαν βρει ευκαιρία να ξεσπαθώσουν και στη συνέχεια στράφηκε κατά του Σέρβου πρίγκηπα με ορμή και τον ανάγκασε να δεχθεί σκληρούς όρους ειρήνευσης.

Το 1450 παραιτήθηκε από τα μοναρχικά του δικαιώματα για να εκτονώσει την κατάσταση που είχε δημιουργηθεί με τον αυτοκράτορα Φρειδερίκο Γ', αφού είχε συκοφαντηθεί ότι σκόπευε να τον ανατρέψει. Επιστρέφοντας στην Ουγγαρία το 1453 ο Λαδισλαύο τον ονόμασε Κόμη του Beszterce και Αρχιστράτηγο του βασιλείου.

Εκστρατεία στο Βελιγράδι και ο θάνατός του[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εν το μεταξύ το Οθωμανικό πρόβλημα είχε αναζωπυρωθεί και μετά την πτώση της Κωνσταντινούπολης φαινόταν λογικό ο Σουλτάνος Μωάμεθ Β΄ να επιδιώξει την υποδούλωση της Ουγγαρίας. Ο πρὠτος στόχος του ήταν το Βελιγράδι. Ο Ουνιάδης έφθασε στην πολιορκία του Βελιγραδίου στα τέλη του 1455. Με προσωπικά του έξοδα ανεφοδίασε το οχυρό και άφησε ισχυρή φρουρά υπό τις διαταγές του γαμπρού του και του μεγάλου του γιου. Προέβη στη συγκρότηση ενός στολίσκου από 200 κορβέττες και μιας δύναμης ξηράς. Ο βασικός του σύμμαχος ήταν ο Φραγκισκανός ηγούμενος Τζιοβάννι ντα Καπιστράνο, ο οποίος κατάφερε να ξεκινήσει μια σταυροφορία αποτελούμενη κυρίως από χωρικούς.

Στις 14 Ιουλίου 1456 ο στολίσκος του διέλυσε τον Οθωμανικό στόλο. Στις 21 Ιουλίου η φρουρά του Βελιγραδίου απέκρουσε τη λυσσαλέα επίθεση του τουρκικού στρατού της Ρούμελης και ο Ουνιάδης κατεδίωξε τις υποχωρούσες τουρκικές δυνάμεις και μετά από μια σκληρή αλλά σύντομη μάχη κατέλαβε το στρατόπεδό τους. Ο Μωάμεθ έλυσε την πολιορκία και γύρισε στη Κωνσταντινούπολη. Με τη φυγή του Σουλτάνου άρχισε μια 70ετής περίοδος σχετικής ηρεμίας. Δυστυχώς όμως ξέσπασε πανούκλα στο στρατόπεδο του Ουνιάδη, από την οποία προσβλήθηκε και αυτός με συνέπεια να πεθάνει στις 11 Αυγούστου.

Παράδοση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Για αρκετές εθνότητες της περιοχής όπου έζησε ο Ουνιάδης, αποτελεί εθνικό ήρωα.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]