Βούλγαροι

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Οι Βούλγαροι (βουλγαρικά: българи) είναι ένα σλαβικό έθνος της νότιας Βαλκανικής και μιλούν τη βουλγαρική γλώσσα. Η πλειονότητα τους κατοικεί στη Βουλγαρία ενώ αρκετοί άλλοι, ως μειονότητες ή μετανάστες, σε διάφορες άλλες χώρες.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Πρωτοβούλγαροι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η αρχαία πατρίδα των Βουλγάρων, στο Ινδοκούς και Παμίρ, σύμφωνα με χάρτη της Κεντρικής Ασίας, από τον αρμενικό γεωγραφικό Άτλαντα ‘Ashharatsuyts’ (5ος-7ος αιώνας), σε ανασχεδιασμό του ακαδημαϊκού S.T. Eremian.

Για τους προγόνους των Βουλγάρων, τους «Πρωτοβουλγάρους», δεν έχουμε ίδιες καταγραφές. Ό,τι γνωρίζουμε προκύπτει από τη συγκριτική μελέτη βυζαντινών, αραβικών, περσικών, ινδικών και ρωσικών πηγών της εποχής ή από ανασκαφές.

  • Κατά την κυρίαρχη θεωρία πρόκειται για τουρκικό νομαδικό φύλο καταγόμενο από την κεντρική Ασία, το οποίο μιλούσε μία αρχαία τουρκική γλώσσα, πρόγονο της σημερινής τσουβασικής, και σταδιακά μεταξύ 2ου - 4ου αιώνα μ.Χ. εγκαταστάθηκε στη στέπα βορείως της Αζοφικής Θάλασσας. Η τουρανική καταγωγή των Πρωτοβουλγάρων επιβεβαιώνεται από το όνομά τους («bulģa» που σημαίνει «ανακατεύω»), τους τίτλους της ιεραρχίας τους (όπως διασώζονται σε ελάχιστες επιγραφές), τη θρησκεία τους (σαμανιστική με ανώτατο ον τον Τένγκρι), το ημερολόγιό τους (δωδεκαετές), που είναι ίδια με αυτά των άλλων τουρκικών και μογγολικών φύλων της εποχής.
  • Σύμφωνα με μία νεότερη άποψη η γλώσσα τους δεν ήταν τουρκική αλλά ιρανική, συνεπώς και οι ίδιοι ήταν ινδοευρωπαϊκής καταγωγής, ενώ η ύπαρξη τόσων τουρκικών στοιχείων στον πολιτισμό τους αιτιολογείται από την επιρροή των Ούνων και των άλλων τουρανικών φύλων της περιοχής. Πάντως αυτή η θεωρία είναι δημοφιλής σχεδόν αποκλειστικά στη σύγχρονη Βουλγαρία.

Όποια κι αν είναι η προέλευσή τους, είναι σίγουρο πως οι Πρωτοβούλγαροι εγκατέλειψαν τα αζοφικά παράλια (τη Μεγάλη Αρχαία Βουλγαρία των Bυζαντινών) γύρω στο 668 υπό την απειλή των Χαζάρων, οι οποίοι είχαν ήδη εξαναγκάσει σε παράδοση τον ηγεμόνα τους Μπατ Μπαγιάν. Χωρισμένοι σε τέσσερις βασικές ορδές υπό την ηγεσία των πριγκίπων τους, κινήθηκαν προς διαφορετικές κατευθύνσεις:

  • Ο Χαν Κοτράγκ κινήθηκε προς τα ΒΑ, μέχρι που έφθασε στα νότια Ουράλια. Εκεί οι Βούλγαροι αναμίχθηκαν με ντόπιους πληθυσμούς και στα τέλη του 9ου αι. δημιούργησαν τη Βουλγαρία του Βόλγα, ένα κράτος που δέσποσε στο Μέσο Βόλγα ως το 1236. Απόγονοί τους είναι σήμερα ένα τμήμα των Τατάρων.
  • Ο Χαν Ασπαρούχ (ή Ισπερίχ) πέρασε το Δούναβη, κατέλαβε τη ΒΑ Βαλκανική και ίδρυσε το «Πρώτο Βουλγάρικο Βασίλειο» (680-1).
  • Ο Χαν Κουμπέρ μετά από περιπλανήσεις κατέληξε στην Πελαγονία (οι σημερινές περιοχές της Φλώρινας, του Περλεπέ και της Μπίτολα). Οι απόγονοί του ενσωματώθηκαν στο Πρώτο Βουλγάρικο Βασίλειο τον 9ο αιώνα.
  • Ο Χαν Αλτσέκ (ή Αλτσικούρς) είχε εγκαταλείψει νωρίτερα τη στέπα για τη Βαυαρία. Αρχικά ο φράγκος ηγεμόνας Δαγοβέρτος τού παραχώρησε γη για να εγκατασταθεί με το λαό του, αλλά στη συνέχεια διέταξε τη σφαγή τους. Από τα 9.000 άτομα επιβίωσαν μόνο 700 που διέφυγαν στην Ιταλία, όπου έλαβαν άδεια να εγκατασταθούν στην περιοχή της Ραβένας.

Εθνογένεση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Βούλγαροι προέρχονται κυρίως από τρεις φυλετικές ομάδες, διαφορετικής καταγωγής και αριθμού, που αφομειώθηκαν και σχημάτισαν μια Σλαβόφωνη εθνότητα κατά την Πρώτη Βουλγαρική Αυτοκρατορία :

  • τους αυτόχθονες λαούς των ύστερων Ρωμαϊκών επαρχιών : τους Θρακορωμαίους και τους Θρακοβυζαντινούς, από τους οποίους ελαβαν πολιτιστικά και εθνικά στοιχεία
  • τους Πρώιμους Σλάβους, από τους οποίους κληρονόμησαν τη βάση της γλώσσας
  • τους Πρωτοβουλγάρους, από τους οποίους κληρονόμησαν το εθνώνυμο και την πρώτη κρατική υπόσταση.

Η Θρακική γλώσσα πιθανότατα εξαλείφθηκε τον 6ο αιώνα, αλλά μιλιόταν ακόμη στα μέσα και τα τέλη του. Η Μικρά Σκυθία και η Κάτω Μοισία φαίνεται να είχαν εκρωμαϊσθεί, αν και η περιοχή έγινε επίκεντρο βαρβαρικών μετεγκαταστάσεων (διάφορων Γότθων και Ούννων) τον 4ο και τις αρχές του 5ου αιώνα μ.Χ. πριν ένα περαιτέρω 'εκρωμαϊσμό' στις αρχές του 6ου αιώνα. Eντούτοις μερικά προσλαβικά γλωσσικά και πολιτιστικά ίχνη μπορεί να έχουν επιβιώσει στους σύγχρονους Βουλγάρους.

Οι Πρώιμοι Σλάβοι εμφανίσθηκαν από την αρχική τους κοιτίδα στις αρχές του 6ου αιώνα και εξαπλώθηκαν στο μεγαλύτερο μέρος της ανατολικής Κεντρικής Ευρώπης, της Ανατολικής Ευρώπης και των Βαλκανίων, σχηματίζοντας έτσι τρεις κύριους κλάδους, προκαλώντας σταδιακά πλήρη αντικατάσταση της Θρακικής, αν οι Θράκες δεν είχαν ήδη εκρωμαϊσθεί ή εξελληνισθεί. Οι Βυζαντινοί ομαδοποίησαν τις πολυάριθμες Σλαβικές φυλές σε δύο ομάδες : τους Σκλαβηνούς και τους Άντες. Μερικοί Βούλγαροι ερευνητές υποστηρίζουν ότι οι Αντες ήταν από τους προγόνους των σύγχρονων Βουλγάρων.

Οι Πρωτοβούλγαροι αναφέρονται για πρώτη φορά τον 4ο αιώνα στην περιοχή της Βόρειας Καυκασιανής στέπας. Ερευνητές υποστηρίζουν ότι η απώτερη προέλευσή τους μπορεί να εντοπισθεί στις νομαδικές συνομοσπονδίες της Κεντρικής Ασίας, ειδικά ως τμήμα των χαλαρά συνδεδεμένων Τουρανικών φυλών, που επεκτάθηκαν από τη στέπα του Πόντου στην Κεντρική Ασία. Πάντως κάθε άμεση σύνδεση μεταξύ των Πρωτοβουλγάρων και των υποτιθεμένων Ασιατών ομολόγων τους παραμένει ελάχιστα περισσότερο από θεωρητική και "παραμορφωμένες ετυμολογίες". Στα τέλη του 7ου αιώνα μερικές Πρωτοβουλγαρικές φυλές υπό τον Ασπαρούχ και άλλες υπό τον Κουμπέρ εγκαταστάθηκαν μόνιμα στα Βαλκάνια. Πιστεύεται ότι οι Πρωτοβούλγαροι δεν ήταν πολλοί και έγιναν η κυβερνώσα ελίτ στις περιοχές που έλεγχαν. Οι Πρωτοβούλγαροι του Ασπαρούχ έκαναν μια φυλετική ένωση με τους Σεβεριανούς (Ανατολικοί Σλάβοι) και τις "Επτά φυλές" (ένωση Σλαβικών φυλών στην Πεδιάδα του Δούναβη), που μετεγκαταστάθηκαν για να προστατεύσουν τα πλευρά των Πρωτοβουλγαρικών οικισμών στη Μικρά Σκυθία.

Κατά την Πρώιμη Βυζαντινή Περίοδο οι Ρωμαϊκές επαρχίες Μικράς Σκυθίας και Κάτω Μοισίας είχαν ήδη οικονομικές και κοινωνικές ανταλλαγές με τους 'βαρβάρους' βόρεια του Δούναβη. Πιθανόν αυτό να διευκόλυνε τον ενδεχόμενο εκσλαβισμό τους, αν και η πλειοψηφία του πληθυσμού φαίνεται ότι είχε ακολουθήσει την τακτική της υποχώρησης στην ενδοχώρα της Κωνσταντινούπολης ή της Μικράς Ασίας πριν από κάθε εγκατάσταση Σλάβων ή Πρωτοβουλγάρων νότια του Δούναβη. Οι μεγάλες πόλεις-λιμάνια της Βουλγαρίας του Πόντου παρέμειναν Βυζαντινές Ελληνικές. Οι μεγάλης κλίμακας μετακινήσεις πληθυσμού και εδαφικές επεκτάσεις τον 8ο και 9ο αιώνα αύξησαν ακόμη περισσότερο τον αριθμό Σλάβων και Βυζαντινών Χριστιανών εντός του κράτους, καθιστώντας τους Πρωτοβουλγάρους προφανέστατα μειοψηφία. Η ίδρυση ενός νέου κράτους μορφοποίησε τους διάσφορους Σλαβικούς, Πρωτοβουλγαρικούς και Υστερορωμαϊκούς/Πρωιμοβυζαντινούς πληθυσμούς των επαρχιών στο "Βουλγαρικό λαό" της Πρώτης Βουλγαρικής Αυτοκρατορίας, που μιλούσε μια Νότια Σλαβική γλώσσα.

Σε διάφορες περιόδους στην εθνογένεση του τοπικού πληθυσμού συνέβαλαν επίσης Σαρμάτες, Κέλτες, Γότθοι, Βλάχοι, Έλληνες, Κουμάνοι, Πετσενέγοι και άλλοι Ινδοευρωπαϊκά και Τουρκικά φύλα, που εγκαταστάθηκαν ή ζούσαν στα Βαλκάνια.

Γενετική προέλευση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μέχρι πρόσφατα πιστευόταν ότι οι Βούλγαροι είναι φυλή Τουρκικής προέλευσης αλλά τα αποτελέσματα των ερευνών δεν έδειξαν καμμιά τέτοια σχέση, αντίθετα δείχνουν ότι ο Βουλγαρικός πληθυσμός είναι γενετικά καθαρά Ινδοευρωπαϊκός και βρίσκεται πλησιέστερα στην ομάδα των Σλαβικών λαών, με τις στενότερες γενετικές ομοιότητες να έχουν βρεθεί με τους Κροάτες, τους Πολωνούς και τους Ουκρανούς. Οι ερευνητές εκτιμούν ότι το Θρακικό και το Πρωτοβουλγαρικό DNA είναι επίσης παρόν, στη περίπτωση που οι Πρωτοβούλγαροι διέφεραν γενετικά από τα Τουρκικά φύλα και κατάγονταν από το Ανατολικό Ιράν. Σύμφωνα με άλλους ερςυνητές, όπως ο Διαχειριστής της Βουλγαρικής Ομάδας της (Εταιρείας) Family Tree DNA, τα σημαντικότερα τμήματα του Βουλγαρικού πληθυσμού είναι Πελασγικής (προθρακικής) και Απλοομάδας I (Ευρωπαϊκής) καταγωγής.

Περαιτέρω στοιχεία από ανακατατάξεις των ποσοστών μετάλλαξης αρχαίου DNA και ασφαλή στοιχεία από ρυθμούς ανάπτυξης αυτοσωματικού DNA υποδηλώνουν ότι η μεγαλύτερη περίοδος εξάπλωσης του Ευρωπαϊκού πληθυσμού συνέβη μετά την Ολόκαινο. Έτσι η σημερινή γεωγραφική κατανομή και η συχνότητα των απλοομάδων έχει συνεχώς διαμορφωθεί από την εποχή της Παλαιολιθικής εποίκισης]] μέχρι πέραν της Νεολιθικής (Pinhasi 2012)(Ricaut 2012). Αυτή η διαδικασία γενετικής διαμόρφωσης συνεχίστηκε στους ιστορικούς χρόνους, όπως στις Σλαβικές μεταναστεύσεις (Rower 2005)(Ralph 2012).

Είναι σημαντικό να σημειώσουμε ότι ενώ απλοειδείς δείκτες, όπως το mtDNA και το Y-DNA, μπορούν να δώσουν ενδείξεις για το παρελθόν της ιστορίας του πληθυσμού, αντιπροσωπεύουν μόνο ένα απλό γενετικό τόπο, συγκρινόμενα με εκατοντάδες χιλιάδες που βρίσκονται σε πυρηνικά, αυτοσωμικά χρωμοσώματα. Η ανάλυση των δεικτών του αυτοσωματικού DNA δίνει την καλύτερη προσέγγιση της συνολικης «συγγένειας» μεταξύ των πληθυσμών, παρουσιάζοντας μια λιγότερο ασύμμετρη γενετική εικόνα σε σχέση με τις απλοομάδες του Υ DNA. Αυτά τα στοιχεία του atDNA δείχνουν ότι δεν υπάρχουν σαφείς ασυνέχειες ή συστάδες εντός του Ευρωπαϊκού πληθυσμού. Υπάρχει μάλλον μια γενετική κλίση, κυρίως ε κατεύθυνση από νοτιοανατολικά προς βορειοδυτικά. Οι Βούλγαροι σχετίζονταν σε μέτριο μόνο βαθμό με τους άμεσους ανατολικούς γείτονές τους - τους Τούρκους -, γεγονός που υποδηλώνει την παρουσία ορισμένων γεωγραφικών και πολιτιστικών φραγμών (Noέμβριος 2008)(Yanusbaev 2012).

Πρόσφατες μελέτες του αρχαίου DNA έχουν αποκαλύψει ότι οι Ευρωπαϊκοί πληθυσμοί κατάγονται κυρίως από τρεις αρχέγονες ομάδες. Η πρώτη είναι οι Παλαιολιθικοί Σιβεριανοί, η δεύτερη είναι κυνηγοί-συλλέκτες της Βόρειας Ευρώπης και η τρίτη είναι Πρωτογεωργοί και αργότερα αφιχθέντες από τη Δυτική Ασία. Σύμφωνα με αυτές οι Βούλγαροι κατάγονται κυρίως (~70%) από Νεολιθικούς γεωργούς που διέδωσαν τη γεωργία από τη Μικρά Ασία και από Δυτικοασιάτες εισβολείς της Εποχής του Χαλκού και εμφανίζονται ταυτόχρονα με άλλους Νοτιοευρωπαίους. Κάποιο από τα στοιχεία πρόσμιξης στους γεωργούς αυτούς συνεπάγεται κάποια καταγωγή σχετιζόμενη με τους Ανατολικοασιάτες, με ~ 2% της συνολικής αναλογίας βουλγαρικής καταγωγής να συνδέεται με την παρουσία νομαδικών ομάδων στην Ευρώπη, από την εποχή των Ούννων μέχρι εκείνη των Οθωμανών. Ενα τρίτο στοιχείο συνεπάγεται πρόσμειξη μεταξύ της Βορειοευρωπαϊκής ομάδας από τη μία πλευρά και της ομάδας των Δυτικοασιατών-Πρωτογεωργών από την άλλη, την ίδια περίπου εποχή με την Ανατολικοασιατική πρόσμειξη, γύρω στα 850 μ.Χ. Αυτό το γεγονός μπορεί να αντιστοιχεί στην εξάπλωση των Σλαβόφωνων. Η ανάλυση τεκμηριώνει αυτή την πρόσμειξη στους Βουλγάρους σε επίπεδο γύρω στο 28%.

Eθνική ταυτότητα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Πρώτη Βουλγαρική Αυτοκρατορία ιδρύθηκε το 681. Μετά την υιοθέτηση του Ορθόδοξου Χριστιανισμού το 864 έγινε ένα από τα πολιτιστικά κέντρα της Σλαβικής Ευρώπης. Η ηγετική πολιτιστική θέση της παγιώθηκε με την εφεύρεση του Κυριλλικού αλφάβητου στην πρωτεύουσά της Πρεσλάβα την αυγή του 10ου αιώνα. Η ανάπτυξη της λογοτεχνίας της Παλαιάς Εκκλησιαστικής Σλαβονικής στη χώρα είχε ως αποτέλεσμα να αποτρέψει την αφομοίωση των Νότιων Σλάβων από τους γειτονικούς πολιτισμούς και επίσης τόνωσε την ανάπτυξη μιας διακριτής εθνικής ταυτότητας. Συντελέσθηκε μια αρμονική συνύπαρξη μεταξύ των αριθμητικά αδύναμων Πρωτοβουλγάρων και των πολυάριθμων Σλαβικών φυλών στην ευρεία αυτή περιοχή από το Δούναβη στο βορρά μέχρι το Αιγαίο Πέλαγος στο νότο και από την Αδριατική Θάλασσα στα δυτικά μέχρι τη μαύρη Θάλασσα στα ανατολικά, που δέχθηκε το κοινό εθνώνυμο Βούλγαροι. Το 10ο αιώνα οι Βούλγαροι δημιούργησαν μια μορφή εθνικής ταυτότητας που απείχε από το σύγχρονο εθνικισμό αλλά τους βοήθησε να επιβιώσουν ως διακριτή οντότητα ανά τους αιώνες.

Το 1018 η Βουλγαρία έχασε την ανεξαρτησία της και παρέμεινε Βυζαντινή επαρχία μέχρι το 1185, οπότε δημιουργήθηκε η Δεύτερη Βουλγαρική Αυτοκρατορία. Παρ 'όλα αυτά στα τέλη του 14ου αιώνα οι Οθωμανοί την κατέλαβαν ολόκληρη. Υπό τους Οθωμανούς οι Βούλγαροι θεωρούντο άνθρωποι κατώτερης τάξης (ραγιάδες) και Βουλγαρικός Χριστιανικός πολιτισμός καταπιέσθηκε. Οι ευγενείς και ο κλήρος εξαλείφθηκαν και οι χωρικοί έγιναν δουλοπάροικοι. Ελαβε χώρα μια διαδικασία μερικού εξισλαμισμού με την πάροδο των αιώνων, καθοριζόμενου από τις ειδικές συνθήκες του κάθε τόπου. Οι Βούλγαροι, όπως οι υπόλοιποι Ορθόδοξοι Χριστιανοί, συμπεριελήφθηκαν σε μια ειδική εθνικοθρησκευτική κοινότητα υπό την Ελληνοβυζαντινή κυριαρχία ονομαζόμενη Ρουμ Μιλλέτ. Για τους κοινούς ανθρώπους το ότι ανήκαν σε αυτή την Ορθόδοξη κοινοπολιτεία έγινε σημαντικότερο από την εθνική τους καταγωγή. Η κοινότητα αυτή αποτέλεσε τόσο βασική μορφή κοινωνικής οργάνωσης όσο και πηγή ταυτότητας για όλες τις εντός της εθνικές ομάδες. Κατ΄αυτό τον τρόπο τα εθνώνυμα σπανίως χρησιμοποιούντο και μεταξύ του 15ου και του 19ου αιώνα οι περισσότεροι ντόπιοι άρχισαν σταδιακά να αυτοπροσδιορίζονται απλώς ως Χριστιανοί. Εντούτοις κληρικοί με κοινωνική συνείδηση σε μερικά απομονωμένα μοναστήρια κρατούσαν ακόμη ζωντανή τη διακριτή Βουλγαρική ταυτότητα, πράγμα που τη βοήθησε να επιβιώσει κυρίως σε αγροτικές, απομακρυσμένες περιοχές. Παρά τη διαδικασία εθνικοθρησκευτικής συγχώνευσης μεταξύ των Ορθοδόξων Χριστιανών έντονα εθνικιστικά αισθήματα διατηρούντο στην Καθολική κοινότητα, στο βορειοδυτικό τμήμα της χώρας. Εκείνη την περίοδο σημειώθηκε μια διαδικασία μερικού εξελληνισμού μεταξύ της διανόησης και του αστικού πληθυσμού, αποτέλεσμα του υψηλότερου κύρους του Ελληνικού πολιτισμού και της Ελληνικής Ορθόδοξης Εκκλησίας μεταξύ των Χριστιανών των Βαλκανίων. Το δεύτερο μισό του 18ου αιώνα ο Διαφωτισμός στη Δυτική Ευρώπη έδωσε το έναυσμα για το ξεκίνημα της Εθνικής αφύπνισης της Βουλγαρίας το 1762 (με το έργο του Αγιου Παίσιου του Χιλανδαρίου, αντίθετου στην Ελληνική θρησκευτική και πολιτιστική κυριρχία επί της Βουλγαρίας, "Ιστορία των Σλαβοβουλγάρων", πρώτου έργου της Βουλγαρικής ιστοριογραφίας.

Μερικοί Βούλγαροι υποστήριξαν το Ρωσικό στρατό όταν πέρασε το Δούναβη στα μέσα του 18ου αιώνα. Η Ρωσία προσπάθησε να τους πείσει να εγκατασταθούν σε περιοχές που πρόσφατα είχε καταλάβει, ιδιαίτερα στη Βεσσαραβία. Το αποτέλεσμα ήταν πολλοί Βούλγαροι έποικοι να εγκατασταθούν εκεί και αργότερα σχημάτισαν δύο στρατιωτικά αποσπάσματα, στο πλαίσιο της Ρωσικής στρατιωτικής εποίκησης της περιοχής το 1759–1763.

Βουλγαρικό εθνικό κίνημα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αξιωματικοί αποσπάσματος Βουλγάρων ουσάρων στη Ρωσία (1776–1783)

Κατά τους Ρωσοτουρκικούς Πολέμους (1806–1812) και (1828-1829) Βούλγαροι μετανάστες σχημάτισαν το Στρατό των Βούλγαρων Συμπατριωτών και ενώθηκαν με το Ρωσικό Στρατό, ελπίζοντας ότι η Ρωσία θα έφερνε τη Βουλγαρική απελευθέρωση, αλλά τα αυτοκρατορικά της συμφέροντα εστιάζονταν τότε στην Ελλάδα και στη Βλαχία. Η άνοδος των εθνικισμών στην Οθωμανική Αυτοκρατορία οδήγησε στον αγώνα για την πολιτιστική και θρησκευτική αυτονομία του Βουλγαρικού λαού. Οι Βούλγαροι ήθελαν να έχουν τα δικά τους σχολεία και τη θεία λειτουργία στα Βουλγαρικά και χρειάζονταν έναν ανεξάρτητο εκκλησιαστικό οργανισμό. Δυσανασχετώντας με την κυριαρχία του Ελληνορθόδοξου κλήρου, άρχισε να φουντώνει ο αγώνας σε αρκετές Βουλγαρικές επισκοπές τη δεκαετία του 1820.

Επρεπε να φτάσει η δεκαετία του 1850 για να ξεκινήσουν οι Βούλγαροι έναν αποφασιστικό αγώνα κατά του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Η διαμάχη μεταξύ των Βουλγάρων και των Ελλήνων Φαναριωτών εντάθηκε τη δεκαετία του 1860. Το 1861 το Βατικανό και η Οθωμανική κυβέρνηση αναγνώρισαν μια ξεχωριστή Βουλγαρική Ουνιτική Εκκλησία. Καθώς οι Ελληνες κληρικοί εκδιώχθηκαν από τις περισσότερες Βουλγαρικές επισκοπές στα τέλη της δεκαετίας΄σημαντικές περιοχές είχαν αποσχισθεί από τον έλεγχο του Πατριαρχείου. Η κίνηση αυτή αποκατάστησε τη διακριτή βουλγαρική εθνική συνείδηση μεταξύ των απλών ανθρώπων και οδήγησε στην αναγνώριση του Βουλγαρικού Μιλλέτ το 1870 από τους Οθωμανούς, με αποτέλεσμα δύο μαχητικά ένοπλα κινήματα να αρχίσουν να αναπτύσσονται στις αρχές της δεκαετίας του 1870: η Εσωτερική Επαναστατική Οργάνωση και η Βουλγαρική Επαναστατική Κεντρική Επιτροπή. Ο ένοπλος αγώνας τους κορυφώθηκε με την Εξέγερση του Απριλίου, που ξέσπασε το 1876 και είχε ως αποτέλεσμα το Ρωσοτουρκικό Πόλεμο (1877-1878) και οδήγησε στην ίδρυση του τρίτου Βουλγαρικού κράτους μετά τη Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου. Το θέμα του βουλγαρικού εθνικισμού απέκτησε μεγαλύτερη σημασία μετά το Συνέδριο του Βερολίνου, που αφαίρεσε τις περιοχές Μακεδονίας και Αδριανούπολης, επιστρέφοντάς τες στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Δημιουργήθηκε επίσης στη βόρεια Θράκη μια αυτόνομη Οθωμανική επαρχία ονόματι Ανατολική Ρωμυλία, με αποτέλεσμα το Βουλγαρικό εθνικό κίνημα να διακηρύξει ως στόχο του την ενσωμάτωση του μεγαλύτερου μέρους της Μακεδονίας, της Θράκης και της Μοισίας στη Μεγάλη Βουλγαρία.

Η Ανατολική Ρωμυλία προσαρτήθηκε το 1885 στη Βουλγαρία με αναίμακτη επανάσταση. Στις αρχές της δεκαετίας του 1890 ιδρύθηκαν δύο φιλοβουλγαρικές επαναστατικές οργανώσεις : η Εσωτερική Μακεδονική Επαναστατική Οργάνωση και η Ανωτάτη Μακεδονο-Αδριανουπολική Επιτροπή. Το 1903 συμμετείχαν στην ανεπιτυχή Εξέγερση του Ίλιντεν κατά των Οθωμανών στη Μακεδονία και στο βιλαέτι της Αδριανούπολης. Οι Σλαβομακεδόνες ταυτοποιήθηκαν τότε κυρίως ως Βούλγαροι και σημαντικά βουλγαρόφιλα αισθήματα επιβίωσαν μεταξύ τους μέχρι το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Στις αρχές του 20ού αιώνα ο έλεγχος της Μακεδονίας αποτέλεσε βασικό σημείο διαφωνίας μεταξύ Βουλγαρίας, Ελλάδας και Σερβίας που πολέμησαν στον Α΄ (1912–1913) και Β΄ Βαλκανικό Πόλεμο (1913). Η περιοχή ήταν επίσης αντικείμενο διαμάχης και κατά τον Α΄ (1915–1918) και Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο (1941–1944).

Δημογραφικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χάρτης της Βουλγαρικής διασποράς

Ο μεγαλύτερος αριθμός των Βουλγάρων ζει στη Βουλγαρία, όπου αριθμούν περίπου 6 εκατομμύρια, αποτελώντας το 85% του πληθυσμού. Υπάρχουν σημαντικές Βουλγαρικές μειονότητες στη Σερβία, την Τουρκία, την Αλβανία, τη Ρουμανία (Βούλγαροι του Βανάτου), καθώς και στην Ουκρανία και τη Μολδαβία (Βούλγαροι της Βεσσαραβίας). Πολλοί Βούλγαροι ζουν στη διασπορά και αποτελείται από εκπρόσωπους και απογόνους της παλιάς (πριν το 1989) και νέας (μετά το 1989) μετανάστευσης. Η παλιά μετανάστευση αποτελείτο από περίπου 2.470.000 οικονομικούς και αρκετές δεκάδες χιλιάδες πολιτικούς μετανάστες και κατευθύνθηκε στο μεγαλύτερο μέρος της προς τις ΗΠΑ, τον Καναδά, την Αργεντινή τη Βραζιλία και τη Γερμανία.

Η νέα μετανάστευση εκτιμάται σε περίπου 970.000 ανθρώπους και μπορεί να διακριθεί σε δύο μεγάλες υποκατηγορίες: μόνιμη μετανάστευση στις αρχές της δεκαετίας του 1990 με κατεύθυνση κυρίως προς τις ΗΠΑ, Καναδά, Αυστρία και Γερμανία και μετανάστευση εργατικού δυναμικού στα τέλη της δεκαετίας του 1990 με κατεύθυνση κυρίως προς τις Ελλάδα, Ιταλία, Ηνωμένο Βασίλειο και Ισπανία. Η μετανάστευση προς τη Δύση έχει παραμείνει σταθερή ακόμη και στις αρχές του 21ου αιώνα, καθώς οι άνθρωποι συνεχίζουν να μετακινούνται σε χώρες όπως οι ΗΠΑ, ο Καναδάς και η Αυστραλία.

Σύμφωνα με την απογραφή του 2001 ζούσαν 1.124.240 Βούλγαροι στη Σόφια , 302.858 στη Φιλιππούπολη, 300.000 στη Βάρνα και περίπου 200.000 στο Μπουργκάς[1]. Ο συνολικός αριθμός των Βουλγάρων ξεπερνά τα 9 εκατομμύρια.

Πολιτισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γλώσσα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύριο λήμμα: Βουλγαρική γλώσσα
Βάλια Μπάλκανσκα, τραγουδίστρια δημοτικών τραγουδιών, χάρις στην οποία η Βουλγαρική ομιλία στο τραγούδι της "Ιζλέλ γιε Ντέλιο Χαϊντούτιν" θα παίζεται στο Διάστημα για τουλάχιστον 60.000 χρόνια ως τμήμα της μουσικής συλλογής του Χρυσού δίσκου του Βόγιατζερ που περιλαμβάνεται στα δύο διαστημικά σκάφη Βόγιατζερ που εκτοξεύθηκαν το 1977

Οι Βούλγαροι μιλούν τη Βουλγαρική, μια Νότια Σλαβική γλώσσα, που είναι αμοιβαία κατανοητή με τη Σλαβομακεδονική και την Τορλακική διάλεκτο.

Η Βουλγαρική παρουσιάζει κάποιες φραστικές εξελίξεις που τη διαφοροποιούν από άλλες Σλαβικές γλώσσες. Αυτές είναι κοινές με τη Ρουμανική, την Αλβανική και την Ελληνική (βλέπε Βαλκανικός γλωσσικός δεσμός), με τις οποίες δεν είναι καθόλου αμοιβαία κατανοητή. Μέχρι το 1878 η Βουλγαρική επηρεαζόταν λεξιλογικά από τη μεσαιωνική και νέα Ελληνική και πολύ λιγότερο από την Τουρκική. Πιο πρόσφατα η γλώσσα έχει δανειστεί πολλές λέξεις από τα Ρωσικά, Γερμανικά, Γαλλικά και Αγγλικά.

Η Βουλγαρική γλώσσα μιλιέται από την πλειοψηφία της Βουλγαρικής διασποράς, αλλά λιγότερο από τους απογόνους παλιών μεταναστών σε ΗΠΑ, Καναδά, Αργεντινή και Βραζιλία.

Οι Βούλγαροι γλωσσολόγοι θεωρούν την επισημοποιημένη (από το 1944) Σλαβομακεδονική γλώσσα τοπική παραλλαγή της Βουλγαρικής, όπως ακριβώς οι περισσότεροι εθνογράφοι και γλωσσολόγοι μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα θεωρούσαν την τοπική Σλαβική ομιλία στην περιοχή της Μακεδονίας. Ο πρόεδρος της Βουλγαρίας Ζέλιο Ζέλεφ (1990-1997) αρνήθηκε να αναγνωρίσει τη Σλαβομακεδονική ως ξεχωριστή γλώσσα, όταν η πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας έγινε ανεξάρτητο κράτος. Η Βουλγαρική γλώσσα γράφεται στο Κυριλλικό αλφάβητο.

Κυριλλικό αλφάβητο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το πρώτο μισό του 10ου αιώνα επινοήθηκε η Κυριλλική γραφή στη Φιλολογική Σχολή της Πρεσλάβας, στη Βουλγαρία, βασισμένη στο Γλαγολιτικό αλφάβητο, το Ελληνικό και το Λατινικό αλφάβητο. Σύγχρονες παραλλαγές του αλφαβήτου χρησιμοποιούνται σήμερα για τη γραφή πέντε ακόμη Σλαβικών γλωσσών, όπως η Ρωσική, η Ουκρανική, η Σερβική, η Λευκορωσική γλώσσα και η Σλαβομακεδονική, καθώς επίσης της Μογγολική γλώσσα και περίπου 60 ακόμη γλωσσών που μιλιούνται στην πρώην Σοβιετική Ενωση. Η Μεσαιωνική Βουλγαρία ήταν το σημαντικότερο πολιτιστικό κέντρο των Σλαβικών λαών στα τέλη του 9ου και όλο το 10ο αιώνα. Oι δύο φιλολογικές σχολές της Οχρίδας ανέπτυξαν πλούσια λογοτεχνική και πολιτιστική δραστηριότητα με συγγραφείς όπως οι Κωνσταντίνος της Πρεσλάβας, Ιωάννης Εξαρχος, Τσερνόριζετς Χράμπαρ, Κλήμης και Ναούμ της Οχρίδας. Η Βουλγαρία ασκούσε παρόμοια επιρροή στις γειτονικές της χώρες στα μέσα προς τα τέλη του 14ου αιώνα, την εποχή της Φιλολογικής Σχολής του Τίρνοβο με τα έργα του Πατριάρχη Ευθύμιου, του Γρηγορίου Τσάμπλακ, του Κωνσταντίνου του Κόστενετς (Κονσταντίν Κοστενέτσκι). Η Βουλγαρική πολιτιστική επιρροή ήταν ιδιαίτερα έντονη στη Βλαχία και τη Μολδαβία, όπου η Κυριλλική γραφή χρησιμοποιείτο μέχρι το 1860, ενώ η Εκκλησιαστική Σλαβονική ήταν η επίσημη γλώσσα της πριγκιπικής καγκλαρίας και της εκκλησίας μέχρι το τέλος του 17ου αιώνα.

Σύστημα ονομάτων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Υπάρχουν αρκετές διαφορετικές κατηγορίες Βουλγαρικών ονομάτων. Η μεγάλη πλειοψηφία τους έχει είτε Χριστιανική (όπως Λαζάρ, Ιβάν (από Ιωάννης), Αννα, Μαρία, Αικατερίνα) είτε Σλαβική προέλευση (Βλαντιμίρ, Σβετοσλάβ, Βελισλάβα). Μετά την Απελευθέρωση το 1878 αναστήθηκαν τα ονόματα των ιστορικών Πρωτοβουλγάρων ηγετών, όπως Ασπαρούχ, Κρούμος, Κουμπράτ και Τέρβελ. Το παλιό Βουλγαρικό όνομα Μπόρις διαδόθηκε από τη Βουλγαρία σε άλλες χώρες του κοσμου, με παραδείγματα τους Ρώσους Τσάρο Μπορίς Γκοντουνόφ και Πρόεδρο Μπορίς Γιέλτσιν, το Βρετανό πολιτικό Μπόρις Τζόνσον και το Γερμανό τενίστα Μπόρις Μπέκερ.

Τα περισσότερα Βουλγαρικά ανδρικά επώνυμα έχουν κατάληξη -οβ, παραδόση εν χρήσει κυρίως στα Ανατολικά Σλαβικά έθνη, όπως η Ρωσία, η Ουκρανία και η Λευκορωσία. Αυτή μερικές φορές προφέρεται -οφ αλλά συνηθέστερα -οβ. Η κατάληξη -οβ είναι η Σλαβική κατάληξη γενικής, έτσι Ιβάνοφ σημαίνει κατά λέξη "του Ιβάν". Τα Βουλγαρικά επώνυμα είναι πατρωνυμικά και χρησιμοποιούν την κατάληξη γενικής, έτσι το επώνυμο του γιού του Νίκολα γίνεται Νικόλοφ και το επώνυμο του γιού του Ιβάν γίνεται Ιβάνοφ. Οι Βουλγάρες γυναίκες έχουν κατάληξη επωνύμου οβα, για παράδειγμα Μαρία Ιβάνοβα. Ο πληθυντικός των Βουλγαρικών ονομάτων τελειώνει σε οβι, για παράδειγμα "οιοκογένεια Ιβάνοβι".

Αλλα συνηθισμένα Βουλγαρικά ανδρικά επώνυμα έχουν κατάληξη -εφ, για παράδειγμα Στόεφ, Γκάντσεφ, Πέεφ κ.ο.κ. Το θηλυκό επώνυμο στην περίπτωση αυτή παίρνει την κατάληξη -εβα, για παράδειγμα Γκαλίνα Στόβα. Το όνομα όλης της οικογένειας έχει την κατάληξη πληθυντικού -εβι, για παράδειγμα "οιοκογένεια Στόβι".

Μια άλλη χαρακτηριστική Βουλγαρική κατάληξη επωνύμου, αν και λιγότερο συχνή, ε'ιναι η -σκι, που παίρνει επίσης ένα όταν το όνομα είναι θηλυκό (το Σμιρνένσκι γίνεται Σμιρνένσκα). Ο πληθυντικός της κατάληξης επωνύμου -σκι είναι επίσης -σκι, πχ. "οικογένεια Σμιρνένσκι".

Σπάνια εμφανίζεται επίσης η κατάληξη -ιν (θηλυκό -ινα). Συνήθως δινόταν στο παιδί μιας ανύπαντρης μητέρας (για παράδειγμα ο γιός της Κούνα έπαιρνε το επώνυμο Κούνιν και ο γιός της Γκάνα το Γκάνιν). Η κατάληξη επωνύμου -ιτς συναντάται σπάνια, κυρίως μεταξύ των Βουλγάρων Καθολικών και δεν παίρνει πρόσθετο στο θηλυκό.

Θρησκεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι περισσότεροι Βούλγαροι είναι, τουλάχιστον κατ' όνομα, μέλη της Βουλγαρικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, που ιδρύθηκε το 870 μ.Χ. (αυτοκέφαλη από το 927 μ.Χ. Η Βουλγαρική Ορθόδοξη Εκκλησία είναι η ανεξάρτητη εθνική εκκλησία της Βουλγαρίας, όπως οι άλλοι εθνικοί κλάδοι της Ορθόδοξης κοινότητας, και θεωρείται αξεχώριστο στοιχείο της Βουλγαρικής εθνικής συνείδησης. Η εκκλησία καταργήθηκε κατά την Οθωμανική κυριαρχία (1396—1878), αναβίωσε το 1873 ως Βουλγαρική Εξαρχία και αμέσως μετά ως Βουλγαρικό Πατριαρχείο. Το 2001 η Ορθόδοξη Εκκλησία είχε, τουλάχιστον κατ' όνομα, 6.552.000 μέλη στη Βουλγαρία (82,6% του πληθυσμού), από τα οποία 6.300.000 ήταν Βούλγαροι και ένα ως δύο εκατομμύρια μέλη στη διασπορά.

Παρά το ρόλο της Βουλγαρικής Ορθόδοξης Εκκλησίας ως ενοποιητικού συμβόλου όλων των Βουλγάρων μικρές ομάδες τους έχουν προσηλυτισθεί σε άλλες θρησκείες κατά την πάροδο του χρόνου. Το 16ο και 17ο αιώνα Ρωμαιοκαθολικοί ιεραπόστολοι προσηλύτισαν μικρό αριθμό Βουλγάρων Παυλικιανών στις περιφέρειες της Φιλιππούπολης και του Σβιστόβ στο Ρωμαιοκαθολικισμό. Σήμερα υπάρχουν στη Βουλγαρία περίπου 40.000 Ρωμαιοκαθολικοί Βούλγαροι, 10.000 ακόμη στο Βανάτο της Ρουμανίας και έως 100.000 Βουλγαρικής καταγωγής στη Νότια Αμερική. Οι Ρωμαιοκαθολικοί Βούλγαροι του Βανάτου είναι επίσης απόγονοι των Παυλικιανών, που κατέφυγαν εκεί στα τέλη του 17ου αιώνα μετά από μια ανεπιτυχή εξέγερση κατά των Οθωμανών. Ο Προτεσταντισμός εισήχθη στη Βουλγαρία από ιεραποστόλους από τις Ηνωμένες Πολιτείες το 1857. Το ιεραποστολικό έργο συνεχίσθηκε καθ' όλο το δεύτερο μισό του 19ου και το πρώτο μισό του 20ού αιώνα και σήμερα υπάρχουν στη Βουλγαρία περίπου 25.000 Προτεστάντες. Κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας πολλοί Βούλγαροι ασπάστηκαν το μουσουλμανισμό με αποτέλεσμα σήμερα να αποτελούν τη δεύτερη μεγαλύτερη θρησκευτική ομάδα στο βουλγαρικό έθνος, η οποία φτάνει τις 131.000 μέσα στη Βουλγαρία.

Τέχνες και επιστήμες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αννα-Μαρία Ραβνοπόλσκα-Ντην (γ. 1960)

Ο Μπόρις Χριστόφ, ο Νικολάι Γκιαούροφ, η Ράινα Καμπαίβανσκα και η Γκένα Ντιμίτροβα είχαν σημαντική συμβολή στην όπερα, με τους Γκιαούροφ και Χριστόφ να είναι δύο από τους μεγαλύτερους μπάσσους στη μεταπολεμική περίοδο. Η αρπίστρια Αννα-Μαρία Ραβνοπόλσκα-Ντην είναι μια από τις δημοφιλέστερες. Οι Βούλγαροι είχαν επίσης πολύτιμη συμβολή στον παγκόσμιο πολιτισμό στη σύγχρονη εποχή. Η Τζούλια Κρίστεβα (γ. 1941) και ο Τσβέταν Τοντόροφ (γ. 1939) ήταν από τους πιο σημαίνοντες Ευρωπαίους φιλοσόφους του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα. ο καλλιτέχνης Κρίστο είναι από τους διασημότερους εκπροσώπους της περιβαλλοντικής τέχνης με έργα όπως το Περιτυλιγμένο Ράιχσταγκ.

Εξ ίσου ενεργοί είναι οι Βούλγαροι της διασποράς. Μεταξύ των αμερικανών επιστημόνων και εφευρετών Βουλγαρικής καταγωγής είναι οι Τζών Ατανάσοφ (1903 – 1995), Πήτερ Πετρόφ (1919 – 2003) και Ασέν Γιορντάνοφ (1896 - 1967). Ο Βουλγαροαμερικανός Στέφαν Γκρούεφ (1922 – 2006) έγραψε το περίφημο βιβλίο "Πρόγραμμα Μανχάταν" για την κατασκευή της πρώτης ατομικής βόμβας και επίσης το "Ακάνθινο Στεφάνι", βιογράφια του Τσάρου Βόρι Γ΄ της Βουλγαρίας. Σύμφωνα με τη Διεθνή Μένσα η Βουλγαρία έρχεται δεύτερη στον κόσμο στα αποτελέσματα των τεστ IQ της Μένσα και οι μαθητές της δεύτεροι στα τεστ εισαγωγής στα Αμερικάνικα πανεπιστήμια. Επίσης το διεθνές τεστ ΙQ της Μένσα του 2004 αναγνώρισε ως ευφυέστερη γυναίκα στον κόσμο τη Ντανιέλα Σιμίντσιεβα από τη Βουλγαρία με ΙQ 200. Το 2007 το CERN απασχολούσε πάνω από 90 Βούλγαρους επιστήμονες και περίπου 30 από αυτούς θα συμμετάσχουν ενεργά στα πειράματα του Μεγάλου Επιταχυντή Αδρονίων.

Κουζίνα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Bουλγάρικο "κόζουνα" (τσουρέκι) για το Πάσχα

Γνωστή για τις πλούσιες σαλάτες της, απαραίτητες σε κάθε γεύμα, η Βουλγαρική κουζίνα τονίζεται επίσης για την ποικιλία και ποιότητα των γαλακτοκομικών προϊόντων της και την ποικιλία των τοπικών κρασιών και οινοπνευματωδών ποτών της, όπως το ρακί, η μαστίχα και η μέντα. Η Βουλγαρική κουζίνα διαθέτει επίσης ποικιλία από κρύες και ζεστές σούπες, με παράδειγμα κρύας σούπας την ταρατόρ. Υπάρχουν πολλά Βουλγαρικά αρτοσκευάσματα, όπως η "μπάνιτσα".

Τα περισσότερα Βουλγαρικά πιάτα είναι ψητά στο φούρνο, βραστά ή της κατσαρόλας. Το τηγάνισμα δεν συνηθίζεται, σε αντίθεση με το ψήσιμο στη σχάρα - ιδιαίτερα διαφόρων ειδών κρέατος. Το χοιρινό είναι το συνηθέστερο κρέας στη Βουλγαρική κουζίνα. Πιάτα της Ανατολής υπάρχουν στη Βουλγαρική κουζίνα με συνηθέστερα το μουσακά, το γκιουβέτσι και το μπακλαβά. Πολύ δημοφιλές συστατικό της Βουλγαρικής κουζίνας είναι το λευκό αλμυρό τυρί που λέγεται "σιρένε" και είναι το κύριο συστατικό σε πολλές σαλάτες και σε ποικιλία αρτοσκευασμάτων. Ψάρια και κοτόπουλο τρώγονται ευρέως και ενώ το βοδινό συνηθίζεςται λιγότερο, καθώς οι περισσότερες αγελάδες εκτρέφονται περισσότερο για γαλακτοπαραγωγή παρά για κρέας, το μοσχαρίσιο κρέας βρίσκεται σε πολλές δημοφιλείς συνταγές. Η Βουλγαρία είναι εξαγωγέας αρνιών και η δική της κατανάλωσή τους είναι διαδεδομένη κατά τη διάρκεια της παραγωγής τους την άνοιξη.

Εθιμα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χαρακτηριστικό μαρτένιτσα

Οι Βούλγαροι μπορούν να φορούν το μαρτένιτσα - στολίδι φτιαγμένο από άσπρη και κόκκινη κλωστή, που φοριέται στον καρπό του χεριού ή καρφώνεται στα ρούχα - από την 1 Μαρτίου μέχρι το τέλος του μήνα. Αν θέλει κάποιος μπορεί να το βγάλει νωρίτερα αν δει έναν πελαργό (που θεωρείται προάγγελος της άνοιξης) και να το δέσει στο ανθισμένο κλαδί ενός δένδρου. Συγγενείς και φίλοι συνηθίζουν να ανταλλάσσουν μαρτένιτσα, που τα θεωρούν σύμβολα νεότητας και μακροζωίας. Η άσπρη κλωστή αντιπροσωπεύει την ειρήνη και την ηρεμία ενώ η κόκκινη τους κύκλους της ζωής. Οι Βούλγαροι μπορεί επίσης να αναφέρονται στη γιορτή της 1 Μαρτίου ως "Μπάμπα Μάρτα", που σημαίνει Γιαγιά Μάρτης. Αυτό διασώζει μια αρχαία παγανιστική παράδοση. Πολλοί μύθοι υπάρχουν αναφορικά με τη γέννηση αυτού του εθίμου, μερικοί από την εποχή του Χαν Κουμπράτ τον 7ο αιώνα, ηγεμόνα της Παλαιάς Μεγάλης Βουλγαρίας. Αλλοι θρύλοι συσχετίζουν το μαρτένιτσα με Θρακικές και Ζωροαστρικές αντιλήψεις.

"Κούκερι" από το Σμόλιαν

Το αρχαίο τελετουργικό των "κούκερι", εκτελούμενο από μεταμφιεσμένους άνδρες, έχει σκοπό να τρομάξει τα κακά πνεύματα και να φέρει στην κοινότητα καλή σοδειά και υγεία. Οι φορεσιές, από γούνες και τρίχωμα ζώων, καλύπτουν όλο το σώμα. Μια μάσκα, στολισμένη μεταξύ άλλων με κέρατα, καλύπτει το κεφάλι κάθε κούκερ, που πρέπει επίσης να έχει κουδούνια δεμένα στη ζώνη του. Το τελετουργικό συνίσται σε χορό, πηδήματα και κραυγές, σε μια προσπάθεια να διώξουν όλο το κακό από το χωριό. Μερικοί από τους συμμετέχοντες υποδύονται ανθρώπους του βασιλιά, γεωργούς και τεχνίτες. Η διακόσμηση των φορεσιών διαφέρει από περιοχή σε περιοχή.

Αλλο χαρακτηριστικό έθιμο, τα αναστενάρια (νεστίναρστβο) υπάρχει στην περιοχή της Στράντας (οροσειρά στη νοτιοανατολική Βουλγαρία). Αυτό το αρχαίο έθιμο περιλαμβάνει χορό στη φωτιά ή πάνω σε αναμμένα κάρβουνα.

Αθλητισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Aριστερά: Χρίστο Στόιτσκοφ, θεωρούμενος ένας από τους καλύτερους ποδοσφαιριστές όλων των εποχών.[2]
Δεξιά: Βεσελίν Τοπάλοφ, 21ος Παγκόσμιος Πρωταθλητής Σκακιού

Οπως για τους περισσότερους Ευρωπαϊκούς λαούς, το ποδόσφαιρο είναι μακράν το δημοφιλέστερο άθλημα για τους Βουλγάρους. Ο Χρίστο Στόιτσκοφ είναι ένας από τους καλύτερους ποδοσφαιριστές το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα, έχοντας παίξει με την Εθνική Βουλγαρίας και τη Μπαρτσελόνα. Ελαβε πολλές διακρίσεις και ήταν από κοινού κορυφαίος σκόρερ (με το Ρώσο Ολέγκ Σαλένκο) στο Παγκόσμιο Κύπελλο Ποδοσφαίρου 1994. Ο Ντίμιταρ Μπερμπάτοφ, σήμερα στον Π.Α.Ο.Κ. και προγενέστερα στη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, την Τότεναμ, τη Μπάγερ Λεβερκούζεν και αλλού, την εθνική ομάδα και δύο τοπικές ομάδες, είναι ακόμη ο δημοφιλέστερος Βούλγαρος ποδοσφαιριστής του 21ου αιώνα.

Στις αρχές του 20ού αιώνα η Βουλγαρία ήταν γνωστή για δύο από τους καλύτερους παλαιστές στον κόσμο - Νταν Κόλοφ και Νικόλα Πετρόφ. Η Στέφκα Κοσταντίνοβα είναι η καλύτερη αθλήτρια του άλματος εις ύψος, ακόμη κάτοχος του παγκόσμιου ρεκόρ από το 1987, ένα από τα παλαιότερα ακατάρριπτα ρεκόρ όλων των αθλημάτων. Η Ιβέτ Λάλοβα (γ. 1984), μαζί με την Ιρίνα Πριβάλοβα(γ. 1968), είναι σήμερα η ταχύτερη γυναίκα στον κόσμο στα 100 μ. Ο Καλογιάν Μαχλιάνοφ (γ. 1983) ήταν ο πρώτος Ευρωπαίος παλαιστής σούμο, που κέρδισε το Αυτοκρατορικό Κύπελλο στην Ιαπωνία. Ο Βεσελίν Τοπάλοφ κέρδισε το Παγκόσμιο Σκακιστικό Πρωτάθλημα το 2005. Ηταν No. 1 στην παγκόσμια κατάταξη από τον απρίλιο του 2206 ως τον Ιανουάριο του 2007 και είχε το δεύτερο υψηλότερο βαθμό ΕΛΟ όλων των εποχών (2813). Ξανακέρδισε τη θέση No. 1 πάλι τον Οκτώβριο του 2008.

Σύμβολα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εθνικοί Φρουροί στην είσοδο του Προεδρικού Μεγάρου της Βουλγαρίας

Τα εθνικά σύμβολα των Βουλγάρων είναι η Σημαία, το Εθνόσημο, ο Εθνικός ύμνος και η Εθνική Φρουρά, καθώς και άλλα ανεπίσημα σύμβολα, όπως η σημαία της Σαμάρα.

Η εθνική σημαία της Βουλγαρίας είναι ορθογώνιο με τρία χρώματα : άσπρο, πράσινο και κόκκινο, οριζόντια σε ισομεγέθεις λωρίδες από πάνω προς τα κάτω. Το άσπρο αντιπροσωπεύει τον ουρανό, το πράσινο τα δάση και τη φύση και το κόκκινο το αίμα του λαού, παραπομπή στον ισχυρό δεσμό του έθνους μέσω όλων των πολέμων και των επαναστάσεων που συγκλόνισαν τη χώρα κατά το παρελθόν. Το Βουλγαρικό Εθνόσημο είναι κρατικό σύμβολο της κυριαρχίας και ανεξαρτησίας του Βουλγαρικού λαού και κράτους. Απεικονίζει ένα εστεμμένο αχαλίνωτο χρυσό λιοντάρι σε σκούρο κόκκινο φόντο με το σχήμα της ασπίδας. Πάνω από την ασπίδα είναι ένα στέμμα στο πρότυπο των στεμμάτων της Δεύτερης Βουλγαρικής Αυτοκρατορίας (1185–1396/1422), με πέντε σταυρούς και έναν ακόμη στην κορυφή. Δύο εστεμμένα αχαλίνωτα χρυσά λιοντάρια κρατούν την ασπίδα και από τις δύο πλευρές, κοιτάζοντάς τη. Στέκονται πάνω σε δύο σταυρωτά κλαδιά βελανιδιάς, που συμβολίζουν τη δύναμη και τη μακροζωία του Βουλγαρικού κράτους. Κάτω από την ασπίδα είναι μια άσπρη ταινία πλαισιωμένη από τα τρία εθνικά χρώματα. Η ταινία είναι τοποθετημένη στα άκρα των κλαδιών με γραμμένη πάνω της τη φράση "Η Ενότητα Δυναμώνει".

Τόσο η Βουλγαρική σημαία όσο και το Εθνόσημο χρησιμοποιούνται ως σύμβολα διάφορων Βουλγαρικών οργανώσεων, πολιτικών κομμάτων και ιδρυμάτων.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Απογραφή της Βουλγαρίας, 2001 (αγγλικά)
  2. «HRISTO STOICHKOV | FCBarcelona.cat». Fcbarcelona.com. http://www.fcbarcelona.com/web/english/club/historia/jugadors_de_llegenda/stoichkov.html. Ανακτήθηκε στις 2015-02-11. 

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Beschewliew, W., «Βούλγαροι καὶ Ἕλληνες στὶς ἀμοιβαῖες τους ἐπιδράσεις ἀνάμεσα στοὺς αἰῶνες » , Νέα Ἑστία, 28, 329 (1940), σσ. 1070-1075
  • Ελευθερία Παπαγιάννη, «Οι Βoύλγαρoι στις επιστoλές τoυ Θεoφυλάκτoυ Αχρίδας», Πρακτικά τoυ I' Παvελλήvιoυ Iστoρικoύ Συvεδρίoυ, Θεσσαλovίκη 1989, σ. 63-72.
  • Eremian, Suren. Reconstructed map of Central Asia from ‘Ashharatsuyts’.
  • Shirakatsi, Anania, The Geography of Ananias of Sirak (Asxarhacoyc): The Long and the Short Recensions. Introduction, Translation and Commentary by Robert H. Hewsen. Wiesbaden: Reichert Verlag, 1992. 467 pp. ISBN 9783882264852
  • Bakalov, Georgi. Little known facts of the history of ancient Bulgarians. Science Magazine. Union of Scientists in Bulgaria. Vol. 15 (2005) Issue 1. (in Bulgarian)
  • Dobrev, Petar. Unknown Ancient Bulgaria. Sofia: Ivan Vazov Publishers, 2001. 158 pp. (in Bulgarian) ISBN 9546041211

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]