Πετσενέγοι

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Χανάτα Πετσενέγων
(860 - 1091)
Peçenek Hanlığı
Χανάτο
Ίδρυση
Διάλυση
860
1091
Η θέση των Πετσενέγων στην ανατολική Ευρώπη του 10ου αιώνα.

Οι Πετσενέγοι ή Πατζινάκοι ή Πατζινακίτες, ήταν ένας ημινομαδικός τουρκικός λαός των στεπών της Κεντρικής Ασίας που μιλούσε την ομώνυμη γλώσσα, που ανήκει στην οικογένεια των τουρκικών γλωσσών. Ο μεσαιωνικός αυτός λαός έχει εξαφανισθεί. Δεν είχαν συγκροτήσει ενιαίο κράτος, αλλά ήταν οργανωμένοι σε τοπικά χανάτα.

Εθνώνυμο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το εθνώνυμο των Πετσενέγων προήλθε από τη λέξη της Αρχαίας Τουρκικής για τον "κουνιάδο" (baja, baja-naq ή bajinaq), υπονοώντας ότι αρχικά αναφερόταν "σε σόι ή φυλή με σχέση εξ αγχιστείας". Πηγές γραμμένες σε διάφορες γλώσσες χρησιμοποιούσαν παρόμοιες ονομασίες όταν αναφέρονταν σε συνομοσπονδίες των φυλών των Πετσενέγων. Αναφέρονταν με τα ονόματα Bjnak, Bjanak ή Bajanak σε Αραβικά και Περσικά κείμενα, ως Be-ča-nag σε κείμενα της Κλασικής Θιβετιανής (10ος-12ος αιώνας), ως Pačanak-i σε έργα γραμμένα στη Γεωργιανή και Pacinnak στην Αρμενική. Η Άννα Κομνηνή και άλλοι Βυζαντινοί συγγραφείς αναφέρονταν στους Πετσενέγους ως Πατζινακίτες. Σε κείμενα της μεσαιωνικής Λατινικής οι Πετσενέγοι αναφέρονταν ως Pizenaci, Bisseni ή Bessi. Οι Ανατολικοί Σλαβικοί λαοί χρησιμοποιούν τους όρους Pečenegi ή Pečenezi, ενώ οι Πολωνοί τούς αναφέρουν ως Pieczyngowie ή Piecinigi. Η Ουγγρική λέξη για τους Πετσενέγους είναι besenyő και η αντίστοιχη ρουμανική Pecenegi. Η σύγχρονη Ταταρική λέξη είναι Böcänäklär.

Σύμφωνα με τον Κωνσταντίνο Ζ΄ Πορφυρογέννητο τρεις από τις οκτώ "επαρχίες" ή φυλές των Πετσενέγων ήταν γνωστές με το όνομα Καγκάρ. Προσέθετε δε ότι έλαβαν αυτή την ονομασία γιατί ήταν "γενναιότεροι και ευγενέστεροι από τις υπόλοιπες" φυλές και ότι αυτό υποδηλώνει ο τίτλος Καγκάρ. Εντούτοις καμμία Τουρκική λέξη δεν έχει εντοπισθεί με την έννοια που της δίνει ο εν λόγω αυτοκράτορας. Ο Αρμίν Βάμπερι (Ούγγρος τουρκολόγος, 1832-1913) συνέδεσε την ονομασία Καγκάρ με τις Κιργιζικές λέξεις kangir ("ευκίνητος"), kangirmak ("βγαίνω για ιππασία") και kani-kara ("μαυροαίματος"), ενώ ο Καρλάιλ Έιλμερ Μακάρτνεϊ (Βρεταννός ακαδημαϊκός, 1895–1978) τη συσχέτισε με την Τσαγκαταϊκή (εξαλειφθείσα Τουρκική γλώσσα) λέξη gang ("άμαξα"). Ο Ομέλιαν Πρίτσακ (Ουκρανός ιστορικός, 1919-2006) υποστήριξε ότι το όνομα ήταν αρχικά σύνθετος όρος (Kängär As), προερχόμενος από την Τοχαρική λέξη για την πέτρα (kank) και το Ιρανικό εθνώνυμο As. Αν η τελευταία υπόθεση είναι έγκυρη, το εθνώνυμο των τριών Καγκαρικών φυλών υποδηλώνει ότι Ιρανικά στοιχεία συνέβαλαν στο σχηματισμό του λαού των Πετσενέγων.

Γλώσσα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Μαχμούντ αλ-Κασγκάρι, άνθρωπος των γραμμάτων του 11ου αιώνα ειδικευμένος στις τουρκικές διαλέκτους, υποστήριξε ότι η γλώσσα που μιλούσαν οι Πετσενέγοι ήταν μια παραλλαγή των διαλέκτων των Κουμάνων και των Ογούζων. Υποστήριξε ότι ξένες επιρροές επί των Πετσενέγων προκάλεσαν φωνητικές διαφορές μεταξύ της γλώσσας τους και των διαλέκτων που μιλούσαν άλλοι Τουρκικοί λαοί. Η Άννα Κομνηνή επίσης ανέφερε ότι οι Πετσενέγοι και οι Κουμάνοι μοιράζονταν την ίδια γλώσσα. Αν και η ίδια η γλώσσα των Πετσενέγων έσβησε πριν από αιώνες, τα ονόματα των πετσενεγικών "επαρχιών" φανερώνουν ότι οι Πετσενέγοι μιλούσαν μια Τουρκική γλώσσα.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Προέλευση (μέχρι το 800 ή 850)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ιμπν Χορνταντμπέχ (Πέρσης γεωγράφος, 820-912), ο Μαχμούντ αλ-Κασγκάρι (Ουιγούρος λόγιος, 11ος αιώνας), ο Μουχάνατ αλ-Ιντρίσι (γεωγράφος από τη Θέουτα, 1100-1165) και πολλοί άλλοι μουσουλμάνοι λόγιοι συμφωνούσαν ότι οι Πετσενέγοι ανήκαν στους τουρκικούς λαούς. Το Ρωσικό Πρώτο Χρονικό ανέφερε ότι οι "Τουρκομάνοι, οι Πετσενέγοι, οι Τόρκοι και οι Πολόβτσι "κατάγονταν από "τους άθεους γιους του Ισμαήλ, που είχαν σταλεί για τιμωρία των Χριστιανών".

Ο Πολ Πελλιό (Γάλλος σινολόγος και οριενταλιστής, 1878-1945) ήταν ο πρώτος που υποστήριξε ότι ένα κινέζικο βιβλίο του 7ου αιώνα, το Βιβλίο των Σουί, διέσωσε την αρχαιότερη αναφορά στους Πετσενέγους. Γράφει για τους Pei-ju (Πέι-τσου), λαό εγκατεστημένο μεταξύ των En-ch'u και των A-lan (ταυτιζόμενων αντίστοιχα με τους Ονόγουρους και τους Αλανούς) ανατολικά της Fu-lin (Βυζαντινή Αυτοκρατορία). Αντίθετα με την άποψη αυτή, ο Βίκτορ Σπινέι (Ρουμάνος ακαδημαϊκός, γεν. 1943) υποστηρίζει ότι η πρώτη βέβαιη αναφορά στους Πετσενέγους βρίσκεται σε θιβετιανή μετάφραση ουιγουρικού κειμένου του 8ου αιώνα. Το κείμενο αφηγείται έναν πόλεμο μεταξύ δύο λαών, των Be-ča-nag (Πετσενέγων) και των Hor (Χορ, Ογούζων Τούρκων). Οι Πετσενέγοι κατοικούσαν την περιοχή γύρω από τον ποταμό Συρ Ντάρια, την εποχή που πρωτοεμφανίζονται μαρτυρίες για αυτούς.

Μετανάστευση προς τα δυτικά (800 ή 850 - 895)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Πετσενέγοι αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την κεντρασιατική τους πατρίδα, από ένα συνασπισμό Ογούζων Τούρκων, Καρλούκων και Κιμάκων. Η προς δυσμάς μετανάστευση των Πετσενέγων άρχισε μεταξύ 800 και 850, αλλά η ακριβής χρονολογία δεν μπορεί να προσδιοριστεί. Οι Πετσενέγοι εγκαταστάθηκαν στη στέπα-διάδρομο μεταξύ των ποταμών Ουράλη και Βόλγα.

Σύμφωνα με τον Γκαρντιζί (Πέρσης γεωγράφος και ιστορικός, πέθανε το 1061) και άλλους μουσουλμάνους λογίους που βάσισαν τα έργα τους σε πηγές του 9ου αιώνα, τα νέα εδάφη των Πετσενέγων συνόρευαν με τους Κουμάνους, τους Χαζάρους, τους Ογούζους Τούρκους και τους Σλάβους. Οι ίδιες πηγές αφηγούνται επίσης ότι οι Πετσενέγοι πολεμούσαν συχνά κατά των Χαζάρων και των υποτελών τους Βουρτάσων. Οι Χάζαροι και οι Ογούζοι Τούρκοι συνήψαν μια συμμαχία κατά των Πετσενέγων και τους επιτέθηκαν. Υστερώντας αριθμητικά οι Πετσενέγοι ξεκίνησαν νέα μετανάστευση, εισέβαλαν στα μέρη που κατοικούσαν οι Μαγυάροι και τους ανάγκασαν να φύγουν. Δεν υπάρχει χρονολογία κοινά αποδεκτή γι' αυτή τη δεύτερη μετανάστευση των Πετσενέγων. Ο Πρίτσακ υποστηρίζει ότι έλαβε χώρα γύρω στα 830, ενώ ο Κρίστο ότι αποκλείεται να συνέβη πριν το 850. Οι Πετσενέγοι εγκαταστάθηκαν κατά μήκος των ποταμών Ντονέτς και Κουμπάν.

Φαίνεται εύλογο η διάκριση μεταξύ "Τούρκων Πετσενέγων" και "Χαζάρων Πετσενέγων" που αναφέρεται στο Χουντούντ αλ-αλάμ (βιβλίο γεωγραφίας άγνωστου συγγραφέα στην Περσική) του 10ου αιώνα να είχε την προέλευσή της στην περίοδο αυτή. Ο Σπινέι υποστηρίζει ότι η τελευταία ονομασία αναφέρεται πιθανότατα στην ομάδα των Πετσενέγων που αποδεχόταν την επικυριαρχία των Χαζάρων. Εκτός από αυτούς τους δύο κλάδους την περίοδο αυτή υπήρχε μια τρίτη ομάδα Πετσενέγων. Ο Κωνσταντίνος Ζ΄ ο Πορφυρογέννητος και ο Ιμπν Φαλντάν (Άραβας περιηγητής του 10ου αιώνα) αναφέρουν ότι εκείνοι που αποφάσισαν να μην εγκαταλείψουν την πατρίδα τους ενσωματώθηκαν στη συνομοσπονδία τουρκικών φύλων των Ογούζων Τούρκων. Εντούτοις, είναι ασαφές αν ο σχηματισμός αυτής της ομάδας συνδέεται με την πρώτη ή δεύτερη μετανάστευση των Πετσενέγων (όπως υποστηρίζεται από τον Πρίτσακ και τον Γκόλντεν αντίστοιχα). Σύμφωνα με το Μαχμούντ αλ-Κασγκάρι μία από τις φυλές της συνομοσπονδίας των Ογούζων Τούρκων αποτελείτο ακόμη από Πετσενέγους τη δεκαετία του 1060.

Αρχικά οι Πετσενέγοι είχαν την κατοικία τους στον ποταμό Ατίλ (Βόλγας), καθώς και στον ποταμό Γκέιτς (Ουράλης), έχοντας κοινά σύνορα με τους Χαζάρους και τους λεγόμενους Ούζους. Αλλά πριν από πενήντα χρόνια οι λεγόμενοι Ούζοι συμμάχησαν με τους Χάζαρους και πολέμησαν τους Πετσενέγους και επεκράτησαν επί αυτών και τους εξεδίωξαν από τη χώρα τους, που οι λεγόμενοι Ούζοι κατέχουν μέχρι σήμερα. [...] Όταν οι Πετσενέγοι εκδιώχθηκαν από τη χώρα τους μερικοί με τη θέλησή τους και προσωπική τους απόφαση έμειναν πίσω και συγχωνεύθηκαν με τους λεγόμενους Ούζους και μέχρι σήμερα ζουν ανάμεσά τους και φορούν διακριτικά σήματα που τους ξεχωρίζουν από μακριά και προδίδουν την προέλευσή τους και πώς έγινε και αποχωρίστηκαν το λαό τους, γιατί οι χιτώνες τους είναι κοντοί, φτάνοντας στο γόνατο και τα μανίκια τους είναι κομμένα στους ώμους, έτσι βλέπεις, δείχνουν ότι έχουν αποκοπεί από το λαό και τη φυλή τους. Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος: Προς τον ίδιον υιόν Ρωμανόν

.

Προέλευση και τόπος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο έργο του 11ου αιώνα του Μαχμούντ αλ-Κασγκάρι Ντιβάν λουγκάτ αλ-τουρκ (Αραβικά: ديوان لغات الترك‎), στο όνομα Μπετσενέκ δίδονται δύο έννοιες. Η πρώτη είναι "ένα τουρκικό έθνος που ζει γύρω από τη χώρα των Ρουμ", όπου Ρουμ ήταν η τουρκική λέξη για τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Ο δεύτερος ορισμός του Κασγκάρι για τους Μπετσενέκ ήταν "κλάδος των Ογούζων Τούρκων". Στη συνέχεια περιέγραψε τους Ογούζους ως αποτελούμενους από 22 κλάδους, από τους οποίους ο 19ος ονομαζόταν Μπετσενέκ. Ο Μαξ Βάσμερ (Γερμανός γλωσσολόγος, 1886-1962) ανάγει το όνομα στην τουρκική λέξη για τη συγγένεια εξ αγχιστείας (στα Τουρκμενικά και Τουρκικά μπατζανάκ, αλλά και στα Ελληνικά μπατζανάκης).

Τον 9ο και το 10ο αιώνα οι Πετσενέγοι ήλεγχαν μεγάλο μέρος των στεπών της νοτιοδυτικής Ευρασίας και της Κριμαϊκής Χερσονήσου. Αν και σημαντικός παράγοντας στην περιοχή εκείνη την εποχή, όπως συνέβη και με τις περισσότερες νομαδικές φυλές, η αντίληψή τους για την τέχνη της πολιτικής δεν μπόρεσε να υπερβεί τις ασυντόνιστες επιθέσεις σε γειτονικούς λαούς και την υπηρεσία τους ως μισθοφόρων για άλλες δυνάμεις.

Σύμφωνα με τον Κωνσταντίνο Πορφυρογέννητο, που έγραφε γύρω στα 950, η Πατζινακία, η επικράτεια των Πετσενέγων, εκτεινόταν δυτικά μέχρι τον Ποταμό Σερέτη (ή ακόμη τα Ανατολικά Καρπάθια Όρη) και απείχε τέσσερις ημέρες από την "Τουρκιάδα" (δηλ. την Ουγγαρία).

Το σύνολο της Πατζινακίας διαιρείται σε οκτώ επαρχίες με ίδιο αριθμό μεγάλων πριγκίπων. Οι επαρχίες είναι οι εξής: το όνομα της πρώτης επαρχίας είναι Ιρτίμ, της δεύτερης Τζουρ, της τρίτης Γκίλα, της τέταρτης Κουλπέι, της πέμπτης Τσαραμπόι, της έκτης Ταλμάτ, της έβδομης Τσόπον και της όγδοης Τζόπον. Την εποχή που οι Πετσενέγοι εκδιώχθηκαν από τη χώρα τους, οι πρίγκιπές τους ήταν στην επαρχία του Ιρτίμ ο Μπάιτζας, στο Τζουρ ο Κουέλ, στη Γκίλα ο Κουρκουτάι, στο Κουλπέι ο Ιπάος, στο Τσαραμπόι ο Καϊντούμ, στην επαρχία του Ταλμάτ ο Κόστας, στο Τσόπον ο Γκιάζις και στην επαρχία του Τζόπον ο Μπάτας. Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος: Προς τον ίδιον υιόν Ρωμανόν

Σύμφωνα με τον Ομέλιαν Πρίτσακ οι Πετσενέγοι είναι απόγονοι των αρχαίων Καγκάρων, που προέρχονται από την Τασκένδη.

Σε αρμενικές πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στα Αρμενικά Χρονικά του Ματθαίου της Έδεσσας (π. 1144), οι Πετσενέγοι αναφέρονται δύο φορές. Η πρώτη αναφορά είναι στο κεφάλαιο 75, όπου αναφέρει ότι το έτος 499 (σύμφωνα με το παλιό αρμενικό ημερολόγιο - το 1050–51 σύμφωνα με το Γρηγοριανό), το έθνος των Μπατζινάγκ προκάλεσε μεγάλη καταστροφή σε πολλές επαρχίες της "Ρώμης", δηλ. τα βυζαντινά εδάφη. Η δεύτερη είναι στο κεφάλαιο 103, που αναφέρεται στη Μάχη του Μαντζικέρτ. Στο κεφάλαιο αυτό αναφέρεται ότι οι σύμμαχοι της "Ρώμης", οι φυλές Πατζουνάκ και Ουζ (μερικοί κλάδοι των Ογούζων Τούρκων), άλλαξαν στρατόπεδο στην κορύφωση της μάχης και άρχισαν να πολεμούν κατά των βυζαντινών δυνάμεων, στο πλευρό των Σελτζούκων Τούρκων. Στο κεφάλαιο 132 περιγράφεται ένας πόλεμος μεταξύ της "Ρώμης" και των Πατζινάγκ, και μετά την ήττα του ρωμαϊκού (βυζαντινού) στρατού αναφέρεται μια ανεπιτυχής πολιορκία της Κωνσταντινούπολης από τους Πατζινάγκ. Στο κεφάλαιο αυτό οι Πατζινάγκ περιγράφονται ως "στρατός τοξοτών". Στο κεφάλαιο 299 ο Αρμένιος πρίγκιπας Βασίλ, που υπηρετούσε στο ρωμαϊκό (βυζαντινό) στρατό, έστειλε ένα απόσπασμα Πατζινάγκ (είχαν εγκατασταθεί στην πόλη της Μοψουεστίας, κοντά στα σημερινά Άδανα, που είναι πολύ μακριά από τις χώρες όπου κυρίως ζούσαν τότε οι Πετσενέγοι) σε βοήθεια των Χριστιανών.

Συμμαχία με το Βυζάντιο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Σβιατοσλάβος A΄ του Κιέβου εισέρχεται στη Βουλγαρία με τους Πετσενέγους συμμάχους του, από το Χρονικό του Κωνσταντίνου Μανασσή

Τον 9ο αιώνα οι Βυζαντινοί συμμάχησαν με τους Πετσενέγους, χρησιμοποιώντας τους για να αποκρούσουν άλλες πιο επικίνδυνες φυλές, όπως οι Ρως και οι Μαγυάροι.

Οι Ούζοι, άλλος Τουρκικός λαός της στέπας, εξεδίωξαν τελικά τους Πετσενέγους από την πατρίδα τους, και στη συνέχεια οικειοποιήθηκαν τα περισσότερα από τα ζώα τους και άλλα αγαθά τους. Μια συμμαχία Ογούζων, Κιμάκων και Καρλούκων πίεζε επίσης τους Πετσενέγους, αλλά ένα άλλο βασίλειο, οι Σαμανίδες του Ιράν, νίκησαν αυτή τη συμμαχία. Ωθούμενοι δυτικότερα από τους Χαζάρους και τους Κουμάνους το 889, οι Πετσενέγοι εκδίωξαν με τη σειρά τους τούς Μαγυάρους δυτικά του ποταμού Δνείπερου το 892.

Ο Βούλγαρος τσάρος Συμεών χρησιμοποίησε τους Πετσενέγους για να τον βοηθήσουν ν' αποκρούσει τους Μαγυάρους. Οι Πετσενέγοι ήταν τόσο αποτελεσματικοί, ώστε εκδίωξαν τους Μαγυάρους που απέμεναν στο Ετελκιόζ (η περιοχή των Μαγυάρων πριν την εισβολή στην παννονική πεδιάδα) και στις στέπες του Πόντου, πιέζοντάς τους προς τα δυτικά, προς την Παννονική πεδιάδα, όπου ίδρυσαν αργότερα το Ουγγρικό κράτος.

Κατοπινή ιστορία και παρακμή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τον 9ο αιώνα οι Πετσενέγοι άρχισαν μια περίοδο πολέμων κατά των Ρως του Κιέβου. Πάνω από δύο αιώνες εξαπέλυαν επιδρομές στη χώρα των Ρως, που μερικές φορές κλιμακώνονταν σε κανονικούς πολέμους (όπως ο πόλεμος του 920 των Πετσενέγων με τον Ιγκόρ του Κιέβου, που αναφέρεται στο Πρώτο Χρονικό). Οι πόλεμοι των Πετσενέγων κατά των Ρως του Κιέβου ανάγκασαν τους Σλάβους από τα εδάφη της Βλαχίας να μεταναστεύσουν σταδιακά βόρεια του ποταμού Δνείστερου το 10ο και τον 11ο αιώνα.

Όμως συνέβαιναν επίσης και προσωρινές στρατιωτικές συμμαχίες Ρως-Πετσενέγων, όπως στην εκστρατεία κατά του Βυζαντίου το 943 υπό τον Ιγκόρ. Το 968 οι Πετσενέγοι επιτέθηκαν και πολιόρκησαν το Κίεβο, και μερικοί συμμάχησαν με τον Πρίγκιπα του Κιέβου Σβιατοσλάβο Α΄ στην εκστρατεία του κατά του Βυζαντίου το 970–971, αν και τελικά του έστησαν ενέδρα και τον σκότωσαν το 972. Σύμφωνα με το Πρώτο Χρονικό ο Πετσενέγος Χαν Κούρια έφτιαξε ένα δισκοπότηρο από το κρανίο του Σβιατοσλάβου, σύμφωνα με το έθιμο των νομάδων της στέπας. Η έκβαση της αντιπαράθεσης Ρως-Πετσενέγων άλλαξε κατά τη βασιλεία του Βλαδίμηρου Α΄ του Κιέβου (990–995), που ίδρυσε την πόλη Περεγιάσλαβ στη θέση της νίκης του επί των Πετσενέγων, και στη συνέχεια με τη νέα ήττα των Πετσενέγων κατά τη βασιλεία του Γιαροσλάβου Α΄ του Σοφού το 1036. Λίγο αργότερα, άλλες νομαδικές φυλές αντικατέστησαν τους εξασθενημένους Πετσενέγους στη στέπα του Πόντου: οι Κουμάνοι και οι Τόρκοι. Σύμφωνα με το Μικαΐλο Χρουσέφσκι (Ουκρανός ακαδημαϊκός, 1866-1934, Ιστορία Ουκρανίας-Ρουθηνίας) μετά την ήττα της κοντά στο Κίεβο, η Ορδή των Πετσενέγων μετακινήθηκε προς τον ποταμό Δούναβη, τον διέσχισε και εξαφανίσθηκε από την Ποντική στέπα.

Το 1048, επί αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Μονομάχου, οι Πετσενέγοι εξολόθρευσαν στην Θράκη έναν βυζαντινό στρατό που είχε σταλεί εναντίον τους, και λεηλάτησαν την περιοχή για πέντε χρόνια.

Οι Πετσενέγοι σφαγιάζουν τους "Σκύθες" του Σβιατοσλάβου A΄ του Κιέβου

Μετά από αιώνες πολέμων, όπου συμμετείχαν όλοι οι γείτονές τους - η Βυζαντινή Αυτοκρατορία, η Βουλγαρία, οι Ρως του Κιέβου, η Χαζαρία και οι Μαγυάροι - οι Πετσενέγοι αφανίστηκαν ως ανεξάρτητη δύναμη το 1091 στη Μάχη του Λεβουνίου από έναν ενωμένο στρατό Βυζαντινών και Κουμάνων υπό το Βυζαντινό Αυτοκράτορα Αλέξιο Α΄ Κομνηνό. Ο Αλέξιος Α΄ στρατολόγησε κατόπιν τους ηττημένους Πετσενέγους, που τους μετεγκατέστησε μαζί στην περιοχή της Αλμωπίας στη Μακεδονία σε ένα "τάγμα Πετσενέγων των Μογλενών". Μετά από νέα επίθεση των Κουμάνων το 1094, πολλοί Πετσενέγοι σφαγιάσθηκαν ή αφομοιώθηκαν. Οι Βυζαντινοί νίκησαν πάλι τους Πετσενέγους στη Μάχη της Βερόης το 1122, στο έδαφος της σημερινής Βουλγαρίας. Για κάποιο διάστημα σημαντικές κοινότητες Πετσενέγων επιβίωναν ακόμη στο Βασίλειο της Ουγγαρίας. Με την πάροδο του χρόνου οι Πετσενέγοι των Βαλκανίων έχασαν την εθνική τους ταυτότητα και αφομοιώθηκαν πλήρως, κυρίως από τους Μαγυάρους και τους Βουλγάρους.

Το 12ο αιώνα, σύμφωνα με το Βυζαντινό ιστορικό Ιωάννη Κίνναμο, οι Πετσενέγοι πολέμησαν ως μισθοφόροι για το Βυζαντινό Αυτοκράτορα Μανουήλ Α΄ Κομνηνό στη νότια Ιταλία κατά του Νορμανδού βασιλιά της Σικελίας Γουλιέλμου του Κακού. Μια ομάδα Πετσενέγων έλαβε μέρος στη μάχη της Άντρια το 1155.

Οι Πετσενέγοι αναφέρθηκαν για τελευταία φορά το 1168 ως μέλη της συνομοσπονδίας τουρκικών φυλών, γνωστής στα χρονικά ως "Μαυροκούκουλοι" (τουρκικά: Καρακαλπάκ).

Στην Ουγγαρία του 15ου αιώνα μερικοί υιοθέτησαν το επώνυμο Besenyö (Πετσενέγοι στα Ουγγρικά), οι περισσότεροι στο νομό Τόλνα της χώρας. Μία από τις πρώτες εισαγωγές του Ισλάμ στην Ανατολική Ευρώπη έγινε μέσω του έργου ενός μουσουλμάνου αιχμαλώτου του 11ου αιώνα, που συνελήφθη από τους Βυζαντινούς. Ο μουσουλμάνος αιχμάλωτος μεταφέρθηκε στο έδαφος Besenyö (πιθανόν σημερινή Βοσνία) των Πετσενέγων, όπου δίδαξε και προσηλύτισε κατοίκους στο Ισλάμ. Στα τέλη του 12ου αιώνα ο Αμπού Χαμίντ αλ Γκαρνάτι (μουσουλμάνος ταξιδευτής και λόγιος από την Ισπανία) ανέφερε για τους Ούγγρους Πετσενέγους - πιθανόν μουσουλμάνους - ότι ζούσαν προσποιούμενοι τους χριστιανούς. Στα νοτιοανατολικά της Σερβίας υπάρχει ένα χωριό ονόματι Πετσενιέβτσε, που ιδρύθηκε από Πετσενέγους. Μετά από πόλεμο με τους Βυζαντινούς, οι διασωθέντες από τις φυλές αυτών βρήκαν καταφύγιο στην περιοχή, όπου ίδρυσαν τον ομώνυμο οικισμό τους.


Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Pechenegs της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).