Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Συντεταγμένες: 2°20′00″S 22°48′00″E / 2.3333°S 22.8°E / -2.3333; 22.8

Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό
République Démocratique du Congo (γαλλικά)
Jamhuri ya Kidemokrasia ya Kongo (σουαχίλι)

Σημαία

Εθνόσημο
Εθνικό σύνθημα: Justice – Paix – Travail (γαλλικά)
Δικαιοσύνη – Ειρήνη – Εργασία
Εθνικός ύμνος: Debout Congolais (Ξυπνήστε Κονγκολέζοι)
και μεγαλύτερη πόλη Κινσάσα
4°19′S 15°19′E / 4.317°S 15.317°E / -4.317; 15.317 (Κινσάσα)
Γαλλικά
Λαϊκή
Ημιπροεδρική Δημοκρατία
Ζοζέφ Καμπιλά
Ματάτα Πόνυο Μαπόν[1]
Ανεξαρτησία
Από το Βέλγιο
Ισχύον Σύνταγμα

30 Ιουνίου 1960
18 Φεβρουαρίου 2006 (εγκρίθηκε με δημοψήφισμα)
 • Σύνολο
 • % Νερό
 • Σύνορα
Ακτογραμμή

2.344.858 km2 (11η)
3,3
10.730 km
37 km
Πληθυσμός
 • Εκτίμηση 2016 
 • Πυκνότητα 

79.723.000 [2]1 (17η) 
34 κατ./km2 (179η) 
Α.Ε.Π. (PPP)
 • Ολικό  (2009)
 • Κατά κεφαλή 

21,623 δισ. $[3] (114η)  
334 $[3] (181η) 
Α.Ε.Π. (Ονομαστικό)
 • Ολικό  (2009)
 • Κατά κεφαλή 

11,104 δισ. $[3] (115η)  
171 $[3] (181η) 
ΔΑΑ (2014) Increase 0,338 (186η) – χαμηλή
Νόμισμα Φράγκο Κονγκό (CDF)
WAT, CAT (UTC +1, +2)
Internet TLD .cd
Κωδικός κλήσης +243
1Οι εκτιμήσεις για αυτήν την χώρα λαμβάνουν υπόψη τα αποτελέσματα της αυξημένης θνησιμότητας λόγω του AIDS, αυτό έχει σαν αποτέλεσμα μικρότερο πληθυσμό από τον αναμενόμενο.

Η Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό ή Λαοκρατική Δημοκρατία του Κονγκό ή Κονγκό- Κινσάσα (γαλλικά: République Démocratique du Congo, πρώην Ζαΐρ) είναι χώρα της Κεντρικής Αφρικής με πληθυσμό 79.723.000 κατοίκων (μέση εκτίμηση των Ηνωμένων Εθνών για το 2016[2]) και έκταση 2.344.858 τ.χλμ.. Η χώρα χαρακτηρίζεται και πήρε το όνομά της από τον μεγάλο ποταμό Κονγκό ο οποίος με τους παραποτάμους του διασχίζει ολόκληρη τη χώρα. Καταλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος της λεκάνης του ποταμού Κόγκο, ενώ προς τα ανατολικά του κλείνεται από το υδάτινο τείχος των λιμνών Τανγκανίκα, Κίβου, Εδουάρδου, Αλβέρτου κ.ά.

Συνορεύει με πολλά αφρικανικά κράτη. Πρωτεύουσα είναι η Κινσάσα. Πρόεδρος της χώρας είναι ο Ζοζέφ Καμπιλά και Πρωθυπουργός, από το 2008, ο Αντόλφ Μουζίτο. Επίσης είναι η μόνη αφρικανική χώρα που χρησιμοποιεί 2 ζώνες ώρας (UTC+1,+2)

Γεωγραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό βρίσκεται στο κέντρο της Αφρικής. Συνορεύει με εννιά κράτη: την Ανγκόλα, τη Ζάμπια, την Κεντροαφρικανική Δημοκρατία, τη Δημοκρατία του Κονγκό, το Νότιο Σουδάν, τη Ρουάντα, το Μπουρούντι, την Τανζανία και την Ουγκάντα. Διαθέτει μικρή ακτογραμμή στον Ατλαντικό. Ο ισημερινός διασχίζει τη χώρα. Το μεγαλύτερο τμήμα της χώρας καλύπτεται από τροπικό δάσος, το δεύτερο μεγαλύτερο, μετά από αυτό του Αμαζονίου. Σχεδόν ολόκληρη η χώρα βρίσκεται στη λεκάνη απορροής του Κονγκό. Το ανατολικό άκρο της χώρας είναι ορεινό, με ψηλότερη οροσειρά τα όρη Ρουενζόρι. Στην ίδια περιοχή βρίσκονται δύο από τα πιο ενεργά ηφαίστεια της Αφρικής, το Νιραγκόνγκο και το Νιαμουραγκίρα.

Τα τροπικά δάση του Κονγκό χαρακτηρίζονται από μεγάλη βιοποικιλότητα, τη μεγαλύτερη από οποιαδήποτε χώρα της Αφρικής, συμπεριλαμβανομένων σπανιών ή ενδημικών ειδών, όπως ο χιμπατζής και ο μπονόμπο, ο αφρικανικός ελέφαντας των δασών, ο ορεινός γορίλας, το οκάπι και ο λευκός ρινόκερος. Πέντε από τα εθνικά πάρκα της χώρας έχουν χαρακτηριστεί μνημεία παγκόσμιας κληρονομιάς: τα Γκαρουμπά, Καχούζι-Μπιεγκά, Σαλονγκά και Βιρουγκά και το καταφύγιο άγριας ζωής Οκάπι. Όλα τους βρίσκονται σύμφωνα με την UNESCO σε κίνδυνο.

Διοικητική διαίρεση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η χώρα διαιρείται σε δέκα επαρχίες και ένα νομό:

  • Μπαντουντού
  • Κατάνγκα
  • Μπας-Κονγκό
  • Εκουατέρ
  • Ανατολικό Κασάι
  • Δυτικό Κασάι
  • Κινσάσα (νομός πρωτεύουσας)
  • Βόρειο Κίβου
  • Νότιο Κίβου
  • Μανιέμα
  • Ανατολική επαρχία

Πόλεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Κινσάσα - 8.900.721
  • Λουμπουμπάσι - 1.936.000
  • Μπούτζι-Μάγι 1.919.000
  • Κανάνγκα - 967.007
  • Μπουκάβου - 707.053
  • Γκόμα - 377.112
  • Καμπίντα - 192.364

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό

Η περιοχή του σημερινού Κονγκό κατοικείται τουλάχιστον εδώ και 80.000 χρόνια, όπως έδειξε η ανακάλυψη του καμακιού Σεμλίκι στη Κατάντα το 1988, το οποίο είναι ένα από τα παλαιότερα έχουν βρεθεί και θεωρείται ότι χρησιμοποιήθηκε για το ψάρεμα του γιγάντιου γατόψαρου. Κάποιοι ιστορικοί θεωρούν ότι οι Μπαντού άρχισαν να εγκαθίστανται στο βόρειο τμήμα της κεντρικής Αφρικής τις αρχές του 5ου αιώνα και στη συνέχεια επεκτάθηκαν νότια.

Ελεύθερο κράτος του Κονγκό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Βέλγοι άρχισαν να εξερευνούν το Κονγκό τη δεκαετία του 1870, αρχικά με τον Σερ Χένρι Μόρτον Στάνλεϊ, ο οποίος ανέλαβε την εξερεύνηση με επιχορήγηση του βασιλιά Λεοπόλδου Β΄ του Βελγίου. Στις ανατολικές του προαποικιακού Κονγκό γίνονταν συχνά επιδρομές για την αρπαγή ανθρώπων για να πουληθούν ως δούλοι, κυρίως από Άραβες-Σουαχίλι δουλεμπόρους, όπως ο Τίπου Τιπ. Ο Λεοπόλδος σχεδίαζε να γίνει το Κονγκό αποικία. Ο Λεοπόλδος απέκτησε επισήμως τα δικαιώματα του Κονγκό στο Συνέδριο του Βερολίνου το 1885 και το μετέτρεψε σε ιδιόκτητη έκταση και το ονόμασε Ελεύθερο Κράτος του Κονγκό. Το καθεστώς του Λεοπόλδου ξεκίνησε διάφορα έργα υποδομής, όπως την κατασκευή σιδηροδρόμου ο οποίος θα ένωνε τις ακτές με την πρωτεύουσα Λεοπολντβίλ (σήμερα Κινσάσα). Χρειάστηκαν οχτώ χρόνια για να ολοκληρωθεί.

Οι άποικοι χρησιμοποίησαν τον ντόπιο πληθυσμό για να παράγουν λάστιχο, το οποίο λόγω της διάδοσης των αυτοκινήτων και των λαστιχένιων τροχών είχε δημιούργησε αυξανόμενη διεθνή αγορά. Οι πωλήσεις λαστίχου έφεραν μια περιουσία στον Λεοπόλδο, ο οποίος έφτιαξε αρκετά κτίρια στις Βρυξέλλες και την Οστάνδη για να τιμήσει τον εαυτό και της χώρα του. Για την ενίσχυση της παραγωγής, στάλθηκε ο στρατός, η Force Publique, η οποία ανάμεσα στις μεθόδους που χρησιμοποιούσε ήταν να κόβει να άκρα των ντόπιων.

Την περίοδο 1885-1908, εκατομμύρια Κονγκολέζων πέθαναν εξαιτίας των επιπτώσεων της εκμετάλλευσης και των ασθενειών. Σε κάποιες περιοχές ο πληθυσμός μειώθηκε αισθητά. Εκτιμάται ότι η ασθένεια του ύπνου και η ευλογιά σκότωσαν σχεδόν τον μισό πληθυσμό του κατώτερου ρου του Κονγκό. Κυβερνητική επιτροπή αργότερα κατέληξε ότι ο πληθυσμός του Κονγκό είχε μειωθεί στο μισό εκείνη την περίοδο, αν και δεν υπάρχουν ακριβή στοιχεία.

Βελγικό Κονγκό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1908, το Βελγικό Κοινοβούλιο, αν και δίστασε αρχικά, λύγισε από την διεθνή πίεση (ιδιαίτερα αυτή του Ηνωμένου Βασιλείου) και κατέλαβε το ελεύθερο κράτος από τον βασιλιά Λεοπόλδο. Τις 18 Οκτωβρίου, το Βελγικό Κοινοβούλιο υπερψήφισε την προσάρτηση του Κονγκό ως βελγική αποικία. Οι αποικιοκράτες διοικούσαν την περιοχή και υπήρχε διπλό νομικό σύστημα (ένα ευρωπαϊκών δικαστηρίων και ένα ιθαγενές, ανάμεσα στις φυλές). Τα ιθαγενή δικαστήρια είχαν περιορισμένες εξουσίες και παρέμεναν υπό αυστηρό έλεγχο από τις αποικιακές αρχές. Δεν επιτρεπόταν καμία πολιτική δραστηριότητα στο Κονγκό.

Το Βελγικό Κονγκό αναμίχθηκε στους δύο παγκόσμιους πολέμους. Κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, τα γυμνάσια ανάμεσα στην Force Publique και τον γερμανικό αποικιακό στρατό στην Γερμανική Ανατολική Αφρική (Ταγκανίκα), οδήγησαν σε πόλεμο, με εισβολή των Αγγλοβελγικών δυνάμεων στην γερμανική αποικία το 1916 και το 1917, κατά τη διάρκεια της εκστρατείας της Ανατολικής Αφρικής. Η Force Publique κατάφερε σημαντική νίκη στη Ταμπόρα τον Σεπτέμβριο του 1916. Μετά τον πόλεμο, στο Βέλγιο δόθηκε λόγω της συμμετοχής της Force Publique στην εκστρατεία της Ανατολικής Αφρικής από την Κοινωνία των Εθνών η εντολή της πρώην γερμανικής αποικίας Ρουάντα-Ουρουντί.

Κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, το Βελγικό Κονγκό ήταν σημαντική πηγή εισοδήματος για την εξόριστη βελγική κυβέρνηση. Η Force Publique συμμετείχε στις εκστρατείες των συμμάχων στην Αφρική. Οι δυνάμεις του Βελγικού Κονγκό υπό την διοίκηση Βρετανών αξιωματούχων πολέμησαν τον ιταλικό αποικιακό στρατό στην Αιθιοπία.

Μέχρι το 1960, το Βελγικό Κονγκό είχε γίνει η δεύτερη πιο εκβιομηχανισμένη χώρα της Αφρικής μετά την Νότια Αφρική, με ακμάζοντα μεταλλευτικό τομέα και σχετικά παραγωγικό αγροτικό τομέα.

Ανεξαρτησία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

O Πατρίς Λουμούμπα, πρώτος πρωθυπουργός του Κονγκό

Το Μάιο του 1960, το Εθνικό Κίνημα του Κονγκό, με αρχηγό τον Πατρίς Λουμούμπα, κέρδισε τις βουλευτικές εκλογές. Προκειμένου να διασφαλίσει την ομαλή μετάβαση στην ανεξαρτησία, αλλά και τα συμφέροντα των λευκών στην περιοχή, το Βέλγιο αποφάσισε να θέσει σε εφαρμογή το "πρόγραμμα Κονγκό". Το σχέδιο απορρίφθηκε από το Εθνικό Κίνημα και τον Πατρίς Λουμούμπα και στις 30 Ιουνίου του 1960, παρουσία του βασιλιά Μποντουέν, οι Βέλγοι μεταβίβασαν την εξουσία στην κυβέρνηση συνασπισμού, που σχηματίστηκε μετά τη διεξαγωγή εκλογών το Μάιο. Πρόεδρος ήταν ο αντίπαλος του Λουμούμπα, Ιωσήφ Καζαβούμπου, πρώην ιερέας, δάσκαλος, δημόσιος υπάλληλος και ηγέτης του κόμματος Αμπάκο. Πρωθυπουργός ο Λουμούμπα, νικητής των εκλογών με 41 έδρες σε σύνολο 138. Όμως, η διοίκηση και ο στρατός παρέμειναν υπό βελγικό έλεγχο.

Στις 5-7 Ιουλίου εκδηλώθηκε στάση σε μονάδες της Λεοπολντβίλ και της γειτονικής Τισβίλ και οι Κονγκολέζοι στρατιωτικοί ζήτησαν να υποκαταστήσουν τους Βέλγους αξιωματικούς. Άρχισε η υποχώρηση του βελγικού στρατού και η ομαδική φυγή των Ευρωπαίων, μεταξύ αυτών και των Ελλήνων κατοίκων. Το Βέλγιο συνέχισε να στέλνει ενισχύσεις, στο μεταξύ όμως ο υποστηριζόμενος από τους Ευρωπαίους Μωυσής Τσόμπε, ηγέτης του κόμματος Κόνακατ και αντίπαλος του Λουμούμπα, κήρυξε στις 11 Ιουλίου την ανεξαρτησία της Κατάνγκα, της οποίας τα ορυχεία χαλκού εκμεταλλευόταν σχεδόν κατά αποκλειστικότητα η πανίσχυρη Βελγική Ένωση Ορυχείων.

Σε απόγνωση ο Λουμούμπα και ο Κοζαβούμπου ζήτησαν από τον Ο.Η.Ε. να παρέμβει και τότε ο Σουηδός γενικός γραμματέας του, Νταγκ Χάμαρσκελντ, πρότεινε την αποστολή ειρηνευτικής δύναμης 18.000 στρατιωτών.

Τον Αύγουστο το χάος γενικεύτηκε. Ο Λουμούμπα, του οποίου η αδυναμία να ελέγξει την κατάσταση φάνηκε από την αρχή, σχεδίαζε πλέον επίθεση εναντίον της Κατάνγκα, με συμμετοχή του κυβερνητικού στρατού (17.000 άνδρες). Πραγματοποίησε περιοδεία στη Γουινέα, τη Λιβερία, την Γκάνα και το Τόγκο, εξασφάλισε πολιτική και στρατιωτική υποστήριξη και συμφώνησε με τον σοσιαλίζοντα πρόεδρο της Γκάνα, Κβάμε Νκρούμαχ, να συγκροτήσουν κοινή στρατιωτική διοίκηση, εάν δεν εκκενωθεί ολόκληρο το Κονγκό από τα βελγικά στρατεύματα. Ήταν σαφής πλέον η στροφή του προς την Ε.Σ.Σ.Δ., η οποία άρχισε να στέλνει στρατιωτικό υλικό και υπεραμύνθηκε των θέσεων του Κονγκό στις θυελλώδεις συνεδριάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας.

Τελικώς αποφασίστηκε η αποστολή ειρηνευτικής δύναμης στην Κατάνγκα, αφού προηγουμένως ο Χάμαρσκελντ προσέκρουσε σε πάσης φύσεως αντιδράσεις Ευρωπαίων, Αφρικανών και κυρίως των Σοβιετικών. Στις 12 Αυγούστου έφτασε με 300 Σουηδούς κυανόκρανους στην Ελιζαμπέτβιλ, προκειμένου να συζητήσει με τον Τσόμπε την αποχώρηση των βελγικών στρατευμάτων. Στις 5 Σεπτεμβρίου ο πρόεδρος Καζαβούμπου, υποστηριζόμενος από τις Η.Π.Α. και το Βέλγιο, "απέλυσε" τον Λουμούμπα, ο οποίος είχε χαιρετίσει την αποστολή ειρηνευτικών δυνάμεων στην Κατάνγκα ως "νίκη του Κονγκό" και στη θέση του όρισε τον μετριοπαθή, αλλά αδύναμο Ιωσήφ Ιλέο. Ο Λουμούμπα δεν αποδέχτηκε την αποπομπή του, με αποτέλεσμα στο Κονγκό να υπήρχαν δύο κυβερνήσεις.

Στις 14 Σεπτεμβρίου, ο συνταγματάρχης Ιωσήφ Μομπούτου, αρχηγός των ενόπλων δυνάμεων του Κονγκό και πρώην σύμμαχος του Λουμούμπα, κατέλαβε με πραξικόπημα την εξουσία και καθαίρεσε τις δύο κυβερνήσεις.

Στις αρχές του 1961 η χώρα ήταν ουσιαστικά κατακερματισμένη, με τρία διαφορετικά κέντρα εξουσίας: τη Λεοπολντβίλ (σημερινή Κινσάσα) του προέδρου Καζαβούμπου, τη Στάνλεϊβιλ (Κισανγκάνι) υπό τον έλεγχο του Αντουάν Γκιζένκα, πρώην στελέχους της κυβέρνησης του Πατρίς Λουμούμπα, και την Ελιζαμπετβίλ (Λουμπουμπάσι), της αποσχισμένης Κατάνγκα υπό τον Μωυσή Τσόμπε, όπου από τα τέλη του χρόνου υπάρχουν και δυνάμεις του Ο.Η.Ε. Όσο για τον ίδιο τον Πατρίς Λουμούμπα, βρισκόταν φυλακισμένος ήδη από το φθινόπωρο του 1960 και είχε χάσει οριστικά το πολιτικό παιχνίδι.

Ο Ο.Η.Ε. κάθε άλλο παρά αμερόληπτος θεωρήθηκε στην κρίση του Κονγκό κι έτσι οι συζητήσεις στους κόλπους του δεν οδήγησαν πουθενά. Αντίθετα, η στάση του γενικού γραμματέα Νταγκ Χάμαρσκελντ προκάλεσε την οργή των οπαδών του Λουμούμπα, οι οποίοι ζητούσαν την άμεση καθαίρεση του γ.γ. του Ο.Η.Ε. Η παρουσία του Λουμούμπα, έστω και στη φυλακή, θεωρήθηκε ενοχλητική κι έτσι μεθοδεύτηκε η φυσική του εξόντωση. Τον Ιανουάριο του 1961 τον απομάκρυναν από τη Λεοπολντβίλ και τον μετέφεραν σε φυλακή της Κατάνγκα, όπου το καθεστώς του Μωυσή Τσόμπε μεταχειρίστηκε κτηνωδώς κάθε είδος αντιπάλους του, ακόμη και λιποτάκτες. Πραγματικά μέσα σε ελάχιστες εβδομάδες μετά την εκεί μεταγωγή του, ο Λουμούμπα δολοφονήθηκε. Στις 10 Φεβρουαρίου ο ραδιοφωνικός σταθμός της Ελιζαμπετβίλ ανακοίνωσε ότι δήθεν ο Λουμούμπα δραπέτευσε από τη φυλακή του και στη συνέχεια σφαγιάστηκε από μέλη φυλής εχθρικής προς τη δική του. Η αναγγελία της δολοφονίας ξεσήκωσε παγκόσμια κατακραυγή κατά των Η.Π.Α., του Βελγίου και της Μεγάλης Βρετανίας.

Διαδηλώσεις και ταραχές ξέσπασαν σε ολόκληρο τον κόσμο, ιδίως στην Αφρική -όπως π.χ. στο Κάιρο, έξω από την πρεσβεία των Ηνωμένων Πολιτειών. Το ίδιο το Κονγκό έγινε πλέον πολύ επικίνδυνο για τους άλλοτε κυρίαρχους λευκούς. Βυθίστηκε στη δίνη ενός ανελέητου πολέμου, που τράφηκε από τον ανταγωνισμό των εντόπιων μνηστήρων της εξουσίας και των μεγάλων του κόσμου, από τα μίση ανάμεσα στις φυλές, αλλά και από την έντονη ανέχεια του πληθυσμού. Τον Αύγουστο του 1961, ύστερα από μακρές διαπραγματεύσεις μεταξύ Λεοπολντβίλ και Στανλεϊβίλ, σχηματίστηκε κυβέρνηση υπό τον Κύριλλο Αντούλα. Και αυτή αποδείχθηκε βραχύβια, ενώ όλες οι προσπάθειες να τερματιστεί η απόσχιση της Κατάνγκα οδηγήθηκαν σε ναυάγιο[4].

Στρατιώτες της Κατάνγκα, πιστοί στον Τσόμπε, ετοιμάζονταν στις 3 Ιανουαρίου του 1963 να ανατινάξουν με εκρηκτικά γέφυρα του ποταμού Λουφίρα, έξω από το Κολουέζι, προκειμένου να αναχαιτίσουν την προώθηση των κυανόκρανων από την Ζαντστβίλ. Μάταια, αφού Αιθίοπες κυανόκρανοι προωθήθηκαν στις 8 Ιανουαρίου προς τη Σακάνια, πόλη στη μεθόριο μεταξύ Κατάνγκα και Κογκό. Ενώ ο Μωυσής Τσόμπε προσπαθούσε, έστω και την ύστατη στιγμή, να περισώσει ψήγματα εξουσίας και μαζί τεράστια συμφέροντα στις πλούσιες σε πρώτες ύλες περιοχές της Κατάνγκα, ένας εργάτης βελγικής τσιμεντοβιομηχανίας, ο Αλμπέρ Βερμπρίγκε, η γυναίκα του και μία φίλη τους έπεσαν θύματα των περιστάσεων. Πιστεύοντας τις διαβεβαιώσεις του επικεφαλής των δυνάμεων του Ο.Η.Ε. ότι η τάξη έχει αποκατασταθεί στην Ζαντστβίλ, κέντρο μεταλλευτικών εγκαταστάσεων, ο Βέλγος εργάτης αποφάσισε μαζί με άλλους να επιστρέψουν σπίτι τους. Καθ' οδόν άνδρες του Ο.Η.Ε. άνοιξαν πυρ εναντίον τους, με αποτέλεσμα να σκοτωθούν οι δύο γυναίκες και ο ίδιος, τραυματισμένος, να εκλιπαρεί για τη ζωή του. Λίγο αργότερα, ο Βερμπρίγκε, με το μάτι δεμένο με επιδέσμους, θρήνησε μαζί με το φίλο του, που γλίτωσε από τις ριπές, τον άδικο θάνατο των δύο γυναικών. Ύστερα από λίγες ημέρες, στις 13 Ιανουαρίου, ο Μωυσής Τσόμπε παραδέχθηκε την ήττα του και ανακοίνωσε ότι είναι έτοιμος να αποδεχτεί τον τερματισμό της απόσχισης της Κατάνγκα. Μετά τον τερματισμό των εχθροπραξιών οι διωγμένοι από τον πόλεμο κάτοικοι επέστρεψαν σπίτια τους[5].

Το 1964 το Κονγκό ήταν ακόμα παραδομένο στο χάος, καθώς τα αριστερά κινήματα ενέτειναν τη δράση τους, απειλώντας τους αντιπάλους τους, λευκούς και μαύρους, και την κεντρική κυβέρνηση στη Λεοπολντβίλ. Πρωταγωνιστές στη φάση αυτή της αιματοχυσίας ήταν ο Πιερ Μουλέλε και ο Γκαστόν Σουμιαλό. Ο πρώτος, πρώην υπουργός στην κυβέρνηση Γκιζένκα, μετά την ανατροπή της ζούσε για ένα διάστημα στο Κάιρο και στη συνέχεια εκπαιδεύτηκε στην Κίνα. Επέστρεψε κρυφά το 1963 στο Κονγκό και το 1964 τέθηκε επικεφαλής της "προσωρινής κυβέρνησης του Δυτικού Κονγκό". Ο Σουμιαλό, πρώην οπωροπώλης, ο οποίος αυτοαποκαλείτο "νέος Λουμούμπα", είχε αρχικά την έδρα του στην πρωτεύουσα του Μπουρούντι, Μπουζουμπούρα. Στα τέλη Ιουλίου ανήγγειλλε στην κατεχόμενη από τους αντάρτες Αλμπετβίλ το σχηματισμό "προσωρινής κυβέρνησης της Εθνικής Απελευθερωτικής Επιτροπής", οργάνωσης που έδρευε στην Μπραζαβίλ και την οποία προσπάθησε να ελέγξει. Πρωθυπουργός και υπουργός Άμυνας ήταν ο ίδιος και αντιπρόεδρος ο τότε 25χρονος και κάτοχος υποτροφίας σπουδών σε σοβιετικό πανεπιστήμιο, Λοράν Ντεζιρέ Καμπιλά, ο μετέπειτα πρόεδρος του Κονγκό-Ζαΐρ, που ανέτρεψε τον πρόεδρο Μομπούτου Σέσε Σέκο, ακολουθώντας περίπου την ίδια διαδρομή με εκείνη των ανταρτών του 1964. Στις 26 Ιουνίου, ο Μωυσής Τσόμπε, έκπτωτος από το 1963, διέκοψε την εξορία του στη Μαδρίτη και επέστρεψε στην Λεοπολντβίλ "κατόπιν προσκλήσεως της κυβέρνησης", όπως δήλωσε. Στις 10 Ιουλίου ορκίστηκε πρωθυπουργός, υπουργός Εξωτερικών, Πληροφοριών και Εξωτερικού Εμπορίου, για να δεχτεί τα συγχαρητήρια του άλλοτε άσπονδου εχθρού του προέδρου Ιωσήφ Καζαβούμπου. Όταν στις 4-5 Αυγούστου οι δυνάμεις του Σουμιαλό εισήλθαν στη Στάνλεϊβιλ (Κισανγκάνι), ο Τσόμπε ζήτησε βοήθεια από το Βέλγιο και τις Η.Π.Α. Οι αντάρτες προωθήθηκαν ταχύτατα στο κεντρικό Κιβού, με προορισμό την πλούσια σε φυσικούς πόρους Κατάνγκα. Η εξέγερση καταπνίγηκε οριστικά τον επόμενο χρόνο από λευκούς μισθοφόρους[6].

Η απέχθεια των δυτικών δυνάμεων για τον κομμουνισμού και την αριστερή ιδεολογία οδήγησαν στην απόφασή του να χρηματοδοτήσουν τον Μομπούτου ο οποίος προχώρησε σε πραξικόπημα το 1965. Με συνταγματικό δημοψήφισμα μετά το πραξικόπημα, το όνομα της χώρας άλλαξε «Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό». Το 1971 ο Μομπούτου άλλαξε το όνομα ξανά, σε «Δημοκρατία του Ζαΐρ».

Ζαΐρ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο νέος πρόεδρος είχε την υποστήριξη των Ηνωμένων Πολιτειών για την αντίθεσή του στον Κομμουνισμό, θεωρώντας ότι θα δρούσε ως ανάχωμα για κομμουνιστικές κινήσεις στην Αφρική. Δημιουργήθηκε μονοκομματικό σύστημα και ο Μομπούτου αυτοανακηρύχθηκε αρχηγός του κράτους. Περιοδικά διεξήγαγε εκλογές όπου ήταν ο μόνος υποψήφιος. Αν και επετεύχθη σχετική ειρήνη και σταθερότητα, η κυβέρνηση Μομπούτου ήταν ένοχη για σοβαρές παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, πολιτικής καταστολής, προσωπολατρία και διαφθορά. Η διαφθορά ήταν τόσο κοινή, ώστε να γίνει γνωστή ως «le mal Zairois» ή η αρρώστια του Ζαΐρ.

Μετά τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης, οι σχέσεις ΗΠΑ και Μομπούτου ψυχράθηκαν, καθώς δεν θεωρούταν πλέον απαραίτητος ως σύμμαχος στον Ψυχρό Πόλεμο. Οι αντίπαλοί του στο Ζαΐρ ζήτησαν μεταρρυθμίσεις. Έτσι, ο Μομπούτου ανακήρυξε την Τρίτη Δημοκρατία το 1990, της οποίας το σύνταγμα υποτίθεται ότι έθετε τις βάσεις για δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις. Αυτές όμως αποδείχθηκαν απλώς κοσμητικές. Ο Μομπούτου συνέχισε να κυβερνά μέχρι που οι ένοπλες δυνάμεις τον ανάγκασαν να φύγει από το Ζαΐρ το 1997.

Το 1996, μετά τον εμφύλιο πόλεμο στη Ρουάντα, τη γενοκτονία και την άνοδο των Τούτσι στην κυβέρνηση της Ρουάντα, οι στρατιωτικές δυνάμεις των Χούτου κατέφυγαν στο ανατολικό Ζαΐρ, όπου χρησιμοποιούσαν τα στρατόπεδα των προσφύγων ως βάση για επιθέσεις στη Ρουάντα. Συμμάχησαν με τις ένοπλες δυνάμεις του Ζαΐρ για να επιτεθούν στου Τούτσι που ζούσαν στο ανατολικό Ζαΐρ.

Οι συνασπισμένοι στρατοί της Ρουάντα και της Ουγκάντα εισέβαλαν στο Ζαΐρ για να εκθρονίσουν την κυβέρνηση Μομπούτου και τελικά να ελέγξουν τις πλουτοπαραγωγικές πηγές του Ζαΐρ, ξεκινώντας τον πρώτο πόλεμο του Κονγκό. Ο συνασπισμός συμμάχησε με δυνάμεις της αντιπολίτευσης, της οποίας ηγέτης ήταν ο Λωράν-Ντεζιρέ Καμπιλά, δημιουργώντας την Συμμαχία Δημοκρατικών Δυνάμεων για την Απελευθέρωση του Κονγκό. Το 1997, ο Μομπούτου έφυγε και ο Καμπιλά προήλασε στην Κινσάσα, αυτοανακηρύχθηκε πρόεδρος και άλλαξε το όνομα της χώρας σε Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (République démocratique du Congo).

Πρόσφατη Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι δυνάμεις της Ρουάντα αποσύρθηκαν στη Γκόμα και ξεκίνησαν νέα επαναστατική στρατιωτική κίνηση των Τούτσι για να πολεμήσουν τον Καμπιλά, ενώ η Ουγκάντα εξέταζε τη δημιουργία κινήματος ανταρτών, με αρχηγό τον Κογκολέζο πολέμαρχο Ζαν-Πιερ Μπεμπά. Τα δύο επαναστατικά κινήματα, μαζί με τους στρατούς της Ουγκάντα και της Ρουάντα, ξεκίνησαν τον δεύτερο πόλεμο του Κονγκό το 1998. Οι στρατοί της Αγκόλα, Ζιμπάμπουε και Ναμίμπια συντάχθηκαν με τη κυβέρνηση. Ο Καμπιλά δολοφονήθηκε το 2001 και τον διαδέχθηκε ο γιος του Ζοζέφ Καμπιλά.

Τον Απρίλιο του 2001 έφτασαν στη χώρα κυανόκρανοι του ΟΗΕ, γνωστοί ως MONUC. Μετά από συζητήσεις υπογράφηκε συνθήκη ειρήνης, στην οποία ο Καμπιλά θα μοιραζόταν την εξουσία με τις αντάρτες. Μέχρι τον Ιούνιο του 2003, όλοι οι ξένοι στρατοί, πέρα από αυτόν της Ρουάντα είχαν αποσυρθεί από τον Κονγκό. Δημιουργήθηκε μεταβατική κυβέρνηση, το σύνταγμα εγκρίθηκε από τους ψηφοφόρους και τις 30 Ιουλίου 2006 διεξήχθησαν οι πρώτες πολυκομματικές εκλογές στη χώρα.

Όμως, ο στρατηγός Λοράν Νκουντά, σχημάτισε με τις ένοπλες δυνάμεις που ήταν πιστές σε αυτόν και σχημάτισαν το Εθνικό Κογκρέσο για την Άμυνα του Λάου, το οποίο άρχισε ένοπλη επανάσταση, γνωστή ως πόλεμος στο Κίβου. Στις 23 Ιανουαρίου του 2008 τερματίστηκε ο πόλεμος στο Κίβου, έπειτα από την υπογραφή συμφωνίας[7] για ειρήνη ανάμεσα στον κυβερνητικό στρατό και στους αντάρτες. Η ένοπλη σύρραξη σοβούσε από το 2004 στα ανατολικά της χώρας. Ωστόσο, οι συγκρούσεις αναζωπυρώθηκαν λίγους μήνες αργότερα. Στις 18 Νοεμβρίου του 2008 οι αντάρτες στα ανατολικά της χώρας ανακοίνωσαν τη μονομερή απόσυρση των δυνάμεών τους από δύο μέτωπα, για ανθρωπιστικούς λόγους. Τα Ηνωμένα Έθνη αποφάσισαν στις 20 Νοεμβρίου του 2008 να αυξηθεί η δύναμή τους στη χώρα κατά 3.000 στρατιώτες.[8] Η Monuc, όπως λέγεται η ειρηνευτική αποστολή των Ηνωμένων Εθνών, αριθμεί 17.000 κυανοκράνους και αστυνομικούς.

Στις 22 Ιανουαρίου του 2009 ο πρώην στρατηγός Λοράν Νκουντά, πρώην αρχηγός του Εθνικού Κογκρέσου Λαϊκής Αυτοάμυνας (CNDP), το οποίο επιχείρησε να ανατρέψει την κυβέρνηση του Ζοζέφ Καμπιλά[9] συνελήφθη στη Ρουάντα. Το Κοινοβούλιο της χώρας ενέκρινε νόμο στις 7 Μαΐου του 2009, για τη χορήγηση αμνηστίας προς τους αντάρτες του ανατολικού Κονγκό.[10].

Το Φεβρουάριο του 2011, στη διάρκεια αποτυχημένης απόπειρας πραξικοπήματος, σκοτώθηκαν 6 άτομα στο προεδρικό μέγαρο.[11]

Διακυβέρνηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δικαίωμα ψήφου στις εκλογές έχουν όσες και όσοι είναι ηλικίας 18 ετών και άνω. Η ψηφοφορία είναι υποχρεωτική.[12]. Στις 18 Δεκεμβρίου του 2005 εγκρίθηκε με δημοψήφισμα ένα νέο Σύνταγμα.

Διεθνείς σχέσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Μάιο του 2008 οι σχέσεις της χώρας περιήλθαν σε κρίση με την άλλοτε αποικιοκρατική δύναμη, το Βέλγιο. Η Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (ΛΔΚ) αποφάσισε να ανακαλέσει τον πρεσβευτή της στις Βρυξέλλες και να κλείσει το προξενείο της στην Αμβέρσα σε ένδειξη διαμαρτυρίας για τις δηλώσεις του Βέλγου υπουργού Εξωτερικών για «ηθικό δικαίωμα» της χώρας του στο πρώην Ζαΐρ[13].

Δημογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ανάπτυξη του πληθυσμού (1961-2003) από στοιχεία του FAOSTAT (πληθυσμός σε χιλιάδες).

Ο πληθυσμός της χώρας είναι 79.723.000 κατοίκους (μέση εκτίμηση των Ηνωμένων Εθνών για το 2016[2]). Ο ρυθμός αύξησης του πληθυσμού είναι 2,45%. Ρυθμός γεννήσεων 34,88 γεννήσεις/1000 πληθυσμού και θανάτου 10,07 θάνατοι/1000 πληθυσμού (εκτίμηση 2015)[12].

Το προσδόκιμο ζωής στο σύνολο του πληθυσμού ήταν σύμφωνα με εκτιμήσεις του 2015 τα 56,93 χρόνια (55,39 χρόνια οι άνδρες και 58,51 οι γυναίκες).[12]

Ανθρωπογεωγραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο χριστιανισμός είναι κύρια θρησκεία στη χώρα, την οποία ακολουθεί το 80-95% του πληθυσμού της χώρας. Οι παραδοσιακές θρησκείες αποτελούν το 1,8-10% και ο μουσουλμανισμός το 10-12%.

Τα γαλλικά είναι η επίσημη γλώσσα της Δημοκρατίας του Κονγκό. Θεωρείται η lingua franca η οποία χρησιμοποιείται ανάμεσα στις πολλές διαφορετικές εθνικές ομάδες του Κονγκό. Σύμφωνα με έκθεση του OIF για το 2014, 33 εκατομμύρια Κογκολέζοι (47% του πληθυσμού) μπορούν να γράψουν και να διαβάσουν γαλλικά. Περίπου 242 γλώσσες ομιλούνται στη χώρα, αλλά μόνο τέσσερις έχουν το καθεστώς εθνικών γλωσσών: η Κιτούμπα, Λινγκαλά, Τσιχλούμπα και τα Σουαχίλι.

Οικονομία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Κεντρική Τράπεζα του Κονγκό είναι υπεύθυνη για το φράνκο του Κονγκό, το οποίο είναι το κύριο νόμισα της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό. Το ΑΕΠ της χώρας είναι 11,223 δις $ (115η στον κόσμο, εκτίμηση 2009). Το κατά κεφαλήν ΑΕΠ είναι 173$.[3] Όμως, μεγάλο τμήμα της οικονομικής δραστηριότητας μικρής κλίμακας γίνεται στον τομέα της παραοικονομίας και δεν αντικατοπτρίζεται στα στοιχεία του ΑΕΠ.

Η οικονομία του Κονγκό βασίζεται στις εξορύξεις. Η Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό θεωρείται μια από τις πλουσιότερες χώρες όσον αφορά τους φυσικούς πόρους. Τα αποθέματα ορυκτών που διαθέτει εκτιμάται ότι αξίζουν περισσότερα από 24 τρισεκατομμύρια $ δολάρια. Στο Κονγκό βρίσκονται περίπου το ένα τρίτο των παγκοσμίων αποθεμάτων κοβαλτίου και διαμαντιών και το ένα δέκατο του παγκόσμιου χαλκού. Παρά τον τεράστιο ορυκτό πλούτο της, η οικονομία του Κονγκό έχει μειωθεί σε σχέση με τα μέσα της δεκαετίας του 1980.

Το Κονγκό είναι ο μεγαλύτερος παραγωγός μεταλλευμάτων κοβαλτίου και μεγάλος παραγωγός χαλκού και διαμαντιών, τα δεύτερα από την επαρχία Κασάι, στα δύση. Τα μεγαλύτερα με διαφορά ορυχεία του Κονγκό βρίσκονται στην επαρχία Κατάνγκα στο νότο. Το ένα τρίτο των διαμαντιών της χώρας εκτιμάται ότι διανέμονται από το λαθρεμπόριο, με αποτέλεσμα να είναι δύσκολο να εκτιμηθεί η παραγωγή. Το 2002, ανακαλύφθηκε κασσίτερος στα ανατολικά της χώρας, αλλά μέχρι σήμερα η εκμετάλλευσή του παραμένει σε μικρή κλίματα. Η λαθρεμπορία των ορυκτών έχει βοηθήσει την τροφοδότηση του πολέμου στο ανατολικό Κονγκό.

Επικοινωνίες και μεταφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τον Απρίλιο του 2009 η ΕΕ συμπεριέλαβε τη χώρα στον κατάλογο με τους αερομεταφορείς που απαγορεύεται να εκτελούν πτήσεις προς τα 28 κράτη μέλη, για λόγους ασφαλείας.[14] Η οδήγηση γίνεται στα δεξιά.

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. «Congo, Democratic Republic of the. Chiefs of State and Cabinet Members of Foreign Governments (Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό. Αρχηγοί κρατών και μέλη ξένων κυβερνήσεων)». CIA. 13/6/2012. https://www.cia.gov/library/publications/world-leaders-1/world-leaders-c/congo-democratic-republic-of-the.html. Ανακτήθηκε στις 29/6/2012. (Αγγλικά)
  2. 2,0 2,1 2,2 Μέση εκτίμηση των Ηνωμένων Εθνών για το 2016
  3. 3,0 3,1 3,2 3,3 3,4 «World Economic Outlook Database». ΔΝΤ. Οκτώβριος 2009. http://www.imf.org/external/pubs/ft/weo/2009/02/weodata/weorept.aspx?sy=2009&ey=2009&scsm=1&ssd=1&sort=country&ds=%2C&br=1&pr1.x=35&pr1.y=10&c=636&s=NGDPD%2CNGDPDPC%2CPPPGDP%2CPPPPC%2CLP&grp=0&a=. Ανακτήθηκε στις 18-10-2009. 
  4. Η τερατογένεση του Κογκό, Ιστορικό Λεύκωμα 1961, σελ. 113-117, Καθημερινή (1997)
  5. Το αίμα συνεχίζει να ρέει στο Κογκό, Ιστορικό Λεύκωμα 1963, σελ. 126-129, Καθημερινή (1997)
  6. Το αίμα ρέει πάντα στο Κονγκό, Ιστορικό Λεύκωμα 1964, σελ. 126-129, Καθημερινή (1997)
  7. Eastern Congo peace deal signed, BBC, 23 Ιανουαρίου 2008
  8. in.gr, Ο ΟΗΕ αυξάνει τη δύναμη του στο Κονγκό, 20 Νοεμβρίου 2008.
  9. Καθημερινή, Συνελήφθη ο Λοράν Νκουντά, 24 Ιανουαρίου 2009.
  10. AFP, Kinshasa passes amnesty for eastern Congo rebels, 7 Μαΐου 2009.
  11. Reuters, Six dead in failed coup attempt - DR Congo, 27-2-2011.
  12. 12,0 12,1 12,2 Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό CIA World Factbook
  13. Καθημερινή, Ανακαλεί τον πρεσβευτή της στις Βρυξέλλες η Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, 24/05/2008
  14. BBC News, Benin joins EU aviation blacklist, 8 Απριλίου 2009.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα