Πετσενέγοι

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Χανάτα Πετσενέγων
(860 - 1091)
Peçenek Hanlığı
Χανάτο
Ίδρυση
Διάλυση
860
1091
Η θέση των Πετσενέγων στην ανατολική Ευρώπη του 10ου αιώνα.

Οι Πετσενέγοι ή Πατζινάκοι ήταν ένας ημινομαδικός τουρκικός λαός των στεπών της κεντρικής Ασίας που μιλούσε την ομώνυμη γλώσσα, που στην οικογένεια των τουρκικών γλωσσών. Ο μεσαιωνικός αυτός λαός έχει εξαφανισθεί. Δεν είχαν συγκροτήσει ενιαίο κράτος, αλλά ήταν οργανωμένοι σε τοπικά χανάτα.

Εθνώνυμο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το εθνώνυμο των Πετσενέγων προήλθε από τη λέξη της Αρχαίας Τουρκικής για τον "κουνιάδο" (baja, baja-naq or bajinaq), υπονοώντας ότι αρχικά αναφερόταν "σε σόι ή φυλή με σχέση εξ αγχιστείας". Πηγές γραμμένες σε διάφορες γλώσσες χρησιμοποιούσαν παρόμοιες ονομασίες όταν αναφέρονταν σε συνομοσπονδίες των φυλών των Πετσενέγων. Αναφέρονταν με τα ονόματα Bjnak, Bjanak ή Bajanak σε Αραβικά και Περσικά κείμενα, ως Be-ča-nag σε κείμενα της Κλασικής Θιβετιανής (10ος-12ος αιώνας), ως Pačanak-i σε έργα γραμμένα στη Γεωργιανή και Pacinnak στην Αρμενική. Η Άννα Κομνηνή και άλλοι Βυζαντινοί συγγραφείς αναφέρονταν στους Πετσενέγους ως Πατζινακίτες. Σε κείμενα της μεσαιωνικής Λατινικής οι Πετσενέγοι αναφέρονταν ως Pizenaci, Bisseni ή Bessi. Οι Ανατολικοί Σλαβικοί λαοί χρησιμοποιούν τους όρους Pečenegi ή Pečenezi, ενώ οι Πολωνοί τους αναφέρουν ως Pieczyngowie ή Piecinigi. Η Ουγγρική λέξη για τους Πετσενέγους είναι besenyő.

Σύμφωνα με τον Κωνσταντίνο Ζ΄ Πορφυρογέννητο τρεις από τις οκτώ "επαρχίες" ή φυλές των Πετσενέγων ήταν γνωστές με το όνομα Καγκάρ. Πρόσθετε ότι έλαβαν αυτή την ονομασία γιατί ήταν "γενναιότεροι και ευγενέστεροι από τις υπόλοιπες" φυλές και ότι αυτό υποδηλώνει ο τίτλος Καγκάρ. Εντούτοις καμμία Τουρκική λέξη δεν έχει εντοπισθεί με την έννοια που της δίνει ο αυτοκράτορας. Ο Αρμιν Βάμπερι (Ούγγρος τουρκολόγος, 1832-1913) συνέδεσε την ονομασία Καγκάρ με τις Κιργιζικές λέξεις kangir ("ευκίνητος"), kangirmak ("βγαίνω για ιππασία") και kani-kara ("μαυροαίματος"), ενώ ο Κάρλαϊλ Αιλμερ Μακάρτνεϊ (Βρεταννός ακαδημαϊκός, 1895–1978) τη συσχέτισε με την Τσαγκαταϊκή (εξαλειφθείσα Τουρκική γλώσσα) λέξη gang ("άμαξα"). Ο Ομέλιαν Πρίτσακ (Ουκρανός ιστορικός, 1919-2006) υποστήριξε ότι το όνομα ήταν αρχικά σύνθετος όρος (Kängär As), προερχόμενος από την Τοχαρική λέξη για την πέτρα (kank) και το Ιρανικό εθνώνυμο As. Αν η τελευταία υπόθεση είναι έγκυρη, το εθνώνυμο των τριών Καγκαρικών φυλών υποδηλώνει ότι Ιρανικά στοιχεία συνέβαλαν στο σχηματισμό του λαού των Πετσενέγων.

Γλώσσα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Μαχμούντ αλ-Κασγκάρι, άνθρωπος των γραμμάτων του 11ου αιώνα ειδικευμένος στις Τουρκικές διαλέκτους, υποστήριξε ότι η γλώσσα που μιλούσαν οι Πετσενέγοι ήταν μια παραλλαγή των διαλέκτων των Κουμάνων και των Ογκούζ. Υποστήριξε ότι ξένες επιρροές επί των Πετσενέγων προκάλεσαν φωνητικές διαφορές μεταξύ της γλώσσας τους και των διαλέκτων που μιλούσαν άλλοι Τουρκικοί λαοί. Η Άννα Κομνηνή επίσης ανέφερε ότι οι Πετσενέγοι και οι Κουμάνοι μοιράζονταν την ίδια γλώσσα. Αν και η ίδια η γλώσσα των Πετσενέγων έσβησε πριν από αιώνες, τα ονόματα των Πετσενεγικών "επαρχιών" φανερώνουν ότι οι Πετσενέγοι μιλούσαν μια Τουρκική γλώσσα.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Προέλευση (μέχρι το 800 ή 850)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ιμπν Χορνταντμπέχ (Πέρσης γεωγράφος, 820-912), ο Μαχμούντ αλ-Κασγκάρι (Ουιγούρος λόγιος, 11ος αιώνας) , ο Μουχάνατ αλ-Ιντρίσι (γεωγράφος από τη Θέουτα, 1100-1165) και πολλοί άλλοι Μουσουλμάνοι λόγιοι συμφωνούσαν ότι οι Πετσενέγοι ανήκαν στους Τουρκικούς λαούς. Το Ρωσικό Πρώτο Χρονικό ανέφερε ότι οι "Τουρκομάνοι, οι Πετσενέγοι, οι Τορκίλ και οι Πολόβτσι (Κουμάνοι) "κατάγονταν από "τους άθεους γιούς του Ισμαήλ, που είχαν σταλεί για τιμωρία των Χριστιανών".

Ο Πολ Ελιό (Γάλλος, 1878-1945) ήταν ο πρώτος που υποστήριξε ότι ένα Κινέζικο βιβλίο του 7ου αιώνα, το Βιβλίο των Σουί διέσωσε την αρχαιότερη αναφορά στους Πετσενέγους. Γράφει για τους Pei-ju, λαό εγκατεστημένο μεταξύ των En-ch'u και των A-lan (ταυτιζόμενων αντίστοιχα με τους Ονογούρους και τους Αλανούς) ανατολικά της Fu-lin (Βυζαντινή Αυτοκρατορία)]. Αντίθετα με την άποψη αυτή ο Βίκτορ Σπινέι (Ρουμάνος ακαδημαϊκός, γ. 1943) υποστηρίζει ότι η πρώτη βέβαιη αναφορά στους Πετσενέγους βρίσκεται σε Θιβετιανή μετάφραση Ουιγουρικού κειμένου του 8ου αιώνα. Αφηγείται ένα πόλεμο μεταξύ δύο λαών, των Be-ča-nag (Πετσενέγων) και των Χορ (Ογούζων Τούρκων). Οι Πετσενέγοι κατοικούσαν την περιοχή γύρω από τον ποταμό Συρ Ντάρια, την εποχή που πρωτοεμφανίζονται μαρτυρίες για αυτούς.

Μετανάστευση προς τα δυτικά (800 ή 850 - 895)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Πατσενέγοι αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την Κεντρασιατική τους πατρίδα, από ένα συνασπισμό Ογούζων Τούρκων, Καρλούκων και Κιμάκων. Η προς δυσμάς μετανάστευση των Πετσενέγων άρχισε μεταξύ 800 και 850, αλλά η ακριβής χρονολογία δεν μπορεί να προσδιοριστεί. Οι Πατσενέγοι εγκαταστάθηκαν στη στέππα-διάδρομο μεταξύ των ποταμών Ουράλη και Βόλγα.

Σύμφωνα με το Γκαρντιζί (Πέρσης, π. 1061) και άλλους Μουσουλμάνους λόγιους που βάσισαν τα έργα τους σε πηγές του 9ου αιώνα, τα νέα εδάφη των Πετσενέγων συνόρευαν με τους Κουμάνους, τους Χάζαρους, τους Ογούζους Τούρκους και τους Σλάβους. Οι ίδιες πηγές αφηγούνται επίσης ότι οι Πετσενέγοι πολεμούσαν συχνά κατά των Χαζάρων και των υποτελών τους Μπούρτας. Οι Χάζαροι και οι Ογούζοι Τούρκοι συνήψαν μια συμμαχία κατά των Πετσενέγων και τους επιτέθηκαν. Υστερώντας αριθμητικά οι Πετσενέγοι ξεκίνησαν νέα μετανάστευση, εισέβαλαν στα μέρη που κατοικούσαν οι Ούγγροι και τους ανάγκασαν να φύγουν. Δεν υπάρχει χρονολογία κοινά αποδεκτή για αυτή τη δεύτερη μετανάστευση των Πετσενέγων. Ο Πρίτσακ υποστηρίζει ότι έλαβε χώρα γύρω στα 830, ενώ ο Κρίστο ότι αποκλείεται να συνέβη πριν το 850. Οι Πατσενέγοι εγκαταστάθηκαν κατά μήκος των ποταμών Ντονέτς και Κουμπάν.

Φαίνεται εύλογο η διάκριση μεταξύ "Τούρκων Πετσενέγων" και "Χαζάρων Πετσενέγων" που αναφέρεται στο Χουντούντ αλ-αλάμ (βιβλίο γεωγραφίας άγνωστου συγγραφέα στην Περσική) του 10ου αιώνα να είχε την προέλευσή της στην περίοδο αυτή. Ο Σπινέι υποστηρίζει ότι η τελευταία ονομασία αναφέρεται πιθανότατα στην ομάδα των Πετσενέγων που αποδεχόταν την επικυριαρχία των Χαζάρων. Εκτός από αυτούς τους δύο κλάδους την περίοδο αυτή υπήρχε μια τρίτη ομάδα Πετσενέγων. Ο Κωνσταντίνος Ζ΄ ο Πορφυρογέννητος και ο ιμπν Φαλντάν (Αραβας περιηγητής του 10ου αιώνα) αναφέρουν ότι εκείνοι που αποφάσισαν να μην εγκαταλείψουν την πατρίδα τους ενσωματώθηκαν στην ομοσπονδία Τουρκικών φύλων των Ογούζων Τούρκων. Εντούτοις είναι ασαφές αν ο σχηματισμός αυτής της ομάδας συνδέεται με την πρώτη ή δεύτερη μετανάστευση των Πετσενέγων (όπως υποστηρίζεται από τον Πρίτσακ και τον Γκόλντεν αντίστοιχα). Σύμφωνα με το Μαχμούντ αλ-Κασγκάρι μία από τις φυλές των Ογούζων Τούρκων αποτελείτο ακόμη από Πετσενέγους τη δεκαετία του 1060.

Αρχικά οι Πετσενέγοι είχαν την κατοικία τους στον ποταμό Ατίλ (Βόλγα), καθώς και στον ποταμό Γκέιτς, έχοντας κοινά σύνορα με τους Χαζάρους και τους λεγόμενους Ούζους. Αλλά πριν από πενήντα χρόνια οι λεγόμενοι Ούζοι συμμάχησαν με τους Χάζαρους και πολέμησαν τους Πετσενέγους και επεκράτησαν επί αυτών και τους εξεδίωξαν από τη χώρα τους, που οι λεγόμενοι Ούζοι κατέχουν μέχρι σήμερα. [...] Οταν οι Πετσενέγοι εκδιώχθηκαν από τη χώρα τους μερικοί με τη θέλησή τους και προσωπική τους απόφαση έμειναν πίσω και συγχωνεύθηκαν με τους λεγόμενους Ούζους και μέχρι σήμερα ζουν ανάμεσά τους και φορούν διακριτικά σήματα που τους ξεχωρίζουν από μακριά και προδίδουν την προέλευσή τους και πως έγινε και αποχωρίστηκαν το λαό τους, γιατί οι χιτώνες τους είναι κοντοί, φτάνοντας στο γόνατο και τα μανίκια τους είναι κομμένα στους ώμους, έτσι βλέπεις, δείχνουν ότι έχουν αποκοπεί από το λαό και τη φυλή τους.Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος: Προς τον ίδιον υιόν Ρωμανόν

Προέλευση και τόπος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο έργο του 11ου αιώνα του Μαχμούντ Κασγκάρι Ντιβάν λουγκάτ αλ-τουρκ (Αραβικά: ديوان لغات الترك‎), στο όνομα Μπετσενέκ δίνονται δύο έννοιες. Η πρώτη είναι "ένα Τουρκικό έθνος που ζει γύρω από τη χώρα των Ρουμ", όπου Ρουμ ήταν η Τουρκική λέξη για τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Ο δεύτερος ορισμός του Κασγκάρι για τους Μπετσενέκ ήταν "κλάδος των Ογούζων Τούρκων. Στη συνέχεια περιέγραψε τους Ογούζους ως αποτελούμενους από 22 κλάδους, από τους οποίους ο 19ος ονομαζόταν Μπετσενέκ. Ο Μαξ Βάσμερ (Γερμανός γλωσσολόγος, 1886-1962) ανάγει το όνομα στην Τουρκική λέξη για τη συγγένεια εξ αγχιστείας (στα Τουρκμενικά και Τουρκικά μπατσανάκ, αλλά και στα Ελληνικά μπατζανάκης).

Τον 9ο και το 10ο αιώνα έλεγχαν μεγάλο μέρος των στεπών της νοτιοδυτικής Ευρασίας και της Κριμαϊκής Χερσονήσου. Αν και σημαντικός παράγοντας στην περιοχή εκείνη την εποχή, όπως συνέβη και με τις περισσότερες νομαδικές φυλές, η αντίληψή τους για την τέχνη της πολιτικής δεν μπόρεσε να υπερβεί τις ασυντόνιστες επιθέσεις σε γειτονικούς λαούς και την υπηρεσία τους ως μισθοφόρων για άλλες δυνάμεις.

Σύμφωνα με τον Κωνσταντίνο Πορφυρογέννητο, που έγραφε γύρω στα 950, η Πατζινακία, το βασίλειο των Πετσενέγων εκτεινόταν δυτικά μέχρι τον Ποταμό Σερέτη (ή ακόμη τα Ανατολικά Καρπάθια Όρη) και απείχε τέσσερις ημέρες από την "Τουρκιάδα" (δηλ. την Ουγγαρία).

Το σύνολο της Πατζινακίας διαιρείται σε οκτώ επαρχίες με ίδιο αριθμό μεγάλων πριγκίπων. Οι επαρχίες είναι οι εξής : το όνομα της πρώτης επαρχίας είναι Ιρτίμ, της δεύτερης Τζουρ, της τρίτης Γκίλα, της τέταρτης Κουλπέι, της πέμπτης Τσαραμπόι, της έκτης Ταλμάτ, της έβδομης Τσόπον και της όγδοης Τζόπον. Την εποχή που οι Πετσενέγοι εκδιώχθηκαν από τη χώρα τους, οι πρίγκιπές τους ήταν στην επαρχία του Ιρτίμ ο Μπάιτζας, στο Τζουρ ο Κουέλ, στη Γκίλα ο Κουρκουτάι, στο Κουλπέι ο Ιπάος, στο Τσαραμπόι ο Καϊντούμ, στην επαρχία του Ταλμάτ ο Κόστας, στο Τσόπον ο Γκιάζις και στην επαρχία του Τζόπον ο Μπάτας.Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος: Προς τον ίδιον υιόν Ρωμανόν

Σύμφωνα με τον Ομέλιαν Πρίτσακ οι Πετσενέγοι είναι απόγονοι των αρχαίων Καγκάρων, που προέρχονται από την Τασκένδη.

Σε Αρμενικές πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στα Αρμενικά χρονικά του Ματθαίου της Έδεσσας (π. 1144) οι Πετσενέγοι αναφέρονται δυο φορές. Η πρώτη αναφορά είναι στο κεφάλαιο 75, όπου λέει ότι το έτος 499 (σύμφωνα με το παλιό Αρμενικό ημερολόγιο - το 1050–51 σύμφωνα με το Γρηγοριανό) το έθνος των Μπατζινάγκ προκάλεσε μεγάλη κασταστροφή σε πολλές επαρχίες της "Ρώμης" δηλ. τα Βυζαντινά εδάφη. Η δεύτερη είναι στο κεφάλαιο 103, που αναφέρεται στη Μάχη του Μαντζικέρτ. Στο κεφάλαιο αυτό λέγεται ότι οι σύμμαχοι της "Ρώμης", οι φυλές Πατζουνάκ και Ουζ (μερικοί κλάδοι των Ογούζων Τούρκων) άλλαξαν στρατόπεδο στην κορύφωση της μάχης και άρχισαν να πολεμούν κατά των Βυζαντινών δυνάμεων, στο πλευρό των Σελτζούκων Τούρκων. Στο κεφάλαιο 132 περιγράφεται ένας πόλεμος μεταξύ της "Ρώμης" και των Πατζινάγκ και μετά την ήττα του Ρωμαϊκού (Βυζαντινού) Στρατού αναφέρεται μια ανεπιτυχής πολιορκία της Κωνσταντινούπολης από τους Πατζινάγκ. Στο κεφάλαιο αυτό οι Πατζινάγκ περιγράφονται ως "στρατός τοξοτών". Στο κεφάλαιο 299 ο Αρμένιος πίγκιπας Βασίλ, που υπηρετούσε στο Ρωμαϊκό Στρατό, έστειλε ένα απόσπασμα Πατζινάγκ (είχαν εγκατασταθεί στην πόλη της Μοψουεστίας, κοντά στα σημερινά Άδανα, που είναι πολύ μακριά από τις χώρες όπου κυρίως ζούσαν τότε οι Πετσενέγοι) σε βοήθεια των Χριστιανών.

Συμμαχία με το Βυζάντιο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Σβιάτοσλαβ εισέρχεται στη Βουλγαρία με τους Πετσενέγους συμμάχους, από το Χρονικό του Κωνσταντίνου Μανασσή

Τον 9ο αιώνα οι Βυζαντινοί συμμάχησαν με τους Πετσενέγους, χρησιμοποιούντας τους για να αποκρούσουν άλλες πιο επικύνδυνες φυλές, όπως οι Ρως και οι Μαγυάροι.

Οι Ούζοι, άλλος Τουρκικός λαός της στέπας, εξεδίωξαν τελικά τους Πετσενέγους από την πατρίδα τους και στη συνέχεια οικειοποιήθηκαν επίσης τα περισσότερα από τα ζώα τους και άλλα αγαθά τους. Μια συμμαχία Ογούζων, Κιμέκων και Καρλούκων πίεζε επίσης τους Πετσενέγους, αλλά ένα άλλο βασίλειο, οι Σαμανίδες, νίκησαν αυτή τη συμμαχία. Ωθούμενοι δυτικότερα από τους Χάζαρους και τους Κουμάνους το 889, οι Πετσενέγοι με τη σειρά τους έδιωξαν τους Μαγυάρους δυτικά του Ποταμού Δνείπερου το 892.

Ο Βούλγαρος Τσάρος Συμεών χρησιμοποίησε τους Πετσενέγους για να τον βοηθήσουν να αποκρούσει τους Μαγυάρους. Οι Πετσενέγοι ήταν τόσο αποτελεσματικοί, ώστε εκδίωξαν τους Μαγυάρους που απέμεναν στο Ετελκοζ και στις στέπες του Πόντου, πιέζοντάς τους προς τα δυτικά, προς την Παννονική πεδιάδα, όπου ίδρυσαν αργότερα το Ουγγρικό κράτος.

Κατοπινή ιστορία και παρακμή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τον 9ο αιώνα οι Πετσενέγοι άρχισαν μια περίοδο πολέμων κατά των Ρως του Κιέβου. Επί πάνω από δύο αιώνες εξαπέλυαν επιδρομές στη χώρα των Ρως, που μερικές φορές κλιμακώνονταν σε κανονικούς πολέμους (όπως ο πόλεμος του 920 των Πετσενέγων με τον Ιγκόρ του Κιέβου, που αναφέρεται στο Πρώτο Χρονικό). Οι πόλεμοι των Πετσενέγων κατά των Ρως του Κιέβου ανάγκασαν τους Σλάβους από τα εδάφη της Βλαχίας να μεταναστεύσουν σταδιακά βόρεια του Δνείστερου το 10ο και τον 11ο αιώνα. Ομως συνέβαιναν επίσης και προσωρινές στρατιωτικές συμμαχίες Ρως-Πετσενέγων, όπως στην εκστρατεία κατά του Βυζαντίου το 1943 υπό τον Ιγκόρ. Το 968 οι Πετσενέγοι επιτέθηκαν και πολιόρκησαν το Κίεβο, μερικοί συμμάχησαν με τον Πρίγκιπα του Κιέβου Σβιάτοσλαβ Α΄ στην εκστρατεία του κατά του Βυζαντίου το 970–971, αν και τελικά του έστησαν ενέδρα και τον σκότωσαν το 972. Σύμφωνα με το Πρώτο Χρονικό ο Πετσενέγος Χαν Κούρια έφτιαξε ένα δισκοπότηρο από το κρανίο του Σβιάτοσλαβ, σύμφωνα με το έθιμο των νομάδων της στέπας. Η έκβαη της αντιπαράθεσης Ρως-Πετσενέγων άλλαξε κατά τη βασιλεία του Βλαδίμηρου Α΄ του Κιέβου (990–995), που ίδρυσε την πόλη Περεγιασλάβ στη θέση της νίκης του επί των Πετσενέγων, και στη συνέχεια με την ήττα των Πετσενέγων κατά τη βασιλεία του Γιαροσλάβ Α΄ του Σοφού το 1036. Λίγο αργότερα άλλες νομαδικές φυλές αντικατέστησαν τους εξασθενημένους Πετσενέγους στη στέπα του Πόντου : οι Κουμάνοι και οι Τορκίλ. Σύμφωνα με το Μικαίλο Χρουσέφσκι (Ουκρανός ακαδημαϊκός 1866-1934) (Ιστορία Ουκρανίς-Ρουθηνίας) μετά την ήττα της κοντά στο Κίεβο η Ορδή των Πετσενέγων μετακινήθηκε προς το Δούναβη, διέσχισε τον ποταμό και εξαφανίσθηκε από τη στέπα του Πόντου.

Οι Πετσενέγοι σφαγιάζουν τους "σκύθες" του Σβιάτοσλαβ A΄ του Κιέβου

Μετά από αιώνες πολέμων, όπου συμμετείχαν όλοι οι γείτονές τους - η Βυζαντινή Αυτοκρατορία, η Βουλγαρία, οι Ρως του Κιέβου, η Χαζαρία και οι Μαγυάροι - οι Πετσενέγοι αφανίστηκαν ως ανεξάρτητη δύναμη το 1091 στη Μάχη του Λεβουνίου από έναν ενωμένο στρατό Βυζαντινών και Κουμάνων υπό το Βυζαντινό Αυτοκράτορα Αλέξιο Α΄ Κομνηνό. Ο Αλέξιος Α΄ στρατολόγησε τους ηττημένους Πετσενέγους, που τους μετεγκατέστησε στην περιοχή της Αλμωπίας στη Μακεδονία σε ένα "τάγμα Πετσενέγων των Μογλενών". Μετά από νέα επίθεση των Κουμανών το 1094 πολλοί Πετσενέγοι σφαγιάσθηκαν ή αφομοιώθηκαν. Οι Βυζαντινοί νίκησαν πάλι τους Πετσενέγους στη Μάχη της Βερόης το 1122, στο έδαφος της σημερινής Βουλγαρίας. Για κάποιο διάστημα σημαντικές κοινότητες Πετσενέγων επιβίωναν ακόμη στο Βασίλειο της Ουγγαρίας. Με την πάροδο του χρόνου οι Πετσενέγοι των Βαλκανίων έχασαν την εθνική τους ταυτότητα και αφομοιώθηκαν πλήρως, κυρίως από τους Μαγυάρους και τους Βουλγάρους.

Το 12ο αιώνα, σύμφωνα με το Βυζαντινό ιστορικό Ιωάννη Κίνναμο, οι Πετσενέγοι πολέμησαν ως μισθοφόροι για το Βυζαντινό Αυτοκράτορα Μανουήλ Α΄ Κομνηνό στη νότια Ιταλία κατά του Νορμανδού βασιλιά της Σικελιας Γουλιέλμου του Κακού. Μια ομάδα Πετσενέγων έλαβε μέρος στη μάχη της Αντρια το 1155.

Οι Πετσενέγοι αναγέρθηκαν για τελευταία φορά το 1168 ως μέλη των Τουρκικών φυλών, γνωστών στα χρονικά ως "Μαυροκούκουλων".

Στην Ουγγαρία του 15ου αιώνα μερικοί υιοθέτησαν το επώνυμο Besenyö (Πετσενέγοι στα Ουγγρικά), οι περισσότεροι στο Νομό Τόλνα. Μία από τις πρώτες εισαγωγές του Ισλάμ στην Ανατολική Ευρώπη έγινε μέσω του έργου ενός Μουσουλμάνου αιχμαλώτου του 11ου αιώνα, που συνελήφθη από τους Βυζαντινούς. Ο Μουσουλμάνος αιχμάλωτος μεταφέρθηκε στο έδαφος Besenyö (πιθανόν σημερινή Βοσνία) των Πετσενέγων, όπου δίδαξε και προσηλύτισε ιδιώτες στο Ισλάμ. Στα τέλη του 12ου αιώνα ο Αμπού Χαμίντ αλ Γκαρνάτι ανέφερε για τους Ούγγρους Πετσενέγους - πιθανόν Μουσουλμάνους - ότι ζούσαν προσποιούμενοι τους Χριστιανούς. Στα νοτιοανατολικά της Σερβίας υπάρχει ένα χωριό ονόματι Πετσενιέβτσε, που ιδρύθηκε από Πετσενέγους. Μετά από πόλεμο με το Βυζάντιο οι διασωθέντες από τις φυλές βρήκαν καταφύγιο στην περιοχή, όπου ίδρυσαν τον οκισμό τους.


Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Pechenegs της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).