Γερμανοσοβιετικό Σύμφωνο μη Επίθεσης

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ο Μολότωφ (υπογράφοντας), ο Ρίμπεντροπ (με τα μαύρα πίσω από τον Μολότωφ) και ο Στάλιν (δεξιά) στις 23 Αυγούστου 1939

Ο όρος Γερμανοσοβιετικό Σύμφωνο μη Επίθεσης ή Σύμφωνο Μολότωφ - Ρίμπεντροπ (επίσημα: Γερμανοσοβιετική Συνθήκη) χαρακτηρίζει το σύμφωνο μη επίθεσης που υπέγραψαν στις 23 Αυγούστου 1939 στη Μόσχα ο Υπουργός Εξωτερικών της ναζιστικής Γερμανίας Γιοάχιμ φον Ρίμπεντροπ (Joachim von Ribbentrop) και ο Υπουργός Εξωτερικών της Σοβιετικής Ενώσεως, Βιατσεσλάβ Μιχαήλοβιτς Μολότωφ (Vjačeslav Michajlovič Molotov). Την συνθήκη αυτή επικύρωσε το Ανώτατο Σοβιέτ, οκτώ ημέρες μετά, στις 31 Αυγούστου.

Πολιτικές συνθήκες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ΕΣΣΔ είχε κάνει πρόταση συμμαχίας αλληλοβοήθειας με την Φινλανδία σε περίπτωση προσβολής από την ναζιστική Γερμανία, η οποία απορρίφθηκε. Οι δε Αγγλο-Γάλλοι είχαν ξεκινήσει τις διαπραγματεύσεις με τον Χίτλερ για εισβολή στη Σοβιετική Ένωση και την κατάπνιξη των Μπολσεβίκων και αυτό ήταν προσδοκία και των ΗΠΑ. Είναι χαρακτηριστικό πως μετά την υπογραφή του συμφώνου ο Ουίνστον Τσώρτσιλ, πρωθυπουργός της Βρετανίας, δήλωσε πως οι ναζί «πρόδωσαν το αντι-Κομιντέρν σύμφωνο και τις αντι-Μπολσεβίκικες συμφωνίες», ενώ η αμερικανική εφημερίδα Νew York Herald Tribune έγραφε πως ο Χίτλερ «δεν κράτησε την υπόσχεσή του να είναι λιοντάρι προς ανατολάς και αρνάκι προς δυσμάς».

Από την πλευρά της ναζιστικής Γερμανίας, ο Χίτλερ, ενώ σχεδίαζε επίθεση κατά της Πολωνίας, ήθελε να αποφύγει με κάθε τρόπο τον πόλεμο των δυο μετώπων, όπως υπήρξε για την Γερμανία ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος του 1914[1].

Υπό αυτές τι συνθήκες, υπεγράφη στις 23 Αυγούστου 1939 το Σύμφωνο μη Επίθεσης μεταξύ της Σοβιετικής Ένωσης και της ναζιστικής Γερμανίας. Κατόπιν αυτού, οι ναζί μπορούσαν να ασχοληθούν με την Πολωνία δίχως τον κίνδυνο να τους εμποδίσει η Σοβιετική Ένωση, ενώ η ΕΣΣΔ, η οποία γνώριζε καλά την επιθυμία του Χίτλερ να αποκτήσει «ζωτικό χώρο» για τους Γερμανούς στην ανατολική Ευρώπη για επίθεση στη Σοβιετική Ένωση, κέρδισε χρόνο για να προετοιμάσει τον Κόκκινο Στρατό, την οικονομία της Σοβιετικής Ένωσης καθώς επίσης να κάνει τις απαραίτητες μετεγκαταστάσεις πληθυσμού προς τα ενδότερα της χώρας και για την προστασία τους και για την προστασία των συνόρων από κοινότητες με επικινδυνότητα σύναψης συμμαχίας με τον εχθρό, ώστε να μπορεί να αντισταθεί σε πιθανή επίθεση των ναζιστικών δυνάμεων.[1] Σύμφωνα με τον Ρεϊμόν Καρτιέ, ο μεν Στάλιν υπέγραψε το Σύμφωνο με στόχο να κερδίσει χρόνο και ο Χίτλερ με την εκ των προτέρων απόφαση "να το ξεσχίσει"[1]

Εκ του αποτελέσματος φαίνεται πως αν το Σύμφωνο δεν είχε υπογραφεί, η ΕΣΣΔ θα είχε υποκύψει στα χιτλερικά στρατεύματα.

Περιεχόμενο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με τη συμφωνία αυτή οι δύο χώρες υποχρεώνονται να μην επιτεθεί η μία στην άλλη. Επίσης καθεμία πρέπει να μείνει ουδέτερη, αν η άλλη αναμιχθεί σε πόλεμο.

Το μυστικό συμπληρωματικό πρωτόκολλο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Λέγεται ότι υπήρξαν μυστικά προσαρτήματα στη συνθήκη αυτή, τα οποία προέβλεπαν ότι:

Ωστόσο αυτή η άποψη δεν είναι καθολικά αποδεκτή, αφού κάτι τέτοιο δεν τεκμηριώνεται από τα πρακτικά της συνάντησης και από τα αποχαρακτηρισμένα πλέον μυστικά έγγραφα της ναζιστικής Γερμανίας και της Σοβιετικής Ένωσης. Η έλλειψη στοιχείων καθιστούν μη αποδείξιμη την υποτιθέμενη συμφωνία, ενώ η υποτιθέμενη μυστικότητα που της προσδίδεται, θεωρείται ότι έχει σκοπό να «ισορροπήσει» τα πράγματα κατά των Σοβιετικών, κάνοντάς την και μη διαψεύσιμη.

Συνέπειες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Χίτλερ, με την υπόσχεση ουδετερότητας εκ μέρους της ΕΣΣΔ, εξασφάλιζε ελευθερία κινήσεων όσον αφορά τον πόλεμο που προετοίμαζε κατά της Πολωνίας. Παράλληλα, όμως, προσέφερε στους Σοβιετικούς την δυνατότητα να εξοπλιστούν, αφού μέχρι τον Ιούνιο του 1941 είχαν καταφέρει, με ένα μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα στρατιωτικοποίησης, να ανανεώσουν ένα τμήμα του διαλυμένου από τις εκκαθαρίσεις στρατού τους. Έτσι αποδεικνύεται πως το Γερμανοσοβιετικό σύμφωνο μη επίθεσης τελικώς βοήθησε τους Σοβιετικούς να αποκρούσουν την Γερμανική επίθεση, αφού τους αντιμετώπισαν μετά τις εκστρατείες τους στην Γαλλία και τα Βαλκάνια.

Με το άνοιγμα του ως σήμερα απόρρητου φακέλου των εγγράφων της Συμφωνίας του Μονάχου[3] γίνεται, επίσης, σαφέστερη η αιτία για την οποία η ΕΣΣΔ υπέγραψε το Σύμφωνο μη Επίθεσης με την Ναζιστική Γερμανία

Λίγες μέρες μετά την έναρξη του Πολέμου (αρχές Σεπτεμβρίου 1939) η Πολωνία είχε νικηθεί, αφού της ήταν αδύνατο να αποκρούσει, με τα στρατεύματα και τον εξοπλισμό που διέθετε, τις ναζιστικές δυνάμεις. Μετά την κατάρρευση του Πολωνικού στρατού, εισέβαλαν από τα ανατολικά οι Σοβιετικοί, αντιμετωπίζοντας μηδαμινή αντίσταση. Έτσι η Πολωνία χωρίστηκε σε ένα κομμάτι κατεχόμενο από τη ναζιστική Γερμανία και ένα προστατευόμενο από τον Κόκκινο Στρατό. Βάσει, όμως, μιας -επίσης μη καθολικά αποδεκτής ότι έγινε- συμφωνίας της 28ης Σεπτεμβρίου, με την οποία τροποποιήθηκε το Σύμφωνο μη Επίθεσης, η Λιθουανία πέρασε στην σοβιετική σφαίρα επιρροής, ενώ η Γερμανία έλαβε ως αντάλλαγμα μεγαλύτερο μέρος της κατακτημένης Πολωνίας (μέχρι τον ποταμό Μπουγκ). Το 1940 η Σοβιετική Ένωση κατέκτησε τμήματα της Ρουμανίας (Βεσσαραβία και βόρεια Βουκοβίνα, η οποία σήμερα ανήκει στην Ουκρανία). Επίσης εισέβαλε και στις βαλτικές χώρες Εσθονία, Λετονία και Λιθουανία, που ενσωματώθηκαν στην Σοβιετική Ένωση.

Στις 22 Ιουνίου του 1941 ο Χίτλερ παραβίασε το Σύμφωνο αυτό και επετέθη στην Σοβιετική Ένωση (Επιχείρηση Μπαρμπαρόσσα).

Αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 Ρεϊμόν Καρτιέ, Ιστορία του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, τ. Α΄, Πάπυρος, Αθήνα, 1964
  2. Humboldt State University
  3. Εφημ. "Εθνος", 1/10/2008

Εξωτερικές συνδέσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα